Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ
Καλεῖται ὁ ἄνθρωπος τακτικά νά πλησιάζει τὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Ἡ καλύτερη καὶ ἁγιώτερη πρόσκληση… «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» λέει ὁ ἱερεύς, ὄχι «ἀπέλθετε»!.. Παίρνουμε Χριστό Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστημένο. Καὶ τότε ὅλα τὰ δύσκολα σημεῖα δὲν ἔχουν καμιά θέση στὴ ζωή μας… Ἀκτινοβολοῦμε καὶ μοσχοβολᾶμε ἀπό ζωή Χριστοῦ. Καὶ ἀπολαμβάνουμε τὴ χαρά τοῦ Οὐρανοῦ ἀπό ἐδῶ, γιατί «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν».
«Εἶμαι πολύ ἄρρωστος, Κύριε, νά λέει, δέξαι με, ὡς βαριά ἄρρωστο, ὡς ἑτοιμοθάνατο». “Ἔτσι πρέπει νά πιστεύει ὅταν πλησιάζει τὸ Ποτήριον τῆς Ζωῆς. Καὶ ἔχει ἀνάγκη, πολλή ἀνάγκη νὰ πάρει Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, γιὰ νὰ δυναμώσει τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ νὰ νικήσει τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ νὰ ἀγωνισθεῖ καλύτερα.

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Κύριε, εἶσαι κρυμμένος
Κύριε,
εἶσαι κρυμμένος
πίσω ἀπὸ τόσα αἰνίγματα,
ἴσκιους,
σκοτεινὲς παραβολὲς
- πῶς να σε βρω;

Ὅμως
εἶναι στιγμὲς
ποὺ σὲ ἀναγνωρίζω:
μιὰ ξαφνικὴ ἀφθονία
στὴν καρδιά μου
σὲ προδίνει.

Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017


Ὅλα εἶναι πνευματικὰ προβλήματα
Ἕνας ἀκόμη σύγχρονος Στάρετς, ὁ Στάρετς Σέργιος, συμφωνεῖ μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καὶ τοῦ Γέροντος Παϊσίου: «Στὴ βάση τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν», παρατηρεῖ, «βρίσκεται ἡ ὑπερηφάνεια. Θεμέλιο τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν εἶναι ἡ θεώρηση τοῦ ἑαυτοῦ μας ὡς κέντρου τῶν πραγμάτων. Ὅλοι οἱ ψυχικὰ ἀσθενεῖς ἔχουν ὡς κέντρο τὸν ἑαυτό τους».
Ἐδῶ ὁ Γέροντας ταυτίζεται πλήρως μὲ τὸν Γέροντα Πορφύριο, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἐγωισμὸ ὡς αἰτία τῆς κατάθλιψης. Καὶ συνεχίζει: «Αὐτό, βεβαίως, δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ἴδιοι εἶναι ὑπεύθυνοι για τὴν ἀσθένειά τους. Ἡ ὑπερηφάνεια, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα πάθη, ἔχουν σὲ κάθε ἄτομο ποικίλες προελεύσεις: τὴν προσωπικὴ βούληση, ἀλλὰ καὶ τὴν κληρονομικότητα, τὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον, τὴν κοινωνία, τὶς προσωπικὲς σχέσεις καὶ τὴν ἱστορία τοῦ καθενός. Κάθε πνευματικὸς Πατέρας πρέπει να εἶναι ταυτόχρονα καὶ ψυχίατρος. Κάθε ψυχικὴ ἀσθένεια ἔχει στὴν βάση της πνευματικὰ προβλήματα». Καὶ ἐδῶ ὁ Γέροντας Σέργιος ταυτίζεται μὲ τὸν Γέροντα Πορφύριο, ποὺ διδάσκει ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ λεγόμενα «ψυχολογικὰ» κρύβονται πνευματικὰ προβλήματα καὶ δαιμόνια.
«Ἡ πνευματικότητα», παρατηρεῖ ὁ Στάρετς Σέργιος, «καλύπτει καὶ περιλαμβάνει τὰ πάντα. Ἑπομένως, μία πνευματικὴ πράξη μπορεῖ να θεραπεύσει». Ἐδῶ ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ σ’ αὐτοὺς ποὺ λένε ὅτι (τάχα) χρειάζεται Πνευματικὸς γιὰ τὰ πνευματικὰ καὶ ψυχολόγος-ψυχίατρος γιὰ τὰ ψυχολογικὰ προβλήματα. Ὅλα εἶναι πνευματικὰ προβλήματα καὶ χρήζουν τὴν Θεία Χάρη γιὰ νὰ θεραπευθοῦν.
«Ὁ ψυχίατρος ποὺ δὲν εἶναι πνευματικὸς ἄνθρωπος», σημειώνει εὔστοχα ὁ Γέροντας Σέργιος, «μπορεῖ νὰ ἀνακουφίσει τὸν ἀσθενῆ, νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ξαναβρεῖ τὸν ἑαυτό του, νὰ βελτιώσει τὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ κατὰ βάθος τὸν ἀφήνει ἄδειο, γιατὶ δὲν τοῦ λέει πῶς νὰ βρεῖ ἕνα νόημα στὴν ὕπαρξή του. Κάτι πού, ἀντιθέτως, κάνει ὁ πνευματικὸς Πατέρας». Νὰ ἡ τεράστια διαφορὰ προσφορᾶς τῶν μὲν ἀπὸ τοὺς δέ. Ἡ «ἀπουσία νοήματος ζωῆς» εἶναι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα στὸν σημερινὸ σύγχρονο «πολιτισμένο» ἄνθρωπο.
Ἡ θεραπεία ἐπίσης ἀπὸ τοὺς ψυχιάτρους δὲν γίνεται στὸ βάθος ἀλλὰ στὴν ἐπιφάνεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης· εἶναι μία θεραπεία κυρίως στὴν συμπεριφορὰ καὶ ὄχι στὸ «εἶναι», στὴν οὐσία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.
Οἱ ψυχίατροι καὶ οἱ ψυχολόγοι ἀγνοοῦν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ ἐν πολλοῖς ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξή της. «Ἀντίθετα μὲ ὅ,τι ἰσχυρίζεται ὁ Φρόυντ», ὑπογραμμίζει ὁ Στάρετς, «ἡ βάση τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν δεν εἶναι ἡ σεξουαλικότητα, ἀλλὰ ἡ ὑπερηφάνεια». Ἡ νόσος τοῦ διαβόλου (ἡ ἀλαζονεία-ὑπερηφάνεια) εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀρρωσταίνει καὶ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.
«Ἡ ὑπερηφάνεια», ὅπως παρατηρεῖ ὁ π. Παΐσιος, «γεννᾶ τὸν ἐγωισμό». Ὁ διάβολος, μπαίνοντας στὴν ὑπερήφανη-ἐγωκεντρικὴ ψυχή, τὴν γεμίζει μὲ λύπη, κόπωση καὶ ἀπόγνωση.
Κάποιος ρώτησε τὸν Γέροντα Παΐσιο σχετικὰ μὲ τὴν στενοχώρια ποὺ τοῦ ἐρχόταν γιὰ τὶς πτώσεις του:
–Γέροντα, κάμπτομαι ἀπὸ τὴν στενοχώρια γιὰ τὶς πτώσεις μου καὶ κουράζομαι στὸν ἀγώνα μου.
– Ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ εἶναι. Ἐπειδὴ δὲν «κάμπτεις», γι’ αὐτὸ ἀποκάμνεις μετά. Δὲν ὑπάρχει ταπείνωση, μετάνοια, συντριβή· ὑπάρχει ἐγωισμὸς καὶ ὁ ἐγωισμὸς πάντα φέρνει λύπη καὶ ἄγχος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μετάνοια, ἀλλὰ στενοχωριέται ἀπὸ ἐγωισμό, ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, ἐπειδὴ ξέπεσε στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τότε ὑπάρχει μέσα του ἀγωνία, φαρμάκι, πόνος.
Ὁ καταθλιπτικὸς ἄνθρωπος βιώνει ἀκριβῶς τὴν λύπη, τὸ φαρμάκι, τὸν πόνο, διότι δὲν «κάμπτει», δὲν ταπεινώνεται, δὲν μετανοεῖ, ἀλλὰ στενοχωριέται, ἐξ αἰτίας τοῦ πληγωμένου του ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπαρέσκειας.
Πολλὲς φορὲς ἡ ὑπερβολικὴ στενοχώρια γιὰ τὰ πάθη καὶ τὶς πτώσεις μας ὑποκρύπτει μία αὐτονομημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ προσπάθεια ἠθικῆς βελτίωσής μας καὶ ἕναν μεγάλο ἐγωισμό.

Ὁ στάρετς Μακάριος ἔγραφε σὲ ἕνα προφανῶς καταθλιπτικὸ πρόσωπο: «Λὲς ὅτι ἡ ἀδυναμία σου νὰ ἀντισταθεῖς στὸν πειρασμό, ἡ βραδύτητά σου νὰ νικήσεις τὰ πάθη σου καὶ ἡ γενικὴ ἠθικὴ ἀδυναμία σου σὲ πιέζουν πολύ, πράγμα ποὺ ἁπλὰ ἀποδεικνύει ὅτι στηρίζεις τὴν σωτηρία σου στὶς δικές σου δυνάμεις… Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴν ταπείνωση, παρὰ μόνο ἂν ἀντικρίζουμε συνεχῶς τὸν ἑαυτό μας ὅπως πραγματικὰ εἶναι – ὁ χειρότερος τῶν ἁμαρτωλῶν». Ἡ Ρωσία τῶν στάρετς τοῦ 19ου αἰώνα ἦταν ἀρκετὰ ἐξοικειωμένη μὲ τὴν κατάθλιψη... Ἡ κατάθλιψη θεωρεῖτο σύμπτωμα τῆς ὑπερηφάνειας, καὶ ἡ θεραπεία της ἦταν ἡ ταπείνωση.

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017


Βράδυ
Οἱ γιαγιάδες, μπρὸς στὶς θύρες καθιστές,
μοιάζουν ἥσκιοι, ὅσο σιμώνει ἀργὰ τὸ βράδυ
τὰ παιδιὰ φωνάζουν μέσα στὶς αὐλὲς
καὶ τὸ μάγγανο ὅλο τρίζει στὸ πηγάδι.
Ἡ βοδάμαξα βογγᾶ κι ἀργοπερνᾶ
φορτωμένη ἕνα σωστὸ βουνὸ δεμάτια
καὶ παραπατοῦν τὰ βόδια της τὰ ὀκνὰ
μὲ τὰ ὁλόμαυρα τὰ κουρασμένα μάτια.
Τὰ φορτώματα, ἀπὸ ξύλα καὶ κλαριά,
ἕνα ὁλόκληρο, περνοῦνε, καραβάνι,
καὶ μιὰ βέργα ἀπὸ κομμένη λυγαριὰ
στῆς γιαγιᾶς τὸ μαῦρο σκάλωσε φουστάνι.
Πῆρε βράδυ. Λιγοστεύουν οἱ φωνὲς
καὶ τὸ μάγγανο σωπαίνει στὸ πηγάδι
κι οἱ γιαγιάδες πιὰ σηκώνονται σκυφτὲς
καὶ στὸ λύχνο πᾶν νὰ σιάξουνε τὸ λάδι.

Μιχάλης Στασινόπουλος

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017


Εἶναι μιὰ γλῶσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματικὴ
Πῆρε νὰ χειμωνιάζει. Πλήθυναν οἱ ἄδειες καρέκλες γύρω μου. Ἔχω πιάσει γωνιὰ καὶ πίνω καφέδες, φουμέρνοντας ἀντικρὺ στὸ πέλαγος. Θὰ μποροῦσα νὰ περάσω ἔτσι μιὰ ζωὴ ὁλόκληρη, ἂν δὲν τὴν ἔχω κιόλας περάσει.
Ἀνάμεσα σὲ μιὰ παλιὰ ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη ἀπ᾿ τὸν ἥλιο κι ἕνα κλωναράκι γιασεμιοῦ τρεμάμενο πού, ἔτσι καὶ συμβεῖ νὰ μοῦ λείψουν μιὰ μέρα, ἡ ἀνθρωπότητα ὅλη θὰ μοῦ φαίνεται ἄχρηστη. Σχεδὸν σοβαρολογῶ. Ἐπειδὴ ἐδῶ δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ τὴ φύση, ποὺ αὐτήν, πιστεύω, εἶναι πιὸ σημαντικὸ νὰ τὴ διαλογίζεσαι παρὰ νὰ τὴ βιώνεις, οὔτε κἂν γιὰ τὴν παράδοση. Πρόκειται γιὰ τὴ βαθύτερη ἐκείνη δύναμη τῶν ἀναλογιῶν ποὺ συνέχει τὰ παραμικρὰ μὲ τὰ σπουδαῖα ἢ τὰ καίρια μὲ τὰ ἀσήμαντα, καὶ διαμορφώνει κάτω ἀπὸ τὴν κατατεμαχισμένη τῶν φαινομένων ἐπιφάνεια, ἕνα πιὸ στερεὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι μου - παραλίγο νὰ πῶ ἡ ψυχή μου.
Μέσα σ᾿ ἕνα τέτοιο πνεῦμα εἶχα κινηθεῖ ἄλλοτε, ὅταν ἔλεγα ὅτι ἕνα τοπίο δὲν εἶναι ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται μερικοὶ κάποιο, ἁπλῶς, σύνολο γῆς, φυτῶν καὶ ὑδάτων. Εἶναι ἡ προβολὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στὴν ὕλη. Θέλω νὰ πιστεύω - καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἄγωνά της μὲ τὴ γνώση - ὅτι ὅπως καὶ νὰ τὰ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε του Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μίαν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεῖα, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη δὲν εἶναι παρά, ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σε μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.
Εἶναι μιὰ γλῶσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματική, ποὺ τὴν ἔφκιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ δὲν ἐπήγαινε ἀκόμη σχολεῖο. Καὶ τὴν τήρησε μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὸν ἀφανίσαμε. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τὰ κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τὴν ἴδια του τὴν ὑπόσταση, τὸν κοινωνικοποιήσαμε, τὸν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, ποὺ μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπὸ κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω. Δὲν ἀναφέρομαι σὲ καμιὰ χαμένη γραφικότητα. Οὔτε θυμᾶμαι νὰ ᾿χω ζήσει σὲ καμιὰ καλὴ ἐποχὴ γιὰ νὰ τὴ νοσταλγῶ. Ἁπλῶς, δὲν ἀνέχομαι τὶς ἀνορθογραφίες. Μὲ ταράζουν. Νιώθω σὰν ν᾿ ἀνακατώνονται τὰ γράμματα στὸ ἴδιο μου τὸ ἐπώνυμο, νὰ μὴν ξέρω ποιὸς εἶμαι νὰ μὴν ἀνήκω πουθενά. Τόσο πολὺ αἰσθάνομαι νὰ εἶναι ἡ ζωή μου συνυφασμένη μ᾿ αὐτὴν τὴν «ὑδρόγεια λαλιά», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ὀπτικὴ φάση τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, τῆς ἱκανῆς μὲ τὴ διπλή της ὑπόσταση νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ζωγραφίζει συνάμα. Καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀθόρυβα ὅσο καὶ δραστικά, παρὰ τὶς ἄνωθεν ἐπεμβάσεις, νὰ εἰσχωρεῖ ὁλοένα μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὴ φύση ποὺ τὴ γέννησαν, ἔτσι ὥστε νὰ μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σὲ παρόν, καὶ νὰ μετατρέπεται ἀπὸ τὸ παρὸν αὐτό σε ὄργανο προικισμένο μὲ τὴ δύναμη νὰ ὁδηγεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας στὴν πρωτογενῆ, φυσική τους ἀλήθεια. Ὅμως, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ κανείς, πρέπει νὰ ᾿χει περάσει ἀπ᾿ ὅλες τὶς διεργασίες, ὅσες ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει ποῦ κεῖται τὸ καίριο. Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἂν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο -κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴν ἐποχή μας γι᾿ αὐτὸ- ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, ποὺ οἱ περισσότεροι ἀδυνατοῦν, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὑγεία ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε ν᾿ ἀρρωστήσουν, ἢ ἐπειδὴ -τὸ χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» τὴν ἀρρώστια. Ὁ μηχανισμὸς μιᾶς λειτουργίας ὅπως αὐτὴ ἀντανακλᾷ πάνω στὴ λογοτεχνία μας, τὴν καταδυναστεύει, τὴν ὑποβάλλει σ᾿ ἕνα εἶδος παραμορφωτικῆς ἀρθρίτιδας, ποὺ ἐξαιτίας μιᾶς μακρᾶς καὶ συνεχοῦς τακτικῆς ἐκλαμβάνεται ὡς ἡ μόνη φυσιολογική.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017


Καὶ ἂν σὰν ἄνθρωπος πέσῃς...
Νὰ δυναμώνῃς μὲ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι πρόσκαιρα καὶ μάταια καὶ ὅτι ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Αὐτὴ τὴν ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς κι ὄχι γιὰ τοὺς ῥάθυμους καὶ ὀκνηρούς. Ν᾿ ἀρχίζῃς τὸν ἀγώνα σου μ᾿ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὄχι μὲ δειλία, διότι καὶ τὸ ὡραιότερο ἔργο εἶναι ἄχρηστο ὅταν γίνεται ἀπὸ ἄνδρα δίψυχο, ποὺ τὸ ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς του εἶναι μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἄλλο μὲ τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς θέλει ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μας.
Νὰ ἔχῃς τὴν ἐλπίδα σου βέβαιη στὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν πάῃ ὁ κόπος σου χαμένος. Ὁ Κύριος εἶναι σπλαγχνικὸς καὶ δίνει τὴ χάρη Του σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴ ζητᾶνε μ᾿ ἐπιμονή. Τὸν μισθὸ τὸν δίνει ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ κάναμε, ἀλλὰ μὲ τὴν προθυμία ποὺ δείξαμε. Κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Προσευχήσου μὲ δάκρυα, διάβαζε τὶς θεῖες Γραφές, κάνε ἐλεημοσύνες. Ἀρκεῖ νὰ θερμαίνῃς τὴν καρδιά σου μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.
Μὴν ὑπολογίσῃς τὴ φυσικὴ ἀδυναμία τοῦ σώματος καὶ δειλιάσῃς. Διῶξε μακρυὰ τὴ φιλαυτία, τὴν πλεονεξία καὶ τὸν ἐγωϊσμό. Μίσησε τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτωλῆς σάρκας καὶ ἀγωνίσου μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Καὶ ἂν σὰν ἄνθρωπος πέσῃς, πάλι νὰ σηκωθῇς καὶ ποτὲ μὴ γυρίσῃς στὴν προηγούμενη ἁμαρτωλὴ ζωή σου. Πάντα μπροστὰ προχώρα μὲ χαρὰ καὶ προθυμία στὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, κι Αὐτὸς θὰ σ᾿ ἀνεβάσει στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν.

Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ἀπὸ ὑαλὶ χρωματιστὸ
Πολὺ μὲ συγκινεῖ μία λεπτομέρεια
στὴν στέψιν, ἐν Βλαχέρναις, τοῦ Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ
καὶ τῆς Εἰρήνης Ἀνδρονίκου Ἀσάν.
Ὅπως δὲν εἶχαν παρὰ λίγους πολυτίμους λίθους
(τοῦ ταλαιπώρου κράτους μας ἦταν μεγάλ’ ἡ πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ἕνα σωρὸ κομμάτια ἀπὸ ὑαλί,
κόκκινα, πράσινα ἢ γαλάζια. Τίποτε
τὸ ταπεινὸν ἢ τὸ ἀναξιοπρεπὲς
δὲν ἔχουν κατ’ ἐμὲ τὰ κομματάκια αὐτὰ
ἀπὸ ὑαλὶ χρωματιστό. Μοιάζουνε τοὐναντίον
σὰν μιὰ διαμαρτυρία θλιβερὴ
κατὰ τῆς ἄδικης κακομοιριᾶς τῶν στεφομένων.
Εἶναι τὰ σύμβολα τοῦ τί ἤρμοζε νὰ ἔχουν,
τοῦ τί ἐξ ἅπαντος ἦταν ὀρθὸν νὰ ἔχουν
στὴν στέψι των ἕνας Κὺρ Ἰωάννης Καντακουζηνός,
μία Κυρία Εἰρήνη Ἀνδρονίκου Ἀσάν. 

Κωνσταντῖνος Καβάφης

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017


Ἡ ζωντανὴ παρουσία
Ὁ κ. Γιῶργος Ἰωαννίδης, γιατρὸς παθολόγος ἀπὸ τὸ Βόλο, (προσωπικὸς τότε γιατρὸς τοῦ τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
«Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ὅπου εἶχα ἔλθει μὲ τὴν οἰκογένειά μου γιὰ προσκύνημα τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1997, κι ἐνῶ βρισκόμουν στὴν πύλη της, αἰσθάνθηκα μέσα μου μία δυνατὴ ἐπιθυμία νὰ πάω νὰ ξαναπροσκυνήσω τὸν τάφο τοῦ Γέροντα Ἰακώβου. Αἰσθανόμουν ὅπως αἰσθάνεται κάποιος ποὺ ξέχασε πίσω του κάτι πολύτιμο καὶ θέλει νὰ γυρίσει νὰ τὸ πάρει. Πραγματικὰ γύρισα μὲ τὸν γιό μου καὶ στὸ ἕνα μέτρο πρὶν ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Γέροντα βλέπω κάτω στὴ γῆ ἕνα κομποσχοίνι.
Παίρνω τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι μου, τὸ ὑψώνω καὶ τὸ κρατῶ ἐπιδεικτικά, ὥστε ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς γύρω προσκυνητὲς τὸ ἔχασε, νὰ τὸ δεῖ καὶ νὰ ‘ρθεῖ νὰ τὸ πάρει. Ἐκείνη ὅμως ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ἀκούω φωνὴ πίσω μου, ποὺ μοῦ ἔλεγε: «Τί ψάχνεις; Γιὰ σένα εἶναι τὸ κομποσχοίνι». Γυρίζω καὶ σὲ ἀπόσταση ἑνὸς μέτρου βλέπω ὁλοζώντανο τὸν Γέροντα Ἰάκωβο νὰ μοῦ χαμογελᾶ. Τὸν εἶδα ὁλοκάθαρα. Διέκρινα τὴν ὑγρασία τῶν ματιῶν του, τὶς φλεβίτσες στὸ πρόσωπό του, τὴ γενειάδα του, ὅπως τὴν εἶχε. Ἔνιωσα κάτι τὸ ξεχωριστό, συγκλονίστηκα. Αὐτὴ ἡ κυριολεκτικὰ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Γέροντα Ἰακώβου μπροστά μου ἦταν καθοριστικὴ κι ἔβαλε μέσα μου τὴ σφραγίδα περὶ τῆς βεβαιότητας τῆς θείας Παρουσίας».

Ἀρχιμ. Κύριλλος Ἱ. Μ. Ὁσίου Δαυΐδ

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Τὸ ἑλληνικὸ Βυζάντιο
Ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὁρισμένους ὅτι τὸ Βυζάντιο δὲν ἦταν ἑλληνικὸ καὶ δὲν ἀποτέλεσε κανενὸς εἴδους συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Δὲν εἶχε δημοκρατία, ἢ ἔστω δημοκρατικοὺς θεσμούς.
Δὲ νομίζω ὅτι οἱ σύγχρονοι ἕλληνες εἶναι περισσότερο ἕλληνες ἀπὸ τοὺς βυζαντινούς. Μέσα στὸ χρόνο, μὲς στοὺς αἰῶνες, οἱ φυλὲς δὲ μένουν καθαρές, ὑπάρχουν ὅμως ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ τῶν πολιτισμῶν ποὺ παραμένουν ἐθνικά. Οἱ βυζαντινοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ποὺ ἄλλαξε λίγο, ἀλλὰ οἱ γλῶσσες ἀλλάζουν, ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ ζωὴ πάρα πολύ, ἦταν μὲν ὑπήκοοι ἑνὸς αὐτοκράτορα, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτορας ἔπρεπε νὰ φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εὔκολα λαϊκὲς ἐξεγέρσεις. Τὸ χειρότερο ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν γιὰ τὸ Βυζάντιο εἶναι πὼς ἦταν, μᾶλλον, ἕνα γραφειοκρατικὸ κράτος. Ὅμως εἶχε μία πολὺ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολὺ πιὸ μορφωμένη ἀπὸ τοὺς γραφειοκράτες τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Καί, τί ἐννοεῖτε μὲ τὴ λέξη «δημοκρατία»; Ἦταν ὅλη ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα δημοκρατική; Ὄχι. Θὰ ἔλεγα στοὺς Ἕλληνες ποὺ ὑποστηρίζουν κάτι τέτοιο, νὰ διαβάσουν τὴν ἴδια τους τὴν ἱστορία, εἰδικότερα τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδας. Ἐκεῖ, θὰ βροῦν πολλὰ νὰ κατακρίνουν... Ποτέ μου δὲν κατάλαβα τί ἀκριβῶς σημαίνει «δημοκρατία». Στὰ περισσότερα μέρη τοῦ κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει νὰ σὲ κυβερνοῦν τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, οἱ ἐφημερίδες, ἡ τηλεόραση. Διότι, εἶναι θεμιτὸ νὰ ἔχουμε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται «λαϊκὴ ψῆφος» ἀλλά, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ κρίνουν μόνοι τους κι ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι στὸ σύγχρονο κόσμο ποὺ δὲ σκέφτονται τότε μεταφέρουν τὴν ἐξουσία στὰ χέρια ὅσων κατέχουν τὰ ΜΜΕ, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴ δύναμη ποὺ ἔχουν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιλέξουν τὸ δύσκολο δρόμο καὶ νὰ μορφώσουν ὅλο τὸν κόσμο. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ὄχι ὅλοι εὐτυχῶς, εἶναι ἀνεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μόνον ἐὰν ἔχουμε ἕνα ὑψηλῆς μόρφωσης κοινό. Σὲ μία πόλη σὰν τὴν ἀρχαία Ἀθήνα ὑπῆρχε δημοκρατία χωρὶς νὰ σκεφτόμαστε πὼς περνοῦσαν οἱ σκλάβοι ἢ οἱ γυναῖκες, διότι οἱ ἄνδρες εἶχαν ὅλοι πολὺ καλὴ μόρφωση. Συνήθως δὲν ἐξέλεγαν τοὺς κυβερνῆτες τους, τραβοῦσαν κλῆρο, σὰ νὰ τὸ ἄφηναν στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ˙ καμία σχέση μὲ τὴ βουλὴ τῶν κοινοτήτων.
Ὑπῆρχε κοινωνικὸ κράτος στὸ Βυζάντιο;
Ἡ Ἐκκλησία ἔκανε πολλὰ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ Βυζάντιο εἶχε πλήρη κοινωνικὴ αἴσθηση. Τὰ νοσοκομεῖα ἦταν πολὺ καλά, ὅπως καὶ τὰ γηροκομεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκαν κυρίως στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὄχι μόνο σὲ αὐτὴν, ὑπῆρχαν καὶ κρατικά. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑψηλόβαθμους ἀξιωματούχους τοῦ κράτους ἦταν ὁ Ὀρφανοτρόφος. Σίγουρα ἡ Ἐκκλησία ἔπαιξε βασικὸ κοινωνικὸ ρόλο. Δὲν ἦταν ἁπλὰ ἕνα καθεστὼς ἐρημιτῶν ποὺ κάθονταν στὸ Ἅγιον Ὅρος˙ ἦταν κι αὐτό, ἀλλὰ ὑπῆρχε ἕνα σύστημα ἀπὸ μοναστήρια στὶς πόλεις. Τὰ μοναστήρια φρόντιζαν τοὺς Οἴκους γιὰ τοὺς γέροντες, τῶν ὁποίων οἱ μοναχοὶ μόρφωναν τὴ νεολαία, κυρίως τὰ ἀγόρια, γιατί τὰ κορίτσια μορφώνονταν στὸ σπίτι, καὶ τὰ περισσότερα παρεῖχαν πολὺ καλὴ μόρφωση. Τὰ κορίτσια τοῦ Βυζαντίου εἶχαν πολλὲς φορὲς καλύτερη παιδεία διότι «ἀπολάμβαναν» περισσότερη ἰδιωτική προσοχή. Νομίζω ὅτι ἡ βαθμολογία ποὺ θὰ δίναμε στὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στὸ Βυζάντιο εἶναι ἰδιαίτερα ὑψηλή.
Καὶ ἡ παιδεία τους, κατὰ τὸ Μέγα Βασίλειο, ὄφειλε νὰ στηρίζεται στὸν Ὅμηρο, τὸν «διδάσκαλο τῶν ἀρετῶν».
Ἦταν γνῶστες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς Γραμματείας. Εἶναι ἀξιομνημόνευτο, ὡστόσο, ὅτι δὲν ἔδιναν μεγάλη σημασία στοὺς Ἀττικοὺς Τραγωδούς, ἀλλὰ στοὺς λοιποὺς ποιητές. Ὑπάρχει ἡ διάσημη ἱστορία μίας ἑλκυστικῆς κυρίας, φίλης ἑνὸς αὐτοκράτορα, ποὺ μᾶς διηγεῖται ἡ Ἄννα Κομνηνή. Τὴν ὥρα ποὺ ἡ κυρία περνοῦσε, κάποιος τῆς φώναξε ἕναν ὁμηρικὸ στίχο, ποὺ μιλοῦσε γιὰ τὴν Ἑλένη στὴν Τροία, κι ἐκείνη κατάλαβε τὸ ὑπονοούμενο. Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ τῆς ἐξηγήσει κάποιος, ποιανοῦ ἦταν οἱ στίχοι. Ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἀγόρια καὶ τὰ κορίτσια ἤξεραν τὸν Ὅμηρο. Ἡ Ἄννα Κομνηνὴ δὲν ἐξηγεῖ ποτὲ τὰ σημεῖα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται στὸν Ὅμηρο, ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες της τὰ γνώριζαν.
Ἀμόρφωτοι, δὲν ὑπῆρχαν στὸ Βυζάντιο;
Ἄλλα ἦταν τὰ προβλήματα τῆς βυζαντινῆς γραμματείας. Ἦταν τόσο καλοὶ γνῶστες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας ὥστε ἐπηρεάστηκαν στὴ διαμόρφωση τῆς γλώσσας. Πολλοὶ ἱστορικοὶ ἤθελαν νὰ γράψουν σὰν τὸν Θουκυδίδη, δὲν ἤθελαν νὰ γράψουν στὴ γλώσσα ποὺ τοὺς ἦταν πιὸ φυσικὴ, ἀλλὰ στὴν ἀρχαία. Ἡ μεγάλη τραγωδία τῶν βυζαντινῶν γραμμάτων ἦταν ἡ ἐξάρτησή τους ἀπὸ τὴν κλασσικὴ γραμματεία. Ὄχι γιατί δὲν γνώριζαν ἀρκετά, ἀλλὰ γιατί γνώριζαν πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα γιὰ τὸ δικό τους «δημιουργικὸ» καλό.

Σὲρ Στῆβεν Ράνσιμαν

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017


Πρώτη μέρα στὸ σχολειό
«Τόση βιάση καὶ σπουδή;
Γιὰ ποῦ πᾶς, καλὸ παιδί;
Κίνησες νωρὶς-νωρὶς
καὶ τρεχάτος προχωρεῖς;
Στάσου δὰ νὰ διασκεδάσεις
μὲ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Πλάσης!
Κόψε ἀπ᾿ τὰ περβόλια πάλι
τοῦ χινόπωρου τὰ κάλλη!»
«Νὰ σταθῶ; Δὲν εὐκαιρῶ,
γιατὶ πάω στὸ φτερό.
Καὶ ποῦ πάω, νὰ στὸ πῶ;
Στὸ σχολειό μου π᾿ ἀγαπῶ!
Ἄνοιξε γιὰ πρώτη μέρα.
Βλέπεις τὰ παιδιὰ ἐκεῖ πέρα;
Ἔχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστὰ κάθε μιὰ τάξη».
«Εἶσαι, βλέπω, μαθητής.
Μὰ στὸν ὦμο τὶ κρατεῖς,
ποὺ μὲ τὴ ματιὰ τὴν πρώτη
σ᾿ ἔκαμα γιὰ στρατιώτη;»
«Εἶναι τ᾿ ἄρματά μου αὐτά,
τ᾿ ἀκριβά τ᾿ ἀγαπητά:
Τὸ κοντύλι μου κι ἡ πλάκα,
τὸ βιβλίο μου στὴ σάκα.
Κι ἔλα πιὰ νὰ σὲ χαρῶ,
μὲ ρωτᾶς κι ἀργοπορῶ...
Εἶναι ἡ ὥρα περασμένη,
ἄκου, ὁ κώδωνας σημαίνει.

Τέλλος Ἄγρας

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017


Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ
Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δύο ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, ―ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ― ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δύο ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς ―κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον― νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.
Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἢ ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δύο τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ.
Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; ᾘσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκαν του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύσῃ τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῇ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήσῃ τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Νὰ ἔχετε τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ
Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ χαρά, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἡ εὐτυχία. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, αὐτὸς ὁ ἔρωτάς μας. Εἶναι ἔρωτας ἀναφαίρετος ὁ ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ κεῖ πηγάζει ἡ χαρά. Ἡ χαρὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μιὰ χαρά, ποὺ σὲ κάνει ἄλλο ἄνθρωπο. Εἶναι μιὰ πνευματικὴ τρέλα, ἀλλὰ ἐν Χριστῷ. Σὲ μεθάει σὰν τὸ κρασὶ τὸ ἀνόθευτο, αὐτὸ τὸ κρασὶ τὸ πνευματικό. Ὅπως λέει ὁ Δαβίδ: “Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον”. Ὁ πνευματικὸς οἶνος εἶναι ἄκρατος, ἀνόθευτος, πολὺ δυνατὸς κι ὅταν τὸν πίνεις, σὲ μεθάει. Αὐτὴ ἡ θεία μέθη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίνεται στοὺς “καθαροὺς τῇ καρδίᾳ”. Ὅσο μπορεῖτε, νὰ νηστεύετε, ὅσες μετάνοιες μπορεῖτε νὰ κάνετε, ὅσες ἀγρυπνίες θέλετε ν’ ἀπολαμβάνετε, ἀλλὰ νὰ εἶστε χαρούμενοι. Νὰ ἔχετε τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ διαρκεῖ αἰώνια, ποὺ ἔχει αἰώνια εὐφροσύνη. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ δίνει τὴν ἀσφαλὴ γαλήνη, τὴν γαλήνια τερπνότητα καὶ τὴν πάντερπνη εὐδαιμονία. Ἡ χαρὰ ἡ πασίχαρη, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε χαρά. Ὁ Χριστὸς θέλει κι εὐχαριστεῖται νὰ σκορπάει τὴ χαρά, νὰ πλουτίζει τοὺς πιστούς Του μὲ χαρά. Εὔχομαι “ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾗ πεπληρωμένη”.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Τὰ κακὰ τοῦ εἰσρεύσαντος πλούτου
Νέαν ζωὴν βλέπομεν καὶ αὖθις ἀναθάλλουσαν ἀπὸ τοῦ 1850 διὰ τῆς εἰσροῆς ρωσσικῶν κεφαλαίων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει εἰς ἔμψυχον καὶ ἄψυχον ὑλικόν. Ἀφειδεῖς δωρεαὶ κατ᾽ ἀρχὴν εἰς χρῆμα, ἱερὰ ἄμφια καὶ σκεύη, διὰ μνημόσυνα τῶν Τσάρων καὶ Μεγιστάνων τῆς αὐλῆς, πλούσιαι προσφοραὶ εἶτα πρὸς ἐξαγορὰν ἠρειπωμένων Κελλίων μετὰ τῶν περιοχῶν των, ἐξαγοραὶ συνειδήσεων καὶ κάμψεις ἀντιστάσεων διὰ τῆς χρήσεως «ἀργυρέων βελῶν». Καὶ τὰ ἐκ τούτων, ἐπάνοδος αὖθις εἰς τὸ ὑλιστικὸν πνεῦμα, εἰσαγωγὴ τῆς πολυτελείας, ἅμιλλα οἰκοδομικῆς ρωσσικοῦ ρυθμοῦ καὶ μετατροπὴ τῆς «Σκήτης τῶν Καρυῶν» εἰς πολύβοον παζάρι, μὲ τὰ ἀπαραίτητα οὐζοπωλεῖα.
Τὰ ταπεινὰ οἰκήματα, τὰ παρεκκλήσια τοῦ Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ἀντικατέστησαν ὀγκώδη μέγαρα πολυώροφα καὶ τροῦλλοι μετὰ ξυστῶν γοτθικοῦ ἢ καὶ ἀκατανοήτου ρυθμοῦ. Κατ᾽ ἀρχὴν τὸ πρᾶγμα δὲν ἐθεωρεῖτο καὶ τόσον σοβαρὸν ἀλλ᾽ ὅτε τὰ ἀγορασθέντα ταπεινὰ Κελλία ὑψούμενα ἔναντι τῶν κυριάρχων Μονῶν εἰς μεγαλυτέραν ἐμφάνισιν ἤρχισαν νὰ ἐπισκιάζουν αὐτὰς καὶ εἰς ἀριθμὸν εἰσέτι Μοναχῶν, τότε συνῆλθον οἱ ἐν αὐταῖς καὶ ἐτέθησαν ἀντιμέτωποι, καὶ κατηναλώθη τὸ ἥμισυ τοῦ αἰῶνος εἰς ἄκαιρον ἀνταγωνισμόν, ἐξαφανίσαντα πᾶσαν ἰκμάδα πρὸς πνευματικὴν παραγωγήν. 
Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν εἰσεχώρησαν τὰ κακὰ τοῦ εἰσρεύσαντος πλούτου. Τὰ ἐργόχειρά των ἠγοράζοντο προθυμότατα, ἡ ζωγραφικὴ ἀπέβη πηγὴ πλούτου καὶ αἱ εὐλογίαι ἐδίδοντο ἀβραμιαίως μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ δύναται καὶ σήμερον ὁ ἐπισκέπτης νὰ διακρίνῃ τὸ Κυριακὸν τῶν Σκήτεων, ἔν τισιν ἐξ αὐτῶν, διότι οἱ τροῦλλοι τῶν Καλυβῶν τὸ ἀποκρύπτουσιν. 
Ἡ περίοδος αὕτη δύναται νὰ ὀνομασθῇ «τῆς ἀχαλινώτου φαντασιοπληξίας καὶ ἐπιδείξεως», ἐποχὴ παραμορφώσεως τῆς σεμνῆς ἁγιορειτικῆς Πολιτείας καὶ τοιαύτη οὐχὶ μόνον εἰς τὴν οἰκοδομικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καλλιτεχνίαν διόλου. Τὰς σεμνὰς εἰκόνας τῆς τέχνης τοῦ Πανσελήνου καὶ τῶν Κρητῶν ἀντικατέστησαν νέαι τοιαῦται ρωσσικῆς ἐμφανίσεως, ἵνα καὶ ἐν τούτῳ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἐπίδειξις τοῦ νεοπλουτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ματαιοδοξίᾳ του δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ στοιχειωδῶς κἂν τὴν Ραχὴλ ἀπὸ τῆς Λείας, καὶ νομίζει ὅτι ἡ ἀξία τῆς τέχνης ἔγκειται εἰς τὸν ὄγκον τῶν ἀργυρεπιχρύσων ἐπικαλυμμάτων.

Γέρων Γαβριὴλ Διονυσιάτης (1886-1983)

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017


Μετάνοια...
Ἕνας ἀδελφὸς ἐξομολογήθηκε στὸν Ἀββᾶ Σισώη:
- Ἔπεσα, Πάτερ. Τί νὰ κάνω τώρα;
- Σήκω, τοῦ εἶπε μὲ τὴ χαρακτηριστική του ἁπλότητα ὁ Ἅγιος Γέροντας.
- Σηκώθηκα, Ἀββᾶ, μὰ πάλι ἔπεσα στὴν καταραμένη ἁμαρτία, ὁμολόγησε μὲ θλίψη ὁ ἀδελφός.
- Καὶ τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ξανασηκωθῇς;
- Ὡς πότε; ρώτησε ὁ ἀδελφός.

-Ἕως ὅτου σὲ βρῇ ὁ θάνατος ἢ στὴν πτώση ἢ στὴν ἔγερση. Δὲν εἶναι γραμμένο «ὅπου εὑρῶ σε ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε»; ἐξήγησε ὁ Γέροντας. Μόνο εὐχήσου στὸν Θεὸ νὰ βρεθεῖς τὴν τελευταία σου στιγμὴ σηκωμένος μὲ τὴν ἁγία μετάνοια.

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017


Ἡ σιωπὴ
Πολλοὶ ἐκλαμβάνουν τὴν σιωπή Του ὡς ἔνδειξη τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς «δὲν ὑπάρχει», «πέθανε»...
Ἄν ὅμως σκεφτόμασταν σὲ ποιά θέση φέρνουμε τὸν Θεὸ μὲ τὰ πάθη μας, τότε θὰ βλέπαμε ὅτι Αὐτὸς δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή, παρὰ μόνο νὰ σιωπήσει...
Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017


Ἀπολυτίκιον - Ἦχος β'
Ὁ πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσί θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου Κύριε, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017


Ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν
Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».
Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.
Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.
Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.
Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.
Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.
Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!
Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;

Φώτης Κόντογλου

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Τὸ τραγούδι τοῦ τρυγητοῦ
Τὸ λέει ὁ πετροκότσυφας στὸ δροσερὸ τ᾿ αὐλάκι,
τὸ λὲν στὰ πλάια οἱ πέρδικες, στὴν ποταμιὰ τ᾿ ἀηδόνια,
τὸ λὲν στ᾿ ἀμπέλια οἱ λυγερές, τὸ λὲν μὲ χίλια γέλια,
τὸ λέει κ᾿ ἡ Γκόλφω ἡ ὄμορφη, τὸ λέει μὲ τὸ τραγούδι:
- Ἀμπέλι μου, πλατύφυλλο καὶ καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, νὰ μπῶ νὰ σὲ τρυγήσω,
νὰ κάμω ἀθάνατο κρασί, μοσκοβολιὰ γιομάτο.
Μὲς στὰ κατώγια τὰ βαθιὰ σὰν μόσχο νὰ τὸ κρύψω,
νὰ τὸ φυλάξω ὀλάκαιρες χρονιές, ἀκέριους μῆνες,
ὥσπου νὰ ῾ρθεῖ μίαν ἄνοιξη, νἄρθει ἕνα καλοκαίρι,
νὰ γύρει ἀπὸ τὴ μακρινὴ τὴν ξενιτιὰ ὁ καλός μου.
Νὰ κατεβῶ μὲς στὴν αὐλή, νὰ πιάκω τ᾿ ἄλογό του,
νὰ τὸν φιλήσω ἀγκαλιαστὰ στὰ μάτια καὶ στὸ στόμα,
νὰ τὸν κεράσω, ἀμπέλι μου, τ᾿ ἀθάνατο κρασί σου,
τῆς ξενιτιᾶς τὰ βάσανα νὰ πᾶν, νὰ τὰ ξεχάσει.

Κώστας Κρυστάλλης

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017


Ὑπάρχει ἕνα μυστικὸ
Ὅταν βλέπουμε τοὺς συνανθρώπους μας νὰ μὴν ἀγαποῦν τὸν Θεό, στενοχωρούμαστε. Μὲ τὴ στενοχώρια δὲν κάνουμε ἀπολύτως τίποτε. Οὔτε καὶ μὲ τὶς ὑποδείξεις. Οὔτε αὐτὸ εἶναι σωστό. Ὑπάρχει ἕνα μυστικό˙ ἂν τὸ καταλάβουμε, θὰ βοηθήσουμε. Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ προσευχή μας, ἡ ἀφοσίωσή μας στὸν Θεό, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του.
Ἐμεῖς, μὲ τὴν ἀγάπη μας, μὲ τὴ λαχτάρα μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ προσελκύσουμε τὴν χάρι, ὥστε νὰ περιλούσει τοὺς ἄλλους, ποὺ εἶναι πλησίον μας, νὰ τοὺς ξυπνήσει, νὰ τοὺς διεγείρει πρὸς τὸν θεῖο ἔρωτα. Ἤ, μάλλον, ὁ Θεὸς θὰ στείλει τὴν ἀγάπη Του νὰ τοὺς ξυπνήσει ὅλους. Ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε, θὰ τὸ κάνει ἡ χάρις Του. Μὲ τὶς προσευχές μας θὰ κάνουμε ὅλους ἄξιους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιοι γίνονται ἄξιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε. Θυμηθεῖτε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τί λέει: «Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερπερίσσευσεν ἡ χάρις». Ὅταν τὸ θυμᾶστε αὐτό, θὰ αἰσθάνεσθε ὅτι αὐτοὶ εἶναι πιὸ ἄξιοι κι ἀπὸ σᾶς κι ἀπὸ μένα.
Τοὺς βλέπουμε ἀδύνατους, ἀλλὰ ὅταν «ἀνοίξουνε» στὸν Θεό, γίνονται πλέον ὅλο ἀγάπη κι ὅλο θεῖο ἔρωτα. Ἐνῶ εἴχανε συνηθίσει ἀλλιῶς, τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τους τὴ δίνουν μετὰ ὅλη στὸν Χριστὸ καὶ γίνονται φωτιὰ ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ. Ἔτσι λειτουργεῖ τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ τέτοιες ψυχές, ποὺ λέμε «πεταμένες».

Νὰ μὴν ἀποθαρρυνόμαστε, οὔτε νὰ βιαζόμαστε, οὔτε νὰ κρίνουμε ἀπὸ πράγματα ἐπιφανειακὰ κι ἐξωτερικά. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, βλέπετε μία γυναίκα γυμνὴ ἢ ἄσεμνα ντυμένη, νὰ μὴ μένετε στὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ νὰ μπαίνετε στὸ βάθος, στὴν ψυχή της. 
Ἴσως εἶναι πολὺ καλὴ ψυχὴ κι ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀναζητήσεις, ποὺ τὶς ἐκδηλώνει μὲ τὴν ἔξαλλη ἐμφάνιση. Ἔχει μέσα της δυναμισμό, ἔχει τὴ δύναμη τῆς προβολῆς, θέλει νὰ ἑλκύσει τὰ βλέμματα τῶν ἄλλων. Ἀπὸ ἄγνοια, ὅμως, ἔχει διαστρέψει τὰ πράγματα. Σκεφτεῖτε αὐτὴ νὰ γνωρίσει τὸν Χριστό. Θὰ πιστέψει, κι ὅλη αὐτὴ τὴν ὁρμὴ θὰ τὴν στρέψει στὸν Χριστό. Θὰ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Θὰ γίνει ἁγία.
Εἶναι ἕνα εἶδος προβολῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας νὰ ἐπιμένουμε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοί. Στὴν πραγματικότητα, θέλουμε ἐμεῖς νὰ γίνουμε καλοὶ κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε, τὸ ἀπαιτοῦμε ἀπ΄ τοὺς ἄλλους κι ἐπιμένουμε σ΄ αὐτό. Κι ἐνῶ ὅλα διορθώνονται μὲ τὴν προσευχή, ἐμεῖς πολλὲς φορὲς στενοχωρούμεθα κι ἀγανακτοῦμε καὶ κατακρίνουμε.
Πολλὲς φορὲς μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ τοὺς φόβους μας καὶ τὴν ἄσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, κάνουμε κακὸ στὸν ἄλλον, ἔστω κι ἂν τὸν ἀγαπᾶμε πάρα πολύ, ὅπως, παραδείγματος χάριν, ἡ μάνα τὸ παιδί της.
Ἡ μάνα μεταδίδει στὸ παιδὶ ὅλο τὸ ἄγχος της γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὑγεία του, γιὰ τὴν πρόοδό του, ἔστω κι ἂν δὲν τοῦ μιλάει, ἔστω κι ἂν δὲν ἐκδηλώνει αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα της. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ἡ φυσικὴ ἀγάπη δηλαδή, μπορεῖ κάποτε νὰ βλάψει. Δὲν συμβαίνει, ὅμως, τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο, τὸν εἰρηνεύει, διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός.
Ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι μόνο ἐν Χριστῷ. Γιὰ νὰ ὠφελήσεις τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ ζεῖς μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλιῶς δὲν μπορεῖς νὰ ὠφελήσεις τὸν συνάνθρωπό σου.
Δὲν πρέπει νὰ βιάζεις τὸν ἄλλο. Θὰ ἔλθει ἡ ὥρα του, θὰ ἔλθει ἡ στιγμή, ἀρκεῖ νὰ προσεύχεσαι γι΄ αὐτόν. Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικά. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ του καὶ τὸν βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀγάπη Του.
Ἐδῶ εἶναι τὸ λεπτὸ σημεῖο. Ἅμα δεχτεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἕνα ἄπλετο φῶς θὰ ἔλθει πάνω του, ποὺ δὲν τὸ ἔχει δεῖ ποτέ. Θὰ βρεῖ ἔτσι τὴ σωτηρία.
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017


Ἄφησε τὰ πράγματα στὸν Θεὸ

Αὐτὰ παραγγέλνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους: «κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἂς μὴ διατηρεῖ στὴν καρδιά του κακία γιὰ τὸν ἀδελφό του» καὶ «κανεὶς ἂς μὴν συλλογίζεται τὴν κακία τοῦ ἄλλου». 
Δὲν λέει μόνο, συγχώρεσε τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μὴν τὸ ἔχεις οὔτε στὴν σκέψη σου, μὴν τὸ συλλογίζεσαι, ἄφησε ὅλη τὴν ὀργή, ἐξαφάνισε τὴν πληγή.
Νομίζεις, βεβαίως, ὅτι μὲ τὴν ἐκδικητικότητα τιμωρεῖς ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἔβλαψε. Γιατὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος σὰν ἄλλο δήμιο ἐγκατέστησες μέσα σου τὸν θυμὸ καὶ καταξεσκίζεις τὰ ἴδια σου τὰ σπλάχνα.
Ἔχεις ἀδικηθεῖ πολὺ καὶ στερήθηκες πολλὰ ἐξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες καὶ ζημιώθηκες σὲ πολὺ σοβαρὰ θέματά σου καὶ γι᾿ αὐτὸ θέλεις νὰ δεῖς νὰ τιμωρεῖται ὁ ἀδελφός σου; Καὶ ἐδῶ πάλι εἶναι χρήσιμο νὰ τὸν συγχωρήσεις.
Γιατὶ, ἐὰν θελήσεις ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐκδικηθεῖς καὶ νὰ ἐπιτεθεῖς ἐναντίον του, εἴτε μὲ τὰ λόγια σου εἴτε μὲ κάποια ἐνέργειά σου ἢ μὲ τὴν κατάρα σου, ὁ Θεὸς ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπέμβει κατ᾿ αὐτοῦ -ἐφόσον ἐσὺ ἀνέλαβες τὴν τιμωρία του- ἀλλὰ ἐπιπλέον θὰ σὲ τιμωρήσει ὡς θεομάχο.
Ἄφησε τὰ πράγματα στὸν Θεό. Αὐτὸς θὰ τὰ τακτοποιήσει πολὺ καλύτερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἐσὺ θέλεις. Σὲ σένα ἔδωσε μόνο τὴν ἐντολὴ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λύπησε.

Ἐμάλωσες μὲ κάποιον καὶ κρατᾶς μέσα σου κακία; Μὴν προσέλθεις στὴ Θεία Κοινωνία! Θέλεις νὰ προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρῶτα καὶ τότε νὰ ἔλθεις νὰ ἐγγίσεις τὰ Ἄχραντα Μυστήρια! Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγώ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. 
Αὐτός, γιὰ νὰ σὲ συμφιλιώσει μὲ τὸν Πατέρα, δὲν ἀρνήθηκε οὔτε νὰ σφαγιασθεῖ οὔτε τὸ αἷμα Του νὰ χύσει. Καὶ σύ, γιὰ νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν συνάνθρωπό σου, οὔτε μία λέξη δὲν καταδέχεσαι νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸ στόμα σου; Καὶ διστάζεις νὰ τρέξεις πρῶτος; Ἄκουσε τί λέει γιὰ ὅσους κρατοῦν τὴν στάση αὐτή: «Ἂν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου».
Ἂν ἔβλεπες ἕνα μέλος τοῦ σώματός σου ἀποκομμένο, δὲν θὰ ἔκανες τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸ ἑνώσεις μὲ τὸ σῶμα σου; Αὐτὸ κάνε καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφούς σου. Ὅταν τοὺς δεῖς νὰ ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη σου, τρέξε γρήγορα καὶ περιμάζεψέ τους· μὴν περιμένεις ἐκείνους νὰ ἔλθουν, σπεῦσε ἐσὺ πρῶτος, γιὰ νὰ λάβεις τὰ βραβεῖα! Ἕνα μόνο ἐχθρὸ διαταχθήκαμε νὰ ἔχουμε, τὸν διάβολο. Μὲ αὐτὸν νὰ μὴν συμφιλιωθεῖς ποτέ· πρὸς τὸν ἀδελφό σου ὅμως ποτὲ νὰ μὴν ἔχεις βαριὰ καρδιά.
Κι ἂν ἀκόμη συμβεῖ κάποια μικροψυχία, ἂς εἶναι παροδική, ἂς μὴν ὑπερβαίνει τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας. «Ἡ δύση τοῦ ἡλίου νὰ μὴ σᾶς προφθάνει ὀργισμένους», λέει ὁ Ἀπόστολος.
«Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Βλέπεις; Ὁ Θεὸς ἐσένα τὸν ἴδιο ἔκανε κριτὴ τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων σου. Ἂν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θὰ σοῦ συγχωρεθοῦν. Ἂν συγχωρήσεις πολλά, θὰ σοῦ συγχωρηθοῦν πολλά.
Ἂν τὰ συγχωρήσεις μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ συγχωρήσει καὶ τὰ δικά σου ὁ Θεός. Ἂν μετὰ τὴν συγχώρηση, κάνεις φίλο σου τὸν ἐχθρό σου, ἔτσι θὰ διάκειται καὶ ὁ Θεὸς ἀπέναντί σου.
Ποιᾶς λοιπὸν τιμωρίας δὲν εἶναι ἄξιος ἐκεῖνος ποὺ ἐνῷ πρόκειται νὰ κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, ἐὰν χάσει ἑκατὸ μόνο δηνάρια, οὔτε καὶ τὰ λίγα δὲν συγχωρεῖ, ἀλλὰ στρέφει ἐναντίον του τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς προσευχῆς;
Γιατί, ὅταν λὲς στὸν Θεὸ «συγχώρεσέ μας, ὅπως καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας» καὶ κατόπιν ἐσὺ δὲν συγχωρεῖς, γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν παρακαλεῖς τὸν Θεό, παρὰ νὰ σὲ στερήσει ἀπὸ κάθε ἀπολογία καὶ συγγνώμη…
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος