Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

 

Μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς

Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, βρέθηκα στὸ Ἅγιον Ὄρος, παρακολουθώντας μία ἀξέχαστη Θεία Λειτουργία σὲ ἕνα ταπεινὸ κελλάκι, μὲ λειτουργὸ εὐλαβῆ Ἱερομόναχο, ἁγιασμένη ψυχὴ ποὺ πλέον αὐλίζεται εἰς τόπους, ἔνθα τῶν δικαίων τὰ πνεύματα ἀναπαύονται…

Νέος παπὰς ὁ γράφων, ἄγευστος ἀκόμα τῆς μεταμορφωτικῆς ἐμπειρίας τοῦ πολιοῦ καὶ σεβασμίου λειτουργοῦ, ποὺ κρυμμένος σχεδὸν μέσα στὸ μισοσκόταδο, στέκονταν εὐθυτενὴς παρὰ τὸ βάρος τοῦ χρόνου ποὺ ἀγόγγυστα στοὺς ὤμους του κουβαλοῦσε καὶ τὸν ἔβλεπα νὰ μνημονεύει ψυχές... μὲ ἕνα χαμόγελο νὰ διαγράφεται στὰ χείλη του, ποὺ ἔτρεμαν προφέροντας σχεδὸν μυστικὰ τὰ ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων…

Τὸ μοναδικὸ κερὶ ποὺ εἶχε κοντά του τοῦ προσέφερε μία ὁριακὴ ματιὰ σὲ αὐτὸ ποὺ μποροῦσε ὁ καθένας μας νὰ δεῖ, ὅσο τὸ φῶς τοῦ κεριοῦ ποὺ τρεμόπαιζε πολεμοῦσε νὰ ἀποδιώξει τὸ μεταμεσονύκτιο σκοτάδι.

Ἐκεῖνος, κυπαρίσσι ποὺ ὁ ἀγέρας τῆς ζωῆς δὲν κατάφερε νὰ ρίξει στὴν γῆ, ἔστεκε κοιτώντας τὸ δισκάριο καὶ μνημόνευε γιὰ ὧρες, διακόπτοντας μόνο ὅπου ἡ ἀκολουθία ἐπέβαλλε τὴν διακοπὴ γιὰ τὶς ἐκφωνήσεις. Τὸν κοίταζα μὲ προσοχή, νὰ διαβάζει ἀτέλειωτα ὀνόματα καὶ κάπου κάπου ἔβλεπα δάκρυα νὰ κυλοῦν ἀπὸ τὰ μάτια του. Πλησίασα ἀθόρυβα κοντά του, ἀπὸ τὴν μία νὰ καταστῶ κοινωνὸς αὐτῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, μνημονεύοντας ὀνόματα δικά μου καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ παρακολουθήσω αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος τὴν στιγμὴ αὐτὴ ζοῦσε. 

Μὲ κοίταξε σὲ κάποια στιγμὴ καὶ μοῦ εἶπε:

-Παπα-Θωμά, καλύτερα νὰ θυμᾶσαι πιὸ πολύ τοὺς κεκοιμημένους παρὰ τοὺς ζωντανούς….

Δὲν πολυκατάλαβα τὸ νόημα τοῦ λόγου του, συνέχισα νὰ μνημονεύω, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τί ζοῦσε ἐκεῖνος! 

Σὲ κάποια στιγμή, ἡ μνημόνευση ὁλοκληρώθηκε, ἔτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πῆγα δειλά δειλὰ κοντά του, μὲ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀρχαρίου ποὺ ἀποζητᾶ νὰ μάθει καὶ τὸν ρώτησα:

-Γιατί γέροντα περισσότερο τοὺς κεκοιμημένους;

Τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν μοῦ ἀπάντησε. Καὶ αὐτὸ ἦταν μία ἐπιβεβαίωση τῆς δικῆς μου ἀπειρίας, νὰ τὸν ρωτήσω πράγματα ποὺ βλέποντάς τα δὲν μπορεῖς νὰ τὰ καταλάβεις. Ὡστόσο, τελειώνοντας ἡ Θεία Λειτουργία, ὁ σεβάσμιος Γέροντας μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε:

«Ὅταν πρωτόρθα στ’ Ἁγιονόρος, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, μικρότερος ἀπὸ σένα στὴν ἡλικία, εἶχα τὴν εὐλογία νὰ ἔρθω κοντὰ στὸν μακαριστὸ Πνευματικὸ παπά- Τύχωνα. Ἔτυχε, κάποια στιγμή, ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες ἑνὸς διπλανοῦ κελλίου νὰ κοιμηθεῖ αἰφνιδίως. Ὁ παπά-Τύχωνας θέλησε νὰ τὸν σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία μνημονεύοντας ὀνόματα, χιλιάδες ὀνόματα, ἰδιαίτερα ὅσων δὲν εἶχαν πλέον κανέναν νὰ τοὺς θυμᾶται, ἀλλὰ πρῶτα τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ πέρασε τὴν πύλη τοῦ Οὐρανοῦ.

Τελειώνοντας τὸ σαρανταλείτουργο, στὴν τελευταία λειτουργία, τὸ εἶδα αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω, λίγο πρὶν βάλει τὸ «δι’ εὐχῶν» στάθηκε κοιτώντας τὴν προσκομιδή. Ἡ περιέργεια μὲ ὁδήγησε νὰ κοιτάξω καὶ ἐγὼ μὲ τρόπο, νὰ δῶ τί κοιτοῦσε. Καὶ εἶδα ξεκάθαρα τὸν κοιμηθέντα νὰ στέκει γονατιστὸς μπροστὰ στὸν παπά- Τύχωνα, νὰ βάζει μετάνοια, σὰν νὰ τοῦ λέει εὐχαριστῶ καὶ ξάφνου νὰ χάνεται ἀπὸ μπροστά του… Τὸ εἶδα, παιδί μου, καὶ αὐτὸ δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴν μνήμη μου. Κάθε φορὰ ποὺ στέκω μπρὸς στὴν προσκομιδή, θυμᾶμαι τὸν Γέροντα καὶ τὴν ψυχὴ ποὺ ἦρθε νὰ τὸν εὐχαριστήσει…»

Πέρασαν χρόνια ἀπὸ τότε. Καὶ στὴν σειρὰ τῶν παλαιῶν ποὺ ὁλοκλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους στὸ Ἅγιο Βῆμα, μπήκαμε οἱ νεότεροι…

Καὶ ὅταν στέκω μπρὸς στὴν προσκομιδή, θυμᾶμαι τὸν εὐλαβὴ λειτουργὸ τοῦ Θεοῦ, θυμᾶμαι τὴν ἀπέριττη Θεία Λειτουργία στὸ Ἁγιορείτικο Κελλὶ καὶ εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ γιατὶ μέσα στὶς πολλὲς δωρεὲς ἔδωσε καὶ τούτη τὴ Χάρη. Νὰ στέκεις μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ νὰ ἑνώνεις δύο κόσμους, τῶν φθαρτῶν καὶ τῶν αἰωνίων…

π. Θωμὰς Ἀνδρέου

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

 


Χριστούγεννα. Καθίσματα. Ἦχος δ´

Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν βασιλέων. Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον, Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τί θαυμάζεις Μαριάμ; τί ἐκθαμβεῖσαι τὸ ἐν σοί; Ὅτι ἄχρονον Υἱόν, χρόνῳ ἐγέννησά φησι, τοῦ τικτομένου τὴν σύλληψιν μὴ διδαχθεῖσα. Ἄνανδρός εἰμι, καὶ πῶς τέξω Υἱόν; ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν; ὅπου Θεὸς δὲ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται. Χριστὸς ἐτέχθη, ἐκ τῆς Παρθένου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί; ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός; πάντως ὡς οἶδεν ὡς ἠθέλησε καὶ ὡς ηὐδόκησεν· ἄσαρκος γὰρ ὤν, ἐσαρκώθη ἑκών· καὶ γέγονεν ὁ Ὤν, ὃ οὐκ ἦν δι᾿ ἡμᾶς· καὶ μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος. Διπλοῦς ἐτέχθη, Χριστὸς τὸν ἄνω, κόσμον θέλων ἀναπληρῶσαι.

***

Ἐλᾶτε νὰ ἰδοῦμε, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ν᾿ ἀκολουθήσουμε λοιπὸν ἐκεῖ ποὺ ὁδεύει ὁ ἀστέρας, μαζὶ μὲ τοὺς Μάγους, τῆς Ἀνατολῆς τοὺς βασιλιάδες. Ἄγγελοι ὑμνοῦν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες στοὺς ἀγροὺς ψάλλουν ἐπάξια ᾠδή. Δόξα ἐν ὑψίστοις, λέγοντας, σ᾿ αὐτὸν ποὺ σήμερα στὸ σπήλαιο ἐτέχθη ἀπ᾿ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο, στὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

«Γιατί ἀπορεῖς, Μαριάμ; Γιατί μένεις ἔκθαμβη μὲ αὐτὸ ποὺ τελεῖται σὲ σένα;» Ἔπειδὴ ἄχρονο Υἱό, ἐν χρόνῳ ἐγέννησα», ἀπαντᾶ, μὴ γνωρίζοντας τὸ μυστήριο τῆς συλλήψεως ἐκείνου ποὺ τίκτεται. «Ἄνδρα δὲν γνωρίζω, καὶ πῶς θὰ γεννήσω υἱό; Γέννηση χωρὶς σπορὰ ποιὸς ἔχει δεῖ ποτέ; Ἀλλὰ ὅπου βούλεται ὁ Θεός, νικιέται τῆς φύσεως ἡ τάξη, ὅπως ἔχει γραφτεῖ. Ὁ Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου, στὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Ἐκεῖνος ποὺ δὲν χωρεῖ πουθενά, πῶς μέσα σὲ μήτρα ἐχώρεσε; Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός, πῶς εἶναι τώρα στὶς ἀγκάλες τῆς Μητρός; Εἶναι μὲ τὸν τρόπο ποὺ Ἐκεῖνος γνωρίζει κι ἐθέλησε κι εὐδόκησε. Διότι ἐνῶ ἦταν ἄσαρκος, ἑκουσίως ἐσαρκώθη, καὶ ἔγινε, ὁ Ὤν, αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, γιὰ χάρη μας. καὶ χωρὶς νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ θεϊκὴ φύση Του, μετέσχε στὴ δική μας τὴν φύση. Μὲ δύο φύσεις, ὁ Χριστὸς ἐτέχθη, θέλοντας στὸν ἐπουράνιο κόσμο νὰ μᾶς ἀποκαταστήσει.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

 


Τί πλέον θέλεις;

Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ Νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφεύς, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος καὶ ξένος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις;

Ἐγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τι τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχεις ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς διὰ σέ· ἔγινα καὶ ἐπαίτης διὰ σέ· ἀνέβηκα ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν διὰ σέ· ἐτάφην διὰ σέ· εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω διὰ σὲ παρακαλῶ τὸν Πατέρα· κάτω εἰς τὴν γῆν ἐστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς μεσολαβητὴς διὰ σέ. Ὅλα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις;

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020


Πικρὴ μοναξιὰ
Ἡ μοναξιὰ δὲν ἐξοβελίζεται μ’ εὐφυεῖς συνταγὲς ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, συγγραφέων καὶ κηρύκων. Θέλει προσωπικὸ ἀγώνα, ἐσωτερικὴ τακτοποίηση, μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἄγνωστη ταυτότητά μας, ἀνδρεία ἐνδοσκαφὴ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ πρωτόκτιστου κάλλους, ταπεινὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, πρὸς μαθητεία καὶ βοήθεια, εἰλικρινῆ καὶ τίμια ἔξοδο πρὸς συνάντηση τῶν ἄλλων, μὲ πνεῦμα θυσίας, μὲ διάθεση κατανοήσεως καὶ παραδοχῆς, ἀλληλοσυμπληρώσεως καὶ ἀλληλοβοήθειας.
Ἔτσι ἡ στείρα καὶ πικρὴ μοναξιὰ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ γόνιμη πηγή, μὲ ὕδατα ἀνυπέρβλητης γοητευτικότητας καὶ δυναμικότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν ὁλότητά του κι ἀνακαλύπτοντας τὶς δυνάμεις του, τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θεόμορφου προσώπου του.
Μόνο ὁ ἐσωτερικὰ ἰσορροπημένος ἄνθρωπος καὶ τακτοποιημένος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους, σχέσεις ποὺ ἄρχισαν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴ δύναμη γι’ αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι οἱ ἄλλοι γίνονται συλλειτουργοὶ στὸ μυστήριο τῆς λειτουργίας τῆς ζωῆς, ὅπου μεταλαμβάνουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ τὴν προσευχή, τὴ φιλία, τὸ γάμο καὶ παρηγοριόμαστε στὸ πολυκύμαντο αὐτὸ ταξείδι τῆς ἐφήμερης ζωῆς μας.
Φοβᾶσαι; Μὴ φοβᾶσαι νὰ σκέφτεσαι τὸ Θεό. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κάτσε σὲ μία γωνιὰ ἥσυχος. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τοὺς φόβους. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ δυσκολεύομαι νὰ εἶμαι ἀναλυτικός. Δὲν νομίζω ἄλλωστε πὼς χρειάζεται. Πρέπει νὰ νοιώσεις πὼς οἱ σχέσεις σου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα θέμα δικό σου. Παρότι εἶναι δύσκολο ἐντούτοις πρέπει νὰ κοιτάξει νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα καλὸ πνευματικὸ ὁδηγό. Δὲ συμφέρει ν’ ἀνοίγει κανεὶς εὔκολα τὴν ψυχή του στὸν καθένα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπύθμενο μυστήριο. Θὰ εἶναι πολὺ τυχερὸς κανεὶς ἂν μπορέσει νὰ βρεῖ στὴ ζωὴ του ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ τὸ σέβεται, θὰ τὸ ἀγαπᾶ καὶ θὰ τὸ ἐμπιστεύεται καὶ μὲ χαρὰ θὰ τὸ ἀκολουθεῖ. Κι ὅσο νωρίτερα γίνει αὐτὸ τόσο καλύτερα.

π. Μωυσῆς Ἁγιορείτης

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Ὅσο μπορεῖς
Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ' ἐκθέτοντάς την,
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μιὰ ξένη φορτική.


Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης 

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020


Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ
Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.
Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.
Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

Κωστὴς Παλαμᾶς

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020



Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα δῶρο
Ὅταν ἀναπολῶ τὸ παρελθόν μου καὶ σκέφτομαι πόσο χρόνο ἔχω χάσει γιὰ τὸ τίποτα, πόσο πολὺ χρόνο ἔχω σπαταλήσει ματαιοπονώντας, σὲ λάθη, τεμπελιά, σὲ ἀνικανότητα γιὰ νὰ ζήσω – πόσο λίγο ἐκτιμοῦσα τὴ ζωή, πόσες φορὲς ἁμάρτησα ἐνάντια στὴν καρδιά μου καὶ στὴν ψυχή μου – τότε ἡ καρδιά μου ματώνει.
Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα δῶρο, ἡ ζωὴ εἶναι εὐτυχία, κάθε λεπτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι μία αἰωνιότητα εὐτυχίας. Δὲν εἶμαι οὔτε κακόκεφος οὔτε ἀποκαρδιωμένος. Ἡ ζωὴ βρίσκεται παντοῦ, ἡ ζωὴ εἶναι ἐντός μας, ὄχι ἐκτός μας.
Θὰ βρίσκομαι ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα πλάσματα καὶ θὰ εἶμαι ἕνας ἄντρας μεταξὺ ἀντρῶν κι ἔτσι θὰ παραμείνω γιὰ πάντα, δὲν θὰ ἀποκαρδιωθῶ καὶ δὲν θὰ τὰ παρατήσω ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ – αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, αὐτὸ εἶναι τὸ νόημά της, θὰ τὸ θυμᾶμαι γιὰ πάντα. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ἔχει κυριεύσει τὴ ζωή μου καὶ τὸ αἷμα μου.
Φιοντὸρ Ντοστογιέφσκι

Γράμμα πρὸς τὸν ἀδελφό του, ὅταν γλίτωσε ἀπὸ τὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020


Ἡ χάρη τῆς ἀγάπης
Ὁ ἐπιστήμονας προσελκύει μὲ τὶς γνώσεις του, ὁ πλούσιος μὲ τὰ πλούτη του, ὁ ὡραῖος μὲ τὴν ὀμορφιά του, ὁ μάστορας μὲ τὴν τέχνη του. Ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς μόνον ἕναν περιορισμένο ἀριθμὸ ἀτόμων μπορεῖ νὰ ἑλκύσει. Ἐνῶ ἡ ἀγάπη ὅμως μπορεῖ νὰ ἑλκύσει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα. Ἡ χάρη τῆς ἀγάπης εἶναι ἀπεριόριστη. Καὶ ὁ μορφωμένος καὶ ὁ ἀμόρφωτος καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχὸς καὶ ὁ ἐπιδέξιος καὶ ὁ ἀδέξιος καὶ ὁ ὄμορφος καὶ ὁ ἄσχημος καὶ ὁ ὑγιὴς καὶ ὁ ἄρρωστος καὶ ὁ νεαρὸς καὶ ὁ ἡλικιωμένος, ὅλοι θέλουν νὰ τοὺς ἀγαπᾶνε. Ὁ Χριστὸς χάρισε τὴν ἀγάπη του σὲ ὅλους καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυσε τοὺς πάντες. Τοὺς ἀγκάλιασε ὅλους, ἀκόμη καὶ τοὺς νεκροὺς ποὺ ἀπὸ παλιὰ σάπιζαν ξεχασμένοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Ὁ ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶνε. Γι᾽ αὐτὸ πολλοὶ παλεύουν ἐναντίον τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο πολλοὶ προσπαθοῦν μὲ κληρονομιές, μὲ δῶρα ἢ μὲ εὐεργεσίες ποὺ κάνουνε σὲ διάφορα ἱδρύματα νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Ὁ ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶνε. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ἔχουν ἀγάπη γιὰ τοὺς πεθαμένους συγγενεῖς τους.
Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Θὰ ὑψωθῶ ἀπὸ τὴ γῆ, ὅλους τούς ἀνθρώπους θὰ τοὺς τραβήξω κοντά μου». Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν σταυρό, θυσιάζοντας τὸν ἑαυτό Του, λόγω τῆς ἀγάπη Του σήκωσε τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων, ἀκόμη καὶ αὐτῶν ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἅδη. Πρὶν τὸν Χριστό, κόρη μου, δὲν ὑπῆρχε οὔτε διδασκαλία γιὰ τὴν ἀγάπη ἀλλὰ οὔτε καὶ θρησκεία ἀγάπης.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Ἡ Ρωμηοσύνη
«Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν ἀποδεικνύεται. Περιγράφεται. Δὲν χρειάζεται ἀπολογητάς. Εἶναι ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ δέχεται κανεὶς ἢ τὸ ἀπορρίπτει. Διὰ τοῦτο τὰ παιδιὰ τῶν Ρωμηῶν ἢ παρέμενον πιστοὶ καὶ σκληροὶ Ρωμηοὶ ἢ ἐφράγκευον ἢ ἐτούρκευον. Καὶ σήμερον ἄλλοι παραμένουν Ρωμηοί, ἄλλοι ὅμως ἀμερικανεύουν, ρωσεύουν, φραντσεύουν, ἀγγλεύουν, δηλαδὴ γραικεύουν».
«Ὁ Ρωμηὸς ὀνειροπόλος καὶ ἀφελὴς δὲν εἶναι. Ἀλλὰ οὐδέποτε γίνεται πνευματικῶς ἢ σωματικῶς δοῦλος τοῦ συμμάχου. Γίνεται σύμμαχος πιστὸς εἰς τὰ συμπεφωνημένα ἀλλὰ ἰδεολογικῶς ἀδέσμευτος.
Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει πάλιν ὅτι δέχεται μόνον τὰ ρωμαίικα καὶ τίποτε τὸ ξένον. Δέχεται ὁ,τιδήποτε τὸ καλὸν καὶ τὸ κάμνει ρωμαίϊκον. Ὅπως γίνεται σύμμαχος μὲ ὅποιον συμφέρει ἐθνικῶς, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἀποκτᾶ ὅλα ὅσα χρειάζονται ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν ἐπιστημόνων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὰ προσαρμόζει εἰς τὸν ρωμαίϊκον πολιτισμόν του. Οὐδέποτε συγχέει τὰς θετικάς ἐπιστήμας μὲ τὸν πολιτισμόν, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι καὶ ὁ βάρβαρος δύναται νὰ ἔχει ἢ νὰ ἀποκτήσει καὶ νὰ προαγάγει τὰς θετικὰς ἐπιστήμας, διὰ νὰ χρησιμοποιήσει αὐτὰς εἰς τὴν ὑποδούλωσιν καὶ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι πνευματικὸς ἡγέτης καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ εἶναι ὡς τεχνοκράται καὶ ὡς οἰκονομικὴ δύναμις ἡγέται».
«Ναὶ μὲν ὁ Ρωμηὸς ἔχει ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν Ρωμηοσύνην του, ἀλλὰ οὔτε φανατικὸς οὔτε μισαλλόδοξος εἶναι καὶ οὔτε ἔχει καμμίαν ξενοφοβίαν. Ἀντιθέτως ἀγαπᾶ τοὺς ξένους, οὐχὶ ὅμως ἀφελῶς.
Τοῦτο διότι γνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλας τὰς φυλὰς καὶ ὅλα τὰ ἔθνη χωρὶς διάκρισιν καὶ χωρὶς προτίμησιν. Ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη του κατέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶναι ἡ ὑψίστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν. Ἀλλὰ κατανοεῖ ἄριστα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν Ρωμηόν, ὄχι ὅμως περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κάτοχον τῆς ἀληθείας, ἀλλ' ἐξ ἴσου ἀγαπᾶ τὸν κήρυκα τοῦ ψεύδους. Ἀγαπᾶ τὸν ἅγιον, ἀλλ' ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ἀκόμη καὶ τὸν διάβολον.
Διὰ τοῦτο ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι αὐτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη καὶ φιλότιμον καὶ ὄχι κίβδηλος αὐτοπεποίθησις, ἰταμότης καὶ ἐγωισμός. Ὁ ἡρωισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ἀληθὴς καὶ διαρκὴς κατάστασις τοῦ πνεύματος καὶ ὄχι ἀγριότης, βαρβαρότης καὶ ἁρπακτικότης. Οἱ μεγαλύτεροι ἥρωες τῆς Ρωμηοσύνης συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων».

Πρωτ. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020


Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση
Ἕνας ἀδελφὸς παρακάλεσε τὸν ἀββᾶ Ματώη: -Πές μου λόγο ὠφέλιμο.
-Πήγαινε, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος, νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ καρδιακὸ πένθος καὶ ταπείνωση.
Νὰ κοιτάζεις πάντα τὶς δικές σου ἁμαρτίες.
Νὰ μὴν κρίνεις τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ βάζεις τὸν ἑαυτό σου κάτω ἀπ' ὅλους.
Νὰ κόψεις τὴν παρρησία.
Νὰ συγκρατεῖς τὴ γλώσσα καὶ τὴν κοιλιά σου.
Καὶ ἂν κανεὶς μιλήσει γιὰ ὁποιοδήποτε πράγμα, μὴ φιλονικήσεις μαζί του· ἀλλ' ἂν μιλήσει σωστά, πές του, «Ναί». Ἂν πάλι δὲν μιλήσει σωστά, πές του, «Ἐσὺ ξέρεις πῶς μιλᾶς», καὶ μὴ λογομαχήσεις γιὰ ὅσα εἶπε.

Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020



Κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους
Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον. Ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του «καταδικάζει» τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς. Διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας. Διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν. Καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;». Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία. 
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020


Εἰς τὰ θεμέλια τοῦ φρενοκομείου
(Τὸ φρενοκομεῖο χτίστηκε μὲ κληροδότημα τοῦ Χίου
φιλάνθρωπου Τζωρτζῆ Δρομοκαΐτη (ποὺ πέθανε τὸ
1880) ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κοντὰ στὴ Μονὴ Δαφνίου,
γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ τὸ λένε καὶ «Δαφνί». Ὁ Σουρῆς δὲν
ἄφησε τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ῾δινε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ
...καυτηρίασε δεόντως... Ἀπρίλης 1884)
Ὢ Ἑορτὴ τῶν Ἑορτῶν... Ὢ εὐτυχὴς ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτης
νὰ βάλει στὸ μπαλκόνι τοῦ μιὰ κόκκινη παντιέρα
μὲ μιὰ χρυσὴν ἐπιγραφὴ «Ζωρζὴς Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια καὶ ρετσίνες.
Φρενοκομεῖο κτίζεται καὶ στὴ σοφὴν Ἑλλάδα!
ἄ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζὴ
καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴ τόση πρασινάδα
θὰ βρίσκουμε παρηγοριὰ κι ἡ μνήμη του θὰ ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!
Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!...
Εὑρέθη μὲς στοὺς Χιώτηδες, μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνει πρῶτα-πρῶτα.
Γεώργιος Σουρῆς

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020



῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του
Ὁ Πατέρας μᾶς ἀγάπησε τόσο, πού μᾶς ἔδωσε τόν Υἱό Του. ᾿Αλλά καί ὁ ῎Ιδιος ὁ Υἱός θέλησε καί ἐνσαρκώθηκε κι ἔζησε μαζί μας στή γῆ. Κι οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι καί ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων εἶδαν τόν Κύριο κατά σάρκα, ἀλλά δέν τόν ἐγνώρισαν ὅλοι ὡς Κύριο. Σ᾿ ἐμένα δέ, τόν γεμάτον ἁμαρτίες, δόθηκε ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα νά γνωρίσω πώς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι Θεός.
῾Ο Κύριος ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτόν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος εὐδοκεῖ. Καί ἡ ψυχή, ὅταν δῆ τόν Κύριο, εὐφραίνεται ταπεινά γιά τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Δεσπότη καί δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀγαπήση τίποτε ἄλλο τόσο, ὅπως ἀγαπᾶ τόν Δημιουργό της. Κι ἄν ἀκόμα ὅλα τά βλέπη κι ὅλους τούς ἀγαπᾶ, ὅμως πάνω ἀπ᾿ ὅλους θά ἀγαπᾶ τόν Κύριο.
῾Η ψυχή γνωρίζει αὐτή τήν ἀγάπη, δέν μπορεῖ ὅμως νά τήν μεταδώση μέ λόγια, γιατί γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. ῾Η ψυχή ξαφνικά βλέπει τόν Κύριο καί Τόν ἀναγνωρίζει. Ποιός θά μποροῦσε νά περιγράψη αὐτή τή χαρά καί ἀγαλλίαση;
Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα γεμίζει ὅλο τόν ἄνθρωπο.καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα. ῎Ετσι γνωρίζεται ὁ Θεός καί στόν οὐρανό καί στή γῆ.
῾Ο Κύριος μοῦ ἔδωσε κατά τό ἄμετρο ἔλεός Του κι ἐμέ τοῦ ἁμαρτωλοῦ αὐτή τή χάρη, γιά να γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό καί νά στραφοῦν πρός Αὐτόν.
Γράφω στό ὄνομα τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ. Ναί, τήν ἀλήθεια. Μάρτυράς μου ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος.
῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του καί ἡ ἀγάπη Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τῆς μάνας.γιατί ἡ μάνα μπορεῖ νά λησμονήση τό παιδί της, ἐνῶ ὁ Κύριος ποτέ δέν μᾶς λησμονεῖ. Κι ἄν ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ἔδινε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στόν ὀρθόδοξο λαό καί τούς μεγάλους μας ποιμενάρχες, δέν θά μπορούσαμε νά γνωρίσωμε πόσο πολύ μᾶς ἀγαπᾶ.
῎Ας εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος καί ἡ μεγάλη Του εὐσπλαγχνία πού δίνει σ᾿ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς τή χάρη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Πλούσιοι καί βασιλιάδες δέν γνωρίζουν τόν Κύριο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ φτωχοί μοναχοί καί βοσκοί γνωρίζομε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Γιά νά γνωρίση κανείς τόν Κύριο δέν χρειάζεται νά εἶναι πλούσιος ἤ ἐπιστήμονας, ἀλλά χρειάζεται νά εἶναι ὑπάκουος, ἐγκρατής, νά ἔχη πνεῦμα ταπεινό καί ν᾿ ἀγαπᾶ τόν πλησίον. ῾Ο Κύριος θ᾿ ἀγαπήση μιά τέτοια ψυχή, θά τῆς φανερώση ὁ ῎Ιδιος τόν ῾Εαυτό Του καί θά τήν διδάξη τή θεία ἀγάπη καί ταπείνωση καί θά τῆς δώση κάθε τι ὠφέλιμο γιά νά βρῆ ἀνάπαυση κοντά στόν Θεό.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020



Εἰς τὸν καιρό μου
Εἰς τὸν καιρὸ τῆς νεότητος ὁποὺ ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτιτι, σχολεῖα, ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν· μόλις ἦσαν μερικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμάθαιναν νὰ γράφουν καὶ νὰ διαβάζουν. Οἱ παλαιοὶ κονζαμπασῆδες, ὁποὺ ἦσαν οἱ πρώτιστοι τοῦ τόπου, μόλις ἤξευραν νὰ γράφουν τὸ ὄνομά τους. Τὸ μεγαλείτερο μέρος τῶν Ἀρχερέων δὲν ἤξευρε παρὰ ἐκκλησιαστικὰ κατὰ πρᾶξιν, κανένας ὅμως δὲν εἶχε μάθηση. Τὸ ψαλτήρι, τὸ κτωήχι, ὁ μηναῖος, ἄλλαι προφητεῖαι, ἦσαν τὰ βιβλία ὁποὺ ἀνέγνωσα.
Δὲν εἶναι παρὰ ἀφοῦ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, ὁποὺ εὕρηκα τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἁπλοελληνικήν. Τὰ βιβλία ὁποὺ ἐδιάβαζα συχνὰ ἦτον ἡ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἱστορία τοῦ Ἀριστομένη καὶ Γοργὼ καὶ ἡ Ἱστορία τοῦ Σκεντέρμπεη. Ἡ γαλλικὴ ἐπανάστασις καὶ ὁ Ναπολέων ἔκαμε, κατὰ τὴν γνώμη μου, νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πρωτύτερα τὰ ἔθνη δὲν ἐγνωρίζοντο, τοὺς βασιλεῖς τοὺς ἐνόμιζαν ὡς θεοὺς τῆς γῆς, καὶ ὅ,τι καὶ ἂν ἔκαμναν, τὸ ἔλεγαν καλὰ καμωμένο. Διὰ αὐτὸ καὶ εἶναι δυσκολότερο νὰ διοικήσεις τώρα λαόν.
Εἰς τὸν καιρό μου, τὸ ἐμπόριο ἦτον πολλὰ μικρό, τὰ χρήματα ἦσαν σπάνια, τὸ τάλληρο τὸ ἐπρόφθασα τρία γρόσια, καὶ ὅποιος εἶχε χίλια γρόσια, ἦτον πράγμα μεγάλο, καὶ ἔκαμνε κανεὶς δουλειές, ὅσες τώρα δὲν ἔκαμνε μὲ χίλια βενέτικα. Ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἦτον μικρή. Δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπανάστασίς μας, ὁποὺ ἐσχέτισε ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Εὑρίσκοντο ἄνθρωποι ὁποὺ δὲν ἐγνώριζαν ἄλλο χωριὸ μακρυὰ μίαν ὥρα ἀπὸ τὸ ἐδικό τους. Τὴν Ζάκυνθο τὴν ἐνόμιζαν ὡς νομίζομεν τώρα τὸ μακρύτερο μέρος τοῦ κόσμου. Ἡ Ἀμερικὴ μᾶς φαίνεται ὡς πῶς τοὺς ἐφαίνετο αὐτῶν ἡ Ζάκυνθος· ἔλεγαν εἰς τὴν Φραγκιά.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020



Σοφίας λόγοι
Ἂν δὲν θεραπεύτηκες ἀκόμα δὲ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς δὲν ἄκουσε τὶς προσευχὲς ποὺ γίνονται γιὰ σένα, ἀλλὰ πὼς δὲ θεραπεύει ἀμέσως μερικοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν περισσότερο. Μὲ τὰ πρόσκαιρα βάσανα ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα καὶ ταυτόχρονα κερδίζει τὴ σωτηρία του, γίνεται κληρονόμος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μὲ τὴν ἄπειρη σοφία Του τὰ ρυθμίζει ὅλα σύμφωνα μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ χαρίζει σὲ ὅλους αὐτὸ ποὺ τοὺς ὠφελεῖ. Ἐμᾶς δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ γιατὶ τὸ ἕνα γίνεται ἔτσι καὶ τὸ ἄλλο ἀλλιῶς, ἀλλὰ ν᾿ ἀφοσιωνόμαστε μὲ παιδικὴ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου πατέρα μας καὶ νὰ λέμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας: «Πάτερ ἡμῶν... γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου».
Ἂν θέλεις νὰ δεῖς καλύτερες μέρες, ν᾿ ἀγαπήσεις τὴν ἁγία ταπείνωση μ᾿ ὅλη σου τὴν ψυχὴ καὶ θὰ βρεῖς τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τόσο τὶς καλὲς ὅσο καὶ τὶς σκληρὲς ἐξουσίες γιὰ μᾶς. Τὶς πρῶτες γιὰ νὰ μᾶς παρηγοροῦν, τὶς δεύτερες γιὰ νὰ μᾶς προκαλέσουν συντριβὴ καὶ ταπείνωση.
Τὴν ψυχική σου ὠφέλεια θὰ τὴ βρεῖς ἐκεῖ ποὺ δὲ γίνεται τὸ θέλημά σου.
Στάρετς Ἀντώνιος τῆς Ὄπτινα

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020


Σοῦ ψιθυρίζω: «Πάτερ ἡμῶν!»
Ὅταν τὰ σύννεφα βροντοῦν καὶ οἱ ὠκεανοὶ μουγγρίζουν, εἶναι σὰ νὰ σοῦ φωνάζουν: «Κύριέ μας!»
Ὅταν οἱ μετεωρίτες πέφτουν καὶ φωτιὲς ξεπηδοῦν ἀπὸ τὴ γῆ, εἶναι σὰ νὰ κραυγάζουν: «Δημιουργέ μας!»
Ὅταν τὰ ἄνθη μπουμπουκιάζουν τὴν ἄνοιξη καὶ τὰ χελιδόνια κουβαλοῦν μὲ τὸ στόμα τους ξερὰ χόρτα γιὰ νὰ φτιάξουν φωλιὲς γιὰ τὰ μικρά τους, εἶναι σὰ νὰ σοῦ τραγουδοῦν: «Δέσποτά μας!»
Κι ὅταν ἐγὼ σηκώνω τὰ μάτια μου πρὸς τὸ θρόνο Σου, σοῦ ψιθυρίζω: «Πάτερ ἡμῶν!»
Ὑπῆρχε κάποια ἐποχή, μία μακρὰ καὶ φοβερὴ ἐποχή, πού κι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀπευθυνόταν σὲ Σένα, σὲ φώναζε Κύριο, Δημιουργό, Δεσπότη! Μάλιστα! Τότε πού ὁ ἄνθρωπος ἔνιωθε πώς εἶναι ἁπλὰ ἕνα ἀντικείμενο ἀνάμεσα στὰ ἄλλα. Τώρα ὅμως, μὲ τὴ χάρη τοῦ Μονογενοῦς Σου Υἱοῦ μάθαμε τὸ πραγματικό Σου ὄνομα. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ τολμῶ, μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, νὰ Σὲ ὀνομάσω «Πατέρα».
Ἂν Σὲ ὁμολογήσω «Κύριο», ὑποκλίνομαι μπροστά Σου ἔντρομος, σὰν ἕνας ἀπὸ μία ἀμέτρητη στρατιὰ σκλάβων.
Ἂν Σὲ καλέσω «Δημιουργό», χωρίζομαι ἀπὸ Σένα, ὅπως ἡ νύχτα χωρίζεται ἀπὸ τὴ μέρα καὶ τὸ φύλλο ἀπὸ τὸ δέντρο.
Ἂν Σὲ κοιτάξω καὶ Σὲ ὀνομάσω «Δέσποτα», θὰ εἶμαι σὰν μία πέτρα ἀνάμεσα σὲ πέτρες, σὰν μία καμήλα ἀνάμεσα σὲ καμῆλες.
Ἂν ὅμως ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ ψιθυρίσω «Πατέρα», ἡ ἀγάπη παίρνει τὸ μέρος τοῦ φόβου, ἡ γῆ μοιάζει ν’ ἀνεβαίνει καὶ νὰ ἐγγίζει τὸν οὐρανό. Κι ἐγὼ περπατῶ μαζί Σου.
Σὲ νιώθω σὰν σύντροφο στὶς ὀμορφιὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ μοιράζομαι τὴ δόξα Σου, τὴ δύναμή Σου.
Πάτερ ἡμῶν! Εἶσαι ὁ Πατέρας ὅλων μας. Ἂν σὲ καλοῦσα Πατέρα μου, θὰ μείωνα καὶ Σένα καὶ μένα.
Πάτερ ἡμῶν! Δὲ νοιάζεσαι μόνο γιὰ μένα, ἕνα ἄτομο, μὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Σκοπός Σου εἶναι ἡ βασιλεία Σου, ὄχι ἕνας μεμονωμένος ἄνθρωπος.
Ὁ ἐγωισμός μου σὲ καλεῖ, Πατέρα μου. Ἡ ἀγάπη μου Σοῦ φωνάζει: Πατέρα μας!
Στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀδελφῶν μου, προσεύχομαι καὶ λέω: «Πάτερ ἡμῶν»!
Στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ὄντων πού μὲ περιβάλλουν καὶ μὲ τὰ ὁποῖα μὲ ἔχεις πλάσει,προσεύχομαι: «Πάτερ ἡμῶν!»
Προσεύχομαι σὲ Σένα, Πατέρα τοῦ σύμπαντος, προσεύχομαι γιὰ ἕνα πράγμα μόνο: Ἂς ἀνατείλει σύντομα ἡ μεγάλη μέρα πού ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ζωντανοὶ κι οἱ νεκροί, ἁρμονικά, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τ’ ἀστέρια, τὰ θηρία κι ὅλα τὰ πλάσματα, θὰ Σὲ καλέσουν μὲ τὸ πραγματικό Σου ὄνομα: «Πάτερ ἡμῶν!», «Πατέρα μας!»
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020



Στὴν ἐκκλησία
Τὴν ἐκκλησίαν ἀγαπῶ, τὰ ἑξαπτέρυγά της
τὰ ἀσήμια τῶν σκευῶν, τὰ κηροπήγια της,
τὰ φῶτα, τὶς εἰκόνες της, τὸν ἄμβωνά της.
Ἐκεῖ σὰν μπῶ, μὲς σὲ ἐκκλησία τῶν Γραικῶν,
μὲ τῶν θυμιαμάτων της τὶς εὐωδίες,
μὲ τὶς λειτουργικὲς φωνὲς καὶ συμφωνίες,
τὶς μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καὶ κάθε των κινήσεως τὸν σοβαρὸ ρυθμό,
λαμπρότατοι μέσ᾿ τῶν ἀμφίων τὸν στολισμό,
ὁ νοῦς μου πηγαίνει σὲ τιμὲς μεγάλες τῆς φυλῆς μας,
στὸν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.
Κωνσταντῖνος Καβάφης

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020



Σοφίας λόγοι
Ἐκεῖνος πού ἀγωνίζεται πολύ καιρό καί δέ βλέπει πνευματική πρόοδο, ἔχει ὑπερηφάνεια καί ἐγωισμό. Πνευματική πρόοδος ὑπάρχει ἐκεῖ πού ὑπάρχει πολλή ταπείνωση.
Ποτέ νά μήν κατακρίνουμε. Ὅταν βλέπουμε κάποιον νά πέφτει στήν ἁμαρτία, νά κλαῖμε καί νά παρακαλᾶμε τόν Θεό νά τόν συγχωρέσει.
Ὅταν μᾶς κυριεύει ὁ ἐγωϊσμός, μικρό θέμα μεγάλος καυγᾶς.
Ἐκεῖνος πού βοηθᾶ τόν πλησίον του, λαμβάνει βοήθεια ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖνος πού κατηγορεῖ τόν συνάνθρωπό του μέ φθόνο, ἔχει κατήγορό του τόν Θεό.
Ποιός ἐνδιαφέρεται σήμερα γιά τόν ἄλλο; Κανείς. Ὅλοι ἐνδιαφερόμαστε γιά τόν ἑαυτό μας, γιά τόν ἄλλο τίποτα. Γι’αὐτό θά δώσουμε λόγο. Γιατί ὁ Θεός πού εἶναι ὅλος ἀγάπη δέ θά μᾶς συγχωρέσει αὐτή τήν ἀδιαφορία γιά τόν πλησίον μας.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020



Αὐτὰ εἶναι κρίματα Θεοῦ
Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος βυθίζοντας κάποια φορὰ βαθιὰ τὴ σκέψη του στοῦ Θεοῦ τὴν κρίση ζήτησε νὰ μάθει:
«Κύριε, εἶπε, πῶς μερικοὶ ζοῦν λίγα χρόνια καὶ πεθαίνουν, ἐνῷ ἄλλοι φτάνουν στὰ βαθιὰ γεράματα; Γιατὶ κάποιοι ζοῦν μέσα στὴ φτώχεια καὶ ἄλλοι πλουτίζουν; Καὶ πῶς συμβαίνει ἄδικοι νὰ πλουτίζουν καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι νά᾿ναι φτωχοί;»
Ἄκουσε τότε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει:
«Ἀντώνιε, τὸν ἑαυτό σου πρόσεχε. Αὐτὰ εἶναι κρίματα Θεοῦ καὶ δὲν σοῦ συμφέρει νὰ τὰ μάθεις».

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020



Ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου
-Καὶ μόνος του νὰ εἶναι κανεὶς ἀνάμεσα στοὺς κοσμικούς, ἂν εἶναι σωστὸς χριστιανός, μεταβάλλει τὸ κοσμικὸ αὐτὸ περιβάλλον σ’ ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου.
-Δὲν εἶναι ἡ ζωὴ καρναβάλι καὶ ἐπιπολαιότης. Εἶναι ζωὴ τὴν ὁποία περιμένει ὁ οὐρανός.
-Ἡ μεγαλύτερη μορφὴ ἀγάπης εἶναι νὰ προσεύχεσαι γιὰ κάποιον ποὺ δὲν τὸ ξέρει...
Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης