Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020



Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα δῶρο
Ὅταν ἀναπολῶ τὸ παρελθόν μου καὶ σκέφτομαι πόσο χρόνο ἔχω χάσει γιὰ τὸ τίποτα, πόσο πολὺ χρόνο ἔχω σπαταλήσει ματαιοπονώντας, σὲ λάθη, τεμπελιά, σὲ ἀνικανότητα γιὰ νὰ ζήσω – πόσο λίγο ἐκτιμοῦσα τὴ ζωή, πόσες φορὲς ἁμάρτησα ἐνάντια στὴν καρδιά μου καὶ στὴν ψυχή μου – τότε ἡ καρδιά μου ματώνει.
Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα δῶρο, ἡ ζωὴ εἶναι εὐτυχία, κάθε λεπτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι μία αἰωνιότητα εὐτυχίας. Δὲν εἶμαι οὔτε κακόκεφος οὔτε ἀποκαρδιωμένος. Ἡ ζωὴ βρίσκεται παντοῦ, ἡ ζωὴ εἶναι ἐντός μας, ὄχι ἐκτός μας.
Θὰ βρίσκομαι ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα πλάσματα καὶ θὰ εἶμαι ἕνας ἄντρας μεταξὺ ἀντρῶν κι ἔτσι θὰ παραμείνω γιὰ πάντα, δὲν θὰ ἀποκαρδιωθῶ καὶ δὲν θὰ τὰ παρατήσω ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ – αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, αὐτὸ εἶναι τὸ νόημά της, θὰ τὸ θυμᾶμαι γιὰ πάντα. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ἔχει κυριεύσει τὴ ζωή μου καὶ τὸ αἷμα μου.
Φιοντὸρ Ντοστογιέφσκι

Γράμμα πρὸς τὸν ἀδελφό του, ὅταν γλίτωσε ἀπὸ τὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020


Ἡ χάρη τῆς ἀγάπης
Ὁ ἐπιστήμονας προσελκύει μὲ τὶς γνώσεις του, ὁ πλούσιος μὲ τὰ πλούτη του, ὁ ὡραῖος μὲ τὴν ὀμορφιά του, ὁ μάστορας μὲ τὴν τέχνη του. Ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς μόνον ἕναν περιορισμένο ἀριθμὸ ἀτόμων μπορεῖ νὰ ἑλκύσει. Ἐνῶ ἡ ἀγάπη ὅμως μπορεῖ νὰ ἑλκύσει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα. Ἡ χάρη τῆς ἀγάπης εἶναι ἀπεριόριστη. Καὶ ὁ μορφωμένος καὶ ὁ ἀμόρφωτος καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχὸς καὶ ὁ ἐπιδέξιος καὶ ὁ ἀδέξιος καὶ ὁ ὄμορφος καὶ ὁ ἄσχημος καὶ ὁ ὑγιὴς καὶ ὁ ἄρρωστος καὶ ὁ νεαρὸς καὶ ὁ ἡλικιωμένος, ὅλοι θέλουν νὰ τοὺς ἀγαπᾶνε. Ὁ Χριστὸς χάρισε τὴν ἀγάπη του σὲ ὅλους καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυσε τοὺς πάντες. Τοὺς ἀγκάλιασε ὅλους, ἀκόμη καὶ τοὺς νεκροὺς ποὺ ἀπὸ παλιὰ σάπιζαν ξεχασμένοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Ὁ ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶνε. Γι᾽ αὐτὸ πολλοὶ παλεύουν ἐναντίον τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο πολλοὶ προσπαθοῦν μὲ κληρονομιές, μὲ δῶρα ἢ μὲ εὐεργεσίες ποὺ κάνουνε σὲ διάφορα ἱδρύματα νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Ὁ ἄνθρωπος καὶ νεκρὸς θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶνε. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ἔχουν ἀγάπη γιὰ τοὺς πεθαμένους συγγενεῖς τους.
Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Θὰ ὑψωθῶ ἀπὸ τὴ γῆ, ὅλους τούς ἀνθρώπους θὰ τοὺς τραβήξω κοντά μου». Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν σταυρό, θυσιάζοντας τὸν ἑαυτό Του, λόγω τῆς ἀγάπη Του σήκωσε τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων, ἀκόμη καὶ αὐτῶν ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἅδη. Πρὶν τὸν Χριστό, κόρη μου, δὲν ὑπῆρχε οὔτε διδασκαλία γιὰ τὴν ἀγάπη ἀλλὰ οὔτε καὶ θρησκεία ἀγάπης.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Ἡ Ρωμηοσύνη
«Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν ἀποδεικνύεται. Περιγράφεται. Δὲν χρειάζεται ἀπολογητάς. Εἶναι ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ δέχεται κανεὶς ἢ τὸ ἀπορρίπτει. Διὰ τοῦτο τὰ παιδιὰ τῶν Ρωμηῶν ἢ παρέμενον πιστοὶ καὶ σκληροὶ Ρωμηοὶ ἢ ἐφράγκευον ἢ ἐτούρκευον. Καὶ σήμερον ἄλλοι παραμένουν Ρωμηοί, ἄλλοι ὅμως ἀμερικανεύουν, ρωσεύουν, φραντσεύουν, ἀγγλεύουν, δηλαδὴ γραικεύουν».
«Ὁ Ρωμηὸς ὀνειροπόλος καὶ ἀφελὴς δὲν εἶναι. Ἀλλὰ οὐδέποτε γίνεται πνευματικῶς ἢ σωματικῶς δοῦλος τοῦ συμμάχου. Γίνεται σύμμαχος πιστὸς εἰς τὰ συμπεφωνημένα ἀλλὰ ἰδεολογικῶς ἀδέσμευτος.
Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει πάλιν ὅτι δέχεται μόνον τὰ ρωμαίικα καὶ τίποτε τὸ ξένον. Δέχεται ὁ,τιδήποτε τὸ καλὸν καὶ τὸ κάμνει ρωμαίϊκον. Ὅπως γίνεται σύμμαχος μὲ ὅποιον συμφέρει ἐθνικῶς, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἀποκτᾶ ὅλα ὅσα χρειάζονται ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν ἐπιστημόνων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὰ προσαρμόζει εἰς τὸν ρωμαίϊκον πολιτισμόν του. Οὐδέποτε συγχέει τὰς θετικάς ἐπιστήμας μὲ τὸν πολιτισμόν, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι καὶ ὁ βάρβαρος δύναται νὰ ἔχει ἢ νὰ ἀποκτήσει καὶ νὰ προαγάγει τὰς θετικὰς ἐπιστήμας, διὰ νὰ χρησιμοποιήσει αὐτὰς εἰς τὴν ὑποδούλωσιν καὶ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι πνευματικὸς ἡγέτης καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ εἶναι ὡς τεχνοκράται καὶ ὡς οἰκονομικὴ δύναμις ἡγέται».
«Ναὶ μὲν ὁ Ρωμηὸς ἔχει ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν Ρωμηοσύνην του, ἀλλὰ οὔτε φανατικὸς οὔτε μισαλλόδοξος εἶναι καὶ οὔτε ἔχει καμμίαν ξενοφοβίαν. Ἀντιθέτως ἀγαπᾶ τοὺς ξένους, οὐχὶ ὅμως ἀφελῶς.
Τοῦτο διότι γνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλας τὰς φυλὰς καὶ ὅλα τὰ ἔθνη χωρὶς διάκρισιν καὶ χωρὶς προτίμησιν. Ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη του κατέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶναι ἡ ὑψίστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν. Ἀλλὰ κατανοεῖ ἄριστα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν Ρωμηόν, ὄχι ὅμως περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κάτοχον τῆς ἀληθείας, ἀλλ' ἐξ ἴσου ἀγαπᾶ τὸν κήρυκα τοῦ ψεύδους. Ἀγαπᾶ τὸν ἅγιον, ἀλλ' ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ἀκόμη καὶ τὸν διάβολον.
Διὰ τοῦτο ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι αὐτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη καὶ φιλότιμον καὶ ὄχι κίβδηλος αὐτοπεποίθησις, ἰταμότης καὶ ἐγωισμός. Ὁ ἡρωισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ἀληθὴς καὶ διαρκὴς κατάστασις τοῦ πνεύματος καὶ ὄχι ἀγριότης, βαρβαρότης καὶ ἁρπακτικότης. Οἱ μεγαλύτεροι ἥρωες τῆς Ρωμηοσύνης συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων».

Πρωτ. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020


Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση
Ἕνας ἀδελφὸς παρακάλεσε τὸν ἀββᾶ Ματώη: -Πές μου λόγο ὠφέλιμο.
-Πήγαινε, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος, νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ καρδιακὸ πένθος καὶ ταπείνωση.
Νὰ κοιτάζεις πάντα τὶς δικές σου ἁμαρτίες.
Νὰ μὴν κρίνεις τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ βάζεις τὸν ἑαυτό σου κάτω ἀπ' ὅλους.
Νὰ κόψεις τὴν παρρησία.
Νὰ συγκρατεῖς τὴ γλώσσα καὶ τὴν κοιλιά σου.
Καὶ ἂν κανεὶς μιλήσει γιὰ ὁποιοδήποτε πράγμα, μὴ φιλονικήσεις μαζί του· ἀλλ' ἂν μιλήσει σωστά, πές του, «Ναί». Ἂν πάλι δὲν μιλήσει σωστά, πές του, «Ἐσὺ ξέρεις πῶς μιλᾶς», καὶ μὴ λογομαχήσεις γιὰ ὅσα εἶπε.

Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020



Κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους
Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον. Ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του «καταδικάζει» τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς. Διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας. Διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν. Καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;». Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία. 
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020


Εἰς τὰ θεμέλια τοῦ φρενοκομείου
(Τὸ φρενοκομεῖο χτίστηκε μὲ κληροδότημα τοῦ Χίου
φιλάνθρωπου Τζωρτζῆ Δρομοκαΐτη (ποὺ πέθανε τὸ
1880) ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κοντὰ στὴ Μονὴ Δαφνίου,
γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ τὸ λένε καὶ «Δαφνί». Ὁ Σουρῆς δὲν
ἄφησε τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ῾δινε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ
...καυτηρίασε δεόντως... Ἀπρίλης 1884)
Ὢ Ἑορτὴ τῶν Ἑορτῶν... Ὢ εὐτυχὴς ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτης
νὰ βάλει στὸ μπαλκόνι τοῦ μιὰ κόκκινη παντιέρα
μὲ μιὰ χρυσὴν ἐπιγραφὴ «Ζωρζὴς Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια καὶ ρετσίνες.
Φρενοκομεῖο κτίζεται καὶ στὴ σοφὴν Ἑλλάδα!
ἄ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζὴ
καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴ τόση πρασινάδα
θὰ βρίσκουμε παρηγοριὰ κι ἡ μνήμη του θὰ ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!
Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!...
Εὑρέθη μὲς στοὺς Χιώτηδες, μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνει πρῶτα-πρῶτα.
Γεώργιος Σουρῆς

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020



῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του
Ὁ Πατέρας μᾶς ἀγάπησε τόσο, πού μᾶς ἔδωσε τόν Υἱό Του. ᾿Αλλά καί ὁ ῎Ιδιος ὁ Υἱός θέλησε καί ἐνσαρκώθηκε κι ἔζησε μαζί μας στή γῆ. Κι οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι καί ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων εἶδαν τόν Κύριο κατά σάρκα, ἀλλά δέν τόν ἐγνώρισαν ὅλοι ὡς Κύριο. Σ᾿ ἐμένα δέ, τόν γεμάτον ἁμαρτίες, δόθηκε ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα νά γνωρίσω πώς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι Θεός.
῾Ο Κύριος ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτόν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος εὐδοκεῖ. Καί ἡ ψυχή, ὅταν δῆ τόν Κύριο, εὐφραίνεται ταπεινά γιά τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Δεσπότη καί δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀγαπήση τίποτε ἄλλο τόσο, ὅπως ἀγαπᾶ τόν Δημιουργό της. Κι ἄν ἀκόμα ὅλα τά βλέπη κι ὅλους τούς ἀγαπᾶ, ὅμως πάνω ἀπ᾿ ὅλους θά ἀγαπᾶ τόν Κύριο.
῾Η ψυχή γνωρίζει αὐτή τήν ἀγάπη, δέν μπορεῖ ὅμως νά τήν μεταδώση μέ λόγια, γιατί γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. ῾Η ψυχή ξαφνικά βλέπει τόν Κύριο καί Τόν ἀναγνωρίζει. Ποιός θά μποροῦσε νά περιγράψη αὐτή τή χαρά καί ἀγαλλίαση;
Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα γεμίζει ὅλο τόν ἄνθρωπο.καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα. ῎Ετσι γνωρίζεται ὁ Θεός καί στόν οὐρανό καί στή γῆ.
῾Ο Κύριος μοῦ ἔδωσε κατά τό ἄμετρο ἔλεός Του κι ἐμέ τοῦ ἁμαρτωλοῦ αὐτή τή χάρη, γιά να γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό καί νά στραφοῦν πρός Αὐτόν.
Γράφω στό ὄνομα τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ. Ναί, τήν ἀλήθεια. Μάρτυράς μου ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος.
῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του καί ἡ ἀγάπη Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τῆς μάνας.γιατί ἡ μάνα μπορεῖ νά λησμονήση τό παιδί της, ἐνῶ ὁ Κύριος ποτέ δέν μᾶς λησμονεῖ. Κι ἄν ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ἔδινε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στόν ὀρθόδοξο λαό καί τούς μεγάλους μας ποιμενάρχες, δέν θά μπορούσαμε νά γνωρίσωμε πόσο πολύ μᾶς ἀγαπᾶ.
῎Ας εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος καί ἡ μεγάλη Του εὐσπλαγχνία πού δίνει σ᾿ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς τή χάρη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Πλούσιοι καί βασιλιάδες δέν γνωρίζουν τόν Κύριο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ φτωχοί μοναχοί καί βοσκοί γνωρίζομε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Γιά νά γνωρίση κανείς τόν Κύριο δέν χρειάζεται νά εἶναι πλούσιος ἤ ἐπιστήμονας, ἀλλά χρειάζεται νά εἶναι ὑπάκουος, ἐγκρατής, νά ἔχη πνεῦμα ταπεινό καί ν᾿ ἀγαπᾶ τόν πλησίον. ῾Ο Κύριος θ᾿ ἀγαπήση μιά τέτοια ψυχή, θά τῆς φανερώση ὁ ῎Ιδιος τόν ῾Εαυτό Του καί θά τήν διδάξη τή θεία ἀγάπη καί ταπείνωση καί θά τῆς δώση κάθε τι ὠφέλιμο γιά νά βρῆ ἀνάπαυση κοντά στόν Θεό.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020



Εἰς τὸν καιρό μου
Εἰς τὸν καιρὸ τῆς νεότητος ὁποὺ ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτιτι, σχολεῖα, ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν· μόλις ἦσαν μερικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμάθαιναν νὰ γράφουν καὶ νὰ διαβάζουν. Οἱ παλαιοὶ κονζαμπασῆδες, ὁποὺ ἦσαν οἱ πρώτιστοι τοῦ τόπου, μόλις ἤξευραν νὰ γράφουν τὸ ὄνομά τους. Τὸ μεγαλείτερο μέρος τῶν Ἀρχερέων δὲν ἤξευρε παρὰ ἐκκλησιαστικὰ κατὰ πρᾶξιν, κανένας ὅμως δὲν εἶχε μάθηση. Τὸ ψαλτήρι, τὸ κτωήχι, ὁ μηναῖος, ἄλλαι προφητεῖαι, ἦσαν τὰ βιβλία ὁποὺ ἀνέγνωσα.
Δὲν εἶναι παρὰ ἀφοῦ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, ὁποὺ εὕρηκα τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἁπλοελληνικήν. Τὰ βιβλία ὁποὺ ἐδιάβαζα συχνὰ ἦτον ἡ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἱστορία τοῦ Ἀριστομένη καὶ Γοργὼ καὶ ἡ Ἱστορία τοῦ Σκεντέρμπεη. Ἡ γαλλικὴ ἐπανάστασις καὶ ὁ Ναπολέων ἔκαμε, κατὰ τὴν γνώμη μου, νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πρωτύτερα τὰ ἔθνη δὲν ἐγνωρίζοντο, τοὺς βασιλεῖς τοὺς ἐνόμιζαν ὡς θεοὺς τῆς γῆς, καὶ ὅ,τι καὶ ἂν ἔκαμναν, τὸ ἔλεγαν καλὰ καμωμένο. Διὰ αὐτὸ καὶ εἶναι δυσκολότερο νὰ διοικήσεις τώρα λαόν.
Εἰς τὸν καιρό μου, τὸ ἐμπόριο ἦτον πολλὰ μικρό, τὰ χρήματα ἦσαν σπάνια, τὸ τάλληρο τὸ ἐπρόφθασα τρία γρόσια, καὶ ὅποιος εἶχε χίλια γρόσια, ἦτον πράγμα μεγάλο, καὶ ἔκαμνε κανεὶς δουλειές, ὅσες τώρα δὲν ἔκαμνε μὲ χίλια βενέτικα. Ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἦτον μικρή. Δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπανάστασίς μας, ὁποὺ ἐσχέτισε ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Εὑρίσκοντο ἄνθρωποι ὁποὺ δὲν ἐγνώριζαν ἄλλο χωριὸ μακρυὰ μίαν ὥρα ἀπὸ τὸ ἐδικό τους. Τὴν Ζάκυνθο τὴν ἐνόμιζαν ὡς νομίζομεν τώρα τὸ μακρύτερο μέρος τοῦ κόσμου. Ἡ Ἀμερικὴ μᾶς φαίνεται ὡς πῶς τοὺς ἐφαίνετο αὐτῶν ἡ Ζάκυνθος· ἔλεγαν εἰς τὴν Φραγκιά.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020



Σοφίας λόγοι
Ἂν δὲν θεραπεύτηκες ἀκόμα δὲ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς δὲν ἄκουσε τὶς προσευχὲς ποὺ γίνονται γιὰ σένα, ἀλλὰ πὼς δὲ θεραπεύει ἀμέσως μερικοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν περισσότερο. Μὲ τὰ πρόσκαιρα βάσανα ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα καὶ ταυτόχρονα κερδίζει τὴ σωτηρία του, γίνεται κληρονόμος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μὲ τὴν ἄπειρη σοφία Του τὰ ρυθμίζει ὅλα σύμφωνα μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ χαρίζει σὲ ὅλους αὐτὸ ποὺ τοὺς ὠφελεῖ. Ἐμᾶς δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ γιατὶ τὸ ἕνα γίνεται ἔτσι καὶ τὸ ἄλλο ἀλλιῶς, ἀλλὰ ν᾿ ἀφοσιωνόμαστε μὲ παιδικὴ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου πατέρα μας καὶ νὰ λέμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας: «Πάτερ ἡμῶν... γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου».
Ἂν θέλεις νὰ δεῖς καλύτερες μέρες, ν᾿ ἀγαπήσεις τὴν ἁγία ταπείνωση μ᾿ ὅλη σου τὴν ψυχὴ καὶ θὰ βρεῖς τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τόσο τὶς καλὲς ὅσο καὶ τὶς σκληρὲς ἐξουσίες γιὰ μᾶς. Τὶς πρῶτες γιὰ νὰ μᾶς παρηγοροῦν, τὶς δεύτερες γιὰ νὰ μᾶς προκαλέσουν συντριβὴ καὶ ταπείνωση.
Τὴν ψυχική σου ὠφέλεια θὰ τὴ βρεῖς ἐκεῖ ποὺ δὲ γίνεται τὸ θέλημά σου.
Στάρετς Ἀντώνιος τῆς Ὄπτινα

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020


Σοῦ ψιθυρίζω: «Πάτερ ἡμῶν!»
Ὅταν τὰ σύννεφα βροντοῦν καὶ οἱ ὠκεανοὶ μουγγρίζουν, εἶναι σὰ νὰ σοῦ φωνάζουν: «Κύριέ μας!»
Ὅταν οἱ μετεωρίτες πέφτουν καὶ φωτιὲς ξεπηδοῦν ἀπὸ τὴ γῆ, εἶναι σὰ νὰ κραυγάζουν: «Δημιουργέ μας!»
Ὅταν τὰ ἄνθη μπουμπουκιάζουν τὴν ἄνοιξη καὶ τὰ χελιδόνια κουβαλοῦν μὲ τὸ στόμα τους ξερὰ χόρτα γιὰ νὰ φτιάξουν φωλιὲς γιὰ τὰ μικρά τους, εἶναι σὰ νὰ σοῦ τραγουδοῦν: «Δέσποτά μας!»
Κι ὅταν ἐγὼ σηκώνω τὰ μάτια μου πρὸς τὸ θρόνο Σου, σοῦ ψιθυρίζω: «Πάτερ ἡμῶν!»
Ὑπῆρχε κάποια ἐποχή, μία μακρὰ καὶ φοβερὴ ἐποχή, πού κι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀπευθυνόταν σὲ Σένα, σὲ φώναζε Κύριο, Δημιουργό, Δεσπότη! Μάλιστα! Τότε πού ὁ ἄνθρωπος ἔνιωθε πώς εἶναι ἁπλὰ ἕνα ἀντικείμενο ἀνάμεσα στὰ ἄλλα. Τώρα ὅμως, μὲ τὴ χάρη τοῦ Μονογενοῦς Σου Υἱοῦ μάθαμε τὸ πραγματικό Σου ὄνομα. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ τολμῶ, μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, νὰ Σὲ ὀνομάσω «Πατέρα».
Ἂν Σὲ ὁμολογήσω «Κύριο», ὑποκλίνομαι μπροστά Σου ἔντρομος, σὰν ἕνας ἀπὸ μία ἀμέτρητη στρατιὰ σκλάβων.
Ἂν Σὲ καλέσω «Δημιουργό», χωρίζομαι ἀπὸ Σένα, ὅπως ἡ νύχτα χωρίζεται ἀπὸ τὴ μέρα καὶ τὸ φύλλο ἀπὸ τὸ δέντρο.
Ἂν Σὲ κοιτάξω καὶ Σὲ ὀνομάσω «Δέσποτα», θὰ εἶμαι σὰν μία πέτρα ἀνάμεσα σὲ πέτρες, σὰν μία καμήλα ἀνάμεσα σὲ καμῆλες.
Ἂν ὅμως ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ ψιθυρίσω «Πατέρα», ἡ ἀγάπη παίρνει τὸ μέρος τοῦ φόβου, ἡ γῆ μοιάζει ν’ ἀνεβαίνει καὶ νὰ ἐγγίζει τὸν οὐρανό. Κι ἐγὼ περπατῶ μαζί Σου.
Σὲ νιώθω σὰν σύντροφο στὶς ὀμορφιὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ μοιράζομαι τὴ δόξα Σου, τὴ δύναμή Σου.
Πάτερ ἡμῶν! Εἶσαι ὁ Πατέρας ὅλων μας. Ἂν σὲ καλοῦσα Πατέρα μου, θὰ μείωνα καὶ Σένα καὶ μένα.
Πάτερ ἡμῶν! Δὲ νοιάζεσαι μόνο γιὰ μένα, ἕνα ἄτομο, μὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Σκοπός Σου εἶναι ἡ βασιλεία Σου, ὄχι ἕνας μεμονωμένος ἄνθρωπος.
Ὁ ἐγωισμός μου σὲ καλεῖ, Πατέρα μου. Ἡ ἀγάπη μου Σοῦ φωνάζει: Πατέρα μας!
Στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀδελφῶν μου, προσεύχομαι καὶ λέω: «Πάτερ ἡμῶν»!
Στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ὄντων πού μὲ περιβάλλουν καὶ μὲ τὰ ὁποῖα μὲ ἔχεις πλάσει,προσεύχομαι: «Πάτερ ἡμῶν!»
Προσεύχομαι σὲ Σένα, Πατέρα τοῦ σύμπαντος, προσεύχομαι γιὰ ἕνα πράγμα μόνο: Ἂς ἀνατείλει σύντομα ἡ μεγάλη μέρα πού ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ζωντανοὶ κι οἱ νεκροί, ἁρμονικά, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τ’ ἀστέρια, τὰ θηρία κι ὅλα τὰ πλάσματα, θὰ Σὲ καλέσουν μὲ τὸ πραγματικό Σου ὄνομα: «Πάτερ ἡμῶν!», «Πατέρα μας!»
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020



Στὴν ἐκκλησία
Τὴν ἐκκλησίαν ἀγαπῶ, τὰ ἑξαπτέρυγά της
τὰ ἀσήμια τῶν σκευῶν, τὰ κηροπήγια της,
τὰ φῶτα, τὶς εἰκόνες της, τὸν ἄμβωνά της.
Ἐκεῖ σὰν μπῶ, μὲς σὲ ἐκκλησία τῶν Γραικῶν,
μὲ τῶν θυμιαμάτων της τὶς εὐωδίες,
μὲ τὶς λειτουργικὲς φωνὲς καὶ συμφωνίες,
τὶς μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καὶ κάθε των κινήσεως τὸν σοβαρὸ ρυθμό,
λαμπρότατοι μέσ᾿ τῶν ἀμφίων τὸν στολισμό,
ὁ νοῦς μου πηγαίνει σὲ τιμὲς μεγάλες τῆς φυλῆς μας,
στὸν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.
Κωνσταντῖνος Καβάφης

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020



Σοφίας λόγοι
Ἐκεῖνος πού ἀγωνίζεται πολύ καιρό καί δέ βλέπει πνευματική πρόοδο, ἔχει ὑπερηφάνεια καί ἐγωισμό. Πνευματική πρόοδος ὑπάρχει ἐκεῖ πού ὑπάρχει πολλή ταπείνωση.
Ποτέ νά μήν κατακρίνουμε. Ὅταν βλέπουμε κάποιον νά πέφτει στήν ἁμαρτία, νά κλαῖμε καί νά παρακαλᾶμε τόν Θεό νά τόν συγχωρέσει.
Ὅταν μᾶς κυριεύει ὁ ἐγωϊσμός, μικρό θέμα μεγάλος καυγᾶς.
Ἐκεῖνος πού βοηθᾶ τόν πλησίον του, λαμβάνει βοήθεια ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖνος πού κατηγορεῖ τόν συνάνθρωπό του μέ φθόνο, ἔχει κατήγορό του τόν Θεό.
Ποιός ἐνδιαφέρεται σήμερα γιά τόν ἄλλο; Κανείς. Ὅλοι ἐνδιαφερόμαστε γιά τόν ἑαυτό μας, γιά τόν ἄλλο τίποτα. Γι’αὐτό θά δώσουμε λόγο. Γιατί ὁ Θεός πού εἶναι ὅλος ἀγάπη δέ θά μᾶς συγχωρέσει αὐτή τήν ἀδιαφορία γιά τόν πλησίον μας.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020



Αὐτὰ εἶναι κρίματα Θεοῦ
Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος βυθίζοντας κάποια φορὰ βαθιὰ τὴ σκέψη του στοῦ Θεοῦ τὴν κρίση ζήτησε νὰ μάθει:
«Κύριε, εἶπε, πῶς μερικοὶ ζοῦν λίγα χρόνια καὶ πεθαίνουν, ἐνῷ ἄλλοι φτάνουν στὰ βαθιὰ γεράματα; Γιατὶ κάποιοι ζοῦν μέσα στὴ φτώχεια καὶ ἄλλοι πλουτίζουν; Καὶ πῶς συμβαίνει ἄδικοι νὰ πλουτίζουν καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι νά᾿ναι φτωχοί;»
Ἄκουσε τότε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει:
«Ἀντώνιε, τὸν ἑαυτό σου πρόσεχε. Αὐτὰ εἶναι κρίματα Θεοῦ καὶ δὲν σοῦ συμφέρει νὰ τὰ μάθεις».

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020



Ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου
-Καὶ μόνος του νὰ εἶναι κανεὶς ἀνάμεσα στοὺς κοσμικούς, ἂν εἶναι σωστὸς χριστιανός, μεταβάλλει τὸ κοσμικὸ αὐτὸ περιβάλλον σ’ ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου.
-Δὲν εἶναι ἡ ζωὴ καρναβάλι καὶ ἐπιπολαιότης. Εἶναι ζωὴ τὴν ὁποία περιμένει ὁ οὐρανός.
-Ἡ μεγαλύτερη μορφὴ ἀγάπης εἶναι νὰ προσεύχεσαι γιὰ κάποιον ποὺ δὲν τὸ ξέρει...
Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης

Σάββατο 30 Μαΐου 2020


Ἀληθινὴ ζωὴ ποὺ δὲν τελειώνει μὲ τὸν θάνατον
Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ ἐπὶ τῆς γῆς ἀρχίζει ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, διότι εἶναι ζωὴ ποὺ δὲν τελειώνει μὲ τὸν θάνατον. Ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρωπίνη ζωὴ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνα ἀργὸν ψυχομάχημα, ποὺ καταλήγει ἀναπόφευκτα εἰς τὸν θάνατον.
Ἀλλὰ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν τελειώνει μὲ τὸν θάνατον. Καὶ μία τοιαύτη ζωὴ ἔγινε δυνατότης ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, μόνον διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ζωὴ εἶναι ἀληθινὴ ζωὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ. Διότι αὐτὴ εἶναι ἁγία ζωὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀθάνατος ζωή.
Ὅπως μέσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν εὑρίσκεται ὁ θάνατος, οὕτω καὶ εἰς τὴν ἁγιότητα ἡ ἀθανασία. Μόνον διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἀναστάντα Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος ζῇ τὸ περισσότερον ἀποφασιστικὸν θαῦμα τῆς ὑπάρξεώς του: τὴν μετάβασιν ἀπὸ τὸν θάνατον εἰς τὴν ἀθανασίαν, ἀπὸ τὸ πεπερασμένον εἰς τὴν αἰωνιότητα, ἀπὸ τὸν ᾅδην εἰς τὸν παράδεισον.
Μόνον τότε εὑρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του, τὸν ἀληθινόν, τὸν αἰώνιον ἑαυτόν του: «ἀπολωλὼς ἦν, καὶ εὑρέθη», διότι - «νεκρὸς ἦν, καὶ ἀνέζησε».
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020


Πιὸ πολὺ
-Νὰ μιλᾶτε πιὸ πολὺ στὸν Θεὸ γιὰ τὰ παιδιά σας, παρὰ στὰ παιδιά σας γιὰ τὸν Θεό.
-Ὅσα προγράμματα ἔκανα ἐγὼ ὅλα ἀπέτυχαν, γι’αὐτὸ ἀφήνω πλέον τὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου νὰ τὸ κάνει ὁ Θεός.
-Ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μας πρέπει νὰ τὰ βλέπουμε ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητος. Τότε μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὶς πραγματικές τους διαστάσεις.
π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020



Γιατί ἀγρυπνῶ
Δυὸ γλυκὰ ματάκια, μάτια ζαφειρένια,
μ᾿ ἄνοιξαν πληγή·
κι᾿ ἀγρυπνῶ ἀπ᾿ τὸν πόνο κι ἀγρυπνῶ ἀπ᾿ τὴν ἔννοια
κι᾿ ἀπ᾿ τὴ συλλογή.
Τῆς νυχτὸς ἡ πάχνη χάνεται κι᾿ ἐκείνη
ὅμοια μὲ καπνό·
ἡ αὐγὴ προβάλλει, τὸ φεγγάρι σβήνει,
κι᾿ ὅμως ἀγρυπνῶ.
Ἀγρυπνῶ τὴν ὥρα ποὺ κρυφοφιλιοῦνται
τ᾿ ἄστρα ζηλευτά,
ἀγρυπνῶ τὴν ὥρα ποὺ γλυκοκοιμοῦνται
τὰ ματάκια αὐτά.
Τίνος εἶν᾿ τὰ μάτια; Μὴ ρωτᾷς ἐμένα,
κόρη εὐγενική·
σῦρε στὸν καθρέπτη καὶ ζωγραφισμένα
θὰ τὰ δῇς ἐκεῖ.
Ἰωάννης Πολέμης

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020


Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς
Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.
Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.
Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.
Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!
Κώστας Βάρναλης

Τρίτη 19 Μαΐου 2020


Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο
Ὁ Νικόλαος Σαββούδης γεν­νή­θη­κε τό 1899 στό Γυα­λί Τσι­φλί­κι τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Με­τά τόν ξερ­ρι­ζω­μό τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πό τήν Μι­κρα­σί­α, ἦρ­θε ὡς πρό­σφυ­γας στό χω­ριό Βα­το­πέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς. Ὅ­ταν ἦρ­θε σέ ἡ­λι­κί­α γά­μου νυμ­φεύ­θη­κε καί ἀ­πό τόν γά­μο του ἀ­πέ­κτη­σε μία κό­ρη καί ἐγ­γό­νια. Ἡ σύ­ζυ­γός του εἶ­χε δύ­σκο­λο χα­ρα­κτῆ­ρα κα­θώς καί ὁ γ­α­μπρός του. Τούς ἀντι­με­τώ­πι­ζε ὅ­μως μέ ἠ­ρε­μί­α.
Ἦ­ταν γε­νι­κά ἤ­ρε­μος ἄν­θρω­πος. Ζοῦ­σε σάν ἀ­σκη­τής, νή­στευ­ε πο­λύ, με­λε­τοῦ­σε βι­βλί­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί ἀ­σκη­τι­κά, πού ἔ­φε­ρε ἀ­πό τήν «πα­τρί­δα», καί συμ­βού­λευ­ε τά ἐγ­γό­νια του δί­νοντάς τους ἐ­φό­δια γιά­ τήν ζω­ή.
Ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα βο­σκοῦ­σε τά πρό­βα­τα. Τό Σάβ­βα­το τό ἀ­πό­γευ­μα ἐ­πέ­στρε­φε στό σπί­τι καί ἑ­τοι­μα­ζό­ταν γι­ά τήν θεία Λει­τουρ­γί­α τῆς Κυ­ρια­κῆς.
Στήν Ἐκ­κλη­σί­α δι­α­κο­νοῦ­σε ἀ­νά­βοντας τά καντή­­λια καί βο­η­θώντας τόν ἱ­ε­ρέ­α.
Ἔ­κα­νε ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες. Στήν πε­ρί­ο­δο τῆς Κα­το­χῆς ἔ­κρυ­ψε ἕ­ναν Ἄγ­γλο γι­ά νά τοῦ σώ­ση τήν ζω­ή, τόν πε­ρι­ποι­ή­θη­κε ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε, καί τόν φι­λο­ξέ­νη­σε ὅ­σο δι­ά­στη­μα χρει­ά­στη­κε.
Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἕ­νας συγ­χω­ρια­νός του, πού ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἦταν φτωχή καί δέν εἶ­χε χρή­μα­τα γι­ά τήν κη­δεί­α, ὁ Νι­κό­λαος πῆ­γε κρυ­φά στό σπί­τι τους καί ἄ­φη­σε χρή­μα­τα. Οἱ ἄνθρω­ποι τοῦ σπι­τιοῦ πο­τέ δέν ἔ­μα­θαν ποι­ός «κα­λός ἄγ­γε­λος» τούς ἔ­στει­λε τήν βο­ή­θεια.
Φι­λο­ξε­νοῦ­σε συ­χνά στό σπί­τι του ἀν­θρώ­πους πε­ρα­στι­κούς πού νυ­χτώ­νο­νταν στό χω­ριό.
Τόν Νι­κό­λαο Σαβ­βού­δη εἶ­χε γνω­ρί­σει καί ὁ γέ­ρο­ντας Γρη­γό­ριος, πνευ­μα­τι­κός τῆς Ἱ. Μ.Τιμί­ου Προ­δρό­μου Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀνα­φέ­ρει:
«Βρι­σκό­μουν στό χω­ριό Βα­το­πέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς. Μό­λις εἶ­χα φθά­σει καί στήν σκι­ά κά­ποι­ου πεύ­κου συ­ζη­τοῦ­σα μέ 5–6 χω­ρι­κούς. Σέ λί­γο ἔ­φθα­σε ἐ­κεῖ καί κά­ποι­ος με­σό­κο­πος, πενηντά­ρης πε­ρί­που, χαι­ρέ­τη­σε καί στά­θη­κε σι­ω­πη­λός πα­ρα­πέ­ρα. Ἕ­νας ἐκ τῶν χω­ρι­κῶν μοῦ εἶ­πε: “Αὐ­τός πά­ει τά με­σά­νυ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἀ­νά­βει τά καν­τή­λια γι­ά νά βλέ­πουν οἱ Ἅγι­οι­”.
»Ἔ­τσι γνώ­ρι­σα τόν μπαρ­μπα–Νι­κό­λα Σαβ­βού­δη. Ἐ­πει­δή πή­γαι­να συ­χνά στό χω­ριό Βα­τοπέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς, πάν­το­τε τόν ἔ­βλε­πα σι­ω­πη­λό, ἤ­ρε­μο καί γα­λή­νιο. Πάν­τα πρῶ­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Στε­κό­ταν δί­πλα στό ψαλ­τή­ρι καί ψι­θύ­ρι­ζε πα­ρα­κο­λου­θώντας τόν ἱ­ε­ροψάλ­τη. Μό­νον ἐ­κεῖ ἄ­κου­γες τήν φω­νή του σέ πο­λύ χα­μη­λό τό­νο. Μό­λις κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἔ­ψελ­νε. Ἔ­λε­γε καί τό “Πά­τερ ἡ­μῶ­ν”, πάντο­τε ἦ­ταν δι­κό του.
»Μυ­στή­ριο ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας. Κά­ποι­α μέ­ρα πῆ­γα στό σπί­τι του, –ἕ­να ἡ­μι­υ­πό­γει­ο, ἁ­πλό, ἀ­πέ­ριτ­το, γι­ά πά­τω­μα εἶ­χε τσι­μέντο, ἀ­σκη­τι­κώ­τα­το–, γι­ά νά τόν γνω­ρί­σω κα­λύ­τε­ρα. Στόν πά­νω ὄ­ρο­φο ἔ­με­νε ὁ γα­μπρός του πού, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα, τόν κα­κο­με­τα­χει­ριζό­ταν. Ἦ­ταν πο­λύ νευ­ρι­κός ἀλ­λά ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας κου­βέντα δέν ἔ­λε­γε γι᾿ αὐ­τόν. Νό­μι­ζες πώς δέν εἶ­χε μι­λιά. Ὅ­μως ὁ μπαρμ­πα–Νι­κό­λας ὄ­χι μό­νον ἤ­ξε­ρε νά μι­λᾶ μά καί δι­ά­βα­ζε Πα­τέ­ρες.
»Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κτός ἀ­πό τόν ἅ­γιο Δα­μα­σκη­νό καί ἄλ­λους Πα­τέ­ρες, φι­λο­καλι­κούς καί μή. Ὅλα αὐ­τά τά βι­βλί­α τά με­λε­τοῦ­σε ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας καί φαί­νε­ται πώς προ­σπα­θοῦ­σε νά βά­λη σέ ἐ­φαρ­μο­γή τήν πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α γι᾿ αὐ­τό ἐ­κτός ἀ­πό τήν σι­ω­πή ἦ­ταν στολι­σμέ­νος καί μέ ἄλ­λες ἀ­ρε­τές. Πο­τέ δέν ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τούς ἄλ­λους. Ἄν καί τόν πε­ρι­έπαι­ζαν οἱ συγ­χω­ρια­νοί του, αὐ­τός τούς ἀντι­με­τώ­πι­ζε μέ τήν σι­ω­πή του καί μ᾿ ἕ­να ἐ­λα­φρό μει­δί­α­μα.
»Ἀπ᾿ ὅ­σα εἶ­δα πρέ­πει νά ἔ­κα­νε ἄ­σκη­ση με­γά­λη καί νά ἀ­γα­ποῦ­σε τήν προ­σευ­χή. Κα­νείς ὅ­μως δέν γνώ­ρι­ζε τί προ­σευ­χές ἔ­κα­νε μό­νος μό­νῳ Θε­ῷ. Πολ­λά μυ­στι­κά πῆ­ρε μα­ζί του, για­τί ἦ­ταν πο­λύ σι­ω­πη­λός. Ἀ­πό τούς χω­ρι­κούς ἔ­μα­θα ὅ­τι ζοῦ­σε μέ τά χρή­μα­τα πού τοῦ ἔ­στελ­νε κά­ποι­ος Ἄγ­γλος πρώ­ην ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη για­τί στήν Γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή ὁ μπαρμπα–Νι­κό­λας μέ κίν­δυ­νο ζω­ῆς τόν ἔκρυ­ψε στό σπί­τι του καί τόν γλύ­τω­σε ἀ­πό τούς Γερ­μα­νούς.
»Στίς 24 Νοεμβρίου 1969 μέ εἰ­δο­ποί­η­σαν ὅ­τι ὁ ἀ­γα­θός καί ἥ­συ­χος Νι­κό­λα­ος ἔ­κλει­σε τά μά­τια του. Τά ἄ­φη­σα ὅ­λα καί πῆ­γα στό Βα­το­πέ­δι. Τόν δι­α­βά­σα­με καί «τόν φυ­τέ­ψα­με» (θά­ψα­με), ὅ­πως λέ­νε οἱ χω­ρι­κοί, γι­ά νά ἀν­θί­ση στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν γαλήνιο μέ­σα στό φέ­ρε­τρο, νό­μι­ζες πώς κοι­μό­ταν.
»Πέ­ρα­σαν τρί­α χρό­νια ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του καί τρεῖς εὐ­λα­βεῖς γυ­ναῖ­κες, πο­λύ γνω­στές μου, πῆ­γαν νά τόν ξε­θά­ψουν, νά κά­νουν ἀ­να­κο­μι­δή. Ὅ­ταν βρῆ­καν τό λεί­ψα­νό του τἄ­χασαν. Ἦ­ταν ἀ­κέ­ραι­ο, ὁ­λο­κί­τρι­νο καί ἀ­νέ­δι­δε ἁ­πα­λή εὐ­ω­δί­α! Ἡ κ. Βαρ­βά­ρα, μία ἀπό τίς τρεῖς, τό σή­κω­σε λί­γο μέ τά χέ­ρια της καί εἶ­δε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λα­φρό. “Σάν νά ἦ­ταν μό­νο κόκ­κα­λα μέ τό δέρ­μα­”, ὅ­πως ἔ­λε­γε.
»Ἔκ­πλη­κτες μπρο­στά στό πρω­το­φα­νές καί ἀ­προσ­δό­κη­το γε­γο­νός, μή γνω­ρί­ζοντας τί νά κά­νουν, θε­ώ­ρη­σαν κα­λό νά θά­ψουν πά­λι τό τί­μιο λεί­ψα­νο τοῦ μα­κα­ρί­ου Νι­κο­λά­ου Σαβ­βού­δη».
Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

Κυριακή 17 Μαΐου 2020


Περὶ θείου ἔρωτος
Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἀγάπη τοῦ θείου τελεία, ἐκδηλουμένη ὡς πόθος τοῦ θείου ἄπαυστος. Ὁ θεῖος ἔρως γεννᾶται ἐν τῇ κεκαθαρμένῃ καρδίᾳ διότι ἐν αὐτῇ ἐπιφοιτᾷ ἡ θεία χάρις. Ὁ ἔρως τοῦ Θείου εἶναι θεῖον δώρημα, δωρηθὲν τῇ ἀγνευούσῃ ψυχῇ ὑπὸ τῆς ἐπιφοιτησάσης καὶ ἀποκαλυφθείσης τῇ ψυχῇ θείας χάριτος. Ὁ θεῖος ἔρως οὐδενὶ ἐγγίγνεται ἄνευ θείας ἀποκαλύψεως· διότι ἡ ψυχὴ ἡ μὴ δεχθεῖσα ἀποκάλυψιν, δὲν ἔσχε τὴν ἐπ᾿ αὐτῆς ἐπίδρασιν τῆς χάριτος καὶ μένει ἀπαθὴς πρὸς τὸν θεῖον ἔρωτα· ἀδύνατον δὲ νὰ γεννηθῇ θεῖος ἔρως ἄνευ ἐπενεργούσης θείας δυνάμεως ἐπὶ τῆς καρδίας. Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἐνέργεια τῆς ἐνοικούσης ἐν τῇ καρδίᾳ θείας χάριτος.
Οἱ ἐρασταὶ τοῦ Θείου εἰλκύσθησαν πρὸς τὸν θεῖον ἔρωτα ὑπὸ τῆς ἐπενεργησάσης ἐπὶ τῆς καθαρᾶς αὐτῶν καρδίας θείας χάριτος, τῆς ἀποκαλυφθείσης τῇ ψυχῇ καὶ ἑλκυσάσης αὐτὴν πρὸς τὸν Θεόν. Ὁ ἐραστὴς τοῦ θείου αὐτὸς πρῶτος ὑπὸ τοῦ Θείου ἠράσθη, καὶ εἶτα αὐτὸς ἠράσθη τοῦ Θείου. Ὁ ἐραστὴς τοῦ Θείου πρότερον ἐγένετο υἱὸς ἀγάπης καὶ εἶτα τὸν οὐράνιον οὗτος ἠγάπησεν Πατέρα.
Ἡ καρδία τοῦ ἐρῶντος τὸν Κύριον οὐδέποτε καθεύδει, ἀλλ᾿ ἀεὶ γρηγορεῖ, διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἔρωτος. Ὁ ἄνθρωπος καθεύδει διὰ τὴν χρείαν τῆς φύσεως, ἡ δὲ καρδία γρηγοροῦσα ὑμνεῖ τὸ Θεῖον.
Ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει περὶ τοῦ πνευματικοῦ ἔρωτος: «Οὕτως ἐστὶν ἐπιτακτικὸς ὁ πνευματικὸς ἔρως, ὡς μηδενὶ περιχωρεῖν καιρῶ, ἀλλ᾿ ἀεὶ τῆς ψυχῆς ἔχεσθαι τοῦ φιλοῦντος, καὶ μηδεμίαν θλῖψιν ἢ ὀδύνην συγχωρεῖν περιγίνεσθαι τῆς ψυχῆς.»
Ἡ τὸν Θεὸν ἐρώσα ψυχὴ τῷ Θεῷ προσκολλᾶται στεῤῥῶς καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ πέποιθε καὶ τὴν ἐλπίδα αὐτῆς ἅπασαν Αὐτῷ ἀνέθετο. Ὁ θεῖος αὐτῆς ἔρως ἀνάγει αὐτὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Αὐτῷ διαλέγεται ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ἡ τῷ θείῳ ἔρωτι τρωθεῖσα ψυχὴ οὐδενὸς ἑτέρου ἐφίεται ἢ τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ, κατολιγωρεῖ δὲ τῶν πάντων καὶ πρὸς πάντα ἀηδῶς διάκειται.
Ἡ ἐρώσα τοῦ Θεοῦ ψυχὴ μελέτην αὐτῆς ἔχει τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ ἐνδιατριβὴν αὐτῆς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ. Φθεγγομένη διηγεῖται τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ καὶ διαλεγομένη λαλεῖ περὶ τῆς δόξης καὶ μεγαλοπρέπειας αὐτοῦ. Αἶνον καὶ ὕμνον ἀπαύστως ἀναπέμπει τῷ Θεῷ, πόθῳ δὲ θείῳ λατρεύει αὐτόν. Οὕτως ὁ θεῖος ἔρως ὅλην τὴν ψυχὴν ἑαυτῷ μεθηρμόσατο, ἑαυτῷ περιεποιήσατο καὶ ἐξῳκειώσατο.
Ἡ τοῦ Θείου ἐρασθεῖσα ψυχὴ ἐπέγνω τὸ θεῖον, ἡ δὲ ἐπίγνωσις ἀνέφλεξε τὸν θεῖον ἔρωτα αὐτῆς. Ἡ τοῦ Θεοῦ ἐρασθεῖσα ψυχὴ ἐγένετο μακάρια, διότι ἔτυχε τοῦ Θείου ἐφετοῦ τοῦ πληρώσαντος τοὺς πόθους αὐτῆς· πᾶσα ἐπιθυμία, πᾶσα ἐπιποθία, πᾶσα ἔφεσις ξένη πρὸς τὴν θείαν ἀγάπην, ἀποκρούεται ὑπ᾿ αὐτῆς ὡς ταπεινὴ καὶ ἀνάξια ἑαυτῆς.
Πόσον ἡ πρὸς τὸ Θεῖον ἀγάπη ἐπαμειβομένη ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης μεταρσιοῖ τὴν ἐρώσαν τοῦ Θείου ψυχήν! Αὕτη ἡ θεία ἀγάπη ὡς νεφέλη κούφη ἀναλαμβάνουσα τὴν ψυχὴν φέρει πρὸς τὴν ἀέναον πηγὴν τῆς ἀγάπης, πρὸς τὴν ἀϊδιον ἀγάπην, καὶ πληροῖ αὐτὴν φωτὸς ἀϊδίου.
Ἡ ὑπὸ τοῦ θείου ἔρωτος τρωθεῖσα ψυχὴ ἀεὶ χαίρει καὶ ἀγάλλεται καὶ σκιρτᾷ καὶ χορεύει, διότι εὑρίσκεται ἐπαναπαυομένη ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως· οὐδὲν τῶν τοῦ κόσμου θλιβερῶν ἰσχύει νὰ διαταράξη τὴν γαλήνην καὶ τὴν εἰρήνην αὐτῆς, οὐδὲ τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτῆς τῶν λυπηρῶν τί νὰ ἀφαιρέση.
Ἡ ἐρώσα τοῦ Θείου ψυχὴ μεταρσιουμένη ὑπὸ τῆς ἀγάπης ὑπεξίσταται πὼς τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καὶ αὐτοῦ τοῦ σώματος πὼς ἀποχωρεῖ καὶ ἑαυτῆς ἐπιλανθάνεται διὰ τὴν τελείαν πρὸς τὸ Θεῖον ἀφοσίωσιν.
Ἡ ἀνερμήνευτος γλυκύτης τῆς θείας ἀγάπης τὴν μὲν καρδίαν καταθέλγει καὶ κατακυριεύει, τὸν δὲ νοῦν ἕλκει πρὸς τὸ Θεῖον, ἵνα τοῦ Θεοῦ ἀπολαύσει ἐν ἀγαλλιάσει.
Ὁ θεῖος ἔρως τὴν πρὸς Θεὸν προμνηστεύεται οἰκείωσιν, ἡ δὲ γεῦσις τὴν πεῖναν.
Ἡ ψυχή, ἧς θεῖος ἅπτεται ἔρως, οὐδὲν ἕτερον λογίζεσθαι δύναται οὐδὲ ἐπιποθεῖν, ἀλλὰ συνεχῶς στενάζουσα λέγει· Κύριε, πότε ἤξω πρὸς Σὲ ὁ Θεός, ὡς ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων!
Τοιοῦτος ὁ θεῖος ἔρως ὁ κυριεύων τῆς ψυχῆς.
Ἅγιος Νεκτάριος