Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025
Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025
Τρίτη 8 Ιουλίου 2025
Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025
Κυριακή 6 Ιουλίου 2025
Ἡ ψαρόβαρκα
Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα, ἔρχεται ὁλοΐσια
πέρα ἀπ᾿ τὸν Ἀσπρόπυργο κι ἀπ᾿ τὰ Πετρονήσια
σὰ νεράιδα ἀφρόπλαστη, νύφη φτερωτή,
τὴ χαϊδεύει ὁ μπάτης·
μύρια πλούτη ἀτίμητα στὴν ποδιὰ κρατεῖ,
ζηλευτὰ προικιά της.
Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα χρυσοστολισμένη,
ἔρχεται ἀσημόζωστη καὶ ροδοντυμένη,
τοῦ πελάου ἀρχόντισσα βεργολυγερή, μὲ πολλὰ καμάρια·
πλούτη καὶ στολίδια της ἔχει καὶ φορεῖ
τοῦ γιαλοῦ τὰ ψάρια!
Γεώργιος Δροσίνης
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025
Πῶς νιώθει κανείς τὴν
παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα του
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο κατῆλθε μὲ τρόπο ὁρατὸ καὶ ἀναπαύτηκε πάνω σὲ καθένα ἀπὸ
τοὺς ἀποστόλους μὲ τὴν μορφὴ πύρινων γλωσσῶν. Γιὰ ποιὸ λόγο ἦταν ἀπαραίτητο αὐτό;
Ἀκριβῶς γιὰ νὰ μάθει ὁ κόσμος, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο κατέρχεται στοὺς ἀνθρώπους.
Στὶς μεγάλες καὶ τρομερὲς ἐκδηλώσεις τῆς φύσης, βλέπουμε τὴν ἰσχυρὴ
δύναμη τῶν στοιχείων τῆς φύσης. Στὸν τυφῶνα, ὁ ὁποῖος ἀφανίζει ὅλα ὅσα
βρίσκονται στὸ δρόμο του, βλέπουμε τὶς φοβερές, βλέπουμε τὶς μεγάλες δυνάμεις τῆς
φύσης. Στὸν φοβερὸ σεισμό, ὅταν θὰ ἀνοίξει διάπλατα ἡ γῆ καὶ θὰ γκρεμιστοῦν, σὰν
χάρτινα σπιτάκια, οἱ μεγάλες πέτρινες οἰκοδομές, θὰ δοκιμάσουμε τὴ μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ
δύναμη τῆς φύσεως.
Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ ἐξαίρετο περιστατικὸ τῆς καθόδου τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου
στοὺς ἀποστόλους, εἶδε καὶ αἰσθάνθηκε ὁ κόσμος, πόσο κραταιὰ εἶναι ἡ χάρις τοῦ
Παναγίου Πνεύματος. Ὅμως γνωρίζετε ὅτι στὴν ἐλαφρά, στὴ λεπτή, στὴν εὐχάριστη
πνοὴ τῆς καλοκαιρινῆς αὔρας ἐνεργεῖ ἡ ἴδια δύναμη κίνησης τοῦ ἀέρα, ἡ ὁποία, σὲ
ἀσύγκριτα μεγαλύτερο βαθμὸ καὶ δύναμη, ἐνεργεῖ καὶ στὸν τυφῶνα. Γνωρίζετε ὅτι ὅλες
ἐκεῖνες οἱ δυνάμεις, οἱ ὁποῖες θέτουν σὲ κίνηση ὅλο τὸν ἀστρικὸ κόσμο, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση
τῶν ὁποίων τρέχουν μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα ὅλα τὰ οὐράνια ἄστρα, αὐτὲς οἱ ἴδιες
δυνάμεις δροῦν καὶ στὴν κίνηση ἑνὸς μικροσκοπικοῦ ἐντόμου καὶ ἑνὸς μυρμηγκιοῦ,
δροῦν καὶ τότε, ὅταν ἕνα λεπτὸ χνουδάκι χωρὶς ἄνεμο πετάει στὸν ἀέρα.
Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο: ὅλες αὐτὲς οἱ ἴδιες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται
ἄλλοτε μὲ μεγάλη, μὲ ἀπέραντη δύναμη, ἄλλοτε μὲ ἀσθενῆ, ἐλαφρό, λεπτὸ βαθμὸ
δράσης. Κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ Ὁποῖο μὲ μεγάλη δύναμη καὶ
ἐνέργεια κατῆλθε στοὺς ἁγίους ἀποστόλους τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μέχρι
σήμερα κατέρχεται στὶς καρδιὲς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγαπήσουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ
Χριστό, οἱ ὁποῖοι μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ θὰ πιστέψουν στὴν Ἁγία Τριάδα, οἱ ὁποῖοι
θὰ ἐξυψωθοῦν μὲ τὸ πνεῦμα, ἔχοντας ἀποστραφεῖ τὸ κακὸ καὶ τὴν βία.
Μὲ ἐλαφρά, μὲ διακριτική, μὲ ἀνεπαίσθητη πνοή, ὄχι μὲ τὴν μορφὴ πύρινων
γλωσσῶν, ὄχι μὲ τὴν βοὴ τοῦ ἐρχόμενου ἀνέμου ἀλλὰ ἀθόρυβα καὶ ἀνεπαίσθητα εἰσέρχεται
τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν καθαρὴ καρδιά, στὴν καρδιὰ ποὺ τὸ ἀξίζει. Κάθε καθαρό,
φωτεινὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα αἰσθάνεται αὐτὴ τὴν ἀνεπαίσθητη καὶ ἐλαφρὰ πνοὴ τοῦ
Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, τὴν αἰσθάνεται σὰν σιωπηλὴ χαρά, σὰν θαυμάσια εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση.
Αὐτὴ ἡ ἀνάπαυση ποὺ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν χαρά, δὲν συγκρίνεται μὲ τίποτα.
Ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἀπομακρυσμένοι, ἀπείρως ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιο, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν Τὸ γνωρίζουν, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό, ἐκεῖνοι
ποὺ διάλεξαν τὸν δρόμο τοῦ κακοῦ καὶ ὄχι τὸν δρόμο τοῦ καλοῦ, ποὺ ἀρνήθηκαν τὴ
χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ποὺ προτίμησαν τὸν δρόμο τῶν ἐγκλημάτων, τῆς βίας,
τῆς ληστείας, τοῦ φόνου, τὸν δρόμο τοῦ ψεύδους, τῆς συκοφαντίας, τῶν ἐπιορκιῶν
καὶ τῆς καταγγελίας ἐναντίον τῶν πλησίον τους, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἀγάπη, ἐκεῖνοι
ποὺ ἡ καρδιὰ τοὺς εἶναι γεμάτη μίσος, ἐκεῖνοι, ἀσφαλῶς, ποτὲ δὲν θὰ νιώσουν αὐτὴ
τὴ χαρά, δὲν θὰ νιώσουν αὐτὴ τὴν εἰρήνη, αὐτὴ τὴν βαθειὰ εὐτυχία τῆς αἰσθήσεως
τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου στὴν καρδιά τους.
Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νιώθουν διαφορετικά, ἐντελῶς ἀντίθετα, διότι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος
διαπράττει τὸ κακό, βρίσκεται κατὰ συνέπεια σὲ κοινωνία μὲ τὸν πατέρα κάθε κακοῦ,
κάθε ψεύδους, κάθε ἀκαθαρσίας. Βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὸν διάβολο, μὲ τοὺς ἀγγέλους
του, τοὺς δαίμονες. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ὑπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπιρροὴ αὐτῶν
τῶν βρομερῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, τότε νιώθει στὴν καρδιὰ του κάτι ἀντίθετο ἀπὸ ἐκεῖνο
ποὺ νιώθουν οἱ καθαροὶ ἄνθρωποι, οἱ καλοί, οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι.
Αἰσθάνεται στὴν καρδιὰ του ἕνα δυνατὸ κάψιμο, αἰσθάνεται βαθειὰ ἀνησυχία,
ἡ ὁποία ποτὲ δὲν καταπραΰνεται καὶ τὸν βασανίζει. Στὴν καρδιά του δὲν ὑπάρχει εἰρήνη:
δαιμονικὴ φωτιὰ καίει τὴν ἀκάθαρτη ψυχή, τὴν καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ ἀκάθαρτου καὶ
δυστυχισμένου ἀνθρώπου.
Ὅμως ἐμεῖς, οἱ χριστιανοί, ἄραγε δὲν θὰ ἀναζητοῦμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ
τὴν κοινωνία μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο; Ἐμεῖς, οἱ χριστιανοί, εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐπιτρέψουμε
νὰ καιγόμαστε ἀπὸ αὐτὴ τὴν κακιά, δαιμονικὴ φωτιά; Εἴθε νὰ μὴν συμβεῖ αὐτό!
Εἴθε νὰ βασιλεύει στὴν καρδιά σας, ἡ ὁποία ἀγάπησε τὸν Κύριο, ἡ αἰώνια εἰρήνη,
ἡ αἰώνια ἀνάπαυση, ἡ αἰώνια χαρὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου!
Ἀμήν.
Ἅγιος Λουκᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας ὁ Ἱατρὸς
Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025
Ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα
τοῦ Θεοῦ
Πῶς θὰ καταλάβουμε, ἂν ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ ὄχι;
Νὰ, ὁρίστε πῶς. Ἂν στενοχωριέσαι γιὰ ὁτιδήποτε, αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν ἄφησες
τὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, παρόλο ποὺ ἐξωτερικὰ φαίνεται ὅτι τὸ
ἔκανες. Ὅποιος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς δὲν στεναχωριέται γιὰ
τίποτε! Ὅταν ὁ τέτοιου εἴδους ἄνθρωπος ἔχει κάποια ἀνάγκη, παρακαλάει τὸν Θεό. Ἄν
δὲν πάρει αὐτὸ ποὺ ζητάει, μένει ἥσυχος, πράος σὰν νὰ τὸ πῆρε. Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀφέθηκε
στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τίποτε δὲν φοβᾶται. Δὲν φοβᾶται οὔτε τὶς ἀπειλές οὔτε τοὺς
ληστὲς καὶ γιὰ ὅλα ὅσα τοῦ συμβαίνουν λέει:
Ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἀρρώστια, ὁ ἥσυχος ἄνθρωπος
σκέφτεται πὼς καὶ αὐτὴ ἡ ἀρρώστια θὰ μὲ βοηθήσει σὲ κάτι, μοῦ εἶναι χρήσιμη γιὰ
κάτι, ἀλλιῶς δὲν θὰ μοῦ τὴν ἔστελνε ὁ Θεός. Ἔτσι φυλάγουμε τὴν ἠρεμία, τὴν
γαλήνη καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα μας.
Ὁ Κύριος κάλεσε τὸν καθένα ἀπό μᾶς στὴν ὕπαρξη μὲ ἕναν συγκεκριμένο στόχο
καὶ σχέδιο. Καὶ τὸ παραμικρὸ χορταράκι αὐτοῦ τοῦ πλανήτη ἔχει ἕνα εἶδος ἀποστολῆς
ἐδῶ στὴ γῆ. Καὶ πόσο ἀληθεύει αὐτὸ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα ὄντα! Ὡστόσο, ἐμεῖς διαταράσσουμε
ἐνίοτε καὶ ἐμποδίζουμε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τὴν ἐλευθερία, εἴτε νὰ ἀποδεχτοῦμε
τὸ θέλημά του εἴτε νὰ τὸ ἀπορρίψουμε. Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἀγάπη, δὲν θέλει νὰ ἄρει
αὐτὴ τὴν ἐλευθερία ἀπό μᾶς. Μᾶς δόθηκε ἀπόλυτη ἐλευθερία, ἀλλὰ ἐμεῖς, πάνω στὴν
τρέλα μας, ποθοῦμε συχνὰ ἄχρηστα πράγματα.
Δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴ σωτηρία μὲ κανέναν τρόπο πέρα ἀπὸ τὴ
μεταμόρφωση τοῦ νοῦ μας, τὴ μεταμόρφωσή του σὲ κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν.
Ὁ νοῦς μας θεώνεται ἀπὸ μία ἰδιάζουσα ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ἀπαθὴς
καὶ ἅγιος. Ἕνας θεωμένος νοῦς ζεῖ ἀκατάπαυστα μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζοντας
ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας κι ἐμεῖς ἐν Αὐτῷ, ὁ θεωμένος νοῦς εἶναι ὁλότελα οἰκεῖος
μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ κι ἐμεῖς εἴμαστε σὰν ψάρια μέσα στὸ νερὸ, ὅταν
εἴμαστε ἐν Θεῷ. Τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ λογισμοί μας Τὸν ἐγκαταλείπουν, ἀφανιζόμαστε
πνευματικά.
Γέρων Θαδδαῖος τῆς
Βιτόβνιτσα
Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025
Τρίτη 1 Ιουλίου 2025
περιπατεῖς καὶ ἔρχεσαι εἰς τὴν ἁγίαν Λαύραν.
Καὶ ἀναπαύεσαι ἐκεῖ ὅσον καιρὸν θελήσεις,
ὅσον νὰ εὕρῃς συντροφιὰν καὶ πλοῖον νὰ κινήσεις».
Κυριακή 29 Ιουνίου 2025
Σάββατο 28 Ιουνίου 2025
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2025
μ᾿ ἄνοιξαν πληγή·
κι᾿ ἀγρυπνῶ ἀπ᾿ τὸν πόνο κι ἀγρυπνῶ ἀπ᾿ τὴν ἔννοια
κι᾿ ἀπ᾿ τὴ συλλογή.
ὅμοια μὲ καπνό·
ἡ αὐγὴ προβάλλει, τὸ φεγγάρι σβήνει,
κι᾿ ὅμως ἀγρυπνῶ.
τ᾿ ἄστρα ζηλευτά,
ἀγρυπνῶ τὴν ὥρα ποὺ γλυκοκοιμοῦνται
τὰ ματάκια αὐτά.
κόρη εὐγενική·
σῦρε στὸν καθρέπτη καὶ ζωγραφισμένα
θὰ τὰ δῇς ἐκεῖ.
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025
Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025
Ἐκοίταξεν ἀπ᾿ τὸ παράθυρό του,
εἶδε τὴν ἀγελάδα, τὸ μοσκάρι,
τὸ βόδι ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του.
ἀνέβηκεν ἐπάνω στὴ συκιά μας,
ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας,
εἶδε τὸ γάϊδαρό μας καὶ γελοῦσε.
ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ᾿ τὸ κοπάδι,
χωρὶς κουβᾶ κατέβη στὸ πηγάδι
κι ἤπιε πολὺ νερὸ νὰ ξεδιψάσει.
στὸν οὐρανὸ τὸ καθαρὸ ἀνεβαίνει.
Μιὰ χήνα τὸ κοιτάζει σαστισμένη
κι ὁ σκύλος μας ἀκόμα τὸ γαβγίζει.
Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025
κι ὡριόπλουμο λευκὸ χρυσοκεντάει μαντίλι,
μαντίλι τοῦ γαμπροῦ, τοῦ γάμου της κανίσκι.
Τὴν θάλασσα κεντάει, μὲ τὰ νησιά της ὅλα,
κεντάει τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ λαμπρά του ἀστέρια,
τὴ γῆ μὲ τὰ πολλὰ καὶ μὲ τὰ ὡραῖα λουλούδια,
κεντάει κ᾿ ἕνα βουνό, ψηλὸ ψηλὸ καὶ μέγα:
τὸ χάραμα γλυκὰ προβάλει στὴν κορφή του
καὶ βάφεται ἡ κορφὴ καὶ τ᾿ οὐρανοῦ ἡ λουρίδα
ροδόλευκη, νερὰ καθάρια κι ἀσημένια
τὰ διάπλατα πλευρὰ ξετρέχουν κι αὐλακώνουν,
χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ἰσκιωμένα ὀρμάνια
κεντάει στὶς λαγκαδιὲς μὲ πράσινο μετάξι
στοὺς ὄχτους, στὰ ριζά, κοπάδια ἀσπρολογᾶνε
καὶ φαίνονται οἱ βοσκοί, καὶ στ᾿ ὄμορφο κεντίδι
φλογέρες λὲς κι ἀκοῦς, λὲς καὶ γρικᾷς τραγούδια,
βελάσματα βραχνὰ καὶ ἠχοῦς ἀπὸ τρουκάνια.
μὲ καλαμιὲς χρυσές, ἕνας ψαρᾶς στὴν ἄκρη
πεζόβολον κρατεῖ καὶ δόλωμα ἑτοιμάζει,
κάμπον πλατὺν-πλατὺν μὲ σμαραγδένιο νῆμα
ὁλόγυρα κεντάει, στὴ μέση ἀπὸ τὸν κάμπο,
ποτάμι σιγαλὸ καὶ φιδωτὸ ξομπλιάζει,
μὲ δάφνες, μὲ μυρτιὲς καὶ μὲ δασιὰ πλατάνια,
μὲ ἀηδόνια, μὲ φωλιές, καὶ στὸ πανώριο ξόμπλι
τὸν φλοῖβο τοῦ νεροῦ θαρρεῖς κι ἀκοῦς, τῆς δάφνης
τὸν μύρο, τῆς μυρτιᾶς, θαρρεῖς ὅτι ἀνασαίνεις,
πὼς τὸν κελαηδισμὸ τῶν ἀηδονιῶν ξανοίγεις,
πὼς νιώθεις τὸ ἁπαλό της φυλλουργιᾶς μουρμούρι...
Στὴν ἀκροποταμιὰν ἀλάφι ζωγραφίζει,
ποὺ σκύφτει τὰ νερὰ νὰ πιεῖ, τὰ κρυσταλένια,
καί, ξάφνου, σαϊτιὰ στὴν πλάτη τὸ λαβώνει,
στρέφεται αὐτό, κοιτάει μὲ πόνο τὴν πληγή του,
πάσχει ν᾿ ἀπαλλαχτεῖ, δὲ δύνεται τὸ μαῦρο,
κι ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὰ δένδρα γύρα
βοήθεια λὲς ζητάει...
Ὁλόυρα ἀπὸ τὸν κάμπο,
πλῆθος μικρὰ χωριὰ κεντάει, χωράφια ὀλλοῦθε
μὲ ὁλόχρυσα σπαρτά, μὲ θυμωνιές, μὲ ἁλώνια,
πράσινα ἀμπέλια ἀλλοῦ, μὲ κίτρινα σταφύλια,
κίτρινα σὰν φλουριά, κ᾿ ἔμορφα κοπελούδια,
ποὺ μπαίνουν μὲ πλεχτὰ καλάθια καὶ τρυγᾶνε.
μὲ νύφην, μὲ γαμπρό, μὲ φλάμπουρα, μὲ ψίκι,
δράκους ἀλλοῦ κεντάει, καὶ λάμιες καὶ νεράϊδες,
κεντάει κ᾿ ἕναν γιαλὸ μὲ ζαφειρένια πλάτια,
στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ τὴν ἴδια τὴν θωριά της
ὁλόφαντη ἱστορεῖ ἀπὸ ὀμορφιὰν καὶ νιότη
καὶ πλοῦτον καὶ ἀρχοντιά, καὶ στὰ λευκά της χέρια
τ᾿ ἀργόχειρο κρατεῖ, τ᾿ ὡριόπλουμο μαντίλι,
μαντίλι τοῦ γαμπροῦ, τοῦ γάμου της κανίσκι,
ἀνάρια τὸ κεντάει κι ὅλο τοῦ λέει τραγούδια:
ποιὸς νἆναι τάχα ὁ νιὸς ὁποῦ θὰ σ᾿ ἀποχτήσει;
Ποιὸς νἆναι τάχα ὁ νιὸς ποὺ μ᾿ ἕνα δακτυλίδι,
μαντίλι μου ἀκριβό, κανίσκι θὰ σὲ πάρει;
Ποιὸς νἆναι τάχα ὁ νιός, ποὺ μ᾿ ἕνα φιλημά του,
γλυκὸ καὶ φλογερό, ἀπ᾿ τὸ λευκό μου χέρι
στὴν κλίνη τὴν ἁγνὴ θὰ μ᾿ ὁδηγήσει νύφην;
Ποιὸς νἆναι τάχα αὐτός; Πέτε μου, ἐσεῖς δεντράκια,
κ᾿ ἐσεῖς καλὰ πουλιά. Μουρμούρισέ μου ἀγάλια,
ἐσὺ ὡραῖε γιαλὲ καὶ γαλανὲ οὐρανέ μου!
Ἐσύ, φτερουγιαστέ, καθάριε λογισμέ μου,
γιατί δὲ μοῦ τὸν λές, γιατί δὲ μοῦ τὸν δείχνεις,
γιατί μία ὡραῖα βραδιὰ κρυφὰ δὲ μοῦ τὸν φέρνεις,
σὰν ὄνειρο χρυσό, γλυκὰ στὴν ἀγκαλιά μου;
Κυριακή 22 Ιουνίου 2025
Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ ραγίζουν τὴν
καρδιὰ
–Γέροντα, τί θέλει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός;
–Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς θέλει τὴν προαίρεσή μας, τὴν ἀγαθή μας διάθεση, ποὺ θὰ τὴν
ἐκδηλώνουμε μὲ τὸν ἔστω καὶ λίγο φιλότιμο ἀγώνα μας, καὶ τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός
μας. Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ δίνει Ἐκεῖνος. Δὲν χρειάζονται μπράτσα στὴν πνευματικὴ ζωή.
Νὰ ἀγωνιζώμαστε ταπεινά, νὰ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ Τὸν εὐγνωμονοῦμε
γιὰ ὅλα.
Αὐτὸς ποὺ ἐγκαταλείπεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, χωρὶς κανένα δικό του
σχέδιο, περνᾶ στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος εἶναι γαντζωμένος στὸν ἑαυτό
του, μένει πίσω· δὲν προχωράει πνευματικά, γιατὶ ἐμποδίζει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Γιὰ νὰ προκόψη, χρειάζεται πολλὴ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό.
Ὁ Θεὸς κάθε στιγμὴ χαϊδεύει μὲ τὴν ἀγάπη Του τὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων,
ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, γιατὶ οἱ καρδιές μας ἔχουν πιάσει πουρί. Ὅταν
καθαρίση τὴν καρδιά του ὁ ἄνθρωπος, συγκινεῖται, διαλύεται, τρελλαίνεται, γιατὶ
βλέπει τὶς εὐεργεσίες, τὶς καλωσύνες τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ τὸ ἴδιο. Γι
̓ αὐτοὺς ποὺ ταλαιπωροῦνται, πονάει· γι ̓ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν πνευματικὴ ζωή, χαίρεται.
Εἶναι ἀρκετὸ καὶ μόνον οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ἐὰν τὶς σκεφθῆ μιὰ
φιλότιμη ψυχή, νὰ τὴν τινάξουν στὸν ἀέρα· πόσο μᾶλλον, ἐὰν σκεφθῆ καὶ τὶς
πολλές της ἁμαρτίες καὶ τὴν πολλὴ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ! Ὅταν βλέπη ὁ ἄνθρωπος τὴν
φροντίδα τοῦ Θεοῦ, ἂν ἔχουν καθαρίσει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, αἰσθάνεται καὶ ζῆ
ὅλη τὴν θεία πρόνοια μὲ τὴν ξεφλουδισμένη εὐαίσθητη καρδιά του καὶ διαλύεται πιὰ
ἀπὸ εὐγνωμοσύνη· παλαβώνει μὲ τὴν καλὴ ἔννοια.
Γιατὶ οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰσθάνεται, δημιουργοῦν
ρωγμὴ στὴν καρδιά του, τὴν ραγίζουν. Ἔπειτα, καθὼς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ χαϊδεύει τὴν
φιλότιμη καρδιά του καὶ ἐγγίζει τὴν ρωγμή, τινάζεται ἐσωτερικὰ ὁ ἄνθρωπος καὶ
μεγαλώνει ἡ εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν Θεό. Ὅσοι ἀγωνίζονται καὶ συναισθάνονται τὴν
ἁμαρτωλότητά τους καὶ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμπιστεύονται τὸν ἑαυτό τους
στὴν μεγάλη Του εὐσπλαγχνία, ἀνεβάζουν τὴν ψυχή τους στὸν Παράδεισο μὲ πολλὴ
σιγουριὰ καὶ μὲ λιγώτερο κόπο σωματικό.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

.jpg)













