Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019



Ποιός εἶναι πραγματικά ἐλεύθερος καί εὐτυχισμένος;
Πραγματικά ἐλεύθερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου, ἀπό τήν ἐπιρροή τοῦ πονηροῦ καί ἀπό τά πάθη του. Τότε μόνο μπορεῖ νά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς προδιαγραφές τῆς δημιουργίας του καί μόνο τότε μπορεῖ νά πραγματοποιεῖ τόν σκοπό, γιά τόν ὁποῖο τόν δημιούργησε ὁ Θεός, ἐπειδή μόνο τότε μπορεῖ νά ἀξιοποιεῖ ὅλες τίς δυνατότητες, πού ἔλαβε μέ τή δημιουργία του «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί μόνο τότε μπορεῖ νά εἶναι πραγματικά καί ἐξολοκλήρου εὐτυχισμένος.
Ἡ πραγματική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως, παρέχεται μυστηριακά, ὡς δωρεά, μόνο μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου βιώνεται ἐμπειρικά καί ὐπαρξιακά «ἐν πάσῃ αἰσθήσει». Καί τοῦτο, ἐπειδή μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία ὑπερβαίνεται ὁ θάνατος, ὡς χωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεό, καί καταλύεται ὁ φόβος τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει ἀποφασιστικά ὅλες τίς ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου, στόν ὁποῖο κυριαρχεῖ. Ὁ Χριστός, μέ τόν σταυρικό θάνατό του, κατήργησε τήν κυριαρχική ἐξουσία τοῦ διαβόλου στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐντάσσεται στό μυστηριακό του σῶμα, τήν Ἐκκλησία, ἐνῷ μέ τήν ἀνάστασή του νίκησε τόν θάνατο, παρέχοντας τήν ἀναστημένη ζωή στά μυστηριακά του μέλη, τούς πιστούς, τόσο στήν παροῦσα ὅσο καί στήν μέλλουσα αἰώνια ζωή. Ὅταν ὁ πιστός παραβιάζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, περνᾶ στήν ὑπαρξιακή περιοχή τοῦ θανάτου καί στόν χῶρο ἐπιρροῆς τοῦ πονηροῦ. Τότε ἐμφανίζονται καί ριζώνουν τά πάθη. Ὅλα αὐτά, ὅμως, καταλύονται τελείως μέ τήν εἰλικρινῆ μετάνοια καί ἐξομολόγηση τοῦ πιστοῦ, ἐνῷ μέ τή Θεία Κοινωνία τρέφεται πνευματικά κάι ἑνώνεται χαρισματικά μέ τόν ἴδιο τόν Θεό. Τότε, ἄλλωστε, ὑποτασσόμενο τό θέλημά του στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτᾶ καί τή χαρισματική ἐλευθερία του. Χαρισματική ἐλευθερία εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία τοῦ συγκεκριμένου πιστοῦ, ἡ ὁποία ἐμπλουτίζεται μέ τήν ἄκτιστη θεοποιό Χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε καί ἀποκτᾶ, χαρισματικῶς, προοπτικές ἄκτιστης ἐλευθερίας.
Δημήτριος Τσελεγγίδης

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019



Nὰ μετρήσω τὰ βήματά σου
Ἕνας Γέροντας μόναζε στὴν ἔρημο καὶ τὸ διάστημα ποὺ περπατοῦσε γιὰ νὰ προμηθεύεται τὸ νερὸ ἦταν δώδεκα μίλια.
Κάποια φορὰ λοιπὸν ποὺ πῆγε νὰ πάρει νερό, βαρέθηκε καὶ εἶπε:
«Τί χρειάζεται αὐτὸς ὁ κόπος; Θά ᾿ρθω νὰ μείνω κοντὰ στὸ νερό».
Μόλις τό ᾿πε αὐτό, στρέφει τὸ κεφάλι καὶ βλέπει κάποιον νὰ τὸν ἀκολουθεῖ καὶ νὰ μετράει τὰ βήματά του.
Τὸν ρωτάει εὐθύς: «Ποιὸς εἶσαι ἐσύ;»
«Ἄγγελος Κυρίου -τοῦ ἀπαντᾷ- σταλμένος νὰ μετρήσω τὰ βήματά σου γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὸν μισθό σου».
Μόλις τ᾿ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Γέροντας, ἐνθαρρύνθηκε, ἔγινε προθυμότερος καὶ πῆγε ἄλλα πέντε μίλια πιὸ βαθιὰ στὴν ἔρημο.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019



Ποιὸς εἶμαι ἐγώ;
Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Πές μου, πῶς θὰ γίνω μοναχός;»
Καὶ ὁ Γέροντας εἶπε: «Ἐὰν θέλεις νὰ βρεῖς ἀνάπαυση καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, νὰ λὲς σὲ κάθε περίπτωση: Ποιὸς εἶμαι ἐγώ; Καὶ νὰ μὴν κατακρίνεις κανένα».
Εἶπε ἐπίσης:
«Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ φαίνεται ὅτι σιωπᾷ ἐνῷ ἡ καρδιά του κατακρίνει τοὺς ἄλλους, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος πάντοτε λαλεῖ.
Καὶ μπορεῖ ἕνας ἄλλος νὰ μιλάει ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ καὶ ὅμως κρατάει σιωπὴ γιατὶ δὲν λέει τίποτε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσα ὠφελοῦν».

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019



Ἡ ἐλευθερία
Ἡ ἐλευθερία κατὰ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία δὲν ἔγκειται στὴν ἀπεριόριστη δυνατότητα ἱκανοποήσεως τῶν ἀτομικῶν ἐπιθυμιῶν. Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἶναι ἐμπαθὴς ὑποδούλωση στὴ φιλαυτία. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶναι ριζικῶς ἀντίθετη πρὸς τὴν χριστιανικὴ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία συνυφαίνεται μὲ τὴν ὑπέρβαση τῆς φιλαυτίας. Ἄλλωστε ἔτσι μόνο ἡ ἐλευθερία τοῦ ἑνὸς δὲν προσβάλλει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία πηγάζει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ βιώνεται ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους. Ἡ ἀπόκτηση τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς προϋποθέτει τὴν πλήρη αὐταπάρνηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Μόνο μὲ τὴν ἐλεύθερη καὶ πλήρη αὐτοπροσφορά του στὸ θεῖο θέλημα καὶ μὲ τὴν μετοχή του στὴν θεία ζωὴ κερδίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία του, ἀλλὰ καὶ κάνει πάντοτε τὸ κατὰ φύση θέλημά του. Ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ Ἀββὰς Δωρόθεος, μὴ ἔχοντας δικό του θέλημα, κάνει πάντοτε τὸ δικό του θέλημα, γιατί ὅ,τι καὶ ἂν γίνεται τὸν ἀναπαύει, ἀφοῦ δὲν γίνεται ὅπως τὸ θέλει, ἀλλὰ τὸ θέλει ὅπως γίνεται[20].

Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αἴτιος τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἀκόμα περισσότερο ἐφόσον εἶναι δοῦλος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πραγματικὰ ἐλεύθερος. Ἡ ἐλευθερία ποὺ περιορίζεται στὸν φθαρτὸ κόσμο καὶ ἀπειλεῖται ἀπὸ τὸν θάνατο δὲν εἶναι ἀληθινή. Ἡ καθήλωση στὴν ἐγκοσμιότητα δὲν περιορίζει μόνο, ἀλλὰ καὶ ἀφανίζει τελικὰ τὴν ἐλευθερία. Ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία ἔχει ἀπεριόριστους ὁρίζοντες. Ἔρχεται ὡς καρπὸς νίκης ἐναντίον τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ μετοχῆς στὴν ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή. Μὲ τὴν ἐλευθερία αὐτὴ διασκελίζει ὁ ἄνθρωπος ὅλους τοὺς περιορισμοὺς τοῦ κόσμου καὶ ἐπεκτείνεται στὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν ἀπειρότητα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς εἰσόδου του στὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος τοποθετεῖται σὲ μία παράδοξη προοπτική. Καλεῖται νὰ γνωρίσει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη μισώντας καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Καλεῖται νὰ βρεῖ τὴν ἐλευθερία περνώντας μέσα ἀπὸ μία τέλεια δουλεία. Καλεῖται τέλος νὰ κατακτήσει τὴν ζωὴ παραδιδόμενος στὸν θάνατο. Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε: «Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν Ἀββᾶ Μωυσέα λέγων· ὁρῶ ἐνώπιόν μου πρᾶγμα, καὶ οὐ δύναμαι αὐτὸ κατασχεῖν. Λέγει αὐτῷ ὁ γέρων· ἐὰν μὴ γίνῃ νεκρὸς ὡς οἱ ταφέντες, οὐ δύνασαι αὐτὸ κατασχεῖν». Ἡ νέκρωση αὐτὴ γίνεται πηγὴ ἀκατάλυτης ζωῆς. Μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς νεκρώσεως, στὴν ὁποία κορυφώνεται ἡ παραδοξότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, δὲν φαλκιδεύεται ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ ἀντιθέτως ὁδηγεῖται στὴν τελείωσή της. Πεθαίνει σὰν τὸ σιτάρι, γιὰ νὰ φέρει «πολὺν καρπὸν».
Γεώργιος Μαντζαρίδης

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019


Εἰκόνες ποὺ κάμνουν θαύματα;
Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν λατρεύομεν τὰς Εἰκόνας, οὔτε τοὺς Ἁγίους, οὔτε τοὺς Ἀγγέλους, οὔτε αὐτὴν τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου. Μόνον τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν λατρεύομεν. Τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Τιμῶμεν καὶ δοξάζομεν τοὺς Ἁγίους, τοὺς Ἀγγέλους, καὶ περισσότερον πάντων τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», τὴν Ἀειπάρθενον καὶ Παναγίαν Μητέρα τοῦ Σωτῆρος μας, ἀλλὰ λατρείαν δὲν ἀπονέμομεν οὔτε εἰς τὰ πρόσωπά των οὔτε εἰς τὰς Εἰκόνας των. Ἄλλο ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμὸς καὶ ἄλλο ἡ λατρεία.
Ὁ λαός μας, καθὼς καὶ ἄλλοι Ὀρθόδοξοι λαοί, θεωροῦν μερικὰς Εἰκόνας ὡς θαυματουργούς. Εἶναι αὐτὸ ἀλήθεια; Ὑπάρχουν ὅμως θαυματουργοὶ Εἰκόνες; Ἤ μᾶλλον: Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν Εἰκόνες θαυματουργοί, Εἰκόνες ποὺ κάμνουν θαύματα;
Πολλοὶ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι ἀποδίδουν τὰ θαύματα μερικῶν Εἰκόνων ὄχι εἰς τὰς Εἰκόνας αὐτὰς καθ’ ἑαυτάς, ἀλλ’ εἰς τὴν Πίστιν τῶν ἀνθρώπων ποὺ προσεύχονται ἐνώπιον αὐτῶν. Ὅτι ἡ Πίστις θαυματουργεῖ, ὅτι ἡ θερμὴ προσευχὴ θαυματουργεῖ, εἴτε γίνεται αὐτὴ ἐνώπιον Εἰκόνος εἴτε ὄχι, αὐτὸ εἶναι ἔξω πάσης ἀμφιβολίας.
Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι μερικαὶ Εἰκόνες δύνανται νὰ ἔχουν αὐταὶ αἱ ἴδιοι θαυματουργικὴν χάριν. Θὰ φανῆ παράδοξον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον. Εἶναι πολὺ φυσικόν. (Διὰ τοὺς πιστοὺς ἐννοεῖται. Διὰ τοὺς ἀπίστους ὅλα εἶναι ὄχι μόνον παράδοξα, ἀλλ’ ἀνύπαρκτα...).
Εἰς τοὺς Ἀποστόλους Του ὁ Κύριος εἶχε δώσει τὸ θαυματουργικὸν χάρισμα. Βλέπομεν ὅμως ὅτι τὸ χάρισμα αὐτὸ δὲν περιωρίζετο εἰς τοὺς ἰδίους τοὺς Ἀποστόλους, ἀλλ’ ἐπεξετείνετο καὶ εἰς τὴν σκιὰν των! Τὸ Εὐαγγέλιον ρητῶς μᾶς λέγει ὄχι μόνον ὅτι «διὰ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά», ἀλλὰ καὶ ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἔφερον ἐπὶ φορείων τοὺς ἀσθενεῖς των εἰς τὰς πλατείας, ἀναμένοντες τὸ πέρασμα τοῦ Πέτρου, ὥστε ἔστω καὶ ἡ σκιά του νὰ πέσῃ εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ τοὺς θεραπεύσῃ! Καὶ κάτι περισσότερον: Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μανδήλια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ριπτόμενα ἐπάνω εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἤ τοὺς δαιμονιζομένους, τοὺς ἐθεράπευον! 
Ὥστε ὄχι μόνον οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχον χάρισμα θαυματουργικόν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀντικείμενα τῆς προσωπικῆς των χρήσεως! Τοῦτο βεβαίως ἀπετέλει μίαν εὔνοιαν τοῦ Θεοῦ ὄχι πρὸς αὐτὰ ταῦτα τὰ μανδήλια, ἀλλὰ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του. Χάριν αὐτῶν ἡ θαυματουργικὴ δύναμις ἔφθανε μέχρι τῶν μανδηλίων των.
Διατὶ λοιπὸν ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχουν Εἰκόνες ἔχουσαι χάρισμα θαυματουργικόν; Ὄχι σπανίως ἐκεῖνοι ποὺ ἔκαμαν τὰς Εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὰς παλαιάς, ἦσαν ἄνθρωποι ἅγιοι, ἄνθρωποι βαθείας ταπεινώσεως, ἄνθρωποι νηστείας καὶ προσευχῆς, ἄνθρωποι πυρπολούμενοι ἀπὸ θεῖον ἔρωτα.
Τί τὸ παράδοξον νὰ εὐλογήσῃ Θεὸς καὶ τοὺς ἰδίους καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν των; Καὶ τί τὸ ἀφύσικον, ἂν μέσα εἰς αὐτὰς τὰς εὐλογίας ὑπῆρξε καὶ τὸ θαυματουργικὸν χάρισμα;
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019



Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου - 2
Ἡ περιέργεια
«Πνεῦμα», ἐπίσης, «περιεργίας». Ἐὰν ἡ ἀργία εἶναι τὸ νὰ χαθεῖ κάνεις μέσα στὸ τίποτα, ἡ περιέργεια εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: νὰ σκορπίζεται μέσα στὸ παντοῦ, νὰ χώνεται παντοῦ καὶ πάντα. Νὰ θέλει νὰ τὰ μάθει κανεὶς ὅλα. Λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες: «μισῶ τὸ χαμερπὲς πάθος τῆς περιεργίας». Αὐτὸ τὸ πάθος τῆς περιεργίας ποὺ μὲ κάνει νὰ σέρνομαι χαμηλά. Αὐτὸ θὰ πεῖ χαμερπές· σημαίνει νὰ ἕρπω χάμω. Αὐτὸ τὸ πάθος ἐνδημεῖ μεταξὺ τῶν χριστιανῶν. Διαβάζουμε πιὸ εὔκολα ἕνα κουτσομπολίστικο θρησκευτικὸ περιοδικὸ παρὰ τὴν Κλίμακα. Παρακολουθοῦμε πιὸ εὔκολα μία σκανδαλιστικὴ ἐκπομπὴ στὴν τηλεόραση παρὰ συμμετέχουμε σὲ μία ἀγρυπνία. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιέργεια· νὰ ξέρεις, νὰ ψάχνεις τὴ ζωὴ τοῦ διπλανοῦ σου. Σὰν νὰ τὸν βλέπεις μὲ τὶς πιτζάμες τῆς ὑποστάσεώς του. Νὰ ἀνακαλύπτεις τὰ μυστικά του, χωρὶς κανέναν λόγο. Νὰ ἀφήνεις στὴν ἄκρη τὸν θησαυρὸ καὶ νὰ μπερδεύεσαι μὲ τὰ σκουπίδια.
Αὐτὸ δημιουργεῖ ἕναν σκορπισμό, μία διάχυση καὶ ἔτσι δὲν συγκροτεῖται ἡ ψυχή. Ζητοῦμε, λοιπόν, αὐτὸ τὸ πάθος, τὸ ὁποῖο, πάλι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἀποψύχει τὴ θερμότητα τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ρίχνει τὴ θερμοκρασία της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θερμανθεῖ, ὥστε νὰ λειτουργήσει μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ βάθος, νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ φωλιάσει μέσα μας.
Ἡ φιλαρχία
Τρίτο πάθος ἡ «φιλαρχία», ἡ φιλοπρωτία. Τὴν ἐρχόμενη Κυριακὴ θὰ τὸ ἀκούσουμε στὸ Εὐαγγέλιο. Κοινὴ ἀρρώστια. Ὅλοι τὴν ἔχουμε μέσα μας. Θέλουμε νὰ εἴμαστε οἱ πρῶτοι. Θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀποδέκτες, ὄχι ἁπλῶς τιμῶν, ἀλλὰ τῶν καλυτέρων τιμῶν. Στὴ σύγκριση νὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἀπὸ τὸν δεύτερο πιὸ μπροστὰ καὶ μάλιστα μὲ σαφήνεια. Αὐτὸ τὸ πρόβλημα τὸ ἔχουμε καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τόσο συχνὰ τσακωνόμαστε ποιὸς θὰ εἶναι πρῶτος. Μὰ τί σημασία ἔχει αὐτό; Μπορεῖ νὰ εἶσαι ἱερέας καὶ νὰ ἐπιδιώκεις ἐσὺ νὰ διαβάσεις τὸ πρῶτο Εὐαγγέλιο τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ ὄχι ὁ συνεφημέριός σου. Μπορεῖ νὰ εἶσαι ψάλτης καὶ νὰ διεκδικεῖς ἐσὺ νὰ ψάλεις τὰ καλὰ κομμάτια καὶ ὄχι ὁ ἄλλος, ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ ἔχει καλύτερη φωνὴ ἢ περισσότερες γνώσεις ψαλτικῆς. Πῶς μᾶς κυβερνάει ὁ διάβολος! Μὲ ἀνόητα πράγματα!
Βλέπετε καὶ τοὺς Μαθητές, ἐνῶ ὁ Κύριος τοὺς ἀναγγέλλει περὶ τοῦ πάθους Του, τὴν ἴδια ὥρα, ἀρχίζουν οἱ δύο, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, νὰ ζητοῦν πρωτοκαθεδρίες στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε το στὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ τὸ φοβερὸ ποιὸ εἶναι; Ὅτι δὲν ἔμειναν μόνοι αὐτοὶ οἱ δύο νὰ διεκδικοῦν τὰ πρωτεῖα, ἀλλὰ ἐνοχλήθηκαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τους. Προφανῶς γιατὶ καὶ αὐτοὶ ἤθελαν ἀπὸ μέσα τους νὰ εἶναι πρῶτοι. Οἱ ἥρωες αὐτοὶ τῆς πίστεως, αὐτοὶ ποὺ διώχθηκαν καὶ μετὰ μαρτύρησαν, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀρνήθηκαν, οἱ ἴδιοι ἐγκατέλειψαν, οἱ ἴδιοι τσακώθηκαν λίγο πρὸ τοῦ πάθους ποιὸς θὰ εἶναι πρῶτος. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς δίνει τὸ μάθημα τὴ νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου λέγοντας ὅτι πρῶτος πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπιλέγει μετὰ ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνέσεως τὴ θέση τοῦ τελευταίου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νὰ μπεῖς σὲ ἕναν χῶρο ποὺ θὰ διαδραματιστεῖ μία ἐκπληκτικὴ σκηνή, ὅπου ἀπὸ μέσα σου νὰ θέλεις νὰ βλέπεις καὶ νὰ ἀκοῦς. Καὶ ἐκεῖ νὰ σοῦ προτείνουν νὰ διαλέξεις ὅποια θέση θέλεις, ἀκόμη καὶ τὴν καλύτερη. Κι ἐσὺ νὰ ἐπιλέγεις εὔκολα τὴν τελευταία. Νὰ εἶσαι μέσα ἀλλὰ κρυμμένος στὴν ἄκρη. Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ μποῦν οἱ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ ἐσένα, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν αὐτοὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅσο ἐσύ. Γιὰ νὰ εἶναι μεγαλύτερη χαρά σου ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση τῆς παραστάσεως ἡ χαρά τους.
«Τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὄχι φιλοπρωτία, ὄχι πρωτοκαθεδρία. Ὄχι αὐτὸ τὸ φίλαρχο φρόνημα, νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ἀλλὰ νὰ θέλω νὰ τιμήσω τὸν ἄλλο, νὰ θέλω νὰ τιμηθεῖ ὁ ἄλλος. Νὰ τοῦ ἐκχωρήσω τὰ δικαιώματα, νὰ εἶμαι ὁ διακονῶν, νὰ εἶμαι ὁ εὐτυχισμένος ἔσχατος, ὁ εὐλογημένος οὐραγός, ἀναπαυμένος στὴ θέση μου, στὴν ἄκρη τῆς οὐρᾶς. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θὰ εἶναι μέσα στὴν ἀγκαλιά, ὅπου ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ εἶναι καλύτεροί μου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νὰ χαίρομαι τὴν εὐλογία τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀρετῶν τῶν ἀδελφῶν. «Πνεῦμα», λοιπόν, «φιλαρχίας», νὰ θέλω νὰ ὑπερέχω ἐγώ, καὶ φιλοπρωτίας, «μή μοι δῶς».
Ἡ ἀργολογία
«Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας» καὶ τέταρτον «ἀργολογίας». Τί θὰ πεῖ ἀργολογία; Κουτσομπολιό. Ἀχρηστολογία. Ὑπάρχει κάτι ποὺ λέγεται περιαυτολογία· νὰ μιλᾶς γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Κακὸ πράγμα! Ὑπάρχει κάτι ἄλλο ποὺ λέγεται καυχησιολογία· νὰ ἀρχίσεις νὰ καυχᾶσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἄλλη ἀρρώστια! Ὑπάρχει ἄλλο ἕνα πάθος ποὺ λέγεται πολυλογία· νὰ μιλᾶς ἀκατάσχετα καὶ ὁ ἄλλος νὰ μὴν μπορεῖ νὰ πάρει σειρὰ νὰ πεῖ κάτι. Καὶ ὑπάρχει καὶ αὐτὸ ποὺ λέγεται ἀργολογία, τὸ ὁποῖο σημαίνει νὰ λὲς ἀνοησίες ἢ ἄχρηστα πράγματα. Λόγια ποὺ δὲν χρειάζονται, ποὺ δὲν προσφέρουν τίποτα. Συχνὰ ὁμολογοῦμε ὅτι «πῆγα καὶ σκότωσα τὴν ὥρα μου. Εἴπαμε καὶ κανένα χαζό». Ὄχι τέτοιο πράγμα. Ἀπὸ τὸ στόμα μας «λόγος ἀργός», δηλαδὴ μὴ ζωντανός, μὴ οὐσιαστικὸς «μὴ ἐκπορευέσθω», νὰ μὴν βγαίνει, μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ οἱ ἅγιοί μας. Γιὰ φαντασθεῖτε πάλι τὴ ζωή μας νὰ οἰκοδομεῖται πάνω σε περιεκτικούς, οὐσιαστικοὺς λόγους. Νὰ μὴν ἔχει, λοιπόν, οὔτε τὸ ἀγκάθι τοῦ ἄχρηστου, ἀνόητου λόγου, οὔτε τοῦ περίεργου λόγου, οὔτε τοῦ κατακριτικοῦ λόγου, οὔτε τοῦ ὑπεροχικοῦ λόγου, ἀλλὰ νὰ εἶναι στόμα καθαρό, λόγος παστρικός, πεντακάθαρος. «Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ», λέει στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου. Αὐτὸς ποὺ ἔχει καθαρὸ στόμα καὶ δὲν φταίει μὲ τὸ στόμα του αὐτὸς ἐγγίζει πλέον τὴν κατάσταση τῆς τελειότητος.
Καθώς, λοιπόν, ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴν ἐπιτρέψει στὴν ψυχή μας τὴν παρουσία αὐτῶν τῶν τεσσάρων ἀδυναμιῶν, στὴν οὐσία, μὲ τὴν προσευχὴ αὐτή, ζητοῦμε τὴν ὑποκατάστασή τους ἀπὸ τέσσερις ἀρετές: ἀντὶ τῆς ἀργίας, τὸ φιλότιμο καὶ τὸν ἅγιο ζῆλο. Στὴ θέση τῆς περιέργειας, τὸ ἀπερίεργον, τὸ ἀπερίσπαστον καὶ τὴ σύνεση. Ἀντὶ τῆς φιλαρχίας, τὴν ὑποχωρητικότητα καὶ τὴν εὐγενῆ συστολὴ. Καί, τέλος, ἀντὶ τῆς ἀργολογίας, τὴ σιωπὴ καὶ τὸν «ἅλατι ἠρτυμένον λόγον».
ΜητροπολίτηςΜεσογαίας Νικόλαος

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019


Περὶ τῆς δόξης τῶν δικαίων
Κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καθ᾿ ὃν ὁ ὑπέρτατος Κριτὴς ἀξιοῖ νὰ ἀπονείμει τοῖς δικαίοις μετὰ θάνατον ἀπαρχήν τινα τῆς δόξης αὐτῶν ἐν τῷ Οὐρανῷ, ἤτοι τῇ Ἐκκλησίᾳ τῇ θριαμβευούσῃ, ἀπονέμει αὐτοῖς μίαν δόξαν καὶ ἐν τῇ ἐπὶ τῆς γῆς συγχρόνως στρατευομένῃ Ἐκκλησίᾳ. Αὕτη ἡ δόξα ἐκδηλοῦται ἐν τούτῳ ὅτι ἡ ἐπίγειος Ἐκκλησία σέβεται τοὺς δικαίους ὡς ἁγίους καὶ φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἐπικαλεῖται αὐτοὺς ἐν ταῖς προσευχαῖς αὐτῆς ὡς μεσίτας παρ᾿ αὐτῷ, τιμᾷ ἐπίσης τὰ αὐτῶν λείψανα καὶ πᾶν ὅ,τι ἀνῆκεν αὐτοῖς, ὡς καὶ τὰς εἰκόνας αὐτῶν.
Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τιμᾶ τοὺς ἁγίους οὐχὶ ὡς θεούς, ἀλλ᾿ ὡς πιστοὺς δούλους, ὡς ἁγίους καὶ φίλους τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἐκθειάζει τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ ἔργα τὰ τετελεσθέντα ὑπ᾿ αὐτῶν πρὸς δόξαν Θεοῦ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς χάριτος αὐτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἅπασα ἡ τιμὴ ἣν αὐτοῖς ἔδωκεν ἡ Ἐκκλησία, νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὴν Ὑψίστην Μεγαλειότητα τὴν ἐπιβλέψασαν μετ᾿ εὐχαριστήσεως ἐπὶ τὸν ἐπὶ γῆς βίον αὐτῶν. Αὕτη τιμᾷ αὐτοὺς δι᾿ ἐτησίας μνήμης, δι᾿ ἑορτῶν δημοτελῶν ἢ πανηγύρεων, καὶ δι᾿ ἀνιδρύσεως ναῶν εἰς τιμὴν τοῦ ὀνόματος αὐτῶν. Οὕτω νοητέα ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἁγίους.
Οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι οἱ θαυμαστωθέντες ἐν τῇ γῇ ὑπὸ τοῦ Κυρίου, διότι «τοὺς ἁγίους τοὺς ἐν τῇ γῇ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος», ἐτιμήθησαν ὑπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ ἁγίας Ἐκκλησίας εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἑκάστη τῶν ἐκασταχοῦ χριστιανικῶν κοινοτήτων τῶν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην ἱδρυθεισῶν καθῆκον ἑαυτῆς ἀπαραίτητον ἡγεῖτο ἅμα δὲ καὶ κλέος καὶ καύχημα τὸ τελεῖν ἐτησίως μνήμας τῶν ἀθλητικῶς ἐν Χριστῷ τελειωθέντων καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου ἀξιωθέντων ἵνα νεαρὸς εἰς τὸ διηνεκὲς τὰς πράξεις αὐτῶν διασώσῃ. Ἐκαλεῖτο δὲ ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Μαρτύρων γενέθλια Μαρτύρων (dies natalis), διότι κατ᾿ αὐτὴν εἰσῆλθoν στεφανηφόροι εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν τὴν ἐν οὐρανῷ, ὅπως ζήσωσιν αἰωνίως ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. Τούτου δὲ ἕνεκα ἀπὸ ταύτης τῆς ἡμέρας αἰωνίως ἤρχετο καὶ ἡ κατάταξις αὐτῶν εἰς τὴν χορείαν τῶν τῷ Θεῷ εὐαρεστησάντων ἁγίων καὶ κεκλημένων εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν.
Τὰ τίμια τῶν ἁγίων Μαρτύρων λείψανα θεωρούμενα παρὰ τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων τιμιότερα λίθων πολυτελῶν κατετίθεντο ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ ἐξησφαλίζοντο ὡς θησαυρὸς πολύτιμος· κατὰ δὲ τὴν ἐπέτειον μνήμην τῆς ἀθλήσεως αὐτῶν οἱ πιστοὶ ἦγον ἑορτὴν καὶ πανήγυριν εἰς τιμὴν τοῦ ἀθλητοῦ καὶ Μάρτυρος τοῦ Κυρίου, ἀνεγινώσκοντο τὰ ἆθλα τῶν μαρτύρων, λόγοι δὲ πανηγυρικοὶ καὶ ἐγκωμιαστικοὶ ἐξεφωνοῦντο παρὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ῥητόρων τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων.
Πολλάκις ἐπὶ τῶν τάφων τῶν μαρτύρων ἠγείροντο Ἱεροὶ Ναοὶ Μαρτύρια καλούμενοι, οἷς ἐδίδετο τὸ ὄνομα τοῦ Μάρτυρος πρὸς τιμὴν αὐτοῦ· κατὰ δὲ τὴν ἐπέτειον τῆς ἑορτῆς Μάρτυρος συνέτρεχαν πάντες οἱ πιστοὶ ἐν τῷ Ναῷ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ τιμὴν τοῦ Μάρτυρος τοῦ δοξασθέντος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
Οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο τὴν ἱερὰν λάρνακα τοῦ τιμίου λειψάνου τοῦ Μάρτυρος καὶ ἐλάμβαναν ἔλαιον ἐκ τῆς κανδήλας τοῦ ἁγίου πρὸς καθαρισμὸν καὶ θεραπείαν ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν.
Οἱ Χριστιανοὶ ἐτίμων πλὴν τῶν ἁγίων λειψάνων καὶ τὴν γῆν τοῦ Ἁγίου Τάφου ἐν ᾧ κατετέθη τὸ Πανάγιον τοῦ Κυρίου σῶμα, καὶ τὸ σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ὀθόνια ἤτοι τὴν σινδόνα ἐν ᾗ ἐτυλίχθη τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἐπίσης ἐτίμων καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου τὴν ἀποτυπωθεῖσαν θείᾳ εὐδοκίᾳ ἐν μάκτρῳ καὶ ἀποπεμφθεῖσαν τῷ Αὐγάρῳ ποθοῦντι νὰ ἵδῃ αὐτόν.
Ἐπίσης ἐτίμων καὶ τὴν τιμίαν ἐσθῆτα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὴν ζώνην αὐτῆς.
Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ὑπαγόρευσις ὑψηλοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος καὶ ἐνθέου ζήλου πιστῆς καὶ ἀγαπώσης τὸν Θεὸν καρδίας καὶ ἐκδήλωσις τοῦ διακατέχοντος αὐτὴν πόθου πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ τοῦ δοξάζοντος τὴν στρατευομένην αὐτοῦ Ἐκκλησίαν. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ἔκφρασις τῆς ἀγάπης τῶν πιστῶν πρὸς αὐτοὺς διὰ τὰς ὑψηλὰς αὐτῶν ἀρετὰς καὶ τοὺς μεγάλους ἀγῶνας καθ᾿ οὖς γενναίως ἀγωνισάμενοι ἔλαβον τὸν τῆς δόξης ἀμαράντινον στέφανον. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ἔνδειξις σεβασμοῦ ἡμῶν πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν ἐθελούσιον αὐτῶν θυσίαν ὑπὲρ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ἣν διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος καὶ τῆς τελείας αὐταπαρνήσεως ὁμολόγησαν καὶ ἐστήριξαν. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ἔκφρασις ἀϊδίου εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀθλητὰς τοῦ Χριστοῦ τοὺς πολεμήσαντας τὰς πλάνας τῶν πολεμίων τῆς ἀληθείας καὶ διαφυλάξαντας τὴν πίστιν ἁγνήν, καὶ μεταδόντας ἡμῖν ἀλώβητον τὴν Ἱερὰν παρακαταθήκην καὶ ἀκεραίαν καὶ ἀμίωτον τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν.
Ἅγιος Νεκτάριος

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019


Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή ταπείνωση
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς ἐμπιστοσύνη, ἀλλά μέ ἄγχος, ἀγωνία, κατάθλιψη, ἀπελπισία, ἀποκτάει ἀσθένειες σωματικές καί ψυχικές. Ἡ ψυχασθένεια, ἡ νευρασθένεια, ὁ διχασμός εἶναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο εἶναι ἐπίσης καί ἡ ταπεινολογία. Τό λένε αἴσθημα κατωτερότητος. Ἡ ἀληθινή ταπείνωση δέν μιλάει, δέν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀνάξιος, ἐλάχιστος πάντων…». Φοβᾶται ὁ ταπεινός μήπως μέ τίς ταπεινολογίες πέσει στήν κενοδοξία. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν πλησιάζει ἐδῶ. Ἀντίθετα, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπό Ἐκεῖνον.
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Δοξολογία Θεοῦ
Λέει ὁ Γέροντας στὸν ὑποτακτικό: «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου προσπίπτομέν σοι, ἀγαθέ, καὶ τῶν ἀγγέλων τὸν ὕμνον βοῶμέν σοι, δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος» κτλ.
«Κουά, κουά, κουά, κουὰ» τὰ βατράχια, κοάζουν, πῶς λέγεται, ξεχάσαμε καὶ τὰ ἑλληνικὰ τώρα.
- Βρὲ παιδί μου, λέει, πήγαινε στὰ βατράχια καὶ πές τα: Ἄ, νὰ σᾶς πῶ, ὁ Γέροντας λέει, σταματῆστε τώρα γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικός! Βλέπεις; Δὲν εἶπε, «ἔ, Γέροντα, τὰ βατράχια θὰ πάω νὰ πῶ ἐγώ;» Ὄχι, ὑπακοή.
- Ἀκοῦστε ἐδῶ, βατράχια, εἶπε ὁ Γέροντας νὰ σταματήσετε τώρα, γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
Μίλησε τὸ βατράχι ἐκεῖ! Λέει:
- Πὲς τοῦ Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι ἐμεῖς τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ ξεκουραστοῦμε.
Καὶ τὰ βατράχια ὑμνολογοῦν τὸν Θεό! Ὅλη ἡ φύση, νὰ ποῦμε, ὑμνολογεῖ, δοξολογεῖ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὴν καθαρότητά μας ἀκοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία, τὴ μυστική, τὴν ἄφωνο ὑμνολογία ποὺ κάνουνε καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη. Αὐτὸ πῶς τὸ λένε, κάτι στίχους ποὺ ἔχει ἡ μεγάλη δοξολογία, δὲν ξέρω πῶς τὰ λένε, γιατὶ ἐγὼ ἔχω χρόνια νὰ πάω πάνω στὴν ἀκολουθία.
Μοναχοί: Πῦρ, χάλαζα, χιών, πνεῦμα καταιγίδος...
Γέροντας: Πῦρ, χάλαζα, πῦρ καταιγίδος κτλ., ὅλα, τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Καὶ τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια, ὅλα ὑμνολογοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ ἔχουμε ἀμαυρώσει, δηλαδή, τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς μας, γι᾿ αὐτὸ λίγο τὸ καταλαμβάνουμε, λίγο. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνεις ἕναν φωτισμό, λαμβάνεις μίαν αἴσθηση ὅτι κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ δὲν μένει ἀργό, ἀλλὰ ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Καὶ ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι, καὶ τὸ βόδι καὶ τὸ ζῶο, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ὅταν καθαριστεῖς μέσα σου, θὰ τὴν δεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θὰ τὸ δεῖς καὶ λές: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἐσὺ μόνο δὲν δοξολογεῖς τὸν Θεό. Ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό!
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019



Μεγάλο πρᾶγμα
Ἀλλοίμονο σέ ἐμᾶς! διότι δέν γνωρίζουμε τήν ἀξία τῶν ψυχῶν μας, οὔτε σέ ποιά πολιτεία προσκληθήκαμε, ἀλλά νομίζουμε, ὅτι ἡ ζωή αὐτή καί οἱ ἀσθένειές της καί ἡ κατάστασις τῶν ζώντων καί οἱ θλίψεις τοῦ κόσμου καί αὐτός ὁ κόσμος καί οἱ κακίες καί οἱ ἀναπαύσεις του, εἶναι κάποιο μεγάλο πρᾶγμα.
Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019


Δὲν θὰ ἔχουν ἐπάγγελμα
Οἱ Ἕλληνες πολιτικοί ἔχουν μονίμως ὡς ἐπάγγελμα τὴν σωτηρία τῆς πατρίδος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφεύγουν ἐπιμελῶς νὰ τὴν σώσουν: μετὰ τὴ σωτηρία δὲν θὰ ἔχουν ἐπάγγελμα.
Γεώργιος Σουρῆς

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019



Ἐξοχικὴ Λαμπρὴ
Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Β´ Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.
Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.
Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλῶνας τῶν δένδρων, καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεια-Κρατήρας, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες, καὶ ζηλεύῃ ὁ σύζυγός της.
Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθώ, δεκαπεντοῦτις κόρη ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε λέγουσα· «Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»
Τὸ βέβαιον ἦτο ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾽ ἐπὶ κάλλει οὔτε ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾽ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾽ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.
Ὁ παπα-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, ἀγαθωτάτην, ἥτις ἐν ἀθῳότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλῃ οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στριφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.
Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·
―  Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·
―  Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·
―  Μπρόμ!
―  Πιὲ κὶ δό μ᾽!
―  Μὲ κρασί!
―  Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!
Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια*. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς»* ἢ «χαλκοδέρες»*. Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…
Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς·
Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν,
θάνατον μ π α τ ή σ α ς,
κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι,
ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019


Τὰ μπουχτίζουν στὰ γράμματα
Βλέπω παιδιὰ ποὺ ἔχουν τελειώσει ὄχι μόνο Λύκειο ἀλλὰ καὶ Πανεπιστήμιο νὰ γράφουν κάτι γράμματα, νὰ κάνουν κάτι λάθη… Ἐμεῖς τοῦ Δημοτικοῦ ἤμασταν καὶ τέτοια λάθη δὲν κάναμε. Καὶ ἂν εἶναι φοιτητὲς τῆς Φιλολογίας ἢ τῆς Νομικῆς, κάτι γίνεται. Ἂν εἶναι ἄλλης Σχολῆς, δὲν ξέρουν νὰ γράψουν. Ἐνῶ τὸ Σχολαρχεῖο παλιὰ ἦταν… (σὰν Πανεπιστήμιο). Ἐδῶ βλέπεις καὶ στὸ Δημοτικὸ πόσα μάθαιναν τότε τὰ παιδιά, πόσο μᾶλλον στὸ Σχολαρχεῖο!
Σήμερα τὰ φορτώνουν ἕνα σωρὸ καὶ τὰ μπερδεύουν. Τὰ μπουχτίζουν στὰ γράμματα χωρὶς πνευματικὸ ἀντιστάθμισμα. Στὰ σχολεῖα τὰ παιδιὰ πρέπει πρῶτα νὰ μαθαίνουν τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μικρὰ παιδιὰ νὰ πᾶνε νὰ μάθουν ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικά –ἐνῶ Ἀρχαῖα νὰ μὴ μάθουν – μουσική, τὸ ἕνα, τὸ ἄλλο… Τί νὰ πρωτομάθουν; Ὅλο γράμματα καὶ ἀριθμοὺς καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι νὰ μάθουν, γιὰ τὴν Πατρίδα τους κ.λπ., δὲν τὰ μαθαίνουν. Οὔτε πατριωτικὰ τραγούδια οὔτε τίποτε.
Πιάσε ἕνα ἀπὸ τὰ σημερινὰ παιδιὰ τώρα καὶ ρώτησε τό: «Σὲ ποιό νομὸ εἶναι τὸ χωριό σου; Πόσο πληθυσμὸ ἔχει;». Δὲν ξέρει νὰ σοῦ πῆ. Σοῦ λέει: «Θὰ πάω στὸ Πρακτορεῖο, θὰ πάρω τὸ λεωφορεῖο καὶ θὰ μὲ πάη στὸ χωριό. Ἀφοῦ ξέρει ὁ εἰσπράκτορας, θὰ τοῦ πῶ ὅτι θέλω νὰ πάω στὸ τάδε χωριό, θὰ πληρώσω καὶ θὰ μὲ πάη». Ἐμεῖς στὸ Δημοτικὸ ξέραμε ὅλον τὸν κόσμο ἀπ΄ ἔξω. Γιατί ἔπρεπε νὰ ξέρης ἀπ΄ ἔξω τὶς πόλεις ὅλων τῶν κρατῶν ἀπὸ πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους καὶ ἄνω. Μετὰ ἔπρεπε νὰ ξέρης τὰ μεγαλύτερα ποτάμια στὸ φάρδος καὶ στὸ μάκρος καὶ τὰ ἀμέσως μικρότερα, τὰ μεγαλύτερα βουνὰ κ.λπ. –πόσο μᾶλλον τῆς Ἑλλάδος! Τὸ ἔχω δεῖ καὶ σὲ μεγάλους ὄχι μόνο σὲ μικρὰ παιδιά· φοιτητὴς νὰ μὴν ξέρη πόσους κατοίκους ἔχει ἡ πόλη στὴν ὁποία σπουδάζει! Ρώτησα ἕναν ποιό εἶναι τὸ μεγαλύτερο βουνὸ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἤξερε. Ποιό εἶναι τὸ μεγαλύτερο ποτάμι, τίποτε. Τὸ πιὸ μικρό, οὔτε αὐτό. Φοιτητὴς καὶ νὰ μὴν ξέρη τίποτε γιὰ τὴν Πατρίδα του! Θά΄ ρθοῦν μετὰ οἱ … «φίλοι»μας, οἱ γείτονες, καὶ θὰ τοῦ ποῦν: «Αὐτὴ δὲν εἶναι πατρίδα σου· εἶναι πατρίδα δική μας», καὶ θὰ τοὺς ἀπαντήση: «Καλὰ λέτε, ἔτσι εἶναι»! Καταλάβατε; Ἐκεῖ πᾶμε! Ἂν ρωτήσης ὅμως τὰ σημερινὰ παιδιὰ γιὰ τὸ ποδόσφαιρο ἢ γιὰ τὴν τηλεόραση, τὰ ξέρουν ὅλα καὶ ὅλους ἄπ΄ ἔξω.
Καὶ βλέπεις, ἦρθαν παιδιὰ ἀπὸ τὴν Ἀλβανία καὶ ἤξεραν γράμματα. «Ποῦ τὰ μάθατε τὰ γράμματα;», ρωτᾶς τοὺς Βορειοηπειρῶτες. «Στὶς φυλακές», σοῦ λένε. Ἐκεῖνα τὶς φυλακὲς τὶς ἔκαναν σχολεῖα. Τὰ δικά μας τὰ παιδιὰ τὰ σχολεῖα τὰ ἔκαναν φυλακές· κλείστηκαν μόνα τους μέσα μὲ τὶς καταλήψεις… Τὰ παιδιὰ σήμερα, ἰδίως στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία, εἶναι ζαλισμένα· πιὸ πολὺ στὸ Γυμνάσιο καὶ στὸ Λύκειο. Στὸ πανεπιστήμιο εἶναι πιὸ ὥριμα. Ἐκεῖ ἄλλωστε, ὅποτε θέλουν πηγαίνουν.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019


Δημοψήφισμα τώρα!
Τό κείμενο τῶν 22 Μητροπολιτῶν τῆς Μακεδονίας πού ἀφορᾶ τήν Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν ἔχει ἤδη περάσει στήν Ἱστορία καί θά παραμείνει στή μνήμη τοῦ κάθε σκεπτόμενου ἀνθρώπου, ἀλλά καί τῶν μελλοντικῶν γενεῶν σάν ἕνα κείμενο εὐθύνης καί ἀξιοπρέπειας γιά τόν λαό μας σέ μιά ἀπό τίς πιό κρίσιμες στιγμές τῆς ἱστορίας Του.
Εἶναι βέβαια σέ συνέχεια καί συνέπεια τῆς ἀρχικῆς στάσης ὅλης τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά πιό ἐξειδικευμένο ἀπό αὐτούς πού θά γνωρίσουν ἄμεσα τίς συνέπειες.
Μέ γλῶσσα εὐπρεπῆ, μέ ἐπιχειρήματα σαφέστατα, δείχνοντας καθαρά τίς παρενέργειες ἀπό τώρα μιᾶς μειοδοτικῆς γιά τήν Πατρίδα συμφωνίας θά εἶναι στό μέλλον μιά ἀκόμη βεβαίωση τῆς διαρκοῦς συνοδοιπορίας τῆς ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας μέ τόν Λαό, μία ἀκόμη φανέρωση ὅτι ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία βρίσκεται σέ ἀπόλυτη ταύτιση μέ τήν συνείδηση τοῦ λαοῦ καί σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀλιγαρχία τῶν ἐξουσιαστῶν, τούς ὁποίους ἡ ἐξουσία καί ἡ νομή της ἐνδιαφέρει περισσότερο ἀπό τήν Πατρίδα
Ποιά ἀξία μπορεῖ νά ἔχει ἡ δῆθεν ἀλλαγή τοῦ Συντάγματος στά Σκόπια, ὅταν τά βασικά σημεῖα τοῦ ἀλυτρωτισμοῦ τῆς χώρας τά προσφέρουμε ἐμεῖς στό πιάτο.
Δηλαδή τήν ἀναγνώριση τῆς γλώσσας καί τῆς Ἐθνότητας; Γιά ποιά ὑπέρβαση τοῦ ἀλυτρωτισμοῦ μιλᾶμε ἀπό τούς γείτονες μας ὅταν πρίν ἀκόμη ὑπογραφεῖ ἡ συμφωνία διακηρύττουν ὅτι αὐτοί καί μόνον, καί μέ τήν δική μας συγκατάθεση, εἶναι οἱ Μακεδόνες.
Ὅταν τίς παραμονές πού θά ψηφίσουν τήν δῆθεν ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος τους σέ «Βόρεια Μακεδονία» ἐκεῖνοι τυπώνουν χιλιάδες διαβατήρια μέ τό ὄνομα «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας»;
Ποιά εἶναι ἡ ἀντίδραση τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως σέ ὅλα αὐτά. Οὐσιαστικά καμμία. Ἡ ἐντύπωση πού δίνουν σέ μένα οἱ ἀντιδράσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι σάν νά λέει: «΄Αφῆστε ρέ παιδιά νά τελειώνουμε καί μετά κάντε τα ὅλα αὐτά!!!»
Μήπως δέν γνωρίζει ὁ δῆθεν ἐξανιστάμενος Πρωθυπουργός ὅτι διά τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ μετά τήν ὑπογραφή τῆς συμφωνίας θά διεκδικήσουν καί θά ἐπιτύχουν τήν ἀναγνώριση ἐντός τῆς Ἑλλάδος «Μακεδονικῆς Μειονότητας» καί θά ἀπαιτήσουν γιά χάρη της τήν διδασκαλία τῆς «Μακεδονικῆς γλώσσας»;
Παλιά μας τέχνη κόσκινο. Καί ὅταν οἱ ὑπερβάσεις θά γίνονται πιό ἔντονες καί ἐμεῖς τάχα θά καταφεύγουμε διαμαρτυρόμενοι στό ΝΑΤΟ καί στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση θά μᾶς λένε, ὅπως μᾶς λένε γιά τήν Τουρκία, «βρέστε τα μόνοι σας».
Ὅσο γιά τόν κ. Καμμένο μία μόνο πρόταση. Ὁ ρόλος τοῦ Πόντιου Πιλάτου εἶναι πάντα ἕνας ἀπεχθής καί στιγματισμένος ἀπό τήν ἱστορία ρόλος. Ἡ μειοδοσία ἔχει καί τήν δική του συγκατάθεση. Ἀργά πλέον γιά δάκρυα.
Τά γεγονότα ὅμως ἀπέδειξαν καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό. Δέν ὑπάρχει Ἀριστερά καί δέν ὑπάρχει «πρώτη φορά ἀριστερά». Αὐτά εἶναι γιά τούς ἀφελεῖς.
Ὑπάρκει μόνον Ἐξουσία. Ἡ Ἐξουσία ὡς ἄλλη Κίρκη διαμορφώνει ὅλους, δεξιούς, ἀριστερούς κλπ. ὥστε νά ἀποκτήσουν τήν ἴδια μούρη.
Ἡ λαγνεία τῆς ἐξουσίας ἐξαφανίζει δῆθεν ἰδεολογίες καί διαχωριστικές γραμμές καί τούς ἰσοπεδώνει ὅλους καί τούς μεταποιεῖ σέ λακέδες τῶν μεγάλων συμφερόντων. Νά εἴμαστε ἀρεστοί στά ἀφεντικά μας καί ἄσε τήν Πατρίδα.
Ἡ συμφωνία τῶν Πρεσπῶν σέ τίποτα δέν ἐξυπηρετεῖ τήν Ἑλλάδα. Ἄν κάποιος ἐξυπηρετεῖται εἶναι τά Σκόπια, ἀλλά οὔτε καί αὐτά. Ἐξυπηρετεῖται κυρίως τό παιχνίδι ἤ μᾶλλον ὁ ἀνταγωνισμός τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καί κανείς ἄλλος. Γιά τήν Πατρίδα μας ὅμως ἡ συμφωνία τῶν Πρεσπῶν ἔχει ἕνα ἄλλο μειοδοτικό στοιχεῖο.
Τήν ἀπόλυτη περιφρόνηση τοῦ Λαοῦ. Στά Σκόπια τουλάχιστον ἔγινε Δημοψήφισμα. Κατά τήν ἑλληνική Κυβέρνηση ὅμως ὁ Ἑλληνικός Λαός εἶναι ἀνώριμος. Δέν τοῦ ἐπιτρέπεται νά ἐκφράσει τήν γνώμη του.
Αὐτό μπορεῖ νά συμβαίνει στίς Δημοκρατίες, ἀλλά ἐμεῖς δέν ἔχουμε Δημοκρατία. Πόσο δίκαιο εἶχε ὁ μακαρίτης ὁ Γιάννης ὁ Τσαρούχης ὅταν πρίν πολλά χρόνια ἕνα βραδάκι στήν Χαλκίδα ἔλεγε: «Ἡ Ἑλλάδα πέρασε πολλές κατοχές. Ἡ χειρότερη ἀπό ὅλες εἶναι ἡ ἑλληνική κατοχή».
Ξέρω τήν ἀντίδραση τοῦ ἐξουσιαστικοῦ κατεστημένου. «Κάνεις πολιτική, δέν σοῦ ἐπιτρέπεται». Ἡ συκοφαντία ἦταν πάντα τό ὅπλο τῶν ἐξουσιαστῶν.
Μέ τήν γραφίδα μου ὑπερασπίζομαι τήν Πατρίδα μου, αὐτό κάνω. Γίνομαι ἡ φωνή τῶν συμπολιτῶν μου, τῶν ἀνθρώπων τοῦ ποιμνίου μου. Ἴσως μέ ἐρωτήσετε: «Καί ἐμεῖς εἴμαστε προδότες;».
Σᾶς ἀπαντῶ λοιπόν εὐθέως. Σήμερα πιστεύω ὅτι ἔχετε κάνει μεγάλο λάθος μέ αὐτή τή συμφωνία τῶν Πρεσπῶν. Πιστεύω ὅτι εἶσθε σέ λάθος δρόμο.
Σᾶς τό φωνάζει ὅλος ὁ λαός. Ἄν ὅμως τήν ψηφίσετε καί αὐτά πού φοβόμαστε ὅλοι ἐμεῖς ἔλθουν στήν Πατρίδα μας, τότε θά σᾶς τό ποῦμε ξεκάθαρα ὅτι ὑπογράψατε μιά συμφωνία προδοτική γιά τήν Πατρίδα.
Ἐμεῖς σᾶς προτείνουμε νά μοιραστεῖτε τήν εὐθύνη τῆς ἀπόφασης μέ τόν Λαό. Σᾶς προτείνουμε Δημοψήφισμα, ἐδῶ καί τώρα. Δέν εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς γειτονικῆς Χώρας ὡριμότεροι τῶν Ἑλλήνων.
Ἀλλοιῶς ἐκφράζετε περιφρόνηση ἀπέναντι στό λαό. Μακάρι νά σᾶς φωτίσει ὁ Θεός αὐτή τήν ἔσχατη ὥρα.
Μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης Παῦλος

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019



Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι
Ὅταν λειτουργᾶς, νά ῾χεις ὑπόψη σου ὅτι εἶσαι μεσίτης. Παραλαμβάνεις ἀπὸ τὸν κόσμο πόνο, δάκρυα, ἀσθένειες, παρακλήσεις καὶ τ᾿ ἀναφέρεις ἐπάνω εἰς τὸ θρόνο τῆς θεότητος. Καὶ μεταφέρεις κατόπιν στὸν κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας. Μεγάλο ἀξίωμα σ᾿ ἔχει ἀξιώσει, παιδί μου, ὁ Θεός. Νὰ τὸ καλλιεργήσεις. Τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι στὸ στόμα τοῦ ἱερέως.
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι. Τὸ πετραχήλι εἶναι ὁ διαλλάκτης τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μὲ τὸν Πατέρα, μὲ τὸν Δημιουργό του. Γι᾿ αὐτὸ ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα.
Στὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοὶ παπάδες, ἄλλα ἕνας παπὰς γύριζε καὶ μάζευε ὀνόματα καὶ τὰ μνημόνευε στὴ Λειτουργία. Καὶ εἶπε ὁ καϊμακάμης, ὁ Τοῦρκος ἀστυνομικός: «Βρέ, αὐτὸς ἐγείρει τὸν κόσμο σὲ ἐπανάσταση». Τὸν πιάνει καὶ τὸν βάζει μέσα. Καὶ στὸν ὕπνο τοῦ φανερώνονται ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μνημόνευε καὶ λένε: «Ἄκουσε, ἢ βγάζεις τὸν παπὰ ἔξω, διότι αὐτὸς μᾶς μνημονεύει καὶ μᾶς παρηγορεῖ, ἢ θὰ σοῦ πάρουμε τὸ πρῶτο παιδί». Κι ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας. «Ἄντε, παπά, πᾶνε στὸ καλό», λέει, «πᾶνε, ἐγὼ θὰ χάσω τὸ παιδί μου;»
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις.
Ναί, ἐμένα παλιά μοῦ ῾δωσε ὁ π. Ἀρσένιος, ὁ παραδερφὸς τοῦ γερο-Ἰωσήφ, κάτι ὀνόματα ἀπ᾿ ὅταν ἦταν μετανάστης ἀπ᾿ τὴ Ρωσία καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. Κι ἐγὼ τὰ μνημόνευα. Κι ἔπειτα μοῦ λέει: «Ξέρεις, Γέροντα, τί εἶδα; Εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ μοῦ ῾δωσα, πῆγα στὸ ἕνα σπίτι. Λέω, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; Ἔ, λέει, λιγάκι, καλά, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ παπα-Ἐφραὶμ καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Εἶναι ποὺ τοῦ μνημόνευα τὰ ὀνόματα. Ναί. Ἔπειτα ὁ ἄλλος: «Ἐσὺ πῶς τὰ περνᾶς;» «Ναί, ἔτσι κι ἔτσι, ἀλλὰ πέφτει λιγάκι βροχὴ καὶ κρυώνω, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ παπα-Ἐφραίμ, λέει, καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Λέω: «Εἶναι, ἀδερφέ μου, τὰ ὀνόματα ποὺ μνημονεύω».
Ὁ παπα-Πλανᾶς γιατί ἁγίασε; Ἐμνημόνευε ὁλόκληρα χαρτιά, ἐμνημόνευε. Κι ἐγὼ θυμήθηκα κάτι ὀνόματα καὶ τὰ τοιχοκόλλησα στὴν Προσκομιδή. Ἐκεῖ ἐκ τοῦ προχείρου. Καὶ στὸν ὕπνο μου βλέπω, λοιπόν, ὅτι ἦρθαν κάτι γέροι παλαιοί, μὲ παλαιϊκὰ ροῦχα, ὅπως ἄκουγα ἐγὼ ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ πατέρα μου. Λένε: «Ἐσύ, παιδί μου, μᾶς ἔγραψες, ἀλλὰ ὁ Γέροντας, παιδί μου, δὲν μᾶς μνημονεύει».
- Ἔλα, λέω τοῦ Γέροντα, γιατί δὲν τὰ μνημονεύεις;
- Δὲν τὰ ἔβλεπα καθαρά, λέει.
- Γέροντα, αὐτὸ κι αὐτὸ εἶδα: ὅτι ὁ Γέροντας δὲν μᾶς μνημονεύει, λέει.
Κι ἀπὸ τότες ἔλαβα προθυμία νὰ μνημονεύω ὅσα ὀνόματα περισσότερα. Ὅσα ὀνόματα περισσότερα, περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη: νὰ ἑνώσεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη. Καὶ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις. Ὅσα, παιδί μου, περισσότερα ὀνόματα μνημονεύεις, τόσο περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ναί.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019



Αὐτὸς στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ ζωή μας
«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...»· ἔτσι προσφωνοῦμε τὸν Θεό. Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ κυρίαρχος, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶς καὶ δεσπόζεις στὴ ζωή μου. Ἡ ἔκφραση αὐτὴ εἶναι παρμένη ἀπὸ τὸ βιβλίο Σοφία Σειράχ, στὸ ὁποῖο ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἄλλη μία σχετικὴ ἀναφορά: «Κύριε καὶ Θεὲ τῆς ζωῆς μου». Ὁ Κύριος εἶναι ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ποὺ δίνει τὴ ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ποὺ κατευθύνει τὴ ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός. Ὁ Κύριος εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ ζωή μας.
Ξεκινοῦμε τὴν προσευχὴ μᾶς ὁμολογώντας μὲ ὅλα τὰ κύτταρα τῆς ὑποστάσεώς μας ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος της ψυχῆς μας. Σὰν νὰ λέμε ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κυβερνῶ τὴν ψυχή μου. Θέλω ὅλες τὶς λεπτομέρειες νὰ τὶς ρυθμίζει ὁ Θεός, ὅλες της τὶς γωνιὲς Αὐτὸς νὰ τὶς φωτίζει. Παντοῦ Αὐτὸς νὰ ἔχει τὸ δικαίωμά Του καὶ σὲ κάθε σημεῖο της νὰ ἐπαληθεύεται ἡ δική Του παρουσία. «Ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροι μου» λέγει κάπου ἀλλοῦ ὁ ψαλμωδός· ὅτι στὰ χέρια Σου βρίσκονται οἱ τύχες τῆς ζωῆς μου. Ὅλη μας ἡ ζωή, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μέχρι καὶ τὸ τέλος της, τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν ἐνδιαμέσως, οἱ γνωριμίες ποὺ κάνουμε, οἱ ἀφορμὲς τῆς σωτηρίας ποὺ ἔχουμε, οἱ πειρασμοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους περνᾶμε, ὅλα εἶναι στοιχεῖα τὰ ὁποῖα βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ὁποῖα μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ ἀναθέσουμε σὲ Ἐκεῖνον, ὥστε Αὐτὸς νὰ φροντίσει τὸ πῶς θὰ τὰ ἀντιμετωπίσουμε, ἢ θὰ τὰ διαχειρισθοῦμε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο.
Ξεκινοῦμε, λοιπόν, τὴν προσευχή μας μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία, ὅτι ἡ ζωή μας πρῶτον δὲν μᾶς ἀνήκει -φοβερὸ πράγμα· γιὰ σκεφτεῖτε το!- καὶ δεύτερον ὅτι ἀνήκει στὸ σύνολό της, σὲ κάθε λεπτομέρειά της, σὲ κάθε φάση της καὶ ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό. Γιὰ φαντασθεῖτε τὸν ἑαυτό σας καὶ τὴ ζωή σας νὰ οἰκοδομεῖται πάνω σὲ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι ἕνα δῶρο σὲ ἐμένα, τὸ ὁποῖο τὸ ἐπιστρέφω αὐτοβούλως καὶ αὐτεξουσίως στὸν Δωρητή μου, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ Αὐτὸς τὴν κυβερνᾶ! Πέφτω τὰ βράδια καὶ κοιμᾶμαι. Δὲν μὲ νοιάζει τίποτα. Δὲν φοβοῦμαι οὔτε τὶς δοκιμασίες μου, οὔτε τοὺς πειρασμούς μου, οὔτε τὸ τέλος μου, οὔτε τὸ τέλος τῶν ἀγαπημένων προσώπων μου, διότι ἡ ζωή τους εἶναι καὶ ζωή μου καὶ ἡ ζωὴ ὅλων μας ἀνήκει στὸν Θεό. Ἔτσι ξεκινοῦμε. Μὲ αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα, μὲ αὐτὸ τὸ δόσιμο, μὲ αὐτὴν τὴν ἐλευθερία. «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου».
Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019


Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα
Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.
Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019



Εἶναι μιὰ γλώσσα
Πῆρε νὰ χειμωνιάζει, πλήθυναν οἱ ἄδειες καρέκλες γύρω μου. Ἔχω πιάσει γωνιὰ καὶ πίνω καφέδες, φουμέρνοντας ἀντικρὺ στὸ πέλαγος. Θὰ μποροῦσα νὰ περάσω ἔτσι μιὰ ζωὴ ὁλόκληρη, ἂν δὲν τὴν ἔχω κιόλας περάσει. ᾽Ανάμεσα σὲ μιὰ παλιὰ ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη ἀπ᾽ τὸν ἥλιο κι ἕνα κλωναράκι γιασεμιοῦ τρεμάμενο· ποὺ ἔτσι καὶ συμβεῖ νὰ μοῦ λείψουν μιὰ μέρα, ἡ ἀνθρωπότητα ὄλη θὰ μοῦ φαίνεται ἄχρηστη. Σχεδὸν σοβαρολογῶ. ᾽Επειδὴ ἐδῶ δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ τὴ φύση, ποὺ αὐτήν, πιστεύω, εἶναι πιὸ σημαντικὸ νὰ τὴ διαλογίζεσαι παρὰ νὰ τὴ βιώνεις· οὔτε κὰν γιὰ τὴν παράδοση. Πρόκειται γιὰ τὴ βαθύτερη ἐκείνη δύναμη τῶν ἀναλογιῶν ποὺ συνέχει τὰ παραμικρὰ μὲ τὰ σπουδαῖα ἢ τὰ καίρια μὲ τὰ ἀσήμαντα, καὶ διαμορφώνει κάτω ἀπὸ τὴν κατατεμαχισμένη τῶν φαινομένων ἐπιφάνεια ἕνα πιὸ στερεὸ ἔδαφος γιὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι μου —παραλίγο νὰ πῶ ἡ ψυχή μου.
Μέσα σ᾿ ἕνα τέτοιο πνεῦμα εἷχα κινηθεῖ ἄλλοτε, ὅταν ἔλεγα ὅτι ἕνα τοπίο δὲν εἷναι, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο ἁπλῶς σύνολο γῆς, φυτῶν καὶ ὑδάτων. Εἷναι ἡ προβολὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στὴν ὕλη.
Θέλω νὰ πιστεύω —καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἀγώνα της μὲ τὴ γνώση— ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.
Εἶναι μιὰ γλώσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματική, ποὺ τὴν ἔφκιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ δὲν ἐπήγαινε ἀκόμη σχολεῖο. Καὶ τὴν τήρησε μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὸν ἀφανίσαμε. ᾽Απὸ τὸ ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τὰ κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τὴν ἴδια του τὴν ὑπόσταση, τὸν κοινωνικοποιήσαμε, τὸν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, ποὺ μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπὸ κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω.
Δὲν ἀναφέρομαι σὲ καμιὰ χαμένη γραφικότητα. Οὔτε θυμᾶμαι νά ᾽χω ζήσει σὲ καμιὰ καλὴ ἐποχὴ γιὰ νὰ τὴ νοσταλγῶ. Ἁπλῶς, δὲν ἀνέχομαι τὶς ἀνορθογραφίες. Μὲ ταράζουν. Νιώθω σὰν ν᾿ ἀνακατώνονται τὰ γράμματα στὸ ἴδιο μου τὸ ἐπώνυμο, νὰ μὴν ξέρω ποιὸς εἶμαι, νὰ μὴν ἀνήκω πουθενά. Τόσο πολὺ αἰσθάνομαι νὰ εἶναι ἡ ζωή μου συνυφασμένη μ᾿ αὐτὴν τὴν «ὑδρόγεια λαλιά», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ὀπτικὴ φάση τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, τῆς ἱκανῆς μὲ τὴ διπλή της ὑπόσταση νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ζωγραφίζει συνάμα. Καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀθόρυβα ὅσο καὶ δραστικά, παρὰ τὶς ἄνωθεν ἐπεμβάσεις, νὰ εἰσχωρεῖ ὁλοένα μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὴ φύση ποὺ τὴ γέννησαν, ἔτσι ὥστε νὰ μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σὲ παρόν, καὶ νὰ μετατρέπεται ἀπὸ τὸ παρὸν αὐτὸ σὲ ὄργανο προικισμένο μὲ τὴ δύναμη νὰ ὁδηγεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας στὴν πρωτογενὴ φυσική τους ἀλήθεια.Ὅμως, γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ κανείς, πρέπει νά ᾽χει περάσει ἀπ᾿ ὅλες τὶς διεργασίες, ὅσες ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει ποῦ κεῖται τὸ καίριο. Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, ἂν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο —κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴ ἐποχή μας γι᾿ αὐτὸ— ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, ποὺ οἱ περισσότεροι ἀδυνατοῦν, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὑγεία ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε ν᾿ ἀρρωστήσουν, ἢ ἐπειδὴ —τὸ χειρότερο— θεώρησαν «καίριο» τὴν ἀρρώστια. Ὁ μηχανισμὸς μιᾶς λειτουργίας ὅπως αὐτὴ ἀντανακλᾶ πάνω στὴ λογοτεχνία μας, τὴν καταδυναστεύει, τὴν ὑποβάλλει σ᾿ ἕνα εἶδος παραμορφωτικῆς ἀρθρίτιδας, ποὺ ἐξαιτίας μιᾶς μακρᾶς καὶ συνεχοῦς τακτικῆς ἐκλαμβάνεται ὡς ἡ μόνη φυσιολογική.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης