Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Ἡγεμὼν ἐκ Δυτικῆς Λιβύης
Ἄρεσε γενικῶς στὴν Ἀλεξάνδρεια,
τὲς δέκα μέρες ποὺ διέμεινεν αὐτοῦ,
ὁ ἡγεμὼν ἐκ Δυτικῆς Λιβύης
Ἀριστομένης, υἱὸς τοῦ Μενελάου.
Ὡς τ᾿ ὄνομά του, κ᾿ ἡ περιβολὴ κοσμίως ἑλληνική.
Δέχονταν εὐχαρίστως τὲς τιμές, ἀλλὰ
δὲν τὲς ἐπιζητοῦσεν· ἦταν μετριόφρων.
Ἀγόραζε βιβλία ἑλληνικά,
ἰδίως ἱστορικὰ καὶ φιλοσοφικά.
Πρὸ πάντων δὲ ἄνθρωπος λιγομίλητος.
Θἆταν βαθὺς στὲς σκέψεις, διεδίδετο,
κ᾿ οἱ τέτοιοι τό ᾿χουν φυσικὸ νὰ μὴ μιλοῦν πολλά.

Μήτε βαθὺς στὲς σκέψεις ἦταν, μήτε τίποτε.
Ἕνας τυχαῖος, ἀστεῖος ἄνθρωπος.
Πῆρε ὄνομα ἑλληνικό, ντύθηκε σὰν τοὺς Ἕλληνας,
ἔμαθ᾿ ἐπάνω-κάτω σὰν τοὺς Ἕλληνας νὰ φέρεται·
κ᾿ ἔτρεμεν ἡ ψυχή του μὴ τυχὸν
χαλάσει τὴν καλούτσικην ἐντύπωσι
μιλῶντας μὲ βαρβαρισμοὺς δεινοὺς τὰ ἑλληνικά,
κ᾿ οἱ Ἀλεξανδρινοὶ τὸν πάρουν στὸ ψιλό,
ὡς εἶναι τὸ συνήθειό τους, οἱ ἀπαίσιοι.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ περιορίζονταν σὲ λίγες λέξεις,
προσέχοντας μὲ δέος τὲς κλίσεις καὶ τὴν προφορά·
κ᾿ ἔπληττεν οὐκ ὀλίγον ἔχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Κωνσταντῖνος Καβάφης

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017


Ὀρθόδοξη ζωὴ καὶ μαρτυρία
-Τὶ μπορεῖτε νὰ μᾶς πεῖτε γιὰ τὸ θάρρος τοῦ Χριστιανοῦ νὰ ὁμολογεῖ σήμερα τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸ κάνει;
-Σήμερα οἱ Χριστιανοὶ ζοῦμε σὲ κοινωνίες ἐκκοσμικευμένες, ὅπου Θεὸς εἶναι τὸ χρῆμα. Σὲ τέτοιες συνθῆκες ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη εἶναι λίγο-πολὺ ζωντανὴ σὲ ὅλα τὰ παραδοσιακὰ Ὀρθόδοξα Κράτη, καὶ ἔτσι ὁ πολίτης τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, παρ’ ὅλες τὶς δυσκολίες, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι φορέας μιᾶς ζωντανῆς παραδόσεως, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πνευματικὴ ταυτότητα τῆς χώρας του. Μάλιστα, πολλοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴ Δύση βλέπουν μὲ νοσταλγία καὶ ἀγωνία πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ ζητοῦν τὴν μαρτυρία τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ ἐρώτημα «πῶς πρέπει νὰ ὁμολογεῖ ὁ πιστὸς τὴν Ὀρθοδοξία» δὲν εἶναι ἁπλό. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς συνθῆκες καὶ τὰ προσωπικὰ χαρίσματα τοῦ καθενός. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ ὁμολογοῦμε μὲ τὴ ζωή μας τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, δηλαδὴ νὰ εἴμαστε συνεπεῖς στὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ἡ παρουσία μας νὰ ἀποπνέει τὴν χάρι τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ ἀναστημένου Χριστοῦ.
-Πῶς μπορεῖ νὰ μετριάζεται ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο ἡ ἀρνητικὴ ἐπίδραση τῆς Δύσεως στὴ ζωὴ τοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανοῦ τῆς Ἀνατολῆς; Πῶς μποροῦμε εμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ βοηθήσουμε τὴν Δύση;
-Δὲν ὑπάρχει τώρα πιὰ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐφόσον ὁ καπιταλισμὸς καὶ ὁ καταναλωτισμὸς ἔχουν γίνει οἱ βασικὲς ἀξίες τοῦ βίου. Πῶς μπορεῖ νὰ προστατευθεῖ τὸ φρόνημα τοῦ Χριστιανοῦ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὄνειρο τῆς εὐμάρειας, ποὺ καταστρέφει ζωὲς καὶ συνειδήσεις; Τὸ μυστικὸ γιὰ τὸν κάθε πιστὸ εἶναι πρῶτον, νὰ διατηρήσει τὸ ἀσκητικὸ φρόνημα, δηλαδή νὰ ἔχει πάντα στὸν νοῦ του τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», καὶ δεύτερον, νὰ μὴ λησμονεῖ ὅτι ὁ βίος αὐτὸς εἶναι περίοδος ἑτοιμασίας γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ νὰ μὴ ταυτίζει τὴν ὁδὸ μὲ τὸν προορισμό. Μοναδικὸς σκοπὸς καὶ ἀληθινὴ ἀξία τοῦ βίου εἶναι νὰ ἀποτυπώσουμε μέσα μας τὴν μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νὰ ζοῦμε τώρα καὶ στὴν αἰωνιότητα μέσα στὸ φῶς Του. Ὅλοι οἱ ἐπὶ μέρους στόχοι πρέπει νὰ ἐκτιμῶνται ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο συμβάλλουν στὸν πρωταρχικὸ στόχο.

Στὸ ἐρώτημα «πῶς μποροῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ βοηθήσουμε τὴν Δύση», ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: «μὲ τὸ νὰ εἴμαστε πραγματικὰ Ὀρθόδοξοι. Νὰ ζοῦμε τὸ μυστήριο τῆς πίστεως καὶ νὰ βιώνουμε τὸ ὀρθόδοξο ἦθος –τὴν ἀγάπη– ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε τὴν μεγάλη σημασία τοῦ μοναχισμοῦ γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ Ὀρθόδοξου ἤθους. Τὰ μοναστήρια ποὺ λειτουργοῦν σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἶναι ὀάσεις χαρισματικοῦ βίου. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἐκκλησίες ποὺ δὲν διατηροῦν ὀργανωμένα μοναστήρια πάσχουν περισσότερο ἀπὸ ἐκκοσμίκευση καὶ ἀπὸ θεολογικὴ σύγχυση. Μακάρι νὰ μπορέσουν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτὸ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, καὶ νὰ βοηθήσουν στὴν ἐπάνδρωση καὶ ἀνάπτυξη τῶν μονῶν, χωρὶς νὰ θεωροῦν τοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς ὑπαλλήλους τους.
-Σήμερα ὁ ζῆλος γιὰ την προσευχὴ ἐλαττώθηκε περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε. Τὶ πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ προσευχόμενοι; Ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς;
-Ὁ ζῆλος γιὰ τὴν προσευχὴ ἐλαττώθηκε, γιατὶ ἐλαττώθηκε ἡ πίστη. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νὰ ἀποκτᾶ ἀμέσως καὶ χωρὶς κόπο αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ. Ὅταν βλέπει ὅτι αὐτὸ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις του, καταφεύγει σὲ ἄλλα μέσα, ὅπως εἶναι ἡ μαγεία. Οἱ πιστοὶ ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ τοῦτο τὸ πνεῦμα. Θέλουμε ἄμεσα ἀποτελέσματα, καὶ συνήθως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὸ δικό μας. Μὲ ἄλλα λόγια, ὑπάρχει ἔλλειμμα πίστεως, ἐλπίδας καὶ ἀγάπης. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Ἀκόμη κι ἂν δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκη νὰ προσευχηθοῦμε, πρέπει νὰ ὁρίζουμε ἕνα μικρὸ διάστημα καθημερινά, καὶ τὰ λεπτὰ αὐτὰ νὰ στεκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ μένουμε πιστοὶ στὸ πρόγραμμα αὐτό. Ἔτσι, σιγὰ σιγὰ ἡ προσευχὴ καλλιεργεῖται, καὶ ὁ Θεὸς κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του στὴν καρδιά μας, καὶ ἡ προσευχὴ γίνεται ἡ φυσικὴ κατάσταση τῆς ὑπάρξεώς μας. Μιὰ σύντομη, περιεκτικὴ καὶ δοκιμασμένη προσευχὴ εἶναι ἡ λεγόμενη εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ποὺ μπορεῖ νὰ ἀπαγγελθεῖ σὲ κάθε χῶρο, χρόνο καὶ περίσταση, καὶ εἰρηνεύει τὴν καρδιὰ μὲ τὴν δύναμη τοῦ θείου ὀνόματος.
Τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς εἶναι οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ ψάχνουμε γιὰ ἀποτελέσματα, γιατὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ φέρει ἄγχος, ἀγωνία ἢ καὶ πλάνη. Πρέπει μόνο νὰ στεκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ -αὐτὸ ἔχει τὴν μεγαλύτερη ἀξία, ἡ κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό- καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς χαρίσει αὐτὸ ποὺ γνωρίζει ὅτι εἶναι συμφέρον γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Ἀρχιμανδρίτης Χριστόδουλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους
Συνέντευξη σὲ ρουμανικὸ περιοδικό

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Ἀπαλλαγὴ κανένας δὲν ἐζήτησε
Σᾶς ἔχω πεῖ ὅτι κάποτε μὲ πλησίασε μία Γερόντισσα, καὶ λέει: «Θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ». «Μὰ ἐγὼ δὲν ἐξομολογῶ τοὺς καλογήρους, θὰ ἐξομολογήσω καλογριές;» «Ὄχι, θέλω νὰ πῶ τὸν λογισμό μου», λέει. «Ἔ, πὲς τὸν λογισμό σου».
Ἀφοῦ εἶπε κι ἐκείνη τὰ βάσανά της -γιατὶ πάντα βάσανα θὰ σοῦ πεῖ, δὲν θὰ σοῦ πεῖ χαρές-, λέει: «Εἶδα, σὰν ἕνα ὅραμα, ὅτι πάνω σ' ἕνα βουναλάκι καθόντουσαν οἱ Πατριάρχαι Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Καὶ λέω: Οἱ Πατριάρχαι εἴσαστε; Ναί, λένε, Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.
-Νὰ 'ρθω κι ἐγὼ ἐκεῖ;
-Ἔλα.
-Ἀπὸ ποῦ νὰ 'ρθω;
-Νά, ἀπὸ ΄κεῖ, ἀπ' τὸν δρόμο.
-Δὲν βλέπω κανέναν δρόμο.
-Ἐκεῖ εἶναι, ψάξε νὰ τὸν βρεῖς.
-Μά, δὲν βλέπω δρόμο.
-Ψάξε, βρὲ εὐλογημένη, ψάξε καὶ θὰ τὸν βρεῖς.
-Μά, αὐτὸς ὁ δρόμος εἶναι δεκαπέντε πόντους, πῶς θὰ περάσω; Ὅλο ἀγριοπούρναρα καὶ ἀγκάθια. Θὰ σχίσω τὰ φορέματά μου, θὰ ματώσω τὰ ποδάρια μου.
-Ἄ, κι ἐμεῖς ἀπὸ 'κεῖ περάσαμε καὶ ἤρθαμε ἐδῶ πάνω.»
Τὸ πράγμα θέλει νὰ πεῖ ὅτι διὰ μέσου τῶν θλίψεων, διὰ μέσου τῶν στενοχωριῶν, διὰ μέσου τοῦ αἵματος, ὁ ἄνθρωπος θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Μὲ ἀμεριμνία καὶ μὲ ἄνεση, μὲ αὐτοκίνητο, δὲν πᾶμε, πάτερ, στὸν Παράδεισο. Θὰ δώσεις αἷμα, νὰ πάρεις πνεῦμα. Ἔτσι κι αὐτὴ ἡ Γερόντισσα, δὲν ἀναφέρω τ' ὄνομά της: καρκίνο, ἐγχειρήσεις, τοῦτο, ἐκεῖνο, αὐτό, κι ὅμως προσευχομένη εἶδε τὴν Παναγία στὸν θρόνο της: «Περάστε οἱ ὅσιοι», λέει. Ὅλοι οἱ ὅσιοι πέρασαν μπροστά, σὰν παρέλαση, στὴν Παναγία. «Περάστε οἱ μεγαλομάρτυρες».
Αὐτὴ καθότανε ἐκεῖ, Γερόντισσα ἦταν, Ἡγουμένη. Καὶ στὸ τέλος πῆγε, ἔβαλε μετάνοια, φίλησε τὸ χέρι τῆς Παναγίας, ἦταν ἕνα βελοῦδο! Καὶ ἡ Παναγία τῆς εἶπε: «Ὑπομονή, ὑπομονή, ὑπομονή», καὶ ξύπνησε. Δηλαδή, ἂν θέλεις νὰ εἶσαι μαθήτρια καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, θ' ἀνέβεις κι ἐσὺ ἀπάνω στὸ Σταυρό.
Ἀπαλλαγὴ κανένας Ἅγιος δὲν ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Θεό. Ὑπομονὴ νὰ χαρίσει. Ἂν κάνεις ὑπομονή, θὰ 'χεις καὶ λιγάκι μισθό, ἂν θὰ 'χεις ἀπαλλαγή, δὲν ἔχεις τίποτες, μισθὸ δὲν ἔχεις.

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017


Καλῶς ἀνταμωθήκαμεν ἐμεῖς οἱ ντερτιλῆδες
Καλς νταμωθήκαμεν ἐμες ο ντερτιλδες,
νὰ κλάψουμε τὰ ντέρτια μας καὶ τὰ παράπονά μας.
Πάλε καλαῖς ἀντάμωσαις, πάλε ν’ ἀνταμωθοῦμε,
στὸν Ἅγιο Λιά, στὸν πλάτανο, ψηλὰ στὸ κρυονέρι,
πὄχουν οἱ κλέφταις σύνοδο κι οἱ καπιταναραῖοι,
πὄχουν ἀρνιὰ καὶ ψένουνε, κριάρια σουγλισμένα,
ὅπ' ἔχουν καὶ γλυκὸ κρασὶ ἀπὸ τὸ μοναστήρι,
κι ἔχουν τὴν Γκόλφω στὸ πλευρὸ καὶ τοὺς κερνάει καὶ πίνουν.
Κι ὁ καπετάνιος τοὺς μιλάει, κι ὁ καπετάνιος λέει,
Γιὰ φᾶτε, πιέτε, βρὲ παιδιά, χαρῆτε, νὰ χαροῦμε
τοῦτον τὸ χρόνο τὸν καλό, τὸν ἄλλο ποιός τὸ ξέρει,
γιὰ ζοῦμε, γιὰ πεθαίνουμε, γιὰ σ΄ ἄλλον κόσμο πᾶμε.


Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017


Ὑπάρχει ὅμως ἕνα μυστικὸ
Δὲν εὐθύνεται μονάχα ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὰ παραπτώματά του. Τὰ λάθη, οἱ ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη δὲν εἶναι μόνο προσωπικὰ βιώματα τοῦ ἐξομολογούμενου. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει πάρει μέσα του καὶ τὰ βιώματα τῶν γονέων του καὶ εἰδικὰ τῆς μητέρας, δηλαδὴ τὸ πῶς ζοῦσε ἡ μητέρα του, ὅταν τὸν κυοφοροῦσε, ἂν στενοχωριόταν, τί ἔκανε, ἂν κουραζόταν τὸ νευρικό σύστημα τοῦ ἐμβρύου της.
Ὁπότε, ὅταν γεννηθεῖ τὸ παιδὶ καὶ μεγαλώσει, παίρνει μέσα του καὶ τὰ βιώματα τῆς μητέρας του, δηλαδὴ ἄλλου ἀνθρώπου. Δημιουργεῖται μία κατάσταση στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐξαιτίας τῶν γονέων του, ποὺ τὴν παίρνει μαζί του σ’ ὅλη του τὴ ζωή, ἀφήνει ἴχνη μέσα του καὶ πολλὰ πράγματα ποὺ συμβαίνουν στὴ ζωή του εἶναι ἀπόρροια τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Τὰ φερσίματά του ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν κατάσταση τῶν γονέων του. Μεγαλώνει, μορφώνεται, ἀλλὰ δὲν διορθώνεται. Ἐδῶ βρίσκεται μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
Ὑπάρχει ὅμως ἕνα μυστικό. Ὑπάρχει κάποιος τρόπος ν’ ἀπαλλαγεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπ’ αὐτὸ τὸ κακό. Ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἡ γενικὴ ἐξομολόγηση, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Μπορεῖ, δηλαδή, νὰ σοῦ πεῖ ὁ πνευματικός: Πῶς θὰ ἤθελα νὰ ἤμασταν σ’ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ μὴν εἶχα ἀσχολίες καὶ νὰ μοῦ ἔλεγες τὴ ζωή σου ἀπ’ τὴν ἀρχή, ἀπὸ τότε ποὺ αἰσθάνθηκες τὸν ἑαυτό σου, ὅλα τὰ γεγονότα ποὺ θυμᾶσαι καὶ ποιὰ ἦταν ἡ ἀντιμετώπισή τους ἀπὸ σένα, ὄχι μόνο τὰ δυσάρεστα ἀλλὰ καὶ τὰ εὐχάριστα, ὄχι μόνο τὶς ἁμαρτίες ἀλλὰ καὶ τὰ καλά. Καὶ τὶς ἐπιτυχίες καὶ τὶς ἀποτυχίες. Ὅλα. Ὅλα ὅσα ἀπαρτίζουν τὴ ζωή σου.
Πολλὲς φορὲς ἔχω μεταχειριστεῖ αὐτὴ τὴν γενικὴ ἐξομολόγηση καὶ εἶδα θαύματα πάνω σ’ αὐτό. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ λὲς στὸν ἐξομολόγο, ἔρχεται ἡ θεία χάρις καὶ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπ’ ὅλα τὰ ἄσχημα βιώματα καὶ τὶς πληγὲς καὶ τὰ ψυχικὰ τραύματα καὶ τὶς ἐνοχὲς διότι, τὴν ὥρα ποὺ τὰ λές, ὁ ἐξομολόγος εὔχεται θερμὰ στὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀπαλλαγή σου. 

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017


Χαρῆτε νιοί
Χαρῆτε, νιοί, τὶς ὄμορφες καὶ νιὲς τὰ παλληκάρια,
κ' ἐσεῖς οἱ χαμογέροντες, χαρῆτε τὰ παιδιά σας.
Σὰν ὄνειρο, ποὺ εἶδα χτὲς κοντὰ νὰ ξημερώσῃ,
ἔτσ' εἶναι τοῦτος ὁ ντουνιάς, ὁ ψεύτικος ὁ κόσμος.
Σ' αὐτὸν τὸν κόσμο πού 'μαστε ἄλλοι τὸν εἶχαν πρῶτα,
σ' ἐμᾶς τὸν παραδώσανε κι ἄλλοι τὸν καρτεροῦνε.
Καλότυχά εἶναι τὰ βουνά, ποτέ τους δὲ γερνᾶνε,
τὸ καλοκαίρι πράσινα καὶ τὸ χειμῶνα χιόνι,
καὶ καρτεροῦν τὴν ἄνοιξη, τ' ὄμορφο καλοκαίρι,
νὰ μπουμπουκιάσουν τὰ κλαριά, ν' ἀνοίξουνε τὰ δέντρα,
νὰ βγοῦν οἱ στάνες στὰ βουνά, νὰ βγοῦν κι οἱ Βλαχοποῦλες·

νὰ βγοῦν καὶ τὰ Βλαχόπουλα, λαλῶντας τὶς φλογέρες.

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης
Πέμπτη, 28 Ἀπριλίου 1977
Σὲ σχέση μὲ τὴν κρίση ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέλευση φοιτητῶν, σκεφτόμουν: γιατί οἱ ἄνθρωποι τόσο συχνὰ ἁπλῶς καταστρέφουν τὴ ζωή τους, βλάπτουν τὸν ἑαυτό τους, σὰν νὰ διακατέχονται ἀπὸ κάποια amor fati.
Θὰ ὑπέθετε κανεὶς πὼς ἕνας ἁπλὸς ἐγωισμὸς καὶ τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης θὰ τοὺς προφύλασσαν, ἀλλὰ ὄχι, οὔτε αὐτὸ τὸ ἔνστικτο δὲν τοὺς σταματᾶ. Μπορεῖς νὰ διακρίνεις καθαρὰ ἕνα εἶδος τρέλας, ἕνα πραγματικὸ πάθος γιὰ καταστροφή. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι τὸ «Ἐγώ», δηλαδὴ ἡ ὑπερηφάνεια.
Ἡ ὑπερηφάνεια μεταμόρφωσε τὸν «ἄγγελο φωτός» σὲ Διάβολο, καὶ τώρα μόνον ἡ ὑπερηφάνεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους. Συνεπῶς, τὸ καθετὶ ποὺ συνδέεται, κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀκόμη καὶ σὲ μικροσκοπικὲς δόσεις, συνδέεται μὲ τὸν Διάβολο καὶ μὲ τὸ διαβολικό.
Ἡ θρησκεία ἐπίσης ἀποτελεῖ ἕνα ἕτοιμο πεδίο δράσης γιὰ τὶς δυνάμεις τοῦ διαβόλου. Τὰ πάντα, ἀπολύτως τὰ πάντα στὴ θρησκεία, εἶναι ἀμφιλεγόμενα, κι αὐτὴ ἡ ἀσάφεια μπορεῖ ν' ἀρθεῖ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ νὰ εἶναι, ἤ νὰ πρέπει νὰ κατευθύνεται στὴν ἀναζήτηση τῆς ταπείνωσης.
Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης: χαρά! Ἡ ὑπερηφάνεια ἀποκλείει τὴ χαρά. Ἔπειτα: ἁπλότητα, δηλαδὴ ἀπουσία κάθε στροφῆς πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Τελικά, ἐμπιστοσύνη, ὡς ἡ κύρια κατευθυντήρια γραμμὴ τῆς ζωῆς, ποὺ ἐφαρμόζεται στὸ καθετὶ (καθαρότητα καρδιᾶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεό). Σημάδια τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι: ἡ ἀπουσία χαρᾶς, περιπλοκότητα καὶ φόβος. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐπαληθευθοῦν κάθε μέρα, κάθε ὥρα, παρατηρώντας τὸν ἑαυτό μας καὶ μελετώντας τὴ ζωὴ γύρω μας.

Εἶναι τρομερὸ νὰ σκέφτεσαι πώς, κατὰ μία ἔννοια, καὶ ἡ Ἐκκλησία ζεῖ μὲ ὑπερηφάνεια - «τὰ δίκαια τῶν ἐκκλησιῶν», «τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου», «ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» κ.λπ. καὶ μὲ μιά πλημμύρα ἄχαρης, περίπλοκης καὶ ἐπίφοβης «πνευματικότητας». Εἶναι μιὰ συνεχὴς αὐτοκαταστροφή.
Προσπαθοῦμε νὰ προστατεύσουμε τὴν «Ἀλήθεια», παλεύουμε μὲ κάτι καὶ γιὰ κάτι δίχως νὰ καταλαβαίνουμε πὼς ἡ Ἀλήθεια ἐμφανίζεται καὶ νικᾶ μόνον ὅπου εἶναι ζωντανή: «...ταπεινώσου, γίνε σὰν δοῦλος», καὶ θὰ ἔχεις μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἁπλότητα ποὺ ἀπελευθερώνουν, ἐκεῖ ὅπου ἡ ταπείνωση ἀκτινοβολεῖ τὴ θεϊκή της ὀμορφιά, ὅπου ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὴ δημιουργία καὶ στὴ σωτηρία. Πῶς θὰ μπορέσω ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ζήσω μαζί της; Πῶς θὰ μπορέσω νὰ πείσω τοὺς ἄλλους;

...Συνεχίζω τὶς χθεσινὲς σημειώσεις μου γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια, τὸν ἐγωκεντρισμό, ὡς πηγὴ ἁμαρτίας, ὡς τὸ περιεχόμενο τῆς ἁμαρτίας καὶ ὡς ἡ καταστροφική, ὀλέθρια δύναμή της.
Σκεφτόμουν σήμερα τὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτία, στὴ σάρκα καὶ στὴ λαγνεία. Λαγνεία εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ ἴδια ἐγωκεντρικότητα, ἡ ἴδια ὑπερηφάνεια ποὺ στρέφει τὸ σῶμα στὸν ἑαυτό του, στὴν αὐτοδικαίωση καὶ στὴν αὐτοϊκανοποίησή του. Ἔτσι, εἶναι ἀδύνατη ἡ γνήσια ταπείνωση δίχως τὴ νίκη ἐνάντια στὴ σάρκα, ἡ ὁποία τελικὰ συνίσταται στὴν πνευματοποίηση τοῦ σώματος.
Ἀλλὰ ἡ μάχη μὲ τὴ σάρκα μπορεῖ εὔκολα νὰ μετατραπεῖ σὲ ὑπερηφάνεια καὶ σὲ πηγὴ ὑπερηφάνειας ἂν δὲν ριζώνει στὴν ἀναζήτηση καὶ ἐπιδίωξη τῆς ταπείνωσης. Ὁ ἀσκητισμὸς μπορεῖ νὰ ἐντρυφᾶ στὸν ἑαυτό του κι ὄχι στὸν Θεό. Τὰ σημάδια εἶναι σαφῆ. Ὁ φωτεινὸς ἀσκητισμὸς εἶναι χαρούμενος, ἁπλός, ἐλπιδοφόρος.
Ὁ ψευδὴς ἀσκητισμός, χωρὶς ἐξαίρεση, ζεῖ ἀπεχθανόμενος τὴ σάρκα, τὸν κόσμο, τὴ ζωή. Τρέφεται μὲ τὴν περιφρόνηση, συμμετέχει στὴ βλασφημία τοῦ Διαβόλου ἀπέναντι στὴν κτίση. Γιὰ ἕναν τέτοιο ἀσκητή, ἡ ἁμαρτία -ὅπως καὶ ὁ πειρασμὸς καὶ ὁ κίνδυνος- φαίνεται νὰ βρίσκεται παντοῦ.
Ἐνῶ ἡ νίκη πάνω στὴ σάρκα δὲν γίνεται ποτὲ ἀπέχθεια καὶ πάντα ὁδηγεῖ στὸν «καθαρὸ ὀφθαλμό». «Ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ἦ, ὅλον τὸ σῶμα σου σκοτεινὸν ἔσται».
Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017


Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις
Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ προσέλθει στήν ἁγία Τράπεζα καί κοινωνήσει, προσκαλεῖ καί τούς ἄλλους. Ὅμως δέν ἐπιτρέπεται σέ ὅλους ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἱερέας δέν τούς προσκαλεῖ ὅλους. Ἀλλά, ἀφοῦ πάρει στά χέρια του τόν ζωοποιό ἄρτο καί τόν ὑψώσει, προσκαλεῖ μόνο τούς ἀξίους νά κοινωνήσουν. Καί τό φωνάζει: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις».
Εἶναι σάν νά λέγει: Νά, αὐτός εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Ἐλᾶτε νά μεταλάβετε. Ὄχι ὅμως ὅλοι: Ἀλλά μόνο ὅποιος εἶναι ἅγιος. Γιατί τά ἅγια ἐπιτρέπονται μόνον στούς ἁγίους. Ἁγίους ἐδῶ δέν ἐννοεῖ τούς τέλειους σέ ἀρετή, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἀγωνίζονται νά φθάσουν σέ κάποια βαθμίδα πιό ψηλή· ἔστω καί ἄν δέν ἔφθασαν ἀκόμη. Γιατί καί αὐτοί πού ἀγωνίζονται, δέν ἐμποδίζονται νά μετέχουν τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γιά νά ἁγιάζωνται. Καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη θεωροῦνται καί αὐτοί ἅγιοι.
Καί ἡ Ἐκκλησία λέγεται ὅλη ἁγία. Καί ὁ μακάριος ἀπόστολος γράφοντας πρός ὁλόκληρη χριστιανική κοινότητα λέγει: «Ἀδελφοί ἅγιοι, κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι». Ἅγιοι ὀνομάζονται οἱ πιστοί, ἐπειδή κοινωνοῦν τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Ἁγίου, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι πράγματι μέλη τοῦ ἰδίου σώματος. Σάρκα ἀπό τή σάρκα Του. Ὀστά ἀπό τά ὀστά Του. Ἅμα εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του, καί διατηροῦμε ἁρμονική ἐπικοινωνία μαζί Του, κοινωνώντας παίρνομε τήν ἁγιωσύνη τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Κεφαλή, καί ἡ Καρδιά τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ ἅμα ἀποκοποῦμε ἀπό τήν ὁλότητα τοῦ ἁγίου Σώματός Του, καί κοινωνοῦμε, μάταια μετέχομε στά ἅγια μυστήρια.
Τί εἶναι ἐκεῖνο πού ἀποκόπτει τά μέλη (τούς πιστούς) ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Τά ἁμαρτήματά μας! Ναί, τά ἁμαρτήματά μας στέκονται ἐμπόδιο ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στόν Χριστό. Καί μᾶς χωρίζουν. Καί λοιπόν; Κάθε ἁμαρτία νεκρώνει τόν ἄνθρωπο; Ὄχι βέβαια! Ἀλλά μόνον οἱ θανάσιμες ἁμαρτίες. Οἱ ἁμαρτίες «πρός θάνατον»! «Ὑπάρχει ὅμως καί ἁμαρτία μή «πρός θάνατον», μή θανάσιμη, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Καί γι᾿ αὐτό οἱ βαπτισμένοι, ὅταν δέν πέφτουν σέ θανάσιμα ἁμαρτήματα, στά ἁμαρτήματα πού χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Χριστό καί τοῦ ἐπιφέρουν (πνευματικό) θάνατο, δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτούς ἐμπόδιο νά κοινωνοῦν. Γιατί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἑνωμένα μέ τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό.
Στή διακήρυξη τοῦ ἱερέα: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις», οἱ πιστοί ἀποκρίνονται: «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Δηλαδή, κανένας δέν ἔχει ἁγιότητα ἀπό τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινης ἀρετῆς ἡ ἁγιότητα! Ὅλοι ἀπό Ἐκεῖνον τήν παίρνουμε. Καί ὅπως ἄν βάλεις πολλούς καθρέπτες κάτω ἀπό τόν ἥλιο, ὅλοι θά ἀστράπτουν καί θά νομίζεις ὅτι βλέπεις πολλούς ἡλίους, ὅμως ἕνας εἶναι ὁ ἥλιος· ἔτσι καί ὁ Χριστός, ὅσους καί ἄν ἁγιάζει, Αὐτός θά εἶναι πάντοτε ὁ ἕνας καί μοναδικός Ἅγιος.

Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017


Ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλάδα
Πολλοί ἔχουν πεῖ πώς ὁ Καποδίστριας ἦταν ἕνας Εὐρωπαϊστής, ἕνας ἄνθρωπος πού «ἤθελε νά μετατρέψει τούς Ρωμηούς σέ Ἕλληνες», ἰσχύει ὅμως κάτι τέτοιο;
Τό 1819 γράφει στόν πατέρα του: «Εἶναι ἔργον μοναδικόν τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων πού ἀναξίως ἐπεκαλέσθην μέ δάκρυα εἰλικρινοῦς καρδίας καί ἀφοσιωμένης», προσθέτοντας τήν φράση: «Πίπτων εἰς τούς πόδας τοῦ Θαυματουργοῦ Ἁγίου μας καί τῆς Ἀειπαρθένου Πλατυτέρας (=Θεοτόκου)». Εἶναι ἔκδηλη ἡ ἡσυχαστική του συνείδηση σέ ἕνα ἰδιωτικό γράμμα πού τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀποκαλύψει τά μύχια της καρδιᾶς του. Εἶναι δέ γεγονός ὅτι ἔβλεπε τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Γένους ζυμωμένη μέ τήν πίστη.
Γράφει σέ ἄλλη περίπτωση: «Ἡ Χριστιανική Θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἕλληνας καί γλώσσα καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα». Συνδύαζε δηλαδή ὁ Καποδίστριας τήν ἀνάσταση καί τήν ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ὄχι μέ τήν Εὐρώπη καί τήν ὁποιαδήποτε βοήθειά της, ἀλλά μέ τήν παράδοση τοῦ γένους καί τά πνευματικά ἀποθέματά του.
Ἀνάλογα θά δηλώσει καί στόν J. B. Georges Bory de Saint Vincent: «Πρῶτα εἶμαι Ἕλληνας... γιατί γεννήθηκα σέ αὐτή τήν χώρα... Εἶμαι Ἕλληνας ἀπό πατέρα καί μητέρα. Εἶμαι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ πού μοῦ ἀνέθεσε τήν κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ... Εἶμαι Ἕλληνας ἐκ γενετῆς, ἀπό καθαρή ἀγάπη, ἀπό αἴσθημα, ἀπό καθῆκον καί ἀπό Θρησκεία».
Ἡ ἀποστασιοποίησή του ἀπό τό φράγκικο περιβάλλον τῆς γενέτειράς του εἶναι τόσο ἐμφανής τό 1815 ὥστε νά δικαιώνεται ὁ χαρακτηρισμός του ἀπό τόν Π. Χριστόπουλο ὡς «ταξικοῦ ἀποστάτου».

Παρατηρεῖ ὁ Καποδίστριας: «Ἡ ἑνετική πολιτεία ἐκυβέρνα τάς Ἰονίους νήσους μέ τό σύστημα τῆς διαφθορᾶς. Οἱ Ἀντιπρόσωποι ἐκλέγοντο ἐκ τῆς κλάσεως (τάξεως) τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων ἥτις ἦτο ἡ εὐκαταφρονεστέρα καί ἡ μᾶλλον διεφθαρμένη δι’ ἀνηθικότητα καί ἐλεεινότητα... Ἡ πολιτεία τῆς Βενετίας ἐφοβεῖτο τό ἔξοχον τῆς φυσικῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἑλλήνων καί ἐπροσπάθει νά τό καταβάλη μέ τήν ἀμάθειαν». Ἦταν εὐγενής στήν καταγωγή, ἀλλά Ρωμηός στήν καρδιά!
Ὁ Καποδίστριας γνώριζε καί τίς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης, κάτι πού θά τό ἐκφράσει σαφέστερα καί συχνότερα κατά τήν πολιτική του δράση στήν Ἑλλάδα. Στό πρόσωπο τοῦ Μέττερνιχ ἀντιμετώπισε τήν μεσαιωνική Εὐρωπαϊκή τυραννία, πού προσπαθοῦσε νά ἐπιβιώσει. Στό πρόσωπο τοῦ Βοναπάρτη καί τῆς μετεπαναστατικῆς Γαλλίας πολέμησε τήν ἀλλοτριωμένη δημοκρατία πού ὡς ἀστισμός ὑποκατέστησε τήν κληρονομική ὀλιγαρχία μέ τήν οἰκονομική.
Αὐτό ἐκφράζει τό 1815: «Ἔχομεν ἤδη τήν ἀπόδειξιν τούτου εἰς τάς ταχείας ἐπιτυχίας τῆς κακοηθείας καί τῆς δολιότητος τῶν Γάλλων. Δέν εἶναι εἷς μόνον ἀνήρ, τόν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀποφασισμένη νά πολεμήσει. Εἶναι μία γενεά ἀνθρώπων χωρίς θρησκείαν, χωρίς τιμήν, χωρίς πατρίδα, χωρίς ἀρχάς, μία γενεά τήν ὁποία πρέπει νά τιμωρήσωμεν καί νά διορθώσωμεν». 
Διατηρώντας τήν ἀρχαία Ἑλληνική ἀρετή πού διατυπώνει ὁ Πλάτων στήν Ἐπινομίδα του, «ὅ,τι περ ἄν Ἕλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται», προσέλαβε ἐπιλεκτικά στοιχεῖα ἀπό τήν εὐρωπαϊκή πραγματικότητα, ἀλλ’ ὄχι τήν Εὐρώπη στό σύνολό της.
Γι’ αὐτό θά ἐπιδιώκει ἡ νεολαία, πού μέ τήν συνδρομή του σπούδαζε στήν Ἐλβετία, «νά σχηματισθῆ πρῶτον ἑλληνιστί καί ὄχι ἐλβετιστί ἤ γαλλιστί. Ἡ Ἑλλάς πρέπει πρῶτον νά μορφώνη Ἑλληνικῶς τήν ἁπαλήν ψυχήν τῶν τέκνων της. Ἡ δέ Εὐρώπη νά τελειοποιῆ ὕστερον τούς ἤδη ἐσχηματισμένους νέους».
Ἡ αἰτία δηλώνεται στήν ἑπόμενη φράση: «Οὕτω τό Ἔθνος φυλάττει τόν ἐθνικόν χαρακτήρα του, δέν νοθεύεται».
Ἄν δέν γνωρίζαμε πώς τό γράμμα ἀνήκει στόν Καποδίστρια, θά μποροῦσε ἀβίαστα νά ἀποδοθεῖ σέ κάποιον ἀπό τούς Κολλυβάδες Πατέρες!

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο νὰ προσφέρω
Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.
Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός. Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.
Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.
–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάντησε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.
Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.
Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:
–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.
Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:
–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεολογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτάσεις.
Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Ἅγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Ἐπί τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν
Δημαγωγοῦντες ἑκάστοτε τόν ἑλληνικόν λαόν καί καπηλευόμενοι τόν πατριωτισμόν, διά νά παραστήσωμεν εἰς αὐτόν ὅτι εἶναι λαός περιούσιος [...] καταντήσαμεν νά πείσωμεν αὐτόν ὅτι εἰς τόν ἀγώνα τοῦ πολιτισμοῦ καί εἰς τόν ἀγώνα τῆς προόδου καί εἰς τόν ἀγώνα τῆς ἁμίλλης δέν ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἐπικρατήσῃ, νά μεταχειρισθῆ τά ἴδια ὅπλα τά ὁποῖα μεταχειρίζονται οἱ ἄλλοι λαοί.
[...] Πάντα ταῦτα κατορθώσαμεν νά πείσωμεν τόν λαόν ὅτι ἦσαν περιττά. Συγχρόνως ἀφήσαμεν αὐτόν νά ἐπαναπαύεται ὅτι, ἐάν τοῦ λείψουν ὅλα τά ἄλλα ἐφόδια, δύναται ὅμως, κρατῶν ἐπάνω εἰς τόν δίσκον τῆς ἐπαιτείας τάς παρελθούσας δόξας του, νά προσέρχεται ἑκάστοτε πρός τούς ἰσχυρούς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐργασθέντες ἐγένοντο ἰσχυροί, διά νά ζητῆ ὑπέρ ἑαυτοῦ ὡς ἐπαιτείαν, ἐπί τῇ βάσει τῶν παλαιῶν περγαμηνῶν του, ὅπως ὑπερασπίζη τά δίκαιά του.
*****
[Οἱ Κωνσταντινικοί] ἀκολουθοῦν τήν πολιτικήν τῆς αὐτοτελείας, δηλ. τῆς ἀπομονώσεως. Ἡμεῖς ἀκολουθήσαμεν τήν πολιτικήν τῆς «ὑποτελείας», δηλ. τῶν συμμαχιῶν. 
*****
Νά τό πάρωμεν ἀπόφασιν ὅτι δέν ὑπάρχει, δέν ὑπῆρξε ποτέ, “Θεός τῆς Ἑλλάδος”. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός δι΄ ὅλα τά ἔθνη. Ἡ φρόνησις, ἡ διορατικότης, ἡ προορατικότης, ἡ ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα. Ἰδού τί θά μᾶς βοηθήση θετικά νά ἐπανορθώσωμεν ὅ,τι εἶναι ἐπανορθώσιμον». 

Ἐλευθέριος Βενιζέλος

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017


Ἀνάμεσα Σύρο καὶ Τζιὰ
Ἀνάμεσα Σύρο καί Τζιά
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
ἡ μικρή μου ἡ κοπελιά
Πὄχει τίς ρίζες στό βυθό
καί τά κλαδιά στόν οὐρανό
τό κορίτσι πού ἀγαπῶ
Πλάσμα δέν εἶναι ἀνθρωπινό
δέν εἶναι μήτε ξωτικό
τό κορίτσι πού ἀγαπῶ
Μά 'χει τόν ἥλιο φορεσιά
τά κύματα περπατηξιά
ἡ μικρή μου ἡ Παναγιά
Χάιντε νύφη τῆς θαλάσσης
τί φαμίλιες θά χαλάσεις
Νύφη μέσα στά μπουγάζια
μέ τά πέπλα τά γαλάζια
ἄνεμος νά μή σέ πιάσει
λούλουδο μή σοῦ χαλάσει
Κι ἄν γενεῖ ποτέ τό θάμα
κι ἀγαπήσεις κάνω τάμα
Νά σοῦ στείλω μιὰ μπρατσέρα
μέ τόν Πολικόν Ἀστέρα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Τὸ ἀηδονάκι
Μέσα στὸ δάσος περπατῶ
κι ἀκούω τὰ πουλάκια.
Κάθε κλωνὶ
καὶ μιὰ φωνή,
σὲ κάθε δένδρο μουσικὴ
χαρὲς καὶ τραγουδάκια.
Μὰ ἐκεῖ ποὺ ἄλλα τραγουδοῦν
κι ἄλλα κρατοῦν τὸ ἴσο,
ἕνα πουλί,
μικρὸ λαλεῖ
σὰ νὰ τοὺς λέει: «Σωπᾶστε σεῖς!
Ἐγὼ θὰ τραγουδήσω!»
Σωπάσαν ὅλα... Τὸ μικρὸ
πουλὶ τ᾿ ἀποστομώνει.
Εἶχαν λαλιὰ
τ᾿ ἄλλα πουλιά,
μὰ ἕνα ἦταν μοναχὸ
ἀπ᾿ ὅλα τους τ᾿ ἀηδόνι.

Ἄγγελος Βλάχος

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Τὸ ἀξιοπρεπὲς παραμέρισμα
Ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν θαλασσοδαρμένων νησιῶν, ἔπρεπε νὰ σπουδάσω τοὺς καιρούς, ὄχι ἁπλὰ νὰ τοὺς μάθω. Ἡ κυβέρνησή σου ταξίδεψε μὲ μπάτη. Σιγά-σιγὰ ὅμως ἔγινε μαϊστράλι καὶ τώρα μαΐστρος μὲ τὰ μάγγανα, ποὺ ξερριζώνει τὰ κλαδιὰ καὶ ἐκσφενδονίζει πέτρες, καὶ ἀπὸ τὴν στεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα.
Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ραγιᾶς τραγουδοῦσε: «Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ». Μὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ τραγουδάκι, ποὺ τὸ ἔλεγε ἄλλοτε ψιθυριστὰ καὶ ἄλλοτε δυνατά, ἀναγνώριζε ὅτι οἱ κρατοῦντες ἦταν βράχος. Ἀλλὰ κι ἐγώ, ὁ ραγιᾶς, εἶμαι φουρνέλο, κι ἂς μὴ φαίνωμαι. Αἰσθάνομαι κι ἐγὼ τὴν ρώμη τῶν δυνάμεών μου. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀφανίσω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ μεριάσω, γι᾽ αὐτὸ σοῦ λέω «μέριασε», δὲν σοῦ λέω «ἐξαφανίσου». Δὲν σοῦ συνιστῶ, λοιπόν, οὔτε νὰ πέσης οὔτε νὰ παραιτηθῆς, ἀλλὰ νὰ παραμερίσης μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ τιμή.
Ἀνέβηκες σὲ μιὰ πίστα καὶ χορεύεις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσης τὰ ὄργανα καὶ μπερδεύονται τὰ βήματά σου. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκούσης τὴν θλιμμένη σήμερα φωνὴ τοῦ κότσυφα, ποὺ λέγει: «Θέλω τὸν Σταυρὸ στοὺς τρούλλους, στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ ἱστία τῶν καραβιῶν καὶ στὸν ἱστὸ τῆς σημαίας. Τὴν μπάλα ποὺ μοῦ ἔβαλες δὲν μπορῶ νὰ τὴν σιγουρευτῶ, ἐνῶ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ χρόνια τὰ ἔχω βῆμα καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνακοινώνω τῆς ἄνοιξης τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοῦ χειμῶνα τὶς κακοκαιριές». Ὅποιος τόλμησε στὴν ἱστορία νὰ ρίξη τὸν Σταυρό, τοῦ ᾽ρθε ἡ μπάλα στὸ κεφάλι. Ὄχι τὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους μας ἀφανισμένα καὶ ἀλογάριαστα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες. Ὄχι οἱ ἀνακοινώσεις τῆς λατρείας ἀπὸ τοὺς κράχτες τῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρηγορήτρα καμπάνα. (Βρέθηκα σὲ νοσηλευτήριο τοῦ Βερολίνου. Ἡ μόνη μου παρηγοριὰ ἤτανε κάθε βράδυ ὁ ἦχος μιᾶς καμπάνας, ἴσως ἀπὸ κάποιο μοναστήρι.) Κυριολεκτικὰ δαπανᾶσθε νὰ ὑψώσετε μιναρέδες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν ἅγιο καὶ ἀφήνετε τὰ μνημεῖα τοῦ Ἔθνους, τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γκρεμίζωνται.
Ἀπόσυρε τὰ θρησκευτικὰ ποὺ διδάσκονται σήμερα τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα. Δὲν μιλᾶνε αὐτὰ γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν. Ἀναπιάνεται τὸ προζύμι χωρὶς νερό; Στὰ χέρια κολλᾶ καὶ τὸ δέρμα βγάζει. Νυμφεύσου στὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί σου. Βάπτισε τὰ παιδιά σου, ὅπως βαπτίστηκες κι ἐσύ. Συμμάζεψε κάθε ὑβριστὴ τῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλάδα θεμελιώθηκε πάνω στὴν ἀρχὴ τῆς θεοκρατίας. Πρέπει κάθε μέρα νὰ ἀναπλάθεται καὶ νὰ φρεσκάρεται τὸ φύραμά της. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ παρασύρθηκες σὲ ὅσα ἔπραξες μέχρι τώρα, μετανόησε. Ἂν συνειδητὰ δὲν πιστεύεις, παραμέρισε.
Δὲν σὲ γνωρίζω, οὔτε τὸ κάλλος τοῦ προσώπου σου εἶδα ποτέ. Καὶ δὲν θέλω νὰ συναντηθοῦμε, γιατὶ δὲν εἶμαι ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος νὰ σοῦ ἀλλάξω πορεία. Σὲ βλέπω ποὺ τρέχεις σὰν τὸν εἰδωλολάτρη παπᾶ ποὺ ξυλοκόπησε τὸν μοναχό, καὶ τὰ χρόνια τῆς κυβέρνησής σου στριφογυρίζεις τὸ ραβδί σου στὸν ἀέρα. Οὔτε τὸ ραβδί σου θέλω νὰ πάρω οὔτε ἐσένα νὰ πιάσω. Ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα δὲν διαθέτει τέτοιον ἄνεμο, νὰ ἀνεμίζη ὁ κάθε ἄπιστος καὶ εἰδωλολάτρης τὴν βέργα ποὺ κρατάει στὰ χέρια του. Θέλεις νὰ ἔρθης καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στριφογυρίσης τὸ ραβδί σου. Ἀλλὰ θὰ περπατήσης τόσο μόνος, ὅσο ἡ ἐλαφίνα στ᾽ ἀπόσκια τῶν βουνῶν. Ὁ τόπος θὰ σὲ δεχθῆ; Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μόλις σὲ δοῦνε, θὰ σὲ πάρουνε γιὰ παγωμένο μαΐστρο καὶ θ᾽ ἀρχίσουν νὰ φτερνίζωνται.
Ἀπόσυρε τοὺς νόμους ποὺ κατέβασαν τὸν Σταυρό, ποὺ σταμάτησαν τὶς προσευχὲς στὰ σχολεῖα. Ὁ Τοῦρκος, μὲ τὸν ὁποῖο καυκαλίζεσαι, τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γονατίζει στὸν θεό του, καὶ τὸ ὀρθόδοξο σχολειὸ θὰ συνάγεται στὶς αἴθουσες ὅπως τὰ μοσχάρια στὰ βοσκοτόπια; Ὅσο ὁ Τοῦρκος μᾶς βάζει χέρι, τόσο ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ πατᾶμε πόδι. Δὲν μπορεῖς; Μέριασε. Μόνος σου ὡδήγησες τὸν ἑαυτό σου στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ. Προτοῦ πέσης, μέριασε.
Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀναπνέη Χριστὸ καὶ ὄχι τὴν μπόχα τῆς βενζίνης καὶ τοῦ καμένου λαδιοῦ. Ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὰ δῶρα τῆς λατρείας· τὸ σιτάρι, τὸ λάδι καὶ τὸ κρασί. Δὲν μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ νὰ τὰ τρῶμε στὰ μπαράκια καὶ νὰ τὰ ρουφοῦμε στὰ ποτήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱερουργοῦμε τὸ ἱλαστήριο μυστήριο. Μὴ καταργῆς τὴν Κυριακή. Πολλοὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ μείνη αὐτὴ ἡ ἡμέρα «τοῦ Κυρίου». Καὶ μὴ φέρνης στὸ προσκήνιο τὸ Σάββατο. Μὴν ἀμνηστεύης τὴν μοιχεία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παραμέτρους τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς. Μὴ θεσπίζης τὰ ζευγαρώματα ποὺ δὲν κάνουν οὔτε τὰ ζῶα, γιατὶ ὁ Θεὸς τὰ κατέκαυσε. Ἄναψες φωτιὲς ποὺ καῖνε ὄχι μόνον τὰ ξερά, ἀλλὰ καὶ τὰ χλωρά. Μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους σάρωσες τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ κοινωνία. Δὲν σὲ θεωρῶ κούσουλο, γιὰ νὰ σὲ φυσήξω νὰ παραμερίσης, ἀλλὰ ἄνδρα σπουδαῖο, μὲ δυνάμεις ὅμως καταστρεπτικές.
Πληροφοροῦμαι ὅτι δόγμα θὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν βουλή σας, ποὺ θὰ δηλώνη ὁ ἄνθρωπος τὸ φύλο του στὰ δεκαπέντε του χρόνια. Δηλαδή, μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν θὰ ψάχνωμαι, γιὰ νὰ προσδιορίσω τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἐπιθυμητικόν». Αὐτὸ εἶναι ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ὑπνώση· θὰ ἐξεγερθῆ καὶ δὲν θὰ βρεθῆ ὁ οἶκος σου εἰς τὸν αἰῶνα. Μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο νόμο, ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνη κρανίου τόπος.
Μὴ παλεύης τὸν Ἰσραήλ, μὴ τὰ βάζης μὲ τὸν Ἰσχυρό, μὴ καθυβρίζης τὸν Δημιουργό. Ἐμεῖς ποὺ ἐμακρύναμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ φυγαδευθήκαμε στὶς ἐρήμους, ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο περισσότερο ἀπὸ σένα ποὺ ζῆς στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Βδελυκτὰ καὶ παράνομα πράγματα κατεργάζεσαι. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐλευθερία του, κι ἐσὺ νομοθέτησες τὴν σκλαβιὰ στὴν ζωή του. Ὁ σκλαβωμένος στὰ πάθη του δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Συλλογίσου τα αὐτὰ καὶ παραμέρισε.
Ἄφησε τὶς τόλμες τὶς ἄτολμες. Ἄφησε τοὺς ἀνδρισμούς, ἀφοῦ ἔγινες γυναίκα. Εἴτε πιστεύεις εἴτε δὲν πιστεύεις, εἶσαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐσὺ καὶ τὸ σινάφι σου, καὶ ὑπάρχει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Φρενάρισε, γιατὶ σκούνταψες καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας νὰ σοῦ φέξη, σὲ λίγο θὰ στερῆσαι καὶ δὲν θὰ ἔχης τὸν ἐλεοῦντα.
Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας. Τί θὰ λέη ὅταν κουνάη τὸ παιδί της; «Παιδούλα μου» ἢ «Ἀγόρι μου»; Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις κλίνει πρὸς τὸ κακό. Ἂν τὸ κατοχυρώσης καὶ μὲ νόμο, τότε ἦρθε ἡ ἐποχὴ νὰ ψάχνουμε «ὁ διάβολος θηλυκὸς εἶναι ἢ ἀρσενικός;» Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τέτοια φοβερὴ ἀπόκλιση δὲν εἶχε ποτέ. Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε.
Χριστιανοί, μὴ θροῆσθε. Δὲν θὰ μείνουμε μόνοι μας. Θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ θὰ κοιτασθοῦμε κάτω ἀπὸ εὐσκιόφυλλα δένδρα. Ἐμεῖς, οἱ βαπτισθέντες καὶ Θεὸν ὁμολογοῦντες, λέμε:
Ἐξεγέρθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἔθνη τὰ φρυαττόμενα. Κύριε τῶν δυνάμεων, τὸ παρασόλι σου ζητοῦμε, τὸ ἀλεξίβροχό σου.Οὔτε σταγόνα βροχῆς νὰ μὴ μᾶς εὕρη ἀπὸ τὴν καταιγίδα τους. Ἄστραψε καὶ βρόντηξε καὶ σκόρπισε τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν καὶ διάλυσε τὶς βουλὲς τῶν ἀσεβῶν.
Συντηρητικοὺς μᾶς λέτε. Τὸ Ὄρος εἶναι συντηρητικό, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Οὔτε νεοζηλωτὲς εἴμαστε οὔτε φανατικοὶ φονταμενταλιστές. Ἁπλῶς διακρίνουμε ποιὰ πράγματα χρειάζονται συντήρηση καὶ ποιὰ πέταμα. Ἐσεῖς βάζετε τὰ σάπια πράγματα στὴν συντήρηση; Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε θανατικὰ καὶ γιὰ τὰ ζῶα μας ἀκόμη καὶ λέμε «θάψτε τα· ἂν τὰ φᾶνε, θὰ ψοφήσουν». Θαφτῆτε μόνοι σας, γιατὶ βρωμᾶτε πτωμαΐνη. Ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ φθινοπώρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήση τὴν δυσοσμία σας. Σὲ τοποθέτησαν νὰ ἀροτριᾶς τὴν γῆ καὶ ὄχι νὰ τὴν καταστρέφης. Παραμέρισε.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος, Καθηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους