Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Διὰ τῆς πατροπαραδότου ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς ὄχι μόνον τὰ ἱερὰ ᾄσματα ἔγιναν προσφιλῆ καὶ οἰκεῖα εἰς τὴν ἀκοήν, καὶ ἡ γλῶσσα εἰς ἣν ταῦτα εἶναι γεγραμμένα καταληπτή, ὡς ἔγγιστα, καὶ εἰς τοὺς ἀγραμμάτους, ἀλλά καὶ αὐτὰ τῶν Θείων Εὐαγγελίων τὰ ρήματα διὰ τῆς αὐτῆς μουσικῆς καὶ τοῦ λογαοιδικοῦ αὐτῆς τρόπου κατέστησαν οἰκειότερα εἰς τὴν ἀκοὴν καὶ βαθύτερον πάντοτε εἰσδύουσιν εἰς τῶν ἀκροατῶν τὰς καρδίας.
Ὅθεν ἡ γλῶσσα αὕτη, εἰς ἣν εἶναι γεγραμμένα τό τε Εὐαγγέλιον καὶ τὰ ἱερὰ ᾄσματα, ἔχει τὸ μοναδικὸν εἰς τὸν κόσμον προνόμιον νὰ ἐξακολουθῇ καὶ μετὰ εἴκοσιν αἰῶνας νὰ εἶναι ζωντανὴ εἰς τὴν ἀκοὴν τουλάχιστον.
Ἂς δοκιμάσῃ τις νὰ μεταφράσῃ ἓν τροπάριον εἰς τὴν δημώδη, καὶ τότε θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ γλῶσσα, ἥτις εἶναι ζωντανὴ εἰς τὰ ἡρωϊκὰ καὶ ἐρωτικὰ ᾄσματα τοῦ λαοῦ, εἶναι ψυχρὰ μέχρι νεκροφανείας διὰ τὰ τροπάρια.
Π.χ. «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος...». Θὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσῃ πνέμμα (ἢ πλέμμα ἢ πλέγμα) καὶ λόγο θὰ βγάλω (διότι πῶς ἄλλως θ᾿ ἀποδοθῇ ἡ μεταφορὰ ἢ ἡ μετωνυμία τοῦ ἐρεύξομαι;).
«Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον...». Ἀξίζει ἀλήθεια νὰ σὲ καλοτυχίζουμε σένα τὴ Θεοτόκο, ποὺ εἶσαι πάντα καλότυχη, καὶ καθαρώτατη, καὶ μάνα τοῦ Θεοῦ μας...
Πλὴν θὰ εἴπῃ τις, ἀντὶ νὰ μεταφρασθῶσι τὰ ὑπάρχοντα, ἂς ποιηθῶσι νέα ἐκκλησιαστικὰ ᾄσματα ὑπὸ τῶν δοκίμων ποιητῶν μας.
Ναί, βέβαια, λέγομεν ἡμεῖς, καὶ εἶναι τόσον εὔκολον τὸ πρᾶγμα!... νὰ ἐμφυσηθῇ ζωὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ, νὰ δοθῇ ἔμπνευσις ἐκεῖ ὅπου λείπει ἡ ψυχή !...
Καὶ ποῦ εἶναι οἱ δόκιμοι ποιηταί μας;... Καὶ ἂν τοιοῦτοι ὑπάρχουν, αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τὸν Νίτσε καὶ τὸν Ἴψεν παρὰ διὰ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς σκουριασμένα ντόπια πράγματα!...
Ἄλλως, διὰ νὰ γίνουν νέα θρησκευτικὰ ᾄσματα πρέπει νὰ γίνῃ πρῶτα καὶ νέα θρησκεία...
Ἂς δοκιμάσουν λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ὀνειροπολοῦν αὐτὰ νὰ κάμουν θρησκείαν χειροποίητον, θρησκείαν γιὰ τὰ κέφια τους καὶ τότε θὰ καταλάβουν καὶ οἱ ἴδιοι πόσον εἶναι μωροὶ καὶ τυφλοί.
Εἴπομεν ὅτι διὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ τοῦ λογαοιδικοῦ αὐτῆς τρόπου κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὰ λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καὶ τοῦ Ἀποστόλου.
Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα. Ἐκ τούτου παρέλαβον καὶ οἱ Δυτικοὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῖς plain-chant.
Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καὶ μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει».
Εἶναι ἄρα τὸ λογαοιδικὸν τοῦτο μέλος κανονικώτατον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἀνήκει εἰς τὸν πλάγιον δ´ ἢ τὸν βαρὺν ἦχον.
Ἐθίζεται δὲ ν᾿ ἀπαγγέλληται ὁ μὲν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καὶ φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως.
Οἱ περὶ πάντα ἐπιπόλαιοι καὶ ἀταλαίπωροι νεωτερισταὶ κατέκριναν καὶ τὸ λογαοιδικὸν τοῦτο μέλος καὶ εἶπαν ὅτι τοῦτο εἶναι «ἐπίῤῥινον» δῆθεν καὶ κακόζηλον.
Εὗρον δὲ καὶ τινὰς καινοτόμους ἱερεῖς, οἵτινες πεισθέντες εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῶν ξενοφρόνων ἐκείνων, κατήργησαν αὐθαιρέτως τὸν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσι τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι᾿ ἁπλῆς ἀναγνώσεως.
Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν᾿ ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη.
Ὀφείλομεν νὰ ψάλλωμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ μὲ πραείας φωνάς, μὲ φωνὴν αὔρας λεπτῆς, καὶ ὄχι μὲ πολυφωνίας καὶ παραφωνίας, αἵτινες ὁμοιάζουν μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνέμου τὸ βίαιον καὶ μὲ τὸν συσσεισμόν, μέσῳ τῶν ὁποίων δὲν ἐφανερώθη ὁ Θεός...


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 155 * Φεβρουάριος 2013

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Πάνω σέ μία ἀκτίνα
Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος καί θαύματα νά κάνει, πάλι δέν πιστεύει στόν λογισμό του. Ἦταν στήν Ἰορδανία ἕνας πολύ ἁπλός παπάς πού ἔκανε θαύματα. Διάβαζε ἀνθρώπους καί ζῶα πού εἶχαν κάποια ἀρρώστια καί γίνονταν καλά. Πήγαιναν καί μουσουλμάνοι σ’ αὐτόν, ὅταν ἔπασχαν ἀπό κάτι, καί τούς θεράπευε. Αὐτός, πρίν λειτουργήσει, ἔπαιρνε ἕνα ρόφημα μέ λίγο παξιμάδι καί μετά ὅλη τήν ἡμέρα δέν ἔτρωγε τίποτε.
Κάποτε ἔμαθε ὁ Πατριάρχης ὅτι τρώει πρίν ἀπό τήν Θεία Λειτουργία καί τόν κάλεσε στό Πατριαρχεῖο. Πῆγε ἐκεῖνος, χωρίς νά ξέρει γιατί τόν ζητᾶνε.
Ὥσπου νά τόν φωνάξει ὁ Πατριάρχης, περίμενε μαζί μέ ἄλλους σέ μία αἴθουσα. Ἔξω ἔκανε πολλή ζέστη· εἶχαν κλειστά τά παντζούρια καί ἀπό μία τρυπούλα περνοῦσε μία ἀκτίνα. Αὐτός νόμισε ὅτι εἶναι σχοινί. Ἐπειδή εἶχε ἱδρώσει, βγάζει τό ράσο του καί τό κρεμάει πάνω στήν ἀκτίνα. Ὅταν τό εἶδαν οἱ ἄλλοι πού κάθονταν ἐκεῖ στήν αἴθουσα, τά ἔχασαν.
Πᾶνε καί λένε στόν Πατριάρχη: «Ὁ παπάς πού κολατσίζει πρίν ἀπό τήν Θεία Λειτουργία κρέμασε τό ράσο του πάνω σέ μία ἀκτίνα!».
Τόν κάλεσε μέσα ὁ Πατριάρχης καί ἄρχισε νά τόν ρωτάει: «Τί κάνεις; Πῶς πᾶς; Κάθε πότε λειτουργεῖς; Πῶς ἑτοιμάζεσαι γιά τήν Θεία Λειτουργία;».«Νά, λέει, διαβάζω τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, κάνω καί μερικές μετάνοιες καί ὕστερα φτιάχνω ἕνα ρόφημα, κολατσίζω λίγο, καί ἔπειτα λειτουργῶ». «Γιατί τό κάνεις αὐτό;», τόν ρωτάει ὁ Πατριάρχης. «Ἅμα φάω λιγάκι πρίν ἀπό τήν Θεία Λειτουργία, λέει ἐκεῖνος, ὅταν κάνω κατάλυση , πάει ὁ Χριστός ἐπάνω!!! Ἐνῶ, ἄν φάω μετά τήν Θεία Λειτουργία, πάει ὁ Χριστός ἀπό κάτω»!!!
 Με καλό λογισμό τό ἔκανε! Τοῦ λέει τότε ὁ Πατριάρχης: «Ὄχι, δέν εἶναι σωστό αὐτό. Πρῶτα νά κάνεις κατάλυση, καί ἔπειτα νά τρῶς λίγο». Ἔβαλε μετάνοια καί τό δέχθηκε.
Θέλω νά πῶ, παρόλο πού εἶχε φθάσει σέ τέτοια κατάσταση, νά κάνει θαύματα, τό δέχθηκε ἁπλά· δέν εἶχε δικό του θέλημα. Ἐνῶ, ἄν πίστευε στόν λογισμό του, μποροῦσε νά πεῖ: «Ἐγώ διαβάζω ἀνθρώπους καί ζῶα ἄρρωστα καί γίνονται καλά, κάνω θαύματα· τί μοῦ λέει αὐτός; Ἔτσι πού τό σκέφτομαι, εἶναι πιό καλά, γιατί ἀλλιῶς πάει τό φαγητό πάνω ἀπό τόν Χριστό».
Ἔχω καταλάβει ὅτι ἡ ὑπακοή πολύ βοηθάει. Καί λίγο μυαλό νά ἔχει κανείς, ἄν κάνει ὑπακοή, γίνεται φιλόσοφος. Εἴτε ἔξυπνος εἴτε κουτός εἴτε ὑγιής εἴτε ἄρρωστος πνευματικά ἤ σωματικά εἶναι κανείς καί βασανίζεται ἀπό λογισμούς, ἄν κάνει ὑπακοή, ἐλευθερώνεται. Λύτρωση εἶναι ἡ ὑπακοή.

Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετράδιο 155 * Φεβρουάριος 2013

Κρύο, καιρός για δύο (μέρος δεύτερον)


Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014



Μικρή Πράσινη Θάλασσα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Πού θά 'θελα νά σέ υἱοθετήσω
Νά σέ στείλω σχολεῖο στήν Ἰωνία
Νά µάθεις µανταρίνι καί ἄψινθο
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Στό πυργάκι τοῦ φάρου τό καταµεσήµερο
Νά γυρίσεις τόν ἥλιο καί ν' ἀκούσεις
Πῶς ἡ µοίρα ξεγίνεται καί πῶς
Ἀπό λόφο σέ λόφο συνεννοοῦνται
Ἀκόµα οἱ µακρινοί µας συγγενεῖς
Πού κρατοῦν τόν ἀέρα σάν ἀγάλµατα
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Μέ τόν ἄσπρο γιακά καί τήν κορδέλα
Νά µπεῖς ἀπ' τό παράθυρο στή Σµύρνη
Νά µοῦ ἀντιγράψεις τίς ἀντιφεγγιές στήν ὀροφή
Ἀπό τά Κυριελέησον καί τά ∆όξα Σοι
Καί µέ λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
Κύµα τό κύµα νά γυρίσεις πίσω
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Γιά νά σέ κοιµηθῶ παράνοµα
Καί νά βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου
Κοµµάτια πέτρες τά λόγια τῶν Θεῶν
Κοµµάτια πέτρες τ' ἀποσπάσµατα τοῦ Ἡράκλειτου.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τετράδιο 155 * Φεβρουάριος 2013

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Δέν λυποῦμαι, δέν ἀπελπίζομαι


11 Ἰανουαρίου 1828 : ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀποβιβάζεται στήν Αἴγινα. Ο Γεώργιος Τερτσέτης στά «Ἀπόλογα γιά τόν Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία τοῦ Κυβερνήτη μέ τόν Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:
«…Εἶναι καιροί πού πρέπει νά φοροῦμε ὅλοι ζώνη δερματένια καί νά τρῶμε ἀκρίδες καί μέλι ἄγριο. Εἶδα πολλά εἰς τήν ζωή μου, ἀλλά σάν τό θέαμα ὅταν ἔφθασα ἐδῶ εἰς τήν Αἴγινα δέν εἶδα τί παρόμοιο ποτέ, καί ἄλλος νά μήν τό ἰδῆ… «Ζήτω ὁ κυβερνήτης ὁ σωτήρας μας, ὁ ἐλευθερωτής μας!» ἐφώναζαν γυναῖκες ἀναμαλλιάρες, ἄνδρες μέ λαβωματιές πολέμου, ὀρφανά κατεβασμένα ἀπό τίς σπηλιές. Μαυροφορεμένες γυναῖκες, γέροντες μοῦ ἐζητοῦσαν νά ἀναστήσω τούς πεθαμένους τους, μανάδες μοῦ ἔδειχναν εἰς τό βυζί τά παιδιά τους καί μοῦ ἔλεγαν νά τά ζήσω καί ὅτι δέν τούς ἀπέμειναν παρά ἐκεῖνα κι ἐγώ καί μέ δίκαιο μοῦ ἐζητοῦσαν ὅλα αὐτά, διότι ἐγώ ἦλθα καί σεῖς μέ προσκαλέσατε νά οἰκοδομήσω, νά θεμελιώσω κυβέρνησιν καί κυβέρνησις καί ὡς πρέπει ζεῖ, εὐτυχεῖ τούς ζωντανούς, ἀνασταίνει καί ἀποθαμένους διατί διορθώνει τήν ζημία τοῦ θανάτου καί τῆς ἀδικίας. Δέν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ζεῖ τό ἔργο του, καρποφορεῖ, ἄν ὁ διοικητής εἶναι δίκαιος, ἄν τό κράτος ἔχη συνείδησι, εὐσπλαχνία, μέτρα σοφίας.
…Ὡς ψάρι εἰς τό δίχτυ σπαράζει εἰς πολλούς κινδύνους ἀκόμη ἡ ἑλληνική ἐλευθερία. Μοῦ ἐδώσατε τούς χαλινούς τοῦ κράτους. Τίνος κράτους; Μετροῦμε εἰς τά δάκτυλα τήν ἐπικράτειάν μας. Τ’ Ἀνάπλι, τήν Αἴγιναν, Πόρο, Ὕδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ὁ Ἰμπραΐμης κρατεῖ τά κάστρα καί τό μεσόγειο τῆς Πελοποννήσου, ὁ Κιουτάγιας τήν Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται ἀπό αὐτεξούσιο στρατό καί ἀπό πειρατείαν, τά δύο μεγάλα πολεμικά καράβια μας εἶναι ἀραγμένα ξαρμάτωτα εἰς τόν Πόρο, ἡ Ἀθήνα ἔφαγε πέρυσι τούς ἀνδρειότερους τῶν Ἑλλήνων. Ποῦ τό θησαυροφυλάκιον τοῦ ἔθνους; Ἀκούω ἐπουλήσατε καί τήν δεκατία τοῦ φετεινοῦ ἔτους πρίν σπαρθῆ ἀκόμα τό γέννημα, ὁ τόπος εἶναι χέρσος, σπάνιοι οἱ κάτοικοι, σκόρπιοι εἰς τά βουνά καί εἰς τά σπήλαια. Τό δημόσιο εἶναι πλακωμένο ἀπό δύο ἑκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, ἄλλα τόσα ζητοῦν οἱ στρατιωτικοί, ἡ γῆ εἶναι ὑποθηκευμένη εἰς τούς Ἄγγλους δανειστάς, ἀνάγκη νά τήν ἐλευθερώσωμε μέ τήν ἴδια ἀπόφασι ὡς τήν ἐλευθερώσαμε καί ἀπό τά ἅρματα τοῦ Κιουτάγια καί τοῦ Αἰγυπτίου.
…Δέν λυποῦμαι, δέν ἀπελπίζομαι, προτιμῶ αὐτό τό σκῆπτρο τοῦ πόνου καί τῶν δακρύων παρά ἄλλο. Ο Θεός μοῦ τό ΄δωσε, τό παίρνω, θέλει νά μέ δοκιμάση. Εἶμαι ἀπό τή φυλή σας, εἰς ἕνα μνῆμα μαζί μέ σᾶς θά θαφτῶ, ὅ,τι ἔχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εἰς τήν Εὐρώπην, κεφάλαια γνώσεων ἀποκτημένα ἀπό τόσα θεάματα καί ἀκροάματα συμβάντων τοῦ κόσμου εἰς τάς ἡμέρας μου, τά ἀφιερώνω εἰς τήν κοινήν πατρίδα…
…Κατεβαίνω πολεμιστής εἰς τό στάδιον, θά πολεμήσω ὡς κυβέρνησις, δέν λαθεύομαι τόν ἔρωτα τῶν προνομίων πού εἶναι φυτευμένος εἰς ψυχές πολλῶν, τά ὀνειροπολήματα τῶν λογιωτάτων, ξένων πρακτικῆς ζωῆς, τό φιλύποπτον, κυριαρχικόν καί ἀνήμερον ἀλλοεθνῶν ἀνδρῶν. Ἡ νίκη θά εἶναι δική μας, ἄν βασιλεύση εἰς τήν καρδίαν μας μόνον τό αἴσθημα τό ἑλληνικόν. Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης».

Τετράδιο 156 * Μάρτιος 2013

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Ἡ Χώρα μου


Ξέρεις, αὐτή ἡ γυναίκα τώρα θά περπατήσει ἑβδομήντα χιλιόμετρα μές στή βροχή, μέ τό γουρούνι καί τό παιδί. Ποῦ θά κοιμηθοῦν τό βράδυ… Θά κατεβοῦν στόν κάμπο γιά μεροκάματο. Ἔχω τέτοια ντοκουμέντα πώς αὐτός ὁ κόσμος πού ζεῖ σήμερα δέν εἶναι ἴδιος μέ τόν χθεσινό. Καί θά 'πρεπε νά ὑπάρχουν μαρτυρίες ἀκριβῶς γιά τή ζωή αὐτῶν τῶν προγόνων, πού εἶχαν τό θάρρος νά κρατήσουν στόν τόπο τή ζωή καί νά ὑποστοῦν τά πάνδεινα.
Σέ μιά στιγμή, ἦταν κάπου πέντε χιλιόμετρα, δέ μέ βόλευε, ποῦ νά τήν πάρω, καί ἔβαλα τό αὐτοκίνητο γιά νά ἀναγκαστεῖ νά περάσει ἄκρη τοῦ δρόμου, νά μήν εἶναι στήν ἄσφαλτο, καί τήν πῆρα φωτογραφία. Γύρισε καί εἶπε στό παιδάκι: «Μαργώνεις, καμάρι μου; Κρυώνεις;»


Μοῦ λέγαν στίς ἐκθέσεις γιατί δέν πουλάω φωτογραφίες… Ἀκόμη ἀκόμη, πιστέψτε με, καί πού τίς παρουσίαζα στήν ἔκθεση, νόμιζα ὅτι ἐκπορνεύω κάτι ἱερό. Τί νά πουλήσω τώρα ἐγώ ἀπ' αὐτή γιά νά πάρω λεφτά ;


Αὐτή ἡ φωτογραφία (Τοῦ φτωχοῦ τ' ἀρνί) ἔχει τραβηχτεῖ στήν ἀγορά τῶν Ἰωαννίνων. Ἰδιαίτερα τή Μεγάλη Ἑβδομάδα, κατέβαιναν ἀπό τά χωριά τους, κάνοντας καί πέντε ὧρες δρόμο, μέ ἕνα ἀρνί στήν πλάτη, γιά νά τό πουλήσουν καί μέ τά χρήματα πού θά παίρναν νά πάρουν κάτι γιά τά παιδιά τους. Οἱ ἀστοί κάτω, τούς ἀφῆναν καί ἐξουθενώνονταν ἀπό τήν πείνα καί τήν κούραση καί κοίταζαν νά τούς τά πάρουν ὅσο-ὅσο.
Πέτυχα αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἀκριβῶς τήν ὥρα πού τό παζάρευε, τοῦ 'δωσε ἕνα κατοστάρικο. «Ἔλα, καί πολλά σου δίνω, δῶσε μου ἕνα τάληρο» τοῦ λέει, καί ὁ φουκαράς τοῦ λέει «ποῦ νά τά βρῶ» καί ἀποχωρίζεται μέ τόσο πόνο τό ἀρνί του, μόνο πού δέν κλαίει…
Ἔτσι κι ἐγώ παιδάκι, γιά λόγους βιοπορισμοῦ, ἔφυγα ἀπό τό χωριό. Νά ἐδῶ σ'αὐτή τήν πέτρα, ἐδῶ παρακάτω μέ ξεπροβόδισε ἡ μάνα μου καί μοῦ 'πε τίς τελευταῖες της συμβουλές, ὅπως λέν ὅλες οἱ Ἠπειρώτισσες μάνες στά παιδιά τους, γιά νά μή γίνουν κλέφτες, ὅτι ἄν βρῶ κάπου λεφτά νά πάω ἀμέσως νά τά παραδώσω. «Κανένας» μοῦ 'λεγε «δέν πετάει χρήματα. Ἤ κάποιος τά 'χασε ἤ κάποιος τά 'βαλε ἐπίτηδες νά δεῖ ἄν κλέβεις. Νά πᾶς νά τά δώσεις ἀμέσως. Δέ θά σοῦ κάνουν ποτέ καλό αὐτά τά λεφτά». Μοῦ ΄πε καί λίγα ἀκόμα, μ' ἀγκάλιασε, μέ φίλησε κι ἀπό τότε ἔμελλε νά μήν τήν ξαναδῶ.

Κώστας Μπαλάφας


Ὁ φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας (1920-2012) γεννήθηκε στό ὀρεινό χωριό Κυψέλη τῆς Ἄρτας ἀπό φτωχούς γονεῖς ἀγρότες, τόν Γιῶργο καί τήν Ἀρχοντούλα. Σέ ἡλικία μόλις ἕντεκα ἐτῶν βρέθηκε στήν Ἀθήνα καί ρίχτηκε στή βιοπάλη.  «Ἀπ' τό χωριό μου κατέβηκα πρῶτα στήν Ἄρτα. Ἐκεῖ ὁ πατέρας μου, γιά νά μή μέ στείλει μόνο στήν Ἀθήνα, μέ παρέδωσε σ' ἕνα γνωστό μας δάσκαλο νά μέ συνοδεύσει. Παράκληση τοῦ πατέρα μου ἦταν νά μέ βοηθήσει ὥσπου νά βρῶ στήν πλατεία Κουμουνδούρου τήν ταβέρνα ἑνός συγχωριανοῦ μας, πού ἦταν θαυμάσιος ἄνθρωπος καί καλός πατριώτης. Σ' αὐτόν ἔβρισκαν ἀπάγκιο πολλά χωριατόπαιδα ἀπ' τήν Ἤπειρο, πού δέν εἶχαν στόν ἥλιο μοίρα. Ἐκτός ἀπό ἕνα πιάτο φαγητό πού τούς ἔδινε, φρόντιζε νά τούς βρίσκει καί δουλειά. Αὐτό ἔγινε καί μ' ἐμένα, καταλήγοντας νά πιάσω δουλειά σέ ἕνα ὀνομαστό τότε γαλακτοπωλεῖο-ζαχαροπλαστεῖο τῆς ὁδοῦ Πατησίων κοντά στόν Ἅγιο Λουκᾶ, μέ τήν ἐπωνυμία "Δελφοί". Τήν ἡμέρα δουλειά, τό βράδυ νυχτερινό σχολεῖο». Ἡ πρώτη ἐπαφή του μέ τή φωτογραφία καί τή φωτογραφική μηχανή ἦταν στά δεκατρία του χρόνια.

Τετράδιο 156 * Μάρτιος 2013

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Καλή καί εὐλογημένη χρονιά

Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! » κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου;» Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, πού ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ᾽χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...
Φώτης Κόντογλου

Τετράδιο 153 * Δεκέμβριος 2012

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012


Ὁ ἄγγελός μου

Εἶχε ἔρθει στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν γιά τά προβλήματα πού εἶχε μέ τήν καρδιά του. Μόλις ἔμαθα ὅτι ἦταν ἐκεῖ, πῆγα νά τόν δῶ. Ἦταν ἡ μέρα πού τόν εἶχαν μετακινήσει ἀπό τή Μονάδα Ἐντατικῆς Παρακολούθησης σ' ἕνα δωμάτιο μέ τρία κρεβάτια κι ἕνα ράντζο, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν βάλει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη ἐντύπωσή μου, μόλις τόν εἶδα, εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι ὅ ἄνθρωπος αὐτός ἀκτινοβολοῦσε, θά εἶναι λίγο. Ἡ μορφή του ἦταν τό κάτι ἄλλο, πράγματι ἀκτινοβολοῦσε.
Τήν ὥρα πού μπῆκα στό δωμάτιό του, ἦταν ἐκεῖ οἱ γιατροί, πού ἔκαναν τήν καθημερινή ἐπίσκεψή τους στούς θαλάμους τῶν ἀσθενῶν. Κατά σύμπτωση οἱ γιατροί ἐκεῖνοι ἦταν πρώην φοιτητές μου στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι, μόλις μέ εἶδαν, ἦρθαν κοντά μου καί μέ ἐνημέρωσαν γιά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Γέροντα. Ὅταν τελείωσαν κι ἔφυγαν οἱ γιατροί, πῆγα καί κάθησα δίπλα στόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος, μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε τό ἑξῆς, τό ὁποῖο μ' ἔκανε πραγματικά ν' ἀνατριχιάσω, γιατί ἦταν κάτι πού δέν εἶχα σκεφτεῖ ποτέ.
-Δέν σέ ξέρω, πρώτη φορά σέ βλέπω. Ἀλλά βλέπω ὅτι πίσω σου στέκεται ὁ ἄγγελός σου.
Μέ συγκλόνισε κυριολεκτικά αὐτό πού μοῦ εἶπε. Δέν τό λέω γιά ὑπερηφάνεια. Καί πρόσθεσε:
-Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγγελο. Ἀλλά τόν δικό σου τόν εἶδα. Πρόσεξε νά μή τόν διώξεις ἀπό κοντά σου.
Ἀνατριχιάζω ὁλόκληρος κάθε φορά πού τό σκέφτομαι, τό ἴδιο ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη. Καί ὁλοκλήρωσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:
-Αὐτός ὁ ἄγγελος ἔχει κατονομασθεῖ τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου. Ἀπό τότε σέ συνοδεύει καί δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό κοντά σου. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος τελικά θά πάρει τήν ψυχή σου στά χέρια του καί θά τήν ὁδηγήσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Καί ὅταν θά ἔρχονται οἱ δαίμονες καί θά λένε «αὐτός ἔκανε ἐκεῖνο, ἔκανε τό ἄλλο, διέπραξε αὐτή τήν ἁμαρτία καί τήν ἄλλη», τότε ὁ ἄγγελός σου θά λέει «ναί, τά ἔκανε αὐτά, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκανε κι αὐτό τό καλό, ἔκανε καί τό ἄλλο καλό». Αὐτός εἶναι ὁ δικηγόρος, πού θά σέ ὑποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, νά μή τόν ἀπομακρύνεις. Τόν εἶδα νά εἶναι κοντά σου.
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα, οὐδέποτε σταμάτησα νά ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι δίπλα μου ὑπάρχει ἕνας ἄγγελος, ὁ δικός μου, προσωπικός ἄγγελος. Αὐτό εἶναι ἕνα μέγα μήνυμα χαρᾶς πρός ὅλους ὅσους βαπτιστήκαμε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Ὅταν ἔβλεπες τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ἄλλου κόσμου, ὅτι μιλοῦσε μέν γιά τά προβλήματά σου, ἀλλά μέ μία ἄλλη προοπτική. Καταλάβαινες ὅτι, ὄντας δίπλα σου, ζοῦσε κάπου ἀλλοῦ. Κι αὐτό σέ γέμιζε μ' ἕνα αἴσθημα πανηγύρεως. Καί σοῦ μετέδιδε ὅτι κι ἐσύ εἶσαι γιά ἀλλοῦ πλασμένος, ὅτι δέν εἶσαι γιά ἐδῶ.  
   
Γεώργιος Παπαζάχος

Τετράδιο 132 * Φεβρουάριος 2011

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012


Παιδικὴ Πασχαλιά

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνησε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τήν ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειράς λαμπάδων.
Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τάς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικράς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸν πρόναον, καὶ τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 134 * Ἀπρίλιος 2011