Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015


Νά γίνουν ὅλα Χριστός
Ἡ ἁμαρτία δημιουργεῖ μέσα μας δικό της κόσμο, δημιουργεῖ μέσα μας δική της φιλοσοφία, δική της ἀντίληψι γιά τόν κόσμο. Ἡ ἁμαρτία ἐπιδιώκει νά καταλάβῃ τήν θέσι τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή σου, τήν θέσι τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ. Αὐτό θέλει νά κάνῃ ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία στήν πραγματικότητα θέλει νά στερήσῃ τόν ἄνθρωπο ἀπό ἐκεῖνες τίς θεϊκές ὡραιότητες πού ἔχει στήν ψυχή του. Ναί, αὐτός ὁ διάβολος ἀγωνίζεται διά μέσου τῆς ἁμαρτίας νά δημιουργήσῃ μέσα σου καί μέσα μου τήν δική του εἰκόνα. Διότι ἡ ἁμαρτία πάντοτε ὁμοιάζει στόν διάβολο. Πάντοτε, ὅταν τήν ἐναγκαλιζώμαστε, τυπώνει σιγά-σιγά στήν ψυχή μας τήν δική του σκοτισμένη μορφή. Ἔτσι, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τήν ἕξι στήν ἁμαρτία, μορφώνεται μέσα μας ἕνα ἄλλο ἐγώ, μία ἄλλη ψυχή, ἕνας ἄλλος ἑαυτός, ἐκεῖνος ὁ ἑαυτός, τόν ὁποῖο ζητεῖ ὁ Κύριος νά ἀπαρνηθοῦμε: «οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω». Τό κακό τό δημιουργήσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐνῶ τό καλό εἶναι ἀπό τόν Θεό, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἐγώ θέλω νά ζῶ σωστά, ἀλλά τήν δύναμι νά τό κάνω δέν τήν ἔχω. Δέν βρίσκω τήν δύναμι γι’ αὐτό, δέν βρίσκω τήν δύναμι μέσα μου.
Νά, τό σημερινό Εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει τόν τρόπο, γιά νά πραγματοποιήσουμε στήν ζωή μας τό καλό πού ἐπιθυμοῦμε. Αὐτός εἶναι ἡ ἀπάρνησι τοῦ ἑαυτοῦ σου, τῆς ἁμαρτίας σου, αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς πού δημιουργήθηκε, χτίστηκε, μορφώθηκε μέσα σου. Μέ τήν νηστεία στήν πραγματικότητα ἀπωθοῦμε τήν ἁμαρτωλότητα πού εἶναι μέσα μας. Ἀντικαθιστοῦμε σταδιακά τόν ἑαυτό μας μέ τόν Χριστό, μέχρις ὅτου φθάσουμε στήν τελειότητα πού ἔφθασε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγῶ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Νά τί σημαίνει «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν»: Σημαίνει νά ἀπαλείψουμε ὅλες τίς (κακές) μας ἐπιθυμίες, κάθετι ἀνθρώπινο, ἐφάμαρτο, καί νά τά ἀντικαταστήσουμε μέ τόν Χριστό. Νά ἀλλάξουν, νά γίνουν ὅλα Χριστός!
«Ὅς γάρ ἐάν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ᾽ ἄν ἀπολέσει τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, σώσει αὐτήν». Ἐάν, βεβαίως, ἀπαρνηθοῦμε κάθε ἁμαρτία μας, κάθε πάθος μας· καί ἄν ξέρουμε, ἄν αἰσθανόμαστε καί ἄν θέλουμε νά γίνῃ ὁ Χριστός ψυχή μέσα στήν ψυχή μας, καρδιά μέσα στήν καρδιά μας, νά ἀντικαταστήσῃ τόν ἑαυτό μας, τό ἐγώ μας μέ τόν Ἑαυτό Του. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά νά φυλάξουμε ἐγώ καί ἐσύ καί κάθε ἄνθρωπος τήν ψυχή μας ἀπό τήν κόλαση, ἀπό τήν καταστροφή, ἀπό τόν διάβολο, ἀπό κάθε κακό, ἀπό τά αἰώνια βάσανα, νά βροῦμε μέσα μας ἐκείνη τήν θεοειδῆ ψυχή, ἐκείνη τήν θεϊκή ψυχή, τήν ὁποία ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015


Nηστεύεις;
Nηστεύεις;
Δεῖξε τό μου μέ τά ἔργα σου.
― Ἄν δεῖς φτωχό, βοήθησέ τον.
― Ἄν δεῖς ἐχθρό, νά συμφιλιωθεῖς μ᾽ αὐτόν.
― Ἄν δεῖς φίλο νά προκόβει, μή τόν φθονήσεις.
― Ἄν δεῖς ὄμορφη γυναίκα στό δρόμο, μή στέκεσαι καί τήν περιεργάζεσαι.
Ἄς μή νηστεύει δηλαδή μόνον τό στόμα ἀλλά καί τά μάτια, καί ἡ ἀκοή, καί τά πόδια, καί τά χέρια, καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος, καί ὅλες οἱ αἰσθήσεις.
― Δέν τρῶμε ψάρια ἢ κοτόπουλα. Δαγκώνουμε ὅμως καί κατατρῶμε τούς ἀνθρώπους.
― Tό στόμα μας πρέπει νά νηστεύει ἀπό λόγια ἄπρεπα καί ὑβριστικά.
― Nά νηστεύουν τά χέρια ἀπό τήν πλεονεξία καί τήν ἁρπαγή.
― Δέν τρῶς κρέας; Δέν πρέπει ὅμως νά τρῶς καί ἀκολασία μέ τά μάτια σου.
― Nά νηστεύουν τά μάτια ἀπό θεάματα ἄπρεπα.
― Nά νηστεύει καί ἡ ἀκοή σου μέ τό νά μή δέχεσαι κατηγορίες καί διαβολές. Kαί τό στόμα, ἀπό λόγια ἄπρεπα καί ὑβριστικά ἢ συκοφαντικά. Διότι, αὐτά πού βγαίνουν ἀπό τό στόμα, αὐτά εἶναι πού κάνουν ἀκάθαρτη τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου· «οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα… ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ (μολύνει) τὸν ἄνθρωπον».

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015


Ὅταν ὁ γάμος γίνῃ «Μυστήριον»
Ὁ γάμος ὡς φυσικὸν καὶ κοινωνικὸν γεγονὸς ἀνήκει εἰς τὸν κόσμον ποὺ ὑπάρχει ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας κόσμος, ζωή, ἄνθρωπος, φύσις, κοινωνία, εἶναι ἀλύτρωτα. Εἶναι ὄψεις τοῦ πεσόντος κόσμου, ποὺ λόγω τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔχει δηλητηριασθῆ, ἔχει ἀρρωστήσει θανάσιμα. Ἔτσι καὶ ὁ γάμος ὡς γεγονὸς φυσικὸν ἢ κοινωνικὸν εἶναι ἄρρωστος καὶ ἀδύνατος ἀπὸ τὴν ἰδίαν του τὴν φύσιν νὰ λυτρώσῃ τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ τοῦ χαρίσῃ ἀκεραίαν καὶ ὠλοκληρωμένην ζωήν.
Ὅταν ὁ γάμος γίνῃ «Μυστήριον» μεταθέτει τοὺς συζύγους καὶ τὸν φυσικόν των γάμον ἀπὸ τὸν παλαιόν, ἀλύτρωτον καὶ χωρὶς Θεὸν κόσμον τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, εἰς τὸν καινόν, θεανθρώπινον κόσμον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγάπης, τῆς Ἐκκλησίας.
Κάθε Μυστήριον, ἄλλως τέ, εἶναι μία μετάβασις καὶ μία μεταμόρφωσις τοῦ παλαιοῦ κόσμου καὶ τῆς παλαιᾶς ζωῆς εἰς καινὸν κόσμον καὶ καινὴν ἐν Χριστῷ ζωήν, ποὺ προσφέρεται ὡς δῶρον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδιαιτέρως μὲ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει τὸν παλαιὸν κόσμον διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁριστικῶς εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν ἑνοῦται διὰ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ ὅλους τοὺς λελυτρωμένους πιστούς. Χωρὶς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία, διότι οἱ πιστοὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεὸν καὶ νὰ γίνουν ἓν νέον θεανθρώπινον σῶμα.
Αὐτὸ ποὺ γίνεται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν γίνεται καὶ εἰς τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου. Οἱ σύζυγοι ἑνοῦνται μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ μεταξύ των εἰς μίαν αἰωνίαν καὶ θεανθρωπίνην ἕνωσιν. Ἀπὸ μίαν ἕνωσιν τοῦ παλαιοῦ, ἀρρωστημένου κόσμου μεταμορφοῦται εἰς μίαν ὑγιᾶ ἐν Χριστῷ ἕνωσιν μέσα εἰς τὴν καινὴν κτίσιν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἁπλούστερον: Μὲ τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου δὲν ἐνοῦται μόνον ὁ γαμβρὸς καὶ ἡ νύμφη, ἀλλ᾿ ἐνοῦται μαζύ των καὶ ὁ Χριστὸς ἢ μᾶλλον ἀμφότεροι ἑνοῦνται ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ ἔτσι τὴν ἕνωσίν των ἁγίαν, τελείαν, ὑγιᾶ, θεανθρωπίνην. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος ἓν γεγονὸς μεταμορφώσεως εἰς τᾶς διαστάσεις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀρκεῖ ἐκ μέρους τῶν μελλονύμφων τυπικὴ παρακολούθησις τῆς ἱερολογίας τοῦ Γάμου χωρὶς καμμίαν συνειδητὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ τελούμενον Μυστήριον.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015


Αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία
α) Ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ, λειτουργεῖ ὡς θεραπευτήριο-Νοσοκομεῖο. Διαφορετικὰ δὲν εἶναι Ἐκκλησία ἀλλὰ θρησκεία. Οἱ κληρικοί, ἐκλεγόταν ἀρχικὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευμένους, γιὰ νὰ λειτουργοῦν ὡς θεραπευτές. Ἡ θεραπευτικὴ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας σῴζεται σήμερα κυρίως στὶς Μονές, ποὺ ἀντέχοντας ἀκόμη στὴν ἐκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἀποστολικῶν χρόνων.
β) Οἱ ἐπιστήμονες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς θεραπείας εἶναι ἤδη θεραπευμένοι. Ὅποιος δὲν ἔχει ἐμπειρία τῆς θεραπείας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεραπευτής. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ ποιμαντικῆς θεραπευτικῆς καὶ ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Οἱ ἐπιστήμονες τῆς ἰατρικῆς θεραπευτικῆς (Πατέρες καὶ Μητέρες) ἀναδεικνύουν ἄλλους θεραπευτές, ὅπως οἱ Καθηγητὲς τῆς Ἰατρικῆς ἀναδεικνύουν τοὺς διαδόχους τους.
γ) Ὁ περιορισμὸς της Ἐκκλησίας στὴν ἁπλὴ συγχώρηση ἁμαρτιῶν γιὰ τὴν εἴσοδο μετὰ θάνατον στον παράδεισο συνιστᾷ ἀλλοτρίωση καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ συγχωρεῖ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη τὸν ἀσθενῆ, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ μετὰ θάνατον! Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ στείλει κάποιον στὸν παράδεισο ἢ στὴν κόλαση. Παράδεισος καὶ κόλαση, ἄλλωστε, δὲν εἶναι τόποι, ἀλλὰ τρόποι ὑπάρξεως. Ἡ Ἐκκλησία, θεραπεύοντας τὸν ἄνθρωπο, τὸν προετοιμάζει νὰ βλέπει τὸν Χριστὸ αἰώνια μέσα στὸ ἄκτιστο Φῶς Του ὡς παράδεισος καὶ ὄχι ὡς κόλαση, δηλαδὴ «πῦρ καταναλίσκον». Καὶ αὐτό, φυσικά, ἀφορᾷ σὲ κάθε ἄνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οἱ ἄνθρωποι θὰ βλέπουν αἰώνια τὸν Χριστό, ὡς «Κριτή» τοῦ κόσμου.
δ) Ἡ ἐγκυρότητα τῆς ἐπιστήμης τεκμηριώνεται ἀπὸ τὴν ἐπίτευξη τῶν στόχων της (π.χ. στὴν ἰατρική, ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ ἀσθενοῦς). Ἔτσι, διαφοροποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ἐπιστημονικὴ ἰατρικὴ ἀπὸ τὸν κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο τῆς ποιμαντικῆς θεραπευτικῆς της Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἐπίτευξη τῆς πνευματικῆς θεραπείας, μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς πορείας πρὸς τὴν θέωση. Ἡ θεραπεία δὲν μετατίθεται στὴν μεταθανάτια ζωή, ἀλλὰ συντελεῖται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο (hinc et nunc). Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὰ ἄφθαρτα λείψανα τῶν Ἁγίων, ποὺ νικοῦν τὴν βιολογικὴ φθορά, ὅπως αὐτὰ τῶν Ἁγίων τῆς Ἑπτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου καὶ Θεοδώρας τῆς Αὐγούστας. Τὰ ἄφθαρτα ἱερὰ λείψανα εἶναι στὴ παράδοσή μας οἱ ἀδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις τῆς θεώσεως, τῆς ὁλοκληρώσεως δηλαδὴ τῆς ἀσκητικῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ παρακαλοῦσα δὲ τὸν ἰατρικὸ κόσμο τῆς Χώρας μας νὰ προσέξει ἰδιαίτερα τὴν περίπτωση τῶν ἀκεραίων ἱερῶν λειψάνων, διότι ὄχι μόνο δὲν ἔχουν δεχτεῖ ἐπιστημονικὴ ἐπέμβαση, ἀλλὰ φανερώνεται σ᾿ αὐτὰ ἡ ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς Χάρης, διότι τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἀρχίζει ἡ διάλυση τοῦ κυτταρικοῦ συστήματος, σταματᾷ αὐτόματα καὶ ἀντὶ δυσοσμίας ἐκπέμπεται εὐωδία. Περιορίζομαι στὰ ἰατρικὰ συμπτώματα, καὶ δὲν ἐπεκτείνομαι στὰ θαύματα ὡς ἀποδείξεις τῆς θεώσεως διότι ἀνήκουν σὲ ἄλλη σφαῖρα.
ε) Τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας (Γραφή, συνοδικὰ καὶ πατερικὰ κείμενα) δὲν κωδικοποιοῦν κάποια Χριστιανικὴ ἰδεολογία, ἀλλὰ ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτῆρα λειτουργώντας ὅπως τὰ πανεπιστημιακὰ συγγράμματα στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα, λ.χ. τὶς Εὐχές. Ἡ ἁπλὴ ἀνάγνωση μιᾶς Εὐχῆς (προσευχῆς), χωρὶς παράλληλη ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στὴ θεραπευτικὴ διαδικασία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ διέφερε ἀπὸ τὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἀσθενὴς καταφεύγει στὸν γιατρὸ μὲ ἰσχυροὺς πόνους, καὶ ἐκεῖνος ἀντὶ νὰ ἐπέμβει δραστικά, περιορίζεται στὸ νὰ τὸν ξαπλώσει στὸ χειρουργικὸ κρεβάτι καὶ νὰ τοῦ διαβάσει τὸ σχετικὸ μὲ τὴ νόσο του κεφάλαιο.
Αὐτὴ μὲ λίγα λόγια εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Δὲν ἔχει σημασία ἂν τὴν ἀποδέχεται κανεὶς ἢ ὄχι. Ἀναφερόμενος ὅμως σὲ ἐπιστήμονες προσπάθησα, ὡς ἐν ἐπιστήμῃ συνάδελφος, νὰ ἀπαντήσω ἐπιστημονικὰ στὸ ἐρώτημα «τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία». Κάθε ἄλλη ἐκδοχὴ γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ συνιστᾷ παραποίηση καὶ διαστροφή του, ἔστω καὶ ἂν θέλει νὰ προβάλλεται σὰν Ὀρθοδοξία.

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015


Βυζαντινή Ζωγραφική
Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες ὑπάρχει ζωντανὴ καὶ ἡ ἄλλη πλευρά: Ἡ Βυζαντινὴ παράδοση. Ἐκείνη ἀκριβῶς ποὺ ὀνειδίζεται, λοιδορεῖται ἀπὸ τοὺς «νέους» σὰν τὸν Σαβέττα ἢ τὸν Τζιόττο. Στὴν βυζαντινὴ ζωγραφικὴ δὲν θὰ συναντήσουμε τὰ νατουραλιστικὰ στοιχεῖα ποὺ παρατηρήσαμε στὴν Ἰταλικὴ Πρῶτο-Ἀναγέννηση καὶ ἀκόμη λιγότερο τὶς αἰσθησιακὲς προεκτάσεις της. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀφηγηματικότης εἶναι περιορισμένη στὸ ἐλάχιστον. Δὲν ὑπάρχουν ἐγκόσμιοι ἅγιο, οὔτε ἐγκόσμιες πράξεις ἢ σκηνές, οὔτε προσωπογραφίες, ἰδιωτικὲς κατοικίες, παλάτια μεγιστάνων, πόλεις, ἀρχιτεκτονικὰ τοπία, ἐρείπια καὶ φυτὰ μὲ τὰ ὁποῖα βρίθει ἡ Ἰταλικὴ Ἀναγέννησις. Ἂν φαίνεται κάπου ἕνα κτήριο εἶναι πάντοτε τὸ ἴδιο συμβατικὸ σχῆμα μὲ τὴν ἴδια πάντα ἀνεστραμμένη προοπτική, μὲ τὸ ἴδιο πάντα ἁπλωμένο παραπέτασμα. Ἂν ἀναπαραστῶνται βράχοι παίρνουν μορφὴ ὑπερκαθημένων, τραπεζοειδῶν καὶ πολυεδρικῶν στερεῶν ποὺ ἀγνοοῦν τὴν προοπτική του τόνου καὶ τοῦ χρώματος. Οὐσιαστικὰ ἡ «φύσις» δὲν ὑπάρχει.
Τὸ φόντο εἶναι οὐδέτερο, χρυσὸ ἢ μονόχρωμο. Ἂν πρόκειται γιὰ δάσος, ἕνα δένδρο ἀρκεῖ. Ἔτσι, ποτὲ δὲν θὰ μᾶς δώσει ὁ βυζαντινὸς τεχνίτης ἕνα ρομαντικὸ τοπίο ὅπως τοῦ Κλὼντ ἢ τοῦ Πουσσέν. Καὶ ὅμως στὸν Ἅγιο Μάρκο τῆς Βενετίας, στὸ ψηφιδωτὸ ἐκεῖνο ὅπου ὁ Χριστὸς προσεύχεται μόνος ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ἐλαιῶν, ὑπάρχουν βράχοι ἐξαίσιοι, «ἀληθινοί» καὶ ἀγκάθια τόσο ξερὰ καὶ μυρωδάτα ποὺ σὲ κάνουν νὰ ἀπορεῖς καὶ νὰ ἀναλογιστεῖς τί ἄρα γὲ θὰ ἔκαναν, τί θαύματα, ἂν οἱ βυζαντινοὶ τεχνίται ἐπέτρεπαν στὸν ἑαυτό τους τὴν ἀναπαράσταση τῆς φύσεως. Ἀλλ᾿ οὔτε οἱ ἴδιοι τὸ ἐπέτρεπαν στὸν ἑαυτό τους, οὔτε ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία. Ἄλλες εἶναι οἱ ἐπιδιώξεις τῆς βυζαντινῆς τέχνης. Ἄλλος ὁ προορισμός της.
Ἡ βυζαντινὴ τέχνη εἶναι μοναδικὴ καὶ ἄφθαστη στὸ ὅτι ἐπενόησε σχήματα ταυτόσημα μὲ σύμβολα ὑπερβατικὰ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, λειτουργικοὺς αἴνους ποὺ βασίζονται σὲ μίαν ὑπερκόσμια γεωμετρία, κατοπτρισμοὺς οὐρανίων ἐνοράσεων, νοητὰ ἀρχέτυπα – κάτι σὰν ἄλλου εἴδους Ἰνδικὰ ἢ Θιβετιανὰ «μάνταλα». Δὲν ὑπάρχει τέχνη πιὸ αὐστηρή. Κοιτάζοντας τὴν περίτεχνη ἀλληλουχία, διαβάθμιση καὶ ἀλληλοεξάρτηση τῶν σχημάτων, ἄγεται κανεὶς στὸ συμπέρασμα ὅτι πρόκειται περὶ τέχνης ποὺ ἐφήρμοσε τὴν ἄτεγκτη ἀναγκαιότητα τῆς μηχανικῆς ἐπιστήμης στὴν ἔκφραση τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος. Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ ὁ λυρισμὸς τοῦ Σασσέτα, οὔτε αἰσθηματολογία οὔτε κἂν αἴσθημα, ἀλλὰ μία κρύα, παγερὴ κατασκευὴ ποὺ δὲν ἐπιδέχεται οὔτε προσθήκη οὔτε τελειοποίηση. Ἂν τελειοποιηθεῖ, θὰ ἀλλάξει ἀναγκαστικὰ εἶδος καὶ θὰ προσλάβει ἄλλη μορφή. Τὰ πάντα ἔχουν τυποποιηθεῖ. Τὰ σχήματα, τὰ φῶτα, τὰ ἡμιτόνια, οἱ σκιές. Στὴν βάση ὑπάρχει ἡ γραμμική-γεωμετρικὴ σύνθεσις ποὺ συνεχῶς θυμίζει τὸν μαθηματικὸ γνώμονα. Κάθε σχῆμα ἐντάσσεται καὶ προέρχεται ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Εἶναι ἕνας Ἀριστοτελικὸς συλλογισμός, μία ἀλγεβρικὴ ἐξίσωσις ἀλάνθαστη.
Ὁ καλλιτέχνης δὲν ὑπάρχει. Ἔχει ἀφομοιωθεῖ μὲ τὴν ἀπόδοση μιᾶς ὀντότητας ποὺ τὸν ἀπορροφᾶ καὶ τὸν ἐξουθενώνει ὁλοκληρωτικά. Τὰ ὑπερφυσικὰ ὄντα ποὺ εἰκονίζει ἔχουν τὴν πληρότητα καὶ τὴν στιλπνότητα τοῦ ἀτσαλιοῦ. Ἡ σοφὴ τοποθέτησις τῶν τριγωνικῶν ἢ γωνιακῶν φώτων, οἱ λεπτότατες γραμμικὲς ψιμυθιές, οἱ γραμμικὲς σκιὲς καὶ ὅλος ὁ ρυθμὸς τῆς ἀφηρημένης αὐτῆς φωτοσκιάσεως μεταμορφώνει τὰ ὄντα τοῦτα σὲ κινητὲς πανοπλίες ποὺ ἀντανακλοῦν ἢ ἀπορροφοῦν τὸ φῶς μὲ τὶς ἀκμὲς καὶ τὶς ὑπέρ-λεῖες τους ἐπιφάνειες. Οἱ στάσεις τους εἶναι μετωπικὲς καὶ ἱεραρχικές, τὰ πρόσωπα μὲ ὑποτυπώδη ἔκφραση, αὐστηρὴ καὶ κάποτε, σχεδὸν βλοσυρή, οἱ πτυχώσεις σχεδιασμένες μὲ εὐθεῖες γραμμὲς καὶ λιγοστὲς καμπύλες προσεκτικὰ ζυγισμένες, ἔτσι ποὺ δίνουν τὴν ἐντύπωση σὰν νὰ εἶναι τραβηγμένες μὲ τὸν χάρακα. Τεντωμένες σὰν τὴν νευρὴ τοῦ δοξαριοῦ, σὰν ὑποτείνουσες τριγώνων, σὰν χορδὲς κύκλων, σὰν παραβολὲς καὶ ὑπερβολές, γραμμένες, χαραγμένες, καρφωμένες στὴν σανίδα ἢ τὸ σοβά, ἔτσι, ποὺ νὰ μὴ μποροῦν νὰ ξεφύγουν, νὰ χαλαρώσουν, νὰ ξετεντωθοῦν, νὰ λυγίσουν καὶ νὰ μαραθοῦν.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015


Ἀνθούλα
Ἀγάπησέ με, Ἀνθούλα μου, γλυκειὰ χρυσή μου ἐλπίδα 
Καθὼς κ´ ἐγὼ σ´ ἀγάπησα τὴν ὥρα ποὺ σὲ εἶδα
Εἶχες τὰ μάτια σου γυρτᾶ ῾ς τὰ πράσινα χορτάρια,
Κ´ ἡ λύπη σου τὰ στόλιζε μὲ δυὸ μαργαριτάρια.
Τὴ μάνα σου θυμούμενη ἐδάκρυζες, Ἀνθούλα,
Γιατὶ ῾ς τὸν κόσμο σ᾿ ἄφησε μονάχη κι ὀρφανούλα.
Ἄ, ναί, φυλάξου, ἀγάπη μου, τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν πλάνη,
Ὅπου μὲ λόγια δολερὰ τόσα κοράσια χάνει.
Ποῦ πᾶς μονάχη κι ἔρημη, ἀθώα περιστερούλα;
Βρόχια πολλά σου σταίνουνε· ἔλα μαζί μου, Ἀνθούλα.

Διονύσιος Σολωμός

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015


Δὲν τρώω κρέας
Στὰ μέσα Φεβρουαρίου ὁ τσάρος Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς ἔφτασε μπροστὰ στὸ Πσκὼβ καὶ σταμάτησε στὸ χωριὸ Λιουμπιατίνο, πέντε βέρστια ἀπὸ τὴν πόλη. Δὲν ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Λιθουανία ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Νόβγκοροντ, τὸ Μεγάλο, ποὺ πέρασε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου ἀπὸ τὰ στρατεύματά του. Ἡ ἴδια μοίρα περίμενε καὶ τὸ Πσκώβ, «τὸν δευτερότοκο ἀδελφὸ τοῦ Νόβγκοροντ», ποὺ ἦταν ἐπίσης ὕποπτος προδοσίας.
Ὁ πανικὸς κυρίευσε τοὺς κατοίκους. Μερικοὶ ἤθελαν νὰ τὸ βάλουν στὰ πόδια. Ἄλλοι μιλοῦσαν γιὰ ἀντίσταση. Ὅταν τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ -δεύτερη Κυριακὴ τῆς μεγάλης Σαρακοστῆς- ὁ τσάρος, ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς καμπάνας, μπῆκε στὴν πόλη, βρῆκε τὸν πληθυσμὸ μὲ γιορτινὰ ροῦχα καὶ κάθε μία οἰκογένεια γονατισμένη μπροστὰ στὴν κατοικία της νὰ τοῦ προσφέρει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι, ὅπως ἦταν ἡ συνήθεια.
Ξαφνικά, κουνώντας ἕνα μπαστούνι, ὅπως ἕνα παιδὶ ποὺ μιμεῖται τὸν καβαλάρη, ἐμφανίζεται ἕνας ἄνθρωπος, πηγαίνει ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τσάρο καὶ στὴν συνέχεια ἀρχίζει νὰ φωνάζει: «Ἰβάνουσκα! Ἰβάνουσκα! Εἶναι καλύτερο νὰ φᾶς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι παρὰ νὰ πίνεις ἀνθρώπινο αἷμα». Ὁ τσάρος ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν συλλάβουν. Ἀλλὰ αὐτὸς ἐξαφανίστηκε.
ἡγεμόνας παρέστη στὴ Δοξολογία μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα, ποὺ ὑψώνεται εὐέλικτη καὶ ἄσπρη πάνω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βελικάγια, προσκύνησε τὰ λείψανα τοῦ πρίγκιπα Βσέβολοντ Γαβριήλ, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ δεχτεῖ τὴν εὐλογία τοῦ Νικολάου τοῦ Σαλοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ἀκούσει νὰ μιλοῦν. Αὐτὸς ἔμενε σὲ μία γωνία κάτω ἀπὸ τὸ καμπαναριό. Ὁ τσάρος βρῆκε ἐκεῖ ἕνα γιορτινὸ τραπέζι, ποὺ εἶχε ἑτοιμαστεῖ γι’αὐτὸν: ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας πάνω σ’ ἕνα ἄσπρο τραπεζομάντιλο.
– «Φάε», εἶπε ὁ γιουροντίβυ (ὁ σαλὸς).
– «Εἶμαι χριστιανός», ἀπάντησε ὁ Τσάρος, «καὶ δὲν τρώω κρέας τὴν Σαρακοστή».
– Ἀλλὰ ὅμως πίνεις τὸ αἷμα τῶν χριστιανῶν, τοῦ ἀντεῖπε ὁ σαλός.
Καὶ ἀπείλησε τὸν Ἰβάν, ἐπιτάσσοντας νὰ σταματήσει τοὺς σκοτωμοὺς καὶ τὶς διαρπαγὲς τῶν ἐκκλησιῶν χρησιμοποιώντας γι᾽ αὐτὸν φρικτὰ λόγια, ὅπως ἀναφέρει τὸ Χρονικόν.

Εἰρήνη Γκοραΐνωφ

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015


Τὰ ἀναθέματα τῶν αἱρετικῶν
Ἐκκλησία ἐκφωνεῖ δημόσια τὰ ἀναθέματα, γιὰ νὰ προφυλάξει τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀπὸ τὴ λύμη καὶ τὶς παγίδες τῶν αἱρετικῶν. ἐκφώνησις ἄρα τῶν ἀναθεμάτων ἔχει παιδαγωγικὸ χαρακτῆρα καὶ δὲν πρέπει νὰ παραλείπεται κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Συνοδικοῦ της Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας χάριν δῆθεν φιλανθρωπίας.
Οἱ μακαρισμοὶ τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογητῶν καὶ τὰ ἀναθέματα τῶν αἱρετικῶν μᾶς καθιστοῦν ὅλους προσεκτικούς, ὥστε νὰ μὴν ἐκπέσουμε σὲ κάποια αἵρεση, παλαιὰ ἢ νέα, καὶ χάσουμε τὴ σωτηρία μας. Βοηθοῦν ἀκόμη τὸ ποίμνιο νὰ διατηρεῖ τὴ δογματική του εὐαισθησία. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ Ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶχε πάντοτε δογματικὲς καὶ θεολογικὲς βάσεις, ὅπως φαίνεται καὶ στὴ Λατρεία. Ἡ ἀδογμάτιστος, ἀθεολόγητος, ἠθικιστικὴ Ποιμαντικὴ εἶναι ὑπεύθυνη γιὰ τὴν ἀδιαφορία καὶ ἄγνοια τῆς πίστεώς μας ἀπὸ μέρος τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι παρήγορο ὅτι στὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περιλαμβάνονται γιὰ πρώτη φορὰ καὶ ἀναθέματα κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Πρόκειται γιὰ μία πολὺ σωστὴ ἐνέργεια, ποὺ ἐπαναφέρει τὴν Ἐκκλησία σὲ μιὰ πιστότερη βίωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας. Παρόμοια σωστὴ ἐνέργεια εἶναι καὶ ἡ ἔκδοση ἐμπεριστατωμένης Ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ μὴ μεταδόσεως τῶν θείων Μυστηρίων σὲ ἑτεροδόξους.
Σήμερα ἔχουμε ν᾿ ἀντιμετωπίσουμε μία ἄλλη Εἰκονομαχία, τὴν πίεση ποὺ ἀσκεῖ ἡ ἐκκοσμικευμένη κοινωνία στὴν Ἐκκλησία νὰ προσαρμοστεῖ στὰ ἰδικά της μέτρα καὶ ἰδεώδη, ὥστε καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκκοσμικευθεῖ. Ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐκκοσμίκευση εἶναι μεγάλος. Ἀντὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ βοηθεῖ τὸν κόσμο νὰ ἐκκλησιοποιηθεῖ, ὁ κόσμος προσπαθεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τὴ μεταβάλλει σὲ κόσμο. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία θὰ κρατεῖ τὰ τυπικά της, ἀλλὰ θὰ χάσει τὴν πίστη της. Θὰ πάθει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Παπισμός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔγραφε:
«Διὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπώλεσε τὴν πνευματικήν της ἐλευθερίαν, ἀπώλεσε τὸν στολισμὸν αὐτῆς, ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων, ἐστερήθη τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· ἀπὸ πνεύματος δὲ καὶ ψυχῆς κατέστη ἄναυδον σῶμα».
Ἡ οὐσία τῆς ἐκκοσμικεύσεως εἶναι ὁ ἀνθρωποκεντρισμός. Ἀντιθέτως, ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Θεανθρωποκεντρισμός. Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία χάσει ἢ ἐλαττώσει τὸ θεανθρωποκεντρικό της χαρακτῆρα, ἐκπίπτει σὲ ἕνα θρησκευτικὸ ἵδρυμα ἢ σὲ μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου.
Ὁ ἐκκοσμικευμένος ἄνθρωπος δέχεται τὴν Ἐκκλησία ὡς μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὄχι ὡς τὴ μόνη Ἀλήθεια ποὺ σῴζει τὸν ἄνθρωπο ἐν Χριστῷ. Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ ἐξισώσει καὶ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Ὁδηγεῖ πρὸς μία πανθρησκεία διὰ τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν θρησκειῶν. Σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ Ἀλήθεια ποὺ σῴζει, ἀλλὰ ἡ ἐνδοκόσμια εἰρήνη. Φυσικά, αὐτὴ ἡ ἐπιδίωξη συμφέρει τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ αἰῶνος τούτου, ποὺ θέλουν τοὺς λαοὺς ὑποταγμένους στὴν κυριαρχία τους καὶ διὰ τῆς συνεργασίας τῶν θρησκειῶν εἰρηνικοὺς (κατεσταλμένους).
Χάριν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, οἱ Ὀρθόδοξοι στὶς διαθρησκευτικὲς συναντήσεις δὲν ὁμολογοῦν τὸ Χριστό. Ἀνέχονται, ἔτσι, νὰ κατατάσσεται ἡ Ἐκκλησία στὶς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες μαζὶ μὲ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸ Μωαμεθανισμό. Ἀλλὰ εἶναι θεμελιώδης διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι εἶναι ἄθεος ὁ μὴ πιστεύων εἰς Θεὸν Τρισυπόστατον καὶ εἰς τὸν σαρκωθέντα Λόγον τοῦ Θεοῦ. «Ὁ μὴ τιμῶν τοῦ υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν». «Ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλὰ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν». Κατὰ δὲ τὸ Μέγα Βασίλειο: «οὐ πιστεύει δὲ εἰς Πατέρα ὁ μὴ πιστεύσας τῷ Υἱῷ».
Μὴ ὁμολογοῦντες τὸ Χριστὸ οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀδικοῦν τὸν ἑαυτό τους, διότι ἐκπίπτουν τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Ὁ Κύριος ρητῶς εἶπε ὅτι «ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Ἀλλὰ ἀδικοῦν καὶ τοὺς ἑτεροθρήσκους, στοὺς ὁποίους δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸν ἴδιο Θεὸ ἔχουμε καὶ ἄρα δὲν πειράζει ποὺ δὲν πιστεύουν στὸ Χριστό. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφερόμενος στοὺς Νεομάρτυρας γράφει ὅτι εὐσπλαχνίσθηκαν τοὺς ἀλλοπίστους γιὰ τὴν ἀπώλειά τους καὶ μὲ τὴν ὁμολογία τους ἔδωσαν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρία νὰ πιστεύσουν στὸ Χριστό: «…πολλοὶ ἐκ τῶν Μαρτύρων τούτων ἐλεήσαντες τὴν ἀπώλειαν τῶν ἀλλοπίστων, ἐπῆγαν ἐπὶ τούτου εἰς τὸ Μαρτύριον καὶ ἐκήρυξαν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν, διδάσκοντές τους νὰ ἀφήσουν τὸ σκότος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται, καὶ νὰ προστρέξουν εἰς τὸ φῶς τῆς τοῦ Χριστοῦ θεοσεβείας καὶ πίστεως, ἵνα μὴ κατακριθῶσιν ἐν τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ τῆς Κολάσεως. Ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ἄθλιοι τυφλωθέντες ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ ἀπὸ τὰ πάθη, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἀνοίξουν τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ ἰδοῦν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως· καθὼς λέγει ὁ Παῦλος «ὁ Θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων, εἰς τὸ μὴ αὐγᾶσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ»· ὅθεν καὶ ἔχουν νὰ μείνουν ἀναπολόγητοι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως· καθότι καὶ τὸ κήρυγμα ἀκούσαντες τῶν νέων τούτων Μαρτύρων, καὶ τὰ τόσα καὶ τόσα φοβερὰ μαρτύρια τούτων ἰδόντες, καὶ δι᾿ αὐτῶν γινόμενα τοῦ Θεοῦ θαυμάσια, δὲν ἐπίστευσαν, ἀλλὰ πάλι ἔμειναν μὲ τὸ σκότος· «ἀπετύφλωσε γὰρ αὐτοὺς ἡ κακία αὐτῶν, καὶ οὐκ ἔγνωσαν μυστήρια Θεοῦ»».
Ἔτσι, ἄλλωστε, ἀντελήφθησαν τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου οἱ ἅγιοι Μάρτυρες, παλαιοὶ καὶ νέοι καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες Μέγας Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ Γενάδιος Σχολάριος, ποὺ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους ἔκαναν Διάλογο μὲ τοὺς Μουσουλμάνους καὶ ὁμολόγησαν τὸ Χριστὸ ὡς Θεό.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015


Τὸν σταυρό του
Ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».
Γιατί εἶπε, «τὸν σταυρό του»; Ἐπειδὴ εἶναι σταυρὸς προσωπικός. Κάθε ἄνθρωπος, δηλαδή, ἔχει νὰ σηκώσει τὸν δικό του σταυρό, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ὀνομάζεται συνάμα καὶ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρὸς του» εἶναι οἱ θλίψεις καὶ οἱ ὀδύνες τῆς ἐπίγειας ζωῆς, θλίψεις καὶ ὀδύνες προσωπικές.
Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρὸς του» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ οἱ ἄλλες ἀσκήσεις τῆς εὐσέβειας, μὲ τὶς ὁποῖες ταπεινώνεται ἡ σάρκα καὶ ὑποτάσσεται τὸ πνεῦμα. Εἶναι κι αὐτὲς προσωπικές, καθὼς πρέπει νὰ ἀναλογοῦν στὶς δυνάμεις τοῦ καθενός.
Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρὸς του» εἶναι οἱ ἁμαρτωλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη, προσωπικὰ ἐπίσης. Μὲ ὁρισμένα ἀπ’ αὐτὰ γεννιέται, ἐνῶ ἄλλα τὰ ἀποκτᾶ στὴν πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς του.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.
Μάταιος καὶ ἀτελέσφορος ὁ σταυρός, ὅσο βαρὺς κι ἂν εἶναι, ποὺ σηκώνουμε, ἀκολουθώντας τὸν Χριστό, ἂν δὲν μεταβληθεῖ σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ «ὁ σταυρὸς του» γίνεται Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι Ἐκεῖνος πάντοτε ἀγρυπνεῖ γι’ αὐτόν, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ παραχωρεῖ ὅλες τὶς θλίψεις, ὡς ἀπαραίτητο καὶ ἀναπόφευκτο ὅρο τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας, καὶ ὅτι μ’ αὐτὲς μιμεῖται καὶ οἰκειώνεται τὸν Χριστό, γίνεται μέτοχος τῶν παθημάτων Του στὴ γῆ, γιὰ νὰ γίνει μέτοχος καὶ τῆς δόξας Του στὸν οὐρανὸ.

Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015


Τό φάρμακο
Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τό φάρμακο. Τό φάρμακο γιά τήν ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου μπροστά στόν Κύριο, ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου μπροστά στούς ἀδελφούς, καί νά! ἡ θεία δύναμις τῆς ταπεινοφροσύνης θά ἁπλώσῃ πάνω στήν ψυχή σου τό θεῖο φῶς καί θά ἀποδιώξῃ καί θά φυγαδεύσῃ ὅλο τό σκοτάδι τῆς ὑπερηφανείας, τῆς σκληρότητος καί τῆς οἰήσεως τῆς ψυχῆς σου.
Ὁ φιλάργυρος ἄνθρωπος δέν βλέπει τίποτε ἄλλο ἀπό ἕνα σορό χρημάτων. Φιλάργυρος δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τά χρήματα καί τά κτήματα. Φιλάργυρος εἶναι, γιά παράδειγμα, καί ὁ ἐπιστήμονας πού μένει πάνω σέ ἕνα βιβλίο ὅλη του τήν ζωή, βρῆκε ἀπασχόλησι καί ξέχασε τόν Θεό. Αὐτό εἶναι φιλαργυρία, αὐτό εἶναι ἕνα ψεύτικο εἴδωλο, αὐτό εἶναι ἕνας ψεύτικος θεός. Ὅλα ὅσα ὁ ἄνθρωπος βάζει σ’ αὐτόν τόν κόσμο ὡς σκοπό τῆς ζωῆς του, ὡς θεό ἀντί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι φιλαργυρία. Νά τοποθετῇ κανείς ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἀντί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι φιλαργυρία. Τό βλέπουμε αὐτό. 
Νά! εἶσαι φιλάργυρος. Δέν γνωρίζεις λοιπόν τόν δρόμο τῆς ζωῆς. Σκοτάδι, νύχτα, πλάκωσε τήν συνείδησί σου, ἔπεσε στά μάτια τῆς ψυχῆς σου. Καί ἐσύ δέν βλέπεις τόν σωστό δρόμο. Δέν βλέπεις τό νόημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς σου. Δέν βλέπεις ὅτι τό μόνο φάρμακο πού θά θεραπεύσῃ τόν θάνατό σου, τήν κόλασί σου, εἶναι ἡ μετάνοια. Μάλιστα! Στήν περίπτωσι τῆς φιλαργυρίας ἡ μετάνοια εἶναι τό μοναδικό φάρμακο μπροστά στόν Κύριο. 

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015


Γιά τήν ἐξομολόγηση
Ἦταν στήν ἐξομολόγηση πολύ ἐπιεικής χωρίς ὅμως καί νά παραβαίνει τούς Κανόνες. Ἔλεγε: «Ἄν σέ μία κοπέλα πού ἔκανε, ἄς ποῦμε, ἔκτρωση καί μόλις ἐξομολογηθεῖ τήν ἁμαρτία της ἐγώ ὡς πνευματικός τῆς πῶ ὅτι εἶναι φόνισσα, ὅτι δολοφόνησε τό παιδί της καί ὅτι ἑφτά χρόνια δέ θά κοινωνήσει καί κατόπιν τή βγάλω ἀπό τό ἐξομολογητήριο, τί συνέπειες θά ἔχουν ὅλα αὐτά γιά τήν ψυχή της; Ἐνῶ ἄν τῆς μιλήσω μέ ἀγάπη καί στοργή, λέγοντάς της «Παιδί μου, δέν εἶναι σωστό αὐτό πού ἔκανες, εἶναι ἁμαρτία» καί δέν τῆς βάλω ἀμέσως κανόνα, ἀλλά τή συμβουλέψω καί τήν ξαναδῶ σέ δεκαπέντε ἡμέρες ἡ ἕνα μήνα, σιγά σιγά θά τακτοποιηθεῖ ἡ ψυχή της. Ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό τήν Ἐκκλησία πληγωμένος ἀλλά θεραπευμένος. Ἐγώ, πάτερ μου, δέ μισῶ τόν ἄνθρωπο ἀλλά τήν ἁμαρτία».
Ἦταν ἐπιεικής στούς κανόνες πού ἔβαζε. Τό πόσο συνέπασχε μέ τούς ἐξομολογούμενους ἀδελφούς φαίνεται ἀπό τούς παρακάτω λόγους του.
«Ἐγώ, πάτερ μου, συμπάσχω μέ τόν ἄνθρωπο πού ἐξομολογεῖται. Πονάω μαζί του. Πονάω καί κλαίω γιά τόν ἐξομολογούμενο. Παρακάλεσα τόν Ἅγιο Δαβίδ μετά τήν ἐξομολόγηση νά ξεχνάω ὅσα δέ χρειάζονται καί νά θυμᾶμαι αὐτά πού πρέπει γιά νά προσεύχομαι. Γιατί κάνω προσευχή γιά τούς ἐξομολογούμενους. Καί ἀνησυχῶ καί τούς περιμένω νά ξανάρθουν».
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν ἐξομολογῶ, πάτερ μου, τούς Χριστιανούς καί δέ βλέπω μετάνοια σέ ὁρισμένους ἀπό αὐτούς, δέ διαβάζω συγχωρητική εὐχή, γιατί δέν ἔχω τό δικαίωμα ἐφ’ ὅσον λείπει ἡ μετάνοια».
Ὁ Γέροντας, λοιπόν, ἐνδιαφερόταν γιά τό «ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου». Ὅταν καμιά φορά, χωρίς ἐσωτερική διάθεση ὑπακοῆς, τοῦ λέγαμε ἕνα τυπικό «Νά 'ναι εὐλογημένο», ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πάτερ μου, θά κάνεις ὑπακοή ἤ ἔτσι ἁπλῶς λές «νά 'ναι εὐλογημένο», χωρίς νά τό πιστεύεις;».
Γιά τό θέμα τῆς προσευχῆς ὅταν καμιά φορά τοῦ ζητούσαμε νά μᾶς μιλήσει γιά τήν «Εὐχή» μᾶς ἔλεγε: «Πάτερ μου, ἐγώ δέν ξέρω. Ἐγώ σαράντα χρόνια δέν ἔκανα ποτέ «Εὐχή». Ὅμως ἐμεῖς πάντοτε καί στό ναό καί στό κελλί του καί ὅπου τόν βλέπαμε ἀκούγαμε τήν «Εὐχή» ἀδιάλειπτη στό στόμα του. Καθαρή καί κατανυκτική. «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Δέν συμβούλευε μέ τά λόγια ἀλλά μέ τήν πράξη.
Ὅταν μπαίναμε στό κελλί του, σχεδόν πάντα τόν βλέπαμε μέ τό πετραχήλι προσευχόμενο ἤ μέ τό κομποσχοίνι ἤ κάνοντας Παράκληση. Μᾶς ἀπαντοῦσε σέ ὅ,τι τόν ρωτούσαμε μέ δυό λόγια καί ἄν ἐπιμέναμε νά παραμένουμε στό κελλί του περισσότερο, ἔλεγε: «Νά, κάθομαι, παιδί μου, ἐδῶ καί ξεκουράζομαι». Ποτέ δέ μᾶς ἔλεγε ὅτι προσεύχεται. Μόλις βγαίναμε συνέχιζε τήν προσευχή του. Ὅλα τά ἔκανε ἐν κρυπτῷ. Πάντα ἔλεγε: «τίποτα δέν κάνω».

Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015


Διαθήκης ἀποσπάσματα
«Ά) Ἀποθνήσκων τέκνον γνήσιον τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐντέλλομαι τούς ἀγαπητούς μου υἱούς, ἐμὰ τέκνα, ἵνα διατελῶσι πιστά καί ἀφωσιωμένα εἰς τήν πάτριον αὐτῶν θρησκείαν, παραγγέλλω ἑπομένως αὐτῶν ἵνα ἀκριβῶς ἐκπληρώσωσι τά χριστιανικά καθήκοντά των καί διαφυλάττουν ἄμεμπτα τά χριστιανικά ἔθιμα τῆς Πατρίδος. Συνιστῶ δέ ἐνθέρμως πρό παντός ἄλλου τήν ἐλεημοσύνην… παραγγέλλω εἰς τά τέκνα μου νά βοηθῶσι τούς πτωχούς, παραδειγματιζόμενα ἀπό τούς γονεῖς αὐτῶν.
Β) Ἐντέλλομαι… ν’ ἀφοσιωθῶσιν εἰς τήν δικαίωσιν τῆς Πατρίδος, ἀπωθοῦντες τάς ἐγωϊστικάς ἰδέας τοῦ συμφέροντος καί τοῦ ἀτομισμοῦ…
…Ἄς ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν τό συμφέρον τῆς Πατρίδος, ὄντες ἤπιοι πρός τούς ἀντιθέτους καί ἀμνησίκακοι, διότι ἡ μνησικακία ἁρμόζει μόνον εἰς τά θηρία…
Δ) Παραγγέλλω τούς υἱούς μου νά ὁδηγήσουν τόν εἰσέτι ἄγαμον ἀδελφόν των, Στέφανον, νά συζευχθῆ μετά Ἑλληνίδος Ὀρθοδόξου…
ΣΤ) Παρακαλῶ τήν σύζυγόν μου, καί μετά τόν θάνατον αὐτῆς, τά τέκνα μου, νά τελοῦν τά ἐτήσια μνημόσυνα κατά τά ἔθιμα τῆς Πατρίδος…
Ζ) Συνιστῶ εἰς τά τέκνα μου νά ἀποφεύγουσι τήν σπατάλην καί τήν φιλαργυρίαν, διότι ἀμφότερα τά ἐλαττώματα αὐτά εἶναι μισητά».

Ἀντώνιος Ξανθουδίδης (1819-1896), Κρητικός ὁπλαρχηγός

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015


Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἁγίου Δεσπότη
«Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς;
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»
(Ἰεζεκιήλ)
Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὣς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δύο ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.
Διατί αὐτό; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.
Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο» τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν:
― Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;
Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβε τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισαν περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει:
― Σταμάτη! τρέχα, γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!
Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὣς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιάρισεν*, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξῃ ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν. Ἐπήδησεν ἔξω, κ᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.
Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἥρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κ᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλο τοῦ καμπαναριοῦ.
Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόπλοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.
Μετὰ δύο ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον, ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας ―καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του― ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν».
Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρῃ, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.
Τὴν Κυριακήν, ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» ― ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαὸν» καὶ ὄχι, ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν ― ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.
Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε διὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.
Τέλος κατώρθωσε νὰ δώσῃ λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος, εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχεν ἐξοδεύσει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχεν ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα ― ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νιᾶτά του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὡμοίαζε μὲ τὸν Ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χιλίους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφιξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille aliis archipoëta bibit (μὰ καὶ ὁ ἀρχιποιητὴς πίνει γιὰ χίλιους).
Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον, εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.
Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντορικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του ―τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴ κρατοῦν ποτὲ ράβδον― ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κ᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015


Ἐὰν δὲν μπορεῖς
Καὶ ἐὰν δὲν μπορεῖς νὰ νηστεύσεις δυὸ ἡμέρας νήστευσον τουλάχιστον ἕως τὸ ἑσπέρας, καὶ ἐὰν δὲν ἠμπορεῖς πάλιν ἕως τὸ ἑσπέρας φυλάττου τουλάχιστον ἐκ τοῦ χορτασμοῦ τῆς κοιλίας, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχεις ἅγιος κατὰ τὴν καρδίαν, γίνε καθαρὸς κατὰ τὸ σῶμα.
Καὶ ἐὰν δὲν πενθεῖ καρδία σου ἂς πενθεῖ τὸ πρόσωπόν σου, καὶ ἐὰν δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἐλεήσεις ὁμίλει τουλάχιστον ὡς ἁμαρτωλός. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχεις εἰρηνοποιὸς μὴ γίνου τουλάχιστον φιλοτάραχος.
Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχεις ἱκανὸς καὶ ἔμπειρος γίνου ἄοκνος κατὰ τὸ φρόνημα.
Καὶ ἐὰν δὲν δύνασαι νὰ φράξεις τὸ στόμα τοῦ καταλαλοῦντος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, φύλαξον τουλάχιστον τὸ σὸν καὶ μὴ συμφωνήσεις μετ᾿ αὐτοῦ.

Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015


Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ
Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;
Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:
Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.
Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.
Ἐμεῖς εἴμαστε ὡσάν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἀθάνατες, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.
Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς