Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

 

Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Ἰακώβου

Κεφάλαιο Α΄ στίχοι 1-18

1. Ἐγὼ ὁ Ἰάκωβος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γράφω τὴν ἐπιστολὴ αὐτή σε ὅσους ἀπὸ τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἔχουν πιστέψει καὶ εἶναι διασκορπισμένοι σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ τοὺς εὔχομαι νὰ χαίρονται.

2. Ἀδελφοί μου, ὅταν πέσετε μέσα σὲ διάφορες δοκιμασίες καὶ θλίψεις, νὰ θεωρεῖτε τὸ γεγονὸς αὐτὸ αἰτία τέλειας χαρᾶς.

3. Καὶ θὰ χαίρεστε στὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς σας αὐτούς, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς πίστεώς σας ἀπὸ τὶς θλίψεις φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα ὑπομονὴ σταθερή, ἀσφαλῆ καὶ πλήρη.

4. Ἡ ὑπομονὴ αὐτὴ ἂς εἶναι ἀκλόνητη κι ἔτσι ἂς παράγει ὡς καρπὸ τῆς τελειοποιήσεώς σας μιὰ ἀρετὴ δοκιμασμένη, γιὰ νὰ εἶστε τέλειοι καὶ ὁλοκληρωμένοι, καὶ νὰ μὴν ὑστερεῖτε σὲ τίποτε.

5. Ἂν ὅμως κάποιος ἀπὸ σᾶς ὑστερεῖ σὲ σοφία, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ σοφία νὰ διακρίνει, διότι ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸν ὑπομένει, ἂς ζητᾶ τὴ σοφία αὐτὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος δίνει διαρκῶς σὲ ὅλους μὲ γενναιοδωρία καὶ δὲν ἐξευτελίζει αὐτὸν ποὺ ζητᾶ. Ἂς ζητᾶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ σοφία αὐτή, καὶ ὁ Θεὸς θὰ τοῦ τὴ δώσει ὁπωσδήποτε.

6. Νὰ τὴ ζητᾶ ὅμως μὲ πίστη, χωρὶς νὰ διστάζει στὸ παραμικρὸ ἢ νὰ ἔχει ἀμφιβολίες γιὰ τὸ ἂν ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἀκούσει. Προσέχετε νὰ μὴν εἰσχωρεῖ στὶς ψυχὲς σᾶς ἕνας τέτοιος δισταγμός. Διότι ἐκεῖνος ποὺ διστάζει καὶ ἀμφιβάλλει καταντᾶ ἄστατος. Μοιάζει μὲ τὸ κύμα τῆς θάλασσας ποὺ τὸ συνταράσσει ὁ ἄνεμος καὶ τὸ πηγαίνει ἐδῶ κι ἐκεῖ. Γιὰ κανένα λόγο λοιπὸν δὲν πρέπει ἡ ἀστάθεια νὰ ἀκολουθεῖ τὶς προσευχές μας καὶ τὶς αἰτήσεις μας πρὸς τὸν Θεό.

7. Ἂς μὴ νομίζει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἀμφιβάλλει καὶ εἶναι ἀκατάστατος ὅτι θὰ πάρει ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ ζήτησε.

8. Ἄνθρωπος ποὺ εἶναι δίψυχος καὶ δίγνωμος καὶ δὲν μένει σταθερὸς σὲ μία ἀπόφαση, εἶναι ἀκατάστατος καὶ ἀσταθὴς σ᾿ ὅλα ὅσα ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ, καὶ γενικότερα σ᾿ ὅλη τὴ συμπεριφορά του. Ἄρα θὰ εἶναι ἄστατος καὶ στὶς προσευχές του. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσακουσθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀφοῦ ἀμφιταλαντεύεται ἀκόμη καὶ σ᾿ ὅσα τοῦ ζητᾶ;

9. Καὶ ὡς πρὸς τὸν πειρασμὸ καὶ τὴ δοκιμασία ποὺ δημιουργεῖ ἡ φτώχεια, σᾶς λέω τὰ ἑξῆς: Ὁ ἀδελφὸς ποὺ εἶναι φτωχὸς καὶ ἄσημος ἂς καυχιέται γιὰ τὸ πνευματικὸ ὕψος ποὺ τὸν ἀνεβάζει ὁ Θεὸς μὲ τὸν πειρασμὸ τῆς φτώχειας καὶ τῶν στερήσεων.

10. Ἐνῶ ὁ πλούσιος ἀδελφὸς ἂς καυχιέται ὄχι γιὰ τὰ πλούτη του, ἀλλὰ γιὰ τὸ ταπεινὸ φρόνημα ποὺ ἀποκτᾶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ πλοῦτος δὲν προσθέτει πραγματικὴ ἀξία στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι κάτι μόνιμο καὶ αἰώνιο. Διότι σὰν τὸ ἀγριολούλουδο θὰ χαθεῖ ὁ πλοῦτος αὐτός.

11. Ἀνατέλλει δηλαδὴ ὁ ἥλιος μὲ τὸν καυστικὸ λίβα του καὶ ξεραίνει τὸ χορτάρι, καὶ τὸ ἄνθος τοῦ μαραίνεται καὶ πέφτει, καὶ χάνεται ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σχήματος καὶ τοῦ χρώματός του. Ἔτσι καὶ ὁ πλούσιος θὰ μαραθεῖ καὶ θὰ πέσει ἔξω στὰ σχέδιά του καὶ στὶς ἐπιχειρήσεις του.

12. Πανευτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σηκώνει μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία τῶν θλίψεων. Καὶ εἶναι πανευτυχής, διότι ὅταν μὲ τὴ δοκιμασία γίνει σταθερός, δοκιμασμένος καὶ γυμνασμένος, θὰ πάρει τὸ λαμπρὸ καὶ ἔνδοξο στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ ὁποῖο ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

13. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῶν θλίψεων μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μᾶς καταρτίζει, ὑπάρχουν καὶ πειρασμοὶ ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλά μας πάθη. Κανένας ἄνθρωπος ποὺ πειράζεται πρὸς τὴν ἁμαρτία νὰ μὴ λέει ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι ἡ αἰτία ποὺ πειράζομαι καὶ σπρώχνομαι στὴν ἁμαρτία». Τέτοια βλασφημία ποτὲ νὰ μὴν τὴ βάλει κανεὶς στὸ νοῦ του. Διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μπεῖ ποτὲ ὁ Θεὸς σὲ πειρασμὸ ἀπὸ κάτι κακὸ καὶ πονηρό· καὶ συνεπῶς εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ νὰ προκαλέσει πειρασμὸ ἁμαρτίας σὲ κανέναν.

14. Ὁ καθένας ἐρεθίζεται καὶ σπρώχνεται στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴ δική του κακὴ ἐπιθυμία, ποὺ τὸν παρασύρει καὶ τὸν τραβὰ μὲ τὸ δόλωμα τῆς ἡδονῆς.

15. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία του αὐτή, ἀφοῦ σὰν πονηρὴ γυναίκα συλλάβει τὸ κακὸ κερδίζοντας τὴ συγκατάθεση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἑνώνεται παράνομα μαζί της καὶ γεννᾶ ἁμαρτωλὲς πράξεις. Κι ὅταν ὁλοκληρωθεῖ πλήρως ἡ ἁμαρτία καὶ κυριεύσει τὴν ψυχή, γεννᾶ τὸ θάνατο.

16. Μὴν πλανᾶσθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ προέλθει κάποιο κακό. Ἀπὸ τὸν Θεὸ μόνο τὸ καλὸ προέρχεται.

17. Κάθε καλὸ ποὺ δίνεται στοὺς ἀνθρώπους καὶ κάθε τέλειο δῶρο προέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργὸς τῶν οὐράνιων φωτεινῶν σωμάτων καὶ ἡ ὕψιστη καὶ μοναδικὴ πηγὴ κάθε φωτισμοῦ, φυσικοῦ ἢ πνευματικοῦ. Σ᾿ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει καμία ἀλλοίωση καὶ μεταβολὴ σὰν αὐτὲς ποὺ γίνονται στὴ σελήνη ἢ συντελοῦνται ἀπὸ τὴ διαδοχὴ τῆς νύχτας καὶ τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ οὔτε καὶ σκιὰ ὑπάρχει σὰν ἐκείνη ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν περιστοφὴ καὶ τὴ μετακίνηση τῶν ἄστρων καὶ τῶν οὐράνιων σωμάτων.

18. Ὁ Θεὸς εἶναι ὅλος φῶς. Αὐτὸς ἀπὸ τὴ δική του ἀγαθὴ θέληση μᾶς γέννησε πνευματικὰ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶναι λόγος τῆς ἀλήθειας, γιὰ νὰ εἴμαστε κατὰ κάποιον τρόπο τὸ πιὸ ἐκλεκτὸ μέρος ἀπὸ τὰ ὁρατὰ δημιουργήματά του, ἀφιερωμένο στὸ Θεό.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025


Πάσχα στὸ στρατόπεδο
Δύο χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ Στάλιν, τήν ἐποχή τοῦ Κρουτσώφ, δειλά δειλά εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀποσταλινοποίηση. Τότε ἡ ζωή στό στρατόπεδο εἶχε γίνει σαφῶς καλύτερη. Ὁ ἄνεμος κάποιας ἐλευθερίας εἶχε γίνει αἰσθητός καί στά στρατόπεδα. Οἱ πιστοί μποροῦσαν νά προσεύχονται, καί ὅπου ὑπῆρχαν ἱερεῖς τούς ἐπέτρεπαν κάπου κάπου νά λειτουργοῦν.
Στό στρατόπεδο ὅπου κρατοῦνταν ὁ π. Ἀλέξιος Κυμπάρδιν, κάποιος γνωστός εἶχε στείλει ἕνα ἀντιμήνσιο, κι ἔτσι μποροῦσαν, ὅποτε τούς τό ἐπέτρεπαν, νά λειτουργοῦν. Ἦρθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα κι ὁ π. Ἀλέξιος εἰδοποίησε τούς φυλακισμένους κληρικούς καί πιστούς νά ἑτοιμαστοῦν γιά νά γιορτάσουν τήν Ἀνάσταση. Οἱ φυλακισμένοι ρίχτηκαν πυρετωδῶς στίς προετοιμασίες. Ἄλλοι ἔραβαν ἄμφια, ἄλλοι καλύμματα, ἄλλοι ἔφτιαχναν ἀπό ξύλο τά ἱερά σκεύη. Τό Μ. Σάββατο ὁ διοικητής φώναξε τόν π. Ἀλέξιο καί κάπως θορυβημένος τόν ρώτησε τί συμβαίνει, γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ κινητοποίηση μεταξύ τῶν κρατουμένων. Ὁ π. Ἀλέξιος τοῦ ἐξήγησε: «Μήν ἀνησυχῆτε. Αὔριο εἶναι ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα καί οἱ κρατούμενοι ἑτοιμάζονται. Δέν πρόκειται νά γίνει καμιά φασαρία». Ὁ διοικητής ἡσύχασε. 
Τήν ἑπομένη, ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα, ἄρχισε ἡ πασχαλινή ἀκολουθία. Ἦταν συγκινητικό νά βλέπει κανείς τούς ἱερεῖς μέ τά αὐτοσχέδια ἄμφια πού εἶχαν φτιάξει οἱ κρατούμενοι, ἀπό τά δικά τους ροῦχα, ἀπό ἄχρηστα ὑφάσματα, ἀπό σεντόνια – ὅ,τι εὕρισκαν.

Βγῆκαν στήν αὐλή, δίπλα στήν ὄχθη τῆς λίμνης, καί γύρω στίς 11 μ. μ. ἄρχισαν νά ψάλλουν τόν κανόνα τοῦ Μ. Σαββάτου: «Κύματι θαλάσσης…». Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνα κύμα χτύπησε τήν ὄχθη τῆς λίμνης καί ἔβρεξε τούς φυλακισμένους. Λές καί ἡ φύση σκιρτοῦσε καί συμμετεῖχε κι αὐτή στήν μεγάλη γιορτή. Ἀντί γιά πασχαλινή λαμπάδα οἱ κρατούμενοι κρατοῦσαν ἕνα ἀναμμένο ξύλο.
Ἡ ἀκολουθία προχωροῦσε, τελείωσε ὁ κανόνας, καί λίγο πρίν τά μεσάνυχτα ὅλοι μαζί ἔψαλαν: «Τήν Ἀνάστασίν σου, Χριστέ, Σωτήρ…». Στή συνέχεια ὁ π. Ἀλέξιος εἶπε ἀπό στήθους τό εὐαγγέλιο –λειτουργικά βιβλία δέν ὑπῆρχαν– καί στίς 12 ἀκριβῶς φώναξε πρῶτος τήν νικητήρια ἰαχή: «Χριστός Ἀνέστη!» Μέ ἕνα στόμα ὅλοι οἱ κρατούμενοι ἀπάντησαν: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Τά μάτια ὅλων βούρκωσαν, οἱ καρδιές σκίρτησαν. Οἱ φωνές ἀκούστηκαν στήν ἀπέραντη τάιγκα. Καί τότε ἕνα σμῆνος ἀπό χιλιάδες πουλιά, σάν νά ξυπνοῦσαν ἀπό λήθαργο, ἄρχισαν νά πετοῦν πάνω ἀπό τούς κρατούμενους. Ἀμέσως ἀντήχησε ὁ ὕμνος «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…». Τά πουλιά τιτίβιζαν κι αὐτά κι ἔψαλλαν στή δική τους γλώσσα τόν ὕμνο τους. Τό δάσος ἀντιλαλοῦσε τίς μελωδίες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν πουλιῶν. Ὅλη ἡ φύση συμμετεῖχε στήν χαρά τῆς Ἀνάστασης. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια. Ἑορταζέτω γοὖν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ…».
Ἄρχισε καί ἡ ἀναστάσιμη ἀκολουθία πάνω σ’ ἕνα ἁπλό τραπέζι, μέ τά φτωχά ἄμφια, μέ τά ξύλινα σκεύη, τίς ξύλινες λαμπάδες. Ἡ Θεία Μετάληψη, ὁ περίφημος κατηχητικός λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, καί πάλι τό «Χριστός Ἀνέστη»: Ἡ βεβαιότητα ὅτι τό κακό, ἡ φθορά, ὁ θάνατος «κατεπόθη εἰς τέλος…».
Μετά τήν Θεία Λειτουργία οἱ κρατούμενοι κάθισαν σέ κοινή τράπεζα. Μέχρι καί πασχαλινά αὐγά ὑπῆρχαν… Ἡ χαρά ἦταν ζωγραφισμένη στά πρόσωπα ὅλων. Μεταξύ τῶν κρατουμένων ἦταν κι ἕνας παλιός δημοσιογράφος, πού πρίν ἀπό τήν ἐπανάσταση εἶχε ταξιδέψει σέ πολλά μέρη. Κι εἶπε μέ συγκίνηση τοῦτα τά λόγια στόν π. Ἀλέξιο: «Εἶχα τήν εὐκαιρία νά γιορτάσω τήν Ἀνάσταση στά Ἱεροσόλυμα, στήν Κωνσταντινούπολη κι ἀλλοῦ. Ὅμως πουθενά δέν αἰσθάνθηκα τέτοια χαρά ὅπως σήμερα!». Ὅταν ὁ π. Ἀλέξιος πῆγε νά πάρει τά χαρτιά τῆς ἀπολύσεώς του ἀπό τό στρατόπεδο, τόν φώναξε ὁ διοικητής καί τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω γνωρίσει στήν ζωή μου τέτοιον ἄνθρωπο. Τό Πάσχα πού γιορτάσαμε φέτος μοῦ προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. Σᾶς παρακαλῶ πολύ νά προσεύχεστε καί γιά μένα, μήπως μέ ἐλεήσει ὁ Θεός καί μέ φέρει στόν δρόμο Του!».
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος Ἀντωνόπουλος
«Στάρετς Σεραφεὶμ τῆς Βύριτσα»

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025



Ὅλα νὰ τὰ χαίρεσθε
Οἱ ὡραῖες στιγμὲς προδιαθέτουν τὴν ψυχὴ σὲ προσευχή, τὴν καθιστοῦν λεπτή, εὐγενική, ποιητική.
Ξυπνῆστε τὸ πρωί, νὰ δεῖτε τὸν βασιλιὰ ἥλιο νὰ βγαίνει ὁλοπόρφυρος ἀπ’ τὸ πέλαγος.
Ὅταν σᾶς ἐνθουσιάζει ἕνα ὡραῖο τοπίο, ἕνα ἐκκλησάκι, κάτι ὡραῖο, νὰ μὴ μένετε ἐκεῖ, νὰ πηγαίνετε πέραν αὐτοῦ, νὰ προχωρεῖτε σὲ δοξολογία γιὰ ὅλα τὰ ὡραῖα, γιὰ νὰ ζεῖτε τὸν μόνον Ὡραῖον.
Ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ μπάνιο καὶ τὸ φαγητό.
Ὅλα νὰ τὰ χαίρεσθε.
Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Χριστό.
Νὰ παρατηρεῖτε ὅσα ἔφτιαξε ὁ ἄνθρωπος, τὰ σπίτια, τὰ κτίρια, μεγάλα ἢ μικρά, τὶς πόλεις, τὰ χωριά, τοὺς ἀνθρώπους, τὸν πολιτισμό τους.
Νὰ ρωτᾶτε, νὰ ὁλοκληρώνετε τὶς γνώσεις σας γιὰ τὸ κάθε τί, νὰ μὴν στέκεσθε ἀδιάφοροι.
Αὐτό σᾶς βοηθάει σὲ βαθύτερη μελέτη τῶν θαυμασίων του Θεοῦ. Γίνονται ὅλα εὐκαιρίες νὰ συνδεόμαστε μὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλους. Γίνονται αἰτίες εὐχαριστίας καὶ δεήσεως στὸν Κύριο τοῦ παντός. Νὰ ζεῖτε μέσα σὲ ὅλα, στὴ φύση, στὰ πάντα.
Ἡ φύση εἶναι τὸ μυστικὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅταν, ὅμως, δὲν ἔχει κανεὶς ἐσωτερικὴ χάρι, δὲν τὸν ὠφελεῖ ἡ φύση.
Ἡ φύση μᾶς ξυπνάει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς πάει στὸν Παράδεισο...
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τρίτη 5 Αυγούστου 2025


Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου. Οὔτε ἕνα λεπτὸ νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν καρδιά σας. Σὰν τὸ κερὶ ν’ ἀνάβει καὶ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς λογισμούς, ὅλες τὶς ἐσωτερικὲς κινήσεις τῆς καρδιᾶς σας.
Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ βαδίζετε σωστά, νὰ ἐργάζεσθε τὸ κάθε τί σὰν ἔργο Θεοῦ. Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ στέκεστε, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται μπροστὰ στὸν βασιλέα. Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ προχωρεῖτε, ὅπως προχωροῦν ἐκεῖνοι ποὺ κρατοῦν ἕνα ποτήρι γεμάτο νερό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ στάξει οὔτε μία σταγόνα.
Ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ. Καὶ σὰν βρεῖ καρδιὰ ποὺ δὲν Τοῦ ἐναντιώνεται, καρδιὰ ταπεινή, μπαίνει μέσα της καὶ τὴ γεμίζει χαρά. Τόση εἶναι ἡ χαρὰ τῆς καρδιᾶς ποὺ ἔχει μέσα τῆς τὸ Θεό, ὥστε κολλάει πάνω Του καὶ δὲν θέλει ποτὲ νὰ Τὸν ἀποχωριστεῖ. Σὲ καρδιὰ φουσκωμένη ἀπὸ ἐγωισμὸ δὲν πλησιάζει ὁ Κύριος. Κι ἔτσι αὐτὴ καταθλίβεται, μαραζώνει καὶ σιγολιώνει, βυθισμένη στὴν ἄγνοια, τὴ λύπη καὶ τὸ σκοτάδι.
Ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, μόλις στραφοῦμε μὲ μετάνοια καὶ πόθο πρὸς τὸν Κύριο, ἡ θύρα τῆς καρδιᾶς μᾶς ἀνοίγει σ’ Ἐκεῖνον. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀκαθαρσία ξεχύνεται ἔξω, γιὰ νὰ παραχωρήσει τὴ θέση της στὴν καθαρότητα, τὴν ἀρετή, τὸν ἴδιο τὸ Σωτήρα, τὸν μεγάλο Ἐπισκέπτη τῆς ψυχῆς, τὸν κομιστὴ τῆς χαρᾶς, τοῦ φωτός, τοῦ ἐλέους. Θεῖο δῶρο εἶναι αὐτὴ ἡ εὐλογημένη κατάσταση, ὄχι δικό μας κατόρθωμα. Καὶ ἀφοῦ εἶναι δῶρο, πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ δωρητὴ μὲ ταπείνωση.
Ταπείνωση! Ἡ βάση κάθε αρετης καὶ ἡ προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς καρποφορίας! Ἔχετε ταπείνωση; Ἔχετε τὸ Θεό. Τὰ ἔχετε ὅλα! Δὲν ἔχετε ταπείνωση; Τὰ χάνετε ὅλα! Νὰ συντηρεῖτε, λοιπόν, στὴν καρδιὰ σᾶς τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινοφροσύνης.
Ἡ φυσικὴ καὶ ὁμαλὴ σχέση μας μὲ τὸ Θεὸ προϋποθέτει καρδιὰ ἔμπονη, συντριμμένη καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἀφοσιωμένη σ’ Αὐτόν, καρδιὰ ποὺ μυστικὰ ἀναφωνεῖ κάθε στιγμή: “Κύριε, ἐσὺ τὰ γνωρίζεις ὅλα· σῶσε μέ!”.
Ἂν παραδοθοῦμε στὰ χέρια Του, ἡ σοφὴ καὶ ἅγια βουλή Του θὰ κάνει μ’ ἐμᾶς καὶ σ’ ἐμᾶς ὅ,τι εἶναι πρόσφορο γιὰ τὴ σωτηρία μας… Τὸ ἔργο τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς ἡσυχαστές, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τους χριστιανούς, στοὺς ὁποίους ὁ Κύριος, μέσω τοῦ ἁγίου ἀποστόλου, παραγγέλλει: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Ὑπάρχουν διάφορες βαθμίδες προσευχῆς μέχρι τὴν ἀδιάλειπτη. Ὅλες εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἐξίσου, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἰδιότητά τους ὡς μοναχῶν ἢ κοσμικῶν. Καὶ ὅταν μία καρδιά, ὅποια κι ἂν εἶναι, στρέφεται σ’ Αὐτόν, τὴν πλησιάζει μὲ ἀγάπη καὶ ἑνώνεται μαζί της.

Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025



Τὰ ὅρια τῆς ζωῆς μας
Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὡς νεαρὸς φοιτητὴς τῆς θεολογικῆς σχολῆς, ἤθελα νὰ ζωγραφίσω εἰκόνες. Δὲν γνώριζα τίποτε γιὰ τὶς εἰκόνες, παρὰ μόνο ὅτι μοῦ ἄρεσαν καὶ ὅτι ἦταν ἅγιες. Γιὰ μένα ἦταν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἡ πλούσια βιβλιογραφία γιὰ τὰ ὑλικὰ καὶ τὸ νόημά τους καθὼς καὶ γιὰ τὴν τεχνική τῆς εἰκονογραφίας. Τὸ ἴδιο μηδαμινὴ ἦταν καὶ ἡ γνώση μου τῆς ζωγραφικῆς. Ἀλλὰ ἔσπευσα σὰν τρελὸς νὰ ἀγοράσω ὑλικὰ (τὰ ὁποῖα ἦταν λανθασμένα ἔτσι κι ἀλλιῶς) καὶ ἔστησα ἕνα τεράστιο καμβὰ στὴν εἴσοδο τοῦ διαμερίσματός μου. Καὶ ἐκεῖ ἄρχισα νὰ ζωγραφίζω μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορα. Δὲν εἶχα ἐκπαιδευτεῖ καθόλου καὶ δὲν χρησιμοποίησα κανένα μοντέλο. Ἁπλῶς ζωγράφιζα. Ἡ προσπάθειά μου διήρκεσε σχεδὸν ἕνα μήνα. Ὅταν τελικὰ ἔφτασα τὸ σημεῖο ποὺ λογικὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι «τελείωσα», ρώτησα ἕνα φίλο μου, συμφοιτητή, ποὺ ἦταν καὶ ζωγράφος νὰ ἀξιολογήσει τὸ ἔργο μου.
Καὶ ἦρθε. Καὶ γέλασε.
«Ξέρεις σὲ ποιὸν μοιάζει;»
«Τὸν Χριστό;» ἀντέτεινα δειλά.
«Ὄχι, σὲ σένα μοιάζει!» Καὶ μοῦ ἐξήγησε κάτι ποὺ γνωρίζουν ὅλοι οἱ ζωγράφοι. Ἂν ζωγραφίζεις χωρὶς μοντέλο ὑπάρχει μεγάλη πιθανότητα νὰ ζωγραφίσεις ἀσυναίσθητα τὸν ἑαυτό σου. Ἡ εἰκόνα ἦταν «ὁ ἑαυτούλης μου».
Σκέφτομαι ἀρκετὰ συχνὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν (καὶ ἔχω γράψει κιόλας γι’ αὐτό). Ὑπάρχει ἕνα πνευματικὸ μάθημα σ’ αὐτό. Τὸ νὰ ζωγραφίζει κάποιος χωρὶς μοντέλο, κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὴ φαντασία, σημαίνει νὰ ζωγραφίζει χωρὶς ὅρια. Τὸ μόνο πράγμα ποὺ ὑπάρχει χωρὶς ὅρια εἶναι τὸ ἐγώ μου, ὁ φανταστικὸς ἑαυτός μου. Ἡ «εἰκόνα» ποὺ ζωγράφισα τοῦ Χριστοῦ ἀποτέλεσε τὴν ἰδανικὴ ἀναπαράσταση τῆς ἁμαρτίας: τὸ ἐγὼ ὡς Θεός.
Πῶς διαφοροποιοῦμαι τὸ ἐγώ μας ἀπὸ τὸν Ἄλλο; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι νὰ ἀναγνωρίσουμε τὰ ὅρια, ὅτι ὑπάρχει μία γραμμή, ἕνας χῶρος, ἕνας φράκτης ποὺ μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν Ἄλλο. Ἡ ἀγάπη δὲν προσπαθεῖ νὰ διαπεράσει τὸ ὅριο, οὔτε νὰ τὸ θολώσει. Ἡ ἀγάπη προϋποθέτει ἕνα περιορισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ προβαλλόμενου ἐγώ. Ἡ ζωή σου δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ μένα.
Τὰ ὅρια παίρνουν πολλὲς μορφές. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνησυχίες, ἀπόψεις, ἀνάγκες, φόβοι γιὰ κάποιο ἄλλο πρόσωπο. Αὐτὰ τὰ ψυχολογικὰ χαρακτηριστικὰ δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι ἀπόλυτα γιὰ νὰ εἶναι ὅρια. Ὡς ὅρια κάποιας ἄλλης ὕπαρξης δὲν εἶναι ὁ ἑαυτός μου. Σταματῶ ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζεις ἐσύ.
Τὸ ἐγώ μας, τὸ ὁποῖο ξεχωρίζω ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό, βρίσκει μεγάλη δυσκολία μὲ τὰ ὅρια. Τὸ ἐγὼ εἶναι μία ἀφήγηση τῆς ζωῆς μας ποὺ δημιουργήσαμε ἐμεῖς. Εἶναι ἡ ἱστορία ποὺ λέμε γιά μᾶς. Εἶναι συχνὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε κάποια πράγματα καὶ τὰ ξεκαθαρίζουμε. Αὐτὴ εἶναι μία συνεχὴς διαδικασία ποὺ ἀναθεωρεῖται συνέχεια. Μᾶς προκαλεῖ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ κριτικάρουμε, νὰ ζυγίσουμε καὶ νὰ συγκρίνουμε. 
Ὁ Ἀρχιμ. Μελέτιος Γουέμπερ περιγράφει αὐτὴν τὴ διαδικασία ὡς τὴν ἐργασία τοῦ μυαλοῦ (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ διαδικασία τῆς καρδιᾶς):
«Γιὰ νὰ εἴμαστε σωστοὶ γιὰ ὁτιδήποτε, τὸ μυαλὸ μας ἔχει ἀνάγκη νὰ βρεῖ κάποιον ἢ κάτι ποὺ εἶναι λανθασμένο. Ὑπὸ κάποια ἔννοια, τὸ μυαλὸ ψάχνει πάντοτε γιὰ ἕναν ἐχθρὸ (τὸ ἄτομο ποὺ εἶναι «λανθασμένο») γιατί χωρὶς τὸν ἐχθρό, τὸ μυαλὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σίγουρο γιὰ τὴν ταυτότητά του. Ὅταν ὑπάρχει ἐχθρός, τότε μπορεῖ νὰ νιώσει περισσότερη σιγουριὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ τὸ μυαλὸ συνέχεια ψάχνει τὴ βεβαιότητα, ἡ ὁποία εἶναι παράγωγο τῆς ἐπιθυμίας νὰ εἶναι κάποιος ὀρθός, ἡ διαδικασία μὲ τὴν ὁποία ψάχνουμε καὶ βρίσκουμε ἐχθροὺς εἶναι ἕνας συνεχὴς ἀγώνας ἐπιβίωσης. Τὸ νὰ ἀναγνωρίζει τοὺς ἐχθροὺς εἶναι γιὰ τὸ μυαλὸ ὄχι ἕνα ἀτυχὲς ἐλάττωμα τοῦ χαρακτήρα, ἀλλὰ ἕνα οὐσιαστικὸ καὶ ἀναγκαῖο ἔργο… Δυστυχῶς τὸ νὰ εἶναι κάποιος σωστὸς δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ χρειάζονται οἱ ἄνθρωποι ἔστω καὶ ἂν δαπανοῦν μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τους προσπαθώντας νὰ τὸ ἐπιτύχουν. Ἡ ὑπεράσπιση τοῦ ἐγὼ εἶναι σχεδὸν πάντοτε θέμα νὰ εἴμαστε ὀρθοί».
Κατὰ παράδοξο τρόπο, αὐτὴ ἡ διαδικασία δημιουργεῖ λανθασμένα ὅρια, τὰ ὅρια ποὺ στοιχειοθετοῦν τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Καὶ ἔτσι εἶναι οὐσιαστικὰ μία ναρκισσιστικὴ ἄποψη γιὰ τὸν κόσμο, ἕναν κόσμο σύμφωνα μὲ μένα. Ὅταν συναντοῦμε τὰ ἀληθινὰ ὅρια, τότε βρίσκουμε τὰ ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἑπομένως ἀρχίζουμε νὰ βρίσκουμε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό μας. Ἡ φύση τῆς καρδιᾶς (καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ) δὲν ὁρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὰ ὅριά της ἢ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἄλλου ὡς λανθασμένου. Ἀποδέχεται μᾶλλον παρὰ κρίνει. Εἶναι σιωπηλὴ ἀντὶ θορυβώδης. Ἡ συνάντηση μὲ τὰ ὅρια δὲν προάγει τὴν ἀνάγκη τῆς ἐξέτασης, τοῦ προσδιορισμοῦ καὶ τῆς συζήτησης.
Ὅταν τὸ ἐγὼ ἀναζητᾶ τὸ Θεό, ἀπογοητεύεται βαθειὰ ἀπὸ τὴ σιωπή Του. Τὰ ὅρια τῆς σιωπῆς, τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπόκρυψης μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ὁ Θεὸς περιβάλλει τὸν Ἑαυτό Του, ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπογοήτευση, ἐπιχειρήματα, θυμὸ, ἀκόμα καὶ ἀπόρριψη. Τὸ ἐγὼ συχνὰ ἀντικαθιστᾶ τὰ προϊόντα τοῦ μυαλοῦ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς ἰδέα εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς ἀνάγκες τοῦ ἐγώ. Τέτοιος Θεὸς θὰ καταλήξει νὰ εἶναι μία εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Ἀναπόφευκτα γινόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο λατρεύουμε.
Τὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ἔψαχνα σοβαρὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ ἕλκυε ἕνας Θεὸς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω. Ἀντιλαμβανόμουν τὴν εὐχαριστιακὴ πειθαρχία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅτι ὑπῆρχαν πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ χώρους στοὺς ὁποίους δὲν μποροῦσα νὰ ἐπισκεφτῶ, ἐνῶ τὸ πνευματικό μου ταξίδι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶχε ὅρια. Μποροῦσα νὰ πάω ὅπου ἤθελα, νὰ πῶ ὁτιδήποτε, νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ νὰ ταξιδέψω ὅπου ἤθελα. Καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια ποὺ κατέβαλλε τὸ ἐγώ μου, μὲ ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ μου. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ ἐπιτελοῦσα ὡς Ἀγγλικανὸς ἱερέας ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μεγάλων διαπραγματεύσεων, μεταξύ τοῦ δικοῦ μου ἐγὼ ἐνάντια στὰ ἐγὼ τῶν ἄλλων ποὺ ἤθελαν κάτι ἄλλο. Ἡ λατρεία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνήσυχης εἰρήνης, μιὰ ἐκπαίδευση σ’ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο. Στὴν τελευταία μου ἐνορία, εἴχαμε τρεῖς λειτουργίες κάθε Κυριακή, γιὰ τρεῖς διαφορετικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες συχνὰ δὲν συμπαθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη.
Ἡ σύγχρονη συνήθεια τοῦ νὰ ψάχνουμε μία φιλικὴ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λογικὸ παράγωγο μιᾶς ζωῆς ποὺ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὸ ἐγώ. Πέθανε γιὰ νὰ τὸ νεκρώσει. Ὅταν μεταστράφηκα στὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας φίλος, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόταν τὸ σύγχρονο φιλελευθερισμό, εἶπε: «Ὁ Στέφανος ἔγινε Ὀρθόδοξος γιατί φοβᾶται τὴν ἀλλαγή».
Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔγινα Ὀρθόδοξος γιατί φοβόμουν ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀλλαγή, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἴδιες κουβέντες θὰ ἐπαναλαμβάνονταν διαρκῶς.
Τὸ ἐγὼ κατασκευάζει μία χαρούμενη πόλη, γεμάτη μὲ κτίρια, ποὺ εἶναι προϊόντα διαπραγμάτευσης καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενους δρόμους. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀξίες γιατί δὲν ὑπάρχει πραγματικότητα. Μόνο τὰ ὅρια ποὺ βάζουμε στὴ ζωὴ μας φανερώνουν τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Θεός.
Π. Στέφανος Freeman

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025


Σὲ ποιὰ θέση φέρνουμε τὸν Θεὸ
Πολλοὶ ἐκλαμβάνουν τὴ σιωπή Του ὡς ἔνδειξη τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς «δὲν ὑπάρχει», «πέθανε»...
Ἄν ὅμως σκεφτόμαστε σὲ ποιὰ θέση φέρνουμε τὸν Θεὸ μὲ τὰ πάθη μας, τότε θὰ βλέπαμε ὅτι Αὐτὸς δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή, παρὰ μόνο νὰ σιωπήσει...

Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025


Σιώπα καί εἰρήνευε.
Σιώπα καί εἰρήνευε.
Ὁ πολύλογος, ἔστω κι ἄν εἶναι ρήτορας, πνευματικά δέν εὐδοκιμεῖ.
Ἡ ἀργολογία ἐκδιώκει ἀπό τήν καρδιὰ τό χαροποιόν πένθος.
Νά ὁμιλεῖς μόνο ὅταν πρόκειται νά πεῖς κάτι ἀνώτερο τῆς σιωπῆς.
Αὐτός, πού θέλει νά μιμηθῆ τόν πράο καί ἡσύχιο Κύριο, πρέπει νά ἀγαπήση τήν εὐλογημένη σιωπή. Τότε μόνο θά μπορεῖ νά προφέρη ἀδιαλείπτως τό πανάγιό Του ὄνομα καί νά ἐργάζεται διαρκῶς τό θέλημά Του "ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς" του καί μέ πόθο ἅγιο.
Γιά νά ἀποκτήσης τή σιωπή καί τήν ἡσυχία στήν καρδιά σου, ἀπόφευγε τίς περιττές βιοτικές σκέψεις. Ἔτσι θά σωθεῖς καί θά συγχορεύης μέ Ἀγγέλους.
Νά γνωρίζεις γιά ποιό σκοπό σιωπᾶς. Ἄν π.χ. μέ τή γλώσσα σιωπᾶς καί μέ τόν λογισμό σου κατακρίνης, δέν σέ ὠφελεῖ μία τέτοια σιωπή. Οὔτε πάλιν ὠφελεῖ νά σιωπᾶς καί στήν καρδία σου νά βασιλεύη μελαγχολία καί ἀπόγνωση.
Ἕνας Γέροντας, πολύ μεγάλος νηστευτής, εἶπε: "Ἐκείνη τήν ἡμέρα, πού θά παραβιάσω ἀσκόπως τήν εὐλογημένη σιωπή, δέν μπορῶ οὔτε κι αὐτό τόν κανόνα τῆς νηστείας μου νά τηρήσω, καθώς πρέπει".
Γιά τή σιωπή, πού μ’ ἐρωτᾶς, πρέπει νά ξέρεις ὅτι αὐτή δέν ἔγκειται μόνο στή σιωπή τῆς γλώσσας, ἀλλά πρό παντός στή σιωπή τῶν λογισμῶν. Ἄν δηλαδή σιωπᾶ ἡ γλώσσα σου, οἱ λογισμοί σου ὅμως κρίνουν καί καταδικάζουν τούς ἄλλους, ἔ! τότε αὐτό δέν εἶναι σιωπή! Εἶναι γραμμένο κάπου: "Μπορεῖ νά ὁμιλῆς ὅλη τήν ἡμέρα, καί ὅμως ἐσωτερικά νά ἔχης εὐλογημένη σιωπή, ἐπειδή δηλαδή δέν θά λέγης ἐκεῖνα, πού δέν ἁρμόζουν. Καί μπορεῖ νά σιωπᾶς ὅλη τήν ἡμέρα, καί ὅμως νά μήν τηρῆς θεάρεστα τή σιωπή, διότι ὁ λογισμός σου φλυαρεῖ καί κατακρίνει".
Ἔλεγε κάποιος: "Ἄν καί πολλές φορές μετάνοιωσα, ἐπειδή μίλησα, ὅμως ποτέ μου δέν μετάνοιωσα, ἐπειδή σιώπησα." Καί ἐγώ σέ συμβουλεύω νά ὁμιλῆς μόνο, ὅταν πρόκειται νά πῆς κάτι, πού εἶναι καλύτερο τῆς σιωπῆς!
Ὅπως ὑπάρχει ἡ καλή σιωπή, ὑπάρχει καί ἡ κακή. Ὅπως ὑπάρχει ἡ καλή ὁμιλία, ὑπάρχει καί ἡ κακή. Καλή σιωπή εἶναι ἡ ταπεινή, ἡ ἐσωτερική, αὐτή, πού συνοδεύεται μέ προσευχή, καί γεμίζει τήν ψυχή μέ χαρά. Κακή σιωπή εἶναι ἐκείνη, πού τήν συνοδεύει ἡ δειλία, ἡ ἐσωτερική κατάκριση, ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ θλίψη, ἡ ἀπόγνωση. Καλή ὁμιλία εἶναι ἐκείνη, πού λέγει τά σωστά καί ἀναγκαῖα. Κακή ὁμιλία εἶναι ἡ ἀργολογία, ἡ εὐτραπελία, ἡ κολακεία, ἡ ὑποκρισία, ὁ θυμός, ἡ ὀργή, ἡ αἰσχρολογία, ἡ κατάκριση, ἡ συκοφαντία καί ὅλα τά παρόμοια. Πρέπει λοιπόν νά ἀποκτήσουμε "νοῦν Χριστοῦ", ὥστε νά μποροῦμε νά διακρίνουμε πότε θά πρέπει νά μιλήσουμε καί πότε θά πρέπει νά σιωπήσουμε.
Γέρων Γερμανὸς Σταυροβουνιώτης

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025


Ἡ περιοδεία τοῦ Καποδίστρια

Συνοδοὺς δὲ κατὰ τὴν παροῦσαν περιήγησιν ὁ Καποδίστριας εἶχε τὸν Γεν. Γραμματέα, τὸν Κολοκοτρώνην, τὸν Νικήταν, τὸν χαράξαντα τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Πατρῶν μηχανικὸν Βούλγαρην, τοὺς δύο ἰδιαιτέρους αὐτοῦ γραμματεῖς καὶ τοὺς δύο νεωτέρους συντάκτας.
Προηγεῖτο δὲ ὁδηγὸς ὁ κύριος τῶν ταχυδρομικῶν ἵππων, φορῶν ἔνδυμα ἑλληνικὸν χρυσοπόρφυρον καὶ ἀναβαίνων ἵππον ὑψαύχενα. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ συρρέοντες εἰς προϋπάντησιν τοῦ Κυβερνήτου, συνηθισμένοι εἰς τὰς πολυτελεῖς καὶ πομπικὰς παρατάξεις τῶν πασάδων καὶ τὰς χρυσοϋφάντους στολὰς τῶν τετυφωμένων καπιταναίων καὶ κοτζαμπασίδων, ἐκλαμβάνοντες τὸν κοκκινοφόρον καὶ κυδρούμενον ταχυδρόμον ἀντ’ ἐκείνου, προσεκύνουν αὐτὸν πίπτοντες εἰς ἔδαφος· δὲν ἐνόουν πῶς ἦτο δυνατὸν ἀρχηγὸς ἔθνους νὰ ἀναβαίνῃ ἵππον κυφαγωγόν, οὐχὶ ζωηρότερον τοῦ πώλου τοῦ Ἰησοῦ, καὶ νὰ φορῇ ἔνδυμα οἷον οἱ πολλοί.
Ἀλλ’ οὐδ’ ἁψίδες ἢ θριαμβικὰ τόξα ἀνηγείροντο, ὡς σήμερον, οὐδὲ μουσικαὶ ἐπαιάνιζον, οὐδὲ πυροτεχνήματα ἐξηκοντίζοντο εἰς οὐρανούς, καθ’ ὅσον αἱ ἐπιδείξεις αὖται, γινόμεναι ἐπιμελείᾳ καὶ ἀξιώσει τῶν ἀρχῶν, διαθρύπτουσι μὲν τὴν ματαιότητα, βλάπτουσιν ὅμως τοὺς ἡγέτας τῶν ἐθνῶν, ἀποκρύπτουσαι τὸ ἀληθὲς φρόνημα. Οἱ δὲ λαοί, ἀκούοντες ἀπροσδοκήτως ὅτι ἤρχετο ὁ Κυβερνήτης, ἔτρεχον αὐθόρμητοι εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, οὐχὶ κράζοντες γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, Ζήτω! ἀλλὰ κλαίοντες καὶ σφραγιζόμενοι διὰ τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, καὶ βάλλοντες μετανοίας καὶ καίοντες λιβανωτὸν καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν, τὸν σώσαντα αὐτοὺς ἀπὸ τῆς δουλείας καὶ τῆς ὀλεθριωτέρας ἀναρχίας.
Ἰδὼν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης ὅτι ὁ λαὸς προσεκύνει τὸν ταχυδρόμον Καρδαρᾶν, πλησιάσας εἶπε:
-Τὸ πρᾶγμα, ὑπερεξοχώτατε, δὲν ‘πάγει καὶ πρέπει ὁ κόσμος νὰ γνωρίσῃ τὸν Κυβερνήτην του.
-Καὶ τί θέλεις νὰ κάμω;

-Νὰ βάλῃ ἡ ὑπερεξοχότης σου τὴν στολήν σου.
Καὶ πεζεύσας εἰς μικράν τινὰ καὶ σκιερὰν κοιλάδα, ἀνέλαβε τὴν στολὴν αὐτοῦ, πενιχροτέραν καὶ τῆς τῶν δασονόμων τῆς ἀντιβασιλείας.
Ὅτε δὲ ἐπλησιάσαμεν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον:
-Ποῦ θὰ καταλύσωμεν ἀπόψε; ἠρώτησε τὸν παρ΄ ἵππον στρατάρχην τῆς Πελοποννήσου.
-Εἰς τοῦ Δεσπότου.
-Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσω, ἐπανέλαβε μετὰ βραχεῖαν σιωπήν, νὰ πληρωθῶσιν ὅλα τὰ ἔξοδα.
-Ποῖα ἔξοδα; ἠρώτησεν ὁ γέρων.
-Τῆς τροφῆς μας, τῆς τροφῆς τῶν ἀλόγων καὶ καθεξῆς.
-Καὶ ποῖος, ὑπερεξοχώτατε, πληρώνει τοιαῦτα ἔξοδα; …
-Δὲν τὰ πληρώνετε σεῖς, ἀνεφώνησεν ὀργίλως ὁ Κυβερνήτης, καὶ διὰ τοῦτο παραπονεῖται ἐξ αἰτίας σας ὁ λαός.
-Καὶ τί ἔχει νὰ κάμῃ, ὑπερεξοχώτατε, ὁ λαὸς μὲ τὸ φαγητὸν τοῦ Δεσπότου;
-Τί ἔχει νὰ κάμῃ! ἀνέκραξεν ἐντόνως ὁ Κυβερνήτης, προσβλέψας βλοσυρῶς τὸν ἐρωτήσαντα. Μόλις αὔριον θ’ ἀναχωρήσωμεν καὶ θὰ ρίψουν ἔρανον εἰς τοὺς χωρικοὺς διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Κυβερνήτου, καί, τὸ χειρότερον, θὰ τὰ συνάξουν διπλά. Οὕτω πως εἶσθε συνηθισμένοι σεῖς.
-Ἠξεύρεις πῶς τὸ πάγει ἡ ὑπερεξοχότης σου; εἶπε γελῶν ὁ Κολοκοτρώνης. Μίαν φορὰν ἔπεσ’ ἕνας ποντικὸς εἰς ἕνα πιθάρι λάδι κ’ ἐπνίγηκεν. Ὁ οἰκοκύρης τὸν ηὖρε μετὰ δύο ἡμέρας καί, ἐνῶ τὸν ἀνέσυρεν, ἐφώναζεν ἡ οἰκοκυρά: «Πρόσεξε μὴ στάξ’ ἡ οὐρά του καὶ βρωμίσῃ τὸ λάδι».
-Δὲν ἐννοῶ ποίαν σχέσιν ἔχει ὁ μύθος σου μὲ τὰ ἔξοδα τοῦ Δεσπότου, εἶπεν ἀδημονῶν ὁ Κυβερνήτης.
-Μεγάλην, ὑπερεξοχώτατε, διότι, εἴτε πληρώσωμεν εἴτε μή, ὁ Δεσπότης θὰ συνάξη τὰ γρόσια. Τὰ ἐδικά μας τὰ ἔξοδα εἶναι τὸ λάδι τῆς οὐρᾶς τοῦ ποντικοῦ.
Καὶ ἐσιώπησε μὲν ὁ Κυβερνήτης, τὴν δ’ ἐπιοῦσαν ἀπέτισε μέχρι λεπτοῦ τὰ δαπανηθέντα.
Ἐκεῖθεν δὲ ἀπελθόντες εἰς Ἄργος, ἐξενίσθημεν ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Τσώκρη. Ὅτε δ’ ἐζητήθη ὁ λογαριασμὸς τῆς δαπάνης, ὁ οἰκοδεσπότης, προσβληθείς, ἐγέλασεν ὑπεροπτικῶς. Μαθὼν ὅμως ὅτι τοιαύτη ἦν ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυβερνήτου, τοσοῦτον ὠργίσθη, ὥστε ἐσημείωσεν καὶ τοῦ ἅλατος τὴν ἀξίαν.
Νικόλαος Δραγούμης
Ἱστορικαὶ Ἀναμνήσεις

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Πατὴρ Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος
Βρέθηκε ὁ π. Ἰωὴλ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια στὴν Ἀθήνα καὶ κλήθηκε σὲ φιλικὴ σύσκεψη μὲ ἄλλους φιλομόναχους κληρικούς. Ἡ σύσκεψη εἶχε ὡς θέμα τὸν Μοναχικὸ Βίο. Μετὰ τὸ τέλος της, λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς παριστάμενους:
—Νὰ βγάλουμε μία ἀναμνηστικὴ φωτογραφία.
—«Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον!», ἀπαντᾶ χαριτολογώντας καὶ φεύγει.
Ἐκ τῶν ὑστέρων ρωτήθηκε ἀπὸ κάποιο φίλο:
—Καὶ ἦταν κακὸ νὰ βγάλετε μία φωτογραφία ὅλοι μαζί;
—Πάψε, καημένε! Ἡ φωτογραφία προοριζόταν γιὰ δημοσίευση. Πήγαμε νὰ συζητήσουμε γιὰ τὸν Μοναχισμό, ποὺ σημαίνει ἀφάνεια καὶ σιωπή, καὶ ἐμεῖς βρήκαμε τὴν εὐκαιρία νὰ αὐτοδιαφημιστοῦμε στὶς ἐφημερίδες;

π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

 


Γιὰ τὸ γάμο

Ὦ Παναγία Δέσποινα
μὲ τὸν Μονογενῆ Σου
στ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ δώσεις τὴν εὐχή Σου.

Ἀπόψε λάμπει ὁ οὐρανός,
ἀπόψε λάμπει ἡ σφαῖρα,
ἀπόψε στεφανώνεται
ἀητὸς τὴν περιστέρα.

Γειτόνοι καὶ γειτόνισσες
προβάλετε νὰ δεῖτε,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται,
νὰ τὸ ὑποδεχθεῖτε.

Παντρεύεται ὁ αὐγερινὸς
καὶ παίρνει τὸ φεγγάρι,
ἂς εἶναι καλορίζικοι
μὲ τοῦ Θεοῦ τὴ χάρη.

Χελιδονάκια καὶ πουλιὰ
λαλοῦν στὰ δώματά σας
καὶ λένε καλορίζικα
στὰ στεφανώματά σας.

Ἐγύρανε τὰ στέφανα
σὲ ἀσημένιο τάσι,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ ζήσει νὰ γεράσει.

Ὅσ᾿ ἄστρα ἔχει ὁ οὐρανὸς
καὶ ὁ χειμώνας χιόνια,
τόσα σᾶς εὔχομαι νὰ ζήσετε
εὐτυχισμένα χρόνια.

Ἅγια νὰ εἶναι ἡ στιγμή,
κάνουμε τὸ σταυρό μας
καὶ στέλνουμε τὶς προσευχὲς
γιὰ νύφη καὶ γαμπρό μας.

Ἅγια νὰ εἶναι ἡ στιγμή,
Θεὸς θέλει βοηθήσει,
ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλονε
νὰ μὴ βαρυγκομήσει.

Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός,
χωρὶς καημὸ καὶ βάρη,
ὁ πεθερός, ἡ πεθερά,
οἱ φίλοι, κι οἱ κουμπάροι.

Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρὸς
εὐτυχισμένα χρόνια
νὰ τοὺς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ δοῦν
παιδιὰ μὰ καὶ ἐγγόνια.

Προχώρει γλῶσσα μου, ἄρχισε
τραγούδια ν᾿ ἀραδιάζεις,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ τὸ καλοτυχιάζεις.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2025



Τὸ προσφυγόπουλο τοῦ οὐρανοῦ
Εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμὸν τῆς Λαχαναγορᾶς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δὲν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θράξ. Δὲν τὸν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαὶ τοῦ Κεμάλ. Δὲν τοῦ εἶχαν σπάσει τὸ πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτον ἁπλούστατα ἕνας ἀθῷος σπουργίτης. Καὶ καθὼς ἐπετοῦσε στὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον δὲν διεκδικοῦν, ὡς γνωστὸν οὔτε οἱ Ἕλληνες, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, τὸ λάστιχο ἑνὸς μικροῦ ἐντοπίου Τσέτη τὸν ἐτόξευσεν εἰς τὰ ὕψη καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐσπλαγχνία νὰ τοῦ δώσῃ τουλάχιστον τὸν θάνατον. Τοῦ ἐτσάκισε τὸ ποδαράκι του. Καὶ ὁ πληγωμένος σπουργίτης, λιγοθυμισμένος ἀπὸ τὸν τρομερὸν πόνον ἔπεσεν ὡς νεκρὸν σῶμα, εἰς τὸ χῶμα. Ὁ μικρὸς Τσέτης ἔσπευσε νὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ, καὶ νεκρὸν ἀκόμη. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ πτερωτὸς τραυματίας εὑρῆκε τὴν δύναμιν τῶν φτερῶν του. Καὶ ἐσώθη πάλιν, εἰς τὰ ὕψη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔπεσε.
Tα φτερὰ του ὅμως ἀπέκαμαν εἰς τὴν οὐρανίαν περιπλάνησιν. Ἐδοκίμασε ν᾿ ἀκουμπήσῃ σ᾿ ἕνα κλαδὶ δένδρου νὰ ξεκουρασθῆ. Ἀλλὰ πῶς; Μόλις ἐπροσπάθησε νὰ στηριχθῇ στὸ ποδαράκι του, τρομεροὶ πόνοι τὸν ἔκαμαν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ κάθε ἰδέαν ἀναπαύσεως. Καὶ μὲ τὰς τελευταίας δυνάμεις, ποὺ ἀπέμεναν στὶς μουδιασμένες φτεροῦγες του, ἐδοκίμασε πάλιν νὰ πετάξῃ. Ἔκαμε δυὸ-τρεῖς γύρους εἰς τὸν ἀέρα, ἀλλὰ οἱ φτεροῦγες του δὲν τὸν ἐκρατοῦσαν πλέον. Ἔνοιωθε τώρα ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγα λεπτά, λίγα δευτερόλεπτα, θὰ εὑρίσκετο κάτω στὸ χῶμα, ἀνίκανος πλέον νὰ σωθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγρίους Τσέτες τῆς γειτονιᾶς. Εἰς ὁμοίαν περίστασιν, ὁ ἀεροπόρος, τοῦ ὁποίου ἐσταμάτησεν ἔξαφνα ὁ μοτέρ, κατοπτεύει βιαστικὰ τὸ ἔδαφος καὶ ζητεῖ τὸ κατάλληλον ἔδαφος, διὰ νὰ προσγειωθῆ, ὅσον ἀσφαλέστερα μπορεῖ.
Έτσι ἔκαμε καὶ ὁ μικρὸς πτερωτὸς ἀεροπόρος. Ὁ μοτέρ του δὲν ἐδούλευε πιά. Κατώπτευσε τὸ ἔδαφος. Παντοῦ δρόμοι, μὲ τρομερὰ παιδιά, ποὺ ἐπερίμεναν μὲ τὰ λάστιχα τεντωμένα. Παντοῦ ἐχθρικοὶ αὐλόγυροι. Παντοῦ ἄξενα κεραμίδια, ὅπου ἕνας τραυματίας σπουργίτης, ἀνίκανος ν᾿ ἀναζητήσῃ ἀλλοῦ τὴν τροφήν του, θὰ ἐκινδύνευε ἀσφαλῶς νὰ πεθάνῃ ἀπὸ ἀσιτίαν. Ἔξαφνα, πρὸς ἕνα σημεῖον τοῦ ἐδάφους διέκρινε μίαν αὐλήν, ὅπου γυναικοῦλες καὶ μικρὰ παιδάκια, ἐκινοῦντο, μὲ ἕνα ὕφος μεγάλης δυστυχίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ δυστυχία ἐννοεῖ τὴν δυστυχίαν, ὁ πληγωμένος σπουργίτης δὲν ἄργησε νὰ καταλάβη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ἀδελφοί του καὶ ὅτι ἡ αὐλὴ αὐτὴ δὲν ἦταν ὅπως οἱ ἄλλες αὐλὲς τῶν κακῶν ἀνθρώπων.
- Μαζὶ μὲ τοὺς δυστυχισμένους κι ἐγώ! ἐσκέφθη ὁ μικρὸς σπουργίτης.
Kαι, μ᾿ ἕνα τέλειον βὸλ-πλανέ, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἐδιδάχθησαν, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τὰ πουλιά, εὑρέθη μέσα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ προσφυγικοῦ καταυλισμοῦ, κατάκοιτος στὸ χῶμα, ἀνίκανος νὰ κινηθῇ, ἕτοιμος ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ βεβαιωθῇ ὅτι εὑρίσκεται μεταξὺ πονετικῶν ψυχῶν. Μία ἀτμοσφαίρα συμπαθείας καὶ ἀγάπης ἐσχηματίσθη γύρω ἀπὸ τὴν δυστυχίαν του. Οἱ ἄλλοι δυστυχισμένοι ἐννοοῦσαν τὸν πόνον του. Τὰ παιδάκια δὲν ἦσαν ἐκεῖ σκληρὰ καὶ ἄσπλαγχνα, ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά. Οἱ μεγάλοι δὲν ἦσαν κακοὶ καὶ ἀδιάφοροι. Ἀγαθὰ χέρια τὸν ἐσήκωσαν καὶ τὸν ἐχουχούλισαν. Καί, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ εὐτυχία του, μία ἀκόμη πονετικὴ ψυχὴ ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του, ὡς Θεία Πρόνοια. Ἦταν ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια καὶ τῶν ἄλλων δυστυχισμένων, ἡ δεσποινίς, ἡ διακονοῦσα τὴν Φιλανθρωπίαν εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμόν.
- Τὸ καημένο τὸ πουλάκι! εἶπεν ἡ δεσποινίς. Ἔχει σπασμένο τὸ ποδαράκι του. Πρέπει νὰ τὸ κρατήσουμε κι αὐτὸ δῶ, νὰ τὸ γιατρέψουμε, ὡς ποὺ νὰ μπορέση νὰ ξαναπετάξῃ.
Ὁ μικρὸς σπουργίτης, μολονότι δὲν ἐγνώριζε τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνθρώπων, ἐκατάλαβε πολὺ καλὰ τί ἔλεγεν ἡ δεσποινίς, διότι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγάπης εἶναι μία γιὰ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔσπευσε νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν δεσποινίδα μ᾿ ἕνα γλυκύτατον τσίου-τσίου.
- Εὐχαριστῶ, καλή μου κοπέλα, εὐχαριστῶ πολύ. Ὅταν γίνω καλά, θαρθῶ νὰ σοῦ πῶ ἕνα ὡραῖο τραγουδάκι στὸ παράθυρό σου. Δὲν τραγουδῶ σὰν τὸ ἀηδόνι. Ἀλλὰ τὰ γλυκύτερα τραγούδια δὲν εἶναι τὰ τεχνικώτερα. Εὐχαριστῶ, καλή μου κοπέλα, εὐχαριστῶ. Τσίου-τσίου!
Δύο τρυφερὰ χεράκια ἐπῆραν τὸν μικρὸν πτερωτὸν πρόσφυγα, τοῦ ἔδεσαν τὸ ποδαράκι του, τὸν ἐτάισαν, τὸν ἐπότισαν καὶ ὕστερα τὸν ἐτοποθέτησαν σὲ μιὰ ζεστὴ καὶ μαλακὴ φωλίτσα. Ἦτο καὶ αὐτὸς ἕνα προσφυγόπουλο τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων φθάνει κάποτε ἀγρία καὶ τρομερά, ὡς νὰ μὴν τῆς ἔφθανε γιὰ νὰ χορτάση αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ ἀπέραντη Γῆ.
Παῦλος Νιρβάνας

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025


Ἑρμηνεία στὸν ἀββᾶ Ἠσαΐα
Ἐάν τις καταλαλήσῃ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ παρὰ σοί, καὶ καταβάλῃ αὐτὸν καὶ ἐκφαίνῃ κακίαν, μὴ θελήσῃς ἐκκλῖναι κατ'αὐτοῦ, ἵνα μὴ καταλάβῃ σε ἅ οὔ θέλεις.
Συνήθως δικαιολογούμεθα ὅτι ὁ ἄλλος καὶ ὄχι ἐμεῖς κατακρίνει ἐνώπιόν μας κάποιον ἀδελφό. Αὐτὸ εἶναι πρόφασις. Ἄν συμβῆ νὰ ἔρθη κάποιος στὸ κελλί σου μὲ διάθεσι νὰ κατακρίνη, ἄν εἶσαι κύριος, πές του: Νόμιζα πὼς ἤσουν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐσὺ εἶσαι τύραννος τῆς ψυχῆς μου. Σὲ παρακαλῶ, φύγε ἀπὸ ἐδῶ. Ἐμεῖς ὅμως τὸν δεχόμαστε καὶ ἀρχίζομε καὶ συμπίπτομε, συγκαταπίπτομε καὶ οἱ δυό μας. Ἐσὺ ὄχι μόνον νὰ μὴν κατακρίνης, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἀκούσης λόγο κατακρίσεως, διότι, ἐὰν ἀκούσης, θὰ πῆς καὶ σύ.
Ἐὰν λοιπὸν κάποιος ἀποκαλύπτη ἀδυναμίες, προβλήματα, δυσκολίες τοῦ ἄλλου, μὴ θελήσης καὶ ἐσὺ νὰ συμμετάσχης στὴν συζήτησι καὶ νὰ γίνης ἔτσι συμμάρτυς, ἔστω καὶ ἄν δείχνης πὼς δὲν εἶσαι. Σοῦ λέγει ὁ ἄλλος: Αὐτὸς εἶναι παλιάνθρωπος. Λὲς καὶ ἐσύ: Ὄχι, εἶναι καλός· μόνον ποὺ ὁ καημένος καμιὰ φορὰ τοῦ ξεφεύγει κάτι. Μὲ τὰ λόγια σου τὰ εἶπες ὅλα, μόνον ποὺ δὲν χρησιμοποίησες τὴν λέξι παλιάνθρωπος· ὅμως αὐτὸ ἐννοεῖς. Πρόσεξε λοιπὸν νὰ μὴ σοῦ ξεφύγη λέξις γιὰ τὸν ἄλλον, ἵνα μὴ καταλάβῃ σε ἅ οὔ θέλεις, γιὰ νὰ μὴ σὲ βρῆ ὅ,τι δὲν θέλεις. Δὲν θέλεις τὴν ἀμαρτία; θὰ σὲ βρῆ ἀτιμία. Δὲν θέλεις τὴν ἀρρώστια; θὰ σὲ βρῆ ἀρρώστια.
Τὸ «κατ' αὐτοῦ» μπορεῖ νὰ ἐννοηθῆ κατὰ τοῦ ὁμιλοῦντός σοι, καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὑπάρχει θαυμάσιο νόημα. Μὴν τὰ βάλης δηλαδὴ οὔτε καὶ μὲ αὐτὸν ποὺ σοῦ μιλάει, διότι, ἄν διαφωνήσης μαζί του, θὰ ἐκφράσης γνώμη ἀντίθετη ἀπὸ τὴν δική του, καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη θὰ ἀρχίση διάλογος, ἀντίδρασις, ἀντίθεσις κατὰ τοῦ ὁμιλοῦντός σοι. Ὅ,τι πῆ ὁ ἄλλος· σταμάτα ἐκεῖ. Μὴ θελήσῃς ἐκκλῖναι κατ' αὐτοῦ, μὴν κατηγορήσης οὔτε αὐτὸν οὔτε τὸν ἄλλον. Αὐτὸ ποὺ μπορεῖς νὰ κάνης, εἶναι νὰ σιωπήσης ἤ νὰ φύγης. ἄν εἶσαι ἔξυπνος, θὰ ἀλλάξης συζήτησι, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβη. Ἄν δὲν εἶσαι, πές του τοὐλάχιστον, σὲ παρακαλῶ, ἄς τὸ ἀφήσωμε αὐτό, γιατὶ θέλω νὰ κοινωνῶ καί, ἐάν μιλήσωμε περὶ τρίτου προσώπου, πρέπει νὰ σταματήσω τὴν θεία κοινωνία. Ἐὰν δὲν μπορεῖς νὰ κάνης οὔτε αὐτό, τότε νὰ φύγης. Ἐὰν οὔτε νὰ φύγης μπορῆς, σημαίνει πὼς δὲν θέλεις νὰ φύγης, ὅτι σοῦ ἀρέσει νὰ τρῶς κρέας ἀνθρώπων καὶ ὄχι μόνο ζώων. Μὴ θελήσης ὅμως νὰ πέσης μαζί του στὸ ἴδιο παράπτωμα.
Τί ὡραῖα ποὺ τὰ λέγει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας! Εἶναι ἄνθρωπος; Εἶναι οὐράνιος ἄνθρωπος καὶ ἐπίγειος ἄγγελος. Ἁπλὲς φαίνονται οἱ λέξεις του, ἔχουν ὅμως τόσο μεγάλο βάθος.

Ἀρχιμανδρίτης Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

Νὰ ἤμουν παππούς
«Ἂχ ἔλεγε ὁ Κοκός,
παπποὺς νὰ ἤμουν τώρα,
νὰ κάνω τὸ σοφό,
νὰ βήχω νὰ ρουφῶ
ταμπάκο ὅλη τὴν ὥρα.
Ἄσπρα νὰ ἔχω γένια,
ποτὲ νὰ μὴ διαβάζω,
σχολειὸ νὰ μὴν πηγαίνω,
στὸ σπίτι μου νὰ μένω
κι ὅλο νὰ νυστάζω.
Νὰ παίζω κάθε μέρα
μὲ κάποιο κομπολόγι,
νὰ μὴ μοῦ λένε γιὰ δουλειά,
καὶ νὰ φορῶ γυαλιά,
καὶ νἄχω καὶ ρολόγι.
Νὰ λέω παραμύθια
ἐπάνω ἀπὸ τὸ στρῶμα,
κι ὅλοι τους στὴ μιλιά μου,
νὰ στέκουνε μπροστά μου
μ᾿ ὀρθάνοιχτο τὸ στόμα.
Νὰ μοῦ φιλοῦν τὸ χέρι,
εὐχὲς πολλὲς νὰ δίνω
καὶ πάντα καθιστὸς
καὶ σ᾿ ὅλους σεβαστός,
νὰ τρώγω καὶ νὰ πίνω.
Νἄχω καὶ μιὰ μαγκούρα,
νὰ κάνω τὸν κακό
κι ἄμα θυμὸς μὲ πάρει
ν᾿ ἀρχίζω στὸ στειλιάρι
καὶ τὸν τρελλὸ-Κοκό».
Ἐτοῦτα κι ἄλλα λέει
μὲ γνώση παιδική,
γιατὶ ὁ Κοκὸς δὲν ξέρει
πὼς θέλουν κι ὅλοι οἱ γέροι
νὰ γίνουνε Κοκοί...

Γεώργιος Σουρῆς

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

 


Καλλιέργεια χρειαζόμαστε

Ἀναμφισβήτητα ἔγινε μία παραποίηση στὸ πρόσωπό μας ὕστερα ἀπὸ τὸ 1821. Μπορεῖ ἀπαραίτητη, αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω. Τὸ ἑλληνικὸ ποτάμι βγῆκε ἀπὸ τὴν κοίτη του. Ποῦ πάει καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω. Ὁ Τοῦρκος ἦταν πρωτόγονος, ἀλλὰ δὲν ἄγγιξε τὴν ψυχή μας. Τὴ μεγαλύτερη ζημιὰ τὴν ἔκανε ὁ φαναριώτης λακές του. Καὶ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες γραμματιζούμενοι μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Χάνομε τὸν ἀέρα ποὺ τὸν εἶχαν ἀπέναντι στοὺς ξένους ὁ Κολοκοτρώνης ἢ ὁ Μακρυγιάννης.

Τὸ ριζικό μας ἐμᾶς τῶν φτωχῶν ἢ μικρῶν λαῶν μετριέται διαφορετικά. Καὶ στὴ ζυγαριὰ βαραίνει γιὰ ἐμᾶς πολὺ ὁ Μακρυγιάννης ἢ ὁποιαδήποτε κυρὰ Γιάνναινα καθισμένη στὸ κεφαλόσκαλο μὲ τὴ ρόκα της. Πνευματικότητα χρειαζόμαστε. Καλλιέργεια χρειαζόμαστε. Ὁ ψυχισμός μας ἢ τὸ πνεῦμα μετράει ἐμᾶς τῶν ἀδύναμων, ποὺ δὲν μετράει ἡ γροθιά μας.

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025



Φῶς ἱλαρὸν
Αὐτὸ εἶναι τὸ «Φῶς ἱλαρόν». Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τό ‘βλεπα τὸ βράδυ ποὺ βασίλευε ὁ ἥλιος, ἐξωτικό, χρυσοκκόκινο, νὰ χρυσώνει τὰ σπίτια, τὰ μικρὰ τὰ βουνά, τὰ βράχια, τὰ πανιὰ τῶν καραβιῶν, σὰν νὰ ἤτανε χρυσοκαπνισμένα.
Τὸ θέαμα ἤτανε πανηγυρικό, κ’ ἔπεφτα σὲ ἔκσταση, σὰν νὰ ἐρχότανε ἐκεῖνο τὸ φῶς ἀπὸ ἕναν ἄλλον κόσμο, ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, κατὰ κεῖ ποὺ βασιλεύει ὁ ἥλιος.
Πόσο ποιητικὰ ἐκφράζει ὁ λαός μας τὴ μεγαλοπρέπεια ποὺ ἔχει ἐκείνη ἡ ἱερὴ ὥρα, λέγοντας πὼς ὁ ἥλιος «βασιλεύει». Ἀληθινά, ποιός βασιλιὰς ντύθηκε ποτὲ μὲ τέτοια πορφύρα; Θά ‘λεγε κανένας πὼς δὲν εἶναι ὁ ἥλιος αὐτὸς ὁ βασιλέας, ἀλλὰ ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων.
Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

 


Ἐγὼ θὰ πάω πρῶτος

Διάλογος π. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλου (1901-1966) μὲ κάποιον χωρικό:

-… Μὰ δὲν μπορῶ, πάτερ μου, νὰ μιλήσω ἐγὼ πρῶτος. Ὁ ἀδελφός μου πρέπει νὰ μοῦ μιλήσει πρῶτος. Αὐτὸς ἔφταιξε καὶ ὄχι ἐγώ. Κι ἔπειτα, αὐτὸς εἶναι μικρότερος καὶ ἐγὼ μεγαλύτερος.

-Δὲν μοῦ λές, ποιὸς εἶναι μεγαλύτερος; Ἐμεῖς ἢ ὁ Θεός;

-Μὰ θέλει ρώτημα; Ὁ Θεὸς, βέβαια.

-Ποιὸς ἔφταιξε στὸν ἄλλον; Ὁ Θεὸς σ’ ἐμᾶς ἢ ἐμεῖς στὸ Θεό;

-Ἐμεῖς φταίξαμε στὸ Θεό.

Καὶ ποιὸς πρῶτος ἔκανε τὴν ἀρχὴ τῆς συμφιλιώσεως; Ἐμεῖς πήγαμε στὸ Θεὸ ἢ ὁ Θεὸς ἦλθε σ’ ἐμᾶς;

-Ὁ Θεὸς ἦλθε σ’ ἐμᾶς.

-Λοιπόν;

-Λοιπόν, σ’ εὐχαριστῶ. Ἔχεις δίκιο. Ἐγὼ θὰ πάω πρῶτος στὸν ἀδελφό μου.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025


Μονόλογος εὐαισθήτου ἀνδρός (2)
Τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ὑπερβολικῆς μου εὐαισθησίας εἶναι καὶ ὁ τρόπος ὁποῦ ὑπανδρεύθην. Ὅταν ἐπλησίασαν νὰ μὲ πλακώσουν τὰ γεράματα, νὰ μὲ κουράζουν οἱ διασκεδάσεις καὶ νὰ μ᾿ ἐνοχλοῦν οἱ ῥευματισμοί, αἰσθάνθηκα τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχω ἕνα σπιτικὸν καὶ μίαν γυναῖκα δική μου νὰ μὲ περιποιῆται. Καθὼς πᾷς ἄλλος, ἀγαπῶ κι ἐγὼ τὶς εὔμορφες καὶ πλούσιος καθὼς εἶμαι, εὔκολον ἦτο νὰ εὕρω ἕνα νόστιμο κορίτσι, ἂν δὲν ἐζητοῦσα προῖκα. Ἄλλος εἰς τὴν θέσιν μου θὰ τὸ ἔκαμνεν, ἀλλ᾿ ἐγὼ συλλογίσθηκα πόσον θὰ ἐβασάνιζε τὴν εὐαισθησίαν μου ἂν ὑπανδρευόμην εὔμορφην πτωχοκόρην, ἡ ἰδέα ὅτι μ᾿ ἐπῆρεν ὄχι διὰ τὰ εὐγενῆ μου, ἀλλὰ διὰ τὰ ἑπτά μου σπίτια. Παρὰ ταύτην τὴν ἀνυπόφορην ἐπροτίμησα νὰ θυσιασθῶ καὶ νὰ πάρω πλουσίαν ἀσχημομούραν. Ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς μου εἶναι τόση, ὥστε ἡ μεγάλη της μύτη καὶ τὰ ψεύτικά της δόντια δὲ μὲ ἐμπόδισαν, ὄχι μόνον νὰ φέρωμαι καλὰ μαζί της, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀγαπῶ, περισσότερον ἴσως ἀπ᾿ ὅτι πρέπει. Ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης μου ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω πώς, ὅταν ἔτυχε πέρυσι ν ἀῤῥωστήση δὲν κατόρθωσα ποτὲ νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ. Ὁ βῆχας καὶ τὸ γλού-γλοὺ τῆς γαργάρας της μοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀκοήν, καὶ ἡ μυρωδιὰ τῆς ἀῤῥωστοκάμεράς μου ἔφερνε ζάλη. Ἡ ἀνικανότης μου νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ μὲ ἀνάγκαζε νὰ μένω ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὸ βράδυ καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωί. Αὐτὴ ἡ ἀῤῥώστια τῆς γυναίκας μου μ᾿ ἔκαμε νὰ ἐξοδέψω πάρα πολλὰ χρήματα εἰς ἁμάξια, θέατρα, γεύματα εἰς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν καὶ ἐκδρομᾶς μὲ φίλους μου εἰς τὴν Κηφισσιάν καὶ τὴν Πεντέλην. Τὸ μεγαλύτερο ὅμως ἔξοδο ἦτο ὅτι τὰς ἡμέρας ποὺ ἡ γυναῖκα μου δὲν ἐφαίνετο διόλου καλά, ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ λύπη μου ἦτον τόσο μεγάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκα νὰ πάρω διὰ παρηγορήτραν μίαν Γαλλίδα τοῦ Φαλήρου. Περιττὸν εἶναι νὰ προσθέσω ὅτι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς καὶ τῶν τρόπων μου μ᾿ ἐμπόδισαν νὰ εἴπω τίποτε δι᾿ αὐτὰ τὰ ἔξοδα εἰς τὴν γυναῖκα μου, ὅταν ἔγινε καλά.
Ἐναντίον της δὲν ἔχω κανένα σπουδαῖο παράπονο. Προσπαθεῖ εἰς ὅλα νὰ μ᾿ εὐχαριστήσῃ καὶ ποτὲ δὲν ἐρωτᾷ οὔτε ποὺ ἤμουν οὔτε τί κάμνω. Εἶναι φρόνιμη, ἥσυχη νοικοκυρὰ καὶ μὲ κάμνει νὰ καλοπερνῶ χωρὶς νὰ ἐξοδεύῃ πολλά. Τὸ σπίτι λάμπει, ποτὲ δὲν ἔλειψε κουμπὶ ἀπὸ τὰ πουκάμισά μου καὶ εἶμαι πάντοτε βέβαιος νὰ εὕρω εἰς τὸ τραπέζι τὸ φαγὶ ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Ἐκατάφερε μάλιστα νὰ μαγειρεύει καὶ τὸν ἀστακὸν μὲ μία ἀμερικάνικη σάλτσα ποὺ ἠμπορεῖ τώρα νὰ τὸν τρώγω χωρὶς νὰ μοῦ πειράζει τὸ στομάχι. Αὐτὰ εἶναι βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ἕνα μόνον τῆς λείπει, ἡ εὐαισθησία. Αὐτὸ τὸ ἐκατάλαβα ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά μου ναῤῥωστήσω!
Ἐνῷ ἐγὼ εἰς τὴν ἰδικήν της ἀῤῥώστιαν δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ καὶ ἀναγκαζόμουν νὰ φεύγω καὶ νὰ ζητῶ παρηγορίαν εἰς τὸ ξεφάντωμα, αὐτὴ οὔτε στιγμὴν δὲν ἔλειψεν ἀπὸ κοντά μου. Ἀγρύπνησε δέκα νύχτες εἰς τὸ προσκέφαλό μου. Ἤθελεν ἡ ἴδια νὰ μοῦ δίνη τὰ γιατρικά, νὰ μ᾿ ἀλλάζῃ καὶ νὰ μὲ μεταγυρίζη, χωρὶς νὰ μὲ συνερίζεται διὰ τὸν κακόν μου τρόπο, χωρὶς νὰ σιχαίνεται τὰ καταπλάσματα οὔτε νὰ ἐνοχλῆται ἀπὸ τὴ ἀῤῥωστομυρωδιὰν τοῦ δωματίου. Αὐτὸ μ᾿ ἔκαμεν νὰ ὑποπτευθῶ, ὅτι ἡ γυναῖκα μου δὲν ἔχει οὔτε καλὴν ὄσφρησιν οὔτε μεγάλην εὐαισθησίαν. Πῶς τῷ ὄντι θὰ ἠμποροῦσε, ἂν ἦτο εὐαίσθητη, νὰ μὲ βλέπῃ νὰ ὑποφέρω, νὰ βασανίζωμαι, νὰ μὲ καίουν οἱ συνασπισμοὶ καὶ νὰ μὲ δαγκάνουν αἱ βδέλλαι; Κατάντησα νὰ πιστεύω πὼς ἔχουν κάποιον δίκαιον ὅσοι θεωροῦν τὴν ὑπερβολικὴν τρυφερότητα τῶν γυναικῶν ὡς πρόληψιν καὶ παραμύθι. Ἄδικον ὅμως θὰ ἦτο καὶ ν᾿ ἀπαιτήσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν ἰδική μου ἔκτακτον καὶ μοναδικὴ εὐαισθησία.
Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης