Δευτέρα 30 Απριλίου 2018



Δὲν ὑπάρχει πιὰ λόγος
Πῆγε κάποτε στὸν Ἀββᾶ Φήλικα ἕνας ἀδελφός, ἔχοντας μαζί του καὶ μερικοὺς κοσμικούς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὸν Ἀββᾶ νὰ τοὺς πεῖ ὠφέλιμο λόγο. Ὁ γέροντας ὅμως σώπαινε. Ὁ ἀδελφὸς συνέχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ ὥρα πολλή, ὁπότε ἐκεῖνος τοὺς εἶπε:
- Θέλετε ν᾿ ἀκούσετε ψυχωφελῆ λόγο;
- Ναί, Ἀββᾶ, ἀποκρίθηκαν.
- Δὲν ὑπάρχει πιὰ λόγος, εἶπε ὁ γέροντας. Γιατὶ ὅταν οἱ ἀδελφοὶ ρωτοῦσαν τοὺς γέροντες καὶ ἔκαναν ὅσα ἐκεῖνοι τοὺς συμβούλευαν, ὁ Θεὸς ἔδινε λόγο, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ρωτοῦσαν. Τώρα ὅμως, ἐπειδὴ ρωτᾶνε ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζουν ὅσα ἀκοῦνε, πῆρε ὁ Θεὸς τὴ χάρη τοῦ λόγου ἀπὸ τοὺς γέροντες. Δὲν βρίσκουν πιὰ τί νὰ ποῦν, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἐργάτης τῆς ἀρετῆς.
Ὅταν τὸν ἄκουσαν οἱ ἐπισκέπτες, ἀναστέναξαν καὶ εἶπαν:
- Προσευχήσου γιὰ μᾶς, Ἀββᾶ.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2018


Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι κοινότης, σῶμα, ἀδελφότης
- Ἐρ.: Ἂν κανεὶς πιστεύει στὸν Χριστό, διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, δὲν εἶναι καλὸς χριστιανός;
Ἀπ.: Ὄχι! Χριστιανισμὸς δὲν σημαίνει νὰ πιστεύουμε θεωρητικὰ μερικὰ πράγματα, ἀλλὰ νὰ ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Παραθέτουμε ὅσα πολὺ ὡραῖα γράφει σχετικὰ ὁ Φλορόφσκυ: «Ὁ Χριστιανισμὸς ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρχεν ὡς συγκεκροτημένη πραγματικότης, ὡς κοινότης. Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Χριστιανὸς ἐσήμαινεν ἀκριβῶς τὸ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν κοινότητα. Κανεὶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἶναι Χριστιανὸς ἀπὸ μόνος του, ὡς ἀπομονωμένον ἄτομον, ἀλλὰ μόνον μαζὶ μὲ τοὺς "ἀδελφούς", εἰς συνάφειαν μὲ αὐτούς. Unus Christianus - nullus Chtistianus. Ἡ προσωπικὴ πεποίθηση ἤ ἀκόμη ἕνας κανὼν ζωῆς δὲν καθιστοῦν τὸ ἄτομον Χριστιανόν. Ἡ χριστιανικὴ ὕπαρξις προϋποθέτει ἐν-σωμάτωσιν, συμμετοχὴν εἰς τὴν κοινότητα.
Αὐτὸ πρέπει εὐθὺς ἀμέσως νὰ προσδιορισθῆ: εἰς τὴν ἀποστολικὴν κοινότητα, δηλαδὴ εἰς μίαν κοινωνίαν μὲ τοὺς Δώδεκα καὶ τὸ μήνυμά των. Ἡ χριστιανικὴ "κοινότης" συνεκλήθη καὶ συνετάγη ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Ἰησοῦν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐν σαρκὶ ζωῆς του, καὶ ἀπὸ αὐτὸν τῆς ἐδόθη ἕνας, ἔστω καὶ προσωρινός, καταστατικὸς χάρτης διὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν Δώδεκα, ποὺ τοὺς ἔδωσε τὴν ὀνομασίαν, ἤ μᾶλλον τὸν τίτλον τῶν "Ἀποστόλων", διότι ἡ "ἀποστολὴ" τῶν Δώδεκα δὲν ἦταν μόνον μία ἁπλὴ ἀποστολή, ἀλλ' ἀκριβῶς μία ἐντολὴ ποὺ δι' αὐτὴν περιεβλήθησαν μὲ "ἐξουσίαν" . Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς διορισμένοι "μάρτυρες" τοῦ Κυρίου μόνον οἱ Δώδεκα ἐδικαιοῦντο νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν συνοχὴν τόσον τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, ὅσον καὶ τῆς ζωῆς τῆς κοινότητος. Ἡ κοινωνία, ἑπομένως, μὲ τοὺς Ἀποστόλους ἀπετέλει βασικὸν σημεῖον τῆς πρώτης "Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ" εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ.
Χριστιανισμὸς σημαίνει "κοινὴ ζωή". Οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ θεωροῦν ἀλλήλους ὡς "ἀδελφοὺς" (αὐτό, ἄλλωστε, ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα ὀνόματά τους), ὡς μέλῃ ἑνὸς σώματος, στενὰ συνδεδεμένα. Ἑπομένως ἡ ἐλεημοσύνη ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον, ἡ πρώτη ἀπόδειξις καὶ τεκμήριον αὐτῆς τῆς συναδελφώσεως. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι κοινότης, σῶμα, ἀδελφότης, "κοινωνία"».
Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἱερεμίας

Τρίτη 24 Απριλίου 2018


Ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία
Σάν μέλος καί ἱερεύς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία βαπτίσθηκα καί ἀνατράφηκα, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία. Καί τό πιστεύω αὐτό γιά πολλούς λόγους : Ἕνεκα τῆς προσωπικῆς πεποιθήσεως καί ἕνεκα τῆς ἐσωτάτης βεβαιώσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού πνέει στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καί ἕνεκα τῶν ὅσων εἶναι δυνατόν νά γνωρίζω ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί ἀπό τήν καθολική (ὀρθόδοξη) παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λοιπόν, νά θεωρῶ ὅλες τίς ὑπόλοιπες χριστιανικές «ἐκκλησίες» ὡς ἐλαττωματικές καί σέ πολλές περιπτώσεις μπορῶ νά προσδιορίσω αὐτές τίς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων «ἐκκλησιῶν» μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια. Γι'αὐτό, λοιπόν, ἡ ἕνωσις τῶν Χριστιανῶν, γιά μένα, σημαίνει ἀκριβῶς τήν παγκόσμια ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία.
Δέν ἔχω καμμία ἀπολύτως ὁμολογιακή πεποίθηση˙ ἡ πεποίθησίς μου ἀνήκει ἀποκλειστικά στήν Una Sancta, στή «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», τήν Ὀρθοδοξίαν.
Πρωτ. Γεώργιος Φλωρόφσκυ

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018



Κάντε αὐτὰ ποὺ θὰ σᾶς πῶ
 Ὁ ἀββᾶς Βενιαμὶν πεθαίνοντας εἶπε στὰ πνευματικά του παιδιά:
«Κάντε αὐτὰ ποὺ θὰ σᾶς πῶ καὶ θὰ μπορέσετε νὰ σωθεῖτε: Νὰ εἶστε πάντοτε χαρούμενοι, νὰ προσεύχεστε ἀδιάκοπα καὶ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ κάθε τί».

Σάββατο 21 Απριλίου 2018


Τὸν ἑαυτό σου πρόσεχε
Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος βυθίζοντας κάποια φορὰ βαθιὰ τὴ σκέψη του στοῦ Θεοῦ τὴν κρίση ζήτησε νὰ μάθει:
«Κύριε, εἶπε, πῶς μερικοὶ ζοῦν λίγα χρόνια καὶ πεθαίνουν, ἐνῷ ἄλλοι φτάνουν στὰ βαθιὰ γεράματα; Γιατὶ κάποιοι ζοῦν μέσα στὴ φτώχεια καὶ ἄλλοι πλουτίζουν; Καὶ πῶς συμβαίνει ἄδικοι νὰ πλουτίζουν καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι νά᾿ναι φτωχοί;»
Ἄκουσε τότε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει:
«Ἀντώνιε, τὸν ἑαυτό σου πρόσεχε. Αὐτὰ εἶναι κρίματα Θεοῦ καὶ δὲν σοῦ συμφέρει νὰ τὰ μάθεις».

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018



Οἱ φωτεινὲς ἀνταύγειες τῆς πασχαλινῆς χαρᾶς
«Ἱνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν.» (Ρωμ. 6:4)
Ὁ ἀναστάσιμος θρίαμβος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τῆς ἀδικίας, τῆς βίας, καὶ γενικότερα κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπὶ τῆς γῆς, πρὸς ἀνακαίνιση τοῦ σύμπαντος κόσμου, γεμίζουν μὲ ἀγαλλίαση καὶ πάλι τὶς καρδιές μας. Ὁ Χριστός, ὁ «Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», ὄχι μόνον ὑπέστη τὸν φρικτὸ θάνατο πάνω στὸν Σταυρό, ἀλλὰ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, «διὰ τῆς ἐνδόξου δυνάμεως τοῦ πατρὸς» καὶ παραμένει γιὰ πάντα ὁ Ἀναστὰς Κύριος. Ἡ Ἀνάσταση σφραγίζει τὴν μεγαλειώδη μοναδικότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δισεκατομμύρια ἀνθρώπων πέρασαν· πολλοὶ κατέπληξαν μὲ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ δύναμή τους καὶ ἐνθουσίασαν τὰ πλήθη. Τελικὰ ὅμως, ὅλοι νικήθηκαν ἀπὸ τὸν θάνατο. Ὁ Ἰησοῦς, μὲ τὴν ἑκούσια θυσία καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, καταπάτησε τὸν θάνατο καὶ κατήργησε τὴν ἐξουσία του. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ μυστικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ζεῖ καὶ κινεῖται διαχρονικὰ μέσα στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἰδιαίτερα οἱ Ὀρθόδοξοι πανηγυρίζουμε καὶ χαιρόμαστε μὲ ἔντονο τρόπο τὸ Πάσχα.
Κατὰ τὴν ὁλόλαμπρη αὐτὴ ἑορτή, δὲν ἀναλογιζόμεθα ἁπλῶς ἕνα συγκλονιστικὸ ἱστορικὸ γεγονός, ἀλλὰ καλούμεθα νὰ προχωρήσουμε καὶ σὲ μία ἀνανέωση τῆς πνευματικῆς μας πορείας. Νὰ πορευθοῦμε σὲ μία νέα ἀνακαινισμένη ζωή, «ἵνα... ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν». Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα μᾶς προσκαλεῖ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ βαπτίσματός μας. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Σαββάτου διευκρινίζει: «Ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν· συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν.» (Ρωμ. 6:3-4).
Ὁ Ἀναστὰς Χριστὸς μᾶς καλεῖ σὲ μία συνεχῆ ἀνανέωση «εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις·» (Β΄ Κορ. 5:17). Μᾶς καλεῖ νὰ ἀνανεώσουμε τὴν προσωπική μας σχέση μαζί Του. Ἡ συνεχὴς πνευματικὴ ἀνακαίνιση εἶναι καθοριστικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καλούμεθα νὰ ἀνανεώσουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, στὴν Πρόνοια καὶ στὸ λυτρωτικὸ σχέδιό Του· νὰ ἐνισχύσουμε τὴν ἀγωνιστικότητά μας γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης, γιὰ τὴν ἐνδυνάμωση τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἀγάπης. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀνανεώσουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι ἡ ἐλπίδα τελικὰ θὰ διαλύσει τὴν ἀπόγνωση, ἡ ζωὴ θὰ νικήσει τὸν θάνατο.
Ἡ πολυδύναμη αὐτὴ ἀνανέωση συντελεῖται μέσα σὲ πασχαλινὴ εὐφροσύνη, μὲ τὴν ἤρεμη χαρὰ ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἡ Ἀνάσταση μέσα μας καὶ γύρω μας. Οἱ πιστοί, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν αἰσθανόμαστε βαθύτερα. Ὅσο δυναμώνει ἡ βεβαιότητά μας στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τόσο ἡ πασχαλινὴ ἀνακαίνιση καὶ ἀγαλλίαση γίνονται ἐντονότερες. Ἀλλὰ ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἀναστάσιμης εὐφροσύνης διαχέεται πολὺ εὐρύτερα. Ὅπως τὰ φωτόνια ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ ἡλιακὸ φῶς καὶ φτάνουν στὶς πιὸ ἀπόμακρες σκοτεινὲς πτυχὲς τῆς κτίσεως, ἔτσι καὶ οἱ φωτεινὲς ἀνταύγειες τῆς πασχαλινῆς χαρᾶς ἀγγίζουν μυστικὰ ἀκόμη καὶ ὅσους στέκουν μακριὰ ἢ ταλαντεύονται μεταξὺ πίστεως καὶ ὀλιγοπιστίας.
Ἡ πασχαλινὴ εὐφροσύνη χαρίζεται γιὰ νὰ τὴ μοιραζόμαστε στὴ συνέχεια καὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Τὸ πασχαλινὸ ἔθιμο ἐπιβάλλει μόλις ἀνάβει ἡ λαμπάδα μας νὰ μεταδίδουμε τὴ φλόγα της καὶ σὲ ἄλλους. Ἔτσι συμβολίζεται καὶ τὸ χρέος τῶν πιστῶν νὰ μεταδίδουν, ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, τὴ χαρμόσυνη εἴδηση τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Ἀναστὰς Κύριος διαβεβαίωσε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς», καὶ συμπλήρωσε, «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…». Ὑπάρχει μία συνέπεια, ἕνα «οὖν» (λοιπόν): Δὲν μπορεῖτε νὰ περιορίζεστε στὴν προσωπική σας σωτηρία καὶ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ μεταφέρετε τὴ Χαρούμενη Εἴδηση σὲ ὅσους τὴν ἀγνοοῦν. Αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ κλειστεῖ καὶ νὰ κρατηθεῖ σὲ μία μόνο κοινότητα. Προορίζεται γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τοὺς λαούς, γιὰ τὴν ἀνανέωση ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης.
Καὶ μία ἀκόμη ἀναγκαία ἐπισήμανση: Τὸ Πάσχα δὲν εἶναι μία ἑορτὴ περιορισμένη σὲ μία μόνον ἡμέρα ἢ σὲ μία μόνον περίοδο τοῦ χρόνου. Ἡ ἀκτινοβολία της διαχέεται σὲ ὅλο τὸ ἔτος. Κάθε Κυριακή, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη λατρευτικὴ παράδοση, οἱ ὕμνοι, οἱ σκέψεις, ἡ καρδιὰ μας γεμίζουν καὶ πάλι ἀπὸ τὸ ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ ἀναστάσιμη πνοὴ καὶ τὸ ἀναστάσιμο ἦθος σφραγίζουν τὴ χριστιανικὴ ζωή. Ἡ ἀναστάσιμη ἐλπίδα νοηματοδοτεῖ τὴν πορεία μας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι κατεξοχὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως.
Ἂς ἑορτάσουμε, λοιπόν, ὅσο γίνεται πιὸ συνειδητὰ τὴν ὁλόλαμπρη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Καὶ ἂς δεηθοῦμε στὸν Ἀναστάντα Κύριό μας νὰ ἀνακαινίζει τὴ ζωὴ μας μέσα στὴ δική Του ἀλήθεια. Νὰ ἀνανεώνει τὴν ἀντοχή μας στὶς ποικίλες δυσκολίες τῆς ἐποχῆς μας. Νὰ ἀνακαινίζει τὴν ἀντίστασή μας στὴν παρακμή. Νὰ ἀνανεώνει τὸν ἐνθουσιασμό μας γιὰ δημιουργικὲς πρωτοβουλίες. Ἂς ζοῦμε τὴν καθημερινότητά μας μὲ πασχαλινὴ εὐφροσύνη, ἡ ὁποία δὲν ἀγνοεῖ τὴ σκληρὴ πραγματικότητα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τὴν ὑπερβαίνει καὶ τὴ μεταμορφώνει μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Ἀνανέωση, λοιπόν, μὲ πασχαλινὴ εὐφροσύνη ἂς γίνει πόθος καὶ μέριμνά μας. Χριστὸς Ἀνέστη!
Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018



Ἡ θεσπέσια ὑμνολογία τοῦ Πάσχα
Τὸ Ἅγιο Πάσχα εἶναι ἡ κορυφαία ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία μᾶς πληροφορεῖ πώς, μαζὶ μὲ τὴν ἐβδομαδιαία ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς, ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ ἀρχαιότερη χριστιανικὴ ἑορτή. Κατ’ αὐτὴ ἐορτάζεται τὸ μέγα γεγονός τῆς ἐκ τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ νίκη Του κατὰ τοῦ Ἅδη καὶ τοῦ θανάτου, ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως καὶ ὁ θρίαμβος τῆς ζωῆς!
Τὸ χαρμόσυνο αὐτὸ γεγονὸς φρόντισε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἀνὰ τοὺς αἰῶνες νὰ τὸ ἑορτάζει μὲ ξεχωριστὴ λαμπρότητα. Μεγάλοι ποιητὲς ὑμνογράφοι καὶ μελῳδοὶ συνέθεσαν γιὰ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτή, ὕμνους ἄφθαστου μεγαλείου καὶ ποιητικῆς ἀξίας. Ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ὑμνογράφους τοῦ Πάσχα ξεχωρίζουμε τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνὸ καὶ τὸν Ρωμανὸ τὸν Μελῳδό. Ὁ μὲν Ἰωάννης συνέθεσε τὸν κανόνα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου καὶ ὁ Ρωμανὸς τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς.
Ὁ πιὸ ἀγαπητὸς ἀναστάσιμος ὕμνος εἶναι ἀναμφίβολα τὸ «Χριστὸς ἀνέστη, ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». Πρόκειται γιὰ τὸν θριαμβευτικὸ παιάνα τῆς πιὸ μεγάλης νίκης ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ποτὲ δὲν ἔχουν ἀποδοθεῖ τόσο πυκνὰ νοήματα, ποὺ γιὰ νὰ ἀναλυθοῦν θὰ γράφονταν ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο, σὲ ἕνα τόσο μικρὸ ὕμνο!
Ὁ κανόνας τῆς ἐξαίσιας ἑορτῆς ἀποτελεῖ πραγματικὰ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἀριστουργήματα τῆς παγκοσμίου λογοτεχνίας, ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὁ μεγαλύτερος ποιητὴς καὶ μελῳδὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς (η΄ αἰών.), συνέθεσε αὐτὸ τὸ ὑπέροχο ποίημα σαφῶς κάτω ἀπὸ θεία ἔμπνευση. Ἡ ἀξία του ἔγκειται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὴν καταπληκτικῆ λογοτεχνικῆ τοῦ σύνθεση, στὸν πλοῦτο καὶ τὸ σπάνιο λεξιλόγιο, στὶς ζωηρὲς εἰκόνες, στὴν πλοκὴ τῶν γεγονότων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου στὰ σπουδαιότατα θεολογικὰ μηνύματα ποὺ ὑπάρχουν σ’ αὐτόν. Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ μεγάλος ποιητὴς χρησιμοποίησε ὡς βάση τῶν τροπαρίων τοῦ ἀναστάσιμου κανόνα ἀποσπάσματα ἀπὸ τοὺς πανηγυρικοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ποιητῆ τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ὁποίου ἀκόμα καὶ τὰ πεζὰ κείμενα εἶναι ἀπὸ μόνα τους καταπληκτικὰ ποιήματα!
Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν α΄ Ὠδὴ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος παραλληλίζει τὸ Χριστιανικὸ μὲ τὸ Ἰουδαϊκὸ Πάσχα. Ὅπως οἱ Ἰσραηλίτες μὲ τὴ θαυμαστὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ πέρασαν ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς Αἰγύπτου στὴν ἐλευθερία, ἔτσι καὶ ἐμεῖς μὲ τὴν ἁγία Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ περάσαμε ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς νοητῆς Αἰγύπτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς στὴ λύτρωση καὶ τὴ θέωση. Καλεῖται λοιπὸν ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα νὰ ἑορτάσει λαμπρὰ τὸ μεγάλο καὶ σωτήριο αὐτὸ γεγονός. «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρινθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».
Στὸ δεύτερο καὶ τρίτο τροπάριο καλοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ καθαρίσουν τὶς αἰσθήσεις γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ δοῦν τὸ ἐκθαμβωτικὸ ἀναστάσιμο φῶς. Καλοῦνται ἐπίσης οἱ οὐρανοί, ἡ γῆ, ὅλος ὁ ὁρατὸς καὶ ὁ ἀόρατος κόσμος νὰ ἑορτάσει τὸ εὐφρόσυνο γεγονὸς τῆς Ἐγέρσεως τοῦ Κυρίου.
Στὸν εἱρμὸ τῆς γ΄ Ὠδῆς ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος προτρέπει τοὺς πιστούς, ὅπως οἱ Ἰσραηλίτες ἤπιαν νερὸ ἀπὸ τὴν ἄγονη πέτρα, νὰ κοινωνήσουν ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ἀφθαρσίας, "πόμα καινόν" ποὺ εἶναι ὁ Ἀναστὰς Χριστός. Τὸ δεύτερο τροπάριο εἶναι ἴσως τὸ πιὸ πομπῶδες καὶ θριαμβευτικὸ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, « Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια, ἐορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».
Ἡ Ὑπακοή, ποίημα ἀγνώστου ποιητῆ, παρουσιάζει ἀριστοτεχνικὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐπισκέψεως τῶν μυροφόρων γυναικῶν στὸ τάφο τοῦ Κυρίου καὶ τὸν περίφημο διάλογο αὐτῶν μὲ τὸν ἄγγελο τῆς Ἀναστάσεως.
Στὴν γ΄ Ὠδὴ ὁ ποιητὴς ἀνατρέχει στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὸν προφήτη Ἀββακούμ, ὁ ὁποῖος προεῖδε τὴν ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἐπίσης στὸ δεύτερο καὶ τὸ τρίτο τροπάριο τῆς ἴδιας Ὠδῆς ἀναφέρεται σὲ προτυπώσεις τῆς ἀναστάσεως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «ἐνιαύσιος ἀμνός» ὁ «βροτὸς ἀμνός», ὁ «ἄμωμος καὶ ἄγευστος κηλίδος» τοῦ ἑβραϊκοῦ πάσχα. Προτρέπονται ἐπίσης οἱ πιστοὶ νὰ σκιρτήσουν ἀπὸ χαρά, ὅπως «Ὁ θεοπάτωρ Δαυὶδ πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ», διότι «ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος».
Στὴν ε΄ Ὠδή μᾶς προτρέπει νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἅγιες μυροφόρες καὶ ὅπως ἐκεῖνες, «Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέως καὶ ἀντὶ μύρου τὸν ὕμνον προσοίσομεν τῷ Δεσπότῃ», ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀνατέλλει χάριν κάθε ζωῆς. Στὸ γ΄ τροπάριο τῆς ἴδιας Ὠδῆς προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ προσέλθουν «λαμπαδηφόροι» γιὰ νὰ συνεορτάσουν «ταὶς φιλεόρτοις τάξεσι» τὸ σωτήριο Πάσχα τοῦ Θεοῦ.
Στὴν στ΄ Ὠδὴ ὁ ἱερὸς ποιητὴς ἀναφέρεται στὴ θαυμαστὴ προτύπωση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στὸ πρόσωπο καὶ τὰ παθήματα τοῦ προφήτη Ἰωνᾶ. Στὸ δεύτερο τροπάριο παραλληλίζεται ἡ θαυμαστὴ μετὰ τόκον παρθενία τῆς Θεοτόκου μὲ τὴ θαυμαστὴ ἔγερση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν τάφο χωρὶς νὰ ἀφήσει ἴχνη. «Φυλάξας τὰ σήμαντρα σῶα Χριστέ, ἐξηγέρθης τοῦ τάφου, ὁ τὰς κλεὶς τῆς παρθένου μὴ λυμηνάμενος ἐν τῷ τόκῳ σου…».
Ὑπέροχο εἶναι πραγματικὰ καὶ τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, ποίημα τοῦ μεγάλου ποιητῆ τῶν κοντακίων Ρωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ (στ΄ αἰών.). «Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε…» καὶ ὁ οἶκος «Τὸν πρὸ ἡλίου Ἥλιον…» Σὲ αὐτὰ ὑμνεῖται ἡ μεγάλη νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ Ἅδη καὶ τὸ μεγάλο θάρρος τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες πῆγαν στὸν ζωήβρυτο τάφο τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶχαν τὴν ξεχωριστὴ τιμὴ νὰ δοῦν πρῶτες τὸν Κύριο ἀναστάντα.
Ἡ ζ΄ καὶ η΄ Ὠδὴ γ΄, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀναφέρονται στὸ πάθος καὶ τὴ θαυμαστὴ διάσωση τῶν ἁγίων τριῶν Παίδων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Οἱ εὐλογημένοι ἐκεῖνοι Παῖδες εἶναι ξεκάθαρη προτύπωση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του. Αὐτὸς ποὺ ἔσωσε τοὺς ἀδίκως παθόντας Παῖδες ἀπὸ τὴν κάμινο τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης «γενόμενος ἄνθρωπος, πάσχει ὡς θνητὸς καὶ διὰ πάθους τὸ θνητὸν ἀφθαρσίας ἐνδύει εὐπρέπειαν». Τὸ δεύτερο τροπάριο τῆς ζ΄ Ὠδῆς εἶναι μιὰ καταπληκτικὴ νικητήρια ὠδή, «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾄδου τὴν καθαίρεσιν…». Ὑμνεῖται ἡ ἧττα τοῦ μεγαλυτέρου καὶ μέχρι τότε ἀνίκητου ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ θανάτου, ποὺ εἶναι προϊὸν τῆς ἁμαρτίας. Στὸν εἱρμό της η΄ Ὠδὴς ἐξαίρεται ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὡς «Κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα…βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων, ἐν ᾗ εὐλογοῦμεν Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
Ἡ θ΄ Ὠδὴ τοῦ περιφήμου αὐτοῦ κανόνα εἶναι τὸ ποιητικότερο μέρος του. Ὅπως εἶναι γνωστὸ ἡ θ΄ Ὠδὴ τῶν κανόνων εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Θεοτόκο. Σ’ αὐτὴ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ἐπιστράτευσε ὅλο τὸ ποιητικὸ τοῦ ταλέντο καὶ συνέθεσε, ὑπὸ θεία ἔμπνευση φυσικά, τροπάρια ἄφθαστου μεγαλείου. Μὲ ἄκρατο λυρισμὸ ἀποκαλεῖ τὴν θεοδόχο Παρθένο νοητὴ «Νέα Ἱερουσαλήμ» καὶ «Σιὼν» καὶ τὴν προτρέπει νὰ φωταγωγηθεῖ, νὰ χορέψει καὶ νὰ χαρεῖ γιὰ τὴν ἔγερση τοῦ θείου τόκου Της. Στὸ δεύτερο τροπάριο ἐξαίρεται ἡ θεία καὶ φίλη γλυκύτατη ὑπόσχεση, πού μας ἔχει δώσει ὁ Ἀναστὰς Χριστὸς καὶ εἶναι γιὰ μᾶς «ἄγκυρα ἐλπίδος», ὅτι θὰ εἴμαστε ἐνωμένοι μὲ Αὐτὸν στοὺς ἀτέρμονες αἰῶνες. Ἐπίσης στὸ τρίτο τροπάριο ὑμνεῖται τὸ ἅγιο Πάσχα καὶ ὀνομάζεται μέγα καὶ ἱερότατο καὶ δέεται ὁ ποιητὴς στὴν Σοφία καὶ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἀναστάντα Κύριο, νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ μετάσχουμε «ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας» Του.
Καταπληκτικὰ καὶ ποιητικὰ ἀριστουργήματα εἶναι ἐπίσης καὶ τὰ τέσσερα στιχηρὰ τῶν αἴνων, «Πάσχα ἱερὸν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται…», «Δεῦτε ἀπὸ θέας, γυναῖκες εὐαγγελίστριαι…», «Αἱ μυροφόραι γυναῖκες ὄρθρου βαθέως…» καὶ «Πάσχα τὸ τερπνόν…». Σὲ αὐτὰ ὑμνεῖται τὸ μέγα γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ πρωταγωνιστής του ὁ Ἀναστὰς Κύριος. Τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων μυροφόρων καθίστανται οἱ ἀψευδεῖς καὶ ἐνθουσιώδεις εὐαγγελίστριές της πιὸ εὐφρόσυνης ἀγγελίας ὅλων τῶν ἐποχῶν, «τῆς ἀναστάσεως Χριστοῦ».
Τέλος στὸ θεσπέσιο δοξαστικὸ τῶν αἴνων «Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ λαμπρινθῶμεν τῇ πανηγύρει…» καλούμαστε ὅλοι νὰ ἀφήσουμε τὴν κακία καὶ «ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν ἀδελφοί, καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς, συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει», γιὰ νὰ μπορέσουμε ἔτσι, μὲ ἕνα στόμα, νὰ ψάλλουμε ἄπειρες φορὲς καὶ μὲ δάκρυα χαρὰς στὰ μάτια, τὸ νικητήριο παιάνα μας, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοὶς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος».
Λάμπρος Σκόντζος

Τρίτη 10 Απριλίου 2018



Πάσχα Ρωμέϊκο
Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.
Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.
* * *
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 7 Απριλίου 2018



Πάσχα, τὸ μέγα καὶ ἱερὸ
Ἂν εἶσαι Σίμων Κυρηναῖος, σήκωσε τὸ σταυρὸ καὶ ἀκολούθησέ Τον. Ἂν σταυρωθεῖς μαζί Του ὡς λῃστής, γνώρισε τὸ Θεὸ σὰν εὐγνώμων δοῦλος. Ἂν κι᾿ Ἑκεῖνος λογιάσθηκε μὲ τοὺς ἀνόμους γιὰ χάρη σου καὶ τὴν ἁμαρτία σου, γίνε σὺ ἔννομος γιὰ χάρη Ἐκείνου. Προσκύνησε αὐτὸν ποὺ κρεμάσθηκε στὸ σταυρὸ γιὰ σένα, ἔστω κι ἂν κρέμεσαι κι ἐσύ. Κέρδισε κάτι κι ἀπ᾿ τὴν κακία. Ἀγόρασε τὴ σωτηρία μὲ τὸ θάνατο. Μπὲς μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Παράδεισο, ὥστε νὰ μάθεις ἀπὸ τί ἔχεις ξεπέσει. Δὲς τὶς ἐκεῖ ὀμορφιές. Ἄσε τὸ λῃστὴ ποὺ γογγύζει, νὰ πεθάνει ἔξω μαζὶ μὲ τὴ βλασφημία του. Κι ἂν εἶσαι Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ζήτησε τὸ σῶμα ἀπ᾿ τὸ σταυρωτή. Ἂς γίνει δικό σου αὐτὸ ποὺ καθάρισε τὸν κόσμο. Κι ἂν εἶσαι Νικόδημος, ὁ νυκτερινὸς θεοσεβής, ἐνταφίασέ τον μὲ μύρα. Κι ἂν εἶσαι κάποια Μαρία, ἢ ἡ ἄλλη Μαρία, ἢ ἡ Σαλώμη, ἢ ἡ Ἰωάννα, δάκρυσε πρωῒ-πρωΐ. Δὲς πρώτη τὴν πέτρα σηκωμένη, ἴσως δὲ καὶ τοὺς ἀγγέλους κι αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ. Πὲς κάτι, ἄκουσε τὴ φωνή. Ἂν ἀκούσεις «Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου τὸ Λόγο, ἀλλὰ μὴ λυπηθεῖς. Διότι ξέρει σὲ ποιοὺς θὰ φανερωθεῖ πρῶτα. Καθιέρωσε τὴν Ἀνάσταση. Βοήθησε τὴν Εὔα, πού ῾πεσε πρώτη, καὶ πρώτη νὰ χαιρετήσει τὸ Χριστὸ καὶ νὰ τὸ ἀνακοινώσει στοὺς μαθητές. Γίνε Πέτρος ἢ Ἰωάννης. Σπεῦσε στὸν τάφο, τρέχοντας μαζὶ ἢ προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τὸν καλὸ συναγωνισμό. Κι ἂν σὲ προλάβει στὴν ταχύτητα, νίκησε μὲ τὸ ζῆλο σου, ὄχι παρασκύβοντας στὸ μνημεῖο, ἀλλὰ μπαίνοντας μέσα. Κι ἂν σὰν Θωμᾶς χωρισθεῖς ἀπ᾿ τοὺς συγκεντρωμένους μαθητές, στοὺς ὁποίους ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, ὅταν τὸν δεῖς, μὴν ἀπιστήσεις. Κι ἂν ἀπιστήσεις, πίστεψε σ᾿ αὐτοὺς ποὺ στὸ λένε. Κι ἂν οὔτε καὶ σ᾿ αὐτοὺς πιστέψεις, δεῖξε ἐμπιστοσύνη στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν. Ἂν κατεβαίνει στὸν Ἅδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε καὶ τὰ ἐκεῖ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, ποιὸ εἶναι τὸ σχέδιο τῆς διπλῆς καταβάσεως, ποιὸς εἶναι ὁ λόγος της: ἁπλῶς σῴζει τοὺς πάντες μὲ τὴν ἐμφάνισή Του, ἣ κι ἐκεῖ ἀκόμα αὐτοὺς ποὺ τὸν πιστεύουν; [...]
Τώρα δὲ εἴμαστε ἀναγκασμένοι ν᾿ ἀνακεφαλαιώσουμε τὸ λόγο ὡς ἑξῆς: Δημιουργηθήκαμε, γιὰ νὰ εὐεργετηθοῦμε. Εὐεργετηθήκαμε, ἐπειδὴ δημιουργηθήκαμε. Μᾶς δόθηκε ὁ Παράδεισος, γιὰ νὰ εὐτυχήσουμε. Λάβαμε ἐντολή, γιὰ νὰ εὐδοκιμήσουμε μὲ τὴ διαφύλαξή της, ὄχι γιατί ὁ Θεὸς ἀγνοοῦσε αὐτὸ ποὺ θὰ γινόταν, ἀλλὰ γιατί νομοθετοῦσε τὸ αὐτεξούσιο. Ἀπατηθήκαμε, γιατὶ μᾶς φθόνησαν. Ξεπέσαμε, γιατί παραβήκαμε τὴν ἐντολή. Εἴμαστε ἀναγκασμένοι σὲ νηστεία, γιατὶ δὲ νηστεύσαμε, καθὼς ἐξουσιασθήκαμε ἀπ᾿ τὸ δένδρο τῆς γνώσης. Γιατὶ ἦταν παλιὰ ἡ ἐντολὴ καὶ σύγχρονη μέ μᾶς, σὰν κάποια διαπαιδαγώγηση τῆς ψυχῆς καὶ σωφρονισμὸ ἀπ᾿ τὶς ἀπολαύσεις. Τὴν ἐλάβαμε εὔλογα, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε μὲ τὴν τήρησή της αὐτὸ ποὺ χάσαμε μὲ τὴ μὴ διαφύλαξή της. Χρειασθήκαμε Θεὸ ποὺ σαρκώθηκε καὶ πέθανε, γιὰ νὰ ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε. Ἀναστηθήκαμε μαζί Του, ἐπειδὴ μαζί Του καὶ νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, ἐπειδὴ συναναστηθήκαμε.
Εἶναι πολλὰ μὲν λοιπὸν τὰ θαύματα τῆς τότε ἐποχῆς: Θεὸς ποὺ σταυρώνεται, ἥλιος ποὺ σκοτίζεται καὶ πάλι ἀνατέλλει (γιατὶ ἔπρεπε καὶ τὰ κτίσματα νὰ συμπάσχουν μὲ τὸν Κτίστη). Καταπέτασμα ποὺ σχίζεται, αἷμα καὶ νερὸ ποὺ χύνεται ἀπ᾿ τὴν πλευρὰ (τὸ μὲν αἷμα, γιατί ἦταν ἄνθρωπος, τὸ δὲ νερὸ γιατὶ ἦταν πάνω ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο). Γῆ, ποὺ σείεται, πέτρες ποὺ σχίζονται γιὰ χάρη τῆς πέτρας (ποὺ εἶναι ὁ Χριστός), νεκροὶ ποὺ ἀνασταίνονται, ὡς ἐπιβεβαίωση τῆς τελευταίας καὶ κοινῆς ἀναστάσεως. Τὰ σημεῖα δὲ στὸν τάφο, τὰ μετὰ τὸν τάφο, ποιὸς θὰ μποροῦσε ἐπάξια νὰ τὰ ὑμνήσει; Τίποτε ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει σὰν τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αἵματος ἀναπλάθουν τὸν κόσμο ὅλο καὶ γίνονται σὰν χυμὸς γάλακτος γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ συνδέουν καὶ συνάγουν ἐμᾶς σὲ μία ἑνότητα.
Ἀλλ᾿ ὦ Πάσχα, τὸ μέγα καὶ ἱερό, ποὺ καθαρίζεις τὸν κόσμο ὅλο! Γιατὶ θὰ σοῦ μιλήσω σὰν κάτι ἔμψυχο. Ὦ Λόγε Θεοῦ καὶ φῶς καὶ ζωὴ καὶ σοφία καὶ δύναμη! Γιατὶ χαίρομαι μ᾿ ὅλα σου τὰ ὀνόματα! Ὢ γέννημα κι ὁρμὴ καὶ σφραγῖδα τοῦ μεγάλου νοῦ! Ὦ Λόγε ποὺ νοεῖσαι κι ἄνθρωπε ποὺ φαίνεσαι, ὁ ὁποῖος φέρεις τὰ πάντα προσδεδεμένα στὸ λόγο τῆς δυνάμεώς σου! Τώρα μὲν ἂς δεχθεῖς τὸ λόγο αὐτό, ὄχι ὡς ἀπαρχή, ἀλλ᾿ ὡς συμπλήρωση ἴσως τῆς δικῆς μας καρποφορίας, εὐχαριστία τὸ ἴδιο κι ἱκεσία, γιὰ νὰ μὴν κακοπάθουμε ἐμεῖς τίποτε περισσότερο πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἀναγκαίους κόπους κι ἱεροὺς πόνους γιὰ τὶς ἐντολές σου, μὲ τοὺς ὁποίους ζήσαμε μέχρι τώρα. Κι ἂς σταματήσεις τὴν ἐναντίον μας τυραννία τοῦ σώματος (βλέπεις. Κύριε, πόσο μεγάλη εἶναι καὶ πόσο μᾶς λυγίζει), ἢ τὴν κρίση σου, ἂν θέλαμε νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ σένα. Ἂν δὲ τερματίσουμε ἄξια μὲ τὸν πόθο μας καὶ γίνουμε δεκτοὶ στὶς οὐράνιες σκηνές, ἀμέσως κι ἐδῶ θὰ σοῦ προσφέρουμε θυσίες δεκτὲς στὸ ἅγιό σου θυσιαστήριο. Πατέρα καὶ Λόγε καὶ Πνεῦμα ἅγιο. Γιατὶ σὲ σένα ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ ἐξουσία στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018



Τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Παρασκευῇ
Πῶς ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ πῶς ἔκαμεν ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεόν! Ὁ Θεὸς μέσα εἰς τὸν παράδεισον τῆς τρυφῆς ἔλαβε χῶμα ἀπὸ τῆς γῆς, τὸ ἔπλασε μὲ τὰς χεῖράς του, τὸ ἐμψύχωσε μὲ τὴν πνόην του, τὸ ἐτίμησε μὲ τὴν εἰκόνα του, καὶ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον. Ὁ ἄνθρωπος ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ ἐκατάστησε τὸν Θεὸν χωρὶς μορφήν, χωρὶς πνοήν, ὅλον αἷμα, ὅλον πληγάς, προσηλωμένον εἰς ἕνα ξύλον. Βλέπω ἐκεῖ ἕνα Ἀδάμ, καθὼς τὸν ἔπλασε ὁ Θεός, ἔμψυχον εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐστεφανωμένον δόξῃ καὶ τιμῇ, αὐτεξούσιον βασιλέα πάντων τῶν ὑπὸ σελήνην κτισμάτων, εἰς τὴν ἀπόλαυσιν ὅλης τῆς ἐπιγείου μακαριότητος. Βλέπω ἐδῶ ἕνα Ἰησοῦν Χριστόν, καθὼς τὸν ἀκατάστησεν ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς κάλλος, χωρὶς εἶδος ἀνθρώπου, ἐστεφανωμένον μὲ ἀκάνθας, κατάδικον, ἄτιμον, ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, εἰς τὴν ἀγωνίαν τοῦ πλέον ἐπωδύνου θανάτου. Συγκρίνω τὴν μίαν μὲ τὴν ἄλλην εἰκόνα, τοῦ Ἀδὰμ εἰς τὸν παράδεισον, τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Σταυρόν, καὶ στοχάζομαι τί ὡραῖον πλάσμα ἔκαμαν τὸν ἄνθρωπον τὰ πλουσιόδωρα χέρια τοῦ Θεοῦ· καὶ τί ἐλεεινὸν θέαμα ἔκαμαν τὸν Θεὸν τὰ παράνομα χέρια τῶν ἀνθρώπων! Γνωρίζω ἐκεῖ εἰς τὴν πλάσιν τοῦ ἀνθρώπου ἕνα ἔργον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐστεφάνωσεν ὅλα του τὰ ἔργα ὁ Θεός· καὶ γνωρίζω ἐδῶ εἰς τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ μίαν ἀνομίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσεν ὅλας του τὰς ἀνομίας ὁ ἄνθρωπος. Ξανοίγω ἐκεῖ μίαν ἄπειρον ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον· ἐδῶ μίαν ἄπειρον ἀχαριστίαν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν· καὶ δὲν ἠξεύρω ἢ τί περισσότερον νὰ θαυμάσω ἢ τί περισσότερον νὰ ἐλέγξω. Τοῦτο ἠξεύρω, πὼς ἐξίσου πρέπει νὰ κλαύσω καὶ τὸν Θεόν, ὅπου τόσα ἔπαθε, καὶ τὸν ἄνθρωπον, ὅπου τόσα ἐτόλμησε. Ἐγὼ δὲν ξεχωρίζω τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν δακρύων μου. Διατί, ὅταν θρηνῶ τὰ πάθη, ἐγὼ ἀπεικάζω τὴν ἀφορμὴν τῶν παθῶν· ὅταν μετρῶ τὰς πληγάς, ἐγὼ εὑρίσκω τὰ χέρια ὅπου τὰς ἄνοιξαν· ὅταν θεωρῶ Ἐκεῖνον, ὅπου ἐσταυρώθη, θεωρῶ καὶ ἐκεῖνον, ὅπου τὸν ἐσταύρωσε· καὶ εἰς τὸν θάνατον ἑνὸς ἀδικοφονευμένου Θεοῦ, ἐγὼ ξανοίγω ἄνθρωπον τὸν φονέα.
Τοῦτο εἶναι, ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα, τὸ μεγαλύτερον πάθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο εἶναι, ὅπου τοῦ πλήττει τὴν κεφαλὴν περισσότερον ἀπὸ τὸν ἀκάνθινον στέφανον. Τοῦτο, ὅπου τοῦ κεντᾶ τὴν πλευρὰν περισσότερον ἀπὸ τὴν λόγχην. Τοῦτο, ὁποῦ τὸν βασανίζει περισσότερον ἀπὸ τὴν προσήλωσιν. Τοῦτο, ὁποῦ τοῦ πικραίνει τὰ χείλη περισσότερον ἀπὸ τὴν χολήν. Τοῦτο, ὁποῦ τοῦ βαρεῖ περισσότερον ἀπὸ τὸν σταυρόν. Τοῦτο, ὁποῦ τὸν νεκρώνει γληγορώτερον ἀπὸ τὸν θάνατον: Νὰ βλέπῃ αἰτίαν τοῦ πάθους του καὶ τοῦ θανάτου του ἕνα ἄνθρωπον, τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν Του. Καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅλη ἡ ἀφορμὴ τῶν δακρύων μας, πὼς ἡμεῖς ἐσταυρώσαμεν, ἡμεῖς ἐθανατώσαμεν τὸν Θεόν μας. Ἀνίσως καὶ τοιούτου πάθους ἄλλος ἤθελ᾽ ἦτον ἡ ἀφορή, ἡμεῖς μ᾽ ὅλον τοῦτο ἔπρεπε πολλὰ νὰ πονέσωμεν, διατὶ ἄλλος τόσα δὲν ἔπαθε· ἀλλὰ νὰ εἴμασθεν ἡμεῖς ἀφορμή, πρέπει καὶ νὰ πονέσωμεν, καὶ νὰ ἐντραπῶμεν· πρέπει νὰ κλαύσωμεν καὶ τὸ πάθος του καὶ τὴν ἀχαριστίαν μας· πρέπει νὰ χύσωμεν διπλᾶ τὰ δάκρυα, διὰ νὰ εἶναι δάκρυα συμπαθείας καὶ συντριβῆς· καὶ τέτοιας λογῆς, νὰ θρηνήσωμεν καὶ τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἑαυτόν μας.
Ὅμως ἐγὼ δὲν ἀνέβηκα σήμερον μὲ τοιοῦτον σκοπὸν ἐπάνω εἰς τοῦτον τὸν ἱερὸν ἄμβωνα. Ἐγὼ ἠξεύρω πὼς οἱ χριστιανοί, ὅπου τώρα καίουσι τὰ πάθη, ἀναμένουσι μόλον τοῦτο πότε νὰ ἀναστηθῇ ὁ Ἐσταυρωμένος, διὰ νὰ Τὸν βάλωσι πάλιν εἰς τὸν Σταυρόν· καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἦλθα νὰ παρακινήσω εἰς θρῆνον τοὺς χριστιανούς. Ἐγὼ δὲν ψηφῶ δάκρυα προσωρινά, ὁποῦ δὲν γεννῶνται ἀπὸ τὴν καρδίαν, ὁποῦ δὲν εἶναι τέκνα τῆς κατανύξεως· ἂς κρατοῦσι τὰ δάκρυά τους οἱ χριστιανοί, διὰ νὰ κλαίωσιν ἢ τὴν ζημίαν τοῦ πράγματος ἢ τὸν θάνατον τῶν συγγενῶν ἢ τὸ καλὸν τοῦ πλησίον· δὲν χρειάζεται ἀπὸ τέτοια δάκρυα ὁ Ἰησοῦς μου. Εἶναι καὶ ἄλλοι ὅπου Τὸν λυποῦνται, ἂν δὲν Τὸν λυποῦνται οἱ χριστιανοί, Τὸν λυπεῖται ὁ οὐρανός, καὶ σκεπάζει μὲ βαθύτατον σκότος τὸ γαληνόμορφον πρόσωπον· Τὸν λυπεῖται ὁ ἥλιος, καὶ κρύπτει εἰς ἔκλειψιν τὰς ἀκτῖνας· Τὸν λυπεῖται ἡ γῆ, καὶ σείεται ἀπὸ κλώνον καὶ ἀνοίγει τὰ μνημεῖα καὶ σχίζει ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ· Τὸν λυποῦνται καὶ αὐτοί, ὅπου τὸν ἐσταύρωσαν· ὅθεν στρέφονται τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη.
Ἐγὼ ἦλθα, ὄχι διὰ νὰ σᾶς κάμω νὰ κλαύσετε, ἦλθα διὰ νὰ σᾶς κάμω ἁπλῶς νὰ καταλάβετε, τί εἶναι τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, εἰς τοῦτα τὰ τρία κεφάλαια.
Πρῶτον, τί εἶναι ἐκεῖνος, ὅπου ἔπαθε·
Δεύτερον, τί ἔπαθε.
Τρίτον, διὰ ποῖον ἔπαθε.
Θέλετε ἀκούσει εἰς Ἐκεῖνον, ὅπου ἔπαθε, μίαν ἄκραν συγκατάβασιν· εἰς ἐκεῖνα, ὅπου ἔπαθε, μίαν ἀγάπην. Καὶ ἀνίσως εἰς τόσην συγκατάβασιν δὲν θέλετε θαυμάσει· εἰς τόσην ὑπομονὴν δὲν θέλετε συμπονέσει· εἰς τόσην ἀγάπην δὲν θέλετε εὐχαριστήση· τότε – ναὶ – θέλω εἰπεῖ πὼς ἡ καρδία σας εἶναι πέτρα σκληροτέρα ἀπὸ ἐκείνας, ὅπου ἐσχίσθησαν εἰς τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ.
Δεῦτε λοιπὸν ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου, ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Γολγοθᾶ, εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ φρικώδους θεάματος· καὶ εἰς τόσον σκότος, ὁποῦ σκεπάζει τῆς οἰκουμένης τὸ πρόσωπον, ἂς προβάλῃ, διὰ νὰ μᾶς δείξη τὴν ὁδὸν τοῦ ζωοδόχου Σταυροῦ τὸ σεβάσμιον ξύλον.
Ποῦ εἶσαι; Πρόβαλε, ξύλον θεομακάριστον, ὅπου, ποτισμένον μὲ τὸ ζωηρὸν αἷμα Θεοῦ ἐσταυρωμένου, μᾶς ἐβλάστησες τὴν ζωήν. Τράπεζα πολύτιμε, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποίαν ἐπληρώθη σήμερον ἡ ἐξαγορὰ τῆς ἀνθρωπίνου σωτηρίας. Θρόνε ὑπέρτιμε, ὅπου ἐκάθισε καὶ ἐβασίλευσε κατὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ νεὸς βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Κλῖμαξ ἐπουράνιε, ὅθεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας ἡμῶν μᾶς ἔδειξε τὴν ἀνάβασιν εἰς τὸν παράδεισον. Στύλε φωτοειδέστατε, ὅπου ὁδηγεῖς τὸν περιούσιον λαὸν εἰς τὴν μακαρίαν γῆν τῆς θείας ἐπαγγελίας. Σταυρὲ ἁγιώτατε, τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ στήριγμα, τῆς πίστεώς μας τὸ καύχημα! μίαν φορὰν ξύλον ἀτιμίας καὶ θάνατου, τώρα ξύλον δόξης καὶ ζωῆς! ὄργανον βασανιστήριον τῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος καὶ ὄργανον τρισόλβιον τῆς σωτηρίας μας! Γένοιτο εἰς τὴν σημερινὴν θλιβερὰν διήγησιν ὅπου ἔχω νὰ κάνω, καθὼς ὅλος ἐπροσηλώθη εἰς ἐσὲ ὁ Ἰησοῦς μας, ἔτσι ὅλη νὰ προσηλωθῇ εἰς ἐσὲ ἡ καρδία μας!
Ἠλίας Μηνιάτης

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018



Τὸ ἀρνάκι
Ἀρνάκι ἄσπρο καὶ παχύ,
τῆς μάννας του καμάρι,
ἐβγῆκεν εἰς τὴν ἐξοχή,
καὶ στὸ χλωρὸ χορτάρι.
Ἀπ᾿ τὴ χαρά του τὴν πολλὴ
ἀπρόσεκτα πηδοῦσε,
τῆς μάννας του τὴ συμβουλὴ
καθόλου δὲν ψηφοῦσε.
«Καθὼς παιδί μου, προχωρεῖς,
καὶ σὰν ἐλάφι τρέχεις,
νὰ κακοπάθεις ἠμπορεῖς,
καὶ πρέπει νὰ προσέχεις.»
Χαντάκι βρέθηκε βαθύ,
ὁρμᾶ σὰν παλληκάρι,
νὰ τὸ πηδήσει προσπαθεῖ
καὶ σπάει τὸ ποδάρι.
Ἀλέξανδρος Κατακουζηνὸς

Τρίτη 3 Απριλίου 2018



Νὰ τὴν λέτε μία - μία λέξι
Εὔχομαι ἡ Παναγία μας πάντοτε νὰ σᾶς σκεπάζῃ. Νὰ βιάσετε τὸν ἑαυτόν σας. Νὰ κάθεσθε ἔστω τώρα στὴν ἀρχή, ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας, καὶ κατόπιν νὰ τὸ αὐξήσετε σὲ μισὴ ὥρα, κοκ. Νὰ κάθεσθε σὲ ἕνα κάθισμα, καὶ νὰ λέτε τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».
Νὰ τὴν λέτε μία - μία λέξι, κατανοητά, καταληπτά. Νὰ μὴ προχωρῆτε στὴν δεύτερη λέξι, ἂν δὲν καταλάβετε τὴν πρώτην. Νὰ τονίζετε περισσότερον τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ τὸ «ἐλέησόν με».
Θὰ σᾶς ἔρθῃ τώρα στὴν ἀρχὴ ὕπνος καὶ ῥᾳθυμία καὶ μετεωρισμὸς καὶ ἀμέλεια, ἀλλὰ ἐσεῖς γρήγορα νὰ συνέρχεσθε.
Ὅταν λέτε τὴν εὐχήν, νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτόν σας τώρα στὴν ἀρχήν, ὅτι εἶσθε στὴν κόλασι, καὶ νὰ φωνάζετε κλαίοντας ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, καὶ τὰ ὅμοια τούτων.
Ὅσον σᾶς εἶναι δυνατὸν βιάσατε τὸν ἑαυτόν σας στὰ δάκρυα. Μὴ φοβηθῆτε, ὅταν ἀκούσετε κρότους – κτύπους.
Αὐτὸ τὸ σύστημα, αὐτὴν τὴν τάξιν θὰ τὴν κάνετε τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα. Πρωὶ – μεσημέρι – βράδυ. Ἐὰν δὲν μπορεῖτε τρεῖς φορές, τουλάχιστον δυὸ φορὲς πρωὶ καὶ βράδυ, ἢ ἔστω μόνον τὸ βράδυ.
Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, νὰ μὴ δέχεσθε οὔτε φαντασία οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἢ ἄλλου τινος Ἁγίου, οὔτε καὶ τὶς λέξεις τῆς εὐχῆς νὰ βλέπετε νοερῶς.
Αὐτὰ τὰ ὀλίγα τώρα στὴν ἀρχήν, τὰ δὲ ἄλλα σὺν τῷ χρόνῳ.
Μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη
Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης

Κυριακή 1 Απριλίου 2018



Μετὰ τῶν παίδων θεοπρεπῶς ἀνακράξωμεν
Τὰς λαμπάδας φαιδροὶ φαιδρῶς ἐφαψώμεθα·
τοὺς χιτῶνας τῶν ψυχῶν θεοπρεπῶς ἐξαλλάξωμεν,
τὰς τοῦ βίου ὁδοὺς καλῶς ἑτοιμάσωμεν,
τὰς εἰσόδους τῶν ψυχῶν τῷ Βασιλεῖ διανοίξωμεν,
τὰ βαΐα τῆς νίκης ὡς νικητῇ τοῦ θανάτου βαστάσωμεν,
τοὺς κλάδους τῶν ἐλαιῶν τῷ ἐκ Μαρίας κλάδῳ θεοπρεπῶς ἐπισείοντες·
τὰ ἀγγέλων τῷ Θεῷ τῶν ἀγγέλων ὑμνήσωμεν·
μετὰ τῶν παίδων θεοπρεπῶς ἀνακράξωμεν,
μετὰ τοῦ ὄχλου τὰ τοῦ ὄχλου καὶ οἱ ὄχλοι βοήσωμεν·
Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου·
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν,
ἐπέφανε τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις ἡμῖν.
Ἐπέφανεν ἡ τῶν πεπτωκότων ἀνάστασις, ἐπέφανεν ἡ τῶν αἰχμαλώτων ἀνάῤῥυσις,
ἐπέφανεν τῶν τυφλῶν ἡ ἀνάβλεψις, ἐπέφανεν ἡ τῶν πενθούντων παράκλησις,
ἐπέφανεν ἡ τῶν κοπιώντων ἀνάπαυσις, ἐπέφανεν ἡ τῶν διψώντων ἀνάψυξις,
ἐπέφανεν ἡ τῶν καταπονουμένων ἐκδίκησις, ἐπέφανεν ἡ τῶν ἀπεγνωσμένων παράκλησις,
ἐπέφανεν ἡ τῶν χωριζομένων ἕνωσις, ἐπεφάνη ἡ τῶν νοσούντων ἴασις,
ἐπεφάνη ἡ τῶν χειμαζομένων γαλήνη.
Διὸ καὶ ἡμεῖς, οἱ δῆμοι, μετὰ τοῦ ὄχλου βοήσωμεν,
λέγοντες σήμερον Χριστῷ·
Ὡσαννὰ, τουτέστι, Σῶσον δὴ, ὁ ἐν ὑψίστοις Θεός.
Ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018



Τόσοι ἄλλοι εἶμαι ἐγὼ
Σὲ μιὰ ἀπέλπιδα στιγμὴ τῆς προσπαθείας μου γιὰ αὐτοπερισυλλογή, τὸ 1945, μονάχος ἕν᾿ ἀπόγευμα, μπῆκα στὴν Ἐκκλησία τοῦ συνοικισμοῦ Νέας Ἰωνίας Ἀθηνῶν. Ἀργότερα, πολλὲς φορὲς συσχέτισα τὴν εἴσοδό μου ἐκείνη, ἐντὸς τοῦ ἱδρύματος, τῆς ἐκ θείας ἀποκαλύψεως θρησκευτικῆς παραδόσεως, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Κολοκοτρώνη, ὅταν ἔμεινε ἔρημος, πρὶν βγεῖ στὰ βουνὰ καὶ κράξει τοὺς σκόρπιους ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Τούρκων Ἕλληνες, στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χρυσοβιτσιοῦ, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὸ μεγάλο τοῦ ἥρωος παράδειγμα. Μέσα ὁ ναὸς ἦταν ἀκόμη ἀσυμπλήρωτος καὶ ὡς μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι᾿ ἄκουγαν, τὸν κρυμμένο μέσα στὸ ἱερὸ παπά, μιὰ μαυροφορεμένη γρηά, ἕνας τρελλὸς καὶ ἐγώ. Τότε λοιπόν, παρὰ τὶς ἐλλιπεῖς μου γνώσεις στὰ θρησκευτικὰ καὶ θεολογικά, καθὼς προσπαθοῦσα νὰ βάλω τοὺς σκόρπιους λογισμούς μου σὲ κάποια τάξη, ἀντιλήφθηκα ὅτι πολὺ σωστὰ θὰ μποροῦσαν νὰ διακοσμηθοῦν οἱ τοῖχοι τοῦ ἄδειου ναοῦ, μὲ τὴν ἁπλὴ καταγραφή, ἀπὸ πάνω ἕως κάτω, ὅπως στὰ χαρτάκια ποὺ δίνουμε στὸν παπὰ γιὰ νὰ τὰ διαβάσει, τῶν ὀνομάτων ὅλων τῶν προσφιλῶν μας νεκρῶν.
Ἡ ἀνωτέρω ἀντίληψη μοῦ κατέστησε σαφὲς (ἐφ᾿ ὅσον διὰ τὴν ἀναγραφὴ τῶν ὀνομάτων τῶν νεκρῶν ἐνεργεῖ ἄλλη χεὶρ ἀπὸ τὴν δική τους), ὅτι ἡ συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῶν λογισμῶν μας δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ μόνου τοῦ ἑαυτοῦ μας. Χωρεῖ λοιπὸν ἕνα εἶδος παραιτήσεως καὶ ἐπιβάλλεται νὰ πεῖς, τὸ ἐγώ μου εἶν᾿ ἕνας ἄλλος.
Ἄλλος ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἁγία αὐτοῦ Ἐκκλησία, ὅπου συνεχίζει ὑπάρχων. Ἄλλος ὁ πλησίον μας ἄνθρωπος ποὺ ἐν Χριστῷ, μέσα στὴν Ἐκκλησία, παντρευόμαστε. Ἄλλος! Ἐκείνη γυναίκα καὶ αὐτὸς ἄνδρας. Καὶ ὅμως τὸν ἀγαπῶ ὡς ἑαυτόν μου. Ἄλλος ὑπῆρξε ὁ ἀνάδοχός μου ποὺ μ᾿ ἔντυσε τὴ στολὴ τῆς πίστεως, ὅταν βαπτίστηκα ἐν Χριστῷ μωρὸ παιδὶ καὶ δὲν καταλάβαινα. Τόσοι ἄλλοι εἶμαι ἐγώ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα μου. Τὸ αἰσθάνθηκα στὴν Καβάλα προσφάτως καὶ τὸ διακηρύσσω. Ἀγαπῶ τὴν Ὀρθόδοξο Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἐντὸς αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ νεκρώσιμα εὐλογητάρια καὶ τὰ ἰδιόμελα τοῦ μοναχοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, κατανοῶ πὼς ὁ χορὸς τῶν Ἁγίων εὗρε πηγὴν ζωῆς καὶ θύραν παραδείσου, ἐν τῷ Φωτὶ τοῦ προσώπου καὶ τῷ γλυκασμῷ τῆς ὡραιότητος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀῤῥήτου δόξης τοῦ ὁποίου εἴμαστε εἰκών, παρὰ τὰ στίγματα τῶν πταισμάτων ποὺ σηκώνουμε. Μέσα στὸν κοινὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εἰκὼν λαμβάνει ζωή. Τὰ ἄνευ οὐδενὸς περιεχομένου γεγυμνωμένα ὀστᾶ τοῦ πατέρα μου, ποὺ ξεθάψαμε κατὰ τὴν ἀνακομιδή, ἐν Χριστῷ ἐνδύονται φῶς ζωῆς. Ζοῦν οἱ προσφιλεῖς ὑπάρξεις, ποὺ καμιὰ λογικὴ ἀνάλυση καὶ ψυχολογία δὲ μπορεῖ νὰ τὶς ἀναστήσει. «Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα».
Νῖκος Γαβριὴλ Πεντζίκης

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018



Ἡ ἀγάπη
Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα·
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ,
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.
Θὲ νὰ σοῦ κλείσει ἀπαλά, μὲ τ᾿ ἄσπρα χέρια της τὰ δυό,
τὰ μάτια ποὺ κουράστηκαν στοὺς δρόμους νὰ κοιτᾶνε,
κι ὅταν γελώντας νὰ τῆς πεῖς θὰ σὲ ρωτήσει: «ποιὰ εἶμ᾿ ἐγώ;»
ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὸ σκίρτημα θὰ καταλάβεις ποιά ῾ναι.
Δὲν ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς... Ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ.
Κλειστὰ ὅλα νά ῾ναι, θὰ τὴ δεῖς ἄξαφνα μπρός σου νὰ βρεθεῖ
κι ἀνοίγοντας τὰ μπράτσα της πρώτη θὰ σ᾿ ἀγκαλιάσει.
Εἰδέ, κι ἂν ἔχεις φωτεινό, τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὴ δεχθεῖς,
καὶ σὰν φανεῖ τρέξεις σ᾿ αὐτήν, κι ἐμπρὸς στὰ πόδια της συρθεῖς,
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ, - ἀλλιῶς θὰ προσπεράσει.
Κώστας Οὐράνης

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018



Ἦτο ἤδη μεσονύκτιον
Ὁ νέος, ὡς γείτων, εἶχε πληροφορηθῆ τὰ συμβαίνοντα, καὶ τὴν ἠγάπησε κρυφά. Ἡ χάρις τοῦ λιγυροῦ ἀναστήματός της δὲν ἐξηλείφετο ἀπὸ τὴν ἄνευ μέσης περιβολὴν τὴν ὁποίαν ἐφόρει. Καὶ τὰ κατσαρά, τὰ ὁποῖα ἐκόσμουν τὸ ἡδυπαθὲς μέτωπόν της, ἦσαν φυσικὰ καὶ ὄχι ἐπίπλαστα. Ἡ λάμψις τῶν βαθέων καὶ μαύρων ὀφθαλμῶν της ἔκαιεν ἀμαυρά, ὑπὸ τὰς καμαρωτὰς ὀφρῦς, καὶ τὰ πορφυρᾶ χείλη της ἐρρόδιζον ἐπὶ τῆς ὠχρᾶς καὶ διαυγοῦς χροιᾶς τῶν παρειῶν της, αἵτινες ἐβάπτοντο μ᾽ ἐλαφρὸν ἐρύθημα εἰς τὸν παραμικρὸν κόπον ἢ εἰς τὴν ἐλαχίστην συγκίνησιν. Ἀλλὰ τὸ λεπτὸν καὶ ἤρεμον πῦρ τῶν ὀφθαλμῶν της ἔκαιε τὴν καρδίαν τοῦ νέου.
Τέλος τὴν ἠγάπα. Ἐκείνη, συχνὰ ἐξερχομένη εἰς τὸν ἐξώστην, τὸν ἐκοίταζεν ἐπὶ μίαν στιγμήν, ρεμβὴ καὶ ἀλλόφρων. Εἶτα τὸ βλέμμα της ἀποσπώμενον ἐστρέφετο πρὸς ἓν ἀνατολικὸν σημεῖον τοῦ ὁρίζοντος, εἰς τὰ πέρα βουνά, μέχρι τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, καθ᾽ ἥν, ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς σελήνης, ἀπόντος τοῦ συζύγου, εἶδεν ἱστάμενον παρὰ τὸν αἰγιαλὸν τὸν νεανίσκον, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει μετὰ τὸ δεῖπνον διὰ ν᾽ ἀναπνεύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν. Ὁ Μαθιός, ἰδὼν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, τὴν ἐκαλησπέρισε, καὶ ἀφοῦ ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις, τυχαίως καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκέπτηται καὶ αὐτή, ἔκαμε τὴν τόσον ἀπροσδόκητον πρότασιν περὶ θαλασσίου περιπάτου, ἐξ ἧς ἔμελλε νὰ προκύψῃ τὸ παράδοξον τοῦτο ταξίδιον. Ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐφαίνετο ζῶσα ὀνειρώδη ζωήν, ὕπαρξιν ρεμβώδη. Αἴφνης, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐξύπνα ἐκ τοῦ μακροῦ ὀνείρου της, κ᾽ ἐφαίνετο ἀνακτῶσα τὴν αἴσθησιν τοῦ πραγματικοῦ κόσμου, ἀλλ᾽ ὀλίγαι παρήρχοντο στιγμαί, καὶ πάλιν ἔπιπτεν εἰς τὴν νάρκην τοῦ ὕπνου της, βυθιζομένη βαθύτερον ἀκόμη εἰς τὸ προσφιλὲς ὄνειρόν της.
Ἦτο ἤδη μεσονύκτιον, καὶ τὸ ρεῦμα τῆς θαλάσσης ἢ τὸ ἀπόγειον τῆς ξηρᾶς, τοὺς εἶχεν ἐξωθήσει μικρὸν κατὰ μικρόν, διότι δὲν εἶχον πηδάλιον, βορειότερον, ἀντικρὺ εἰς τὰ τρέμοντα φῶτα τοῦ ὑψηλοῦ χωρίου, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο πλησιέστερον τώρα, καὶ δίπλα εἰς τὸ μεμονωμένον παρὰ τὴν βορειανατολικὴν ἀκτὴν βραχῶδες νησίδιον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ φυλακὴ ὀλίγων κονίκλων ριπτομένων ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς νησιώτας, καὶ τὸ ἀνάκτορον ὅλων τῶν γλάρων καὶ ἄλλων θαλασσίων ὀρνέων. Ἐκαλεῖτο δὲ Ἀσπρόνησον.
Τότε μόνον ὁ Μαθιὸς ἔλαβε τὴν μίαν κώπην (διότι ἐδέησε νὰ συστείλῃ τὸ αὐτοσχέδιον ἱστίον, ν᾽ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Λιαλιὼ τὸ κολόβιόν της, ἀρχίσασαν νὰ κρυώνῃ, ἂν καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, καὶ νὰ καθαιρέσῃ κεραίαν καὶ ἱστίον) καὶ τὴν μετεχειρίσθη ὡς πηδάλιον, προσπαθῶν νὰ στρέψῃ τὴν πρῷραν δεξιά, πρὸς τὸ ἀνατολικώτερον σημεῖον τῆς ἀντικρινῆς ἀκτῆς, τὸ καλούμενον Τραχήλι. Ἀλλ᾽ εἶδεν ὅτι μὲ τὸ ὑποβολιμαῖον πηδάλιον δὲν κατώρθωνε τίποτε, καθόσον δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ εὐνοϊκὸν τὸ ρεῦμα, καὶ ἠναγκάσθη νὰ καθίσῃ ἐκ νέου εἰς τὰς κώπας.
Ἀλλ᾽ αἱ νύμφαι τῶν νυκτερινῶν αὐρῶν, αἵτινες ἤρχισαν νὰ πνέωσιν ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, ἢ τῶν θαλασσίων ρευμάτων, τῶν διαυλακούντων τὸ μεταξὺ τῶν δύο νήσων πέραμα, φαίνεται ὅτι πολὺ εὐνόουν τὴν Λιαλιώ. Διότι μόλις εἶχον ἀπομακρυνθῆ ὀλίγας ὀργυιὰς ἀπὸ τὸ Ἀσπρόνησον, καὶ παραπλεύρως τῶν τριῶν μεσημβρινοανατολικῶν νησίδων, ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἐπρόβαλε μεγάλη σκαμπαβία, ἥτις ἐν μεγάλῃ ταχύτητι ἔπλεεν, ἔχουσα τὴν πρῷραν πρὸς τὸ ἀκρωτήριον Τραχήλι, πλήττουσα μὲ τὰς ἓξ κώπας της τὰ ὕδατα, τρέχουσα εἰς τῆς θαλάσσης τὰ νῶτα, ὡς τρέχει εἰς τὸ λιβάδιον ἡ δραπέτις τοῦ ἱπποδρομίου φορβάς.
Ἡ Λιαλιὼ ἐξαφνίσθη. Ὁ νέος ἐστράφη νὰ ἴδῃ. Αὐτομάτως ἔπαυσε νὰ κωπηλατῇ καὶ ἔμενεν ἀναποφάσιστος.
― Γλήγορα, γλήγορα, εἶπε μὲ ψίθυρον τόνον τὸ Λιαλιώ, ὡς νὰ ἐφοβεῖτο μὴν ἀκουσθῇ ὁ ἦχος τῆς φωνῆς της· πίσω ἀπ᾽ τὸ Ἀσπρόνησο, πίσω!
Ὁ νέος ἤρχισε ταχέως νὰ σιάρῃ. Ἦσαν δὲ ἀκριβῶς εἰς τὴν σκιὰν τῆς ἀκτῆς, ἀποκρυπτούσης τὴν σελήνην. Ἔκαμψαν μίαν προβολὴν βράχου, κ᾽ ἐκρύβησαν ὄπισθεν τοῦ νησιδίου.
― Τί λὲς νὰ εἶναι; ἠρώτησεν ἐν ἀδημονίᾳ τὸ Λιαλιώ.
― Χωρὶς ἄλλο, θὰ εἶναι γιὰ μᾶς, ἀπήντησεν ὁ νέος.
― Βγῆκαν νὰ μᾶς κυνηγήσουν;
―Ἐμᾶς γυρεύουν, χωρὶς ἀμφιβολία.
― Καὶ τί μεγάλη βάρκα εἶναι αὐτή;
― Αὐτὴ εἶναι σκαμπαβία, μὲ πολλὰ κουπιά, ποὺ κόβει δρόμο.
―Ὥστε, ἂν ἤμαστε μπροστὰ ἐκεῖ, θὰ μᾶς ἔπιαναν;
― Αὐτοὶ ἔχουν πλώρη τὸ Τραχήλι. Σὲ λίγο θὰ μᾶς ἔφταναν, ἂν εἴχαμε κάμει δρόμο πρὸς τὰ ἐκεῖ.
―Ὥστε καλὰ κάμαμε νὰ ᾽ρθοῦμε πρὸς τὰ ἐδῶ;
― Δὲν ἤρθαμε θεληματικῶς· μᾶς ἔφεραν τὰ ρέματα.
― Ξέρουν τί κάνουν τὰ ρέματα! εἶπε μὲ θεσπέσιον τόνον τὸ Λιαλιώ, ἥτις ὡμοίαζε μέ τινας ἀνθρώπους βλέποντας σοφὰ ὄνειρα, αὐτοσχεδιάζοντας ἀποφθέγματα κατ᾽ ὄναρ. Λέγουσα δὲ ἐπίστευεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὅτι ὑπάρχει νοῦς εἰς τὰ ἄψυχα πράγματα, καὶ ὅτι ὅλα ὑπόκεινται εἰς θεοῦ τινος τὴν ἐπιστασίαν.
Τῷ ὄντι, ἤθελε φανῆ ὅτι ἡ Νηρηὶς τῶν θαλασσίων ρευμάτων ἢ ἡ Αὔρα τῶν ἀπογείων πνοῶν εἶχον ὠθήσει ἐσκεμμένως καὶ ἐκ προθέσεως πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο τὴν βαρκούλαν μὲ τὸ χαριτωμένον φορτίον της.
― Καὶ τώρα τί νὰ κάμουμε; ἠρώτησεν ὁ Μαθιός, αἰσθανθεὶς ἐνδομύχως τὸν ἑαυτόν του ἀνίσχυρον ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἀγαθοβούλου τινὸς νύμφης. Καὶ τότε ἐνόησε διατί, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ποτὲ δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι γυναικοκρατία.
― Τώρα, εἶπε τὸ Λιαλιώ, ὁμιλοῦσα τόσον ἀπταίστως καὶ μαθηματικῶς, ὡς νὰ εἶχε προβλέψει τὸ πρᾶγμα, θὰ περιμένουμε μισὴ ὥρα, καὶ ἂν δὲν μᾶς ὑποπτευθοῦν νὰ γυρίσουν πρὸς τὰ ἐδῶ νὰ ψάξουν, καθὼς αὐτοὶ θὰ τραβοῦν κάτω στὸ Τραχήλι, ἡμεῖς κολλοῦμε πέρα, στὸν Ἁι Νικόλα, ξέρεις. Ἀπὸ κεῖ ἀνεβαίνουμε πεζοὶ σὲ μισὴ ὥρα, στὴν Πλατάνα, στὸ ψηλὸ χωριό, κι ἀπὸ κεῖ, σὰ φέξῃ ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα, πεζοὶ πάλι, γιὰ τρεῖς ὧρες, στὸ μεγάλο τὸ χωριό, τὸ δικό μου. Νὰ πατήσῃ μοναχὰ τὸ πόδι μου στ᾽ ἅγια χώματα, μιὰ φορά! Ἀνίσως πάλι μᾶς ὑποπτευθοῦν καὶ γυρίσουν τὴν πλώρη τους πρὸς τὰ ἐδῶ, τότε, μιὰ καὶ δυό, στὸ δικό σας τὸ Ξάνεμο, πῶς τὸ λέτε, στὴν Κεφάλα σας· ἐκεῖ πετοῦμε τὴ βάρκα στὴν ἄμμο, καὶ γυρίζουμε στεριὰ στὸ χωριό σας. «Ποῦ ἤσουνα, Λιαλιώ;» «Πῆγα στὸ σεργιάνι, μπαρμπα-Μοναχάκη, καὶ νά με, γύρισα».
Ἐγέλασε μόνη της εἰποῦσα τοῦτο. Εἶτα ἐπειδὴ ὁ νέος ἐφαίνετο ἀνησυχῶν ἀκόμη:
― Νὰ μὴ μᾶς πιάσουν μοναχά, ἐπέφερεν ἐκείνη. Δὲ μὲ μέλει τί θὰ πῇ ὁ κόσμος, νά! οὔτε τόσο-δά, καρφὶ δὲ μοῦ καίεται! Ἡμεῖς νὰ εἴμαστε ἀθῷοι, καὶ ἄφσε τοὺς ἀνοήτους νὰ μᾶς κατηγοροῦν!

Ὁ νέος ἔκυψε περιπαθῶς καὶ τῆς ἐφίλησε τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων τῆς χειρός της, σκεπτόμενος ὅτι ἦτο ἀθῷος, ναί, ὅπως πολλοὶ οἵτινες κατεδικάσθησαν ἀδίκως, ὡς λέγει ἡ Ἱστορία, εἰς τὸν ἐπὶ τῆς πυρᾶς βραδὺν θάνατον.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης