Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

 


Μόνο τὶς δύο πρῶτες λέξεις

Ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πραγματικὰ νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συνειδητοποιεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς υἱὸ τοῦ αἰωνίου Πατρὸς καὶ προφέρει τὴν προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν» μὲ τὴ συνείδηση αὐτή. Θεωρῶ ὅτι, ἂν ἐμεῖς λέγαμε μόνο τὶς δύο πρῶτες λέξεις τῆς προσευχῆς αὐτῆς, δηλαδὴ Πάτερ ἡμῶν, ἀντιλαμβανόμενοι τὸ βαθύ τους νόημα, τότε ὅλη μας ἡ ζωὴ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ τὶς ἐκδηλώσεις της θὰ ἄλλαζε ριζικά.

Ἂν ἐγὼ εἶμαι υἱός τοῦ ἀνάρχου Πατρός, σημαίνει ὅτι βρίσκομαι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, σημαίνει ὅτι δὲν εἶμαι δοῦλος ἀλλὰ κύριος, κατ’ εἰκόνα τῆς κυριότητος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, σημαίνει ὅτι εἶμαι αὐθεντικὰ ἐλεύθερος μὲ τὴ μοναδικὰ ἀληθινὴ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Παραμένοντας σὲ τέτοια κατάσταση, ὁ ἄνθρωπος δέχεται κάθε ἄλλον συνάνθρωπό του ὡς υἱὸ ἀναστάσεως καὶ παύει πλέον αὐτὸς νὰ εἶναι γιὰ μένα «μηδαμινὸς» ἢ «ξένος», ἀλλὰ εἶναι ὁ αἰώνιος ἀδελφός μου.

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

 


Ὅπως θέλεις καὶ ὅπως γνωρίζεις, ἐλέησέ με

Ρώτησαν κάποιοι τὸν Ἀββᾶ Μακάριο: «Πῶς πρέπει νὰ προσευχώμαστε;»

Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Δὲν χρειάζονται περιττὰ λόγια, ἀλλὰ νὰ ἁπλώνετε τὰ χέρια καὶ νὰ λέτε: Κύριε, ὅπως θέλεις καὶ ὅπως γνωρίζεις, ἐλέησέ με.

Καὶ ἂν ἔρχεται πειρασμός: Κύριε, βοήθησέ με.

Ἐκεῖνος γνωρίζει τί εἶναι γιὰ καλό μας καὶ μᾶς ἐλεεῖ».


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

 


Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιό μου

Μᾶς ἀφηγεῖται σήμερα ἕνας ἱερέας του Βελιγραδίου τὸ ἀσυνήθιστο γεγονὸς μὲ μία ἐκδιδόμενη γυναῖκα στοὺς δρόμους τοῦ Βελιγραδίου. Μιὰ μέρα, λίγο πρὶν βραδιάσει, βάδιζε στοὺς δρόμους γιὰ τὴ «δουλειά» της. Καθὼς περνοῦσε δίπλα σ’ ἕναν κῆπο βλέπει ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἑτοιμάζεται νὰ ἀπαγχονιστεῖ. Ἔδεσε τὸ σχοινὶ στὸ κλαδὶ τοῦ δέντρου καὶ μὲ μιᾶς τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του.

Ἡ γυναῖκα σβέλτα πήδησε πάνω ἀπὸ τὴν περίφραξη, τράβηξε τὸ μικρό της μαχαίρι ἀπὸ τὴν τσέπη κι ἔκοψε τὸ σχοινί, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε στὸ χῶμα λιπόθυμος. Τοῦ ἔκανε μαλάξεις ὥσπου συνῆλθε. Τότε τῆς εἶπε ὁ αὐτόχειρας: «Γιατί τό ’κανες; Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ ζήσω, δὲν ἔχω στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας μου, ἤθελα νὰ τελειώσω μ’ αὐτὴ τὴ μίζερη ζωή». Ἡ γυναῖκα ἔβγαλε ὅσα χρήματα εἶχε μαζί της καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε, ὑποσχόμενη ὅτι θὰ τὸν βοηθᾶ κι ἄλλο ὥσπου νὰ βρεῖ δουλειά. Καὶ συνέχισε ἡ γυναῖκα τὴ δική της ἄπρεπη δουλειὰ καὶ μέρος ἀπὸ τὰ κέρδη της ἀπ’ αὐτὴ τὴ δουλειὰ πήγαινε σ’ ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ καὶ τοῦ ἔδινε γιὰ νὰ συντηρηθεῖ. Ὅμως μετὰ ἀπὸ ἕξι ἑβδομάδες ἡ γυναῖκα ἔπεσε στὸ κρεβάτι βαριὰ ἄρρωστη. Τῆς κάλεσαν τὸν ἱερέα. Στὴν παρουσία τοῦ ἱερέα ἐκείνη, ἤδη ἑτοιμοθάνατη, ἄρχισε νὰ λέει: «Ὤ, ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, γιατί ἤρθατε σ’ ἐμένα; Μὰ δὲν ξέρετε πόσο βρώμικη καὶ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα εἶμαι ἐγώ;»

Λίγο μετὰ πάλι φώναξε: «Ὦ, Κύριε Χριστέ, μὰ κι Ἐσὺ ἦρθες σ’ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή; Γιὰ ποιό λόγο τὸ ἀξιώθηκα αὐτό; Μὰ μόνο μὲ τὸ ὅτι ἔσωσα ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ ἀπ’ τὸν θάνατο; Ἀλίμονο σ’ ἐμένα τὴν ἀνάξια! Ὤ, πόσο εἶναι μεγάλο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ!» Λέγοντας αὐτὸ ἄφησε τὴν ψυχή της καὶ τὸ πρόσωπό της ἔλαμψε σὰ νὰ φωτιζόταν μὲ κερί. Νὰ τί σημαίνει νὰ σώσεις τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου. Νὰ πῶς μία πράξη ἐλέους πρὸς τὸν πλησίον σκεπάζει πολλὲς ἁμαρτίες!

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

 


Ἡ εἰρήνη

Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη».

Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος, ὅμως, ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.

Ψυχὴ πού παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπομένει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατὶ καὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Ἐσύ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησέ με νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο, καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει ἐν τῷ Θεῶ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Ἂν ἀποτύχεις σὲ κάτι, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλά ἐὰν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: «Αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει», τότε ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη στὴν ψυχή του, ἔστω καὶ ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ.

Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν παραδοθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἔτσι διαφυλάσσεται ἡ εἰρήνη. Τὸ ἴδιο καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι ἅγιοι ἄνθρωποι ὑπέμειναν κάθε θλίψη παραδομένοι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἤ τὸν καπνό.

Ἅγιος Σιλουανὸς


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

 


Ἡ δόξα τῶν παλαιῶν

Ζωντανοὺς στὴν Ἑλλάδα βρίσκεις μόνο στὰ νεκροταφεῖα. Ἡ Ἑλλάδα, αὐτὴ τὴ στιγμή, κατοικεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄψυχοι, καὶ ποὺ ἔτσι καὶ τολμήσεις νὰ πεῖς τὸ ὄνομα «Ἑλλάδα», τὸ ὄνομα «πατρίδα» ἤ τὴ λέξη «ἔθνος», χαρακτηρίζεσαι «ἐθνικιστής» ἀπὸ κάποια τσόφλια τῆς δημοσιογραφίας καὶ τῆς ὑποκουλτούρας.

Εἶναι ντροπή. Εἶναι ντροπὴ τὸ νὰ ντρέπεται κάποιος γιὰ τὴν καταγωγή του. Εἶναι ντροπὴ νὰ ντρέπεται γιὰ τὴν δόξα τῶν προγόνων του. Γιατὶ δὲν μποροῦμε ἐμεῖς, στὸ χάλι ποὺ ἔχουμε φτάσει, νὰ δημιουργήσουμε μιὰ δόξα γιὰ τὰ παιδιά μας. Τοὐλάχιστον, ἄς ἀφήσουμε τὴ δόξα τῶν παλαιῶν. Μὴν τὴ σπιλώνουμε κι αὐτή. Δὲν μποροῦν οἱ νάνοι τοῦ σήμερα νὰ ὑψώνουν τὸ ἀνάστημά τους στοὺς γίγαντες τοῦ χθές.

Σαράντος Καργάκος


Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

 


Περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα

Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, καὶ ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής, ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν Λυτρωτὴν καὶ ἐσκίρτησεν, ἀνὴρ γενόμενος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος πιστεύσας, ὑποδείξας καὶ κηρύξας τὸν Χριστόν. «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εἶπεν ὅτε εἶδε τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα. «Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ», ἔλεγε πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι». Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὡμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώση τὸ παράδειγμα.

Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.

Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἁβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος.

Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.

Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.

Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἀγνοήσωσιν.

Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὗτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς. Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχομένους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὗτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ. «Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγῖδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἔφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Βυζαντινός, «Ἐφημερίς», 6 Ἰανουαρίου 1888


Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

 


Τὰ μικρὰ παιδιὰ

– Ἔχω παρατηρήσει, Γέροντα, ὅτι τὰ μωρὰ μερικὲς φορὲς τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας χαμογελοῦν.

– Αὐτὸ δὲν τὸ κάνουν μόνο στὴν Θεία Λειτουργία. Τὰ μωρὰ εἶναι σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν μέριμνες. Τί εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὰ μικρὰ παιδιά; «Οἱ Ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Ἔχουν ἐπικοινωνία καὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν Φύλακα Ἄγγελό τους, ποὺ εἶναι συνέχεια δίπλα τους. Στὸν ὕπνο τους πότε γελοῦν, πότε κλαῖνε, γιατὶ βλέπουν διάφορα. Ἄλλοτε βλέπουν τὸν Φύλακα Ἄγγελό τους καὶ παίζουν μαζί του – τὰ χαϊδεύει, τὰ πειράζει, κουνάει τὰ χεράκια τους, καὶ αὐτὰ γελοῦν ‐, ἄλλοτε πάλι βλέπουν καμμιὰ σκηνὴ τοῦ πειρασμοῦ καὶ κλαῖνε.

– Ὁ πειρασμὸς γιατί πηγαίνει στὰ νήπια;

– Καὶ αὐτὸ τὰ βοηθάει, γιὰ νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκη νὰ ζητοῦν τὴν μάνα τους. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὸς ὁ φόβος, δὲν θὰ ἀναγκάζονταν νὰ ἀναζητήσουν τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας τους. Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό.

– Αὐτὰ ποὺ βλέπουν, ὅταν εἶναι μικρά, τὰ θυμοῦνται, ὅταν μεγαλώσουν;

– Ὄχι, τὰ ξεχνοῦν. Ἂν θυμόταν τὸ παιδάκι πόσες φορὲς εἶδε τὸν Ἄγγελό του, θὰ ἔπεφτε στὴν ὑπερηφάνεια. Γι᾿ αὐτό, ὅταν μεγαλώση, τὰ ξεχνάει. Ὁ Θεὸς μὲ σοφία ἐργάζεται.

– Μετὰ τὸ Βάπτισμα τὰ βλέπουν αὐτά;

– Φυσικά, μετὰ τὸ Βάπτισμα.

– Γέροντα, ἕνα ἀβάπτιστο παιδάκι κάνει νὰ προσκυνήση ἅγια Λείψανα;

– Γιατί νὰ μὴν κάνη; Μπορεῖ καὶ νὰ τὸ σταυρώση κανεὶς μὲ τὰ ἅγια Λείψανα. Εἶδα σήμερα ἕνα παιδάκι, σὰν ἀγγελουδάκι ἦταν. «Ποῦ εἶναι τὰ φτερά σου;», τὸ ρώτησα. Δὲν ἤξερε νὰ μοῦ πῆ!... Στὸ Καλύβι, ὅταν ἔρχεται ἡ ἄνοιξη καὶ ἀνθίζουν τὰ δένδρα, βάζω καραμέλες πάνω στὰ πουρνάρια, ποὺ εἶναι κοντὰ στὴν πόρτα τοῦ φράχτη, καὶ λέω στὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ ἔρχονται ἐκεῖ: «Πηγαίνετε, παιδιά, νὰ κόψετε καραμέλες ἀπὸ τὰ πουρνάρια, γιατί, ἂν πιάση βροχή, θὰ λειώσουν καὶ θὰ πᾶνε χαμένες!». Μερικὰ ἔξυπνα παιδάκια καταλαβαίνουν ὅτι τὶς ἔβαλα ἐγὼ καὶ γελοῦν, ἄλλα πιστεύουν ὅτι φύτρωσαν, ἄλλα προβληματίζονται. Τὰ μικρὰ θέλουν καὶ λίγο λιακάδα...

– Βάζετε πολλὲς καραμέλες, Γέροντα;

– Ἔμ, πῶς! Τί νὰ κάνω; Ἐγὼ καλὰ γλυκὰ δὲν δίνω στοὺς μεγάλους· λουκούμια τοὺς δίνω. Ὅταν μοῦ φέρνουν καλὰ γλυκά, τὰ κρατῶ γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς Σχολῆς (γιὰ τοὺς μαθητὲς τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς). Νά, κι ἐδῶ χθὲς βράδυ φύτεψα καραμέλες καὶ σοκολατάκια καὶ σήμερα... ἄνθισαν! Τὰ εἴδατε; Ὁ καιρὸς ἦταν καλός, τὸ χῶμα ἦταν ἀφράτο, γιατὶ τὸ εἴχατε σκάψει καλά, καὶ ἀμέσως ἄνθισαν! Νὰ δῆτε τί ἀνθόκηπο θὰ σᾶς κάνω ἐγώ! Δὲν θὰ χρειάζεται νὰ ἀγοράζουμε καραμέλες καὶ σοκολατάκια γιὰ τὰ παιδιά. Τί; νὰ μὴν ἔχουμε δική μας παραγωγή;

– Γέροντα, κάποιοι προσκυνητὲς εἶδαν τὰ σοκολατάκια ποὺ φυτέψατε στὸν κῆπο, ἐπειδὴ τὸ χαρτάκι τους ἔβγαινε πάνω ἀπὸ τὸ χῶμα. Παραξενεύτηκαν. «Κάποιο παιδάκι, εἶπαν, θὰ τὰ ἔβαλε».

– Δὲν τοὺς εἶπες ὅτι τὰ ἔβαλε ἕνα μεγάλο παιδί;

 Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

 


Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη,
ἀμίσθου ἱεροψάλτου (β)

Ἀπεχωρίσθησαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐτάχυνε τὸ βῆμα. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὁ Γαβριηλίδης τὸν ὑπεδέχθη μὲ πλαστὴν ἀγανάκτησιν:

—Ἀλέξανδρε, εἶπεν, ἐχάθηκαν τὰ μόνιππα; Ἂς ἔπαιρνες ἕνα, ἀδελφέ, κι ἂς τὸ ἐχρέωνες εἰς ἐμέ! Βουλιάζουμε, Ἀλέξανδρε!

Τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἶχε κατακλυσθῆ ἀπὸ χείμαρρον ἐπιστολῶν ἐξ ὅλης της Ἑλλάδος καὶ τῶν ὁμογενῶν τῆς ἀλλοδαπῆς. Διεμαρτύροντο οἱ ἀναγνῶσται διὰ τὴν ἀπουσίαν ἑορτίου διηγήματός του εἰς τὸ χριστουγεννιάτικον καὶ πρωτοχρονιάτικον φύλλον καὶ διεμήνυον ὅτι ἂν καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν Θεοφανείων στερῆται παπαδιαμαντικοῦ ἀφηγήματος, δὲν θὰ ἠγόραζον τὴν ἐφημερίδα καὶ ἂς κρατήσῃ ὁ κύριος διευθυντὴς τὰς ἐπιστροφὰς τῶν φύλλων διὰ νὰ τυλίγῃ τὸ προσφάγι του ἢ νὰ ψήνῃ ρέγγες!

—Ἀκοῦς, Ἀλέξανδρε, ἐπέφερε μὲ βεβιασμένον πως γέλωτα, ἀκοῦς τὰ ἀπειλητικὰ αἰτήματα τοῦ ἀναγνωστικοῦ συνδικάτου; Κακὴν δημοκρατίαν τοὺς ἐδιδάξαμεν, φίλτατε, ἀλλὰ παρέλκει τώρα πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν πολιτευμάτων. Λοιπόν, ἔχομεν τέσσαρας ἡμέρας ἕως τὰ Φῶτα, φρόντισε, Ἀλέξανδρε τὴν Παραμονὴν τὸ πρωΐ, νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸ διήγημα.

—Μόνον ἂν ἐπήγαινα στὴν Σκιάθον, ὑπέλαβεν ὁ Παπαδιαμάντης, θὰ ἠμποροῦσα, ἴσως, νὰ τὸ γράψω.

—Λοιπόν, τί περιμένεις; ἐβρυχήθη ὁ Γαβριηλίδης. Ναυλώνω πλοῖον καὶ ἀποπλέεις εἰς τρεῖς ὥρας, μόλις φθάσῃς στρώνεσαι στὸ γράψιμο, οὔτε κεφάλι θὰ σηκώσῃς, Ἀλέξανδρε, οὔτε νερὸ θὰ πιῇς, οὔτε λέξιν θὰ ἀπευθύνῃς εἰς ἄλλον καὶ τὴν Παραμονὴν τηλεγραφεῖς τὸ διήγημα.

—Ἀλλὰ ἐνδέχεται λόγῳ τοῦ καιροῦ νὰ μὴ λειτουργᾷ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμή, εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος.

—Τότε πλέεις εἰς Χαλκίδα καὶ τηλεγραφεῖς ἐκεῖθεν, καὶ δὲν ἀναχωρεῖς εἰς τρεῖς ὥρας ἀλλὰ τώρα ἀμέσως, καὶ λάβε τὸ ἥμισυ τῆς ἀμοιβῆς, εἶπεν ἐν ἐξάψει ὁ Γαβριηλίδης καὶ τοῦ ἐνεχείρισε φάκελον.

Ἀνάρπαστοι κατέβησαν εἰς Πειραιᾶ, ὁ Γαβριηλίδης ἐναύλωσε ταχύπλουν, ὁ Παπαδιαμάντης ἐπεβιβάσθη, καὶ τὸ σκάφος ἀπέπλευσεν. Ἐκ πείσματος τοῦ πλοιάρχου δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν Εὐβοϊκόν, τοῦ ὁποίου ὁ διάπλους εἶναι καταφανῶς ὀλιγότερον τρικυμιώδης ἀπὸ τὴν θαλασσίαν ὁδόν, τὴν διὰ τοῦ Αἰγαίου. Ἀνελπίστως ἐπέρασαν τὰ ἐπικίνδυνα τοῦ Καφηρέως ἄνευ ἰσχυρῶν κλυδωνισμῶν, ἀργότερα ὅμως ὁ καιρὸς ἤρχισε νὰ χειροτερεύῃ καὶ ὅταν πλέον προσήγγιζαν εἰς τὴν Σκύρον ἦτο ξίδι μοναχό, θάλασσα κιαμέτ! Ὁ καπετάνιος ἠγκυροβόλησε στὲς Τρεῖς Μποῦκες, τὸν ἀσφαλέστατον λιμένα τῆς νήσου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν πρόκειται «νὰ σηκώσῃ ἄγκυραν, ἂν δὲν ξανοίξῃ». Εἰς μάτην διεμαρτυρήθη ὁ Παπαδιαμάντης, λέγων ὅτι τὸ πλοῖον εἶχεν ἀδρῶς ναυλωθῆ καὶ ὁ πλοίαρχος ὤφειλε νὰ κάμῃ νόμο-τρόπο, ὥστε αὔριον, τὸ βραδύτερον, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Σκιάθον. Ἐκεῖνος ἀντέτεινεν ὅτι καμμία ναύλωσις δὲν εἶναι ὑπερτέρα τῆς σωτηρίας τοῦ σκάφους, καὶ ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει περιγράψει εἰς διήγημά του ἀβαρίας ἀναγκαίας πρὸς ἀποφυγὴν καταποντισμοῦ σκάφους καὶ ψυχῶν.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκλείσθη εἰς τὸν θαλαμίσκον του. Ἦτο ἡ τετάρτη πρὸ τῆς ἑορτῆς ἡμέρα. Ἐξάπλωσεν εἰς τὴν κουκέταν του καὶ ἐσυλλογίζετο ὅτι, ἂν δὲν «ἔπεφτε ὁ καιρός» ἐκινδύνευε νὰ μὴ γράψῃ τὸ διήγημα καί, τὸ χειρότερον, νὰ χάσῃ τὰς Ὥρας τῶν Θεοφανίων. Ἀλλ᾿ ἂν ἐνέδωσεν εἰς τὴν παράλογον ἀπαίτησιν τοῦ Γαβριηλίδου, τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς Ἀκολουθίας τῶν Ὡρῶν ἐν τῇ προσφιλέστατῃ νήσῳ. Ὄχι, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ὁ Θεὸς νὰ μὴ τὰς συμψάλῃ μὲ τὸν κὺρ Ἀλεξανδρῆν, τὸν ψάλτην τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν!

Ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται θέρμην, καὶ μικρὸν ρίγος τὸν διεπέρασεν. Ἐσκεπάσθη καλῶς καὶ ἐσκέπτετο πλέον ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἀναχώρησις δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μηνύσῃ εἰς τὸν ἐξάδελφον Ἀλέκον νὰ μὴ λείψῃ ἐκεῖνος κἂν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον. Ἀλλ᾿ ἐνεφανίσθη τότε ὅμιλος ἐνοριτῶν καί, κυρίως, ἐνοριτισσῶν τοῦ ναϋδρίου, οἱ ὁποῖοι ἐπρόβαλαν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ ψάλῃ αὐτὸς τὰς Ὥρας. Ἄλλως, ἠπείλουν, θὰ ἐκκλησιάζοντο ἀλλοῦ. Τοὺς ἐνουθέτησε καὶ τοὺς ἐξώρκισε νὰ μὴ ἐκπειράζωσι Κύριον τὸν Θεόν των, εἰς τὰ θεῖα δὲν χωροῦν ἐκβιασμοί, καὶ πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πάλιν εἰς Ἀθήνας ἄνευ θαύματος; Ἀπεδείχθησαν ὅμως «ἀγύριστα κεφάλια», καὶ ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ κολασθῶσιν, ἀνέβη εἰς τὸ κατάστρωμα καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν. Συντόνως κολυμβῶν ἔφθασεν αἰσίως εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν ἀνῆλθε διάβροχος εἰς Ἀθήνας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν θαλπερὸν ναΐσκον, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ τριτεξάδελφός του ἡτοιμάζετο νὰ ψάλῃ τὸ ἐξαίσιον καὶ ἀθάνατον Δοξαστικὸν τῆς Ἐνάτης Ὥρας. Θεωρῶν ὅμως, ἄνευ ἐκπλήξεως, εἰσερχόμενον τὸν καταστάζοντα Παπαδιαμάντη τοῦ λέγει φυσικότατα:

—Ἀλέξανδρε, ἰδικόν σου τὸ Δοξαστικόν!

Ἠσθάνθη φρικίασιν εὐφροσύνης καὶ ἐξύπνησε καὶ ἐνόησεν ὅτι δὲν θὰ προλάβῃ τὰς Ὥρας τῶν Φώτων. Ἡ ἀδελφή του Κυρατσούλα, ποὺ εἶχε τὴν ἔγνοια του, τὸν ἠρώτησεν, ἐν συνοχῇ καρδίας· «Τί θέλεις, Ἀλέξανδρε;» Ἀφυπνίσθησαν σχεδὸν ἔντρομοι καὶ αἱ ἄλλαι, ὁποὺ ἐλαγοκοιμῶντο εἰς τὴν διπλανὴν κάμαρην.

— «Ἡσυχάσατε!», εἶπε πραέως, «θὰ ψάλω τὸ Δοξαστικόν».

Εἶτα μὲ τρέμουσαν φωνήν, ὡς πτηνὸν ἀποδημητικὸν ἀπερχόμενον εἰς θερμοτέρους οὐρανούς, ἐμινύρισε τὸ πανηγυρικὸν ᾆσμα: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἀψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου... ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά».. Καὶ βλέπων ὅτι ὁ μέγιστος ἐν γεννητοῖς γυναικῶν τὸν ἐπεσκίαζεν ἤδη διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν πτερύγων του, ἔκλινε πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς καρδίας καὶ ἀπέπτη.

Νῖκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἕνα σωρὸ στολές

– Γέροντα, μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ κλῆρος, ἄν ἐκσυγχρονισθῆ, θὰ βοηθήση πιὸ πολύ.

– Ὅταν εἶχε πάει ὁ Πατριάρχης Δημήτριος στὴν Ἀμερική στὴν Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πῆγαν μερικοὶ εὐλαβεῖς φοιτητές Ἀμερικάνοι καὶ τοῦ εἶπαν: «Παναγιώτατε, στὴν ἐποχή μας πρέπει ὁ κλῆρος νὰ ἐκσυγχρονισθῆ». Καὶ ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε: «Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς λέει: ὅταν οἱ κληρικοί γίνουν λαϊκοί, οἱ λαϊκοί θὰ γίνουν δαίμονες!» «Καλά δὲν τούς εἶπε; Τοῦ ἑτοίμασαν γιὰ νὰ μείνη ἕνα πολυτελέστατο δωμάτιο μὲ κρεββάτι ἐπίσημο κ.λπ. Μόλις τὸ εἶδε, εἶπε: «Ποῦ θὰ μείνω; Σ΄ αὐτὸ τὸ δωμάτιο; Φέρτε μου καλύτερα ἕνα ράντζο. Ὁ κληρικός, ὅταν κοσμικοποιηθῆ, γίνεται ὑποψήφιος διάβολος».

– Γέροντα, μήπως νὰ κάνουμε πιὸ ἁπλὰ ἄμφια; Μήπως βλάπτουμε τούς ἱερεῖς μὲ τὰ πολύ κεντημένα;

– Θὰ σᾶς τιμᾶ, ἄν πῆτε: «Ἐμεῖς κάνουμε αὐτὰ τὰ ἁπλά. Μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ μὲ πολύ κέντημα, ἀλλὰ τὸ ἀποφεύγουμε, γιατὶ μᾶς πειράζει ὁ λογισμὸς ποὺ σκανδαλίζεται ὁ κόσμος. Τὸ ἐκμεταλλεύονται μετὰ καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν πιστεύουν. Ἀκοῦμε νὰ λένε: «Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ψωμί νὰ φᾶμε καὶ οἱ παπάδες ἔχουν ἕνα σωρὸ στολές». Ἄν κάνετε ἁπλὰ κεντήματα, θὰ ἔρχωνται καὶ σοβαροὶ ἱερεῖς νὰ τὰ πάρουν. Ἄν ἔρχωνται ἱερεῖς μὲ κοσμικό φρόνημα, καὶ αὐτοὶ θὰ γίνωνται ρεζίλι, καὶ ἐσεῖς θὰ γίνεσθε ρεζίλι μὲ τὰ πολὺ στολισμένα. Στὰ καλύμματα Ἁγίας Τραπέζης καὶ Τιμίων Δώρων μπορεῖτε νὰ βάλετε περισσότερο κέντημα. Καὶ νὰ ἀποφεύγετε νὰ βάζετε σταυροὺς χαμηλὰ στὰ στιχάρια καὶ στὰ φαιλόνια. Βάλτε κάτι ἄλλο συμβολικό. Κάθονται οἱ ἱερεῖς ἐπάνω στοὺς Ἁγίους, στοὺς σταυρούς… Αὐτὸ εἶναι ἀνευλάβεια.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

 


Μνήμη τῶν ἁγίων Βονιφατίου καὶ Ἀγλαΐδος

Ἦταν Ρωμαῖος. Καὶ ὑπηρέτης της Ἀγλαΐδος, ποὺ ἦτο κόρη συγκλητικοῦ. Ἤτανε ἐλεήμων, ἦταν ταπεινός, ἔκανε τὸν πόνο τοῦ ἄλλου δικό του, Ἀλλὰ εἶχε ἕνα ἐλάττωμα. Ἔπινε κι ἦτο καὶ ἐραστὴς τῆς κυρίας του, ἡ ὁποία κι ἐκείνη ἦτο ἐλεήμων καὶ φιλομάρτυς.

Καὶ μιὰ μέρα τοῦ λέει: «Βρὲ Βονιφάτιε», —Βονιφάτιος εἶναι αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ καλό. Ἀγλαΐς σημαίνει λάμψη. Δόξα. — «δὲν πᾶς στὴν Ἀνατολή, ποὺ μαρτυρᾶνε ἐκεῖ οἱ χριστιανοί, νὰ μοῦ φέρεις ἅγια λείψανα νὰ τά ‘χουμε γιὰ εὐλογία, μήπως μᾶς συγχωρέσουν;»

Κι ἐκεῖνος τί τῆς λέει; Θά ‘ταν καὶ πιωμένος… «Ἂν σοῦ φέρω τὸ δικό μου, τί θὰ κάνεις;» «Ἄντε, ρὲ μπεκρῆ», λέει, «νὰ φέρεις τὸ δικό σου! Ἐσὺ κι ἐγὼ γιὰ μάρτυρες κάνομε!» Εἶχε συναίσθηση!

Καὶ πῆρε ἐκεῖνος δούλους, πῆρε χρυσάφι, καὶ πῆγε στὴν Κιλικία, στὴν πατρίδα ἐκεῖ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Στὴν Ταρσό. Πῆρε ὑπηρέτες. Ἔ, τοὺς λέει: «Καθίστε, ἐδῶ, παιδιά», ἐκεῖ ποὺ κατέλυσαν, «θὰ πάω ἐγὼ μιὰ δουλειὰ καὶ θά ‘ρθω.» Αὐτοὶ νόμισαν, θὰ πάει νὰ βρεῖ καμιὰ ταβέρνα, γιὰ νὰ πιεῖ. Γιατὶ ἔπινε πάρα πολύ. Μὴν κατακρίνουμε κανένα, ποτέ. Δὲν ξέρεις τί ἔχει ὁ ἄλλος μέσα του. Κρύβει τὸν παράδεισο κι ἐμεῖς βλέπουμε τὴν κόλαση.

Πάει κι αὐτός, δὲν πῆγε στὴν ταβέρνα. Πῆγε κατ' εὐθεῖαν ἐκεῖ ποὺ μαρτυροῦσαν οἱ χριστιανοί. Τοὺς εἶδε, λοιπόν, καὶ κατεπλάγη καὶ τί κάνει; Τοῦ ‘ρθε κι αὐτοῦ μιὰ φλασιά. Εἴχαμε πεῖ καὶ γιὰ κάποιον ἄλλο προηγουμένως καὶ μπαίνει κι αὐτὸς στὸ στάδιο, ἐκεῖ ποὺ μαρτυροῦσαν. Καὶ λέει: «Κι ἐγὼ χριστιανὸς εἶμαι καὶ Βονιφάτιος ὀνομάζομαι. Τὸν Χριστό μου προσκυνῶ!» Τί ἦταν αὐτός!

Τὸν ὑπέβαλαν σὲ δεινὰ βασανιστήρια. Μεγαλομάρτυς εἶν’ ὁ Βονιφάτιος. Στὸ τέλος τοῦ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλή. Τώρα οἱ σύντροφοί του λένε: «Τί νά ‘γινε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Δὲν πᾶμε νὰ ψάξουμε, μήπως ἔχει μεθύσει κι ἔχει ξαπλώσει;» Γιατὶ τὰ βλέπουν ὅλα ἰσιώματα οἱ μεθυσμένοι. «Πᾶμε.» Ἔψαξαν, πᾶνε στὸ στάδιο, λέει: «Αὐτός; Ἐμαρτύρησε, νά ‘τος. Νὰ τὸ λείψανό του.» Κι ἄρχισαν, λοιπόν, καὶ κλαίγανε, τὸν φιλούσανε, τοῦ ζητάγανε συγγνώμη γι’ αὐτὲς τὶς σκέψεις ποὺ ‘καναν πρίν, καὶ τὸν πῆραν καὶ τὸν πήγανε στὴ Ρώμη.

Ἡ κυρία του βγῆκε ἐννέα χιλιόμετρα ἀπ’ τὴ Ρώμη, νὰ τὸν προϋπαντήσει, τὴν φώτισε ὁ Θεός, τὸν ἔθαψε ἐκεῖ, σ’ ἕνα ἐξοχικὸ ποὺ εἶχαν, σ’ ἕνα ἀγρόκτημα, Ἀλλὰ σὲ λίγο, τί ἔκανε αὐτός; Ἔβγαζε ἰάματα, ἔκανε θαύματα - ὁ μπεκρῆς, ἔ; Κι ὄχι μόνο. Πῆρε τὸ λείψανό του ἡ ἁγία, ἡ Ἀγλαΐς, τό ‘φερε στὴ Ρώμη, ἔκανε τὸ σπίτι ἐκκλησία, ἔβαλε τὸ λείψανο ἐκεῖ, τὸ ὁποῖο κι ἐθαυματουργοῦσε κάθε μέρα. Ὁ μπεκρὴς κι ὁ ἐρωδιός. Ὁ ἐραστής. Μάλιστα. Κι ἐκείνη ἔμενε κοντά, ζῶσα ἐν μετανοίᾳ, καὶ οἱ εὐχές τοῦ Βονιφατίου κι ὁ ἀγώνας ποὺ ἔκανε τὴν ἔβαλαν στὸν παράδεισο.

Εἶναι συγκινητικὰ αὐτά. Πολὺ συγκινητικὰ καὶ συγκλονιστικά. Γι’ αὐτὸ μὴν κρίνομε κανέναν, γιατὶ δὲν ξέρομε ὁ Θεὸς στὸ τέλος τί θὰ τοῦ δώσει. Καὶ τί ἔχει μέσα του ὁ καθένας. Ἐμεῖς κρίνομε τὸ ἀπ’ ἔξω, ὁ Θεὸς κρίνει τὸ ἀπὸ μέσα. Ἔτσι. Τί γίνεται; Μυστήριο εἶν’ ὁ ἄνθρωπος. Ἄβυσσος εἶν’ ὁ ἄνθρωπος, λέει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος.

π. Ἀνανίας Κουστένης  


Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

 


Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων

Παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων. ῏Ηταν ὥρα δειλινοῦ καὶ ἐγὼ καθόμουνα σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς «᾿Ακροπόλεως» εἰς τὴν Στοὰν τοῦ Πάππου, τότε. ῎Αλλος κανεὶς μοῦ φαίνεται ἀπὸ τὴν σύνταξι δὲν ἤτανε ἐκεῖ. Κάτι ἔγραφα ὅμως ἐκείνη τὴ στιγμή, καὶ ἤμουνα ἀπορροφημένος μὲ τὴν ἐργασία, ὅταν μέσα στὸ θαμπὸ φῶς τῆς ἑσπέρας, ποὺ γινότανε βαθύτερον εἰς τὸ γραφεῖον, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκε ἕνας ἄνθρωπος, μᾶλλον ὑψηλός, κακοντυμένος, μὲ ροῦχα ὁπωσδήποτε ἀπεριποίητα καὶ μακρὺ ἐπανωφόρι τριμμένο. Παρὰ τὴν φτωχικὴ ἐμφάνισιν, ἀπὸ τὰ μάτια του ἔσταζε μιὰ γλύκα. ᾿Εμπῆκε συνεσταλμένος.

– ῾Ο κύριος Σίγμα;

᾿Ενόμισα πὼς ἦταν κανένας ἀπὸ τοὺς φτωχούς, ποὺ συστημένοι εἰς ἐμὲ ἀπὸ τὴ διαχείρισι, ἤρχοντο νὰ πάρουνε σημείωμα γιὰ νὰ λάβουν τὸ χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

– ᾿Εγὼ εἶμαι, τοῦ ἀπήντησα, ἀλλὰ καθῆστε μιὰ στιγμή, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώσω κάτι ποὺ γράφω ἐδῶ καὶ ἀμέσως θὰ σᾶς διευκολύνω.

Ἐκάθησε σκυφτὸς μὲ γυρμένο τὸ κεφάλι καὶ κύτταζε διαρκῶς τὸ πάτωμα.

– ῾Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θά ᾿χη!

Καὶ τὸν κύτταζα μὲ βλέμμα πονεμένο καὶ μιὰ συμπάθεια μεγάλη ποὺ ἔφτανε μέχρι συγκινήσεως.

– ῾Ορῖστε, τοῦ εἶπα, ἅμα ἐτελείωσα.

– Μὲ ζητήσατε;

– ῎Οχι, ἐγὼ δὲν σᾶς ζήτησα, ἀλλὰ ξέρω γιατὶ ἤρθατε καὶ θὰ τελειώσω ἀμέσως τὴ δουλειά σας.

Μοῦ φαίνεται ὅτι δίναμε δέκα δραχμὰς σὲ κάθε ἄτομο οἰκογενείας.

Σημειωτέον ὅτι ἡ «᾿Ακρόπολις», ἡ ὁποία ἔκαμνε τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες τὶς μεγάλες αὐτὲς φιλανθρωπικὲς χειρονομίες, κινδύνευε νὰ μὴ βγῆ γιὰ ἔλλειψι χαρτιοῦ, οἱ δὲ συντάκται της νὰ μὴν πάρουν οὔτε δέκα δραχμὰς γιὰ νὰ περάσουν τὰ Χριστούγεννα.

Γιὰ νὰ κανονίσω τὸ ποσὸν ὅπου θὰ ἔπαιρνε, ἠθέλησα νὰ μάθω τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του.

– Εἶσθε παντρεμένος;

– ῎Οχι… ἀκόμη! μοῦ εἶπε μ᾿ ἕνα πικρὸ μειδίαμα.

– ῎Εχετε ἄλλη οἰκογένεια;

– Δύο ἀδελφές, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ.

Γιὰ νὰ τὸν βοηθήσω περισσότερο, ἐσκέφθηκα νὰ κάμω μία πλαστογραφία. Νὰ συμπεριλάβω ὡς συγκατοικούσας εἰς τὰς ᾿Αθήνας μὲ αὐτὸν καὶ τὰς ἀδελφάς του καὶ ἔκαμα μίαν ἀπόδειξιν γιὰ τριάκοντα δραχμές.

– Λαμβάνεις τὸν κόπο, τοῦ εἶπα, νὰ περάσης ἀπὸ τὸ λογιστήριον;

Εὐχαρίστησε ψιθυριστά, καὶ συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, ἀλλὰ σὰν νὰ κοντοστεκότανε.

– Κι αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;

Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.

– Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.

᾿Εσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε σκυφτὸς νὰ φύγη, ξαναγύρισε.

– Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;

– Δὲν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας, Χριστούγεννα εἶναι τώρα.

– Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν τὰ πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.

– Μά, δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἡμεῖς!…

– ῎Ε, τότε, πᾶρτε κι ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε. Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι.

᾿Εσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.

– Μὰ τί εἶναι, ἐπὶ τέλους, αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;

– Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.

– Τὸ διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καὶ ποιός εἶσθε ἐσεῖς;

– ῾Ο ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

– Ο ἴδιος;

–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!

῎Επεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.

῾Ο ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν ῾Ελλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμᾶτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!… Αὐτός, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλυκὲς πνευματικὲς καὶ ψυχικὲς συγκινήσεις, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινοὺς κι ἐζωντάνεψε ἐμπρός μας ἀνθρώπους μακρινοὺς κι ἄγνωστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Τοῦ ἔσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μία λέξι νὰ προφέρω. ᾿Απὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγη τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι. Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ…

Σταμάτης Σταματίου


Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ

Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ
μικρὴ φυτρώνει νεραντζιὰ
ἡ μικρή μου ἡ κοπελιὰ

Πόχει τὶς ρίζες στὸ βυθὸ
καὶ τὰ κλαδιὰ στὸν οὐρανὸ
τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπῶ

Πλάσμα δὲν εἶναι ἀνθρωπινὸ
δὲν εἶναι μήτε ξωτικὸ
τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπῶ

Μά ᾿χει τὸν ἥλιο φορεσιὰ
τὰ κύματα περπατηξιὰ
ἡ μικρή μου ἡ Παναγιὰ

Χάιντε νύφη τῆς θαλάσσης
τί φαμίλιες θὰ χαλάσεις

Νύφη μέσα στὰ μπουγάζια
μὲ τὰ πέπλα τὰ γαλάζια

Ἄνεμος νὰ μὴ σὲ πιάσει
λούλουδο μὴ σοῦ χαλάσει

Κι ἄν γενεῖ ποτὲ τὸ θάμα
κι ἀγαπήσεις κάνω τάμα

Νὰ σοῦ στείλω μιὰ μπρατσέρα
μὲ τὸν Πολικὸν Ἀστέρα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

 


Κοίτα πάνω καὶ πές μου τί βλέπεις

Ὁ Σέρλοκ Χόλμς καὶ ὁ βοηθὸς του Δρ. Γουάτσον πῆγαν γιὰ κάμπινγκ. Τὸ βράδυ, ἀφοῦ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν τὸ κρασάκι τους, ἔπεσαν γιὰ ὕπνο.

Ξαφνικά, μέσα στὴ νύχτα, ὁ Σέρλοκ Χόλμς σκουντάει τὸν Δρ. Γουάτσον.

– Γουάτσον, ξύπνα! Κοίτα πάνω καὶ πές μου τί βλέπεις.

– Τί νὰ δῶ, κ. Χόλμς; Ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων ἀστέρια.

– Καὶ τί συμπέρασμα βγάζεις ἀπὸ αὐτό;

– Κοιτάξτε …ἀστρονομικά, συμπεραίνω ὅτι ὑπάρχουν ἑκατομμύρια γαλαξίες στὸ σύμπαν καὶ συνεπῶς ἄπειρο πλῆθος ἀστέρων καὶ πλανητῶν. Ἀστρολογικά, ὁ Σκορπιὸς πρέπει νὰ βρίσκεται στὸ Λέοντα. Ὡρολογικά, πρέπει νὰ εἶναι περίπου τρεῖς καὶ τέταρτο τὰ ξημερώματα. Μετεωρολογικά, μᾶλλον θὰ κάνει καλὸ καιρὸ αὔριο. Θεολογικά, συμπεραίνω ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ ὅτι ἀποτελοῦμε ἕνα ἀπειροελάχιστο καὶ ἀσήμαντο κομμάτι τοῦ σύμπαντος. Ἐσεῖς τί συμπεραίνετε κ. Χολμς;

– Ὅτι μᾶς ἔκλεψαν τὴ σκηνὴ!


Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἀληθινὰ Χριστούγεννα

Τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει, μὲ κανέναν τρόπο, ὅποιος τὰ γιορτάζει μοναχὰ σὰν μία συγκινητικὴ συνήθεια, ποὺ εἶναι δεμένη περισσότερο μὲ τὶς συνηθισμένες χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν χειμώνα, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τὸ ζεστὸ τζάκι.

Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν ἀναβαθμὸ ποὺ λέγει:

«Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως».

Ψυχὴ καὶ σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μία γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιά του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατὰ τὸν λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο: «Τὴ δική μου τὴν εἰρήνη σᾶς δίνω, δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ τὴν εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ κόσμος».

Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ:

«Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».

Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε καὶ τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατὶ ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ ζωοδότης.

Φώτης Κόντογλου


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἡ χαρά!

Οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται συνεχῶς γιὰ νὰ ζητήσουν συμβουλὲς (σήμερα ἀπὸ τὶς 7:30 τὸ πρωί, ἐξομολόγηση, συζήτηση, συζήτηση, συζήτηση, τέσσερις ἄνθρωποι μὲ προβλήματα, χωρὶς νὰ λογαριάζω τὶς συναντήσεις ποὺ ἔχω ἀργότερα).

Καὶ κάποια ἀδυναμία ἢ ψεύτικη ντροπὴ μὲ συγκρατεῖ ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς πῶ: «Δὲν ἔχω καμιὰ συμβουλὴ νὰ σᾶς δώσω. Δὲν ἔχω παρὰ μιὰ ἀδύναμη, ἑτοιμόρροπη, ἀλλὰ ὡστόσο γιὰ μένα, ἀδιάλειπτη χαρά. Τὴ θέλετε;»

Ὄχι, δὲν τὴ θέλουν.

Θέλουν νὰ συζητοῦν γιὰ «προβλήματα» καὶ νὰ κουβεντιάζουν γιὰ «λύσεις».

Ὄχι, δὲν ὑπῆρξε μεγαλύτερη νίκη τοῦ Διαβόλου στὸν κόσμο ἄλλη ἀπ’ αὐτὴν τὴν «ψυχολογικοποιημένη» θρησκεία. Ὑπάρχουν τὰ πάντα στὴν ψυχολογία. Ἕνα πρᾶγμα εἶναι σ’ αὐτὴν ἀδιανόητο: ἡ χαρά!

Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

 


Ἄς εἶναι καλὰ ἡ μάνα σου

Καλὸ εἶναι οἱ γονεῖς νὰ δείχνουν στὸ παιδὶ ὅτι στενοχωριοῦνται γιὰ τὶς ἀταξίες ποὺ κάνει, ἀλλὰ νὰ μὴν τὸ πιέζουν καὶ νὰ προσεύχωνται. Ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ πόνο φέρνει θετικὰ ἀποτελέσματα. Ἂν πάλι τὸ παιδὶ κάνη κάποιο σφάλμα πολὺ σοβαρό, τότε οἱ γονεῖς νὰ ἐπέμβουν μὲ τρόπο. Ἂν δὲν εἶναι σοβαρό, ἂς τὸ παραβλέψουν λίγο, γιὰ νὰ μὴν ἐρεθίσουν τὸ παιδὶ καὶ χειροτερέψουν τὴν κατάστασή του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ κοντά τους. Μόνο νὰ προσεύχωνται στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία νὰ τὸ προστατεύη.

Ἡ προσευχὴ τῶν γονέων, ἰδίως τῆς μάνας, ἐπειδὴ εἶναι καρδιακὴ καὶ ἔχει πόνο, πολὺ εἰσακούεται. Ὅταν ἤμουν στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ἦρθε τυχαίως ἕνας νεαρὸς καὶ μὲ βρῆκε. Γύριζε στὴν Χαλκιδική, βρῆκε μιὰ παρέα μὲ προσκυνητὲς ποὺ ἔρχονταν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἦρθε καὶ αὐτὸς μαζί τους στὸ Κελλί. Πὰ‐πά, ἦταν ἄθεος, βλάσφημος, ἀναιδέστατος! Εἶχε μιὰ δαιμονικὴ ἐξυπνάδα καὶ δὲν πίστευε τίποτε. Τοὺς ἔβριζε ὅλους, μικροὺς‐μεγάλους. Ἀπὸ ᾿δῶ‐ἀπὸ ᾿κεῖ τὸν ἔφερα, ἦρθε σὲ ἕναν λογαριασμό· τὸν κούρεψα κιόλας, γιατὶ εἶχε κάτι μακριὰ μαλλιά!... «Κοίταξε, τοῦ λέω, ἂς εἶναι καλὰ ἡ μάνα σου. Οἱ προσευχές της σὲ κουβάλησαν ἐδῶ». «Ναί, Πάτερ, μοῦ λέει. Γύριζα στὴν Χαλκιδικὴ καὶ οὔτε κι ἐγὼ δὲν κατάλαβα πῶς ἦρθα ἐδῶ». «Ἂν τὸ μάθη ἡ μάνα σου ποὺ ἦρθες στὸ Ἅγιον Ὄρος, τοῦ λέω, καὶ σὲ δῆ ἔτσι κουρεμένο, τί χαρὰ θὰ κάνη!». «Ποῦ τὸ κατάλαβες, Πάτερ; μοῦ λέει. Πράγματι, χαρὰ ποὺ θὰ κάνη ἡ μάνα μου νὰ μὲ δῆ ἔτσι ἀλλαγμένο!». Ὁ Θεὸς τὸν τύλιξε ἀπὸ ᾿δῶ, τὸν τύλιξε ἀπὸ ᾿κεῖ καὶ τὸν πῆγε στὸν ...μάστορα! Πόση προσευχὴ θὰ ἔκανε ἡ καημένη ἡ μάνα του!

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

 


Τὸ μόνο ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος

Νὰ ξέρετε, μόνον τὰ πάθη καὶ οἱ ἁμαρτίες εἶναι δικές μας. Ὅ,τι καλὸ κάνουμε εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ὅ,τι ἀνοησίες κάνουμε εἶναι δικές μας. Λίγο ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀφήση, τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε. Ὅπως στὴν φυσικὴ ζωή, λίγο τὸ ὀξυγόνο νὰ μᾶς πάρη ὁ Θεός, ἀμέσως θὰ πεθάνουμε, ἔτσι καὶ στὴν πνευματικὴ ζωή, λίγο ἂν μᾶς ἀφαιρέση τὴν θεία Χάρη, πάει, χαθήκαμε.

Μιὰ φορὰ ἔνιωθα στὴν προσευχὴ μιὰ ἀγαλλίαση. Ὧρες στεκόμουν ὄρθιος καὶ δὲν ἔνιωθα καθόλου κούραση. Ὅσο προσευχόμουν, ἔνιωθα μιὰ γλυκειὰ ξεκούραση, κάτι ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐκφράσω. Ὕστερα μοῦ πέρασε ἕνας λογισμὸς ἀνθρώπινος: ἐπειδὴ μοῦ λείπουν δυὸ πλευρὰ καὶ εὔκολα κρυώνω, σκέφθηκα, γιὰ νὰ μὴ χάσω αὐτὴν τὴν κατάσταση καὶ νὰ προχωρήσω ὅσο πάει, νὰ πάρω ἕνα σάλι, νὰ τυλιχθῶ, μήπως ἀργότερα κρυώσω. Μόλις δέχθηκα αὐτὸν τὸν λογισμό, ἀμέσως σωριάσθηκα κάτω. Ἔμεινα πεσμένος κάτω μισὴ ὥρα περίπου καὶ μετὰ μπόρεσα νὰ σηκωθῶ νὰ πάω στὸ κελλὶ νὰ ξαπλώσω. Προηγουμένως, ὅσο προχωροῦσα στὴν προσευχή, ἔνιωθα σὰν ἕνα πούπουλο, ἕνα ἐλάφρωμα, μιὰ ἀγαλλίαση, ποὺ δὲν ἐκφράζεται. Μόλις ὅμως δέχθηκα αὐτὸν τὸν λογισμό, σωριάσθηκα κάτω. Ἂν ἔφερνα ἕναν ὑπερήφανο λογισμὸ καὶ ἔλεγα λ.χ. «ζήτημα εἶναι, ἂν ὑπάρχουν δύο‐τρεῖς σὲ τέτοια κατάσταση», τότε εἶναι ποὺ θὰ πάθαινα ζημιά. Σκέφθηκα ἀνθρώπινα, ὅπως σκέφτεται ὁ κουτσὸς νὰ πάρη τὰ δεκανίκια του, ὄχι δαιμονικά. Ἦταν ἕνας φυσικὸς λογισμός, ἀλλὰ καὶ πάλι εἶδες τί ἔπαθα.

Τὸ μόνο ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιὰ διάθεση καὶ ἀνάλογα μὲ αὐτὴν τὸν βοηθάει ὁ Θεός. Γιʹ αὐτὸ λέω, ὅσα ἀγαθὰ ἔχουμε εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἔργα μας εἶναι μηδὲν καὶ οἱ ἀρετές μας εἶναι μία συνέχεια ἀπὸ μηδενικά. Ἐμεῖς θὰ προσπαθοῦμε νὰ προσθέτουμε συνέχεια μηδενικὰ καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ βάλη τὴν μονάδα στὴν ἀρχή, γιὰ νὰ γίνουμε πλούσιοι. Ἐὰν δὲν βάλη τὴν μονάδα ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχή, χαμένος ὁ κόπος μας.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2024

 


Γνωρίζοντας ὅτι ποτὲ δὲν εἴμαστε ἄξιοι

Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὴν θεία Μετάληψη ἐπειδὴ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ νὰ προσερχόμαστε ἀκόμα πιὸ συχνὰ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ νοῦ, ἔχοντας ὅμως ταπείνωση καὶ πίστη, ὥστε ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀναξιότητά μας νὰ ἐπιθυμοῦμε διακαῶς τὴν ἴαση τῶν πληγῶν μας. Εἶναι ἀνάρμοστο νὰ μεταλαμβάνουμε μία φορὰ τὸν χρόνο, ὅπως ὁρισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας τὴν ἱερότητα τῶν θείων Μυστηρίων προσιτὴ μόνο στοὺς ἁγίους. Εἶναι προτιμότερο νὰ σκεφτόμαστε ὅτι ἡ Χάρη ποὺ λαμβάνουμε μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο μᾶς ἐξαγιάζει.

Κάθε ἄλλη συμπεριφορὰ φανερώνει περισσότερο οἴηση παρὰ ταπείνωση, καθὼς οἱ ἄνθρωποι, τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ προσέρχονται, πιστεύουν ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς θείας Κοινωνίας. Πολὺ καλύτερο θὰ ἦταν ἐάν, μὲ ταπείνωση καρδιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι ποτὲ δὲν εἴμαστε ἄξιοι τῶν θείων Μυστηρίων, μετέχουμε κάθε Κυριακὴ πρὸς ἴαση τῶν ἀσθενειῶν μας, παρὰ τυφλωμένοι ἀπὸ περηφάνεια νὰ νομίζουμε ὅτι, μετὰ τὴν πάροδο ἑνὸς χρόνου ἀποχῆς, γινόμαστε ἄξιοι τῆς θείας Μετάληψης.

Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανὸς


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2024

 


Νὰ εἶστε πάντα χαρούμενοι

Σὲ ἱκετεύω, χαρά μου, ἀπόκτησε τὸ πνεῦμα τῆς εἰρήνης.

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ κατέχει αὐτὸ τὸ πνεῦμα δὲν ταράσσεται ἀπὸ τίποτε.

Εἶναι σὰν κουφὸς καὶ ἄλαλος, σὰν νεκρὸς ὅταν πέφτουν πάνω του λύπες, συμφορές, κατηγορίες καὶ διωγμοί, ποὺ ἀναπόφευκτα ἔρχονται σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό.

Γιατὶ πρέπει νὰ περάσουμε πολλὲς θλίψεις, γιὰ νὰ μποῦμε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ἡ βαθιὰ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ σὲ ἀφήσει ποτέ.

Ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς διατηρεῖται μὲ τὴν ἀποφυγὴ τῆς κατάκρισης καὶ τὴν σιωπή.

Νὰ προσεύχεσθε ἀδιάκοπα. Νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ γιὰ τὰ πάντα. Νὰ εἶστε πάντα χαρούμενοι. Μὴν ἀφήσετε νὰ κυριευθεῖτε ἀπὸ πνεῦμα ἀπογοήτευσης.

Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ


Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Τί κάνουν τὰ κόμματα
Τότε, στὸν Ἐθνικὸ Διχασμό, γύρω στὸ 1915-16, ὅταν ἔρχονταν οἱ βενιζελικοὶ στὰ πράγματα, ἔστελναν τοὺς βασιλικοὺς στὴν πλατεία Κλαυθμῶνος καὶ ὅταν ἔρχονταν οἱ βασιλικοὶ ἔστελναν τοὺς βενιζελικούς.
Τὴν περίοδο αὐτή, λοιπόν, στὴν Κρήτη, ἕνας ἐπιθεωρητὴς δημοτικῆς ἐκπαίδευσης ἀνέβαινε, μ’ ἕνα μουλάρι, σ’ ἕνα ὀρεινὸ καὶ δύσβατο χωριό, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσει τὸν ἐκεῖ δάσκαλο. Στὸ δρόμο ποὺ «ἐπήγαινε» συναντᾶ ἕναν ἀγωγιάτη καὶ τὸν ρωτᾶ: «Δὲν μοῦ λές, πατριώτη, ὁ δάσκαλος τί εἶναι; βενιζελικὸς ἢ βασιλικός;». «Βενιζελικός», ἀπαντᾶ ὁ ἀγωγιάτης. «Ἄ, τὸ γαϊδούρι...» σχολίασε ὁ ἐπιθεωρητής. Ὁ ἀγωγιάτης ὅμως ἦταν βενιζελικὸς καὶ φίλος του δασκάλου καὶ ἔτρεξε νὰ μεταφέρει στὸν δάσκαλο τὴν στιχομυθία. «Τὸ καὶ τὸ δάσκαλε. Σὲ εἶπε γαϊδούρι».
Τὴν ἑπομένη μπαίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς στὴν τάξη καὶ ρωτᾶ τὸν δάσκαλο γιὰ τὸ ποιὸ εἶναι τὸ μάθημα τῆς ἡμέρας. «Τὰ σημεῖα τῆς στίξεως», ἀπαντᾶ ὁ δάσκαλος. «Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τί ξέρουν τὰ παιδιά», λέει ὁ ἐπιθεωρητής.
Ὁ δάσκαλος σήκωσε ἕνα μαθητή, τὸν Σήφη, στὸν πίνακα καὶ τοῦ εἶπε νὰ γράψει τὴν φράση: "Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶπε, (κόμμα) ὁ δάσκαλος εἶναι γαϊδούρι (τελεία).
Ἀφοῦ, ἔκπληκτος ὁ μαθητής, τὸ ἔγραψε, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: "Ποιὸς εἶναι, παιδί μου, γαϊδούρι;". "Ὁ δάσκαλος", ψέλλισε ὁ μαθητής. "Καὶ ποιὸς τὸ εἶπε;". "Ὁ ἐπιθεωρητής, κύριε".
"Ὡραία", εἶπε ὁ δάσκαλος; "σβῆσε τώρα τὸ κόμμα καὶ βάλ' το ἀλλιῶς". Ὁ ἐπιθεωρητής, (κόμμα) εἶπε ὁ δάσκαλος, (κόμμα) εἶναι γαϊδούρι". Μόλις τελείωσε ὁ μαθητής, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: "Ποιὸς εἶναι τώρα, παιδί μου, τὸ γαϊδούρι;". "Ὁ ἐπιθεωρητής", ἀπαντᾶ δειλὰ ὁ μαθητής. "Καὶ ποιὸς τὸ εἶπε;". "Ὁ δάσκαλος", ἀπαντᾶ ὁ μαθητής. Ὁπότε στρέφεται ὁ δάσκαλος στὴν τάξη καὶ λέει: "Εἴδατε παιδιὰ τί κάνουν τὰ κόμματα. Πότε βγάζουν γάιδαρο τὸν ἐπιθεωρητὴ καὶ πότε τὸν δάσκαλο".

Δημήτρης Νατσιὸς