Σάββατο 15 Μαρτίου 2014


Ἄλλοτε η θάλασσα...
Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Γιῶργος Σαραντάρης

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014


Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς
Ὁ Παππούλης προσηύχετο πολύ. Καί ἤθελε καί τά δικά του πνευματικά παιδιά νά κάνουν τό ἴδιο. Ἰδιαίτερα σέ ἐμένα ἤθελε, μέ κάθε τρόπο, νά μέ πείσει νά τό κάνω. Γι’ αὐτό συνεχῶς μοῦ μιλοῦσε γιά τήν δύναμη τῆς προσευχῆς.
- Προσευχή, παιδί μου, Ἀνάργυρε, ἔλεγε, σημαίνει συνομιλία μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, πού εἶναι ὁ Πλάστης, εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ Σύμπαντος! Εἶναι Ἐκεῖνος πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσή Του. Εἶναι Ἐκεῖνος πού ἔφτιαξε αὐτά πού βλέπουμε, ἀλλά καί ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε μέ τά ἀνθρώπινα μάτια μας. Τέλος, εἶναι Ἐκεῖνος πού δέν ἀρνιέται ποτέ νά συνομιλήσει μαζί μας, ἀρκεῖ νά τοῦ τό ζητήσουμε ἐμεῖς, ὅποτε θέλουμε καί ὅσες φορές θέλουμε. Δέν πρόκειται νά μᾶς πεῖ ποτέ ὄχι. Ἀντίθετα, εἶναι πάντα πρόθυμος νά μᾶς ἀκούσει μέ προσοχή καί μέ ἀγάπη, ὅπως κάνει κάθε καλός Πατέρας, ὅταν τοῦ τό ζητᾶ τό παιδί του. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί νά μᾶς δώσει ὅ,τι τοῦ ζητήσουμε, ἀρκεῖ νά εἶναι αὐτό πού τοῦ ζητᾶμε πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς μας.
- Ἀλήθεια, ἀναλογίστηκες ποτέ παιδί μου νά συνομιλήσεις ἔστω καί μιά φορά μέ κάποιον ἀπό τούς σημερινούς ἄρχοντες τῆς Πατρίδας μας καί νά ἔγινε ἡ ἐπιθυμία σου; Ἄν ὄχι, σοῦ συνιστῶ νά τό τολμήσεις. Θά διαπιστώσεις ὅτι ἡ ἐπιθυμία σου θά παραμείνει ἁπλῶς ἐπιθυμία! Οὐδέποτε θά δεχτοῦν νά μιλήσουν μαζί σου. Τό πολύ-πολύ νά σέ παραπέμψουν σέ κανέναν παρακατιανό, γιά νά σέ ξεφορτωθοῦν. Ἀντίθετα, ὁ Κύριός μας, πού εἶναι ὁ Βασιλεύς τῶν Βασιλέων, δέν πρόκειται ποτέ νά σέ παραπέμψει σέ κανέναν καί δέν πρόκειται ποτέ νά ἀρνηθεῖ νά συνομιλήσει μαζί σου, διά τῆς προσευχῆς. Καί πρόσθεσε:
- Τά καταλαβαίνεις αὐτά πού σοῦ λέω;
– Ἀσφαλῶς ναί, Παππούλη μου, τοῦ ἀπάντησα.
- Καί ὅμως ἐμένα κάτι μοῦ λέει πώς δέν θέλεις νά τά καταλάβεις. Γιατί, ἐάν τά καταλάβαινες, θά ἔκανες πιό πολύ προσευχή.
- Μά, προσεύχεστε ἐσεῖς γιά μένα, προσέθεσα.
- Καί ὅταν τρώω ἐγώ, χορταίνεις ἐσύ; μέ ρώτησε!  
Ὁπότε μέ ἀφόπλισε τελείως!
Ἀνάργυρος Ἰ. Καλιάτσος
Ἀπό τό βιβλίο «Πατήρ Πορφύριος : Ὁ Διορατικός, ὁ Προορατικός, ὁ Ἰαματικός»

Τετράδιο 126 * Μάϊος 2010

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014


Kάτι παλιές φωτογραφίες
Προχθές κοίταζα κάτι παλιές φωτογραφίες πού εἶχα φυλάξει σ’ ἕνα χαρτονένιο κουτί. Σ’ αὐτές τίς φωτογραφίες εἶδα καί κάτι συγγενεῖς καί γνωστούς τῆς οἰκογένειάς μου, ἀδύνατους, μέ λεπτά πρόσωπα, καπέλα, σακάκια σταυρωτά καί φαρδιά παντελόνια. Τά μάτια τους εἶχαν τόσο ὡραία ἔκφραση πού φαινόντουσαν μεγάλα. Ἀμέσως ἔκανα τή σύγκριση μέ τούς σημερινούς πού εἶναι πάνχοντροι, προγάστορες καί μέ βλέμμα προκλητικό καί ἀδηφάγο. Καί σκέφτηκα ὅτι οἱ σημερινοί τρῶνε καλά, ἔχουν πολλά πράγματα, σπίτια, αὐτοκίνητα, ψυγεῖα, ἀποχυμωτές, μίξερ κι ἕνα σωρό ἄλλα πού μπερδεύουν τή ζωή τους, τήν κάνουν πιό ἀκριβή, ἀλλά καί εὐάλωτη ἀπό τό ὁποιοδήποτε κράτος. Γιατί ἀπό τήν ὕλη ἀντλεῖται τό χρῆμα. Ἅμα δέν ἔχεις τίποτε, κανείς δέν μπορεῖ νά σέ ἀγγίξει.
Ὅταν παντρευόταν κάποιος παλιά, νοίκιαζε μιά καμαρούλα σέ αὐλή. Εἶχε ἕνα κρεβάτι, δυό καρέκλες, ἕνα τραπέζι, μιά λάμπα πετρελαίου ἤ ἕνα λαμπτήρα 60 κηρίων πού κρεμόταν ἀπό τό ταβάνι. Καί ἔκανε καί παιδιά. Καί μποροῦσε νά τά ἀναστήσει ἔτσι, γιατί εἶχε μηδαμινά ἔξοδα. Ἦταν πλούσιος στή φτώχεια του. Ὅλοι θά ἀναρωτιόμαστε, οἱ πιό παλιοί τουλάχιστον, πῶς μπορούσαμε καί κάναμε τόσα πράγματα ἀφοῦ δέν ὑπῆρχαν χρήματα. Πόσοι καί πόσοι δέν ἔγιναν ποιητές, ζωγράφοι, ἐπιστήμονες, ἐπιχειρηματίες, ξεκινώντας ἀπό τά δωματιάκια στίς αὐλές αὐτές τῶν θαυμάτων.
Τώρα, ὅπως ἔγιναν τά πράγματα, δύσκολα θά μπορεῖς νά ἀναπτυχθεῖς, γιατί σκέφτεσαι τά δευτερεύοντα τῆς ζωῆς. Πῶς νά πληρώσεις τό ἠλεκτρικό, τό νερό, τό πετρέλαιο, τό αὐτοκίνητο, τά τέλη καί τίς εἰσφορές. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος δεσμεύεται ἤ καλύτερα παγιδεύεται ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς. Ἡ εὐτυχία τόν πλησιάζει λίγο καί χάνεται γρήγορα χωρίς νά μπορεῖ νά τήν ἀγγίξει, γιατί συνήθως καραδοκοῦν ὁ φόβος καί ἡ δυστυχία. Τά σκέφτομαι ὅλα αὐτά καί λέω μέσα μου πώς εὐτυχής εἶναι αὐτός πού ἔχει τίς λιγότερες ἀνάγκες. Ὅταν μπαίνεις σ’ ἕνα καινούργιο δωμάτιο πού εἶναι ἄδειο, λές τί ὡραῖο πού εἶναι καί πόσο μεγάλο. Μετά, ὅταν ἀρχίζεις νά τό κατοικεῖς, μαζεύεις πράγματα καί ὕστερα ἀπό χρόνια βλέπεις τόν χῶρο νά ἔχει μικρύνει. Βλέπεις ὅτι ἀδίκως τά μάζευες ὅλα αὐτά τά πράγματα, σοῦ εἶναι ἄχρηστα καί δέν τολμᾶς νά τά πετάξεις μή τυχόν καί τά χρειαστεῖς κάποια στιγμή. Ἔτσι δεσμεύεσαι καί πάσχεις.
Ὁ Τσαρούχης ἔμενε σ’ ἕνα μικρό δωματιάκι στό Παρίσι. Ἐκεῖ ζοῦσε, ζωγράφιζε, ἔτρωγε. Μιά γνωστή του πού τόν ἐπισκέφτηκε, τοῦ λέει: «Βρέ Γιάννη μου, τώρα πού κερδίζεις καί χρήματα, νά καλυτερεύσεις τή ζωή σου καί νά πάρεις ἕναν πιό μεγάλο χῶρο». Κι ὁ Τσαρούχης τῆς ἀπάντησε: «Ἐμένα τό ἑπόμενο στάδιο θά εἶναι νά γίνω κλοσάρ».
Δέν κατάλαβε ἡ κυρία ὅτι δέν τόν ἔνοιαζαν οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς του, ἀλλά ἡ δημιουργία. Ἄς προσπαθήσουμε κι ἐμεῖς λοιπόν μέσα σ’ αὐτή τήν κρίση νά ἐργαζόμαστε, νά δημιουργοῦμε κάτι.
Ἀλέκος Φασιανός

Τετράδιο 125 * Μάϊος 2010

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014


Παλιά καλοκαίρια

Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια
ἀνάβουν ἀλλοτινά βλέμματα
θροΐζουν ἀγγίσματα
- τίποτα, τίποτα δὲ χάθηκε στ’ ἀλήθεια
ὅλα εἶναι ἐδῶ
ἡ παραμικρὴ σπίθα ἀνάβει πυρκαγιές
στίς θημωνιές τῆς μνήμης
κι ὁ ξυλοφάγος τοῦ χρόνου τίκ-τάκ
τίκ-τάκ δὲν μπόρεσε
τὸ παιδικό μου δάσος ν’ ἀφανίσει
ἀκόμα τρέχουν μέσα μου
σκιουράκια κι ἐλάφια ἀσημένια
στὰ δένδρα του λαλοῦν κρυστάλλινα πουλιά.


Ὅλα εἶναι ἐδῶ, πίσω ἀπ’ αὐτό
τὸ ποδοπατημένο στῆθος,
πίσω ἀπ’ τὴ σκουριασμένη ἀναπνοὴ
γέλια καὶ παραμύθια γαλανά
καὶ κόκκινες φωνὲς τοῦ ἔρωτα
δὲν μπόρεσε κανεὶς νὰ μοῦ τὰ πάρει
γιατὶ ὅ,τι ὑπῆρξε μία φορά, δέ γίνεται
νά πάψει νά ἔχει ὑπάρξει.
κι ἄν ἡ ἐλπίδα εἶναι αὐτὴ ποὺ συντηρεῖ τὸ μέλλον
ἡ μνήμη εἶναι αὐτὴ ποὺ τρέφει τό παρόν
τό παρελθόν μας δικαιώνοντας.


Λένα Παππᾶ

Τετράδιο 126 * Ἰούνιος 2010

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014


Γιά τόν κουμπαρά μας
Ὁ ἱερομάρτυς Ἀλέξανδρος Παρούσνικωφ νυμφεύθηκε τήν Ἀλεξάνδρα Ἰβάνοβνα καί ἔκαμαν 10 παιδιά. Mέ τά παιδιά του ὁ ἱερέας ἦταν ἐπιεικής. Ποτέ δέν τά τιμωροῦσε, μόνο τούς ἔλεγε: «Mή μαλώνετε, μή μαλώνετε». Ὅταν ἄρχισαν οἱ διωγμοί τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας κατά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ οἰκογένειά τους ἄρχισε νά ζῆ πολύ δύσκολα κι ἄν δέν τούς βοηθοῦσαν οἱ γείτονες δύσκολα θά ἐπιζοῦσαν.
Ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογενείας του ἦσαν στερημένα πολιτικῶν δικαιωμάτων καί δέν τούς ἔδιναν δελτίο τροφίμων. Tά κρατικά καταστήματα ἦσαν κλειστά γι᾽ αὐτούς. Kάποτε, παραμονή τῶν Xριστουγέννων, στό σπίτι τους δέν ὑπῆρχε οὔτε ψωμί. Ἡ πρεσβυτέρα καθόταν στό ἄδειο τραπέζι θλιμμένη. Ὁ π. Ἀλέξανδρος ἑτοιμάζεται νά πάει στήν ἀγρυπνία τῶν Xριστουγέννων. Ἀνοίγει τήν πόρτα καί φωνάζει: «Παπαδιά, παπαδιά, πήγαινε ἐκεῖ!» Ἐκείνη βγαίνει καί βλέπει δυό σακκιά μέ ψωμί, πατάτες καί σιμιγδάλι. «Nά ὅ,τι χρειάζεται γιά τήν αὐριανή γιορτή», τῆς λέει ὁ π. Ἀλέξανδρος.
Στά 1920 ἔκαναν κατάσχεση στό μισό τους σπίτι καί ἐγκατέστησαν ἐκεῖ τόν ἀρχηγό τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας Mιχαλένκο. Ὁ γιός του ἐργαζόταν στή NKVD, στή Λουμπιάνκα. Ὁ Mιχαλένκο ἀρρώστησε ἀπό φυματίωση ἀπό τήν ὁποία καί πέθανε. Συνήθιζε λοιπόν νά πηγαίνει σέ ἐκεῖνο τό τμῆμα τοῦ σπιτιοῦ ὅπου ζοῦσε ἡ οἰκογένεια τοῦ ἱερέως καί νά φτύνει. Ἡ παπαδιά ἔπεσε μπροστά του στά γόνατα καί τόν παρακαλοῦσε νά μήν τό κάνει αὐτό.
- Ἐμεῖς εἴμαστε φταῖχτες, ἀλλά λυπηθεῖτε τά παιδιά.
- Ἡ παπαδική λέρα πρέπει νά σβήσει, ἀπαντοῦσε.
Σύντομα ἀρρώστησε ἀπό φυματίωση ἕνας γιός του, μετά ἄλλος γιός, μετά ἡ κόρη κι ὕστερα ἄλλη κόρη. Δέν περνοῦσε χρόνος πού νά μή κηδεύει κι ἕνα παιδί της ἡ Ἀλεξάνδρα Ἰβάνοβνα.
Kάποτε ὁ π. Ἀλέξανδρος πήγαινε στό δρόμο κρατώντας τήν κόρη του ἀπό τό χέρι. Oἱ περαστικοί γύριζαν πρός αὐτόν καί τόν ἔφτυναν. Tό κοριτσάκι σφίγγει δυνατά τό χέρι του καί σκέπτεται: «Kύριε, κι ὅμως εἶναι ὁ πιό καλός!». Ὁ πατέρας αἰσθανόμενος τήν ψυχική κατάσταση τοῦ παιδιοῦ του, τῆς λέει ἥσυχα: «Tάνια μου, δέν εἶναι τίποτα! Ὅλα αὐτά εἶναι γιά τόν κουμπαρά μας».
Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἱερέα εἶχε μιά ἀγελάδα, ἡ ὁποία, ὅπως σέ ὅλες τίς οἰκογένειες τότε, ἦταν ὁ τροφοδότης τους.
Kάποτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐξουσίας τήν πῆραν ἀπό τήν αὐλή. Ὁ π. Ἀλέξανδρος ἦταν ἐκείνη τήν ὥρα στόν ναό. Ἐπιστρέφοντας τούς βλέπει ὅλους συγχυσμένους καί ἐρωτᾶ τί συμβαίνει.
-Tή γελάδα μᾶς τήν πῆραν ἀπό τήν αὐλή.
-Πῆραν τήν γελάδα. Ἐλᾶτε γρήγορα ὅλα τά παιδιά, γονατίστε νά ψάλλουμε εὐχαριστήρια δοξολογία στόν Ἅγιο Nικόλαο τόν θαυματουργό.
Ἡ παπαδιά τόν κοίταξε μέ ἀμηχανία.
- Παπᾶ μου…
- Σάσενκα, ὁ Θεός ἔδωσε, ὁ Θεός πῆρε. Ἄς τόν δοξολογήσουμε.
Ἀπό τότε πού δέν ὑπῆρχε πιά γελάδα, κάθε μέρα στήν ἐξώπορτα βρισκόταν ἕνα καλάθι μέ μιά μποτίλια γάλα καί δυό καρβέλια ψωμί. Tά μεγαλύτερα παιδιά γιά πολλή ὥρα κοιτοῦσαν στό παράθυρο, ἔβγαιναν στήν ἐξώπορτα γιά νά μάθουν ποιός τούς φέρνει τό ψωμί καί τό γάλα. Kάποιες φορές παρακολουθοῦσαν μέχρι τή βαθειά νύχτα, ἀλλά δέν κατάφεραν νά δοῦν τόν εὐεργέτη τους. Aὐτό τό θαῦμα τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Nικολάου τοῦ θαυματουργοῦ συνεχίστηκε γιά ἀρκετά μεγάλο χρόνο.
Tίς νύχτες συχνά καλοῦσαν τόν π. Ἀλέξανδρο στή NKVD καί τοῦ ἔλεγαν:
- Φῦγε ἀπό τήν ἐκκλησία. Ἔχεις δέκα παιδιά, ἀλλά δέν τά λυπᾶσαι.
- Ἐγώ ὅλους τούς λυπᾶμαι, ἀλλά ὑπηρετῶ τόν Θεό καί θά παραμείνω μέχρι τέλους στήν ἐκκλησία, ἀπαντοῦσε ὁ ἱερεύς.
Συνέβη πολλές φορές τή νύχτα νά βρίσκεται στή NKVD, ἀλλά τό πρωί πήγαινε στήν ἐκκλησία νά λειτουργήσει.
Mετά ἀπό πολλές ταλαιπωρίες ὁ π. Ἀλέξανδρος Παρούσνικωφ καταδικάστηκε σέ τυφεκισμό καί ἐκτελέστηκε στίς 27 Ἰουνίου 1938.
Λίγο πρίν ἀπό τόν θάνατό του ἔγραψε στή γυναίκα καί τά παιδιά του:
«Παιδιά μου, σᾶς φιλῶ ὅλους καί δυνατά σᾶς σφίγγω μέσα στήν καρδιά μου. Nά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Nά σέβεστε τούς μεγαλυτέρους, νά φροντίζετε τούς μικροτέρους. Mέ ὅλες σας τίς δυνάμεις νά προστατεύετε τή μητέρα σας. Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ…»
«Ἀγαπημένη μου Σάσα! Σ᾽ εὐχαριστῶ γιά τήν εὐτυχία ποῦ μοῦ ἔδωσες. Γιά μένα μήν κλαῖς. Aὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ».


Τετράδιο 126 * Ἰούνιος 2010

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014


Γιατί ἔπεσε ἡ Πόλη
Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος, ὁ διδάσκαλος τοῦ προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας, Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, διεκτραγωδεῖ τήν πρό τῆς Ἁλώσεως ἐνσκήψασαν διαφθοράν :
«Τό ἱερατεῖον πρῶτον εἶχε διαφθαρεῖ. Οἱ πλεῖστοι τῶν κληρικῶν ἐχειροτονοῦντο ἐπί χρήμασι. Κλῆρος σιμωνιακός, ἐθνική συμφορά, ἅλας μωρόν! Τά μυστήρια ἐπωλοῦντο ὑπό τῶν ἀναξίων τούτων κληρικῶν. Μέ πληρωμήν, μέ δῶρα ἐδίδετο ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν καί μετεδίδετο τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἐπίσκοποι, ἄγαμοι κληρικοί, μοναχοί, οἱ τήν παρθενίαν ἐπαγγειλάμενοι, ἀναιδέστατα συνέζων μετά μοναστριῶν. Οἱ δέ κοσμικοί, μιμούμενοι τούς κληρικούς, πρό τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου συνέζων μετά τῶν γυναικῶν. Τό ἅγιον ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐβλασφημεῖτο δημοσία καί οὐδείς ὑπέρ αὐτοῦ ἦρε φωνή διαμαρτυρίας, ἐνῶ θά ἔπρεπεν, ὑπερασπισταί τῆς τιμῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, νά προτιμήσωμεν μαρτυρικόν θάνατον παρά τῶν ἀσεβῶν ἤ σιωπῶντες νά γινώμεθα συνένοχοι τῶν βλασφημούντων. Ὅρκοι εἰς δημοσίαν διάταξιν. Ἡ ἀδιαφορία τῶν πολιτῶν διά τάς ἀνάγκας τοῦ γείτονος, τῆς κοινωνίας, τοῦ κινδυνεύοντος κράτους μεγίστη. Ἡ φιλαυτία ἐβασίλευε, τά ἴδια ἑκάστου συμφέροντα ἐθεραπεύοντο. Τά τείχη τῆς πόλεως παρουσίαζον φθοράς καί ἔχρηζον συντόμου ἐπισκευῆς, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες τούς ὑλικούς θησαυρούς προετίμων νά κτίζουν τριωρόφους κατοικίας ἤ νά διαθέτουν τό χρῆμα ὑπέρ τῆς κοινῆς ἀσφαλείας.
Ἡ φιλαργυρία τῶν πλουσίων ἀπαραδειγμάτιστος. Ὅταν ὁ τελευταῖος μαρτυρικός βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος ἀνέλαβε τήν ἐξουσίαν, τό δημόσιον ταμεῖον εὑρέθη κενόν. Δι΄ ὅ θερμοτάτην πρός τούς πλουσιωτέρους τῆς πόλεως ἀπηύθυνε ἔκκλησιν, ζητῶν τήν συνδρομήν αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ μεγιστάνες ἠρνήθησαν διισχυριζόμενοι ὅτι εἶναι πένητες! Πένητες, ποῖοι; Αὐτοί τῶν ὁποίων τά ὑπόγεια τῶν μεγάρων, εὐθύς μετά τήν Ἅλωσιν, ἀνέσκαψαν οἱ Τοῦρκοι καί ἀνεκάλυψαν θησαυρούς μεγίστους, ἱκανούς νά ἐξοπλίσουν στρατούς καί στόλους!
Ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτωρ συνομιλῶν μέ τόν Φραντζῆν ἐξεφράζετο πικρῶς, λέγων ὅτι πέριξ τοῦ θρόνου δέν εὑρίσκετο ἕνας εἰλικρινής σύμβουλος, πάντων τά ἴδια ζητούντων. Χαρακτηριστικόν δεῖγμα τῆς ἰδιοτελείας εἶναι καί τοῦτο, ὅτι ὅταν κατά τήν διάρκειαν τῆς πολιορκίας τῆς πόλεως τά ἐξωτερικά τείχη ὑπό τῶν βολῶν τοῦ τηλεβόλου ὑφίσταντο σοβαράς βλάβας καί ἠνοίγοντο ρήγματα τά ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην ἀμέσου ἐπισκευῆς, μηδέ ἐν τῇ ὑστάτῃ ταύτῃ ὥρᾳ, λησμονοῦντες τό ἴδιον συμφέρον, ἐπείθοντο νά παράσχουν τήν ἀναγκαίαν ὕλην καί ἐργασίαν πρίν ἤ πληρωθοῦν τήν τιμήν αὐτῆς».
Ἀπό τό 17-18 / 1953 τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ “Κιβωτός” ἐπί τῇ 500ῇ ἐπετείῳ ἀπό τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως.


Τετράδιο 126 * Ἰούνιος 2010

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014


Γρήγορες λύσεις
Ἕνα βράδυ δέχθηκα ἕνα τηλεφώνημα ἀπό μία γυναίκα.
- Πάτερ Μωυσῆ, τώρα πού ἐκοιμήθη ὁ Γέροντας Παΐσιος, ποιός εἶναι στή θέση του;
- Ὁ πνευματικός σας.
- Τόν γνωρίζετε;
- Ὄχι.
- Πῶς τό λέτε;
- Ἀκοῦστε, κυρία μου, ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι μεταδοτική, ἀλλά κατορθωτή. Δέν μεταδίδεται ἡ ἁγιότητα, ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγωνισθεῖ ὑπομονετικά.
- Εὐχαριστῶ… (Μᾶλλον δέν τῆς ἄρεσε ἡ ἀπάντησή μου).
Οἱ ἄνθρωποι σήμερα ψάχνουν συνεχῶς γιά εὔκολες καί γρήγορες λύσεις. Τό fast food τῆς κοσμικῆς ζωῆς ἔχει περάσει καί στήν πνευματική.
Ἀκόμη καί οἱ πιστοί δέν θέλουν καθόλου νά κουράζονται καί νά καθυστεροῦν. Θέλουν ἄμεσες λύσεις τῶν προβλημάτων τους. Γι’ αὐτό ψάχνουν νά βροῦν χαρισματούχους Γέροντες, νά τούς λύσουν τά προβλήματα ἀμέσως. Δέν θέλουν νά ἐπιμείνουν στήν προσευχή, νά ταπεινωθοῦν, νά ὑπομείνουν.
Μάλιστα, ὅταν δέν βρίσκουν τέτοιους Γέροντες, τούς δημιουργοῦν. Αὐτό εἶναι ἡ ἔσχατη πλάνη καί γιά τίς δύο πλευρές. Στό Ἅγιον Ὄρος λένε «νά πλανεθεῖς εἶναι εὔκολο, νά ξεπλανεθεῖς δύσκολο».
Τό χειρότερο εἶναι νά νομίσεις ὅτι εἶσαι ἅγιος. Ἡ ψευδοαγιότητα εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα. Ὁ Θεός νά μᾶς φυλάει ἀπό τούς ψευτοαγίους. Ὁ μακαριστός καί χαριτωμένος Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε: «Αὐτός πού νομίζει ὅτι εἶναι καλά εἶναι ὁ χειρότερος, γιατί δέν θά πάει ποτέ στόν ἰατρό».
Ἡ ἀναζήτηση λοιπόν ἐναρέτων Γερόντων σήμερα μπορεῖ νά λάβει νοσηρές διαστάσεις καί ὁ Γέροντας νά νομισθεῖ γιά «γκουρού», «μάγος» ἤ «μέντιουμ». Χρειάζεται ἰδιαίτερα μεγάλη προσοχή καί ἀπό τίς δύο πλευρές.
Μοναχός Μωυσῆς  Ἁγιορείτης


Τετράδιο 127 * Αὔγουστος 2010

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014


Σημειώσεις γιὰ τὸ σχολεῖο
1. Ἕνα ρῆμα ποὺ εἶχε, ἀπροσδόκητα, πολὺ ὑψηλὰ ποσοστὰ χρήσης τὶς μέρες τῆς κρίσης τοῦ Δεκεμβρίου ἦταν τὸ ρῆμα «ἀφουγκράζομαι» καὶ ἡ προτρεπτικὴ ὑποτακτικὴ «νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὰ παιδιά». Νὰ σημαίνει κάτι ἄραγε τούτη ἡ λεξιλογικὴ καὶ συντακτικὴ ἐπιλογή; Νομίζω πὼς ὅσοι τὴν ἔκαναν ἐννοοῦσαν ἤ ὑπονοοῦσαν ὅτι τὰ παιδιὰ ἔχουν μέσα τους τὴν ἀλήθεια, εἴτε τὴν ἐκφράζουν καθαρὰ εἴτε τὴν ψελλίζουν ἀδέξια, καὶ ἂν στήσουμε προσεκτικὰ τὸ αὐτί μας θὰ τὴν ἀκούσουμε, θὰ τὴ συλλάβουμε.
Τὰ παιδιὰ τὰ ξέρουν ὅλα, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅπως ἔλεγε καὶ ἐκεῖνο τὸ δημοφιλὲς τραγουδάκι, καὶ δὲν ἀπομένει σέ μᾶς τοὺς ἐνήλικους παρὰ νὰ τὰ ἀκούσουμε μὲ προσοχή, δηλαδὴ νὰ τὰ ἀφουγκραστοῦμε. Ἐντέλει, τὰ παιδιὰ εἶναι ἀθῶα, τίμια, εἰλικρινῆ, σοφά. Ἂς ἐνωτισθοῦμε τὴ μυστικὴ φωνή τους.
Ἕνα ἄλλο ρῆμα ὡστόσο ποὺ δὲν ἀκούστηκε διόλου καὶ ποὺ θὰ ἀκούγεται στὸ ἑξῆς ὅλο καὶ λιγότερο, ἀνήκει σχεδὸν στὶς ἀπαγορευμένες λέξεις, εἶναι τὸ ρῆμα «διδάσκω». Ὅταν ὅμως μιά κοινωνία ἀφουγκράζεται τὰ παιδιὰ μὰ δὲν τὰ διδάσκει, σημαίνει ἁπλούστατα καὶ τραγικότατα ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ τοὺς πεῖ, δὲν ἔχει κάτι νὰ τοὺς παραδώσει.
Στὴ σχολικὴ γλώσσα ἡ διδασκαλία λέγεται σοφὰ καὶ παράδοση, τὸ «παραδίδω» εἶναι συνώνυμο τοῦ «διδάσκω». Αὐτὸ ἀκριβῶς ἄλλωστε σημαίνει διδάσκω : παραδίδω στοὺς μαθητὲς γνώσεις, ἀλήθειες, ἀξίες καί, κυρίως, τοὺς παραδίδω ἕναν κόσμο ὁλόκληρο, τὸν κόσμο ποὺ παρέλαβα ἀπὸ τοὺς πατέρες. Ἡ ἐκπαίδευση ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἴμαστε θνητοὶ καὶ πρέπει κάπου νὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο μας, πρέπει σὲ κάποιους νὰ τὸν παραδώσουμε καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσουμε νὰ τὸν παραλάβουν.
Ὁ Τζαὶμ Σεμπρούν (Jaime Semprun) στὸ βιβλίο του L'Abime se repeuple (1997) γράφει τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁ οἰκολόγος πολίτης ἰσχυρίζεται ὅτι θέτει τὸ πιὸ ἐνοχλητικὸ ἐρώτημα «ποιὸν κόσμο θὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας;» ἀποφεύγει νὰ θέσει ἕνα ἄλλο πραγματικὰ ἀνησυχητικὸ ἐρώτημα : «Σὲ τί εἴδους παιδιὰ θὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο;». Ὁ Jean-Claude Michea, στὸν ὁποῖο διαβάζω τὸ παράθεμα, θεωρεῖ πὼς «αὐτὸ εἶναι στὸ ἑξῆς τὸ ἐκπληκτικὸ ἐρώτημα». 
Ὅσο θὰ λιγοστεύουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς παράδοσης, καὶ θὰ πληθαίνουν οἱ ἀφουγκραστές, τόσο τὸ παραπάνω ἐρώτημα θὰ γίνεται ἐκπληκτικότερο καὶ ἡ ὑπονοούμενη ἀπάντηση θὰ ἔρχεται ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν πραγμάτωση.
Ἂν πάντως οἱ τρυφεροὶ ἀφουγκραστές εἶχαν πράγματι τὴν ἱκανότητα νὰ ἀφουγκραστοῦν, τότε ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἄκουγαν εἶναι πὼς τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ βροῦν στὸ πρόσωπο τοῦ δασκάλου (καὶ τοῦ ἐνηλίκου ἐν γένει) τὸν ὅμοιο καὶ τὸν ἀδελφό τους —τὸν ὑποκριτὴ δηλαδή, κατὰ τὸν ἀκροτελεύτιο προλογικὸ στίχο τοῦ Μπωντλαίρ— ἀλλὰ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὰ διδάξει μὲ γνώση καὶ κύρος, ἕναν ἄνθρωπο μὲ ὑπόσταση καὶ ὄχι ἀέρα, κάποιον δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο νὰ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ νὰ συγκρουστοῦν.
2. Εἰπώθηκε κατὰ κόρον ὅτι τὸ σχολεῖο εἶναι βαρετὸ καὶ πληκτικό. Πολλὰ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀναφύονται ἀπὸ αὐτὴ τὴ μομφή. Κατ΄ ἀρχάς τί ἀκριβῶς εἶναι πληκτικό, τὸ μάθημα, τὸ βιβλίο, ὁ δάσκαλος; Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὁ μαθητὴς βαριεστημένος καὶ ἀδιάφορος; Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ διδασκαλία, αἴφνης, τῆς Γραμματικῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει συναρπαστική; Εἶναι δυνατὸν κάθε μάθηση νὰ γίνει εὐχάριστη, σὰν παιχνίδι;
Ἔχω λοιπὸν τὴν ἐντύπωση, γιὰ νὰ μὴν πολλαπλασιάζω ἄσκοπα τὰ ἐρωτήματα, ὅτι ὅσοι προσάπτουν στὸ σχολεῖο τὴ μομφὴ αὐτὴ ἔχουν στὸ μυαλὸ τους κάτι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ ὑπάρχον: ἕνα σχολεῖο χωρὶς προσπάθεια, χωρὶς μόχθο, μία παιδεία χωρὶς παιδεμό. Ἁπλούστατα, δὲν γίνεται.
Θὰ ὑπάρχει πάντα ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ὄχι ἁπλῶς κόπου ἀλλὰ καὶ ἀπωθητικῆς ἀγγαρείας κατὰ τὴ μάθηση. Δὲν μπορεῖ κάθε μάθηση νὰ εἶναι σὲ ὅλες τὶς στιγμὲς της συναρπαστική. Οἱ μαθητὲς (καὶ οἱ γονεῖς τους) ἄλλωστε τὸ ξέρουν πολὺ καλὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποδέχονται, ὅταν πρόκειται γιὰ τὶς ξένες γλῶσσες, τὴ μουσικὴ ἤ τὸ χορὸ ποὺ μαθαίνουν ἐκτός τοῦ ὑποχρεωτικοῦ δημόσιου σχολείου. Ἔμαθε ποτὲ κανεὶς μιά ξένη γλώσσα χωρὶς κοπιαστικὴ ἀγγαρεία; Ἂν δὲν τὸ ἀποδέχονται ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ σχολικὸ πρόγραμμα, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν κρίση τῆς κοινωνικῆς λειτουργίας τοῦ σχολείου, οἱ ρίζες καὶ ἡ λύση τῆς ὁποίας ὅμως βρίσκονται ἔξω ἀπὸ αὐτό.
Δὲν ἔχω ἀσφαλῶς τίποτε ὑπὲρ τῆς πλήξεως, ἀλλὰ τὸ σχολεῖο λούνα-πὰρκ ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι στὸ μυαλό τους δὲν εἶναι σχολεῖο. Δὲν μπορεῖ ὅλα σὲ τούτη τὴ ζωὴ νὰ θέλουμε νὰ γίνουν ἕνα παιδικὸ πάρτι γενεθλίων. Τὸ σχολεῖο ἔχει παιδεμό.
Σταῦρος Ζουμπουλάκης

Τετράδιο 127 * Αὔγουστος 2010

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014



Πολλά δέ θέλει ὁ ἄνθρωπος
νά 'ν' ἥμερος νά 'ναι ἄκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση

κι ὅπου φωλιάσει καί σταθεῖ
κανείς νά μήν τοῦ φτάνει ἐκεῖ

Μά 'ρθαν ἀλλιῶς τά πράματα
τονε ξυπνᾶν χαράματα

τόν πᾶν τόν φέρνουν πίσω μπρός
τοῦ τρῶνε καί τό λίγο βιός

κι ἀπό τό στόμα τήν μπουκιά
πάνω στήν ὥρα τή γλυκιά

τοῦ τηνε παίρνουνε κι αὐτή
Χαρά στούς πού 'ναι οἱ Δυνατοί!

Χαρά στούς πού 'ναι οἱ Δυνατοί
γι' αὐτούς δέν ἔχει «ἐγώ» κι «ἐσύ»

Χαρά στούς πού 'ναι οἱ Δυνατοί
γι' αὐτούς δέν ἔχει χόρταση.


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τετράδιο 127 * Αὔγουστος 2010

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Διδαχές
- Τί νά κάνω μέ τά παιδιά μου, γέροντα, πού εἶναι δύσκολα; Μοῦ φωνάζουν, κοιτάζουν τά ἐπικίνδυνα προγράμματα τῆς τηλεόρασης καί ἐπηρεάζονται.
- Μόνο  ὁ Κύριος διορθώνει τήν κατάσταση. Θά λές: «Κύριε, σῶσε ἐμένα, διόρθωσέ με, καί φώτισε καί τά παιδιά μου νά εἶναι κοντά Σου». Καί ὁ Κύριος θά σέ ἀκούσει καί θά σοῦ δώσει ἐκεῖνο πού πρέπει.
- Μᾶς ἀκούει, ὅμως, ὁ Κύριος; Φτάνει ἡ φωνή μας ἐκεῖ;
- Δέν ξέρω... τόν περασμένο μήνα τόν πονοῦσαν τ' αὐτιά !
***
- Ἀπό ἐδῶ καί πέρα, δέν ἔχεις διανοηθεῖ τί θά δεῖς καί τί θά ἀκούσεις. Δέν ἔχουν ξαναγίνει ποτέ στόν κόσμο, εἶπε μιά μέρα τό καλοκαίρι τοῦ 2005.
- Στήν Ἑλλάδα θά συμβοῦν;
- Σέ ὅλον τόν κόσμο καί σ’ ἐμᾶς. Καί γιατί; Γιατί ἐμεῖς, λέει, εἴμαστε ὁ φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καταντήσαμε ἀπό τήν ἁμαρτία χειρότεροι ἀπό τούς ἄθεους.
***
Οἱ ἄμβωνες δέν φτιάνουν ἀνθρώπους! Γιατί, δυστυχῶς, δέν λέγεται ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά λέγεται, μέσα στόν Χριστιανικό Ναό. Κρύβεται ἡ ἀλήθεια ἀπό ἐμᾶς ὅλους τούς δασκάλους. Σᾶς τό λέω μέ πλήρη συνείδηση αὐτό.
Κρύβεται ἡ ἀλήθεια, δέν διδάσκεται ὁ ἑλληνικός λαός ὅπως πρέπει. Ἀλλοῦ τόν προσανατολίζουμε καί δέν τοῦ λέμε τήν ἀλήθεια, γιά νά συνέλθει ὁ ἑλληνικός λαός καί νά συνέλθουμε κι ἐμεῖς. Γιατί εἶναι τυφλωμένα τά πνεύματά μας, ἡ καρδιά μας εἶναι σκοτισμένη, δέν ἔχει Πνεῦμα Θεοῦ, γιά νά μεταδώσει καί στόν πλησίον, νά μεταδώσει εἰς τόν συνάνθρωπο Πνεῦμα Θεοῦ.
***
Πονῶ τούς παντρεμένους, διότι τίς θλίψεις πού περνοῦν δέν τίς περνοῦν οἱ μοναχοί. Τό καμίνι τῶν θλίψεων τῶν ἐγγάμων εἶναι μεγαλύτερο ἀπό αὐτό τῶν μοναχῶν.
***
Ἐμεῖς οἱ γονεῖς φταῖμε πού ὑποφέρουν τά παιδιά μας, γιατί δέν τά μαθαίνουμε νά ζοῦν χριστιανικά κι ἐπειδή οἱ γονεῖς δέν ζοῦν ὅπως πρέπει χριστιανικά...
***
Τά κομποσκοίνια νά εἶναι γιά προσευχή, ὄχι γιά φιγούρα, γιά νά τά βλέπει ὁ κόσμος!
***
Nά δεῖς ἕνα αὐτί πού κατεβάζει ὁ Θεός ἀπό τόν Οὐρανό καί ἀκούει τήν προσευχή σου, ὅταν δέν νοιάζεσαι γιά ὑλικά, ἀλλά παρακαλᾶς γιά σωτηρία ψυχῶν!...
***
Εἶναι καλύτερα στήν ἐποχή μας, νά ξέρεις λίγους καί νά μιλᾶς σέ λίγους... 
***
Δέν θά φεύγεις ποτέ ἀπ' τήν Ἐκκλησία, ἄν δέν ἀκούσεις τό "Δι' εὐχῶν", γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα εἶναι ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὁ Θεός μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέ τό "Δι' εὐχῶν" ἀνεβαίνουν στόν Οὐρανό. Θά τό ἀκούσεις, θά πάρεις ἀντίδωρο, καί τότε θά φύγεις...
***
Στόν Οὐρανό ἔχουν πάει ἑκατοντάδες χιλιάδες Χριστιανοί. Ἀλλά αὐτοί πού πῆγαν ἐκεῖ πέρα ἦταν παλικάρια, κράτησαν ἐδῶ καί πολέμησαν τόν σατανᾶ πρῶτα, πολέμησαν τά πάθη. Γιατί ἔχεις μέσα σου ἕνα σωρό κατσίκια. Καί ὕστερα λές: «Εἶμαι Χριστιανός». 
Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ εἶσαι Χριστιανός; 

Γέρων Ἀμβρόσιος, Ἡγούμενος Ἱ.Μ. Δαδίου


Τετράδιο 128 * Σεπτέμβριος 2010

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014


Ῥόδον τὸ ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα


Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας
Οἱ Ἕλληνες διά τῆς φιλοσοφίας ἔφθασαν εἰς τά ὑψηλότερα δυνατά ὅρια ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος καί διά τῆς γλώσ­σης παρουσίασαν τήν τελειοτέραν δυνατήν μορφήν ἐκφράσεως τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Τήν μορφήν ταύτην τῆς ἐκφράσεως προσέλα­βε καί ἐχρησιμοποίησε κατά πρόνοιαν Θεοῦ εἰς τήν Λατρείαν ἐπί δύο χιλιετίας ἡ Ἐκκλη­σία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Λειτουργία, ὡς τό κορυφαῖον μέσον ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεόν εἶναι φυσικόν νά ἔχη ὡς ἐκφραστικόν ὄργανον τήν κατά τό δυνατόν τελειωτέραν γλώσσαν.
Ἡ χρῆσις τοῦ τελειοτέρου ὑπάρχοντος γλωσσικοῦ ὀργάνου εἰς τάς λατρευτικάς συ­νάξεις βοηθᾶ τούς πιστούς νά διατηροῦν τήν αἴσθησιν τοῦ Τελείου καί συμβάλλει εἰς τήν πληρεστέραν δυνατήν κοινωνίαν μετ' αὐτοῦ. Ἡ ἐπί τοσοῦτον χρόνον χρησιμοποιηθεῖσα καί καθαγιασθεῖσα γλώσσα τῆς Θ. Λειτουρ­γίας, ἥτις δύναται νά χαρακτηρισθῆ καί ὡς κατηγόρημα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, εἶναι ἀδύνατον νά ἀντικατασταθῆ ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτῆς ταύτης τῆς λατρείας.
Διά τούς λόγους τούτους εἴμεθα κατηγο­ρηματικῶς πεπεισμένοι ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ χρῆσις τῆς παραδεδομένης Λειτουργικῆς γλώσσης ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ἀκολουθίαις. Οὐδόλως ὑπάρχει ἀνάγκη ἀντικαταστά­σεως αὐτῆς ὑπό τῆς γλώσσης τῆς καθ' ἡμέραν ζωῆς, πράγμα ὅπερ ἀναποφεύκτως θά καταβιβάση τό πνευματικόν ἐπίπεδον καί θά προξενήση οὕτως ἀνυπολόγιστον ζημίαν. Εἶναι ἄτοποι οἱ ἰσχυρισμοί περί τοῦ δῆθεν ἀκατανοήτου διά πολλούς συγχρόνους ἀνθρώ­πους τῆς παλαιᾶς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης, μάλιστα δέ δι' ἀνθρώπους ἐγγραμμάτους καί πεπαιδευμένους εἰσέτι. Δι' αὐτούς ἡ ἐκμάθησις μικροῦ ἀριθμοῦ λέξεων αἵτινες δέν εἶναι ἐν χρήσει εἰς τήν καθ' ἡμέραν ζωήν εἶναι ὑπόθεσις ὀλίγων ὡρῶν. Πάντες ἀνεξαι­ρέτως καταβάλλουν τεραστίας προσπαθείας διά τήν ἀφομοίωσιν πολυπλόκων ὁρολογιῶν διαφόρων τομέων τῆς ἐπιστημονικῆς ἤ τῆς τεχνικῆς γνώσεως, τῆς πολιτικῆς, τῆς νομικῆς καί τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, γλώσσης φιλοσοφικῆς ἤ ποιητικῆς κ.α.. Διατί λοιπόν ἀναγκάζομεν τήν Ἐκκλησίαν νά ἀπολέση γλώσσαν ἀπαραίτητον διά τήν ἔκφρασιν ὑψίστων μορφῶν τῆς θεολογίας καί τῶν πνευματικῶν βιωμάτων;
Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ


Τετράδιο 128 * Σεπτέμβριος 2010

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014


Κρίση καί ἀκρισία
-Ποιό εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς χώρας μας, τό ὁποῖο θά μποροῦσε ἴσως νά θεωρηθεῖ ἡ βασική αἰτία τῆς γενικότερης καί κοινῶς ἀναγνωριζόμενης κοινωνικῆς παθογένειας σήμερα καί ποιά ἡ προτεινόμενη λύση του;
-Ὑπό ἄλλες συνθῆκες θά σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ «ἀπαιδία», ὅπως τή λέγει ὁ Πολύβιος. Ἡ ὑπογεννητικότητα. Διότι οἱ ἀρχοντοχωριάτες (μέ δανεικά παρακαλῶ!) κατά ταυτότητα Ἕλληνες προτιμοῦν ν’ ἀνατρέφουν σκυλιά καί ὄχι παιδιά. Ἄν ἤμουν ὑποκριτής θά σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ φερόμενη (ἔτσι δέ λέμε τώρα;) οἰκονομική κρίση. Ἀλλά μιά κρίση δέν κάνει κακό. Ἡ ἀκρισία, πού μᾶς ἔδερνε τόσον καιρό, ἦταν τό μεγάλο κακό. Ἡ κρίση μπορεῖ νά μᾶς κάνει καλό: νά «μάσουμε» ὄχι μόνο τά λεφτά ἀλλά κυρίως τά … μυαλά μας. Τήν μόνη λύση πού ἐδῶ καί δύο χρόνια προτείνω μέ τήν ἀρθρογραφία μου εἶναι ἡ προτροπή τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου: Laboremus (=ἄς ἐργαζόμαστε) καί ὄχι τό … ξαπλαρέμους.
-Πῶς πρέπει νά σταθεῖ ἡ Ἑλλάδα ἀπέναντι στήν πρόκληση τῆς ἐποχῆς μας; Πῶς μπορεῖ νά παίξει κάποιο ρόλο;
-Ἡ Ἑλλάς, ὡς ἔννοια πνευματική καί ἠθική, ναί. Οἱ φερόμενοι τώρα ὡς Ἕλληνες ὄχι. Ἐκτός πιά κι ἄν ἐπιτραπεῖ στήν Ἑλλάδα νά ἐπιστρέψει στόν τόπο της. Τό νά λές πώς εἶσαι Ἕλληνας σήμερα στήν Ἑλλάδα κάνει κακό στήν ὑγεία καί στή σταδιοδρομία. Δέν διαπρέπουν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα ἀλλά τοῦ Ἐφιάλτη καί τοῦ Νενέκου. Ὡστόσο, ἡ ἀνθρωπότητα πού διαρκῶς βουλιάζει μέσα στό τέλμα μιᾶς προόδου πού δίνει τήν αἴσθηση καί τό ἄρωμα τοῦ βόθρου, θά αἰσθανθεῖ κάποια στιγμή τήν ἀνάγκη μιᾶς ὑγιοῦς ἀναπνοῆς. Ὅπως τά χρόνια τῆς Ἀναγεννήσεως (ἀλλά καί μετά) ἰδανικό πρότυπο ἔγινε ὁ Ἕλληνας Ἄνθρωπος, τό ἴδιο θά συμβεῖ καί στά προσεχῆ χρόνια. Θά ξαναρχίσει διεθνῶς (στήν Κίνα ἄρχισε πυρετωδῶς) ἡ σπουδή τῆς ἀρχαίας μας γλώσσας, πού, ὅπως ἔγραψε παλιά ὁ Wilhelm Schultze, εἶναι «ἡ ἀνώτερη ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπινου γλωσσοπλαστικοῦ δαιμονίου».
Τότε ὑπάρχει ἐλπίδα νά ὑψωθεῖ καί τοῦτος ὁ ἀσπόνδυλος, σάν μαλάκιο λαός, σέ ἔθνος. Διότι, ὅπως σωστά λένε οἱ Γερμανοί, πού μᾶς φόρεσαν τό καπίστρι τῆς «Τρόικας», τό ἔθνος εἶναι ἡ γλώσσα. Ἡ κατάπτωσή μας ἄρχισε ἀπό τήν κατάπτωση τῆς γλώσσας μας. Ἔτσι ἐγίναμε, ὅπως λέει ὁ Μακρυγιάννης, «παλιόψαθα τῶν Ἐθνῶν». Ἀλλ’ ἄν θαύματα γίνονταν καί στό παρελθόν, γιατί νά μή γίνουν καί στό μέλλον; Οἱ πραγματικά θρησκεύοντες προσδοκοῦν «ἀνάστασιν νεκρῶν». Ἐγώ, πιό ὀλιγαρκής, προσδοκῶ τήν ἀνάσταση τοῦ φιλοτίμου μας. Κι ἄν εἶναι νά πεθαίνουμε, νά πεθαίνουμε γιά ἕνα φιλότιμο … Ἄμποτες!.
Σαράντος Καργάκος

Συνέντευξη στήν ἐφημερίδα Ἔρευνα στίς 26.9.2010

Τετράδιο 128 * Ὀκτώβριος 2010

Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον

Καλαμάτα, 1961

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014


Ὁ γερο Χαράλαμπος ὁ «Κομποσχοινᾶς»
Γνωρίσαμε τόν γερο Χαράλαμπο τόν «Κομποσχοινᾶ», ὅπως τόν ἔλεγαν ὅλοι στό Ὄρος, τή δεκαετία τοῦ ’90. Ψηλός καί λίγο καμπουριαστός γέροντας -λεβεντόγερος! - καί πάντα χαμογελαστός... Ὅποτε καί νά τόν ἔβλεπες κομποσχοίνι ἔπλεκε! Εἴτε μέρα εἴτε νύχτα! Εἶχε τόσο ἐξασκηθεῖ πού δέν χρειαζόταν νά κοιτᾶ γιά νά τραβήξει τά κορδονάκια κατά τό πλέξιμο τοῦ κομποσχοινιοῦ· ὅσοι ξέρουν νά πλέκουν καταλαβαίνουν τί δύσκολο πού εἶναι... Λίγες οἱ κουβέντες του, συνήθως ἀμίλητος. Μετρημένος καί προσεκτικός, ποτέ δέν νομίζω νά μάλωσε ἤ νά προσέβαλε κανέναν. Ἐκεῖνο πού τόν χαρακτήριζε πάντως ἦταν ἡ ὑπερβολική ἁπλότητα! Μά τόσο ἁπλός πού ἔλεγες μήπως σέ...κοροϊδεύει!
Μιά μέρα πήγαμε στό κελλί του νά τόν ἐπισκεφθοῦμε μέ ἕναν ἄλλον ἀδελφό. Κατεβήκαμε ἕνα δρομάκι στριφτό καί ξάφνου ἀκούσαμε τή χαρακτηριστική φωνή του: «Σιγά μή μοῦ χαλάσετε τόν κῆπο!» Κοίταξα δεξιά–ἀριστερά....ποῦ εἶναι ὁ κῆπος; Καί κατάλαβα! Μέσα στό μονοπάτι εἶχε ρίξει ὁ εὐλογημένος κουκιά τά ὁποῖα -παραδόξως- φύτρωσαν καί εἶχαν βγεῖ κάτι...χαμένα κουκάκια, πού οὔτε τά ’βλεπες. Ὁ...κῆπος! Τά ἔτρωγε δέ πάντα ὠμά. Ὅταν φτάσαμε στό κελλί του ψάξαμε νά τόν βροῦμε. Καλά, ἀπό ποῦ ἦρθε ἡ φωνή του; Τελικά τόν ἀνακαλύψαμε μέσα σέ μιά τρύπα στή γῆ πού εἶχε σκάψει καί ξάπλωνε μέ τά πόδια λίγο ψηλότερα γιατί εἶχε φλεβίτη, πλέκοντας βέβαια πάντα κομποσχοίνι.
-Τί κάνεις ἐδῶ Γέροντα;
-Ἔ, νά, κάθομαι ἐδῶ πού ἔχει δροσιά....Καλώς ἤλθατε! Νά σᾶς κεράσω....
Σηκώθηκε μέ δυσκολία καί μπῆκε στό καλύβι του. Μετά ἀπό λίγο γύρισε κρατώντας ἕνα ἄθλιο πλαστικό μπώλ μέ κάτι λουκούμια πού, ὅπως συμπέρανα σέ λίγο πού προσπάθησα νά δαγκώσω ἕνα, πρέπει νά τά εἶχε ἀρκετές...δεκαετίες.
-Ὡραῖα! Τώρα νεράκι...
Μπῆκε πάλι μέσα καί γύρισε κρατώντας κάτι κονσερβοκούτια ἀπό καλαμάρια πού παλαιά μᾶς ἔδιναν «τράνζιτα» (ἀφορολόγητα) καί τά λέγαμε «Πορτόλες» γιατί ἡ μάρκα λεγόταν «Πορτόλα». Στό πλάι τοῦ καλυβιοῦ του ὑπῆρχε ἕνα λάστιχο, τό ξεβίδωσε στήν ἕνωση καί ἔτρεξε νερό. Ξέπλυνε τά κονσερβοκουτάκια καί ἔβαλε φρέσκο νεράκι νά μᾶς κεράσει.
-Ὁρίστε! Καλώς ἤλθατε πατέρες μου!
Κοίταξα μιά τό κουτάκι καί μιά τόν ἀδελφό πού πήγαμε μαζί...Μέσα στό κουτάκι ὑπῆρχε ἕνα στρῶμα ἀκαθορίστου χρώματος στόν πᾶτο καί τά τοιχώματα μέχρι ἕνα ὕψος... Ὁ ἀδελφός χαμογέλασε καί τό ἤπιε λέγοντας «τό κέρασμα τῆς ἐρήμου εὐλογημένε!». Ἐγώ δέν τά κατάφερα, τό ὁμολογῶ! Τό ἔχυσα δίπλα μέ τρόπο... Πῶς ζοῦσε ἐκεῖ ὁ εὐλογημένος, γέρος ἄνθρωπος... Μέσα τό καλυβάκι του δέν εἶχε σκεπή παρά μόνο στήν μία πλευρά, ἡ ἄλλη πλευρά ἦταν ἐκτεθειμένη στή βροχή.
-Καλά, τί κάνεις γέροντα ὅταν βρέχει;
-Εὐλογημένε, τό ἔχω τό κρεβάτι μου ἀπό τήν ἄλλη μεριά, δέν βλέπεις;
Τό καλούμενο «κρεβάτι», ἕνα ξύλινο κατασκεύασμα στο ταβάνι σχεδόν κολλητό, γιά νά τό πιάνει ἡ ζέστη, ὅπως ἔλεγε ὁ καλοκάγαθος γέρων. Ὅσο γιά ζέστη... μιά σόμπα μικροῦ μεγέθους πού γέμιζε ἀπό πάνω. Γιά νά βάλει τά μεγάλα ξύλα μέσα τά σκέπαζε μέ ἕναν...γκαζοντενεκέ γιά νά μεγαλώσει ὁ χῶρος τῆς σόμπας! Ἔλεγες βέβαια καλύτερα πού δέν ἔχει σκεπή τό καλύβι γιατί σίγουρα θά εἶχε σκάσει ἀπό τούς καπνούς ὁ γερο Χαράλαμπος...
Τό γοῦστο εἶναι πού ἦταν καί ἐφευρετικός ἀλλά καί πρωτοπορειακός! Ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀγόρασε ἀλυσοπρίονο στό Ὄρος. Καί ἐπειδή τοῦ εἶπαν νά προσέχει μήπως βρεῖ ἡ ἀλυσίδα καί τιναχθεῖ καί τόν κόψει τί μηχανεύθηκε; Ἔπιασε καί φόρεσε στά χέρια καί τά πόδια του μπουριά ἀπό σόμπες καί δυό φύλλα λαμαρίνας στό στῆθος καί τήν πλάτη. Σάν τόν Ρόμποκοπ ἦταν!
Ὅταν ἔμενε στήν Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στό Κυριακό γιά τήν λειτουργία τῆς Κυριακῆς. Παλιά δέν ἄναβαν σόμπες στούς Ναούς στό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτός ὁ καϋμένος κρύωνε καί ἐπειδή δέν ἄντεχε τόσες ὧρες, τυλιγόταν πάνω ἀπό τό ράσο μέ μια κουβέρτα, χωρίς νά ἐνδιαφέρεται πού τόν ἔβλεπαν οἱ ἄλλοι μοναχοί καί προσκυνητές, μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ βγάλουν τό παρατσοῦκλι «Ἀββᾶς Σινδόνιος».
Ἡ πιό ἀξιομνημόνευτη ὅμως ἱστορία του ἦταν ὅταν τοῦ ζήτησε ἕνας μοναχός τό κελλί πού εἶχε καί ἔμενε δίπλα στό Πρωτᾶτο, στίς Καρυές. Ἀμέσως δέχθηκε νά τοῦ τό δώσει ἐνῶ ἦταν ἤδη γέρος καί ὅδευε στά ὀγδόντα. Τοῦ τό παρέδωσε καί πῆγε νά μείνει σέ ἕνα ἀπομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στήν ἕρημο τῆς Καψάλας. Ἕνα πρωϊνό στήν πλατεία τῶν Καρυῶν ἀκούστηκε ἕνας παρατεταμένος θόρυβος σάν νά κυλοῦσαν ντετζερέδες... Βγαίνουν ἔξω ἀπό τά καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες καί προσκυνητές καί τί νά δοῦν! Ὁ γερο Χαράλαμπος, ἀπαθέστατος, ἔπλεκε κομποσχοίνι, ἔχοντας δέσει στήν μέση του ἕνα σχοινί πού τραβοῦσε πίσω του ὅλη του τήν πραμάτεια! Μιά κατσαρόλα, πιό πίσω ἕνα μπρίκι, μετά τό κουτί μέ τίς χάντρες γιά τά κομποσχοίνια, ἕνα σκαλιστήρι καί πάει λέγοντας...

Ὅσα χρήματα ἔβγαζε ἀπό τά κομποσχοίνια συνήθως τά μοίραζε, εἴτε σέ μοναχούς πού δυσκολεύονταν εἴτε στά παιδάκια τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς... Ἀπό τήν πολλή του ἁπλότητα παρεσύρθη κάποτε καί ἀκολούθησε τούς ζηλωτές ἀλλά κατάλαβε τό λάθος του καί ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία. Στό τέλος τῆς ζωῆς του γηροκομήθηκε ἀπό τούς καλούς πατέρες τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, ἀπό ὅπου καί ἀνεχώρησε γιά τόν οὐρανό τό 1998. Χάσαμε ἕναν παλαιό Ἁγιορείτη, γνήσιο ἐκφραστή τῆς Ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως τοῦ «λάθε βιώσας». Ἄγνωστος μεταξύ πάντων, μέ χαρά καί χαμόγελο βίωνε τήν ἁπλότητα τῆς ἄλλης βιοτῆς... Νἄχουμε τήν εὐχή του...

Τετράδιο 129 * Νοέμβριος 2010

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014


Οὐ γὰρ ὠλιγώρουν τῶν κοινῶν, οὐδ’ ἀπέλαυον ὡς ἰδίων
Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρόσφεραν πάρα πολλὲς ὑπηρεσίες καὶ ἀξίζουν κάθε ἔπαινο αὐτοὶ ποὺ ριψοκινδύνεψαν στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς μάχης προτάσσοντας τὰ στήθη τους γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι ὅμως σωστὸ νὰ ξεχνοῦμε κι αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπ' αὐτὸν τὸν πόλεμο καὶ κατεῖχαν τὴν ἐξουσία στὴν κάθε μία ἀπ' αὐτὲς τὶς δυὸ πόλεις· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἦταν ποὺ προγύμνασαν τοὺς μεταγενέστερους, ὁδήγησαν τὸν λαὸ στὴν ἀρετὴ καὶ δημιούργησαν φοβεροὺς ἀνταγωνιστὲς τῶν βαρβάρων. 
Διότι δὲν ἔδειχναν ἀδιαφορία γιὰ τὰ δημόσια πράγματα, οὔτε τὰ ἐκμεταλλεύονταν σὰ νὰ 'ταν δικά τους οὔτε τὰ παραμελοῦσαν σὰ νὰ 'ταν ξένα, ἀλλὰ τὰ πονοῦσαν σὰν δικά τους καὶ δὲν τ' ἄγγιζαν, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι σωστὸ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκουν. Οὔτε μετροῦσαν τὴν εὐτυχία μὲ τὸ χρῆμα, ἀλλὰ ἀντίθετα νόμιζαν ὅτι τὸν πιὸ σίγουρο καὶ ὡραῖο πλοῦτο ἔχει ἐκεῖνος ποὺ κάνει πράξεις ἀπ' τὶς ὁποῖες κι αὐτὸς πρόκειται νὰ ἀποκτήση ἐξαιρετικὴ φήμη καὶ στὰ παιδιά του νὰ κληρονομήση πολὺ μεγάλη δόξα.
Οὔτε συναγωνίζονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὸ θράσος οὔτε ἐπέβαλλαν στοὺς ἄλλους τὰ τολμήματά τους, ἀλλὰ ἀντίθετα νόμιζαν πὼς εἶναι πιὸ φοβερὸ νὰ τοὺς κατακρίνουν οἱ συμπολίτες τους ἀπ' τὸ νὰ πεθάνουν μὲ δόξα γιὰ τὴν πατρίδα τους κι ἔνοιωθαν περισσότερη ντροπὴ γιὰ τὰ σφάλματα πάνω στὶς δημόσιες ὑποθέσεις ἀπ' ὅ,τι ντρεπόμαστε σήμερα γιὰ τὰ προσωπικά μας παραπτώματα.
Αἰτία αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων ἦταν τὸ ὅτι πρόσεχαν πῶς νὰ ἐφαρμόζωνται πιστὰ καὶ μὲ ἀκρίβεια οἱ νόμοι, ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ ἀναφέρονταν στὶς ἰδιωτικές τους συναλλαγές, ὅσο αὐτοὶ ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν καθημερινή τους διαγωγή· γιατί γνώριζαν καλὰ ὅτι οἱ καλοὶ καὶ ἐνάρετοι ἄνθρωποι καθόλου δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς γραπτοὺς νόμους, ἀλλὰ μὲ λίγες συμφωνίες μποροῦν νὰ συμβιβαστοῦν εὔκολα καὶ γιὰ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ γιὰ τὰ δημόσια ζητήματα. 
Ἦταν μάλιστα τόση ἡ ἀφοσίωση στὸ κοινὸ συμφέρον, ὥστε καὶ οἱ πολιτικοί τους ἀνταγωνισμοὶ δὲν ἀφοροῦσαν τὸ ποιὸ ἀπ' τὰ δυὸ κόμματα θὰ ἐξοντώση τοὺς ἀντιπάλους του καὶ θὰ κυριαρχήση πάνω στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ποιοὶ πρῶτοι θὰ προσφέρουν κάποια ὑπηρεσία στὴν πόλη. Καὶ σχημάτιζαν τὰ κόμματα ὄχι γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν προσωπικὰ τους συμφέροντα, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν λαό. 
Ἰσοκράτους Πανηγυρικός


Τετράδιο 129 * Νοέμβριος 2010