Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

 


Θαυμαστὸν καὶ ὁμολογουμένως παράδοξον

Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ χαρακτηριστεῖ ἢ νὰ παρασταθεῖ ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν μέσα στὸν κόσμο;

Ὁ ἄγνωστος συγγραφέας τῆς Πρὸς Διόγνητον πραγματείας, ποὺ συντάχθηκε κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν, χαρακτηρίζει τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν ὡς «θαυμαστὸν καὶ ὁμολογουμένως παράδοξον». Καὶ ἀναφέροντας τὰ βασικότερα στοιχεῖα τοῦ θαυμαστοῦ καὶ παράδοξου τρόπου ζωῆς τῶν Χριστιανῶν σημειώνει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολίται, καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη πατρὶς ἐστιν αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη….Ἐν σαρκὶ τυγχάνουσιν, ἀλλ’ οὐ κατὰ σάρκα ζῶσιν. Ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται…Ἀγαπῶσι πάντας, καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται…Πτωχεύουσι, καὶ πλουτίζουσι πολλούς· πάντων ὑστεροῦνται, καὶ ἐν πάσι περισσεύουσιν. Ἀτιμοῦνται, καὶ ἐν ταῖς ἀτιμίαις δοξάζονται…».

Ἡ συναίσθηση τῆς παροδικότητας τοῦ κόσμου καὶ ἡ βίωση τῆς ἐσχατολογικῆς ἀλήθειας, ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν κοσμικὴ συμβατικότητα καὶ ἡ προσήλωση στὸ οὐράνιο πολίτευμα, ἡ ἀγάπη ποὺ ἀγκαλιάζει ἀκόμα καὶ τοὺς ἐχθρούς, ἡ ἀνταπόδοση καλοῦ ἀντὶ κακοῦ, ἡ ἑκούσια στέρηση γιὰ τὴν ἄσκηση ἀγαθοεργίας, νοηματοδοτοῦν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου διαφορετικὰ καὶ προσδίδουν στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιστῶν ἕνα ξεχωριστὸ περιεχόμενο. Παραμερίζουν τὴν προσκαιρότητα καὶ τὴν διάσπαση, καὶ εἰσάγουν τὴν προοπτική τῆς ἑνότητας καὶ τῆς αἰωνιότητας.

Ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν, ὅπως καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ παρασταθεῖ ὡς ζωὴ ἐν τάφῳ. Ὁ Χριστός, σημειώνει ὁ Ὠριγένης, ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγεῖ τὰ μέλη της διὰ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση. Ὅπως τὸ αἰσθητὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ σταυρώθηκε, ἐνταφιάσθηκε καὶ ἀκολούθως ἀναστήθηκε, ἔτσι καὶ τὸ ὅλο σῶμα τῶν πιστῶν ἔχει σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ζεῖ πλέον τώρα. Ὁ καθένας δηλαδή, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, δὲν ἔχει νὰ καυχηθεῖ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο σταυρώθηκε αὐτὸς γιὰ τὸν κόσμο καὶ ὁ κόσμος γι’ αὐτὸν. Ἐπιπλέον ἐνταφιάζεται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ζήσει ἕνα νέο εἶδος ζωῆς.

Γεώργιος Μαντζαρίδης


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

 


Ἀγάπα καὶ προσευχήσου, τίποτε ἄλλο!

Ὁ Γέροντας ἀπαντάει σὲ γράμμα τῆς ἀδελφῆς του ποὺ τοῦ ἔγραφε πόσο βαθειὰ τὴν πίκρανε μιὰ συγγενής της μὲ τὴν ἀπαράδεκτη συμπεριφορά της.

«Συμπεριφέρεται», ἔγραφε ἡ ἀδελφή του, «ἀπαιτητικὰ καὶ ὅλους τοὺς βλέπει ἀφ’ ὑψηλοῦ...Τῆς ἔδωσα ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τόσα πολλά, τὴ γέμισα μὲ πολύτιμα δῶρα, τῆς πρόσφερα τὴ φροντίδα μου, τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἀγάπη μου. Ἀποτέλεσμα: Ὅλα τὰ πῆρε ὡς ὀφειλόμενα καὶ καθόλου δὲν ἐκτίμησε οὔτε τὴν ἀγάπη, οὔτε τὴν προσφορά μου! Ἡ τελευταία ἐπίθεσή της ἐναντίον μου ἦταν ἀπερίγραπτα ἀγενής. Μοῦ φέρθηκε πολὺ ἄσχημα. Ποιά εἶναι ἡ δική σου γνώμη;»

«Προσπαθῶ», τῆς γράφει, «νὰ θυμηθῶ τὴ δική μου συμπεριφορὰ στὸ παρελθόν. Μήπως καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔδειξα παρόμοια συμπεριφορά; Στὴν παιδική μου ἡλικία δὲν ἀντιλαμβανόμουν μὲ πόσο κόπο καὶ μὲ ποιά παθήματα μὲ ἀνέθρεψαν οἱ γονεῖς μας. Ὁ νοῦς μου ἐργαζόταν μᾶλλον συγκεντρωμένος σὲ μένα τὸν ἴδιο καὶ ὄχι πῶς νὰ εὐχαριστήσω τοὺς γονεῖς ἢ καὶ ἄλλους ποὺ μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο μὲ βοήθησαν κατὰ τὴν παιδική μου ἡλικία καὶ στὴν νεότητά μου.

Τώρα σκέπτομαι ἀκόμα τὸ τί ἔχω κάνει γιὰ νὰ βοηθήσω κάποιους ἀνθρώπους στὰ δύσκολα χρόνια τῆς ζωῆς τους... Καὶ κεῖνοι τίποτε δὲν κατάλαβαν! Μερικοὶ μάλιστα εἶπαν ὅτι εἶχα τὴν ἀνάγκη τους, γι’ αὐτὸ ἔκανα ὅ,τι ἔκανα γι’ αὐτούς. Ἀκόμα καὶ τώρα δὲν καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι πόσο μοῦ στοιχίζει νὰ τοὺς ἐξυπηρετῶ. Μόλις ἡ ἀνάγκη τους περάσει, ἀμέσως μὲ λησμονοῦν τελείως. Αὐτὸ εἶναι, δυστυχῶς, συνηθισμένο στὴν καθημερινή μας ζωή.

Ἀλλὰ ὅλοι αὐτοί, νέοι καὶ ἡλικιωμένοι, μὲ αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ συμπεριφορά τους, μὲ δίδαξαν πολλά! Ἕνα εἶναι τὸ βασικὸ μάθημα γιὰ ὅλους μας, καὶ κυρίως γιὰ τοὺς γονεῖς: Νὰ μὴν περιμένουμε εὐγνωμοσύνη ἀπὸ κανέναν, οὔτε κἄν ἀπὸ τὰ παιδιά μας, γιὰ ὅσα κάναμε ἢ κάνουμε γι’ αὐτούς. Νὰ τοὺς εὐεργετοῦμε ὅλους, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ συμπάσχουμε μαζί τους, χωρὶς νὰ μᾶς ξεφύγει κανένας λόγος πίκρας.

Ἀδελφή μου, σὲ παρακαλῶ, μὴ θίγεσαι εὔκολα, μὴν τρομάζεις στὶς ἀναποδιές, μὴν ὑπερβάλεις στὶς δυσκολίες, γιατὶ μὲ ὅλα αὐτὰ ἐπηρεάζεις βαθειὰ τοὺς ἀνθρώπους στὸ περιβάλλον σου καὶ καταστρέφεις τὶς καλὲς σχέσεις καὶ ὅ,τι μέχρι τώρα πέτυχες.

Ἂς μὴ ζητᾶμε ἀπὸ τὰ παιδιά μας καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τίποτε, οὔτε ἀκόμα καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους. Νὰ ἀφήνουμε τοὺς ἄλλους νὰ ἐνεργοῦν κατὰ τὸ μέτρο τῆς συνειδήσεώς τους. Μόνο νὰ προσπαθοῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε τὸν καθένα ξεχωριστά, χωρὶς νὰ περιμένουμε ἀναγνώριση ἢ ἀνταπόκριση.

Δὲν πρέπει νὰ θλιβόμαστε μὲ ὅ,τι συμβαίνει. Μόνο μὲ τὸν ἑαυτό μας νὰ πονᾶμε γιατὶ δὲν κατορθώσαμε νὰ ζήσουμε τὴ ζωὴ τῆς ἀληθινῆς ὁμοιώσεως μὲ τὸν Χριστό.

Λοιπόν «ἀγάπα καὶ προσευχήσου», τίποτε ἄλλο!»

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ


Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

 


Ἕνας νέος τρόπος ζωῆς

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ θεμελιώνεται στὰ μυστήρια. Αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν μαγικὲς τελετὲς ποὺ ἀλλάζουν μηχανικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ζωή του, ἀλλὰ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνακαινίζουν τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν συγκατάθεση καὶ συνεργασία του. Τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κτιστὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα μεταδίδεται ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία, τὰ βασικὰ αὐτὰ μυστήρια μὲ τὰ ὁποῖα εἰσάγεται καὶ διατηρεῖται ὁ ἄνθρωπος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, θεμελιώνουν ἕνα νέο τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια δηλώνει τὴν ἑκούσια αὐτοδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ συμμορφώσει τὴν ζωή του κατὰ τὸ πρότυπο καὶ τὸ θέλημά του. Ἡ αὐτοδέσμευση αὐτή, ποὺ ἐκδηλώνεται σὲ ἠθικὸ ἐπίπεδο, προσλαμβάνει ὀντολογικὸ περιεχόμενο καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτική. Ὁ ἄνθρωπος ἀνακαινίζεται καὶ εἰσάγεται σὲ μία καινούργια προοπτικὴ ζωῆς. Καλεῖται νὰ περιπατήσει «ἐν καινότητι ζωῆς», γιὰ νὰ ἀφομοιώσει ὡς πρόσωπο τὴν νέα ὀντολογία, στὴν ὁποία τὸν μυσταγωγοῦν τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας· νὰ μείνει ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ καταστεῖ κοινωνὸς τῆς ζωῆς του μετέχοντας στὴν ταπείνωσή του καὶ προσβλέποντας στὴν ἔνδοξη φανέρωσή του.

Ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ παθητικὴ κατάσταση ἀλλὰ δυναμικὴ διαδικασία. Δὲν πραγματοποιεῖται μόνο μὲ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του· καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ διατηρεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μένει «ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῷ».

Γεώργιος Μαντζαρίδης


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

 


Τὸ τρελλὸ νερὸ

Μιὰ φορά, λέγει ἕνας ἀνατολίτικος μῦθος, ἤτανε ἕνας σουλτᾶνος, καλὸς καὶ δίκιος, κ’ εἶχε ἕναν βεζύρη, ποὺ ἤτανε κι αὐτὸς καλὸς καὶ δίκιος, κ’ ἤτανε κι ἀστρολόγος. Μιὰ μέρα ὁ βεζύρης λέγει τοῦ σουλτάνου πὼς εἶδε κάποια σημάδια στὸν οὐρανὸ πὼς θὰ βρέξει στὸν κόσμο ἕνα νερὸ τρελλὸ καὶ πὼς ὅποιος τὸ πιεῖ αὐτὸ τὸ νερὸ θὰ τρελλαίνεται. Καὶ πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦνε στὴν ἐπικράτειά τους, θὰ τὸ πιοῦνε καὶ θὰ χάσουνε τὰ λογικά τους καὶ δὲν θὰ νοιώθουνε πιὰ τίποτα, μήτε τί εἶναι σωστὸ καὶ τί εἶναι ψεύτικο, μήτε τί εἶναι καλὸ καὶ τί εἶναι κακό, μήτε τί εἶναι νόστιμο καὶ τί εἶναι ἄνοστο, μήτε τί εἶναι δίκιο καὶ τί εἶναι ἄδικο.

Σὰν τ’ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Σουλτᾶνος, γυρίζει καὶ λέγει στὸν βεζύρη: “Ἀφοῦ θὰ τρελλαθεῖ ὅλος ὁ κόσμος, πρέπει νὰ κοιτάξουμε νὰ μὴν τρελλαθοῦμε κ’ ἐμεῖς, γιατὶ ἀλλοιῶς, πῶς θὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη;” Τοῦ λέγει ὁ βεζύρης, πὼς ὁ λόγος του εἶναι σωστὸς καὶ πὼς θὰ ‘πρεπε νὰ προστάξει νὰ μαζέψουνε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ πίνανε καὶ νὰ τὸ φυλάξουνε μέσα στὶς στέρνες, γιὰ νὰ μὴν πίνουνε ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ κρίνουνε παλαβὰ κι ἄδικα, μὰ δίκια, ὅπως ἔχουνε χρέος. Ἔτσι κ’ ἔγινε.

Σὲ λίγον καιρὸ, ἔβρεξε στ’ ἀλήθεια καὶ τὸ νερὸ ἤτανε νερὸ τρελλὸ καὶ τρελλαθήκανε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν γνωρίζανε οἱ καϋμένοι τί τούς γίνεται, κ’ εἴχανε τὸ ψεύτικο γιὰ ἀληθινό, τὸ κακὸ γιὰ καλό, τὸ ἄδικο γιὰ δίκιο. Μὰ ὁ σουλτᾶνος κι ὁ βεζύρης πίνανε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ εἴχανε φυλαγμένο καὶ δὲν τρελλαθήκανε, ἀλλὰ κρίνανε τὸν κόσμο μὲ δικαιοσύνη. Μὰ ὁ κόσμος τὰ ‘βλεπε ἀνάποδα καὶ δὲν ἤτανε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ βεζύρη καὶ φωνάζανε πὼς τοὺς ἀδικοῦνε, καὶ κοντεύανε νὰ σηκώσουνε ἐπανάσταση.

Μετὰ ἀπό καιρό, σὰν εἴδανε κι ἀποείδανε, ὁ σουλτᾶνος κι ὁ βεζύρης, χάσανε τὸ κουράγιο τους καὶ λέγει ὁ σουλτᾶνος στὸ βεζύρη: “Τοῦτοι οἱ φουκαρᾶδες ἀληθινὰ χάσανε τὰ φρένα τους καὶ τὰ βλέπουνε ὅλα ἀνάποδα κι ὅπως πᾶμε μπορεῖ καὶ νὰ μᾶς σκοτώσουνε, ἐπειδὴ θὲλουμε νὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη γιὰ νὰ εὐτυχήσουνε. Τὸ λοιπόν, βεζὺρ ἐφέντη, ἄιντε νὰ χύσουμε τὸ καλὸ νερὸ ἀπὸ τὶς στέρνες καὶ νὰ πιάσουμε νὰ πίνουμε κ’ ἐμεῖς ἀπὸ τὸ τρελλὸ νερό, νὰ γίνουμε σὰν κι αὐτούς, καὶ τότε θὰ μᾶς καταλαβαίνουνε καὶ θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε”. Ἔτσι κ’ ἔγινε. Ἤπιανε κι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ παλαβὸ νερὸ καὶ τρελλαθήκανε καὶ κρίνανε τρελλὰ κι ἄδικα, κι ὁ κόσμος ἀπόμενε εὐχαριστημένος καὶ πολυχρονίζανε τὸν σουλτᾶνο.

Θαρρῶ, πὼς κάτι παρόμοιο γίνεται καὶ σήμερα στὸν τόπο μας. Ἐμεῖς, ὅμως, δὲ θὰ χύσουμε τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα φυλαγμένο μέσα στὴ στέρνα τῆς παράδοσης. Μὰ θὰ πίνουμε ἀπ’ αὐτὸ τὸ καλὸ νερό καὶ θὰ καλοῦμε νὰ πιοῦνε κ’ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, ποὺ τοὺς ξεραίνει ὁ λίβας τῆς ξενομανίας. Νὰ πιοῦνε καὶ νὰ δροσισθοῦνε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν πέτρα, ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τ’ ἀθάνατο νερό μας, ἀπὸ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν».

Φώτης Κόντογλου


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

 


Εἴμαστε στὰ συγκαλά μας;

Πολλοὶ λένε πὼς εἶμαι ἕνας φανατικός, ἕνας ζηλωτὴς ποὺ βρίσκεται «ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος», ἕνας μονομανής, ποὺ θέλει κάποια πράγματα ποὺ δὲν γίνουνται καὶ ποὺ τὰ παρακάνει καὶ τὰ παραλέγει. Ἔχουνε δίκηο νὰ λένε πὼς εἶμαι φανατικὸς καὶ ζηλωτής. Μὰ ὅποιος εἶναι ζηλωτὴς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια εἶναι συγχωρημένος. Φωνάζω καὶ στεναχωριέμαι, γιατὶ ἡ φυλή μας χάνει τὰ ἀληθινὰ πράγματα καὶ παίρνει τὰ ψεύτικα, κι ἔτσι δὲν χαίρεται τὰ τόσα πνευματικὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε καὶ δὲν θρέφεται ἀπὸ τὸ ἀντρειωμένο καὶ ζωογόνο ἑλληνικὸ γάλα, ποὺ ἔθρεψε κι ἀγρίμια ἀκόμα καὶ τὰ ‘κανε ἀνθρώπους. Αὐτὸ τὸ γάλα δὲν εἶναι τῆς δικῆς μου μάνας, μὰ τῆς μάνας ὁλονῶν μας, ποὺ τ’ ἀρνηθήκανε ὅσοι σᾶς δίνουνε νὰ πιῆτε ἀντὶ γιὰ γάλα τὸ φαρμάκι τῆς ψευτιᾶς, ποὺ τὴ λένε «πρόοδο», «ἐξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μοντερνισμό» κτλ.

Ἐγὼ στενοχωριέμαι γιὰ σᾶς, ὄχι γιὰ μένα, γιατί ἐγὼ ἔχω αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχετε, μὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δικό μου μοναχά, ἀλλὰ δικό μας. Καὶ γιατί, τάχα, θὰ ὑπόφερνα, ἂν δὲν ἀγαποῦσα τ’ ἀδέλφια μου, καὶ δὲν φοβόμουνα μὴν χάσουνε τὸν θησαυρό; Οἱ γενεὲς ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ πίσω μας, σὰν θάλασσες ἀπὸ τὸ πέλαγο, γιατί νὰ ζήσουνε μὲ τὴν ψευτιὰ καὶ νὰ μὴν ζήσουνε ἀληθινά, γιατί νὰ εἶναι πεθαμένοι-ζωντανοί, ἀφοῦ ἡ ζωὴ μὲ τὴν ψευτιὰ δὲν συνταιριάζουνται; Λένε, πὼς τὰ παραλέγω. Μακάρι νά τα παράλεγα κι ἂς ἔβγαινα γελασμένος. Μὰ βλέπω καθαρά, πὼς μέρα μὲ τὴ μέρα τὸ πνευματικὸ αἷμα φεύγει ἀπὸ τὴν ὄψη τῆς φυλῆς μας, τὸ βλέπω καὶ πικραίνουμαι, ὅπως βλέπει ἡ μάνα τὸ παιδί της ποὺ μαραζώνει.

Τί παρακάνω καὶ τί παραλέγω; Δὲν βλέπετε πὼς παραπατᾶμε, σὰν ζαλισμένοι, καὶ δὲν ξέρουμε ποῦ πᾶμε; Ἡ ξενομανία μᾶς ἔδερνε πάντα, ἀφοῦ κι ὁ Παυσανίας γράφει: «Ἕλληνες ἀεὶ ἐν θαύματι τιθέασι τ’ ἀλλότρια ἢ τὰ οἰκεῖα». Μὰ, τώρα, σὰν νὰ χάσαμε ὁλότελα τὰ φρένα μας, λὲς κ’ ἤπιαμε τὸ Τρελλὸ Νερό, ποὺ λέγει ἕνας μῦθος ἀνατολίτικος, καὶ λέμε τὸ ψεύτικο ἀληθινό, τὸ νόστιμο ἄνοστο, τὸ μαῦρο ἄσπρο. Καὶ μὲ ὅλο ποὺ πάθαμε αὐτὴ τὴν ξενομανιακὴ τρέλλα, ὡστόσο, ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε τὸν τόπο μας, τὸ αἷμα μας καὶ τὰ δικά μας, θέλουμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη μας μὲ τὴν τρέλλα μας (δηλαδὴ μὲ τὴ ματαιοδοξία μας), καὶ πᾶμε σὰν τὸ καράβι ποὺ δὲν ἔχει τιμόνι, μὰ ποὺ θέλει σώνει καὶ καλὰ νὰ ἰσάρει ὅλα τὰ πανιά του, γιὰ νὰ τσακισθεῖ πιὸ γλήγορα ἀπάνω στὶς ξέρες!

Εἴμαστε σὰν τοὺς παλιοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἀρνηθήκανε τὸν Θεό τους καὶ προσκυνοῦσαν τόν Βάαλ, μὰ ποὺ φοβόντανε κιόλας μὴν τοὺς παιδέψει ὁ Ἰεχωβᾶ, κι ὁ προφήτης Ἠλίας τούς μάλωνε καὶ τοὺς ἔλεγε: «Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ’ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις;», «ὡς πότε θὰ κουτσαίνετε, πότε ἀπὸ τὸ ‘να τὸ ποδάρι καὶ πότε ἀπὸ τ’ ἄλλο; Ἂν εἶναι θεὸς ὁ Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, ἂν εἶναι ὁ θεὸς ὁ Ἰεχωβᾶ πηγαίνετε ξοπίσω ἀπ’ αὐτόν». Ἔτσι κ’ ἐμεῖς, θέλουμε νὰ τὰ συμβιβάσουμε τὰ ἀταίριαστα καὶ τὸ χάλι μας εἶναι ἐλεεινό. Ἀγαπᾶμε τὴν Ἑλλάδα, πονᾶμε τὸν τόπο μας, δίνουμε γι’ αὐτὸν τὴ ζωή μας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σιχαινόμαστε τὰ δικά μας πράγματα, τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδας, εἴτε φυσικὰ εἶναι εἴτε τεχνητά, εἴτε συνήθειες, εἴτε τραγούδια, εἴτε ψαλμωδίες, εἴτε εἰκονίσματα, καὶ θέλουμε τὰ ξενοφερμένα. Εἴμαστε, λοιπόν, στὰ συγκαλά μας; Ρωτῶ νὰ μάθω.

Φώτης Κόντογλου


Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2025

 


Τὸ παλιὸ κατάστιχο

– Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ συγχωρήσω εὔκολα τοὺς ἄλλους.

– Ἐσὺ δὲν θέλεις νὰ σὲ συγχωρῆ ὁ Χριστός;

– Πῶς δὲν θέλω, Γέροντα;

– Τότε, γιατί κι ἐσὺ δὲν συγχωρεῖς τοὺς ἄλλους; Αὐτὸ πρόσεξέ το πολύ, γιατὶ στενοχωρεῖ τὸν Χριστό. Εἶναι σὰν νὰ σοῦ χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα κι ἐσὺ νὰ μὴ θέλεις νὰ χαρίσης στὸν ἄλλον ἑκατὸ δηνάρια. Νὰ λὲς μὲ τὸν λογισμό σου: «Πῶς ὁ Χριστὸς, ποὺ εἶναι ἀναμάρτητος, μὲ ἀνέχεται συνέχεια καὶ ἀνέχεται καὶ συγχωρεῖ δισεκατομμύρια ἀνθρώπους, κι ἐγὼ δὲν συγχωρῶ μία ἀδελφή;»

Μία μέρα ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνα παιδὶ ποὺ ἤξερα ὅτι εἶχε παρεξηγηθεῖ μὲ κάποιον καί, ἐνῶ ἐκεῖνος τοῦ ζητοῦσε νὰ τὸν συγχωρέση, αὐτὸς δὲν τὸν συγχωροῦσε. Κάποια στιγμή μοῦ λέει: «Κάνε προσευχή, Γέροντα, νὰ μὲ συγχωρέση ὁ Θεός». «Θὰ κάνω προσευχή, τοῦ λέω, νὰ μὴ σὲ συγχωρέση ὁ Θεός». Ἀλλὰ ἐκεῖνο πάλι μοῦ εἶπε: «Θέλω, Γέροντα, νὰ μὲ συγχωρέση ὁ Θεός».«Ἂν δὲν συγχωρέσης, εὐλογημένε, ἐσὺ τοὺς ἄλλους, τοῦ εἶπα τότε, πῶς θὰ σὲ συγχωρέση ἐσένα ὁ Θεός;»

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ μακροθυμία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Αὐτὴ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε. Μία νύχτα πῆγε στὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Τύχωνα ἕνας κοσμικὸς νὰ τὸν ληστέψη. Ἀφοῦ βασάνισε ἀρκετὰ τὸν Γέροντα -τοῦ ἔσφιγγε τὸν λαιμὸ μὲ ἕνα σχοινί-, εἶδε ὅτι δὲν ἔχει χρήματα καὶ ξεκίνησε νὰ φύγη. Τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε, ὁ παπα – Τύχων τοῦ εἶπε: «Θεὸς συγχωρέσοι, παιδί μου». Ὁ κακοποιὸς αὐτὸς πῆγε νὰ ληστέψη καὶ ἄλλον Γέροντα, ἀλλὰ ἐκεῖ τὸν ἔπιασε ἡ ἀστυνομία καὶ ὁμολόγησε μόνος του ὅτι εἶχε πάει καὶ στὸν παπα – Τύχωνα. Ὁ ἀστυνόμος ἔστειλε χωροφύλακα νὰ πάρη τὸν παπα – Τύχωνα γιὰ ἀνάκριση, ἀλλὰ ὁ Γέροντας δὲν ἤθελε νὰ πάη.

«Ἐγὼ παιδί μου, ἔλεγε, συγχώρεσα τὸν κλέφτη μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου». Ὁ χωροφύλακας, ὅμως, δὲν ἔδινε καθόλου σημασία στὰ λόγια του. «Ἄντε γρήγορα, Γέροντα», τοῦ ἔλεγε! Ἐδῶ δὲν ἔχει «συγχώρησον» καὶ «εὐλόγησον».

Τελικά, ἐπειδὴ ὁ Γέροντας ἔκλαιγε σὰν μωρὸ παιδί, τὸν λυπήθηκε ὁ διοικητὴς καὶ τὸν ἄφησε νὰ γυρίση στὸ Κελλί του. Ὅταν μετὰ θυμόταν ὁ Γέροντας αὐτὸ τὸ περιστατικό, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωρέση στὸ μυαλό του: «Πά-πά-πά, παιδί μου, ἔλεγε, αὐτοὶ οἱ κοσμικοὶ ἄλλο τυπικὸ ἔχουν, δὲν ἔχουν τὸ «εὐλόγησον» καὶ τὸ «Θεὸς συγχωρέσοι»!

– Γέροντα, τί εἶναι ἡ μνησικακία; Νὰ θυμᾶσαι τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν ἢ νὰ αἰσθάνεσαι κακία γιὰ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ τὸ ἔκανε;

– Ἂν θυμᾶσαι τὸ κακὸ καὶ λυπᾶσαι, ὅταν αὐτὸς ποὺ σοῦ τὸ ἔκανε πάη καλά, ἢ χαίρεσαι, ὅταν δὲν πάη καλά, αὐτὸ εἶναι μνησικακία. Ἂν ὅμως, παρὰ τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκανε ὁ ἄλλος, χαίρεσαι μὲ τὴν προκοπή του, αὐτὸ δὲν εἶναι μνησικακία. Αὐτὰ εἶναι τὰ κριτήρια, γιὰ νὰ ἐλέγξης τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.

Ἐγὼ πάντως, ὅ,τι κακὸ κι ἄν μοῦ κάνη ὁ ἄλλος, τὸ ξεχνῶ. Ρίχνω τὸ παλιὸ κατάστιχο μέσα στὴν φωτιὰ τῆς ἀγάπης καὶ καίγεται. Τότε μὲ τὸν ἀνταρτοπόλεμο, τὸ 1944, μία μέρα εἶχαν ἔρθει στὸ χωριό μας ἀντάρτες. Ἔκανε πολὺ κρύο. Εἶπα: «Τί θὰ ἔχουν νὰ φᾶνε; Θά ‘ναι νηστικοί. Ἂς τοὺς πάω λίγο ψωμί». Ὅταν τοὺς τὸ πῆγα, μὲ πέρασαν γιὰ ὕποπτο. Οὔτε κἄν σκέφθηκα ὅτι στὰ βουνὰ κυνηγοῦσαν τὰ ἀδέλφια μου. Τί εἶπε ὁ Χριστός; «Ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε καλὸ σ’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς μισοῦν».

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

 


Μόνο τὶς δύο πρῶτες λέξεις

Ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πραγματικὰ νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συνειδητοποιεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς υἱὸ τοῦ αἰωνίου Πατρὸς καὶ προφέρει τὴν προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν» μὲ τὴ συνείδηση αὐτή. Θεωρῶ ὅτι, ἂν ἐμεῖς λέγαμε μόνο τὶς δύο πρῶτες λέξεις τῆς προσευχῆς αὐτῆς, δηλαδὴ Πάτερ ἡμῶν, ἀντιλαμβανόμενοι τὸ βαθύ τους νόημα, τότε ὅλη μας ἡ ζωὴ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ τὶς ἐκδηλώσεις της θὰ ἄλλαζε ριζικά.

Ἂν ἐγὼ εἶμαι υἱός τοῦ ἀνάρχου Πατρός, σημαίνει ὅτι βρίσκομαι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, σημαίνει ὅτι δὲν εἶμαι δοῦλος ἀλλὰ κύριος, κατ’ εἰκόνα τῆς κυριότητος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, σημαίνει ὅτι εἶμαι αὐθεντικὰ ἐλεύθερος μὲ τὴ μοναδικὰ ἀληθινὴ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Παραμένοντας σὲ τέτοια κατάσταση, ὁ ἄνθρωπος δέχεται κάθε ἄλλον συνάνθρωπό του ὡς υἱὸ ἀναστάσεως καὶ παύει πλέον αὐτὸς νὰ εἶναι γιὰ μένα «μηδαμινὸς» ἢ «ξένος», ἀλλὰ εἶναι ὁ αἰώνιος ἀδελφός μου.

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

 


Ὅπως θέλεις καὶ ὅπως γνωρίζεις, ἐλέησέ με

Ρώτησαν κάποιοι τὸν Ἀββᾶ Μακάριο: «Πῶς πρέπει νὰ προσευχώμαστε;»

Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Δὲν χρειάζονται περιττὰ λόγια, ἀλλὰ νὰ ἁπλώνετε τὰ χέρια καὶ νὰ λέτε: Κύριε, ὅπως θέλεις καὶ ὅπως γνωρίζεις, ἐλέησέ με.

Καὶ ἂν ἔρχεται πειρασμός: Κύριε, βοήθησέ με.

Ἐκεῖνος γνωρίζει τί εἶναι γιὰ καλό μας καὶ μᾶς ἐλεεῖ».


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

 


Ἡ εἰρήνη

Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη».

Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος, ὅμως, ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.

Ψυχὴ πού παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπομένει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατὶ καὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Ἐσύ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησέ με νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο, καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει ἐν τῷ Θεῶ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Ἂν ἀποτύχεις σὲ κάτι, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλά ἐὰν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: «Αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει», τότε ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη στὴν ψυχή του, ἔστω καὶ ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ.

Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν παραδοθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἔτσι διαφυλάσσεται ἡ εἰρήνη. Τὸ ἴδιο καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι ἅγιοι ἄνθρωποι ὑπέμειναν κάθε θλίψη παραδομένοι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἤ τὸν καπνό.

Ἅγιος Σιλουανὸς


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

 


Ἡ δόξα τῶν παλαιῶν

Ζωντανοὺς στὴν Ἑλλάδα βρίσκεις μόνο στὰ νεκροταφεῖα. Ἡ Ἑλλάδα, αὐτὴ τὴ στιγμή, κατοικεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄψυχοι, καὶ ποὺ ἔτσι καὶ τολμήσεις νὰ πεῖς τὸ ὄνομα «Ἑλλάδα», τὸ ὄνομα «πατρίδα» ἤ τὴ λέξη «ἔθνος», χαρακτηρίζεσαι «ἐθνικιστής» ἀπὸ κάποια τσόφλια τῆς δημοσιογραφίας καὶ τῆς ὑποκουλτούρας.

Εἶναι ντροπή. Εἶναι ντροπὴ τὸ νὰ ντρέπεται κάποιος γιὰ τὴν καταγωγή του. Εἶναι ντροπὴ νὰ ντρέπεται γιὰ τὴν δόξα τῶν προγόνων του. Γιατὶ δὲν μποροῦμε ἐμεῖς, στὸ χάλι ποὺ ἔχουμε φτάσει, νὰ δημιουργήσουμε μιὰ δόξα γιὰ τὰ παιδιά μας. Τοὐλάχιστον, ἄς ἀφήσουμε τὴ δόξα τῶν παλαιῶν. Μὴν τὴ σπιλώνουμε κι αὐτή. Δὲν μποροῦν οἱ νάνοι τοῦ σήμερα νὰ ὑψώνουν τὸ ἀνάστημά τους στοὺς γίγαντες τοῦ χθές.

Σαράντος Καργάκος


Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

 


Περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα

Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, καὶ ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής, ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν Λυτρωτὴν καὶ ἐσκίρτησεν, ἀνὴρ γενόμενος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος πιστεύσας, ὑποδείξας καὶ κηρύξας τὸν Χριστόν. «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εἶπεν ὅτε εἶδε τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα. «Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ», ἔλεγε πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι». Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὡμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώση τὸ παράδειγμα.

Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.

Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἁβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος.

Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.

Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.

Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἀγνοήσωσιν.

Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὗτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς. Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχομένους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὗτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ. «Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγῖδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἔφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Βυζαντινός, «Ἐφημερίς», 6 Ἰανουαρίου 1888


Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

 


Τὰ μικρὰ παιδιὰ

– Ἔχω παρατηρήσει, Γέροντα, ὅτι τὰ μωρὰ μερικὲς φορὲς τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας χαμογελοῦν.

– Αὐτὸ δὲν τὸ κάνουν μόνο στὴν Θεία Λειτουργία. Τὰ μωρὰ εἶναι σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν μέριμνες. Τί εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὰ μικρὰ παιδιά; «Οἱ Ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Ἔχουν ἐπικοινωνία καὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν Φύλακα Ἄγγελό τους, ποὺ εἶναι συνέχεια δίπλα τους. Στὸν ὕπνο τους πότε γελοῦν, πότε κλαῖνε, γιατὶ βλέπουν διάφορα. Ἄλλοτε βλέπουν τὸν Φύλακα Ἄγγελό τους καὶ παίζουν μαζί του – τὰ χαϊδεύει, τὰ πειράζει, κουνάει τὰ χεράκια τους, καὶ αὐτὰ γελοῦν ‐, ἄλλοτε πάλι βλέπουν καμμιὰ σκηνὴ τοῦ πειρασμοῦ καὶ κλαῖνε.

– Ὁ πειρασμὸς γιατί πηγαίνει στὰ νήπια;

– Καὶ αὐτὸ τὰ βοηθάει, γιὰ νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκη νὰ ζητοῦν τὴν μάνα τους. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὸς ὁ φόβος, δὲν θὰ ἀναγκάζονταν νὰ ἀναζητήσουν τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας τους. Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό.

– Αὐτὰ ποὺ βλέπουν, ὅταν εἶναι μικρά, τὰ θυμοῦνται, ὅταν μεγαλώσουν;

– Ὄχι, τὰ ξεχνοῦν. Ἂν θυμόταν τὸ παιδάκι πόσες φορὲς εἶδε τὸν Ἄγγελό του, θὰ ἔπεφτε στὴν ὑπερηφάνεια. Γι᾿ αὐτό, ὅταν μεγαλώση, τὰ ξεχνάει. Ὁ Θεὸς μὲ σοφία ἐργάζεται.

– Μετὰ τὸ Βάπτισμα τὰ βλέπουν αὐτά;

– Φυσικά, μετὰ τὸ Βάπτισμα.

– Γέροντα, ἕνα ἀβάπτιστο παιδάκι κάνει νὰ προσκυνήση ἅγια Λείψανα;

– Γιατί νὰ μὴν κάνη; Μπορεῖ καὶ νὰ τὸ σταυρώση κανεὶς μὲ τὰ ἅγια Λείψανα. Εἶδα σήμερα ἕνα παιδάκι, σὰν ἀγγελουδάκι ἦταν. «Ποῦ εἶναι τὰ φτερά σου;», τὸ ρώτησα. Δὲν ἤξερε νὰ μοῦ πῆ!... Στὸ Καλύβι, ὅταν ἔρχεται ἡ ἄνοιξη καὶ ἀνθίζουν τὰ δένδρα, βάζω καραμέλες πάνω στὰ πουρνάρια, ποὺ εἶναι κοντὰ στὴν πόρτα τοῦ φράχτη, καὶ λέω στὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ ἔρχονται ἐκεῖ: «Πηγαίνετε, παιδιά, νὰ κόψετε καραμέλες ἀπὸ τὰ πουρνάρια, γιατί, ἂν πιάση βροχή, θὰ λειώσουν καὶ θὰ πᾶνε χαμένες!». Μερικὰ ἔξυπνα παιδάκια καταλαβαίνουν ὅτι τὶς ἔβαλα ἐγὼ καὶ γελοῦν, ἄλλα πιστεύουν ὅτι φύτρωσαν, ἄλλα προβληματίζονται. Τὰ μικρὰ θέλουν καὶ λίγο λιακάδα...

– Βάζετε πολλὲς καραμέλες, Γέροντα;

– Ἔμ, πῶς! Τί νὰ κάνω; Ἐγὼ καλὰ γλυκὰ δὲν δίνω στοὺς μεγάλους· λουκούμια τοὺς δίνω. Ὅταν μοῦ φέρνουν καλὰ γλυκά, τὰ κρατῶ γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς Σχολῆς (γιὰ τοὺς μαθητὲς τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς). Νά, κι ἐδῶ χθὲς βράδυ φύτεψα καραμέλες καὶ σοκολατάκια καὶ σήμερα... ἄνθισαν! Τὰ εἴδατε; Ὁ καιρὸς ἦταν καλός, τὸ χῶμα ἦταν ἀφράτο, γιατὶ τὸ εἴχατε σκάψει καλά, καὶ ἀμέσως ἄνθισαν! Νὰ δῆτε τί ἀνθόκηπο θὰ σᾶς κάνω ἐγώ! Δὲν θὰ χρειάζεται νὰ ἀγοράζουμε καραμέλες καὶ σοκολατάκια γιὰ τὰ παιδιά. Τί; νὰ μὴν ἔχουμε δική μας παραγωγή;

– Γέροντα, κάποιοι προσκυνητὲς εἶδαν τὰ σοκολατάκια ποὺ φυτέψατε στὸν κῆπο, ἐπειδὴ τὸ χαρτάκι τους ἔβγαινε πάνω ἀπὸ τὸ χῶμα. Παραξενεύτηκαν. «Κάποιο παιδάκι, εἶπαν, θὰ τὰ ἔβαλε».

– Δὲν τοὺς εἶπες ὅτι τὰ ἔβαλε ἕνα μεγάλο παιδί;

 Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

 


Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη,
ἀμίσθου ἱεροψάλτου (β)

Ἀπεχωρίσθησαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐτάχυνε τὸ βῆμα. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὁ Γαβριηλίδης τὸν ὑπεδέχθη μὲ πλαστὴν ἀγανάκτησιν:

—Ἀλέξανδρε, εἶπεν, ἐχάθηκαν τὰ μόνιππα; Ἂς ἔπαιρνες ἕνα, ἀδελφέ, κι ἂς τὸ ἐχρέωνες εἰς ἐμέ! Βουλιάζουμε, Ἀλέξανδρε!

Τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἶχε κατακλυσθῆ ἀπὸ χείμαρρον ἐπιστολῶν ἐξ ὅλης της Ἑλλάδος καὶ τῶν ὁμογενῶν τῆς ἀλλοδαπῆς. Διεμαρτύροντο οἱ ἀναγνῶσται διὰ τὴν ἀπουσίαν ἑορτίου διηγήματός του εἰς τὸ χριστουγεννιάτικον καὶ πρωτοχρονιάτικον φύλλον καὶ διεμήνυον ὅτι ἂν καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν Θεοφανείων στερῆται παπαδιαμαντικοῦ ἀφηγήματος, δὲν θὰ ἠγόραζον τὴν ἐφημερίδα καὶ ἂς κρατήσῃ ὁ κύριος διευθυντὴς τὰς ἐπιστροφὰς τῶν φύλλων διὰ νὰ τυλίγῃ τὸ προσφάγι του ἢ νὰ ψήνῃ ρέγγες!

—Ἀκοῦς, Ἀλέξανδρε, ἐπέφερε μὲ βεβιασμένον πως γέλωτα, ἀκοῦς τὰ ἀπειλητικὰ αἰτήματα τοῦ ἀναγνωστικοῦ συνδικάτου; Κακὴν δημοκρατίαν τοὺς ἐδιδάξαμεν, φίλτατε, ἀλλὰ παρέλκει τώρα πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν πολιτευμάτων. Λοιπόν, ἔχομεν τέσσαρας ἡμέρας ἕως τὰ Φῶτα, φρόντισε, Ἀλέξανδρε τὴν Παραμονὴν τὸ πρωΐ, νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸ διήγημα.

—Μόνον ἂν ἐπήγαινα στὴν Σκιάθον, ὑπέλαβεν ὁ Παπαδιαμάντης, θὰ ἠμποροῦσα, ἴσως, νὰ τὸ γράψω.

—Λοιπόν, τί περιμένεις; ἐβρυχήθη ὁ Γαβριηλίδης. Ναυλώνω πλοῖον καὶ ἀποπλέεις εἰς τρεῖς ὥρας, μόλις φθάσῃς στρώνεσαι στὸ γράψιμο, οὔτε κεφάλι θὰ σηκώσῃς, Ἀλέξανδρε, οὔτε νερὸ θὰ πιῇς, οὔτε λέξιν θὰ ἀπευθύνῃς εἰς ἄλλον καὶ τὴν Παραμονὴν τηλεγραφεῖς τὸ διήγημα.

—Ἀλλὰ ἐνδέχεται λόγῳ τοῦ καιροῦ νὰ μὴ λειτουργᾷ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμή, εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος.

—Τότε πλέεις εἰς Χαλκίδα καὶ τηλεγραφεῖς ἐκεῖθεν, καὶ δὲν ἀναχωρεῖς εἰς τρεῖς ὥρας ἀλλὰ τώρα ἀμέσως, καὶ λάβε τὸ ἥμισυ τῆς ἀμοιβῆς, εἶπεν ἐν ἐξάψει ὁ Γαβριηλίδης καὶ τοῦ ἐνεχείρισε φάκελον.

Ἀνάρπαστοι κατέβησαν εἰς Πειραιᾶ, ὁ Γαβριηλίδης ἐναύλωσε ταχύπλουν, ὁ Παπαδιαμάντης ἐπεβιβάσθη, καὶ τὸ σκάφος ἀπέπλευσεν. Ἐκ πείσματος τοῦ πλοιάρχου δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν Εὐβοϊκόν, τοῦ ὁποίου ὁ διάπλους εἶναι καταφανῶς ὀλιγότερον τρικυμιώδης ἀπὸ τὴν θαλασσίαν ὁδόν, τὴν διὰ τοῦ Αἰγαίου. Ἀνελπίστως ἐπέρασαν τὰ ἐπικίνδυνα τοῦ Καφηρέως ἄνευ ἰσχυρῶν κλυδωνισμῶν, ἀργότερα ὅμως ὁ καιρὸς ἤρχισε νὰ χειροτερεύῃ καὶ ὅταν πλέον προσήγγιζαν εἰς τὴν Σκύρον ἦτο ξίδι μοναχό, θάλασσα κιαμέτ! Ὁ καπετάνιος ἠγκυροβόλησε στὲς Τρεῖς Μποῦκες, τὸν ἀσφαλέστατον λιμένα τῆς νήσου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν πρόκειται «νὰ σηκώσῃ ἄγκυραν, ἂν δὲν ξανοίξῃ». Εἰς μάτην διεμαρτυρήθη ὁ Παπαδιαμάντης, λέγων ὅτι τὸ πλοῖον εἶχεν ἀδρῶς ναυλωθῆ καὶ ὁ πλοίαρχος ὤφειλε νὰ κάμῃ νόμο-τρόπο, ὥστε αὔριον, τὸ βραδύτερον, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Σκιάθον. Ἐκεῖνος ἀντέτεινεν ὅτι καμμία ναύλωσις δὲν εἶναι ὑπερτέρα τῆς σωτηρίας τοῦ σκάφους, καὶ ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει περιγράψει εἰς διήγημά του ἀβαρίας ἀναγκαίας πρὸς ἀποφυγὴν καταποντισμοῦ σκάφους καὶ ψυχῶν.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκλείσθη εἰς τὸν θαλαμίσκον του. Ἦτο ἡ τετάρτη πρὸ τῆς ἑορτῆς ἡμέρα. Ἐξάπλωσεν εἰς τὴν κουκέταν του καὶ ἐσυλλογίζετο ὅτι, ἂν δὲν «ἔπεφτε ὁ καιρός» ἐκινδύνευε νὰ μὴ γράψῃ τὸ διήγημα καί, τὸ χειρότερον, νὰ χάσῃ τὰς Ὥρας τῶν Θεοφανίων. Ἀλλ᾿ ἂν ἐνέδωσεν εἰς τὴν παράλογον ἀπαίτησιν τοῦ Γαβριηλίδου, τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς Ἀκολουθίας τῶν Ὡρῶν ἐν τῇ προσφιλέστατῃ νήσῳ. Ὄχι, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ὁ Θεὸς νὰ μὴ τὰς συμψάλῃ μὲ τὸν κὺρ Ἀλεξανδρῆν, τὸν ψάλτην τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν!

Ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται θέρμην, καὶ μικρὸν ρίγος τὸν διεπέρασεν. Ἐσκεπάσθη καλῶς καὶ ἐσκέπτετο πλέον ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἀναχώρησις δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μηνύσῃ εἰς τὸν ἐξάδελφον Ἀλέκον νὰ μὴ λείψῃ ἐκεῖνος κἂν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον. Ἀλλ᾿ ἐνεφανίσθη τότε ὅμιλος ἐνοριτῶν καί, κυρίως, ἐνοριτισσῶν τοῦ ναϋδρίου, οἱ ὁποῖοι ἐπρόβαλαν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ ψάλῃ αὐτὸς τὰς Ὥρας. Ἄλλως, ἠπείλουν, θὰ ἐκκλησιάζοντο ἀλλοῦ. Τοὺς ἐνουθέτησε καὶ τοὺς ἐξώρκισε νὰ μὴ ἐκπειράζωσι Κύριον τὸν Θεόν των, εἰς τὰ θεῖα δὲν χωροῦν ἐκβιασμοί, καὶ πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πάλιν εἰς Ἀθήνας ἄνευ θαύματος; Ἀπεδείχθησαν ὅμως «ἀγύριστα κεφάλια», καὶ ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ κολασθῶσιν, ἀνέβη εἰς τὸ κατάστρωμα καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν. Συντόνως κολυμβῶν ἔφθασεν αἰσίως εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν ἀνῆλθε διάβροχος εἰς Ἀθήνας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν θαλπερὸν ναΐσκον, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ τριτεξάδελφός του ἡτοιμάζετο νὰ ψάλῃ τὸ ἐξαίσιον καὶ ἀθάνατον Δοξαστικὸν τῆς Ἐνάτης Ὥρας. Θεωρῶν ὅμως, ἄνευ ἐκπλήξεως, εἰσερχόμενον τὸν καταστάζοντα Παπαδιαμάντη τοῦ λέγει φυσικότατα:

—Ἀλέξανδρε, ἰδικόν σου τὸ Δοξαστικόν!

Ἠσθάνθη φρικίασιν εὐφροσύνης καὶ ἐξύπνησε καὶ ἐνόησεν ὅτι δὲν θὰ προλάβῃ τὰς Ὥρας τῶν Φώτων. Ἡ ἀδελφή του Κυρατσούλα, ποὺ εἶχε τὴν ἔγνοια του, τὸν ἠρώτησεν, ἐν συνοχῇ καρδίας· «Τί θέλεις, Ἀλέξανδρε;» Ἀφυπνίσθησαν σχεδὸν ἔντρομοι καὶ αἱ ἄλλαι, ὁποὺ ἐλαγοκοιμῶντο εἰς τὴν διπλανὴν κάμαρην.

— «Ἡσυχάσατε!», εἶπε πραέως, «θὰ ψάλω τὸ Δοξαστικόν».

Εἶτα μὲ τρέμουσαν φωνήν, ὡς πτηνὸν ἀποδημητικὸν ἀπερχόμενον εἰς θερμοτέρους οὐρανούς, ἐμινύρισε τὸ πανηγυρικὸν ᾆσμα: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἀψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου... ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά».. Καὶ βλέπων ὅτι ὁ μέγιστος ἐν γεννητοῖς γυναικῶν τὸν ἐπεσκίαζεν ἤδη διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν πτερύγων του, ἔκλινε πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς καρδίας καὶ ἀπέπτη.

Νῖκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἕνα σωρὸ στολές

– Γέροντα, μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ κλῆρος, ἄν ἐκσυγχρονισθῆ, θὰ βοηθήση πιὸ πολύ.

– Ὅταν εἶχε πάει ὁ Πατριάρχης Δημήτριος στὴν Ἀμερική στὴν Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πῆγαν μερικοὶ εὐλαβεῖς φοιτητές Ἀμερικάνοι καὶ τοῦ εἶπαν: «Παναγιώτατε, στὴν ἐποχή μας πρέπει ὁ κλῆρος νὰ ἐκσυγχρονισθῆ». Καὶ ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε: «Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς λέει: ὅταν οἱ κληρικοί γίνουν λαϊκοί, οἱ λαϊκοί θὰ γίνουν δαίμονες!» «Καλά δὲν τούς εἶπε; Τοῦ ἑτοίμασαν γιὰ νὰ μείνη ἕνα πολυτελέστατο δωμάτιο μὲ κρεββάτι ἐπίσημο κ.λπ. Μόλις τὸ εἶδε, εἶπε: «Ποῦ θὰ μείνω; Σ΄ αὐτὸ τὸ δωμάτιο; Φέρτε μου καλύτερα ἕνα ράντζο. Ὁ κληρικός, ὅταν κοσμικοποιηθῆ, γίνεται ὑποψήφιος διάβολος».

– Γέροντα, μήπως νὰ κάνουμε πιὸ ἁπλὰ ἄμφια; Μήπως βλάπτουμε τούς ἱερεῖς μὲ τὰ πολύ κεντημένα;

– Θὰ σᾶς τιμᾶ, ἄν πῆτε: «Ἐμεῖς κάνουμε αὐτὰ τὰ ἁπλά. Μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ μὲ πολύ κέντημα, ἀλλὰ τὸ ἀποφεύγουμε, γιατὶ μᾶς πειράζει ὁ λογισμὸς ποὺ σκανδαλίζεται ὁ κόσμος. Τὸ ἐκμεταλλεύονται μετὰ καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν πιστεύουν. Ἀκοῦμε νὰ λένε: «Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ψωμί νὰ φᾶμε καὶ οἱ παπάδες ἔχουν ἕνα σωρὸ στολές». Ἄν κάνετε ἁπλὰ κεντήματα, θὰ ἔρχωνται καὶ σοβαροὶ ἱερεῖς νὰ τὰ πάρουν. Ἄν ἔρχωνται ἱερεῖς μὲ κοσμικό φρόνημα, καὶ αὐτοὶ θὰ γίνωνται ρεζίλι, καὶ ἐσεῖς θὰ γίνεσθε ρεζίλι μὲ τὰ πολὺ στολισμένα. Στὰ καλύμματα Ἁγίας Τραπέζης καὶ Τιμίων Δώρων μπορεῖτε νὰ βάλετε περισσότερο κέντημα. Καὶ νὰ ἀποφεύγετε νὰ βάζετε σταυροὺς χαμηλὰ στὰ στιχάρια καὶ στὰ φαιλόνια. Βάλτε κάτι ἄλλο συμβολικό. Κάθονται οἱ ἱερεῖς ἐπάνω στοὺς Ἁγίους, στοὺς σταυρούς… Αὐτὸ εἶναι ἀνευλάβεια.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

 


Μνήμη τῶν ἁγίων Βονιφατίου καὶ Ἀγλαΐδος

Ἦταν Ρωμαῖος. Καὶ ὑπηρέτης της Ἀγλαΐδος, ποὺ ἦτο κόρη συγκλητικοῦ. Ἤτανε ἐλεήμων, ἦταν ταπεινός, ἔκανε τὸν πόνο τοῦ ἄλλου δικό του, Ἀλλὰ εἶχε ἕνα ἐλάττωμα. Ἔπινε κι ἦτο καὶ ἐραστὴς τῆς κυρίας του, ἡ ὁποία κι ἐκείνη ἦτο ἐλεήμων καὶ φιλομάρτυς.

Καὶ μιὰ μέρα τοῦ λέει: «Βρὲ Βονιφάτιε», —Βονιφάτιος εἶναι αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ καλό. Ἀγλαΐς σημαίνει λάμψη. Δόξα. — «δὲν πᾶς στὴν Ἀνατολή, ποὺ μαρτυρᾶνε ἐκεῖ οἱ χριστιανοί, νὰ μοῦ φέρεις ἅγια λείψανα νὰ τά ‘χουμε γιὰ εὐλογία, μήπως μᾶς συγχωρέσουν;»

Κι ἐκεῖνος τί τῆς λέει; Θά ‘ταν καὶ πιωμένος… «Ἂν σοῦ φέρω τὸ δικό μου, τί θὰ κάνεις;» «Ἄντε, ρὲ μπεκρῆ», λέει, «νὰ φέρεις τὸ δικό σου! Ἐσὺ κι ἐγὼ γιὰ μάρτυρες κάνομε!» Εἶχε συναίσθηση!

Καὶ πῆρε ἐκεῖνος δούλους, πῆρε χρυσάφι, καὶ πῆγε στὴν Κιλικία, στὴν πατρίδα ἐκεῖ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Στὴν Ταρσό. Πῆρε ὑπηρέτες. Ἔ, τοὺς λέει: «Καθίστε, ἐδῶ, παιδιά», ἐκεῖ ποὺ κατέλυσαν, «θὰ πάω ἐγὼ μιὰ δουλειὰ καὶ θά ‘ρθω.» Αὐτοὶ νόμισαν, θὰ πάει νὰ βρεῖ καμιὰ ταβέρνα, γιὰ νὰ πιεῖ. Γιατὶ ἔπινε πάρα πολύ. Μὴν κατακρίνουμε κανένα, ποτέ. Δὲν ξέρεις τί ἔχει ὁ ἄλλος μέσα του. Κρύβει τὸν παράδεισο κι ἐμεῖς βλέπουμε τὴν κόλαση.

Πάει κι αὐτός, δὲν πῆγε στὴν ταβέρνα. Πῆγε κατ' εὐθεῖαν ἐκεῖ ποὺ μαρτυροῦσαν οἱ χριστιανοί. Τοὺς εἶδε, λοιπόν, καὶ κατεπλάγη καὶ τί κάνει; Τοῦ ‘ρθε κι αὐτοῦ μιὰ φλασιά. Εἴχαμε πεῖ καὶ γιὰ κάποιον ἄλλο προηγουμένως καὶ μπαίνει κι αὐτὸς στὸ στάδιο, ἐκεῖ ποὺ μαρτυροῦσαν. Καὶ λέει: «Κι ἐγὼ χριστιανὸς εἶμαι καὶ Βονιφάτιος ὀνομάζομαι. Τὸν Χριστό μου προσκυνῶ!» Τί ἦταν αὐτός!

Τὸν ὑπέβαλαν σὲ δεινὰ βασανιστήρια. Μεγαλομάρτυς εἶν’ ὁ Βονιφάτιος. Στὸ τέλος τοῦ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλή. Τώρα οἱ σύντροφοί του λένε: «Τί νά ‘γινε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Δὲν πᾶμε νὰ ψάξουμε, μήπως ἔχει μεθύσει κι ἔχει ξαπλώσει;» Γιατὶ τὰ βλέπουν ὅλα ἰσιώματα οἱ μεθυσμένοι. «Πᾶμε.» Ἔψαξαν, πᾶνε στὸ στάδιο, λέει: «Αὐτός; Ἐμαρτύρησε, νά ‘τος. Νὰ τὸ λείψανό του.» Κι ἄρχισαν, λοιπόν, καὶ κλαίγανε, τὸν φιλούσανε, τοῦ ζητάγανε συγγνώμη γι’ αὐτὲς τὶς σκέψεις ποὺ ‘καναν πρίν, καὶ τὸν πῆραν καὶ τὸν πήγανε στὴ Ρώμη.

Ἡ κυρία του βγῆκε ἐννέα χιλιόμετρα ἀπ’ τὴ Ρώμη, νὰ τὸν προϋπαντήσει, τὴν φώτισε ὁ Θεός, τὸν ἔθαψε ἐκεῖ, σ’ ἕνα ἐξοχικὸ ποὺ εἶχαν, σ’ ἕνα ἀγρόκτημα, Ἀλλὰ σὲ λίγο, τί ἔκανε αὐτός; Ἔβγαζε ἰάματα, ἔκανε θαύματα - ὁ μπεκρῆς, ἔ; Κι ὄχι μόνο. Πῆρε τὸ λείψανό του ἡ ἁγία, ἡ Ἀγλαΐς, τό ‘φερε στὴ Ρώμη, ἔκανε τὸ σπίτι ἐκκλησία, ἔβαλε τὸ λείψανο ἐκεῖ, τὸ ὁποῖο κι ἐθαυματουργοῦσε κάθε μέρα. Ὁ μπεκρὴς κι ὁ ἐρωδιός. Ὁ ἐραστής. Μάλιστα. Κι ἐκείνη ἔμενε κοντά, ζῶσα ἐν μετανοίᾳ, καὶ οἱ εὐχές τοῦ Βονιφατίου κι ὁ ἀγώνας ποὺ ἔκανε τὴν ἔβαλαν στὸν παράδεισο.

Εἶναι συγκινητικὰ αὐτά. Πολὺ συγκινητικὰ καὶ συγκλονιστικά. Γι’ αὐτὸ μὴν κρίνομε κανέναν, γιατὶ δὲν ξέρομε ὁ Θεὸς στὸ τέλος τί θὰ τοῦ δώσει. Καὶ τί ἔχει μέσα του ὁ καθένας. Ἐμεῖς κρίνομε τὸ ἀπ’ ἔξω, ὁ Θεὸς κρίνει τὸ ἀπὸ μέσα. Ἔτσι. Τί γίνεται; Μυστήριο εἶν’ ὁ ἄνθρωπος. Ἄβυσσος εἶν’ ὁ ἄνθρωπος, λέει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος.

π. Ἀνανίας Κουστένης  


Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

 


Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων

Παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων. ῏Ηταν ὥρα δειλινοῦ καὶ ἐγὼ καθόμουνα σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς «᾿Ακροπόλεως» εἰς τὴν Στοὰν τοῦ Πάππου, τότε. ῎Αλλος κανεὶς μοῦ φαίνεται ἀπὸ τὴν σύνταξι δὲν ἤτανε ἐκεῖ. Κάτι ἔγραφα ὅμως ἐκείνη τὴ στιγμή, καὶ ἤμουνα ἀπορροφημένος μὲ τὴν ἐργασία, ὅταν μέσα στὸ θαμπὸ φῶς τῆς ἑσπέρας, ποὺ γινότανε βαθύτερον εἰς τὸ γραφεῖον, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκε ἕνας ἄνθρωπος, μᾶλλον ὑψηλός, κακοντυμένος, μὲ ροῦχα ὁπωσδήποτε ἀπεριποίητα καὶ μακρὺ ἐπανωφόρι τριμμένο. Παρὰ τὴν φτωχικὴ ἐμφάνισιν, ἀπὸ τὰ μάτια του ἔσταζε μιὰ γλύκα. ᾿Εμπῆκε συνεσταλμένος.

– ῾Ο κύριος Σίγμα;

᾿Ενόμισα πὼς ἦταν κανένας ἀπὸ τοὺς φτωχούς, ποὺ συστημένοι εἰς ἐμὲ ἀπὸ τὴ διαχείρισι, ἤρχοντο νὰ πάρουνε σημείωμα γιὰ νὰ λάβουν τὸ χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

– ᾿Εγὼ εἶμαι, τοῦ ἀπήντησα, ἀλλὰ καθῆστε μιὰ στιγμή, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώσω κάτι ποὺ γράφω ἐδῶ καὶ ἀμέσως θὰ σᾶς διευκολύνω.

Ἐκάθησε σκυφτὸς μὲ γυρμένο τὸ κεφάλι καὶ κύτταζε διαρκῶς τὸ πάτωμα.

– ῾Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θά ᾿χη!

Καὶ τὸν κύτταζα μὲ βλέμμα πονεμένο καὶ μιὰ συμπάθεια μεγάλη ποὺ ἔφτανε μέχρι συγκινήσεως.

– ῾Ορῖστε, τοῦ εἶπα, ἅμα ἐτελείωσα.

– Μὲ ζητήσατε;

– ῎Οχι, ἐγὼ δὲν σᾶς ζήτησα, ἀλλὰ ξέρω γιατὶ ἤρθατε καὶ θὰ τελειώσω ἀμέσως τὴ δουλειά σας.

Μοῦ φαίνεται ὅτι δίναμε δέκα δραχμὰς σὲ κάθε ἄτομο οἰκογενείας.

Σημειωτέον ὅτι ἡ «᾿Ακρόπολις», ἡ ὁποία ἔκαμνε τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες τὶς μεγάλες αὐτὲς φιλανθρωπικὲς χειρονομίες, κινδύνευε νὰ μὴ βγῆ γιὰ ἔλλειψι χαρτιοῦ, οἱ δὲ συντάκται της νὰ μὴν πάρουν οὔτε δέκα δραχμὰς γιὰ νὰ περάσουν τὰ Χριστούγεννα.

Γιὰ νὰ κανονίσω τὸ ποσὸν ὅπου θὰ ἔπαιρνε, ἠθέλησα νὰ μάθω τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του.

– Εἶσθε παντρεμένος;

– ῎Οχι… ἀκόμη! μοῦ εἶπε μ᾿ ἕνα πικρὸ μειδίαμα.

– ῎Εχετε ἄλλη οἰκογένεια;

– Δύο ἀδελφές, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ.

Γιὰ νὰ τὸν βοηθήσω περισσότερο, ἐσκέφθηκα νὰ κάμω μία πλαστογραφία. Νὰ συμπεριλάβω ὡς συγκατοικούσας εἰς τὰς ᾿Αθήνας μὲ αὐτὸν καὶ τὰς ἀδελφάς του καὶ ἔκαμα μίαν ἀπόδειξιν γιὰ τριάκοντα δραχμές.

– Λαμβάνεις τὸν κόπο, τοῦ εἶπα, νὰ περάσης ἀπὸ τὸ λογιστήριον;

Εὐχαρίστησε ψιθυριστά, καὶ συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, ἀλλὰ σὰν νὰ κοντοστεκότανε.

– Κι αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;

Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.

– Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.

᾿Εσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε σκυφτὸς νὰ φύγη, ξαναγύρισε.

– Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;

– Δὲν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας, Χριστούγεννα εἶναι τώρα.

– Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν τὰ πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.

– Μά, δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἡμεῖς!…

– ῎Ε, τότε, πᾶρτε κι ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε. Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι.

᾿Εσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.

– Μὰ τί εἶναι, ἐπὶ τέλους, αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;

– Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.

– Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καὶ ποιός εἶσθε ἐσεῖς;

– ῾Ο ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

– Ο ἴδιος;

–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!

῎Επεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.

῾Ο ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν ῾Ελλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμᾶτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!… Αὐτός, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλυκὲς πνευματικὲς καὶ ψυχικὲς συγκινήσεις, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινοὺς κι ἐζωντάνεψε ἐμπρός μας ἀνθρώπους μακρινοὺς κι ἄγνωστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Τοῦ ἔσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μία λέξι νὰ προφέρω. ᾿Απὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγη τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι. Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ…

Σταμάτης Σταματίου


Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ

Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ
μικρὴ φυτρώνει νεραντζιὰ
ἡ μικρή μου ἡ κοπελιὰ

Πόχει τὶς ρίζες στὸ βυθὸ
καὶ τὰ κλαδιὰ στὸν οὐρανὸ
τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπῶ

Πλάσμα δὲν εἶναι ἀνθρωπινὸ
δὲν εἶναι μήτε ξωτικὸ
τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπῶ

Μά ᾿χει τὸν ἥλιο φορεσιὰ
τὰ κύματα περπατηξιὰ
ἡ μικρή μου ἡ Παναγιὰ

Χάιντε νύφη τῆς θαλάσσης
τί φαμίλιες θὰ χαλάσεις

Νύφη μέσα στὰ μπουγάζια
μὲ τὰ πέπλα τὰ γαλάζια

Ἄνεμος νὰ μὴ σὲ πιάσει
λούλουδο μὴ σοῦ χαλάσει

Κι ἄν γενεῖ ποτὲ τὸ θάμα
κι ἀγαπήσεις κάνω τάμα

Νὰ σοῦ στείλω μιὰ μπρατσέρα
μὲ τὸν Πολικὸν Ἀστέρα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

 


Κοίτα πάνω καὶ πές μου τί βλέπεις

Ὁ Σέρλοκ Χόλμς καὶ ὁ βοηθὸς του Δρ. Γουάτσον πῆγαν γιὰ κάμπινγκ. Τὸ βράδυ, ἀφοῦ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν τὸ κρασάκι τους, ἔπεσαν γιὰ ὕπνο.

Ξαφνικά, μέσα στὴ νύχτα, ὁ Σέρλοκ Χόλμς σκουντάει τὸν Δρ. Γουάτσον.

– Γουάτσον, ξύπνα! Κοίτα πάνω καὶ πές μου τί βλέπεις.

– Τί νὰ δῶ, κ. Χόλμς; Ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων ἀστέρια.

– Καὶ τί συμπέρασμα βγάζεις ἀπὸ αὐτό;

– Κοιτάξτε …ἀστρονομικά, συμπεραίνω ὅτι ὑπάρχουν ἑκατομμύρια γαλαξίες στὸ σύμπαν καὶ συνεπῶς ἄπειρο πλῆθος ἀστέρων καὶ πλανητῶν. Ἀστρολογικά, ὁ Σκορπιὸς πρέπει νὰ βρίσκεται στὸ Λέοντα. Ὡρολογικά, πρέπει νὰ εἶναι περίπου τρεῖς καὶ τέταρτο τὰ ξημερώματα. Μετεωρολογικά, μᾶλλον θὰ κάνει καλὸ καιρὸ αὔριο. Θεολογικά, συμπεραίνω ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ ὅτι ἀποτελοῦμε ἕνα ἀπειροελάχιστο καὶ ἀσήμαντο κομμάτι τοῦ σύμπαντος. Ἐσεῖς τί συμπεραίνετε κ. Χολμς;

– Ὅτι μᾶς ἔκλεψαν τὴ σκηνὴ!


Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἀληθινὰ Χριστούγεννα

Τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει, μὲ κανέναν τρόπο, ὅποιος τὰ γιορτάζει μοναχὰ σὰν μία συγκινητικὴ συνήθεια, ποὺ εἶναι δεμένη περισσότερο μὲ τὶς συνηθισμένες χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν χειμώνα, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τὸ ζεστὸ τζάκι.

Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν ἀναβαθμὸ ποὺ λέγει:

«Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως».

Ψυχὴ καὶ σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μία γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιά του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατὰ τὸν λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο: «Τὴ δική μου τὴν εἰρήνη σᾶς δίνω, δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ τὴν εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ κόσμος».

Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ:

«Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».

Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε καὶ τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατὶ ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ ζωοδότης.

Φώτης Κόντογλου


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἡ χαρά!

Οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται συνεχῶς γιὰ νὰ ζητήσουν συμβουλὲς (σήμερα ἀπὸ τὶς 7:30 τὸ πρωί, ἐξομολόγηση, συζήτηση, συζήτηση, συζήτηση, τέσσερις ἄνθρωποι μὲ προβλήματα, χωρὶς νὰ λογαριάζω τὶς συναντήσεις ποὺ ἔχω ἀργότερα).

Καὶ κάποια ἀδυναμία ἢ ψεύτικη ντροπὴ μὲ συγκρατεῖ ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς πῶ: «Δὲν ἔχω καμιὰ συμβουλὴ νὰ σᾶς δώσω. Δὲν ἔχω παρὰ μιὰ ἀδύναμη, ἑτοιμόρροπη, ἀλλὰ ὡστόσο γιὰ μένα, ἀδιάλειπτη χαρά. Τὴ θέλετε;»

Ὄχι, δὲν τὴ θέλουν.

Θέλουν νὰ συζητοῦν γιὰ «προβλήματα» καὶ νὰ κουβεντιάζουν γιὰ «λύσεις».

Ὄχι, δὲν ὑπῆρξε μεγαλύτερη νίκη τοῦ Διαβόλου στὸν κόσμο ἄλλη ἀπ’ αὐτὴν τὴν «ψυχολογικοποιημένη» θρησκεία. Ὑπάρχουν τὰ πάντα στὴν ψυχολογία. Ἕνα πρᾶγμα εἶναι σ’ αὐτὴν ἀδιανόητο: ἡ χαρά!

Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν