Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014


Νὰ βάλῃς μίαν καλὴν ἀρχήν

Σὲ συμβουλεύω λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι συχνά. Νὰ λέγῃς τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὅσο μπορεῖς συχνότερα. Νὰ βάλῃς μίαν καλὴν ἀρχήν, καὶ μὲ τὸν καιρὸν θὰ αἰσθανθῆς τὸν γλυκὸ καρπὸ – χαρά, γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη.
Ὅσο μπορεῖς, νὰ φυλάττῃς καθαρότητα σώματος καὶ ψυχῇς. Συστολὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ σμικρολογία. Ἰδίως νὰ φυλάζεσαι ἀπὸ τὶς κακὲς συναναστροφές.
Καμία ἄλλη ἀρετὴ δὲν ἑνώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, ὅσον ἡ προσευχή. Ὅσο γιὰ τὰ σκιρτήματα τοῦ Πνεύματος, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη, εἶναι νωρίς. Ἐσὺ βάδιζε τὸν δρόμον ποὺ σοῦ ὑποδεικνύω, λέγοντας αὐτὴν τὴν μικρούλα εὐχούλα, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» ἢ «Ἰησοῦ γλυκύτατε ἐλέησόν με», καὶ θὰ τὰ εὕρης μόνη σου. Καὶ ὅταν ὁ πανάγαθος Θεὸς εὐδοκήση νὰ σὲ χαριτώσῃ, νὰ γνωρίσῃς τὴν γλυκύτητά του, τότε θὰ γίνῃς ἔξαλλος ἀπὸ χαράν. Τότε θὰ γνωρίσης, τί θὰ πῇ σκίρτημα, ἢ μᾶλλον, πῶς ἡ ψυχή σου θὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, θὰ διαπερνᾷ τοὺς οὐρανούς, θὰ σχίζῃ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, ἵνα συναντήσῃ τὸν γλυκύτατόν της Νυμφίον… Καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ σοῦ τὰ προλέγω.
Προχώρα ὅπως βαδίζῃς, καὶ τότε θὰ ἰδῇς μὲ τὴν πεῖρά σου, τί εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, δηλαδὴ οἱ δόξες καὶ τὰ μεγαλεῖα του. Ὅτι ὅλα αὐτὰ μᾶς γίνονται ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ ἀρέσωμε εἰς τὸν Θεόν. Πολλὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια γιὰ νὰ εὐαρεστήσωμε τὸν Θεόν. Τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος.
Ὅπου κι ἂν εὑρίσκεσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὄχι μόνον μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, νὰ λέγῃς αὐτὴν τὴν χαριτόβρυτο εὐχούλα. Καὶ ἐκκλησία καὶ θρόνος Θεοῦ καὶ παράδεισος εἶναι αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς καὶ τὸ ἀντίθετον. Καὶ κόλασις καὶ θρόνος τοῦ διαβόλου πάλιν εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν θέλησιν λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ κάνῃ τὴν καρδίαν του Παράδεισον καὶ θρόνον Θεοῦ, προσευχόμενος, καὶ ποιώντας ἔργα καλά καὶ οὐχὶ τοῦ διαβόλου.
Ὁ Γέροντάς μου, ὁ μακαρίτης ὁ Γ. Ἰωσήφ, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίον περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς. Στὸ κεφάλαιον περὶ θείου ἔρωτος ἔγραφε:
Στοὺς οὐρανοὺς σ᾿ ἀναζητῶ,
ψάχνω γιὰ νὰ σὲ εὕρω,
κι ὅταν σκιρτᾷς κατανοῶ,
ὅτι μέσα μου σὲ ἔχω.
Δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦ Χριστόν. Ὁ Χριστὸς διαρκῶς φωνάζει στὸ Εὐαγγέλιό του «Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης 

Τετράδιο 138 * Σεπτέμβριος 2011

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014


Τό αἷμα μου

Εἶχε ὀργανωθεῖ, κατά τή διάρκεια τοῦ ἀγῶνος, ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος ἀπό τόν Ἐρυθρό Σταυρό τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα ἕνα φίλο γιατρό σ΄ αὐτή τήν ὑπηρεσία καί πήγαινα κάπου-κάπου νά τόν δῶ καί νά τά ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε κάθε μέρα οὐρά γιά νά δώσει τό αἷμα του γιά τούς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιά, πού περίμεναν τή σειρά τους.
Μία μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπί τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στή σειρά τῶν αἱμοδοτῶν πού περίμεναν, νά στέκεται καί ἕνα γεροντάκι.
- Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
- Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νά δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρός τόν κοίταξε μέ ἀπορία καί συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τό δισταγμό του. Ἡ φωνή του ἔγινε πιό ζωηρή.
- Μή μέ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τό αἷμα μου εἶναι καθαρό, καί ἀκόμα ποτές μου δέν ἀρρώστησα.
Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καί οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μου εἶπαν πώς οἱ δύο, πῆγαν ἀπό αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στή γυναίκα μου, θά ΄ναι κι ἄλλοι πατεράδες, πού μπορεῖ νά χάσουν τά παλληκάρια τους, γιατί δέν θά ἔχουν οἱ γιατροί μας αἷμα νά τούς δώσουν. Νά πάω νά δώσω κι ἐγώ τό δικό μου.
-Ἄϊντε, πήγαινε γέρο μου, μοῦ εἶπε, κι ἄς εἶναι γιά τήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας.
Κι ἐγώ σηκώθηκα καί ἦρθα.

Στρατής Μυριβήλης
(ἀπό τόν λόγο του το 1960 στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν για τή γιορτή τῆς 28ης Ὀκτωβρίου)

Τετράδιο 139 * Ὀκτώβριος 2011

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014


Ψάλλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλλατε

Ἐγνώρισα πρῶτον τόν ἀείμνηστον Ἀλέξανδρον Παπαδιαμάντην, τόν ὁποῖον παρηκολούθουν τακτικῶς ψάλλοντα εἰς τόν δεξιόν χορόν κατά τάς ὁλονυκτίας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς τό ἐκκλησάκι τοῦ προφήτου Ἐλισαιέ πλησίον τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος. Κατόπιν ἐκεῖ ἐγνώρισα καί τόν Ἀλέξανδρον Μωραϊτίδην, ὅστις ἔψαλλε ἀριστερά. 
Ἔψαλλον  δέ καί οἱ δύο μετά πολλῆς συνέσεως, προσοχῆς, φόβου καί κατανύξεως, ἀποφεύγοντες τάς ἀτάκτους, τάς θεατρικάς καί θυμελικάς φωνάς. Ἔψαλλον καθώς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον διά τοῦ Προφητάνακτος Δαυΐδ ἐν ψαλμοῖς διδάσκει λέγον «Ψάλλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλλατε, καλῶς ψάλλατε, ψάλλατε συνετῶς» καί καθώς ὁρίζουν οἱ θεσπέσιοι τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας Ἅγιοι Πατέρες.
«Τούς ἐπί τό ψάλλειν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις παραγενομένους βουλόμεθα, μήτε βοαῖς ἀτάκτοις κεχρῆσθαι καί τήν φύσιν πρός κραυγήν ἐκβιάζεσθαι, μήτε τί ἐπιλέγειν τῶν μή Ἐκκλησίᾳ ἁρμοδίων τε καί οἰκείων, ἀλλά μετά πολλῆς προσοχῆς καί κατανύξεως τάς τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ· εὐλαβεῖς γάρ ἔσεσθαι τούς υἱούς Ἰσραήλ τό ἱερόν ἐδίδαξε λόγιον» (Κανών τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
Μέχρι σήμερον πού ἔχουν παρέλθει 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τήν μνήμην μου τόν Παπαδιαμάντην καί τόν Μωραϊτίδην καί τάς κατανυκτικάς ἐκείνας ἀγρυπνίας καί ἱεράς μυσταγωγίας, τάς ὁποίας ἐτέλουν οἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καί ὁ ἁπλοῦς καί ἄκακος, ὁ πράος, ὁ ἀκέραιος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ παπα-Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοί φαίνεται ὡσάν νά ἀκούω τήν ἱεράν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσάν ὑμνωδία ἀγγελική καί προσευχή κατανυκτική, ἡ ὁποία ἐξαϋλώνει τρόπον τινά τόν ἄνθρωπον, τόν ἀναβιβάζει νοερῶς εἰς τά οὐράνια καί τόν πλησιάζει καί τόν ἑνώνει μέ τόν Θεόν.
Ἐάν κατ' αὐτόν τόν τρόπον, τόν σεμνόν, τόν εὔσχημον ἐτελοῦντο εἰς ὅλας τάς ἐκκλησίας αἱ ἱεραί ἀκολουθίαι καί θεῖαι μυσταγωγίαι, μεγίστην ὠφέλειαν θά ἐλάμβανον ὅλοι οἱ χριστιανοί.
Δυστυχῶς, τάς περισσοτέρας ἐκκλησίας οἱ ψάλλοντες καί ἱερουργοῦντες, μέ τάς ἀτάκτους, τάς ἀσήμους καί ἀνοικείους φωνάς, τάς κινήσεις χειρῶν, ποδῶν καί λοιπῶν μελῶν, τάς μετέβαλον εἰς θέατρα καί οὐδεμία ὠφέλεια ψυχική προσγίνεται, διότι ἡ Βυζαντινή Ἐκκλησιαστική μουσική, ἡ κατανυκτική καί εὔσχημος, ἡ ψυχωφελής καί σωτήριος ἐφυγαδεύθη καί ἀντικατεστάθη εἰς τούς περισσοτέρους ναούς διά τῆς εὐρωπαϊκῆς θεατρικῆς μουσικῆς, ἥτις εὐχαριστεῖ καί τέρπει ὄχι τήν ψυχήν, ἀλλά τήν ἀκοήν, οὐχί τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν, τῶν ταπεινῶν καί φοβουμένων τόν Θεόν, ἀλλά τῶν ἐν τοῖς θεάτροις καί κινηματογράφοις φοιτώντων.
Δέν θά λησμονήσω τήν εὐλάβειαν καί προσοχήν μέ τήν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καί Παπαδιαμάντης, μέ τήν σιγανήν καί ταπεινήν φωνήν των.Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον ἀλλ' ὅτι προσηύχοντο καί συνωμίλουν μέ τόν Θεόν. Ὁ δέ Παπαδιαμάντης ὅταν ἔψαλλε τά τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας:
«Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτά δικαιότατε. ὅταν τίθενται θρόνοι καί ἀνοίγονται βίβλοι καί Θεός εἰς κρίσιν καθέζηται. Ἐννοῶ τήν ἡμέραν ἐκείνην καί τήν ὥραν, ὅταν μέλλομεν πάντες γυμνοί καί ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι»
τά ἔψαλλε μέ τοιαύτην συναίσθησιν καί φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσάν νά ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δέ ἔψαλλε τά τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσάν νά ἐξίστατο καί ἠρπάζετο εἰς τόν Παράδεισον. Ὠσαύτως ὅταν ἔψαλλε τά Ἀναστάσιμα τροπάρια καί κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καί ἀλλόμενος, καθώς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ πρό τῆς σκιώδους Κιβωτοῦ ἤλατο σκιρτῶν.
Ἐπειδή δέ ἔψαλλον μετά συνέσεως καί εὐλαβείας, δέν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας πού ἤρχοντο διά νά ψάλωσι εἰς τάς ἀγρυπνίας, ἐάν καί ἐκεῖνοι δέν ἔψαλλον συνετῶς καί μετεχειρίζοντο ὄχι τάς φυσικάς των φωνάς, ἀλλά θυμελικάς, προσποιητάς καί ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δέ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καί εὐέξαπτος, τούς ἐδίωκε.
-Φύγετε, τούς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νά τραγουδήσετε εἰς τά θέατρα.
Πολλάκις καί ἐμέ, ὅστις ἤμην βοηθός του καί μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἤ παρατονίαν, μέ ἐδίωκεν.
-Φύγε, μοί ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τό στόμα σου, ἀπρόσεκτε.
Ἐγώ παραμέριζα, ἀλλά γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμός καί πάλιν μέ ἐκάλει.
-Κώστα, ἔλα νά ψάλης.
Ἐγώ ἐπειδή εἶχον ζῆλον νά μάθω ἀμέσως, ἔτρεχον καί ἔψαλλον. Ἦτο δέ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετά τό τέλος τῆς ἀγρυπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοί ἐζήτει συγχώρησιν.
-Κώστα, μοί ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τό κοσμικόν μου ὄνομα), νά μέ συγχωρέσης διότι σέ ἐλύπησα.
Καί ἐγώ τῷ ἔλεγον:
-Ἐγώ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σέ εὐχαριστῶ δέ διότι μέ τάς παρατηρήσεις πού μοῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καί μέ τάς ἐπιπλήξεις μέ διδάσκεις τήν ὑπομονήν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.

Ἀρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος

Τετράδιο 139 * Ὀκτώβριος 2011

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014


Μὲ πολλὴ ἁπλότητα

Ἕνας μοναχὸς ποὺ ἔζησε στὸ μοναστήρι μας καὶ ἐκοιμήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ὁ π. Ἐφραίμ, εἶχε αὐτὴν τὴν βαθειὰ ταπείνωσι. Κάποτε ἦταν ἄρρωστος στὸ νοσοκομεῖο «Θεαγένειο» στὴν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκα νὰ τὸν δῶ. Ὅταν τὸν ἐπλησίασα στὸ κρεβάτι, σήκωσε τὰ χεράκια του καὶ μοῦ εἶπε: «Ἔλα, γέροντα, θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ».
Ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησι δημοσίᾳ. Ἄκουγαν ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς, ἀλλὰ ὁ γέροντας τὸ ἔκανε μὲ πολλὴ ἁπλότητα, δὲν σκεφτόταν ὅτι τὸν ἀκοῦνε καὶ οἱ ἄλλοι.
«Θέλω νὰ μὲ συγχωρήσης, γέροντα, διότι σὲ ἔχω πικράνει», ἔλεγε. Τοῦ ἀπαντῶ: «Δὲν μὲ πίκρανες, ἐγὼ μᾶλλον σὲ ἔχω πικράνει, γιατὶ μπορεῖ νὰ ἤμουν λίγο αὐστηρός». Καὶ ἀπήντησε: «Ἐσὺ τὸ ἔκανες γιὰ τὴν σωτηρία μου, ἐνῶ ἐγὼ σὲ στενοχωροῦσα λόγῳ τῶν παθῶν μου. Καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ κάνης».
Τότε ἐγὼ γύρισα καὶ εἶπα στοὺς λαϊκοὺς ποὺ ἄκουγαν: «Βλέπετε ὁ π. Ἐφραὶμ πόση ταπείνωσι ἔχει καὶ πῶς μιλᾶ;».
Τότε ὁ π. Ἐφραὶμ γύρισε καὶ εἶπε στοὺς λαϊκούς: «Ἀδελφοί μου, σᾶς ἐξομολογοῦμαι, δὲν ἔχω καμμία ἀρετή. Τόσα χρόνια ποὺ εἶμαι στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ἔκανα τίποτε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσευχηθῆτε γιὰ τὴν σωτηρία μου».
Καὶ τότε ὅλοι οἱ λαϊκοὶ συγκινημένοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε, βλέποντας τὴν ταπείνωσι ἑνὸς μοναχοῦ ποὺ τὸν εἶχαν κοντά τους καὶ ἔβλεπαν πόση ἀρετὴ εἶχε καὶ πόση ὑπομονὴ ἔκανε. Ἕνας νέος ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου, ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι ἐκεῖ, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ εἶπε: «Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Ὄρος».

π. Γεώργιος Καψάνης
Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους

Τετράδιο 140 * Νοέμβριος 2011

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014


Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας

νήκω σ µία χώρα µικρή. να πέτρινο κρωτήρι στ Μεσόγειο, πο δν χει λλο γαθ παρ τν γώνα το λαο, τ θάλασσα, κα τ φς το λιου.
Εναι µικρς τόπος µας, λλ παράδοσή του εναι τεράστια κα τ πράγµα πο τ χαρακτηρίζει εναι τι µς παραδόθηκε χωρς διακοπή. λληνικ γλσσα δν παψε ποτ της ν µιλιέται. Δέχτηκε τς λλοιώσεις πο δέχεται καθετ ζωντανό, λλ δν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
λλο χαρακτηριστικ ατς τς παράδοσης εναι γάπη της γι τν νθρωπιά, κανόνας της εναι δικαιοσύνη. Στν ρχαία τραγωδία, τν ργανωµένη µ τόση κρίβεια, νθρωπος πο ξεπερν τ µέτρο, πρέπει ν τιµωρηθε π τς ρινύες.
σο γι µένα συγκινοµαι παρατηρώντας πς συνείδηση τς δικαιοσύνης εχε τόσο πολ διαποτίσει τν λληνικ ψυχή, στε ν γίνει κανόνας το φυσικοκόσµου.
Κα νας π τος διδασκάλους µου, τν ρχν το περασµένου αώνα, γράφει: «… θ χαθοµε γιατί δικήσαµε …».
Ατς νθρωπος ταν γράµµατος. Εχε µάθει ν γράφει στ τριάντα πέντε χρόνια τς λικίας του.
λλ στν λλάδα τν µερν µας, προφορικ παράδοση πηγαίνει µακρι στ περασµένα σο κα γραπτή. Τ διο κα ποίηση.
Εναι γι µένα σηµαντικ τ γεγονς τι Σουηδία θέλησε ν τιµήσει κα τούτη τν ποίηση κα λη τν ποίηση γενικά, κόµη κα ταν ναβρύζει νάµεσα σ’να λα περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω πς τοτος σύγχρονος κόσµος που ζοµε, τυρρανισµένος π τ φόβο κα τν νησυχία, τ χρειάζεται τν ποίηση.
ποίηση χει τς ρίζες της στν νθρώπινη νάσα – κα τί θ γινόµασταν ν πνοή µας λιγόστευε;
Εναι µία πράξη µπιστοσύνης – κι νας Θες τ ξέρει ν τ δεινά µας δν τ χρωστµε στ στέρηση µπιστοσύνης. 
Παρατήρησαν, τν περασµένο χρόνο γύρω π τοτο τ τραπέζι, τν πολ µεγάλη διαφορ νάµεσα στς νακαλύψεις τς σύγχρονης πιστήµης κα στλογοτεχνία. Παρατήρησαν πς νάµεσα σ’ να ρχαο λληνικ δράµα κα να σηµερινό, διαφορ εναι λίγη.
Ναί, συµπεριφορ το νθρώπου δ µοιάζει νὰ ἔχει λλάξει βασικά. Κα πρέπει ν προσθέσω πς νιώθει πάντα τν νάγκη ν’ κούσει τούτη τν νθρώπινη φων πο νοµάζουµε ποίηση.
Ατ φων πο κινδυνεύει ν σβήσει κάθε στιγµ π στέρηση γάπης κα λοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πο ν ’βρει καταφύγιο, παρνηµένη, χει τ νστικτο ν πάει ν ριζώσει στος πι προσδόκητους τόπους.
Γι’ ατ δν πάρχουν µεγάλα κα µικρ µέρη το κόσµου. Τ βασίλειό της εναι στς καρδις λων τν νθρώπων τς γς. χει τ χάρη ν’ ποφεύγει πάντα τ συνήθεια, ατ τ βιοµηχανία.
Χρωστ τν εγνωµοσύνη µου στ Σουηδικ καδηµία πο νιωσε ατ τ πράγµατα, πο νιωσε πς ο γλσσες, ο λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δν πρέπει ν καταντον φράχτες που πνίγεται παλµς τς νθρώπινης καρδις, πο γινε νας ρειος Πάγος κανός ν κρίνει µ λήθεια πίσηµη τν δικη µοίρα τς ζως, γι ν θυµηθ τν Σέλλεϋ, τν µπνευστή, καθώς µς λένε, το λφρέδου Νοµπέλ, ατο το νθρώπου πο µπόρεσε ν ξαγοράσει τν ναπόφευκτη βία µ τ µεγαλοσύνη τς καρδις του.
Σ’ ατ τν κόσµο, πο λοένα στενεύει, καθένας µας χρειάζεται λους τούς λλους. Πρέπει ν’ ναζητήσουµε τν νθρωπο, που κα ν βρίσκεται.
ταν στ δρόµο τς Θήβας, Οδίπους συνάντησε τ Σφίγγα, κι ατ το θεσε τ ανιγµά της, πόκρισή του ταν: νθρωπος. Τούτη πλ λέξη χάλασε τ τέρας.
χουµε πολλ τέρατα ν καταστρέψουµε. ς συλλογιστοµε τν πόκριση το Οδίποδα.

Γιῶργος Σεφέρης
Ὁμιλία κατά τήν τελετή παραλαβῆς τοῦ Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας
(11 Δεκεμβρίου 1963)

Τετράδιο 140 * Νοέμβριος 2011

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014


Ἡ Ντελησυφέρω

Πῶς ἐβιάσθη κ᾿ ἐσήμαινε τόσον ἐνωρίς, ὁ παπα-Μανώλης ὁ Σιρέτης, τὴν ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων; Ἢ ὕπνον δὲν θὰ εἶχε, ἢ τ᾿ ὡρολόγι του εἶχε σταματήσει, ἢ τὸ ξυπνητήρι του τὸν ἐγέλασε. Ἄλλες χρονιὲς ἡ καμπάνα ἐβαροῦσε τέσσερες ὧρες νὰ φέξη, τώρα ἐχτύπησε βαθιὰ τὰ μεσάνυχτα.
Κ᾿ ἡ θειὰ-Μαριὼ ἡ Χρήσταινα, ἡ κοινῶς λεγομένη Ντελησυφέρω, μόλις εἶχε κλείσει τ᾿ ὄμμα εἰς ἐλαφρὸν ὕπνον, καὶ ἀμέσως τὴν ἐξύπνησε τῶν κωδώνων ἡ χαρμόσυνος κλαγγή. Κι αὐτὴ ὁποὺ τὶς ἄλλες χρονιὲς ἦτον ἐπὶ ποδὸς μίαν ὥραν ἀρχύτερα, πρὶν σημάνῃ, στολισμένη κ᾿ ἕτοιμη, διὰ νὰ πάῃ μὲ τὴν ὥραν της νὰ πιάσῃ καὶ τὸ στασίδι της, εἰς τὸ διαμέρισμα τῶν ἡλικιωμένων γυναικῶν -τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο χωριστὰ ἀπὸ τὸν ἀνώγειον γυναικωνίτην, εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ ναοῦ, κατὰ τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν-, τώρα μόλις θὰ πρόφθανε νὰ ἐνδυθῇ καὶ νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ θὰ ἔτρεχε μὲ βίαν, μήπως προλάβῃ καμμία ἄλλη, ἀπὸ ἐκείνας ποὺ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν δυὸ φορὲς τὸν χρόνον, διὰ νὰ δείξουν τὰ στολίδια τους, καὶ τῆς πάρῃ μὲ ἀδιακρισίαν τὸ στασίδι της.
Ἐσηκώθη, ἐνεδύθη κ᾿ ἐστολίσθη, κ᾿ ἐφόρεσε τὴν μακρὰν μεταξωτὴν μανδήλαν της. ἐσήκωσε τὸν μικρὸν ἐγγονόν της, τὸν ἔνιψε, τὸν ἐστόλισε, ἄφησε τὴν νύμφην της, τὴν χήραν, νὰ κοιμᾶται μαζὶ μὲ τὸ μικρὸν κοράσιόν της, ἄναψε τὸ φαναράκι της κ᾿ ἐξῆλθε, συνοδευομένη ἀπὸ τὸν ἐγγονόν της.
Κ᾿ εἶχε δίκαιον νὰ ἀνησυχῇ διὰ τὸ στασίδι, διότι οἱ περισσότερες, οἱ τωρινές, εἶναι βιλάνες, σοῦσες-μαροῦσες, ἀναφάνταλες, ἀστάνευτες. Δὲν ξέρει καθεμιὰ τὴν ἀράδα της. Αὐτή, διὰ νὰ ξέρῃ καλὰ τὴν δική της καὶ νὰ προσπαθῇ μὲ πάντα τρόπον νὰ τὴν φυλάξῃ, τῆς ἔβγαλαν κι αὐτὸ τὸ παρεγκώμι, καὶ τὴν εἶπαν Ντελησυφέρω. Οἱ τωρινές, ἐνόμιζαν τάχα πὼς ἦτον «ντελήδισσα γιὰ τὸ συμφέρο της» καὶ δὲν ἐνθυμοῦντο πλέον τὰ παραμύθια τῆς κυρούλας τους: «Κίνησ᾿ ὁ βασιλιᾶς νὰ πάῃ στὸ σεφέρι», ὁποὺ θὰ πῇ ἐκστρατεία, πόλεμος.
Καὶ τῷ ὄντι, μὲ τὸ ν᾿ ἀγαπᾷ τὸν πόλεμον ἡ θειὰ-Μαριὼ ἡ Χρήσταινα, ἀπεδεικνύετο, χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρῃ συμφωνοτάτη μὲ τὸν παλαιόν, ὅστις εἶπε: «Πόλεμος πάντων πατήρ». Πόλεμον εἰς ὅλην τὴν γυναικείαν σφαῖραν της, πόλεμον καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ἀνδρικὴν ἀκόμη, ὅπου ἐχρειάσθη νὰ ἔχῃ μέγα φρόνημα καὶ θάρρος ἡ Χρήσταινα, χηρεύουσα νέα, ἀναγκασμένη νὰ εἶναι καὶ πατέρας καὶ μάννα διὰ τὰ ὀρφανά της.
Ἔπειτα, ὅταν ὁ υἱός της ἀπέθανε καὶ τῆς ἄφησε δευτέραν ὀρφάνια, καὶ πάππος καὶ μάμμη διὰ τὰ ἐγγόνια της. Πόλεμον εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὰ τέκνα της ἢ εἰς τὴν νύμφην της, ἢ εἰς τὰ τέκνα τῶν τέκνων της, πόλεμον εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸν δρόμον διὰ νὰ σωφρονίσῃ τὴν γειτόνισσαν ἥτις τὴν ἐνωχλοῦσε - πόλεμον εἰς τὸν φοῦρνον διὰ τὰ ψωμιά, πόλεμον εἰς τὸν ἐλαιῶνα, μὲ τοὺς κακοὺς γείτονας, πόλεμον εἰς τὴν ἀγορὰν μὲ τοὺς αἰσχροκερδεῖς καπήλους καὶ τοκογλύφους, πόλεμον εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τ᾿ ἀρχεῖα μὲ τοὺς καταπιεστὰς ὑπαλλήλους καὶ εἰσπράκτορας, πόλεμον εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸ στασίδι καὶ διὰ τὴν «ἀράδα της».
Ἦτον ὑψηλή, ἰσχνή, μελαψὴ καὶ ρωμαλέα. Ἄνδρας εἰς τὴν ζωήν της θὰ εἶχε δείρει, κατὰ καιρούς, πέντε ἢ ἕξ· ἕνα πλεονέκτην γείτονα εἰς τὰ κτήματά της, ἕνα μικρέμπορον ὁποὺ τῆς «ἐπανώγραφε» τὰ ὀλίγα βερεσέδια της, ἕνα νέον χωροφύλακα, κ᾿ ἕνα εἰσπράκτορα τοῦ δημοσίου, ὁποὺ τῆς ἐζήτει, καθὼς ἰσχυρίζετο αὐτή, δυὸ φορὲς τὸν ἴδιον φόρον.
Γυναῖκες εἶχε δείρει παραπολλὰς εἰς τὸν φοῦρνον καὶ εἰς ἕνα αὐλόγυρον, ὅπου ἅπλωναν τὰ πλυμένα ροῦχα, καὶ εἰς τὴν ἐξοχήν, κι ἀλλοῦ, καὶ μίαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Εὐτυχῶς, αὐτὴν τὴν φοράν, ἐκείνη ἥτις εἶχε τολμήσει νὰ τῆς πάρῃ τὸ στασίδι της -πρέπει νὰ ἦτον πολὺ ἄπειρος, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐτόλμᾳ νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὴν Ντελησυφέρω- ἴσως διότι τὸ ἔκαμεν ἐξ ἀγνοίας, ἐφάνη λίαν ἐνδοτική.
Ἅμα εἶδε τὴν γραῖαν, μὲ τὴν μακρὰν μεταξωτὴν μανδήλαν, καὶ τὸ βλοσυρὸν βλέμμα, νὰ ἐπέρχεται, ὡς θύελλα, κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς αὐτὴν (μία γείτων κάτι τῆς ἐψιθύρισεν εἰς τὸ ὠτίον), ἐξῆλθε καὶ παρεχώρησε τὴν θέσιν.
- Ἔλα, θεία-Μαργώ, εἶπεν. Ἐγὼ δὲν τὄ ῾ξευρα, πλιό, πὼς ἦτον δικό σου τὸ στασίδι.
Καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε μετ᾿ ὀλίγους ψιθυρισμούς. Δὲν συνέβη, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, οὔτε δάρσιμον, οὔτε μαλλιοτράβηγμα εἰς τὸ διαμέρισμα τῶν γηραιῶν γυναικῶν.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης 

Τετράδιο 141 * Δεκέμβριος 2011

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014


Ὁ ἠθικολόγος
Μέσα μας ὑπάρχει ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἠθικολόγος». Αὐτὸς ὁ «ἠθικολόγος», ὅταν βλέπει κάποιον νὰ παρεκτρέπεται, ἐπαναστατεῖ, ἐνῶ πολλὲς φορὲς αὐτὸς ποὺ κρίνει ἔχει κάνει τὴν ἴδια παρεκτροπή. Δὲν τὰ βάζει ὅμως μὲ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ μὲ τὸν ἄλλο. Κι αὐτὸ δὲν τὸ θέλει ὁ Θεός.
Λέει ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο: «Ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον, σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; Ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν, κλέπτεις;». Μπορεῖ νὰ μὴν κλέπτουμε, ὅμως φονεύουμε, κακίζουμε τὸν ἄλλον, καὶ ὄχι τὸν ἑαυτόν μας. Λέμε παραδείγματος χάριν: «Ἔπρεπε νὰ κάνεις αὐτό, δὲν τὸ ἔκανες, νὰ τι ἔπαθες!». Στὴν πραγματικότητα, ἐπιθυμοῦμε νὰ πάθει ὁ ἄλλος κακό.
Ὅταν σκεπτόμαστε τὸ κακό, τότε μπορεῖ πράγματι νὰ συμβεῖ. Κατὰ ἕνα μυστηριώδη καὶ ἀφανὴ τρόπο μειώνουμε στὸν ἄλλο τὴ δύναμη νὰ πάει στὸ ἀγαθό, τοῦ κάνουμε κακό. Μπορεῖ νὰ γίνουμε αἰτία ν’ ἀρρωστήσει, νὰ χάσει τὴ δουλειά του, τὴν περιουσία του κ.λπ. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν κάνουμε κακὸ μόνο στὸν πλησίον μας ἀλλὰ καὶ στὸν ἑαυτό μας, γιατὶ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε προσευχόμεθα καὶ δὲν εἰσακουόμεθα. «Αἰτοῦμεν καὶ οὐ λαμβάνομεν». Γιατί; Τὸ σκεφτήκαμε ποτὲ αὐτό; «Διότι κακῶς αἰτούμεθα». Πρέπει νὰ βροῦμε τρόπο νὰ θεραπεύσουμε τὴν τάση ποὺ ὑπάρχει μέσα μας νὰ αἰσθανόμαστε καὶ νὰ σκεπτόμαστε μὲ κακία γιὰ τὸν ἄλλο.
Εἶναι δυνατὸ νὰ πεῖ κάποιος, «ἔτσι ποὺ φέρεται ὁ τάδε, θὰ τιμωρηθεῖ ἀπ’ τὸν Θεό», καὶ νὰ νομίζει ὅτι τὸ λέει χωρὶς κακία. Εἶναι ὅμως πολὺ λεπτὸ πράγμα νὰ διακρίνει κανεὶς ἂν ἔχει ἢ δὲν ἔχει κακία. Δὲν φαίνεται καθαρά. Εἶναι πολὺ μυστικὸ πράγμα τί κρύβει ἡ ψυχή μας καὶ πῶς αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐπιδράσει σὲ πρόσωπα καὶ πράγματα.
Δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο, ἂν ποῦμε μετὰ φόβου ὅτι ὁ ἄλλος δὲν ζεῖ καλὰ καὶ νὰ προσευχόμαστε νὰ τὸν βοηθήσει ὁ Θεὸς καὶ νὰ τοῦ δώσει μετάνοια, δηλαδὴ οὔτε λέμε οὔτε κατὰ βάθος ἐπιθυμοῦμε νὰ τὸν τιμωρήσει ὁ Θεὸς γι’ αὐτὸ ποὺ κάνει.
Τότε ὄχι μόνο δὲν κάνουμε στὸν πλησίον κακό, ἀλλὰ τοῦ κάνουμε καὶ καλό. Ὅταν εὔχεται κανεὶς γιὰ τὸν πλησίον του, μιὰ καλὴ δύναμη βγαίνει ἀπ’ αὐτὸν καὶ πηγαίνει στὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν θεραπεύει καὶ τὸν δυναμώνει καὶ τὸν ζωογονεῖ.
 Μυστήριο πῶς φεύγει ἀπὸ μᾶς αὐτὴ ἡ δύναμη. Ὅμως, πράγματι, αὐτὸς ποὺ ἔχει μέσα του τὸ καλὸ στέλνει τὴν καλὴ αὐτὴ δύναμη στοὺς ἄλλους μυστικὰ καὶ ἁπαλά. Στέλνει στὸν πλησίον του φῶς, ποὺ δημιουργεῖ ἕναν κύκλο προστασίας γύρω του καὶ τὸν προφυλάσσει ἀπ’ τὸ κακό. Ὅταν ἔχουμε γιὰ τὸν ἄλλον ἀγαθὴ διάθεση καὶ προσευχόμαστε, θεραπεύουμε τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν βοηθοῦμε νὰ πάει πρὸς τὸν Θεό.
Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


Τετράδιο 141 * Δεκέμβριος 2011