Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017


Πάντοτε ἐνεργοῦν μυστικὰ στὴν ψυχὴ

Ὅσα σᾶς συμβαίνουν στό διάστημα τῆς προετοιμασίας σας γιά τή θεία Κοινωνία, φόβος, ταραχή κλπ, προέρχονται καθώς φαίνεται ἀπό τόν ἐχθρό. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αὐτός σᾶς τριγυρίζει.... Ἡ Ἐξομολόγηση καί ἡ θεία Κοινωνία τόν καῖνε καί τόν διώχνουν μακριά. Γιά νά σᾶς ἐμποδίσει λοιπόν ἀπ’ αὐτά, σᾶς προξενεῖ τόσους πειρασμούς. Ἀγωνισθεῖτε νά κρατήσετε τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τή μνήμη τοῦ θανάτου. Αὐτές οἱ δυό μνῆμες, ὄχι μόνο ὅταν ἑτοιμάζεστε γιά τή θεία Μετάληψη, ἀλλά πάντοτε, ἐξουδετερώνουν τά τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ.
Ξέρετε καί αἰσθάνεσθε πόσο ψυχοσωτήρια εἶναι τὰ πανάχραντα Μυστήρια. Νά κοινωνεῖτε λοιπόν συχνά.
Γιά νά προσερχόμαστε ἄξια στή θεία Κοινωνία, πρέπει πρῶτα-πρῶτα νά καθαριζόμαστε ἀπό τ’ ἁμαρτήματά μας μέ τήν Ἐξομολόγηση. Ὕστερα, ὅταν πλησιάζουμε στό ἅγιο Ποτήριο, νά ἔχουμε πίστη, φόβο Θεοῦ καί συντετριμμένη καρδιά· νά μή νιώθουμε ὑπεροχή ἀπέναντι στούς ἄλλους, πού δέν κοινωνοῦν, ἀλλά νά εἴμαστε πλημμυρισμένοι ἀπό αἰσθήματα αὐτοκατακρίσεως.
Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως, πρέπει νά ὑπάρχουν ἀκατάπαυστα μέσα μας ἡ ἐπιθυμία καί ὁ ζῆλος τῆς εὐαρεστήσεως τοῦ Θεοῦ, ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γιατί εἶναι δυνατόν, ἀκόμα κι ὅταν κάνουμε τό καλό, νά ἱκανοποιοῦμε τόν ἑαυτό μας.
Λυπᾶστε, γιατί ἡ καλή πνευματική κατάσταση, πού ἀποκτήσατε μέ τήν Ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία, πολύ γρήγορα χάθηκε. Ἡ ἀπώλεια αὐτή εἶναι πολύ θλιβερή, καθώς μάλιστα θά μπορούσατε νά τὴν εἴχατε ἀποφύγει.
Πῶς; Μήν προσφέροντας τόν ἑαυτό σας θυσία στίς ἐξωτερικές ἐντυπώσεις, παραστάσεις καί εἰκόνες, πού δέχονται καί μεταβιβάζουν στήν ψυχή οἱ αἰσθήσεις. Αὐτές εἶναι πού ἀποσποῦν τόν νοῦ καί τήν καρδιά καί τόν κάνουν νά περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ, χάνοντας τή νήψη καί τήν κατάνυξη, χάνοντας τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό.
Ἔχουμε δυό λογιῶν γεύσεις, τήν πνευματική καί τή σωματική. Ἡ μία ἐναντιώνεται στήν ἄλλη, ἡ μία ἀποδιώχνει τήν ἄλλη. Ἄν γευθεῖ κανείς τά πνευματικά ἀγαθά, περιφρονεῖ τά ἄλλα. Ἄν πάλι, γευθεῖ πράγματα τοῦ κόσμου, τά πνευματικά χάνονται.
Καταλαβαίνετε τώρα τί πρέπει νά κάνετε, γιά νά διατηρήσετε ἐνεργή τήν πνευματική σας γεύση καί ν’ ἀπολαμβάνετε ἔτσι τά οὐράνια ἀγαθά, πού σᾶς προσφέρει ὁ Κύριος μέ τή μετάληψη τοῦ τιμίου Σώματος καί τοῦ παναχράντου Αἵματός Του.
Δόξα τῷ Θεῷ, πού κοινωνήσατε! Τό ὅτι δέν αἰσθανθήκατε τήν εὐεργετική ἐνέργεια τοῦ Μυστηρίου, ὀφείλεται μᾶλλον στήν ἀδιαθεσία σας καί ἐξαιτίας αὐτῆς, στήν ἀδυναμία σας ν’ ἀσκήσετε πνευματική βία στόν ἑαυτό σας.
Τά θεῖα Μυστήρια, ὅμως, πάντοτε ἐνεργοῦν μυστικά στήν ψυχή, ἁγιάζοντάς την, ὅπως φυσικά ἔγινε τώρα σ’ ἐσᾶς, ἔστω κι ἄν ἡ ἐνέργειά τους δέν γίνεται αἰσθητή.
Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017


Ἂν διορθώσης τὸν ἑαυτό σου

Ἐὰν θέλης νὰ βοηθήσης τὴν Ἐκκλησία, εἶναι καλύτερα νὰ κοιτάξης νὰ διορθώσης τὸν ἑαυτό σου, παρὰ νὰ κοιτᾶς νὰ διoρθώσης τοὺς ἄλλους.
Ἂν διορθώσης τὸν ἑαυτό σου, ἀµέσως διορθώνεται ἕνα κοµµατάκι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν φυσικὰ αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλοι, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἦταν διορθωµένη.
Ἀλλὰ σήµερα οἱ ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται µὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέµατα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Γιατὶ τὸ νὰ ἀσχολῆσαι µὲ τὸν ἑαυτό σου ἔχει κόπο, ἐνῶ τὸ νὰ ἀσχολῆσαι µἐ τοὺς ἄλλους εἶναι εὔκολο.
Ἐὰν ἀσχοληθοῦµε µὲ τὴν διόρθωση τοῦ ἑαυτοῦ µας καὶ στραφοῦµε πιὸ πολὺ στὴν «ἐσωτερικὴ» δράση παρὰ στὴν ἐξωτερική, δίνοντας τὰ πρωτεῖα στὴν θεία βοήθεια, θὰ βοηθήσουµε τοὺς ἄλλους περισσότερο καὶ θετικώτερα.
Ἐπιπλέον θὰ ἔχουµε καὶ τὴν ἐσωτερική µας γαλήνη, ἡ ὁποία θὰ βοηθάη ἀθόρυβα τὶς ψυχὲς ποὺ θὰ συναντᾶµε, γιατὶ ἡ ἐσωτερικὴ πνευµατικὴ κατάσταση προδίδει τὴν ἀρετὴ τῆς ψυχῆς καὶ ἀλλοιώνει ψυχές.
Ὅταν ἐπιδίδεται κανεὶς στὴν ἐξωτερικὴ δράση, πρὶν φθάση στὴν λαµπικαρισµένη ἐσωτερικὴ πνευµατικὴ κατάσταση, µπορεῖ νὰ κάνη κάποιον πνευµατικὸ ἀγώνα, ἀλλὰ ἔχει στενοχώρια, ἄγχος, ἔλλειψη ἐµπιστοσύνης στὸν Θεό, καὶ συχνὰ χάνει τὴν ἠρεµία του.
Ἐὰν δὲν κάνη καλὸ τὸν ἑαυτό του, δέν µπορεῖ νὰ πῆ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ εἶναι καθαρό.
Ὅταν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν παλαιό του ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ καθετὶ κοσµικό, ἔχει πλέον τὴν θεία Χάρη, ὁπότε καὶ ὁ ἴδιος ἀναπαύεται, ἀλλὰ καὶ κάθε εἴδους ἄνθρωπο ἀναπαύει.
Ἂν ὅµως δὲν ἔχη Χάρη Θεοῦ, δέν µπορεῖ οὔτε στὸν ἑαυτό του νὰ ἐπιβληθῆ οὔτε τοὺς ἄλλους νὰ βοηθήση, γιὰ νὰ φέρη θεῖο ἀποτέλεσµα.
Πρέπει νὰ βουτηχθῆ στὴν Χάρη καὶ ὕστερα νὰ χρησιµοποιηθοῦν οἱ ἁγιασµένες πλέον δυνάµεις του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017


Ἕνας Ἕλληνας - ὁ Μακρυγιάννης

Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ποὺ σπρώχνουν τὸν Μακρυγιάννη νὰ ὀργανώσει τὴ συνωμοσία ποὺ καταλήγει στὸ Σύνταγμα τῆς Γ´ Σεπτεμβρίου. Ὁρκίζει σ᾿ ὅλο τὸ κράτος. Ἰδοὺ πῶς ὁρκίζει. Ἡ σκηνὴ εἶναι στὸ σπίτι τοῦ Μακρυγιάννη ἕνα βράδυ· ἕνας ἀγωνιστὴς κάθεται μαζί του· καθὼς τσουγκρίζουν τὰ ποτήρια, ἡ κουβέντα τελειώνει ἔτσι:
»- Ποῦ τὸ τσάκισες αὐτὸ τὸ χέρι;
»- Στὸ Μεσολόγγι, μοῦ λέγει.
»- Ποῦ τὸ τσάκισα ἐγὼ αὐτό;
»- Στοὺς Μύλους τ᾿ Ἀναπλιοῦ.
»- Γιατί τὰ τσακίσαμε;
»- Γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς πατρίδος.
»- Ποῦ 'ναι ἡ λευτεριὰ κι ἡ δικαιοσύνη; Σήκω ἀπάνου!
»-Τὸν παίρνω καὶ πᾶμε καὶ τὸν ὁρκίζω.
Καὶ γίνεται τὸ Σύνταγμα καὶ πέφτει στὰ χέρια τῶν πολιτικῶν καὶ ἐξευτελίζεται, κι ὁ Μακρυγιάννης ὁλοένα ἀποτραβιέται ἀπὸ τὸν κόσμο.
«Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη μας σήμερο στὰ χέρια τους» γράφει κατὰ τὸ 1851 «ὅσοι μας κυβερνοῦν, μεγάλοι καὶ μικροί, καὶ ὑπουργοὶ καὶ βουλευταί, τό 'χουν σὲ δόξα, τό 'χουν σὲ τιμή, τό 'χουν σὲ ἰκανότη τὸ νὰ τοὺς εἰπεῖς ὅτι ἔκλεψαν, ὅτι πρόδωσαν, ὅτι ἤφεραν τόσα κακὰ στὴν πατρίδα. Εἶναι ἄξιοι ἄνθρωποι καὶ τιμῶνται καὶ βραβεύονται. Ὅσοι εἶναι τίμιοι κατατρέχονται ὡς ἀνάξιοι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας».
Καὶ πάλι:

«Φανήκετε ὅλοι τί ἀξίζετε καὶ τί κάμετε στὴν πατρίδα, ἀρχὴ καὶ τέλος. Σᾶς θεωροῦσαν οἱ μέσα καὶ οἱ ἔξω πὼς κάτι ἤσασταν. Κι εἶστε ὅ,τι εἶστε. Ἤσασταν ὅ,τι θεωροῦσαν οἱ Εὐρωπαῖοι τὸ Σουλτάνο καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὸν τίτλο τοῦ ‘Γκρανσινιόρη´. Ὅσο ἔβλεπαν τὸ τζαμὶ στὴ Βιένα σκιάζονταν κι ἔτρεμαν νὰ μὴν πάγει καὶ παραμέσα καὶ φκιάσει κι ἄλλα τζαμιά. Κι ἀπὸ αὐτὸ τὸ φόβο κάποτε τοῦ πλέρωναν καὶ φόρο. Κι ὅταν βγῆκαν μία χοῦφτα ἄνθρωποι καὶ τοὺς ἀπόδειξαν ὅτι δὲν ἔχει πλέον ὁ Γκρανσινιόρης μαστόρους νὰ χτίσει τζαμιά· ὅτι θὰ πέσουν κι αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀπὸ τότε τὸν λένε «ὁ Τοῦρκος». Καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ εὐεργέτες μας βάνουν τὰ φῶτα τους νὰ μᾶς προκόψουν. Ὅμως καὶ χωρὶς κανένας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μᾶς πειράξει μ᾿ ἔργα, ἂς εἶστε καλὰ ἐσεῖς, ποὺ δὲν ἀφήσατε κανένα κουσοῦρι καὶ μᾶς καταντήσετε τέτοιους ποὺ εἴμαστε».
Μόνο οἱ παλιοί του σύντροφοι τὸν βλέπουν. Ὡστόσο ἡ Κυβέρνηση πάντα τὸν ὑποψιάζεται. Ὁ Ὄθων ποτὲ δὲν τοῦ συγχώρεσε τὴ συνωμοσία τοῦ '43. Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι πάντα γι᾿ αὐτοὺς ἕνα ἄγριο θηρίο ποὺ πρέπει νὰ κλειστεῖ στὸ κλουβί. Ἔτσι κατὰ τὸ Σεπτέμβριο τοῦ '51 ἀρχίζουν καὶ κυκλοφοροῦν οἱ κατηγορίες -ἀνυπόστατες, ἀστήριχτες, ποὺ δὲν ἀποδείχτηκαν ποτέ: Ὁ Μακρυγιάννης θέλει νὰ σκοτώσει τὸ βασιλιά, θέλει νὰ κάνει δημοκρατία. Ὁ Μακρυγιάννης συνεννοεῖται μὲ κάτι πρόσφυγες Πολωνοὺς ποὺ κυκλοφοροῦν ἀνατρεπτικὲς προκηρύξεις. Ὁ Μακρυγιάννης εἶπε ὕποπτες κουβέντες σ᾿ ἕναν Ν. Στεφανίδη, διαβόητο βωμολόχο, ποὺ εἶναι καὶ ὁ μοναδικὸς μάρτυρας στὴ δίκη του. Ἔτσι τὸν περιορίζουν στὸ σπίτι του. Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι σάπιος ἀπὸ τὶς ἑφτὰ πληγὲς ποὺ μάζεψε στὸν ἀγῶνα.
«Αἱ πληγαὶ συχνὰ ἠνοίγοντο αἱμορροοῦσαι» γράφει ὁ γιατρὸς Γούδας ποὺ μίλησε στὴ κηδεία του· «ὁ ἐξ αὐτῶν πυρετὸς κατεβίβρωσκεν αὐτόν. Βαρεῖαι νόσοι ἐπήρχοντο, ἡ δὲ ἀνάρρωσις ἐγένετο βραδυτάτη. Ταῦτα ἦσαν τὰ ἀγαθὰ ὧν ἔλαχεν ὁ Μακρυγιάννης ὡς ἀμοιβὴν τῶν ὑπὲρ πατρίδος ἐξόχων ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Πληγαὶ καὶ ἀσθένειαι πολυώδυνοι καὶ μετ᾿ αὐτῶν πενία δυσθεράπευτος ὡς ἐκεῖναι».
Οἱ πληγὲς τοῦ κεφαλιοῦ, ποὺ πῆρε στὴ μάχη τοῦ Σερπετζέ, τὸν κάνουν κάποτε ἔξαλλο. Τρεῖς μέρες προτοῦ τὸν πᾶνε στὶς φυλακὲς τοῦ Μεντρεσέ, μὴ ἔχοντας ἄλλον κριτὴ νὰ τὸν δικαιώσει, ὅπως στὰ νιάτα του στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Ἁϊγιάννη, κάθεται καὶ γράφει στὸν ἴδιο τὸ Θεό:
«Καὶ δὲ μᾶς ἀκοῦς καὶ δὲ μᾶς βλέπεις [...]. Καὶ νὰ σκούζω νύχτα καὶ μέρα ἀπὸ τὶς πληγές μου. Καὶ νὰ βλέπω τὴ δυστυχισμένη μου φαμίλια καὶ τὰ παιδιά μου πνιγμένα στὰ κλάματα καὶ ξυπόλυτα. Καὶ ἕξι μῆνες φυλακωμένος σὲ δυὸ ἀδρασκελιὲς κάμαρη. Καὶ γιατρὸ νὰ μὴ βλέπομε, οὔτε ν᾿ ἀφήνουν κανένα νὰ πλησιάσει νὰ μᾶς ἰδεῖ. [...]. Ὅλοι θέλουν νὰ χαθοῦμε. Μᾶς κάνουν ἀνάκρισες ὁλωνῶν, κατ᾿ οἶκον ἔρευνα σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εἰκόνες δικές σου [...]. Καὶ στὶς 13 τουτουνοῦ τοῦ μῆνα [...] ἦρθε ὁ μοίραρχος μὲ τὴ στολή του, ὅπου μᾶς φύλαγε, καὶ μοῦ λέγει νὰ πάγω στὴ φυλακὴ τοῦ Μεντρεσέ, ὅπου φυλακώνουν τοὺς κακούργους...».
Δὲν εἶναι πολλὰ χρόνια, ψάχνοντας στὸ Ἐθνολογικὸ Μουσεῖο νὰ βρῶ ἐνθύμια του Μακρυγιάννη, εἶδα τὸ γύψινο ἀποτύπωμα τοῦ νεκροῦ κεφαλιοῦ του. Ἦταν σὰν ἕνα μαραγκιασμένο μῆλο ἢ ἕνα πετράδι τῆς ἀκρογιαλιᾶς, βαθιὰ γλυμμένο ἀπὸ τὸ ἀκαταπόνητο κῦμα, λίγο μεγαλύτερο ἀπὸ μία γροθιά. Αὐτὸ τὸ ταλαίπωρο πρᾶγμα ἦταν ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ἀπὸ τὴν ὡραία καὶ τὴν εὐγενικιὰ μορφὴ τοῦ μεγαλόψυχου ἄντρα.
Γιῶργος Σεφέρης

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017


Ὅλα δένονται καὶ λύνονται μὲ πνευματικὸ τρόπο
Ὅλα ὅσα κάνει ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζουν στὸν ἀόρατο, δηλαδὴ στὸν μυστικὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν βάλεις κάτι στὸν νοῦ σου, ὁ Θεὸς τὸ βλέπει καὶ ἂν ἔχεις πάρει ἀπόφαση γι’ αὐτὸ τὸ κάτι εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ κάποτε στὴ ζωή σου.
Ἀκοῦστε ἕνα παράδειγμα. Κάποιος μοναχὸς μοῦ εἶπε: «Μάλωσα μὲ ἕναν μοναχό (νομίζω ἀπὸ ἄλλη μονή), ἀλλὰ ὕστερα μετάνιωσα καὶ ἤθελα νὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμη. Ἐκεῖνος ὅμως οὔτε ποὺ ἤθελε νὰ ἀκούσει γιὰ μένα -τόσο πληγωμένος ἦταν. Καὶ σκεφτόμουν: Τί νὰ κάνω; Αὔριο μεθαύριο πρέπει νὰ φύγω, καὶ θέλω καὶ νὰ κοινωνήσω. Πλήγωσα τὸν ἀδελφό μου, πῶς νὰ πλησιάσω στὴ θεία Κοινωνία; Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ συνεχίσω τὴ ζωὴ τῆς μετάνοιας ἀφοῦ δὲν μὲ θέλει πιά. Ἐγὼ θέλω νὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμη ἀλλὰ αὐτὸς οὔτε ποὺ θέλει νὰ ἀκούσει γιὰ μένα. Θυμήθηκα τότε, λέει, ἕναν λόγο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στὰ Δίπτυχα, μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, ὁ ἱερέας λέει: «Μνήσθητι, Κύριε, τῶν εὐσεβεστάτων καὶ πιστοτάτων ἡμῶν βασιλέων... λάλησον εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας σου καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου».
Ὁ μοναχὸς αὐτὸς θυμήθηκε αὐτὸ τὸ «λάλησον» καὶ εἶπε: «Κύριε, λάλησε Ἐσὺ στὴν καρδιά του γιὰ τὴ μετάνοιά μου, πές του ὅτι μετανιώνω γιὰ ὅ,τι ἔκανα, ὅτι τοῦ ζητάω συγγνώμη καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ τὸν συγχωρῶ». Καὶ συνέχισε λέγοντας: «Τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ τὸν εἶδα ἦταν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ποτὲ σύννεφο στὸν οὐρανό, ὅλα ἐξαφανίστηκαν καὶ ἡ συμφιλίωση ἔγινε». Ὅταν ἔμαθα αὐτὸ τὸ περιστατικό, συμβούλεψα καὶ ἄλλους νὰ πράττουν ἔτσι, καὶ σχεδὸν κάθε φορὰ γίνονταν θαύματα.

Μία μοναχή, ποὺ εἶχε πρωτοπάει σὲ μία μονή, μοῦ ἔλεγε: «Πάτερ, φοβᾶμαι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους». Ἦταν πολὺ εὐαίσθητη καὶ πληγωμένη, ἰδιαίτερα ἀπὸ κάποια ἡλικιωμένη μοναχὴ ποὺ ἦταν πολὺ αὐταρχική. Μοῦ ἔλεγε: «Ὅταν μπαίνω στὸ μαγειρεῖο, μὲ πιάνει τρόμος, δὲν ξέρω τί νὰ κάνω!» Τῆς εἶπα νὰ προσευχηθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο: «Κύριε, πὲς στὴν καρδιά της γιὰ μένα ἕναν καλὸ λόγο». Μία μέρα, λοιπόν, ἔρχεται τρέχοντας καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, ξέρετε τί συνέβη; Ἦρθε ἡ ἀδελφὴ τάδε καὶ μὲ ξανάπιασε ὁ τρόμος καὶ εἶπα “Κύριε, πές της ὅτι τὴν ἀγαπάω!” Καὶ τότε, πάτερ -δὲν ξέρω, ἴσως νὰ ἦταν σύμπτωση- μὲ κοίταξε γλυκὰ καὶ μοῦ μίλησε πολὺ ὡραῖα». Πέρυσι, ὅταν τὴν ξαναεῖδα, εἶχε τὸ ἴδιο λαμπερὸ πρόσωπο ὅπως τότε, καὶ ἂς εἶχαν περάσει δέκα ὁλόκληρα χρόνια, καὶ εἶχε εἰρήνη μὲ ὅλους. Καὶ πιστεύω ὅτι αὐτὲς οἱ «συμπτώσεις» της συνεχίστηκαν.
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ὅλα δένονται καὶ λύνονται μὲ πνευματικὸ τρόπο στὸν μυστικὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς. Καὶ μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ πῶ καὶ τοῦτο: πρέπει νὰ ἀσκούμαστε σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ πρόγονοί μας τὸ ἔκαναν πολὺ φυσικά. Οἱ πρόγονοί μας, ποὺ ἦταν πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ ἀπ’ ὅ,τι ἐμεῖς, μὲ πολὺ φυσικότητα, σὲ κάθε περίσταση, ἐπικαλοῦνταν τὸν Θεό. Φέρ’ εἰπεῖν, ὅταν αἰσθανόμαστε ἕναν κίνδυνο, νὰ ποῦμε: «Κύριε!» Καὶ πὲς κάτι στὸν Θεό. Βλέπεις μία ἁμαρτία μέσα σου, πές: «Κύριε, κοίτα τί ἔχω μέσα μου, μὴ μὲ ἀφήνεις ἔτσι!» Βλέπεις ὅτι κάποιος σὲ στενοχωρεῖ καὶ δυσκολεύεσαι νὰ φιλιώσεις μαζί του· πὲς πάλι: «Κύριε, μίλησε στὴν καρδιά μου γιὰ τὸν πλησίον μου!» κ.λπ.
Νὰ ἐπικαλεῖσθε, λοιπόν, τὸν Θεό. Εἶναι πίστη μας ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας μας, εἶναι ὁ μόνος μεσίτης μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα, λοιπόν, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἀρέσει στὸν Θεὸ νὰ μεσιτεύει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Κάλεσε λοιπὸν τὸν Θεὸ καὶ κάνε Τον μεσίτη ἀνάμεσα σ’ ἐσένα καὶ στὸν ἐχθρό σου, ἀνάμεσα σ’ ἐσένα καὶ σὲ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἔχεις μαλώσει, καὶ θὰ δεῖς τὴν «σύμπτωση» ποὺ θὰ συμβεῖ.
Λίγες μέρες πρὶν μοῦ ἔλεγε κάποιος ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Καὶ τοῦ ἀπαντῶ: «Ὄχι! Παριστάνει πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει! Κάνε λοιπὸν ἐσὺ ὅτι πιστεύεις, καὶ θὰ δεῖς πὼς καὶ ὁ Θεὸς θὰ κάνει ὅτι ὑπάρχει!» Καὶ ἔτσι θὰ συμβαίνουν καὶ σ’ ἐμᾶς παρόμοιες «συμπτώσεις».
Συνοψίζω λέγοντας: Νὰ μάθουμε, ἀδελφοί μου, νὰ καλοῦμε τὸν Θεὸ σὲ κάθε περίπτωση καὶ μὲ κάθε ἀφορμὴ καὶ νὰ ζητᾶμε τὴ συμβουλή Του. Νὰ θέτουμε στὸν Θεὸ ὅλες τὶς ἀπορίες μας, νὰ Τὸν ρωτᾶμε τί νόημα καὶ τί σκοπὸ ἔχει τὸ καθετί.
Καὶ νὰ μὴν ξεχνᾶμε νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε κάθε φορὰ ποὺ μᾶς δίνει ὅ,τι Τοῦ ἔχουμε ζητήσει. Τὸ «Κύριε!» νὰ ἔχουμε πρῶτα πρῶτα στὴν καρδιά μας, καὶ ὕστερα ὅλα τὰ ἄλλα. Στὴν περίπτωση ποὺ θέλεις νὰ μιλήσεις μὲ τὸν πνευματικό σου καὶ βρίσκεται σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ σένα, πρέπει νὰ περπατήσεις αὐτὴ τὴν ἀπόσταση (καὶ στὸ μεταξὺ μπορεῖ κάποιος ἄλλος νὰ σὲ ἔχει προλάβει), ἢ πρέπει νὰ πάρεις τηλέφωνο καὶ νὰ σχηματίσεις ἕναν ἀριθμό. Γιὰ τὸν Θεὸ ὅμως δὲν χρειάζεται οὔτε κάν αὐτό -μπορεῖς ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ πεῖς «Κύριε!» καί, ὅπως ἔλεγε κάποιος, συνδέθηκες μὲ τὸν «δορυφόρο “Κύριε!”». Καὶ τότε θὰ δεῖς πῶς αὐτὸς ὁ Θεὸς «παριστάνει» ὅτι ὑπάρχει!
Ἱερομόναχος Ραφαὴλ Νόϊκα

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017


Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμὸς
Τήν αὐθεντική ἕνωση Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας διασώζουν διαχρονικά οἱ Ἅγιοί μας, Πατέρες καί Μητέρες, δίνοντας στή σύζευξη αὐτή προτεραιότητα στό σωτηριολογικό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀποφεύγοντας ἔτσι τή νόθο συζυγία (αἵρεση). Μέσῳ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τόν Ἑλληνισμό χωρίς νά ὑποδουλωθεῖ στό πρόσλημμα. Προσέλαβε ἔτσι τόν ἑλληνικό λόγο, ἀλλά ἀνανοηματοδοτώντας τον καί μεταβάλλοντάς τον σέ ἐκκλησιαστικό λόγο. Αὐτό διακηρύσσει ὁ Ἕλληνας Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τά αὐτά τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπί τῶν ρημάτων μόνον· ἐπί δέ τῶν νοημάτων πολύ τό μεταξύ» (ἡ ταύτιση περιορίζεται στούς ὅρους, στά νοήματα ὑπάρχει μεγάλη διαφορά).
Ἐδῶ ἀναδύεται καί τό σκανδαλιστικό γιά τόν μή πλήρως ἐκχριστιανισμένο Ἑλληνισμό τῆς (αἱρετίζουσας παγανίζουσας) διανόησης, ὅτιπαρά τήν πανηγυρική κατάφαση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ὀρθόδοξη θεολόγηση εἶναι συνέχεια τῆς προφητικῆς θεολογικῆς παραδόσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ὄχι τῆς ἑλληνικῆς (θεολογοῦσας) σκέψεως, χωρίς βέβαια νά μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ (τουλάχιστον ἀφελῶς) ἑβραϊκή, ἀφοῦ, ὅπως ἐλέχθη, Παλαιὰ Διαθήκη, χριστοκεντρικά θεωρούμενη, ἀνήκει στούς Χριστιανούς καί ὄχι στούς Ἑβραίους.
Ὁ Ἕλλην λόγος, σ’ ὅλο τό πλάτος καί τό δυναμισμό του, γίνεται βασικό ὄργανο ἐκφράσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά ἡ Ἑλληνική Φιλοσοφία μόνο παιδευτικό χαρακτήρα ἔχει στήν Ὀρθοδοξία· τό περιεχόμενό της μένει τελείως ἔξω ἀπό τή θεολογία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Αὐτό διατυπώνει, συγκεφαλαιώνοντας ὅλη τή σχετική πατερική παράδοση, τό «Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας» (9-14ος αἰ.): «Τοῖς τά ἑλληνικά διεξιοῦσι μαθήματα καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς ματαίαις αὐτῶν δόξαις ἑπομένοις καί ὡς ἀληθέσι πιστεύουσιν… ἀνάθεμα».
Ἔτσι, μένει ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη – πατερική θεολογία ἡ μυθολογοῦσα ἑλληνική σκέψη, ὁ διονυσιακός αἰσθησιασμός καί γενικά ὅ,τι ἐμποδίζει τόν ἄνθρωπο στήν ἔνταξή του στήν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη. Ἡ ζήτηση ὅμως τῆς ἀλήθειας (παιδεία – ἐπιστήμη), ἡ ἀγάπη πρός τό ὡραῖο (φιλοκαλία), ἡ πολιτική ὡς διευθέτηση τῶν κοινῶν καί γενικά ἡ «ζήτηση τῆς ἀλήθειας», ὡς θεμελιώδης ἑλληνική ἀρετή, καταξιώνονται χριστιανικά καί συνεχίζονται στά πρόσωπα τῶν ἐξ ἴσου Ἑλλήνων, ὅπως καί οἱ ἀρχαῖοι, Πατέρων.

Συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς κληρονομιᾶς τους ἔχουν ἔντονα ὅλοι οἱ Ἕλληνες Πατέρες ( Μ. Βασίλειος ἐκαυχᾶτο ὅτι μητέρα του Ἐμμέλεια καταγόταν ἀπό τούς Ἠρακλεῖδες), βλέποντας ὅμως ταυτόχρονα τήν ἑλληνικότητά τους ἀναγεννημένη στήν ἁγιοτριαδική χάρη. Εἶναι ἐντυπωσιακό ὅτι σύγχρονη ἐπιστήμη (Ἀρχαιολογία) ἔχει ἀναθεωρήσει παλαιότερες ἑρμηνεῖες γιά τήν ἀνέγερση χριστιανικῶν . Ναῶν στή θέση ἀρχαίων.
Σήμερα οἱ «βυζαντινοί» ἀρχαιολόγοι στίς περιπτώσεις αὐτές βλέπουν ὄχι διάθεση καταστροφῆς, ἀλλά συνείδηση τῆς συνέχειας ὡς ὑπέρβαση καί εἴσοδο στό βασίλειο τῆς χάρης (χωρίς νά λείπουν φυσικά καί οἱ καταδικαστέες περιπτώσεις ἄλογου φανατισμοῦ καί στίς δύο πλευρές). Ἐκφραστικό καί πρόχειρο γιά μᾶς παράδειγμα: ἡ μικρή μητρόπολη (Ἅγιος Ἐλευθέριος) δίπλα στή Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. Πλάκες μέ ἀρχαῖες παραστάσεις ἀπό τόν ἀρχαῖο ναό σώζονται ἐμφανέστατα, περιγεγραμμένες στήν ἐξωτερική ἐπιφάνεια τοῦ χριστιανικοῦ. Ἀκόμη: στήν Καταπολιανή τῆς Πάρου ὁ ἀρχαῖος ναός σώζεται κάτω ἀπό τά θεμέλια του χριστιανικοῦ (ἔκφραση τῆς ὑπερβάσεως, γιά τήν ὁποία μιλήσαμε παραπάνω). Οἱ Χριστιανοί Ἕλληνες πού ἔκτισαν τήν Ἁγιά Σοφιά, ἤξεραν πῶς οἱ πρόγονοί τους εἶχαν κτίσει τόν Παρθενώνα!
Ὁ Ἑλληνισμός στίς θεόνομες καί λυτρωτικές ἀναζητήσεις του δέν ἀπορρίφθηκε. Αὐτό πού ἀποκρούεται ἀπό τούς Ἕλληνες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ἰωάννης Χρυσόστομος κ.λπ.) εἶναι ἡ ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως (μεταφυσική θεολόγηση) ἤ ἡ ἐκνομίκευσή της. Ἀντίθετα, ἐξελληνισμό τοῦ Χριστιανισμοῦ συνιστᾶ ἡ αἵρεση καί ἡ αἱρετίζουσα διανόηση (ἐμμονή στό μή ἀνακαινισμένο ἀνθρώπινο).
Ὁ Χριστιανικός Ἑλληνισμός ἐκφράζεται μέ τόν ὅρο (ἀπό τόν 4ο αἰ.) Ὀρθοδοξία καί γι’ αὐτό ἱστορικά -ὄχι νομικά- ὁ Ἕλληνας μόνο ὡς ὀρθόδοξος χριστιανός μπορεῖ νά νοηθεῖ. Ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ρῶσος κληρικός τῆς διασπορᾶς, πού ἐντάχθηκε ὅμως ἑκούσια στή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (!), καθηγητής τοῦ Χάρβαρντ καί τοῦ Πρίστον, ὁ μεγαλύτερος ὀρθόδοξος θεολόγος τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἄφησε στήν ἐποχή μας δύο ὑπέροχες γιά μᾶς τούς κατά σάρκα Ἕλληνες ὁμολογίες:
α) Ὁ Ἑλληνισμός ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία, ὡς αἰωνία κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως· καί
β) δέν μπορεῖ κανείς νά γίνει χριστιανός (ὀρθόδοξος), ἄν δέν γίνει πρῶτα Ἕλληνας.
Ἄν δέν κυριαρχεῖται δηλαδή ἀπό τή «ζήτηση τῆς ἀλήθειας», πού εἶναι τό κύριο στοιχεῖο τῆς Ἑλληνικότητας (Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς).
Σέ τελευταία ἀνάλυση, γιά τόν Ὀρθόδοξο Ἕλληνα ὅλων τῶν αἰώνων αὐτή εἶναι μεγαλύτερη τιμή· καταξίωσή του ἀπό τή Θεία Χάρη, στήν ὑμνογραφία τῶν Χριστουγέννων, γραμμένη στήν Ἑλληνική γλῶσσα, νά διατρανώνει σὅλη τήν κτίση: «Εὕρομεν τήν Ἀλήθειαν»! Ἐν Χριστῷ τό ζητούμενο ἀπό τήν ἑλληνική ψυχή ἔχει τελεσίδικα βρεθεῖ. Γι’ αὐτό ὁ μεγάλος γερμανός Θεολόγος ΑΙ Jeremias ἔλεγε ὅτι, ἄν ὁ Πλάτων συναντοῦσε τόν Χριστό, θά γονάτιζε ἐνώπιόν του, λέγοντας: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»! Ὁ σημερινός παγανιστικός «Ἑλληνισμός» (Julianus Redivivus) —ὅπου ὑπάρχει— δέν εἶναι συνέχεια τοῦ ἀρχαίου, ἀλλά ἄρνησή του. Διότι ἀρνεῖται αὐτό πού ὁ Ἑλληνισμός βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τή σωτηρία.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017


Παπα-Τύχων ὁ Ἁγιορείτης
Εἶχε γερὴ κράση ὁ Γέροντας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πολλὴ ἄσκηση εἶχε ἐξαντληθῆ. Ὅταν τὸν ρωτοῦσε κανεὶς «τί κάνεις, Γέροντα, εἶσαι καλά;», ἀπαντοῦσε:
- Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ εἶμαι, παιδί μου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀδυναμία ἔχω.
Πολὺ στενοχωριόταν, ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο νέο, καὶ περισσότερο ὅταν ἔβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, ἐπειδὴ δὲν ταιριάζουν τὰ πάχια μὲ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα. Μιὰ μέρα τὸν ἐπισκέφτηκε ἕνας λαϊκὸς πολὺ χονδρὸς καὶ τοῦ λέει:
- Γέροντα, ἔχω πόλεμο σαρκικὸ μὲ βρώμικους λογισμούς, ποὺ δὲν μ' ἀφήνουν καθόλου νὰ ἡσυχάσω.
Ὁ Πάπα - Τύχων τοῦ εἶπε:
- Ἐάν, παιδί μου, ἐσὺ θὰ κάνης ὑπακοή, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἐγὼ θὰ σὲ κάνω Ἄγγελο. Νὰ λές, παιδί μου, συνέχεια τὴν εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», καὶ νὰ περνᾶς ὅλες τὶς ἡμέρες μὲ ψωμὶ καὶ νερό, καὶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ τρῶς φαγητὸ μὲ λίγο λάδι. Νὰ κάνης καὶ ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα μετάνοιες τὴν νύκτα καὶ νὰ διαβάζης μετὰ τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ἕνα κεφάλαιο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας.
Μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, ποὺ τὸν ξαναεπισκέφτηκε, ὁ Γέροντας δὲν μπόρεσε νὰ τὸν γνωρίση, γιατὶ εἶχαν φύγει ὅλα τὰ περίσσια πάχια, καὶ μὲ εὐκολία πιὰ χωροῦσε ἀπὸ τὴν στενὴ πόρτα τοῦ Ναοῦ του. Ὁ Γέροντας τὸν ρώτησε:
- Πῶς περνᾶς τώρα, παιδί μου;
Κι ἐκεῖνος ἀπήντησε:

- Τώρα νιώθω πραγματικὰ σὰν Ἄγγελος, γιατὶ δὲν ἔχω οὔτε σαρκικὲς ἐνοχλήσεις οὔτε καὶ βρώμικους λογισμοὺς καὶ αἰσθάνομαι πολὺ ἐλαφρός, ποὺ ἔφυγαν τὰ πάχη.
Μὲ τέτοιες πρακτικὲς συμβουλὲς νουθετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια.
Ἐκτός, φυσικά, ἀπὸ τὴν μεγάλη πεῖρα ποὺ εἶχε ἀποκτήσει, εἶχε λάβει καὶ θεῖο φωτισμὸ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Μετὰ ἀπὸ τὶς νουθεσίες του ἐπακολουθοῦσαν οἱ προσευχές του, ποὺ τὶς αἰσθάνονταν οἱ ἐπισκέπτες ἔντονα, ὅταν ἔφευγαν. Τὸ πετραχῆλι σχεδὸν ποτὲ δὲν τὸ ἔβγαζε, γιατὶ πολλὲς φορὲς τὸ σήκωνε ἀπὸ τὸν ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸ ἅπλωνε στὸν ἄλλον καὶ ἔπαιρνε τὶς ἁμαρτίες ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του καὶ τοὺς ξαλάφρωνε μὲ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Ἐξομολογήσεως. Τὶς ἐξομολογήσεις, ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι, τὶς ξεχνοῦσε ἀμέσως καὶ ἔτσι ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πάντοτε καλοὺς καὶ ὅλο καλοὺς λογισμοὺς εἶχε γιὰ ὅλους, γιατὶ εἶχε ἐξαγνισθῆ πιὰ ἡ καρδιά του καὶ ὁ νοῦς του.
Κάποτε τὸν εἶχε ρωτήσει ἕνας Ἡγούμενος:
-Γέροντα, ποιός ἀδελφὸς εἶναι πιὸ καθαρὸς μέσα στὸ Κοινόβιο;
Ὁ Πάπα - Τύχων ἀπήντησε:
- Ἅγιε Καθηγούμενε, ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ εἶναι καθαροί. 
Ποτὲ δὲν πλήγωνε ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ θεράπευε τὰ τραύματα μὲ τὸ βάλσαμο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε στὴν πονεμένη ψυχή:
- Παιδί μου, ἐσένα ὁ Χριστὸς σὲ ἀγαπάει, σὲ συγχώρεσε. Ὁ Χριστὸς ἀγαπάει περισσότερο τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν καὶ ζοῦν μὲ ταπείνωση.
Πάντα τόνιζε τὴν ταπείνωση καὶ ἔλεγε χαρακτηριστικά:
- Ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος ἔχει περισσότερη Χάρη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Κάθε πρωΐ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸ ἕνα χέρι, ἀλλ' ὅταν ἰδῆ κανέναν ταπεινὸ ἄνθρωπο, τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δύο Του χέρια. Πὰ-πὰ-πά, παιδί μου! ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μεγαλύτερη ταπείνωση, εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους.
Ἐπίσης, ἔλεγε γι' αὐτοὺς ποὺ παρθενεύουν πὼς πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ταπείνωση, γιατὶ ἀλλιῶς δὲν σώζονται μόνο μὲ τὴν παρθενία, διότι ἡ κόλαση εἶναι γεμάτη καὶ ἀπὸ ὑπερήφανους παρθένους.
- Ὅταν καυχᾶται κανεὶς ὅτι εἶναι παρθένος, ἔλεγε, θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: «Ἐπειδὴ δὲν ἔχεις καὶ ταπείνωση, πήγαινε στὴν κόλαση». Ἐνῶ σ' ἐκεῖνον ποὺ ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ μετανόησε καὶ ζῆ ταπεινὰ μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: «Ἔλα, παιδί μου, ἐδῶ στὸν γλυκὸ Παράδεισο».
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017


Ἐσεῖς λοιπὸν ποὺ ζεῖτε μέσα στὸν κόσμο
Ὑπάρχουν δύο δρόμοι γιὰ νὰ πλησιάσῃ κανεὶς τὸν Κύριο. Ὁ πρακτικὸς καὶ ὁ θεωρητικός. Ὁ πρῶτος χρησιμοποιεῖται κυρίως ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ζοῦν μέσα στὸν κόσμο. Ὁ δεύτερος κυρίως ἀπ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐγκατέλειψαν. Ἐσεῖς λοιπὸν ποὺ ζεῖτε μέσα στὸν κόσμο, δὲν πρέπει ν’ ἀναζητᾶτε διαρκῶς τὸν θεωρητικό, ὅπως κάνουν οἱ μοναχοί, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν ἐγκαταλείπετε τελείως. Σὲ κάθε ἀπασχόλησή σας νὰ ἐνθυμεῖσθε τὸν Κύριο καὶ νὰ συναισθάνεσθε τὴν παρουσία Του. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφοσιωθεῖτε ἀπερίσπαστα στὸ ἔργο αὐτό, γιατὶ σᾶς ἀπασχολοῦν πολλὰ βιοτικὰ προβλήματα καὶ μέριμνες. Ἡ ζωὴ ποὺ κάνετε στὸν κόσμο εἶναι συνδεδεμένη μὲ ἐντολές, τῶν ὁποίων ἡ παραμέλησις ἢ ἡ καταπάτησις θὰ σᾶς καταστήσουν παραβάτη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Γιὰ ὅλα ὑπάρχουν ἐντολές, γιὰ τὶς σχέσεις σας μὲ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά, τοὺς γνωστοὺς καὶ τοὺς ξένους. Γεννιέται λοιπὸν τὸ ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ τὶς κοσμικὲς ἀπασχολήσεις νὰ ἔχῃ κανεὶς ζωντανὴ μέσα του τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ; Εἶναι αὐτὸ δυνατόν, ἐὰν δημιουργήσετε τὴν συναίσθηση ὅτι διαρκῶς ἐργάζεσθε κάνοντας ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Ἔχετε ἐπίσης τὴν σκέψη ὅτι ὁ Θεὸς παρακολουθεῖ διαρκῶς τὴν ἐργασία σας. Ἔτσι θὰ ἐργάζεσθε πάντοτε μὲ προσοχὴ καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ γιὰ τὴν ἐπιτυχία στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεσθε. Ἐὰν ἀγωνισθῆτε σ’ αὐτὸ τὸ ἄθλημα, θὰ εἰρηνεύσῃ ὁ λογισμός, ποὺ τώρα περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ.
Ἀναρωτιέστε γιατὶ δὲν νιώθετε καλὰ στὴν ἐσωτερική σας πορεία. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ἐπιθυμία σας νὰ ἐνθυμῆσθε τὸν Κύριο, παραμελώντας τὶς βιοτικές σας ὑποχρεώσεις· ὅμως αὐτὲς εἶναι πολλὲς φορὲς ἄμεσες καὶ ἐπιτακτικές. Ἔτσι εἰσέρχονται στὸν νοῦ καὶ διασποῦν τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μὴν τὶς παραμελῆτε. Νὰ τὶς ἐκπληρώνετε ὅμως σὰν νὰ σᾶς τὶς ἀνέθεσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος διαρκῶς ἐποπτεύει τὴν ἐκπλήρωσή τους. Προηγουμένως οὔτε τὸ ἕνα κάνατε σωστά, οὔτε τὸ ἄλλο. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ σᾶς ὑποδεικνύω, θὰ πετύχετε τὴν ἐναρμόνιση καὶ τῶν δύο, καὶ τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών σας.
Σᾶς ἔρχονται λογισμοὶ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς; Νὰ τοὺς διώχνετε. Ἀσφαλῶς θὰ ξανάρχονται. Πάλι νὰ τοὺς διώχνετε καὶ νὰ τοὺς ξαναδιώχνετε. Αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει νῆψις καὶ ἐγρήγορσις. Τὰ δάκρυα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προσευχῆς εἶναι πάντοτε εὐεργετικά. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὰ φανερώνουμε στοὺς ἄλλους. Εἶναι μαργαριτάρια. Μὲ τὴν φανέρωσή τους θαμπώνουν καὶ χάνουν τὴν ἀξία τους. Καλύτερα νὰ δακρύζῃ κανεὶς στὸ σπίτι καὶ ὄχι στὸν ναό. Μπροστὰ στοὺς ἄλλους εἶναι προτιμότερο νὰ κρύβῃ κανεὶς τὸ χάρισμα μέσα στὴν καρδιά του.

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017


Μὲ τὸν πεζόβολο
Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.
Εἰς ποῖον ἄλλον θὰ ἥρμοζε, καὶ διὰ στόματος τίνος θὰ ἐμέλπετο καταλληλότερον ἡ ἐπῳδὸς αὐτή, παρὰ διὰ στόματος τοῦ φίλου μας Τριαντάφυλλου τοῦ κηπουροῦ; Γυμνόπους καθὼς ἦτον ὅλην τὴν ζωήν του, πότε νὰ φυτεύῃ καὶ νὰ σκαλίζῃ, ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην, μὲ τὸν πεζόβολον ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβὰν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην… Ἵστατο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐνήδρευε, κατεσκόπευε τὰ κοπάδια τῶν μικρῶν ὀψαρίων νὰ βόσκουν εἰς τὸν πάτον, νὰ πλέουν εἰς τὸν ἀφρόν, κοντὰ εἰς τὴν ἄμμον ἔξω, εἶτα, ὡς ἐπιδέξιος τοξότης, ἔτεινε τὸν πεζόβολον, τὸν ἐξεσφενδόνιζε ταχύς ― καὶ ποῦ νὰ φύγουν τὰ ταλαίπωρα τὰ μικρὰ ψαράκια ἀπὸ τοὺς βρόχους του τοὺς φονικούς;
Εἶτα ἐθαλάσσωνεν ἕως τὸ γόνα, ἔδραχνεν ἠρέμα τὸν πεζόβολον ἀπὸ τὴν κορυφήν, τὸν ἀνέβαζε, τὰ βρόχια μὲ τὰς μολυβήθρας ἔπιπτον κάθετα, τὸν ἔσυρεν ἔξω καὶ τὸν ἐτίναζεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, τρία βήματα ἀπὸ τὸ κῦμα. Ἐπήδων, ἤσπαιρον, ἔστιλβον μὲ λέπια ἀργυρᾶ τὰ καημένα τὰ ψαράκια, καὶ λαχταριστὰ ἀκόμη ὁ Τριαντάφυλλος μὲ τὸν τορβὰν τὰ ἔφερεν εἰς τὸν κῆπόν του. Ἐκεῖ ἤναπτε φωτιάν, καὶ ἀφοῦ ἔρριπτεν ὀλίγον ἅλας, τὰ ἔψηνε· τὰ παιδάριά του τὰ μικρὰ τὰ ἥρπαζον μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, εἶτα ὁ πατὴρ τοὺς τὰ ἐμοίραζεν, ἔδιδε κ᾿ εἰς τὴν ἔγκυον γυναῖκα του, ἔτρωγε κι αὐτός, προσέφερε καὶ εἰς τοὺς παρατυχόντας πελάτας ἢ ἐπισκέπτας τοῦ περιβολίου.
Ἦτο δειλινὸν ἀκόμη. Ὕστερα ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ὀλίγον ἀκόμη, κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ βουνόν, νὰ βασιλέψῃ. Εἶτα ὁ κηπουρὸς ἤντλει νερὸν ἀπὸ τὴν πλατεῖαν γούρναν, τὴν ἀντὶ φρέατος, ἐγέμιζε τὴν στέρναν, τὴν ἀπέφραττεν, ἀπέλυε τὸ νερόν, τὸ ἐμοίραζε στ᾿ αὐλάκια, καθὼς πρὸ μικροῦ εἶχε μοιράσει τὰ μισοψημένα ψαράκια εἰς τὰ τεκνία του. Μὲ τὴν τσάπαν καὶ μὲ τοὺς πόδας τοὺς γυμνούς, μὲ τὰς χεῖρας τὰς τυλώδεις, ἐβάθυνεν, ἔφραττεν, ἄνοιγεν αὐλάκια, κατεύθυνε τὸ νερόν, κ᾿ ἐπότιζεν ὅλα τὰ λάχανα τοῦ κήπου του.
Εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:

Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.
Ὕστερα, ὅταν ὁ ἥλιος εἶχε κρυβῆ ὄπισθεν τοῦ βαθυπρασίνου βουνοῦ ἀντικρύ, φέρων πρόωρον νύκτα εἰς ὅλα τὰ δροσερὰ ἀνθισμένα παράλια, ἤρχοντο εἰς τὸν κῆπον, σχεδὸν τακτικὰ τὴν ὥραν αὐτήν, συνοδεύουσαι τὰ παιδία, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀφελεῖς κι ἀνοιχτόκαρδες, οἱ παραμάννες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον.
Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του, σικυοειδῶν ἢ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἐπώλει ἢ προσέφερεν εἰς αὐτάς, φιλεύων ἐλευθερίως τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ὅμως, αὐστηρᾶς ἀνατροφῆς συνήθως, εἶχον διαταγὴν τῶν γονέων νὰ μὴ βάζουν τίποτε εἰς τὸ στόμα των.
Οἱ παραμάννες ὅμως δὲν ἦσαν ὑπὸ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Ἤκουον γελῶσαι τοὺς ἀστεϊσμοὺς τοῦ Τριαντάφυλλου, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμίλιας του ―μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς, σιωπηλῆς― καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο.
Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δεκαπεντοῦτιν, τὴν ἐνουθέτησεν ἐφάπαξ καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς:
«Κοίταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, ἔχω ἕνα ἐλάττωμα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα, ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κοίταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπαίνῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί».
Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μακαρία ἡ ὥρα· τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὰ γυναικούλα τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ.
Κατόπιν ἀπὸ τὰς παραπαίδας καὶ τὰ μικρά, συχνὰ ἤρχοντο ζητοῦντες ἀναψυχὴν ἐκεῖ τ᾿ ἀφεντικὰ καὶ οἱ κυράδες, καὶ ὅλους τοὺς ἐπεριποιεῖτο μὲ ἁπλότητα ὁ ἄξιος κηπουρός. Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας, ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερὰ καὶ μυροβόλα.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κλείνεται στὸ κελλάκι του
Αὐτὸ ποὺ σᾶς τονίζω καὶ πάλι εἶναι ἡ καλὴ συμπεριφορά, ὁ καλὸς τρόπος, ἡ εὐγένεια. Ὅσο θυμὸ καὶ νὰ ἔχουμε, νὰ μὴ λέμε λόγια. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἔφτυσε αἷμα, γιὰ νὰ μὴ προσβάλη τὸν ἀδελφό του, νὰ μὴ κακολογήση τὸν ἀδελφό του. Καὶ ἄν μᾶς ἔρχεται θυμός, νὰ πᾶμε λίγο ἔξω νὰ ἠρεμήσουμε καὶ νὰ ὑποχωρήσουμε, γιὰ νὰ μὴ φιλονικήσουμε.
Νὰ λέτε τὴν «εὐχὴ» καὶ θὰ σᾶς φύγουν οἱ λογισμοί, θὰ σᾶς φύγουν τὰ πάντα. Ψιθυριστά: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Θὰ δῆτε ἕνα μεγαλεῖο, θὰ βλέπετε τοὺς δαίμονες ἀπ' ἔξω νὰ χαλᾶνε τὸν κόσμο καὶ ἐμεῖς μέσα θὰ λέμε ἀτάραχα τὴν «εὐχή», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Αὐτὸ εἶναι. Οὐράνια μεγαλεῖα θὰ ἔρχωνται μέσα στὴν ψυχή σας καὶ θεωρίες πνευματικές. Θὰ τὰ βλέπετε ὅλα χρυσά. Τὰ φύλλα δὲν θὰ τὰ βλέπετε πράσινα, θὰ τὰ βλέπετε χρυσὰ καὶ διαμαντένια. Πνευματικὴ θεωρία καὶ κατάστασι θὰ ἔχετε ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, ὅταν γίνη συνήθεια ἡ «εὐχή».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κλείνεται στὸ κελλάκι του μέσα, θὰ προσευχηθῆ, θὰ μελετήση, θὰ ἔρθουν τὰ δάκρυα, θὰ ἔρθη ἡ μετάνοια, θὰ κάνη θεωρία. Ἔτσι εἶναι, ὅταν ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ θὰ ἀγαπήσουμε τὸ κελλί. Γιὰ τοὺς κοσμικοὺς εἶναι πάλι τὸ σπίτι. Δὲν θὰ ὠφεληθοῦν τόσο νὰ πηγαίνουν δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὅσο στὸ σπίτι τους. Νὰ τελειώνουν τὶς δουλειές, καὶ μετὰ νὰ πηγαίνουν στὸ σπίτι τους νὰ κάνουν τὰ καθήκοντα τὰ πνευματικὰ καὶ θὰ ἔχουν εἰρήνη στὴν ψυχή τους. Γι' αὐτὸ οἱ Πατέρες μακαρίζουν πολὺ τὸ κελλί. Γιατὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος κλείνεται στὸ κελλάκι του καὶ κάνη τὰ ἀπαραίτητα, αὐτὰ ποὺ ἀπαιτεῖ ὁ Θεός, ἔρχεται προκοπὴ στὴ ζωή του. Νὰ κάνουμε προσευχούλα, νὰ κάνουμε ταμεῖο, νὰ σκεφθοῦμε δηλαδή, ποιὸν λυπήσαμε, ποιὸν πικράναμε, ἄν φερθήκαμε καλῶς ἤ κακῶς. Αὐτὰ νὰ τὰ σημειώνουμε γιὰ ἐξομολόγησι. Γιατὶ ὁ πειρασμὸς ὅλη τὴν ἡμέρα μᾶς χτυπάει, μᾶς πολεμάει ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ ἐκεῖ, εἴτε θὰ μᾶς κάνη νὰ θυμώσουμε, νὰ φωνάξουμε, νὰ συζητήσουμε, νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ θέλημα του Θεοῦ.
Ἑπομένως τὸ βράδυ πρέπει νὰ γίνεται μία αὐτοσυγκέντρωσι, νὰ βλέπουμε πῶς πολιτευτήκαμε τὴν ἡμέρα, γιὰ νὰ μὴ γίνη συγκατάθεσι σὲ κάποια προσβολὴ μέσα μας, νὰ μὴ μένη τίποτε το κακό. Γι' αὐτὸ κλείσου στὴν κέλλα σου καὶ προσεύχου. Μετάνοιες, μελέτη Θείου Νόμου, ὅλα αὐτὰ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Πόση γαλήνη θὰ ὑπάρξη, ὅταν θὰ ἔχουμε αὐτὴ τὴν τακτική· δὲν θὰ ξέρουμε τί εὐχαριστία νὰ ἀποδώσουμε στὸν Θεό. Τόσο πολὺ θὰ ξεκουραζώμαστε ψυχικά. Τὸ νὰ πηγαίνουμε δεξιά, ἀριστερά, νὰ γυρίζουμε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, νὰ κάνουμε ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλει ὁ Θεός, αὐτὸ μέσα στὴν ψυχή μας θὰ φέρνη πάντα ἀκαταστασία, πάντα θὰ ἔχουμε τύψεις συνειδήσεως καὶ δὲν θὰ περνάη ἡ ἡμέρα εὐχάριστα. Ἐνῶ ὅταν ἔχουμε πρόγραμμα καὶ τακτικὴ καὶ στὸ Μοναστήρι καὶ στὸ σπίτι, θὰ λέμε: αὐτὴ εἶναι ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς, θὰ κάνω τὸν Ἑσπερινό μου, θὰ κάνω τὴν παράκλησί μου, θὰ κάνω τὸ καθῆκον μου». Τότε θὰ αἰσθανώμαστε μιὰ παρηγοριὰ στὴν ψυχή, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε εὐαρεστήσει τὸν Θεό.
Γι' αὐτὸ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νἄχη πολλὴ προσοχὴ στὸν ἑαυτό του, μὲ τὴν ὥρα νὰ πορεύεται. Νὰ βλέπη τὴν ὥρα καὶ νὰ λέη: «Αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι γι' αὐτὴ τὴν δουλειά, αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι γιὰ προσευχή, αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι γιὰ ἐργόχειρο, αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι νὰ ἀσχοληθῶ στὸ τάδε μέρος». Γιατὶ ἄν χαζεύουμε, μᾶς πιάνει ὁ διάβολος καὶ μᾶς χορεύει, μᾶς πάει ἐδῶ, μᾶς πάει ἐκεῖ, καὶ λέει: «Κάτσε αὐτοῦ πέρα» καὶ καθόμαστε. «Κάνε ἐκεῖνο» καὶ τὸ κάνουμε. Μᾶς βάζει νὰ κάνουμε δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ δὲν θέλει ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν πικράνουμε τὸν Θεό. Εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖο, ὅταν κανείς ἐργάζεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ λεπτό, μὲ τὴν ὥρα καὶ ἔχει ἕνα ὡραῖο πρόγραμμα. Τότε θὰ βλέπη τὸν Θεὸ μέσ΄ στὴν ψυχή του. Οἱ καλοὶ χριστιανοὶ αὐτὸ τὸ βίωμα ἔχουνε. Καὶ ὅποια δόξα καὶ τιμὴ καὶ ἄν ἔχουν, σὲ μιὰ στιγμὴ τὰ ἐγκαταλείπουν καὶ φεύγουν. Ὅταν κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνο μένει. Ἔτσι ἑτοιμάζουμε τὶς ἀποσκευές, ἑτοιμάζουμε τὶς βαλίτσες μας, καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, εἴμαστε ἕτοιμοι κατὰ πάντα, φεύγουμε καὶ πᾶμε στὸν Χριστό. Ὅποιος τὸ κατορθώση αὐτό, θὰ πάη στὸν Παράδεισο. Ὅ,τι μποροῦμε νὰ κάνουμε, ὅσο μποροῦμε νὰ ἀγωνιζώμαστε γιὰ τὴν σωτηρία μας. Γιατὶ εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, δὲν εἶναι μικρό, τὸ θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, καὶ ὅποιος θὰ τὸ κερδίση, στὸν Παράδεισο θὰ πάη.
Γερόντισσα Μακρίνα (1921-1995)
Ἱ. Μ. Παναγίας Ὁδηγητρίας Πορταριᾶς

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017


Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία
-Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ στενοχώρια; 
-Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός. Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν Θεό, ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος. Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος, μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζει, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης καὶ τὸν παγώνει.... Δὲν θέλει τὴν λιακάδα, θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης. 
-Γέροντα, τί θέλετε νὰ πῆτε μ' αὐτό; 
-Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικό, τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ' αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατί τότε θὰ τὰ πληρώση ὅλα μιὰ καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή. 
-Δηλαδή, Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια; 
-Γίνεται συνήθεια, γιατὶ ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος. Ἐνῶ ὅποιος σπέρνει δοξολογία δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι' αὐτὸ ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμός, τὸν κυνηγάει συνέχεια ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες Του. 
Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὐχ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέστρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήση. Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε. 

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017


Ὁ Οἰκουμενισμὸς
Στὸν σύγχρονο Οἰκουμενισμὸ ὅλα βασίζονται στὴν ἀκόλουθη θέση, στὸ οὐμανιστικὸ ἀξίωμα «ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία ἀλλὰ πολλές». Εἶναι σὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ κομματιάστηκε. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ διαιρεθεῖ. Ἀπὸ αὐτὴν μπορεῖ κανεὶς μονάχα νὰ ἐκπέσει καὶ ὄχι νὰ ἀποκοπεῖ. Στὴν οὐσία της ἡ Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινος ὀργανισμός, Θεανθρώπινο σῶμα, τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καὶ γι΄ αὐτὸ εἶναι πάντοτε μία, σὲ ὅλους τοὺς κόσμους μία. Σὲ αὐτὸ ἔγκειται ἡ οἰκουμενικότητά της, ἡ καθολικότητα. Ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ ψεύτικους χριστούς, ψεύτικους μεσσίες, ψεύτικους προφῆτες, γεμάτος ἀπὸ ποικιλότητα πίστεων, ὀλιγοπιστίας καὶ τέλος παντελοῦς ἀπουσίας. Ἡ προβληματικὴ τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ εἶναι καθαρὰ κοσμική, πολιτικάντικη καὶ στὴν οὐσία της κομμουνιστική - παπιστική. Τὰ πάντα ἀνάγονται σὲ «κοινωνικὲς» ἀξίες καὶ μάλιστα γήινες καὶ παροδικές. Δὲν ὑπάρχει τὸ Θεανθρώπινο ἐπίκεντρο, ἡ προβληματικὴ τοῦ Εὐαγγελίου: δὲν ἐπιζητεῖται «πρῶτον ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» καὶ ἡ δικαιοσύνη Του, ἀλλὰ τὸ βασίλειο τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ ὅλα ὅσα εἶναι ἐξ αὐτοῦ.
Τὸ ζήτημα τῆς ἑνότητος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιλυθεῖ μὲ κανέναν «διάλογο» παρὰ μονάχα διὰ τῆς μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεανθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἐκκλησία: «μνημόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας καὶ μετανόησον». Δίχως τὸν Θεάνθρωπο, οἱ δῆθεν «ἐκκλησίες» δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ «συναγωγὲς τοῦ Σατανᾶ». Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν αἵρεση εἶναι: «μετανόησον...». Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ κάθε αἵρεση, γιὰ ὅλες τὶς 232 αἱρέσεις-ἐκκλησίες. «Μνημόνευε οὖν πῶς εἴληφας καὶ ἤκουσας (τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἀληθείας) καὶ τήρει καὶ μετανόησον...». Διὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ εἰσέβαλε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐπεβλήθη ἡ καθαρῶς κοσμικὴ καὶ διεθνὴς ἀθεϊστική, κομμουνιστικὴ προβληματική. Σήμερα εἶναι ἀδύνατον γιὰ τὴν γνήσια Ἐκκλησία νὰ ἐκφραστεῖ, γιατὶ ποῦ εἶναι οἱ γνήσιοι μάρτυρές της, οἱ Μάρτυρες, μὰ καὶ οἱ πρῶτοι της θεολόγοι; Ἔτσι ἐπλήθυναν οἱ ρηχοί, οὐμανίζοντες, παπίζοντες, αἱρετίζοντες καὶ προτεσταντίζοντες θεολόγοι... Ἐξάλλου, ἔτσι δικαιολογοῦνται ὅλες οἱ δυτικὲς «ἐκκλησίες» καὶ αἱρέσεις: τὰ φορτώνουν ὅλα στὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Πορεύονται «κατ' ἄνθρωπον» μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: ἀντὶ τῆς μεθόδου τοῦ Σωτῆρος -τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἔσω ἀνθρώπου- ὁδεύουν τὴν ὁδὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὐμανισμοῦ, πασχίζοντας νὰ μεταμορφώσουν τὸ πρόσωπο διὰ τῆς κοινωνίας καὶ ὄχι διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ Σωτῆρος, ἡ ὁποία συνίσταται στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι διὰ τῆς κοινωνίας.
Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς