Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης
Πέμπτη, 28 Ἀπριλίου 1977
Σὲ σχέση μὲ τὴν κρίση ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέλευση φοιτητῶν, σκεφτόμουν: γιατί οἱ ἄνθρωποι τόσο συχνὰ ἁπλῶς καταστρέφουν τὴ ζωή τους, βλάπτουν τὸν ἑαυτό τους, σὰν νὰ διακατέχονται ἀπὸ κάποια amor fati.
Θὰ ὑπέθετε κανεὶς πὼς ἕνας ἁπλὸς ἐγωισμὸς καὶ τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης θὰ τοὺς προφύλασσαν, ἀλλὰ ὄχι, οὔτε αὐτὸ τὸ ἔνστικτο δὲν τοὺς σταματᾶ. Μπορεῖς νὰ διακρίνεις καθαρὰ ἕνα εἶδος τρέλας, ἕνα πραγματικὸ πάθος γιὰ καταστροφή. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι τὸ «Ἐγώ», δηλαδὴ ἡ ὑπερηφάνεια.
Ἡ ὑπερηφάνεια μεταμόρφωσε τὸν «ἄγγελο φωτός» σὲ Διάβολο, καὶ τώρα μόνον ἡ ὑπερηφάνεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους. Συνεπῶς, τὸ καθετὶ ποὺ συνδέεται, κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀκόμη καὶ σὲ μικροσκοπικὲς δόσεις, συνδέεται μὲ τὸν Διάβολο καὶ μὲ τὸ διαβολικό.
Ἡ θρησκεία ἐπίσης ἀποτελεῖ ἕνα ἕτοιμο πεδίο δράσης γιὰ τὶς δυνάμεις τοῦ διαβόλου. Τὰ πάντα, ἀπολύτως τὰ πάντα στὴ θρησκεία, εἶναι ἀμφιλεγόμενα, κι αὐτὴ ἡ ἀσάφεια μπορεῖ ν' ἀρθεῖ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ νὰ εἶναι, ἤ νὰ πρέπει νὰ κατευθύνεται στὴν ἀναζήτηση τῆς ταπείνωσης.
Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης: χαρά! Ἡ ὑπερηφάνεια ἀποκλείει τὴ χαρά. Ἔπειτα: ἁπλότητα, δηλαδὴ ἀπουσία κάθε στροφῆς πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Τελικά, ἐμπιστοσύνη, ὡς ἡ κύρια κατευθυντήρια γραμμὴ τῆς ζωῆς, ποὺ ἐφαρμόζεται στὸ καθετὶ (καθαρότητα καρδιᾶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεό). Σημάδια τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι: ἡ ἀπουσία χαρᾶς, περιπλοκότητα καὶ φόβος. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐπαληθευθοῦν κάθε μέρα, κάθε ὥρα, παρατηρώντας τὸν ἑαυτό μας καὶ μελετώντας τὴ ζωὴ γύρω μας.

Εἶναι τρομερὸ νὰ σκέφτεσαι πώς, κατὰ μία ἔννοια, καὶ ἡ Ἐκκλησία ζεῖ μὲ ὑπερηφάνεια - «τὰ δίκαια τῶν ἐκκλησιῶν», «τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου», «ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» κ.λπ. καὶ μὲ μιά πλημμύρα ἄχαρης, περίπλοκης καὶ ἐπίφοβης «πνευματικότητας». Εἶναι μιὰ συνεχὴς αὐτοκαταστροφή.
Προσπαθοῦμε νὰ προστατεύσουμε τὴν «Ἀλήθεια», παλεύουμε μὲ κάτι καὶ γιὰ κάτι δίχως νὰ καταλαβαίνουμε πὼς ἡ Ἀλήθεια ἐμφανίζεται καὶ νικᾶ μόνον ὅπου εἶναι ζωντανή: «...ταπεινώσου, γίνε σὰν δοῦλος», καὶ θὰ ἔχεις μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἁπλότητα ποὺ ἀπελευθερώνουν, ἐκεῖ ὅπου ἡ ταπείνωση ἀκτινοβολεῖ τὴ θεϊκή της ὀμορφιά, ὅπου ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὴ δημιουργία καὶ στὴ σωτηρία. Πῶς θὰ μπορέσω ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ζήσω μαζί της; Πῶς θὰ μπορέσω νὰ πείσω τοὺς ἄλλους;

...Συνεχίζω τὶς χθεσινὲς σημειώσεις μου γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια, τὸν ἐγωκεντρισμό, ὡς πηγὴ ἁμαρτίας, ὡς τὸ περιεχόμενο τῆς ἁμαρτίας καὶ ὡς ἡ καταστροφική, ὀλέθρια δύναμή της.
Σκεφτόμουν σήμερα τὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτία, στὴ σάρκα καὶ στὴ λαγνεία. Λαγνεία εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ ἴδια ἐγωκεντρικότητα, ἡ ἴδια ὑπερηφάνεια ποὺ στρέφει τὸ σῶμα στὸν ἑαυτό του, στὴν αὐτοδικαίωση καὶ στὴν αὐτοϊκανοποίησή του. Ἔτσι, εἶναι ἀδύνατη ἡ γνήσια ταπείνωση δίχως τὴ νίκη ἐνάντια στὴ σάρκα, ἡ ὁποία τελικὰ συνίσταται στὴν πνευματοποίηση τοῦ σώματος.
Ἀλλὰ ἡ μάχη μὲ τὴ σάρκα μπορεῖ εὔκολα νὰ μετατραπεῖ σὲ ὑπερηφάνεια καὶ σὲ πηγὴ ὑπερηφάνειας ἂν δὲν ριζώνει στὴν ἀναζήτηση καὶ ἐπιδίωξη τῆς ταπείνωσης. Ὁ ἀσκητισμὸς μπορεῖ νὰ ἐντρυφᾶ στὸν ἑαυτό του κι ὄχι στὸν Θεό. Τὰ σημάδια εἶναι σαφῆ. Ὁ φωτεινὸς ἀσκητισμὸς εἶναι χαρούμενος, ἁπλός, ἐλπιδοφόρος.
Ὁ ψευδὴς ἀσκητισμός, χωρὶς ἐξαίρεση, ζεῖ ἀπεχθανόμενος τὴ σάρκα, τὸν κόσμο, τὴ ζωή. Τρέφεται μὲ τὴν περιφρόνηση, συμμετέχει στὴ βλασφημία τοῦ Διαβόλου ἀπέναντι στὴν κτίση. Γιὰ ἕναν τέτοιο ἀσκητή, ἡ ἁμαρτία -ὅπως καὶ ὁ πειρασμὸς καὶ ὁ κίνδυνος- φαίνεται νὰ βρίσκεται παντοῦ.
Ἐνῶ ἡ νίκη πάνω στὴ σάρκα δὲν γίνεται ποτὲ ἀπέχθεια καὶ πάντα ὁδηγεῖ στὸν «καθαρὸ ὀφθαλμό». «Ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ἦ, ὅλον τὸ σῶμα σου σκοτεινὸν ἔσται».
Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017


Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις
Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ προσέλθει στήν ἁγία Τράπεζα καί κοινωνήσει, προσκαλεῖ καί τούς ἄλλους. Ὅμως δέν ἐπιτρέπεται σέ ὅλους ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἱερέας δέν τούς προσκαλεῖ ὅλους. Ἀλλά, ἀφοῦ πάρει στά χέρια του τόν ζωοποιό ἄρτο καί τόν ὑψώσει, προσκαλεῖ μόνο τούς ἀξίους νά κοινωνήσουν. Καί τό φωνάζει: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις».
Εἶναι σάν νά λέγει: Νά, αὐτός εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Ἐλᾶτε νά μεταλάβετε. Ὄχι ὅμως ὅλοι: Ἀλλά μόνο ὅποιος εἶναι ἅγιος. Γιατί τά ἅγια ἐπιτρέπονται μόνον στούς ἁγίους. Ἁγίους ἐδῶ δέν ἐννοεῖ τούς τέλειους σέ ἀρετή, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἀγωνίζονται νά φθάσουν σέ κάποια βαθμίδα πιό ψηλή· ἔστω καί ἄν δέν ἔφθασαν ἀκόμη. Γιατί καί αὐτοί πού ἀγωνίζονται, δέν ἐμποδίζονται νά μετέχουν τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γιά νά ἁγιάζωνται. Καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη θεωροῦνται καί αὐτοί ἅγιοι.
Καί ἡ Ἐκκλησία λέγεται ὅλη ἁγία. Καί ὁ μακάριος ἀπόστολος γράφοντας πρός ὁλόκληρη χριστιανική κοινότητα λέγει: «Ἀδελφοί ἅγιοι, κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι». Ἅγιοι ὀνομάζονται οἱ πιστοί, ἐπειδή κοινωνοῦν τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Ἁγίου, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι πράγματι μέλη τοῦ ἰδίου σώματος. Σάρκα ἀπό τή σάρκα Του. Ὀστά ἀπό τά ὀστά Του. Ἅμα εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του, καί διατηροῦμε ἁρμονική ἐπικοινωνία μαζί Του, κοινωνώντας παίρνομε τήν ἁγιωσύνη τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Κεφαλή, καί ἡ Καρδιά τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ ἅμα ἀποκοποῦμε ἀπό τήν ὁλότητα τοῦ ἁγίου Σώματός Του, καί κοινωνοῦμε, μάταια μετέχομε στά ἅγια μυστήρια.
Τί εἶναι ἐκεῖνο πού ἀποκόπτει τά μέλη (τούς πιστούς) ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Τά ἁμαρτήματά μας! Ναί, τά ἁμαρτήματά μας στέκονται ἐμπόδιο ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στόν Χριστό. Καί μᾶς χωρίζουν. Καί λοιπόν; Κάθε ἁμαρτία νεκρώνει τόν ἄνθρωπο; Ὄχι βέβαια! Ἀλλά μόνον οἱ θανάσιμες ἁμαρτίες. Οἱ ἁμαρτίες «πρός θάνατον»! «Ὑπάρχει ὅμως καί ἁμαρτία μή «πρός θάνατον», μή θανάσιμη, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Καί γι᾿ αὐτό οἱ βαπτισμένοι, ὅταν δέν πέφτουν σέ θανάσιμα ἁμαρτήματα, στά ἁμαρτήματα πού χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Χριστό καί τοῦ ἐπιφέρουν (πνευματικό) θάνατο, δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτούς ἐμπόδιο νά κοινωνοῦν. Γιατί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἑνωμένα μέ τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό.
Στή διακήρυξη τοῦ ἱερέα: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις», οἱ πιστοί ἀποκρίνονται: «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Δηλαδή, κανένας δέν ἔχει ἁγιότητα ἀπό τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινης ἀρετῆς ἡ ἁγιότητα! Ὅλοι ἀπό Ἐκεῖνον τήν παίρνουμε. Καί ὅπως ἄν βάλεις πολλούς καθρέπτες κάτω ἀπό τόν ἥλιο, ὅλοι θά ἀστράπτουν καί θά νομίζεις ὅτι βλέπεις πολλούς ἡλίους, ὅμως ἕνας εἶναι ὁ ἥλιος· ἔτσι καί ὁ Χριστός, ὅσους καί ἄν ἁγιάζει, Αὐτός θά εἶναι πάντοτε ὁ ἕνας καί μοναδικός Ἅγιος.

Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017


Ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλάδα
Πολλοί ἔχουν πεῖ πώς ὁ Καποδίστριας ἦταν ἕνας Εὐρωπαϊστής, ἕνας ἄνθρωπος πού «ἤθελε νά μετατρέψει τούς Ρωμηούς σέ Ἕλληνες», ἰσχύει ὅμως κάτι τέτοιο;
Τό 1819 γράφει στόν πατέρα του: «Εἶναι ἔργον μοναδικόν τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων πού ἀναξίως ἐπεκαλέσθην μέ δάκρυα εἰλικρινοῦς καρδίας καί ἀφοσιωμένης», προσθέτοντας τήν φράση: «Πίπτων εἰς τούς πόδας τοῦ Θαυματουργοῦ Ἁγίου μας καί τῆς Ἀειπαρθένου Πλατυτέρας (=Θεοτόκου)». Εἶναι ἔκδηλη ἡ ἡσυχαστική του συνείδηση σέ ἕνα ἰδιωτικό γράμμα πού τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀποκαλύψει τά μύχια της καρδιᾶς του. Εἶναι δέ γεγονός ὅτι ἔβλεπε τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Γένους ζυμωμένη μέ τήν πίστη.
Γράφει σέ ἄλλη περίπτωση: «Ἡ Χριστιανική Θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἕλληνας καί γλώσσα καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα». Συνδύαζε δηλαδή ὁ Καποδίστριας τήν ἀνάσταση καί τήν ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ὄχι μέ τήν Εὐρώπη καί τήν ὁποιαδήποτε βοήθειά της, ἀλλά μέ τήν παράδοση τοῦ γένους καί τά πνευματικά ἀποθέματά του.
Ἀνάλογα θά δηλώσει καί στόν J. B. Georges Bory de Saint Vincent: «Πρῶτα εἶμαι Ἕλληνας... γιατί γεννήθηκα σέ αὐτή τήν χώρα... Εἶμαι Ἕλληνας ἀπό πατέρα καί μητέρα. Εἶμαι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ πού μοῦ ἀνέθεσε τήν κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ... Εἶμαι Ἕλληνας ἐκ γενετῆς, ἀπό καθαρή ἀγάπη, ἀπό αἴσθημα, ἀπό καθῆκον καί ἀπό Θρησκεία».
Ἡ ἀποστασιοποίησή του ἀπό τό φράγκικο περιβάλλον τῆς γενέτειράς του εἶναι τόσο ἐμφανής τό 1815 ὥστε νά δικαιώνεται ὁ χαρακτηρισμός του ἀπό τόν Π. Χριστόπουλο ὡς «ταξικοῦ ἀποστάτου».

Παρατηρεῖ ὁ Καποδίστριας: «Ἡ ἑνετική πολιτεία ἐκυβέρνα τάς Ἰονίους νήσους μέ τό σύστημα τῆς διαφθορᾶς. Οἱ Ἀντιπρόσωποι ἐκλέγοντο ἐκ τῆς κλάσεως (τάξεως) τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων ἥτις ἦτο ἡ εὐκαταφρονεστέρα καί ἡ μᾶλλον διεφθαρμένη δι’ ἀνηθικότητα καί ἐλεεινότητα... Ἡ πολιτεία τῆς Βενετίας ἐφοβεῖτο τό ἔξοχον τῆς φυσικῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἑλλήνων καί ἐπροσπάθει νά τό καταβάλη μέ τήν ἀμάθειαν». Ἦταν εὐγενής στήν καταγωγή, ἀλλά Ρωμηός στήν καρδιά!
Ὁ Καποδίστριας γνώριζε καί τίς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης, κάτι πού θά τό ἐκφράσει σαφέστερα καί συχνότερα κατά τήν πολιτική του δράση στήν Ἑλλάδα. Στό πρόσωπο τοῦ Μέττερνιχ ἀντιμετώπισε τήν μεσαιωνική Εὐρωπαϊκή τυραννία, πού προσπαθοῦσε νά ἐπιβιώσει. Στό πρόσωπο τοῦ Βοναπάρτη καί τῆς μετεπαναστατικῆς Γαλλίας πολέμησε τήν ἀλλοτριωμένη δημοκρατία πού ὡς ἀστισμός ὑποκατέστησε τήν κληρονομική ὀλιγαρχία μέ τήν οἰκονομική.
Αὐτό ἐκφράζει τό 1815: «Ἔχομεν ἤδη τήν ἀπόδειξιν τούτου εἰς τάς ταχείας ἐπιτυχίας τῆς κακοηθείας καί τῆς δολιότητος τῶν Γάλλων. Δέν εἶναι εἷς μόνον ἀνήρ, τόν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀποφασισμένη νά πολεμήσει. Εἶναι μία γενεά ἀνθρώπων χωρίς θρησκείαν, χωρίς τιμήν, χωρίς πατρίδα, χωρίς ἀρχάς, μία γενεά τήν ὁποία πρέπει νά τιμωρήσωμεν καί νά διορθώσωμεν». 
Διατηρώντας τήν ἀρχαία Ἑλληνική ἀρετή πού διατυπώνει ὁ Πλάτων στήν Ἐπινομίδα του, «ὅ,τι περ ἄν Ἕλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται», προσέλαβε ἐπιλεκτικά στοιχεῖα ἀπό τήν εὐρωπαϊκή πραγματικότητα, ἀλλ’ ὄχι τήν Εὐρώπη στό σύνολό της.
Γι’ αὐτό θά ἐπιδιώκει ἡ νεολαία, πού μέ τήν συνδρομή του σπούδαζε στήν Ἐλβετία, «νά σχηματισθῆ πρῶτον ἑλληνιστί καί ὄχι ἐλβετιστί ἤ γαλλιστί. Ἡ Ἑλλάς πρέπει πρῶτον νά μορφώνη Ἑλληνικῶς τήν ἁπαλήν ψυχήν τῶν τέκνων της. Ἡ δέ Εὐρώπη νά τελειοποιῆ ὕστερον τούς ἤδη ἐσχηματισμένους νέους».
Ἡ αἰτία δηλώνεται στήν ἑπόμενη φράση: «Οὕτω τό Ἔθνος φυλάττει τόν ἐθνικόν χαρακτήρα του, δέν νοθεύεται».
Ἄν δέν γνωρίζαμε πώς τό γράμμα ἀνήκει στόν Καποδίστρια, θά μποροῦσε ἀβίαστα νά ἀποδοθεῖ σέ κάποιον ἀπό τούς Κολλυβάδες Πατέρες!

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο νὰ προσφέρω
Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.
Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός. Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.
Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.
–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάντησε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.
Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.
Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:
–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.
Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:
–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεολογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτάσεις.
Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Ἅγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Ἐπί τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν
Δημαγωγοῦντες ἑκάστοτε τόν ἑλληνικόν λαόν καί καπηλευόμενοι τόν πατριωτισμόν, διά νά παραστήσωμεν εἰς αὐτόν ὅτι εἶναι λαός περιούσιος [...] καταντήσαμεν νά πείσωμεν αὐτόν ὅτι εἰς τόν ἀγώνα τοῦ πολιτισμοῦ καί εἰς τόν ἀγώνα τῆς προόδου καί εἰς τόν ἀγώνα τῆς ἁμίλλης δέν ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἐπικρατήσῃ, νά μεταχειρισθῆ τά ἴδια ὅπλα τά ὁποῖα μεταχειρίζονται οἱ ἄλλοι λαοί.
[...] Πάντα ταῦτα κατορθώσαμεν νά πείσωμεν τόν λαόν ὅτι ἦσαν περιττά. Συγχρόνως ἀφήσαμεν αὐτόν νά ἐπαναπαύεται ὅτι, ἐάν τοῦ λείψουν ὅλα τά ἄλλα ἐφόδια, δύναται ὅμως, κρατῶν ἐπάνω εἰς τόν δίσκον τῆς ἐπαιτείας τάς παρελθούσας δόξας του, νά προσέρχεται ἑκάστοτε πρός τούς ἰσχυρούς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐργασθέντες ἐγένοντο ἰσχυροί, διά νά ζητῆ ὑπέρ ἑαυτοῦ ὡς ἐπαιτείαν, ἐπί τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν του, ὅπως ὑπερασπίζη τά δίκαιά του.
*****
[Οἱ Κωνσταντινικοί] ἀκολουθοῦν τήν πολιτικήν τῆς αὐτοτελείας, δηλ. τῆς ἀπομονώσεως. Ἡμεῖς ἀκολουθήσαμεν τήν πολιτικήν τῆς «ὑποτελείας», δηλ. τῶν συμμαχιῶν. 
*****
Νά τό πάρωμεν ἀπόφασιν ὅτι δέν ὑπάρχει, δέν ὑπῆρξε ποτέ, “Θεός τῆς Ἑλλάδος”. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός δι΄ ὅλα τά ἔθνη. Ἡ φρόνησις, ἡ διορατικότης, ἡ προορατικότης, ἡ ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα. Ἰδού τί θά μᾶς βοηθήση θετικά νά ἐπανορθώσωμεν ὅ,τι εἶναι ἐπανορθώσιμον». 

Ἐλευθέριος Βενιζέλος

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017


Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ
Ἀνάμεσα Σύρο καί Τζιά
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
ἡ μικρή μου ἡ κοπελιά
Πὄχει τίς ρίζες στό βυθό
καί τά κλαδιά στόν οὐρανό
τό κορίτσι πού ἀγαπῶ
Πλάσμα δέν εἶναι ἀνθρωπινό
δέν εἶναι μήτε ξωτικό
τό κορίτσι πού ἀγαπῶ
Μά 'χει τόν ἥλιο φορεσιά
τά κύματα περπατηξιά
ἡ μικρή μου ἡ Παναγιά
Χάιντε νύφη τῆς θαλάσσης
τί φαμίλιες θά χαλάσεις
Νύφη μέσα στά μπουγάζια
μέ τά πέπλα τά γαλάζια
ἄνεμος νά μή σέ πιάσει
λούλουδο μή σοῦ χαλάσει
Κι ἄν γενεῖ ποτέ τό θάμα
κι ἀγαπήσεις κάνω τάμα
Νά σοῦ στείλω μιὰ μπρατσέρα
μέ τόν Πολικόν Ἀστέρα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Τὸ ἀηδονάκι
Μέσα στὸ δάσος περπατῶ
κι ἀκούω τὰ πουλάκια.
Κάθε κλωνὶ
καὶ μιὰ φωνή,
σὲ κάθε δένδρο μουσικὴ
χαρὲς καὶ τραγουδάκια.
Μὰ ἐκεῖ ποὺ ἄλλα τραγουδοῦν
κι ἄλλα κρατοῦν τὸ ἴσο,
ἕνα πουλί,
μικρὸ λαλεῖ
σὰ νὰ τοὺς λέει: «Σωπᾶστε σεῖς!
Ἐγὼ θὰ τραγουδήσω!»
Σωπάσαν ὅλα... Τὸ μικρὸ
πουλὶ τ᾿ ἀποστομώνει.
Εἶχαν λαλιὰ
τ᾿ ἄλλα πουλιά,
μὰ ἕνα ἦταν μοναχὸ
ἀπ᾿ ὅλα τους τ᾿ ἀηδόνι.

Ἄγγελος Βλάχος

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Τὸ ἀξιοπρεπὲς παραμέρισμα
Ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν θαλασσοδαρμένων νησιῶν, ἔπρεπε νὰ σπουδάσω τοὺς καιρούς, ὄχι ἁπλὰ νὰ τοὺς μάθω. Ἡ κυβέρνησή σου ταξίδεψε μὲ μπάτη. Σιγά-σιγὰ ὅμως ἔγινε μαϊστράλι καὶ τώρα μαΐστρος μὲ τὰ μάγγανα, ποὺ ξερριζώνει τὰ κλαδιὰ καὶ ἐκσφενδονίζει πέτρες, καὶ ἀπὸ τὴν στεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα.
Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ραγιᾶς τραγουδοῦσε: «Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ». Μὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ τραγουδάκι, ποὺ τὸ ἔλεγε ἄλλοτε ψιθυριστὰ καὶ ἄλλοτε δυνατά, ἀναγνώριζε ὅτι οἱ κρατοῦντες ἦταν βράχος. Ἀλλὰ κι ἐγώ, ὁ ραγιᾶς, εἶμαι φουρνέλο, κι ἂς μὴ φαίνωμαι. Αἰσθάνομαι κι ἐγὼ τὴν ρώμη τῶν δυνάμεών μου. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀφανίσω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ μεριάσω, γι᾽ αὐτὸ σοῦ λέω «μέριασε», δὲν σοῦ λέω «ἐξαφανίσου». Δὲν σοῦ συνιστῶ, λοιπόν, οὔτε νὰ πέσης οὔτε νὰ παραιτηθῆς, ἀλλὰ νὰ παραμερίσης μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ τιμή.
Ἀνέβηκες σὲ μιὰ πίστα καὶ χορεύεις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσης τὰ ὄργανα καὶ μπερδεύονται τὰ βήματά σου. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκούσης τὴν θλιμμένη σήμερα φωνὴ τοῦ κότσυφα, ποὺ λέγει: «Θέλω τὸν Σταυρὸ στοὺς τρούλλους, στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ ἱστία τῶν καραβιῶν καὶ στὸν ἱστὸ τῆς σημαίας. Τὴν μπάλα ποὺ μοῦ ἔβαλες δὲν μπορῶ νὰ τὴν σιγουρευτῶ, ἐνῶ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ χρόνια τὰ ἔχω βῆμα καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνακοινώνω τῆς ἄνοιξης τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοῦ χειμῶνα τὶς κακοκαιριές». Ὅποιος τόλμησε στὴν ἱστορία νὰ ρίξη τὸν Σταυρό, τοῦ ᾽ρθε ἡ μπάλα στὸ κεφάλι. Ὄχι τὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους μας ἀφανισμένα καὶ ἀλογάριαστα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες. Ὄχι οἱ ἀνακοινώσεις τῆς λατρείας ἀπὸ τοὺς κράχτες τῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρηγορήτρα καμπάνα. (Βρέθηκα σὲ νοσηλευτήριο τοῦ Βερολίνου. Ἡ μόνη μου παρηγοριὰ ἤτανε κάθε βράδυ ὁ ἦχος μιᾶς καμπάνας, ἴσως ἀπὸ κάποιο μοναστήρι.) Κυριολεκτικὰ δαπανᾶσθε νὰ ὑψώσετε μιναρέδες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν ἅγιο καὶ ἀφήνετε τὰ μνημεῖα τοῦ Ἔθνους, τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γκρεμίζωνται.
Ἀπόσυρε τὰ θρησκευτικὰ ποὺ διδάσκονται σήμερα τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα. Δὲν μιλᾶνε αὐτὰ γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν. Ἀναπιάνεται τὸ προζύμι χωρὶς νερό; Στὰ χέρια κολλᾶ καὶ τὸ δέρμα βγάζει. Νυμφεύσου στὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί σου. Βάπτισε τὰ παιδιά σου, ὅπως βαπτίστηκες κι ἐσύ. Συμμάζεψε κάθε ὑβριστὴ τῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλάδα θεμελιώθηκε πάνω στὴν ἀρχὴ τῆς θεοκρατίας. Πρέπει κάθε μέρα νὰ ἀναπλάθεται καὶ νὰ φρεσκάρεται τὸ φύραμά της. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ παρασύρθηκες σὲ ὅσα ἔπραξες μέχρι τώρα, μετανόησε. Ἂν συνειδητὰ δὲν πιστεύεις, παραμέρισε.
Δὲν σὲ γνωρίζω, οὔτε τὸ κάλλος τοῦ προσώπου σου εἶδα ποτέ. Καὶ δὲν θέλω νὰ συναντηθοῦμε, γιατὶ δὲν εἶμαι ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος νὰ σοῦ ἀλλάξω πορεία. Σὲ βλέπω ποὺ τρέχεις σὰν τὸν εἰδωλολάτρη παπᾶ ποὺ ξυλοκόπησε τὸν μοναχό, καὶ τὰ χρόνια τῆς κυβέρνησής σου στριφογυρίζεις τὸ ραβδί σου στὸν ἀέρα. Οὔτε τὸ ραβδί σου θέλω νὰ πάρω οὔτε ἐσένα νὰ πιάσω. Ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα δὲν διαθέτει τέτοιον ἄνεμο, νὰ ἀνεμίζη ὁ κάθε ἄπιστος καὶ εἰδωλολάτρης τὴν βέργα ποὺ κρατάει στὰ χέρια του. Θέλεις νὰ ἔρθης καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στριφογυρίσης τὸ ραβδί σου. Ἀλλὰ θὰ περπατήσης τόσο μόνος, ὅσο ἡ ἐλαφίνα στ᾽ ἀπόσκια τῶν βουνῶν. Ὁ τόπος θὰ σὲ δεχθῆ; Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μόλις σὲ δοῦνε, θὰ σὲ πάρουνε γιὰ παγωμένο μαΐστρο καὶ θ᾽ ἀρχίσουν νὰ φτερνίζωνται.
Ἀπόσυρε τοὺς νόμους ποὺ κατέβασαν τὸν Σταυρό, ποὺ σταμάτησαν τὶς προσευχὲς στὰ σχολεῖα. Ὁ Τοῦρκος, μὲ τὸν ὁποῖο καυκαλίζεσαι, τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γονατίζει στὸν θεό του, καὶ τὸ ὀρθόδοξο σχολειὸ θὰ συνάγεται στὶς αἴθουσες ὅπως τὰ μοσχάρια στὰ βοσκοτόπια; Ὅσο ὁ Τοῦρκος μᾶς βάζει χέρι, τόσο ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ πατᾶμε πόδι. Δὲν μπορεῖς; Μέριασε. Μόνος σου ὡδήγησες τὸν ἑαυτό σου στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ. Προτοῦ πέσης, μέριασε.
Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀναπνέη Χριστὸ καὶ ὄχι τὴν μπόχα τῆς βενζίνης καὶ τοῦ καμένου λαδιοῦ. Ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὰ δῶρα τῆς λατρείας· τὸ σιτάρι, τὸ λάδι καὶ τὸ κρασί. Δὲν μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ νὰ τὰ τρῶμε στὰ μπαράκια καὶ νὰ τὰ ρουφοῦμε στὰ ποτήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱερουργοῦμε τὸ ἱλαστήριο μυστήριο. Μὴ καταργῆς τὴν Κυριακή. Πολλοὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ μείνη αὐτὴ ἡ ἡμέρα «τοῦ Κυρίου». Καὶ μὴ φέρνης στὸ προσκήνιο τὸ Σάββατο. Μὴν ἀμνηστεύης τὴν μοιχεία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παραμέτρους τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς. Μὴ θεσπίζης τὰ ζευγαρώματα ποὺ δὲν κάνουν οὔτε τὰ ζῶα, γιατὶ ὁ Θεὸς τὰ κατέκαυσε. Ἄναψες φωτιὲς ποὺ καῖνε ὄχι μόνον τὰ ξερά, ἀλλὰ καὶ τὰ χλωρά. Μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους σάρωσες τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ κοινωνία. Δὲν σὲ θεωρῶ κούσουλο, γιὰ νὰ σὲ φυσήξω νὰ παραμερίσης, ἀλλὰ ἄνδρα σπουδαῖο, μὲ δυνάμεις ὅμως καταστρεπτικές.
Πληροφοροῦμαι ὅτι δόγμα θὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν βουλή σας, ποὺ θὰ δηλώνη ὁ ἄνθρωπος τὸ φύλο του στὰ δεκαπέντε του χρόνια. Δηλαδή, μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν θὰ ψάχνωμαι, γιὰ νὰ προσδιορίσω τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἐπιθυμητικόν». Αὐτὸ εἶναι ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ὑπνώση· θὰ ἐξεγερθῆ καὶ δὲν θὰ βρεθῆ ὁ οἶκος σου εἰς τὸν αἰῶνα. Μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο νόμο, ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνη κρανίου τόπος.
Μὴ παλεύης τὸν Ἰσραήλ, μὴ τὰ βάζης μὲ τὸν Ἰσχυρό, μὴ καθυβρίζης τὸν Δημιουργό. Ἐμεῖς ποὺ ἐμακρύναμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ φυγαδευθήκαμε στὶς ἐρήμους, ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο περισσότερο ἀπὸ σένα ποὺ ζῆς στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Βδελυκτὰ καὶ παράνομα πράγματα κατεργάζεσαι. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐλευθερία του, κι ἐσὺ νομοθέτησες τὴν σκλαβιὰ στὴν ζωή του. Ὁ σκλαβωμένος στὰ πάθη του δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Συλλογίσου τα αὐτὰ καὶ παραμέρισε.
Ἄφησε τὶς τόλμες τὶς ἄτολμες. Ἄφησε τοὺς ἀνδρισμούς, ἀφοῦ ἔγινες γυναίκα. Εἴτε πιστεύεις εἴτε δὲν πιστεύεις, εἶσαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐσὺ καὶ τὸ σινάφι σου, καὶ ὑπάρχει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Φρενάρισε, γιατὶ σκούνταψες καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας νὰ σοῦ φέξη, σὲ λίγο θὰ στερῆσαι καὶ δὲν θὰ ἔχης τὸν ἐλεοῦντα.
Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας. Τί θὰ λέη ὅταν κουνάη τὸ παιδί της; «Παιδούλα μου» ἢ «Ἀγόρι μου»; Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις κλίνει πρὸς τὸ κακό. Ἂν τὸ κατοχυρώσης καὶ μὲ νόμο, τότε ἦρθε ἡ ἐποχὴ νὰ ψάχνουμε «ὁ διάβολος θηλυκὸς εἶναι ἢ ἀρσενικός;» Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τέτοια φοβερὴ ἀπόκλιση δὲν εἶχε ποτέ. Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε.
Χριστιανοί, μὴ θροῆσθε. Δὲν θὰ μείνουμε μόνοι μας. Θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ θὰ κοιτασθοῦμε κάτω ἀπὸ εὐσκιόφυλλα δένδρα. Ἐμεῖς, οἱ βαπτισθέντες καὶ Θεὸν ὁμολογοῦντες, λέμε:
Ἐξεγέρθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἔθνη τὰ φρυαττόμενα. Κύριε τῶν δυνάμεων, τὸ παρασόλι σου ζητοῦμε, τὸ ἀλεξίβροχό σου.Οὔτε σταγόνα βροχῆς νὰ μὴ μᾶς εὕρη ἀπὸ τὴν καταιγίδα τους. Ἄστραψε καὶ βρόντηξε καὶ σκόρπισε τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν καὶ διάλυσε τὶς βουλὲς τῶν ἀσεβῶν.
Συντηρητικοὺς μᾶς λέτε. Τὸ Ὄρος εἶναι συντηρητικό, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Οὔτε νεοζηλωτὲς εἴμαστε οὔτε φανατικοὶ φονταμενταλιστές. Ἁπλῶς διακρίνουμε ποιὰ πράγματα χρειάζονται συντήρηση καὶ ποιὰ πέταμα. Ἐσεῖς βάζετε τὰ σάπια πράγματα στὴν συντήρηση; Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε θανατικὰ καὶ γιὰ τὰ ζῶα μας ἀκόμη καὶ λέμε «θάψτε τα· ἂν τὰ φᾶνε, θὰ ψοφήσουν». Θαφτῆτε μόνοι σας, γιατὶ βρωμᾶτε πτωμαΐνη. Ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ φθινοπώρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήση τὴν δυσοσμία σας. Σὲ τοποθέτησαν νὰ ἀροτριᾶς τὴν γῆ καὶ ὄχι νὰ τὴν καταστρέφης. Παραμέρισε.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος, Καθηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015


Τὰ παιδιὰ τοῦ αἰώνα μας
Τρίτη, 10 Μαΐου, 1977
Μακρὰ συζήτηση μὲ τοὺς Ν. καὶ M. – μακρυὰ μαλλιά, χορτοφάγοι, μονίμως ἐρωτευμένοι μὲ τὸν ἑαυτό τους. Γιατί πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία; Μιλοῦν γιὰ «ἐπίπεδα συνείδησης», κ.λ.π. Οὔτε ἕνα γιώτα μετριοφροσύνης, καμία ἀπορία, μόνο βεβαιότητες. Περιφρόνηση γιὰ ὁτιδήποτε δὲν ἀνήκει στὰ ἄμεσα ἐνδιαφέροντά τους. Τοὺς λυπήθηκα τόσο πολύ, τοὺς λυπήθηκα γιὰ τὴν ἐσωτερική τους φτώχεια, τὸ περιορισμένο ὅραμα. Ὁ Ν. εἶναι καλλιτέχνης. Τὸ σπίτι του εἶναι γεμάτο ἀπὸ τοὺς πίνακές του. Ἀπογοητευτικοί, προκλητικοί, μονίμως ἀχρείαστοι. Ὁ ἄλλος μελετᾶ κάποια παράξενη μουσική. Συζήτηση γιὰ τὴν ταυτότητα. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ διπλώματα καὶ μισθούς. Τί ἔχει πάει στραβὰ λοιπόν; Καὶ ποῦ; Τὰ δύο αὐτὰ ἀγόρια εἶναι ἐνδιαφέροντα ἐπειδὴ δὲν εἶναι πρωτότυπα καὶ ἀντικατοπτρίζουν ἐπακριβῶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει γύρω μας. Ἡ κλινικὴ διάγνωσή τους θὰ ἦταν πὼς εἶναι «παιδιὰ τοῦ αἰώνα τούτου». Τὰ χαρακτηριστικά τοῦ «παιδιοῦ τοῦ αἰώνα τούτου» - ὑπέρμετρος ναρκισσισμός, ἀπασχόληση μὲ τὸν ἑαυτό τους, μὲ τὸ «Ἐγώ», καὶ ἀπόδοση ὑπερβολικῆς σημασίας στὶς ἰδέες τους.
Πιστεύουν πὼς αὐτὸς ἐγωκεντρισμὸς συμπίπτει μὲ τὴν «ἀγάπη», ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν πεποιθήσεις, καὶ πὼς οἱ ἴδιοι κατὰ κάποιο τρόπο ἀποτελοῦν τὴν γνήσια θρησκεία.
Ἄρνηση ποὺ προστίθεται σὅλη τὴν ἄγνοια τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς παράδοσης, τῆς συνέχειας, τῆς εὐθύνης, κ.λ.π. Ἄρνηση a priori, ποὺ βασίζεται στὴν περιφρόνηση. Ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ἐπιθυμίας ἀκόμη καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ γνωριστοῦν μ’ αὐτὸ ποὺ ἀρνοῦνται. Ἄρνηση ποὺ ριζώνει στὴν ὑποσυνείδητη βεβαιότητά τους πὼς μιὰ τέτοια γνώση θὰ περιόριζε τὴν ἐλευθερία τους, δηλαδὴ τὸν ναρκισσισμό τους. Αὐτοθαυμασμός, ποὺ γιὰ νὰ πραγματωθεῖ, χρειάζεται τὴν ἐπιλογὴ ψευδο-ἀπολύτων: χορτοφαγία, ἀπόρριψη τῶν διπλωμάτων, τῆς ἴδιας τῆς ἰδέας τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ μισθοῦ, κρίση ὅλων ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν τὰ ψευδο-ἀπόλυτά τους. Ἐν συντομίᾳ, αἴσθηση φτηνῆς ὑπεροχῆς. 
Ἐπιτελοῦν, γι’ αὐθεντία, κάποιο πράγμα ἀπὸ τὸ περιθώριο τῆς βασικῆς παράδοσης, εἴτε τοῦ πολιτισμοῦ εἴτε τῆς θρησκείας. Ἐπιλέγουν κάποια «ὄμορφα μικρὰ βιβλία» (μᾶλλον βιβλίο, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὴν δύναμη ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα). «Ὄμορφα» ἐπειδὴ τοὺς ὑπόσχονται ἕνα συντομότερο δρόμο πρὸς τὴν «Ἀλήθεια», τὴν τελείωση, τὴν γνώση, τὴν εὐτυχία. Μιὰ αἴσθηση “ἀποστολῆς“ σὲ σχέση μὲ τοὺς γονεῖς ποὺ δὲν καταλαβαίνουν, ἂν προστεθεῖ μάλιστα καὶ ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀπουσία συμπόνοιας, ἀγάπης, συμπάθειας, κ.λ.π. “Θέλουμε νὰ τοὺς σώσουμε”, δηλαδὴ «τοὺς ἀγαπᾶμε». Πλήρης πεποίθηση πὼς αὐτὴ ἡ ἐπιτυχία τους εἶναι ἐγγυημένη, πὼς θ’ ἀναγνωριστοῦν – καὶ ἀναγνωρίζονται – ὡς καλλιτέχνες, στοχαστές, φορεῖς τῆς σωτηρίας. Χρήση λόγων καὶ ἐκφράσεων, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ δικαιώνουν ὅλα αὐτά, μὲ μερικὰ ἀχώνευτα ψήγματα ψυχολογίας: «ἐπίπεδο συνείδησης», κ.λ.π.
Ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν κάτι ποὺ σὲ κάθε περίπτωση παραμένει ἀδιαπέραστο ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, ἀπὸ τὴν βασική του «τριαδικὴ ἐνόραση» - τὴ δημιουργία, τὴν πτώση, τὴ σωτηρία, ἀπὸ τὸ βασικὸ ἱστορικό του νόημα. Φυσικά, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας ἀντι-Χριστιανισμός, ὡστόσο ἕνας κρυμμένος ἀντὶ-Χριστιανισμὸς λόγῳ τῆς διαρκοῦς χρήσης τῆς λέξης «ἀγάπη».
Τώρα ἂν θελήσουμε νὰ τὸ μεταφράσουμε αὐτὸ στὴ γλώσσα τῆς κοινῆς λογικῆς (ποὺ συμπίπτει μὲ μιὰ πνευματικὴ ἐκτίμηση), αὐτὸ ποὺ ἀναδύεται εἶναι τεμπελιά, ὑπερηφάνεια, αὐταπάτη, αὐτοδικαίωση, ἐγωισμός. Τόσο ἁπλό. Ὁ πολιτισμός μας ὅμως δὲν δέχεται τὴ “γλώσσα τῆς κοινῆς λογικῆς“. Φεύγει ἀπὸ κοντὰ της ὅπως ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸ λιβάνι! Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁδηγεῖ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὸ θάνατο.

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015


Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Γρηγοριάτης (1935-2014) - 3
Οἱ διαθρησκειακὲς ἐκδηλώσεις δὲν ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὴν μέριμνά του γιὰ τὴν ἐπιδιωκόμενη ἀλλοίωσι τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ψυχικῇ ζημίᾳ αὐτοῦ. Ἤδη στὴν κλίνη τῆς βαρειᾶς του ἀσθενείας εὑρισκόμενος ἀποστέλλει κείμενό του σὲ διοργανωθὲν συνέδριο κατὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα ἀπὸ ὁμολογιακὸ σὲ θρησκειολογικό. Ἐπίσης, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν βούλησι τῆς θεολογικῆς σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νὰ ἱδρύση τμῆμα ἰσλαμικῶν σπουδῶν, μὲ πολὺ πόνο εἶπε: «Ἡ Πόλις ἑάλω».
Ἡ Ποιμαντικὴ τοῦ Γέροντος ἦταν ἡ ποιμαντικὴ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Δὲν ἤθελε νὰ κατασκευάση τυποποιημένους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀνθρώπους ποὺ ἐλεύθερα θὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ καὶ θὰ ζητοῦν νὰ ζήσουν τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Προσπαθοῦσε νὰ διακρίνη τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν βοηθήση νὰ τὰ ἀξιοποιήση γιὰ τὴν σωτηρία του καὶ τὴν ὠφέλεια τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἦταν πολὺ ἀνεκτικὸς στοὺς παρεκτρεπομένους. Ποτὲ δὲν κατέκρινε τοὺς ἄλλους. Πάντοτε εἶχε νὰ πῆ ἕνα καλὸ λόγο γιὰ ὅλους. Ποτὲ δὲν ἔψεγε τοὺς πταίοντας κατὰ πρόσωπο. Ὅμως στὶς συνάξεις τῆς ἀδελφότητος παρουσίαζε τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μὲ ἀγάπη, χωρὶς νὰ ἀποκαλύπτη τὸ πρόσωπό του, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ πταίστης νὰ μετανοῆ συναισθανόμενος τὸ λάθος του μαζὶ μὲ ἄλλους ποὺ ἐθεώρουν τὸν ἑαυτὸ τους ὑπεύθυνο. Ἡ ποιμαντική του δὲν ἐχαρακτηρίζετο οὔτε ἀπὸ νομικισμὸ οὔτε ἀπὸ ἀντινομισμό, ὅπως εὔστοχα ἀναλύει στὸ βιβλίο του «Ἡ Ποιμαντικὴ Διακονία κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας».
Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ ὑφίσταντο πόλεμο δαιμονικό, συνέπασχε καὶ συνηγωνίζετο μαζὶ των. Ἀφιέρωνε πολλὲς ὧρες γιὰ νὰ τοὺς παρηγορῆ καὶ ἐνισχύη. Ἐφθείρετο συνεχῶς ἡ ὑγεία του στὴν προσπάθειά του νὰ βοηθῆ τοὺς πολεμουμένους ἀδελφούς. Πολὺ περισσότερο πονοῦσε, ὅταν ἔβλεπε ὅτι δὲν ὑπῆρχε διάθεσις μετανοίας. Τότε ἔλεγε: «Ὅταν βλέπω ὅτι σφάλλετε εἰς κάτι, δὲν σᾶς μαλώνω, ἐπειδὴ δὲν σηκώνετε τὸ μάλωμα. Πονάω ὅμως πολὺ καὶ ὑποφέρω ἐσωτερικά. Καταφεύγω ὅμως εἰς τὸν Θεὸν διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ σᾶς φωτίση, γιὰ νὰ γνωρίσετε τὸ σφάλμα σας καὶ νὰ διορθωθῆτε».
Θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς ποιμαντικῆς τοῦ Γέροντος ἦταν ἡ θεανθρωποκεντρικὴ προοπτική της. Δὲν συνέδεε τὰ πρόσωπα ποὺ τοῦ ἔστελλε ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἑαυτὸ του ἀλλὰ μὲ τὸν Χριστό μας. Κατηύθυνε ὅλους σ’ Αὐτόν, θεωρώντας τελείως ἀνεπαρκὴ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε ταπεινά: «Ἐγὼ δὲν ἐπαρκῶ πρὸς διαποίμανσί σας. Παρακαλῶ ὅμως τὸν Θεὸν καὶ λέγω, ἐὰν εἶναι νὰ ἀπωλεσθῆ κανείς, νὰ μὴ ἀπωλεσθῆ αὐτὸς ἀλλὰ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Πιστεύω δὲ ὅτι ὁ Κύριος ἐν ἡμέρα κρίσεως θὰ μοῦ πῆ ὅτι, ἐπειδὴ ἔβαλες τὴν ψυχή σου ὑπὲρ τοῦ τέκνου σου, θὰ τὸν σώσω καὶ θὰ βάλω καὶ σένα στὴν βασιλεία μου».
Στὰ τελευταῖα χρόνια ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ περάση πολὺ μεγάλες θλίψεις προερχόμενες ἀπὸ πνευματικά του τέκνα, γιὰ τὰ ὁποία εἶχε δαπανηθῆ μὲ θεοπρεπὴ ἀγάπη. Ἐπίσης ἡ πάντοτε εὔθραυστη ὑγεία του παρουσίασε σοβαρωτάτη ἐπιδείνωσι. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέμεινε μὲ θαυμαστὴ καρτερία, εἰρήνη καὶ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τότε φάνηκε ἀκόμη καθαρώτερα αὐτὸ ποὺ πάντοτε ἦταν. Ὅτι ἦταν ἡσυχαστὴς καὶ λάτρης τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ. Οὐδέποτε ἀργολογοῦσε. Σιωποῦσε καὶ προσηύχετο. Ἂν καὶ λόγω τῶν προβλημάτων τῆς ὑγείας του δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ μείνη μόνος χωρὶς τοὺς διακονητάς του, διατηροῦσε τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία καὶ τὴν ἀδιάλειπτη καρδιακὴ προσευχή, ὅπως φανέρωνε ἡ πάντοτε εἰρηνικὴ καὶ εἰρηνοποιοῦσα τοὺς γύρω του μορφή του καὶ οἱ θεοφώτιστες καὶ διακριτικές του ἀποφάσεις, συμβουλὲς καὶ τοποθετήσεις στὰ θέματα ποὺ ἐκαλεῖτο νὰ ἐκφέρη γνώμη.
Ὁ Γέροντας ἐκοιμήθη ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς στὶς 8-6-2014 καὶ ἡ ψυχὴ του ἀνῆλθε στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο, ἐνῶ ἡ ἐπὶ γῆς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἑορτάζουσα τὰ γενέθλιά της, τὸν προέπεμψε μὲ πόνο ἀλλὰ καὶ χαρὰ πνευματική, δεομένη ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του καὶ παρακαλώντας τον νὰ δέεται ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015


Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Γρηγοριάτης (1935-2014) - 2
Ὁ Γέροντας γεννήθηκε τὸ 1935 στὸ Παλαιὸ Φάληρο Ἀθηνῶν ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Ἀναστάσιο Καψάνη ἐκ Κυθήρων καὶ τὴν Μαρία Δημητριάδου ἐκ Νάξου. Τὶς πρῶτες λειτουργικὲς ἐμπειρίες μέχρι τὴν ἡλικία τῶν 10 ἐτῶν ἔζησε πλησίον τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου Ἀτέση, μετέπειτα Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, μὲ τὸν ὁποῖο ἐπικοινωνοῦσε μέχρι τὸ τέλος του. Ἤδη σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν ἄρχισε τὸ ἱερὸ ἔργο τῆς Κατηχήσεως τῶν παίδων τοῦ Παλ. Φαλήρου, οἱ ὁποῖοι σύντομα αὐξήθηκαν τόσο πολύ, ὥστε ἦταν ἀδύνατον νὰ στεγασθοῦν στὸ ὑπόγειο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἀλεξάνδρου Παλ. Φαλήρου. Εἰσήχθη στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸ 1953, τὴν ὁποία ἐτελείωσε μὲ ἄριστα. Στὴν συνέχεια μετέβη γιὰ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν Βοστώνη, ὅπου ἐγνώρισε τὴν μεγάλη πτῶσι τῆς θεολογίας καὶ τῆς ποιμαντικῆς τῆς Δύσεως καὶ εἶδε τὴν κρίσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ἀμερική. Ἔκτοτε ἔγινε διάπυρος ἐραστὴς τῆς πατερικῆς θεολογίας. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἀθήνα ὑπῆρξε συνεργάτης τοῦ Καθηγητοῦ Κων. Μουρατίδου στὴν ἕδρα τοῦ «Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ποιμαντικῆς», στὴν ὁποία καὶ κατέθεσε τὴν διδακτορική του διατριβὴ μὲ τίτλο «Ἡ Ποιμαντικὴ τῶν φυλακισμένων». Παράλληλα μὲ τὶς ἀκαδημαϊκές του δραστηριότητες ἵδρυσε στὸ Παλαιὸ Φάληρο σπουδαῖο κέντρο νεότητος, τὸν «Παντοκράτορα», ὅπου εὕρισκαν καταφύγιο πολλοὶ νέοι. Ἀλλὰ καὶ ὡς διδάκτωρ τῆς θεολογικῆς σχολῆς δὲν ἐνδιεφέρετο μόνο γιὰ τὴν προσφορὰ διανοητικῶν γνώσεων στοὺς φοιτητᾶς ἀλλὰ κυρίως λειτουργικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἐμπειριῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργήση γύρω του εὐρὺ κύκλο εὐλαβῶν νέων. Ὁ πόθος του νὰ προσφερθῆ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του τὸν ὁδηγεῖ στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου. Ἐκάρη μοναχὸς στὶς 17-2-1972 στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Θεοτόκου Πεντέλης. Σύντομα μεταβαίνει μὲ μικρὴ συνοδεία πνευματικῶν του τέκνων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγ. Γεωργίου Ἁρμὰ Χαλκίδος, κατόπιν παροτρύνσεως τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου Χαλκίδος Νικολάου, ὅπου ἐνθρονίζεται ὡς Καθηγούμενος στὶς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1973. Τὸν  Ἰούλιο τοῦ 1974 μεταφυτεύεται ἡ ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. Γίνεται μεγαλόσχημος μοναχὸς στὶς 6-8-1974 ἀπὸ τὸν Καθηγούμενο Ἀρχιμ. Διονύσιο. Στὶς 17 τοῦ ἰδίου μήνα, μετὰ τὴν οἰκειοθελῆ παραίτησι τοῦ Καθηγουμένου Διονυσίου, ἐκλέγεται Καθηγούμενος αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἐκ 17 ἀδελφῶν παλαιὰ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς καὶ στὶς 26 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἐνθρονίζεται. Ἔτσι ἀρχίζει τὸ μεγάλο στάδιο τῶν ἀγώνων τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνη ἐπὶ 40 χρόνια μὲ φόβο Θεοῦ, πίστι καὶ ἀγάπη τὴν μικρὴ ἀρχικὰ ἀδελφότητα, ποὺ σύντομα θὰ αὐξηθῆ σημαντικά. Μάλιστα, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξη, προσετέθησαν κάτω ἀπὸ τὴν ποιμαντική του φροντίδα καὶ πολλὲς γυναικεῖες ἀδελφότητες. Ποιός ὅμως θὰ μπορέση νὰ περιγράψη τοὺς πόνους του, τοὺς κόπους, τὰ δάκρυα, τὶς προσευχές, τὶς ἀγωνίες καὶ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὰ θέματα τῆς Πίστεως καὶ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῶν πνευματικῶν του τέκνων ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια;
Ἡ θεολογία τοῦ Γέροντος ἦταν ἡ θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἐγνώριζε καλῶς τὰ σύγχρονα θεολογικὰ ρεύματα. Ὅμως οὐδέποτε παρεσύρετο ἀπὸ αὐτά. Ἑδραιωμένος ἐπὶ τὴν ἀσάλευτον πέτραν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, μποροῦσε νὰ διακρίνη τὶς ἀποκλίσεις τῶν διαφόρων αὐτῶν ρευμάτων ἀπὸ αὐτὴν καὶ ὅταν τὸ ἔκρινε ἀπαραίτητο, ὅταν δὲν ὡμιλοῦσαν οἱ πλέον ἁρμόδιοι ἀπὸ αὐτόν, ὡμιλοῦσε μὲ παρρησία ἀλλὰ καὶ πολλὴν κοσμιότητα, παρουσιάζοντας τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως.
Γιὰ παράδειγμα, βλέποντας τὶς συνεχεῖς περιπτύξεις τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τὴν προσπάθεια πολλῶν συγχρόνων θεολόγων νὰ παρουσιάζουν τὶς δύο πλευρὲς ὡς τοὺς «δύο πνεύμονας» τῆς «μίας» Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἢ ὡς «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», ἢ τὴν περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐκ τοῦ Πατρὸς» διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἐξ ἴσου νόμιμη μὲ τὴν διδασκαλία τῶν λατίνων περὶ ἐκπορεύσεώς Του «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ (filioque)», ἔγραφε καὶ ἐκήρυττε, τονίζοντας τὴν θεανθρωποκεντρικὴ φύσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἀνθρωποκεντρικὴ τῶν Δυτικῶν, καὶ ἄρα τὸ ἀδύνατον τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν». Ἐπίσης ἐκήρυττε τὸ ἀδύνατον τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἐὰν τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διδάσκεται ὀρθοδόξως, ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὸ «κατ’ ἄνθρωπον» εὐαγγέλιον τῆς Δύσεως.
Ἀντιστοίχους μακροχρονίους ἀγώνας ἔκανε μὲ θεολογικά του κείμενα, παρακινούμενος ἀπὸ τὸν πόνο του καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἐκινδύνευε ἄμεσα τὸ αἰώνιο μέλλον, γιὰ νὰ δείξη τὸ ἄτοπον καὶ ψυχώλεθρον τοῦ συμφυρμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τὴν πανσπερμία τῶν προτεσταντικῶν παραφυάδων στὸ Π.Σ.Ε. μὲ τὶς ἀνορθόδοξες θεωρίες τῶν «κλάδων», τῆς «ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ» καὶ τῆς «περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας», καθὼς καὶ τῶν οἰκουμενιστικῶν συμπροσευχῶν.

Κλασικὸ παράδειγμα τῆς Ὀρθοδόξου πατερικῆς θεολογίας τοῦ Γέροντος εἶναι τὰ θεολογικά του κείμενα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψε τὴν συγχυτικὴ Χριστολογία τῶν συγχρόνων Ἀντιχαλκηδονίων, ποὺ δὲν ἀφίστανται καθόλου ἀπὸ τὴν ἀρχαία παράδοσί των, καὶ συνέβαλε ἀποφασιστικῶς στὴν ματαίωσι τῆς ἐπιχειρηθείσης ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ αὐτούς, προτείνοντας τὶς ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τοῦ διμεροῦς διαλόγου.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015


Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Γρηγοριάτης (1935-2014) - 1
Ἂν θὰ θέλαμε μὲ λίγες πινελιὲς νὰ ζωγραφίσουμε -ἐξ ὑπακοῆς- τὴν προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μας, Ἀρχιμ. Γεωργίου, θὰ λέγαμε τὰ ἑξῆς: Ἡ ζωὴ τοῦ Γέροντος ἦταν μία εὐθεία γραμμὴ ἀπόλυτης συνεπείας στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς γεννήσεώς του μέχρι τὸ μακάριο τέλος του, χωρὶς λοξοδρομήσεις ἢ ὀπισθοδρομήσεις. «Ὑπῆρξε ἕνας εἰλικρινὴς ἄνθρωπος», ἐτόνισε τὴν ἡμέρα τῆς ἐξοδίου του ἀκολουθίας παλαιὸς ἁγιορείτης φίλος του καὶ συναγωνιστής του, ὑπογραμμίζοντας ἔτσι τὴν συμφωνία ἔργων καὶ λόγων στὸν Γέροντα. Ἀγάπησε μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξί του τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, τὴν «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική», ποὺ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας Του, καὶ ἀγκάλιασε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τὶς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ὁδηγώντας τους στὴν σωτηρία, δηλαδὴ στὸν Χριστό μας. Ἔτσι τὸν πρωτογνωρίσαμε καὶ ἔτσι ἐτελείωσε τὴν ζωή του.
Ὑπῆρξε ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας καὶ Θεολόγος στὴν πράξι. Τριαδοκεντρικός, Χριστοκεντρικός, Ἁγιοπνευματικός, ὑμνητὴς τῆς Θεοτόκου, Ἁγιοπατερικός. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικὰ παραδείγματα.
Τὸ ἀγαπημένο θέμα του ἦταν «ἡ θέωσις» τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς μετοχῆς του στὴν ἄκτιστη Χάρι τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅπου ἐκαλεῖτο ἀπὸ τοὺς κατὰ τόπους Ἀρχιερεῖς, γιὰ νὰ ὁμιλήση στοὺς Χριστιανούς, αὐτὸ τὸ θέμα ἀνέπτυσσε πρωτίστως. Ὅμως ἦταν φανερὸ σὲ ὅλους ὅτι αὐτὰ ποὺ ἔλεγε, πρῶτα ὁ ἴδιος τὰ ἐβίωνε. Ἔλεγε: «Ἡ ἀγωγὴ ποὺ δίδει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας μὲ τὴν Θεία Λατρεία, τὴν Πατερικὴ θεολογία, τὸν Μοναχισμό, εἶναι ἀγωγὴ θεώσεως, ἀγωγὴ θεανθρωποκεντρική, μὲ κέντρο τὸν θεάνθρωπο Χριστό». Ὑψίστη ἐμπειρία τῆς θεώσεως εἶναι ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς θεωμένους ἀνθρώπους. Σ’ αὐτὸ τὸ φῶς καλεῖται νὰ εἰσέλθη ὁ ἀγωνιζόμενος Χριστιανός. Ὁ ἀγώνας του δὲν εἶναι ἕνας ἀγώνας γιὰ ἠθικὴ καλλιτέρευσι, ἀλλὰ γιὰ τὴν κατὰ Χάριν ἕνωσί του μὲ τὸν Θεό.
Μᾶς ἔλεγε: «Πίσω ἀπὸ κάθε “τί” ὑπάρχει ἕνα “γιατί”», ἐννοώντας ὅτι γιὰ κάθε πράξι μας (“τί κάνουμε”) πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε τὸ “γιατί τὸ κάνουμε”. Θὰ πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε πάντοτε τὸν θεολογικὸ λόγο τῶν πράξεών μας. Καὶ τότε μόνον ἔχουν ἀξία οἱ πράξεις μας, ὅταν γίνωνται «Χάριτι θεοῦ», «διὰ τὸν Θεὸν» καὶ «κατὰ Θεόν». Ἔτσι μᾶς εἰσήγαγε συνεχῶς στὴν πρακτικὴ θεολογία.
Τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγία μας δὲν ἔπαυε νὰ τὴν δείχνη συνεχῶς. Σὲ νηπιακὴ ἡλικία ἐκινδύνευσε νὰ πεθάνη. Ὅταν ὅμως μὲ τὴν Χάρι τῆς Παναγίας μας ἐσώθη, αὐτὴ ἀπεκάλυψε στὴν μητέρα του ὅτι θὰ τοῦ εἶναι παντοτεινὴ προστάτις καὶ βοηθός. Γράφοντας κάποιο πόνημά του πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας, φανέρωνε αὐτὰ ποὺ συνεῖχαν πάντοτε τὴν ψυχή του: «Ἄξιον ἔστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν Σὲ τὴν Θεοτόκον… γιατί πρώτη Σὺ μὲ τελεία ἐμπιστοσύνη προσέφερες τὴν ἐλευθερία Σου ἀγαπητικὰ στὸν Θεὸ καὶ διόρθωσες τὴν ἀνυπακοὴ τῶν πρωτοπλάστων· γιατί δὲν ἐγνώρισες ἁμαρτία ἢ μολυσμὸ καὶ παρουσίασες στὸν Θεὸ ἁγνὴ καὶ καθαρὰ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι, ὅπως ὁ Ἴδιος τὴν ἔπλασε·… γιατί ἐξακολουθεῖς νὰ προΐστασαι τῶν λυτρωμένων ἀπὸ τὸν Υἱό σου ἀνθρώπων καὶ νὰ εἶσαι παροῦσα σὲ κάθε σύναξι τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγώντας ὅλους τοὺς πιστοὺς στὸν Μονογενῆ Σου·… γιατί καὶ τὴν ἰδική μου ἁμαρτωλὴ ψυχὴ παρηγορεῖς καὶ Σὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα μου γιὰ τὴν παροῦσα καὶ τὴν μέλλουσα ζωή…». Μᾶς παρότρυνε πάντοτε νὰ εἴμαστε κρατημένοι ἀπὸ τὸ ἅγιο Μαφόριο τῆς Θεοτόκου καὶ νὰ μὴν ἀμφιβάλλουμε καθόλου γιὰ τὴν σωτηρία μας.
Ἀκόμη ἦταν Πατερικός. Ἂν καὶ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ἀναπτύσση ἰδικές του θεωρίες, ὡς ἔχων τὴν μόρφωσιν ὡς πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος καὶ ὡς ἔχων τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, αὐτὸς ἐφέρετο ὡς ἀμαθὴς καὶ ἀδαής, καταφεύγων συνεχῶς εἰς τὴν σοφίαν τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἔγραφε: «Μὴ μαθητεύοντες στοὺς ἁγίους Πατέρας μας, πάσχουμε ἀπὸ ἀναισθησία, ἀδυνατοῦμε νὰ κατανοήσουμε τὴν ὀρθόδοξο λειτουργική, ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοσι τῆς προσευχῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς… Στερούμεθα πραγματικῆς ταπεινώσεως, ἡ ὁποία θὰ μᾶς βοηθοῦσε νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἀποτυχία τῆς ἰδικῆς μας «εὐσεβείας» καὶ νὰ δεχθοῦμε ἐν μετανοία τὴν εὐσέβεια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας… Ἡ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς καὶ ἡ ἀνακαίνισις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐν μετανοία ἐπιστροφή μας στοὺς ἁγίους Πατέρας».

Ἐπίσης μὲ κάθε τρόπο ἔδειχνε τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πρώτη θέσι στὴν συνείδησι τοῦ Γέροντος κατεῖχε ἡ Ἐκκλησία, δεύτερη τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τρίτη ἡ Μονή του. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ μοχθοῦσε γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ νεαρὸς φοιτητής, ὡς κατηχητής, μέχρι ποὺ ἐκοιμήθη, ὡς πνευματικὸς ἐπισκόπων, ἱερέων, μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν καὶ πλήθους λαϊκῶν Χριστιανῶν, δὲν σταμάτησε νὰ ἀγαπᾶ μὲ φλόγα ἄσβεστη τὴν Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔλεγε: «Ἡ μεγαλύτερη εὐλογία τῆς ζωῆς μας, πατέρες μου καὶ ἀδελφοί μου, εἶναι ὅτι ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐπειδὴ ζοῦμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε πολὺ συχνὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Προσφωνώντας τοὺς ἐπισκεπτομένους τὴν Μονὴ Ἀρχιερεῖς ἔλεγε: «Εἰς τὸ πρόσωπόν σας βλέπομεν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποίαν φέρετε ὡς ἐπίσκοποι ἔχοντες τὴν ἀποστολικὴν Χάριν. Ἡ ἐπίσκεψις ἁγίων Ἀρχιερέων εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἐξόχως ἐπιτακτικὴ διὰ τὴν σύσφιγξιν τῶν δεσμῶν καὶ τὴν ἑνότητα τῆς ἐν τῷ κόσμῳ στρατευομένης Ἐκκλησίας μετὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Διότι τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν εἶναι κάτι ἐκτός της Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐν τὴ Ἐκκλησία καὶ ζῆ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν». Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἅγιος Κύριος τὸν πῆρε κοντὰ του κατὰ τὴν γενέθλιο ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ἁγία Πεντηκοστή.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους