Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017


Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πόσους φοβεροὺς διωγμοὺς ξεσήκωσαν ἐναντίον της... Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Νέρων, ὁ Βεσπασιανός, ὁ Τίτος καὶ ὅλοι οἱ διάδοχοί τους μέχρι τὸ Μέγα Κωνσταντίνο, ὅλοι ἦσαν εἰδωλολάτρες. Καὶ ὅλοι - ἄλλος ἠπιότερα, ἄλλος σκληρότερα - πολεμοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πολεμοῦσαν ὅλοι. Κι ἂν μερικοὶ δὲν ξεσήκωναν οἱ ἴδιοι διωγμούς, ὅμως ἡ προσήλωσή τους στὴν εἰδωλολατρία ὑποκινοῦσε στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἤθελαν νὰ τοὺς κολακέψουν.
Παρόλα αὐτά, τὰ κακόβουλα σχέδια καὶ οἱ ἐπιθέσεις τῶν εἰδωλολατρῶν διαλύθηκαν σὰν ἱστοὶ ἀράχνης, σκορπίστηκαν σὰν σκόνη, ἐξαφανίστηκαν σὰν καπνός. Ἀλλὰ καὶ ὅσα σχεδίαζαν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ προκύψει μεγάλη ὠφέλεια στοὺς χριστιανούς. Γιατὶ δημιούργησαν τὶς χορεῖες τῶν μαρτύρων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θησαυρό, τοὺς στύλους, τοὺς πύργους τῆς Ἐκκλησίας.
Βλέπεις λοιπὸν τὴ θαυμαστὴ ἐκπλήρωση τῆς προφητείας; Πραγματικὰ «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ἀπὸ τὰ παρελθόντα ὅμως, πίστευε καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα. Καὶ στὸ μέλλον κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ ἂν δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴ συντρίψουν ὅταν ἀριθμοῦσε λίγα μέλη, ὅταν ἡ διδασκαλία της φαινόταν καινούργια καὶ παράξενη, ὅταν τόσοι φοβεροὶ πόλεμοι καὶ τόσοι πολλοὶ διωγμοὶ ἀπὸ παντοῦ ξεσηκώνονταν ἐναντίον της, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ βλάψουν τώρα, ποὺ κυριάρχησε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ κυρίεψε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ ἐξαφάνισε τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα, τὶς γιορτὲς καὶ τὶς τελετές, τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα τῶν αἰσχρῶν θυσιῶν.
Πῶς πέτυχαν οἱ ἀπόστολοι ἕνα τόσο μεγάλο, ἕνα τόσο σπουδαῖο κατόρθωμα, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἐμπόδια; Ἀσφαλῶς μὲ τὴ θεϊκὴ καὶ ἀκαταμάχητη δύναμη Ἐκείνου, ποὺ προφήτεψε τὴ δημιουργία καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ σκέφτεται.
Ἅγιος 'Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017


Ἡ ἀργία
Τέσσερα πράγματα νὰ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ συμβοῦν μέσα μου. «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας». Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ ὑπάρξει μέσα μου μία κατάσταση ἀργίας, τεμπελιᾶς, ραθυμίας, ἀκηδίας, ἀδιαφορίας, ἀνορεξίας. Αὐτὸ θὰ πεῖ ἀργία. Νὰ εἶμαι ἀργός, βραδύς, χωρὶς ἐσωτερικοὺς παλμούς, χωρὶς δυναμικὸ μέσα στὴν ψυχή μου. Ἕνας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρὶς ἐνδιαφέρον γιὰ πνευματικά. Φοβερὴ ἀρρώστια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς μας. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε νέα παιδιὰ ἀνόρεκτα, μᾶλλον κουρασμένα -νὰ τὴν πῶ τὴν λέξη - βαριεστημένα, χωρὶς διάθεση, χωρὶς χυμούς, χωρὶς ἐνθουσιασμό. Δὲν μποροῦμε ἔτσι νὰ προχωρήσουμε. Λέει στὸ σοφὸ βιβλίο τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ ἀργία εἶναι περιεκτικὸν τοῦ θανάτου στοιχεῖον, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο θυμίζει τὸν θάνατο στὸν ἄνθρωπο. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσει στὴ ζωὴ ἕνας ὁ ὁποῖος διακρίνεται ἀπὸ τεμπελιά; Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀκηδία, αὐτὴ ἡ περὶ τὰ πνευματικὰ ἀδιαφορία, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα, ὀλέθρια γιὰ τὴν ψυχή μας, ἁμαρτήματα. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ἦλθε κάποιο παιδὶ ποὺ μὲ πλησίασε, γιὰ νὰ δοῦμε τί θὰ κάνουμε μὲ τὴ Θεία Κοινωνία καὶ μὲ τὴν ἐξομολόγηση.
- Τί κάνεις γιὰ τὸν Θεό, παιδί μου; ρώτησα.
- Δὲν ἔχω ὄρεξη γιὰ τίποτα, μοῦ ἀπαντᾶ. Δὲν μπορῶ.
-Λίγη προσευχὴ δὲν κάνεις; προχώρησα.
- Τίποτα. Ἕνα σταυρό, καὶ πέφτω στὸ κρεβάτι.
- Γιατί; Ποιὸς ὁ λόγος; Τί σὲ ἐμποδίζει; Τί σὲ πιέζει καὶ γίνεσαι τσιγγούνης στὸν Θεό;
-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.
-Τὸ πρωὶ ποὺ εἶσαι ξεκούραστος;
-Δὲν μπορῶ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, ἀλλὰ τὸ ἀναβάλλω. Λέω ἀπὸ αὔριο. Δὲν ἔχω διάθεση. Δὲν ξέρω τί μοῦ φταίει.
Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀκηδία. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀργία. Αὐτὸ θέλει βία καὶ πίεση γιὰ νὰ καταπολεμηθεῖ. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτὴν».
Αὐτοὶ ποὺ ξέρουν νὰ ζορίζονται, νὰ ἀσκοῦνται, νὰ ἐπιμένουν, νὰ ἀγωνίζονται, αὐτοὶ ἁρπάζουν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ ποὺ ἀργοῦν, ποὺ τεμπελιάζουν, ποὺ δὲν μποροῦν, ποὺ παραδίδονται ἔτσι στὸν χαλαρὸ ἑαυτὸ τοὺς αὐτοὶ μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αὐτὸ μὲ δύο λέξεις σημαίνει, χωρὶς ἀγώνα, χωρὶς ἄσκηση, τὰ πράγματα δὲν θὰ μπορέσουν νὰ πάρουν τὴν καλὴ πορεία γιὰ τὴν ψυχή μας. Νά γιατὶ ξεκινοῦμε τὴ σαρακοστιανὴ προσευχή μας ζητώντας νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὴν ἀργία καὶ τὴν ἀκηδία καὶ τὴ ραθυμία στὴν ψυχή μας.

Μητρ. Μεσογαίας Νικόλαος

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017


Τοῦ σπιτιοῦ μας τὰ κεραμίδια νὰ σάσουμεν
Εἶδαν οἱ ξένοι καὶ οἱ φίλοι τους ὅτι ἀπέτυχαν κι᾿ ἀπὸ αὐτό, ὅτι τοὺς πείραξε πολὺ τὸ σαράντα ἄρθρο διὰ τὴν θρησκείαν καὶ ἡ βάφτιση τοῦ διαδόχου – νιτερέσια μέραζαν ἕνας τοῦ ἀλλουνοῦ. Ἐγὼ ἀπόταν ἔγινε ἡ μεταβολὴ μὲ προσκαλοῦσαν οἱ Πρέσβες νὰ φάμεν καὶ νὰ μιλήσωμεν – οὔτε ματαπάτησα ὡς τὴν σήμερον, οὔτε θέλω πατήσει μ᾿ ὅλον ὁποῦ τοὺς εἶχα φίλους καὶ τοὺς ἔκαμα τόσες φορὲς τραπέζια. Ἂν θέλουν αὐτεῖνοι νά ῾χουν τὸ δικό τους σπίτι, θέλομεν κ᾿ ἐμεῖς νὰ φκειάσωμεν τὸ δικό μας.
Τώρα ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ Κωλέτης, ὁ Λόντος, ὁ Καλλέργης καὶ οἱ συντροφιὲς τους ἑνώθηκαν μὲ τοὺς Ἄγγλους, μὲ τοὺς Γάλλους καὶ τοὺς ἄλλους κι᾿ ὡς δυσαρεστημένοι ἀπὸ αὐτείνη τὴν μεταβολὴ ταμπουρώνονται ἀναμεταξύ τους καὶ τάζουν καὶ τοῦ Βασιλέα λαγοὺς μὲ πετραχήλια – κι᾿ ἀνάθεμα καὶ τοῦ θέλη κανένας τὸ καλόν του. Οὔτε οἱ ξένοι τοῦ θέλουν τὸ καλό, οὔτε οἱ συντρόφοι τους, ἀλλὰ τοῦ λένε λόγια τῆς ὄρεξής του κι᾿ ἐλπίζει ὁποῦ τοὺς ἔχει φίλους. Καὶ τὸν ἀσκουντοῦνε ὁλημέρα εἰς τὸν γκρεμνόν. Καὶ κακοσυσταίνουν τοὺς Σεπτεβριανούς, ὅσοι μείναν καὶ δὲν πῆγαν εἰς τὴν βούλλα τους· αὐτοὺς ὅλους τοὺς κακοσυσταίνουν εἰς τὸν Βασιλέα κι᾿ αὐλικοὺς καὶ τοὺς κάνουν ὕποπτους καὶ περισσότερον τὸν Μεταξᾶ – τὸν γύμνωσαν κι᾿ ἀπὸ τοὺς φίλους του πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς.
Ὅτι κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ τὰ δυό του ποδάρια τό ῾να τ᾿ ἄφησε εἰς τὴν Τρίτη Σεπτεβρίου καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὸν Βασιλέα κι᾿ ἀδρασκελάγει – οὔτε εἰς τὴν Τρίτη Σεπτεβρίου σώνει μὲ τὰ σωστά του, οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα. Ὅταν τραβάγῃ τό ῾να του ποδάρι νὰ πάγῃ εἰς τὸ ἕνα μέρος, τ᾿ ἄλλο ἀνεμένει εἰς τ᾿ ἄλλο μέρος· κ᾿ ἔτζι πουθενὰ δὲν πηγαίνει νὰ δώσῃ τὸν λόγον τῆς πίστεως, τί πιστεύει ἀληθινά. Κανένα μέρος ἀπὸ τὰ δυὸ δὲν ξέρει ὡς τὴν σήμερον ποῦ τρέχει.
Ὁ Θεὸς γνωρίζει τῶν ἀνθρώπων τῆς καρδιές· καὶ οἱ ἄνθρωποι – γνωρίζει ἕνας τοῦ ἄλλου τὰ χείλη κι᾿ ὄχι τὴν καρδιά. Ὅποιος βρίσκει κάνα ηὕρεμα καὶ δὲν ξέρει τί ἀξίζει – ὅποιος τ᾿ ἀγοράση αὐτὸ ξέρει τὴν τιμήν του. Δι᾿ αὐτείνη τὴν μεταβολὴ εἴκοσι πέντε δραχμὲς ξόδιασε ὁ κύριος Μεταξάς. Εἶχα νὰ στείλω ἕναν ἄνθρωπο νὰ πάγη ὁποῦ ῾ταν ἀνάγκη καὶ τὸ ῾ταξα τρακόσες δραχμὲς καὶ μὸ ῾λειπαν πενήντα· καὶ μὸ ῾δωσε αὐτὸς τῆς εἴκοσι πέντε. Αὐτείνη τὴν θυσία ἔκαμεν· καὶ τοῦ δώσαμεν ἕτοιμες καὶ τιμὲς καὶ δόξες καὶ τῆς μουτζώνει· καὶ τῆς ἀφίνει καὶ παίρνει ἄλλον δρόμον. Καὶ κιντυνεύομεν κ᾿ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι Σεπτεβριανοὶ ἀπὸ τὸν χαραχτήρα αὐτεινοῦ.
Μίαν ἡμέρα πῆγα εἰς τὸν Κωλέτη νὰ τὸν ἰδῶ, ὅτι ἦρθε εἰς τὸ σπίτι μου καὶ δὲν εἶχα πάγη. Ἐκεῖ ἦταν πολλοὶ φίλοι του κι᾿ ὁ Κουντουργιώτης. Μιλήσαμεν πολλά. Μοῦ εἶπε ὁ κύριος Κωλέτης νὰ ἑνωθοῦμεν. Τοῦ εἶπα· «Πολλὲς φορὲς αὐτὸ τὸ κάμαμεν καὶ δὲν τελεσφόρησε. Ξέρω τὴν καρδιά σου διατὶ θέλεις τὴν ἕνωσή μας. Τὰ εἴπαμεν πολλὲς φορές. Ἐγὼ θέλω τοῦ σπιτιοῦ μας τὰ κεραμίδια νὰ σάσουμεν, νὰ μὴν τρέχουν καὶ πέση τὸ σπίτι μας καὶ μᾶς πλακώση. Τὰ ξένα τὰ σπίτια τά ῾χουν καλὰ σκεπασμένα οἱ νοικοκυραῖοι τους καὶ δὲν παίρνει ὁ ἀγέρας τὰ κεραμίδια τους ὅσο σφοδρὸς καὶ νὰ εἶναι. Τοῦ δικοῦ μας τοῦ σπιτιοῦ τὰ κεραμίδια λίγος ἄνεμος νὰ φυσήξη δὲν ἀφίνει κανένα. Καὶ ἔχει καὶ κάτι μαστόρους – παίρνουν τὰ κεραμίδια καὶ σκεπάζουν τὰ ξένα σπίτια».

Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017


Νὰ σηκωθεῖς
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Σισώη:
- Τί νὰ κάνω, ἀββᾶ, ποὺ ἔπεσα;
Τοῦ λέει ὁ γέροντας:
- Νὰ σηκωθεῖς.
- Σηκώθηκα καὶ ξανάπεσα.
- Νὰ σηκωθεῖς πάλι καὶ πάλι.
- Μέχρι πότε;

- Μέχρι ποὺ νὰ σὲ βρεῖ ὁ θάνατος εἴτε στὸ καλὸ εἴτε στὴν πτώση. Γιατὶ σ᾿ ὅποια κατάσταση βρεθεῖ τότε ὁ ἄνθρωπος, σ᾿ αὐτὴ καὶ φεύγει.

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Ὄρνις χρυσοτόκος
Ἀνήρ τις ὄρνιν ἐκέκτητο χρυσοῦν ᾠόν καθ᾿ ἑκάστην αὐτῷ τίκτουσαν. Ὁ δὲ μὴ τῷ καθημερινῷ ἐκείνῳ ἐπαρκούμενος κέρδει, ἀλλ᾿ ἀφρόνως τοῦ πλείονος ὀρεγόμενος, τὴν ὄρνιν κατέθυσεν. Ἐδόκει γὰρ ἐν τοῖς ἐγκάτοις αὐτῆς θησαυρῷ τινι ἐντυχεῖν. Καὶ μηδὲν ὅλως ἐφευρὼν καθ᾿ ἑαυτὸν ἔλεξεν ὡς:
«Ἐλπίδι θησαυροῦ ἐπερειδόμενος, καὶ τοῦ ἐν χερσὶ κέρδους ἐξέπεσον».
Οὗτος δηλοῖ ὡς οἱ πολλοί, τῶν πλειόνων ὀρεγόμενοι, καὶ τῶν ὀλίγων ἐκπίπτουσι.
***
Εἶχε κάποιος μιὰ κότα ποὺ τοῦ ἔκανε ἕνα χρυσὸ αὐγό τὴ μέρα. Ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔφτανε τοῦ πλεονέκτη. Τὴν ἅρπαξε λοιπόν, τὴν ἔσφαξε, τὴν ξεκοίλιασε κι ἄρχισε νὰ ψάχνει τὰ ἐντόσθιά της, γιὰ νὰ βρεῖ τὸ μεγάλο θησαυρὸ!
Φυσικά, δὲ βρῆκε τίποτε καὶ εἶπε στὸν ἑαυτό του:
«Στηρίχτηκες στὴν ἐλπίδα πὼς θὰ βρεῖς μεγάλο θησαυρό, κι ἔχασες ἀκόμη καὶ τὸ λίγο ποὺ εἶχες!»
Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος πάει γιὰ τὰ πολλά, χάνει καὶ τὰ λίγα.

Αἰσώπου Μῦθοι

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Πνευματικὸς Ἀγώνας
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε τέλειοι καὶ ἅγιοι. Νὰ ἀναδειχθοῦμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἂς προσέξουμε μήπως, γιὰ χάρη τῆς παρούσας ζωῆς, στερηθοῦμε τὴ μέλλουσα, μήπως, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς φροντίδες καὶ μέριμνες, ἀμελήσουμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας.
Ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μόνες τους δὲν φέρνουν τοὺς ἐπιθυμητοὺς καρπούς, γιατὶ αὐτὲς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, ἀποτελοῦν τὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό.
Στολίστε τὶς λαμπάδες σας μὲ ἀρετές. Ἀγωνιστεῖτε ν᾿ ἀποβάλετε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς. Καθαρίστε τὴν καρδιά σας ἀπὸ κάθε ρύπο καὶ διατηρῆστε την ἁγνή, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ νὰ κατοικήσει μέσα σας ὁ Κύριος, γιὰ νὰ σᾶς πλημμυρίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὶς θεῖες δωρεές.
Παιδιά μου ἀγαπητά, ὅλη σας ἡ ἀσχολία καὶ ἡ φροντίδα σ᾿ αὐτὰ νὰ εἶναι. Αὐτὰ ν᾿ ἀποτελοῦν σκοπὸ καὶ πόθο σας ἀσταμάτητο. Γι᾿ αὐτὰ νὰ προσεύχεστε στὸ Θεό.
Νὰ ζητᾶτε καθημερινὰ τὸν Κύριο, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σας καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ὅταν Τὸν βρεῖτε, σταθεῖτε μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, γιατὶ ἡ καρδιά σας ἔγινε θρόνος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ βρεῖτε τὸν Κύριο, ταπεινωθεῖτε μέχρι τὸ χῶμα, γιατὶ ὁ Κύριος βδελύσσεται τοὺς ὑπερήφανους, ἐνῶ ἀγαπάει καὶ ἐπισκέπτεται τοὺς ταπεινοὺς στὴν καρδιά.
Ἂν ἀγωνίζεσαι τὸν ἀγώνα τὸν καλό, ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἐνισχύσει. Στὸν ἀγώνα ἐντοπίζουμε τὶς ἀδυναμίες, τὶς ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματά μας. Εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς πνευματικῆς μας καταστάσεως. Ὅποιος δὲν ἀγωνίστηκε, δὲν γνώρισε τὸν ἑαυτό του.
Προσέχετε καὶ τὰ μικρὰ ἀκόμα παραπτώματα. Ἂν σᾶς συμβεῖ ἀπὸ ἀπροσεξία κάποια ἁμαρτία, μὴν ἀπελπιστεῖτε, ἀλλὰ σηκωθεῖτε γρήγορα καὶ προσπέστε στὸ Θεό, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ σᾶς ἀνορθώσει.
Μέσα μας ἔχουμε ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἐλαττώματα βαθιὰ ριζωμένα, πολλὰ εἶναι καὶ κληρονομικά. Ὅλα αὐτὰ δὲν κόβονται μὲ μία σπασμωδικὴ κίνηση οὔτε μὲ τὴν ἀδημονία καὶ τὴ βαρειὰ θλίψη, ἀλλὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή, μὲ καρτερία, μὲ φροντίδα καὶ προσοχή.
Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη κρύβει μέσα της ὑπερηφάνεια. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι βλαβερὴ καὶ ἐπικίνδυνη, καὶ πολλὲς φορὲς παροξύνεται ἀπὸ τὸ διάβολο, γιὰ ν᾿ ἀνακόψει τὴν πορεία τοῦ ἀγωνιστῆ.
Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα εἶναι μακρύς. Εὔχεστε στὸ Θεὸ νὰ σᾶς δυναμώνει. Νὰ ἀντιμετωπίζετε μὲ ὑπομονὴ τὶς πτώσεις σας καί, ἀφοῦ γρήγορα σηκωθεῖτε, νὰ τρέχετε καὶ νὰ μὴ στέκεστε, σὰν τὰ παιδιά, στὸν τόπο ποὺ πέσατε, κλαίγοντας καὶ θρηνώντας ἀπαρηγόρητα.
Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό. Μὴν ἀπελπίζεστε, ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες. Πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι καὶ ἀπὸ τὴ φύση τους ἰσχυρὲς καὶ ἀπὸ τὴ συνήθεια. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια νικιοῦνται. Τίποτα νὰ μὴ σᾶς ἀπελπίζει.

Ἅγιος Νεκτάριος

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017


Αἱ ἐξοχαὶ τῶν Ἀθηνῶν
Οἱ λεγόμενοι Ἀμπελόκηποι οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ συνέχεια τῆς πλουτοκρατικῆς ὁδοῦ Κηφισσίας, ἀποτελούμενοι ἐξ ἡμισείας δωδεκάδος νεοδμήτων οἰκιῶν μὲ ἀξιώσεις τεκτονικῆς ἰδιορρυθμίας καὶ κήπους εὐανθεῖς καὶ καλοκτενισμένους, οὐδὲν ὅμως ἔχοντας τὸ ἐξοχικόν, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ δένδρα δὲν δύνανται διὰ χρημάτων ν᾿ αὐτοσχεδιασθῶσιν, ὅπως τὰ ἑλβετικὰ καταλύματα καὶ οἱ μεσαιωνικοὶ πυργίσκοι, καὶ μόνοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ νεοπλούτου θὰ εὐτυχήσωσιν ἡμέραν τινα ν᾿ ἀναπαυθώσιν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν ὑπὸ τοῦ γενάρχου τῶν φυτευθέντων.
Μεταξὺ τῶν ἐπαύλεων τούτων διακρίνεται ἡ τοῦ κ. Θῶν, τοῦ προικίσαντος ἰδίᾳ δαπάνῃ καὶ διὰ κομψοῦ ναΐσκου τὸ χωρίον. Προστάτης ὧν τῆς καλλιτεχνίας εὐηρεστήθη νὰ μεταβάλῃ τὸν κῆπον εἰς ἔκθεσιν τῶν προϊόντων τῆς συγχρόνου ἡμῶν γλυπτικῆς. Ἀπέχοντες ν᾿ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀξίας τῶν καλλιτεχνημάτων τούτων, ἀρκούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ πυκνότης τῶν λευκαζόντων μεταξὺ τῆς χλόης μαρμάρων καὶ ἡ γειτνίασις τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας μεταδίδουσιν εἰς τὸν εὐθαλῆ τοῦτον κῆπον ὄψιν τινὰ κοιμητηρίου.
Δὲν εἴμεθα πολὺ βέβαιοι ἂν δύναται τὸ Δαφνίον νὰ περιληφθῆ μετὰ τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐξοχῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶναι ἀκατοίκητον. Ἄξιον λόγου οἰκοδόμημα ὑπάρχει ἓν μόνον, τὸ Δρομοκαΐτειον Φρενοκομεῖον, ὑψούμενον ἐν μέσῳ ἐρημίας. Πρὸ εἴκοσι περίπου ἐτῶν ὑπῆρχε σχέδιόν τι συνοικισμοῦ καὶ εἶχον ἀποκτήσει ἀξίαν τινὰ αἱ παράλιοι ἐκτάσεις. Ἐκεῖ εἶχε συστηθῆ καὶ τὸ μόνον ἐν Ἑλλάδι ὀστρειδοτροφεῖον. Πάντα ὅμως τὰ σχέδια ταῦτα συνετάφησαν μετὰ τοῦ ἀποθανόντος ἐπιχειρηματίου καί, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δὲν φαίνονται προωρισμένα νὰ ἐκταφῶσι προσεχῶς. Τὸ Δαφνίον, ἂν καὶ ἄξιον καλλιτέρας τύχης, ἀπομένει οὕτω, ἁπλοῦς τόπος ἐκδρομῆς, ἐπισκέψεως τοῦ μεσαιωνικοῦ ναΐσκου καὶ προγεύματος παρὰ τὴν ὄχθην τῆς θαλάσσης κατὰ τὰς εὐηλίους ἐκείνας χειμερινὰς ἡμέρας, αἵτινες εἶναι τὸ κάλλιστον πρὸς τοῦ Ἀθηναίους δώρημα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Κηφισσιά, ἀφοῦ κατέστη εὐπρόσιτος διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἀπέκτησεν εὐρωπαϊκὸν ξενοδοχεῖον, δύναται νὰ θεωρηθῆ ὡς ἡ ἱκανωτέρα νὰ θεραπεύση τὰς ἐξοχικὰς ὀρέξεις τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης. Οὐδ᾿ αὕτη ὅμως προώδευσε πολύ. Κατὰ τὰς ἑορτασίμους ἡμέρας τοῦ θέρους μεταβαίνουσιν ἀθηναϊκαί τινες οἰκογένειαι νὰ γευματίσωσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ἀλλ᾿ αἱ διερχόμεναι ἐκεῖ τὸ θέρος εἶναι ὁλογώτεραι τῶν πρὸ εἰκοσαετίας· οὐδ᾿ ἐπικρατεῖ πλέον μεταξὺ αὐτῶν οἵα πρὶν ἐξοχικὴ οἰκειότης. Τὸ δεῖπνον εἰς τὸ table d'hôte καὶ ὁ περίπατος ἐφ᾿ ἁμάξης διεδέχθησαν τὰ γεύματα ἐπὶ τοῦ χόρτου καὶ τὰς εὐθύμους ὀνηλασίας. Καὶ αὐτὸς ὁ γέρων πλάτανος φαίνεται κύπτων ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἡλικίας. Ἡ κόμη του ἠραιώθη καὶ οἱ κλάδοι του ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ στηρίγματος πασσάλων. Οὗτος ἦτο τὸ μόνον ἴσως ἄξιον λόγου δένδρον τῆς Ἀττικῆς καὶ δὲν ἀφίνει δυστυχῶς ἀπόγονον κανένα.

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017


Ὑπομονή
Ἡ ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, ποὺ πολλὲς φορὲς τὴν ἐπικαλούμαστε κυρίως γιὰ τοὺς ἄλλους, εἶναι πολὺ ἀναγκαία σε μᾶς καὶ ἐξίσου δύσκολη στὸν ἀγῶνα της. Ὑπομονὴ δὲν εἶναι ἡ ἐξ ἀνάγκης ἀποδοχὴ τῶν γεγονότων, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διαφορετικά. Οὔτε πάλι ἡ ἀγχώδης, κατὰ κάποιο τρόπο, ἀναμονὴ μιᾶς ἀπολύτρωσης ἀπὸ τὴ δοκιμασία ποὺ ἐνδεχομένως περνοῦμε. Ἀλλὰ ὑπομονὴ εἶναι ἡ μυστικὴ προσδοκία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, τῆς φανέρωσής Του σὲ χώρους, χρόνους καὶ συνθῆκες ποὺ δὲν συνηγορεῖ ἡ λογικὴ καὶ ἡ φύση μας, ἡ ἐλπιδοφόρα ἀναμονὴ τῆς πειστικῆς μεταμόρφωσης τῆς δοκιμασίας σὲ θεϊκὴ εὐλογία.
Μᾶς συμβαίνει συχνὰ μιὰ δοκιμασία ποὺ μᾶς ὑπερβαίνει. Μιὰ κατεύθυνση τῆς σκέψης μας εἶναι νὰ παραδώσουμε τὰ ὅπλα καὶ νὰ ποῦμε: «καὶ τί μπορῶ νὰ κάνω ἐγώ;» Ἀναγκαστικὰ λοιπὸν δεχόμαστε τὸ συμβάν, μὲ μιὰ ἐλπίδα μήπως, μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, κάτι συμβεῖ καὶ τελικὰ ἔλθει ἡ ἀπολύτρωση τόσο αὐτόματα, ὅσο μᾶς ἐπισκέφθηκε ἡ δοκιμασία. Αὐτὰ εἶναι ἡ κατώτερης ποιότητος ὑπομονή. Εἶναι μία ψυχολογικὴ ὑπομονή, ποὺ ἔχει τὴν ἀξία της, βοηθάει ἀλλὰ δὲν ἐλευθερώνει.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ πνευματικὴ ὑπομονὴ καὶ γι᾿ αὐτὴν μιλοῦν τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ τὸ ἀλάθητο στόμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ὑπομονὴ μᾶς βοηθᾷ νὰ διακρίνουμε πίσω ἀπὸ τὰ ἐπώδυνα περιστατικά, πίσω ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες, πίσω ἀπὸ τὰ στραβὰ καὶ τὶς δυσκολίες τοῦ δικοῦ μας χαρακτῆρα. Μᾶς κάνει νὰ προσδοκοῦμε, πίσω ἀπὸ τὶς δυσκολίες ποὺ μᾶς παρεμβάλλουν οἱ αδελφοί, κάποια πολύτιμη ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ θέλει ὑπομονή. Τὸ νὰ δώσουμε λοιπὸν κάποιο χρόνο στὰ γεγονότα γιὰ νὰ δείξουν μόνα τους τὴν ταυτότητα καὶ τὸ λόγο τους, τὸ μυστικό τους, αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπομονή. Τὸ νὰ περιμένει κανεὶς τὸ Θεό.
Ἡ νοοτροπία τοῦ «ἐδῶ καὶ τώρα» ποὺ τόσο πολὺ καλλιεργεῖται στὶς μέρες μας, δὲν εἶναι χριστιανικὴ νοοτροπία, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπεργάζεται εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ ἡ κυριαρχία τοῦ ἄγχους στὴν ψυχή μας. Ἀπεναντίας στὴ θέση τοῦ «ἐδῶ», ἐμεῖς βάζουμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ θέση τοῦ «τώρα» τὸ «ὅποτε θέλει ὁ Θεός» καὶ τὴν αἰωνιότητα.
Ἔτσι λειτουργεῖ ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς καὶ ἀντὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐλέγξει καθοριστικὰ τὰ γεγονότα μὲ ἐκεῖνα τὰ ἀπαιτητικὰ «γιατί;» πρὸς τὸ Θεό, τὰ ἀποδέχεται καὶ μάλιστα ὄχι παθητικά, ἀλλὰ μ᾿ ἕναν τρόπο πραγματικὰ παρηγορητικό, ὡς δῶρα καὶ εὐλογίες ἀπὸ τὸν Θεό.

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017


Ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία μας
Ὅλοι θέλουμε νὰ δώσει ὁ Θεὸς ἑνότητα πίστεως στὸν κόσμο. Μὰ ἐσεῖς τὰ μπερδεύετε τὰ πράγματα. Ἄλλο ἡ συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλο ἡ συμφιλίωση τῶν θρησκειῶν. 
Χριστιανισμὸς ἐπιβάλλει ν᾽ ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ τοὺς πάντες, ὅποια πίστη καὶ ἂν ἔχουν! Συγχρόνως ὅμως μᾶς διατάζει νὰ κρατᾶμε ἀλώβητη τὴν πίστη μας καὶ τὰ δόγματά της. Σὰν χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἐλεεῖτε ὅλο τὸν κόσμο, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους! Ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σας νὰ δώσετε γι᾽ αὐτούς.
Ἀλλὰ τὶς ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὶς θίξετε. Γιατὶ δὲν εἶναι δικές σας. Ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία μας νὰ τὴν κάνουμε ὅ,τι θέλουμε.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Αχρίδος

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017


Στὴν Τρίπολη τὸ 1946
Τρίπολη, 28 Ὀκτωβρίου 1946. 
Παρελαύνουν οἱ χῆρες τῶν πεσόντων τοῦ πολέμου 1940-41.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Ἑρμῆς καὶ ἀγαλματοποιός
Ἑρμῆς βουλόμενος γνῶναι ἐν τίνι τιμῇ παρὰ ἀνθρώποις ἐστίν, ἧκεν ἀφομοιωθεὶς ἀνθρώπῳ εἰς ἀγαλματοποιοῦ ἐργαστήριον. Καὶ θεασάμενος Διὸς ἄγαλμα ἐπυνθάνετο πόσου. Εἰπόντος δὲ αὐτοῦ ὅτι δραχμῆς, γελάσας ἠρώτα τὸ τῆς Ἥρας πόσου. Εἰπόντος δὲ ἔτι μείζονος, θεασάμενος καὶ αὑτοῦ ἄγαλμα ὑπέλαβεν ὅτι αὐτόν, ἐπειδὴ καὶ ἄγγελός ἐστι καὶ ἐπικερδής, περὶ πολλοῦ ποιοῦνται οἱ ἄνθρωποι. Διόπερ ἐπυνθάνετο ὁ Ἑρμῆς πόσου, καὶ ὁ ἀγαλματογλύφος ἔφη· Ἀλλ᾿ ἐὰν τούτους ἀγοράσῃς, τοῦτόν σοι προσθήκην δώσω.
Πρὸς ἄνδρα κενόδοξον ἐν οὐδεμίᾳ μοίρᾳ παρὰ τοῖς ἄλλοις ὄντα ὁ λόγος ἁρμόζει.
Ὁ Ἑρμῆς, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ μάθει σὲ τί ἐκτίμηση τὸν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι, πῆγε, ἀφοῦ μεταμορθώθηκε σὲ ἄνθρωπο, σὲ ἐργαστήριο ἀγαλματοποιοῦ. Και βλέποντας ἕνα ἄγαλμα τοῦ Δία, ρώτησε: «Πόσο κοστίζει;», καί ὅταν ὁ ἄλλος εἶπε «Μιὰ δραχμή» γέλασε καὶ ρώτησε: «Τὸ ἄγαλμα τῆς Ἥρας πόσο;» καί ὅταν ὁ ἄλλος εἶπε «Ἀκόμα περισσότερο», βλέποντας καὶ τὸ δικό του ἄγαλμα, νόμισε ὅτι αὐτόν, επειδὴ εἶναι ἀγγελιοφόρος καὶ θεός τοῦ κέρδους, θα τὸν ἔχουν περὶ πολλοῦ οἱ ἄνθρωποι. Για αὐτὸ ρώτησε: «Ὁ Ἑρμῆς πόσο;» Καὶ ὁ ἀγαλματοποιὸς εἶπε: «Ἂν ἀγοράσεις τὰ δυὸ προηγούμενα, τοῦτον θὰ στὸν δὼσω δωρεάν».

Μύθος τοῦ Αἱσώπου

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία
Κανένας δὲν εἶναι αἴτιος τῆς ἀπωλείας, παρὰ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς εἶναι αἴτιος τῆς σωτηρίας, ὁ ὁποῖος μᾶς χάρισε τὴ ζωὴ καὶ τὴν μακαριότητα, τὴ γνώση καὶ τὴ δύναμη, τὸν ἴδιο τὸν Ἑαυτό Του. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει μὲ τὴν βία τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια, παρὰ μόνο βάζει στὸ νοῦ ἐνθύμηση τοῦ κακοῦ.
Ἐμεῖς ὅμως, θεληματικὰ καὶ μὲ τὴ γνώμη μας, προτιμοῦμε νὰ κάνουμε τὸ κακὸ καὶ δὲν μᾶς βιάζει ὁ ὑπεράγαθος Θεός, γιὰ νὰ μὴν παρακούσουμε παρὰ τὴ βία καὶ ἔχουμε βαρύτερη τιμωρία. Οὔτε καὶ τὸ αὐτεξούσιό μας ἀφαιρεῖ, τὸ ὁποῖο καλῶς μᾶς ἐχάρισε. Ὥστε στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία ἢ ἡ ἀπώλειά του.

Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017


Ἁπλοποιῆστε τὴν ζωή σας
Μιὰ φορὰ βρέθηκα σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ἦταν ὅλο πολυτέλεια καὶ, καθὼς συζητούσαμε, μοῦ εἶπαν: «Ζοῦμε στὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἄλλοι ἄνθρωποι στεροῦνται». «Ζῆτε στὴν κόλαση, τοὺς λέω. "Ἄφρον, ταύτη τῆ νυκτί...", εἶπε ὁ Θεὸς στὸν πλούσιο. Ἄν ὁ Χριστὸς μὲ ρωτοῦσε: "Ποῦ θέλεις νὰ σὲ βάλουμε, σὲ μιὰ σκοτεινὴ φυλακὴ ἤ σὲ ἕνα σπίτι σὰν αὐτό;" θὰ ἔλεγα: "Σὲ μιὰ σκοτεινὴ φυλακή". Γιατὶ ἡ φυλακὴ θὰ μὲ βοηθοῦσε. Θὰ μοῦ θύμιζε τὸν Χριστό, θὰ μοῦ θύμιζε τοὺς ἀγίους Μάρτυρες, θὰ μοῦ θύμιζε τοὺς ἀσκητὲς ποὺ ἦταν στὶς ὀπὲς τῆς γῆς, θὰ μοῦ θύμιζε καλογερική. Ἡ φυλακὴ θὰ ἔμοιαζε καὶ λίγο μὲ τὸ κελλί μου καὶ θὰ χαιρόμουν. Αὐτὸ τὸ δικό σας τί θὰ μοῦ θύμιζε καὶ σὲ τί θὰ μὲ βοηθοῦσε; Γι' αὐτὸ οἱ φυλακὲς μὲ ἀναπαύουν καλύτερα ὄχι μόνον ἀπὸ ἕνα σαλόνι κοσμικὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἕνα ὡραῖο κελλὶ μοναχοῦ. Χίλιες φορὲς στὴν φυλακὴ παρὰ σὲ ἕνα τέτοιο σπίτι».

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017


Τὸ βλέπεις κεῖνο τὸ βουνὸ τὸ κορφανταριασμένο,
πού᾿ χει ἀνταρούλα στὴν κορφὴ καὶ καταχνιὰ στὸν πάτο,
πού ᾿χει τὸν πύργο γυάλινο, τὰ τζάμια κρυσταλλένια;
Ἐκεῖ κοιμᾶται μία ξανθιὰ μιᾶς χήρας θυγατέρα.
Μὰ πῶς νὰ τὴν ξυπνήσουμε, μὰ πῶς νὰ τῆς τὸ ποῦμε;
Ξύπνα, καημένη Ἀναστασιά, καὶ μὴν βαριὰ κοιμᾶσαι
ξύπνα ν᾿ ἀνάψεις τὴ φωτιά, νὰ σβήσεις τὸ λυχνάρι
γιατὶ μᾶς πῆρε ἡ χαραυγή, τὸ δόλιο μεσημέρι.

Πῶς νὰ σκωθῶ, λεβέντη μου, πὼς νὰ σκωθῶ, παιδί μου,
μπλέχθηκαν τὰ μαλλάκια μου μὲ τὰ δικά σου ἀντάμα.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017


Ἔλειψαν οἱ ἀληθινοὶ ποιμένες
Ἂν θέλωμεν νὰ εἰπῶμεν, χωρίς τινα συστολὴν τὴν ἀλήθειαν, εἶναι ταλανισμοῦ ἀξία τὴν σήμερον ἡ Ἑλλάς. Καὶ ὄχι μόνον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἁπανταχοῦ Χριστιανοί. Ἀλλὰ διατί; Διατὶ τοῦ ἒλειψαν ἀπὸ μιᾶς οἱ ποιμένες, οἱ ἀληθινοὶ ποιμένες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ σημεῖον τῆς τελείας ἀγάπης, ὁποῦ εἶχον πρὸς τὸν κοινὸν δεσπότην, καὶ τὴν ποιμαντικὴν προστασίαν ἐδέχθησαν, καὶ τὴν ψυχὴν τους ἐθυσίαζαν ὑπὲρ τῶν προβάτων, κατὰ μίμησιν τοῦ ἀρχιποίμενος, Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸν καιρὸν ὅλον τῆς ζωῆς των, ἄλλο δὲν ἔκαμναν, καὶ εἰς ἄλλο τίποτες δὲν ἐκαταγίνοντο, καὶ διενυκτέρευον, πάρεξ ἢ μυστήρια νὰ διδάσκουν, ἢ θείας γραφὰς νὰ ἐξηγοῦν, ἢ λόγους ἠθικοὺς νὰ κάμνουν, πρὸς ὠφέλειαν καὶ σωτηρίαν τῶν λογικῶν προβάτων, ὁποῦ ἐμπιστεύθησαν.
Ἐπειδὴ ἤκουσαν τὸν κοινὸν δεσπότην, καὶ πρῶτον διδάσκαλον ὁποῦ λέγει εἰς τὸν Πέτρον, εἰ φιλεῖς με Πέτρε, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. Ποίμαινε οὐχὶ ἄμελγε, ἢ κούρευε, ἢ κατάτρωγε τὰ πρόβατά μου. Ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ποιμαίνειν, ἀλλὰ πημαίνειν [βλάπτειν] τὰ πρόβατα.
Ἔλειψαν, λέγω ἔλειψαν, ὦ καὶ πῶς ἠμπορῶ νὰ τὸ λέγω, καὶ νὰ τὸ γράφω χωρὶς δάκρυα, ἔλειψαν οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ ἐφιλονείκει μἐ τὸν λόγον, καὶ ὁ λόγος μὲ τὴν ζωήν, ποῖον ἀπὸ τὰ δύο νὰ ὠφελήσῃ περισσότερον τοὺς πιστούς. Οἱ ἀληθινοὶ ποιμένες. Οἱ ὄντως ποιμένες καὶ διδάσκαλοι. Οἱ φωστῆρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀπλανεῖς ὁδηγοὶ τῶν πλανωμένων. Οἱ σοφοὶ ἰατροὶ τῶν ἀσθενούντων. Οἱ ἀκριβέστατοι μιμηταὶ τοῦ Παύλου, οἱ τὰ πάντα τοῖς πᾶσι γινόμενοι ἴνα πάντως τινὰς σώσωσιν.
Τούτη εἶναι ἡ μεγίστη συμφορά. Τοῦτο ἡ ἐσχάτη δυστυχία. Τοῦτο τὸ πολλῶν δακρύων ἄξιον, ὁποῦ πάσχει, ὄχι μόνη ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ σχεδόν, ἡ Ἐκκλησία πᾶσα τοῦ Χριστοῦ τὴν σήμερον. Ὅτι πανταχοῦ ἡ κακία παρρησιάζεται, θριαμβεύει. Πανταχόθεν οἱ πολέμιοι ἐπιτίθενται καὶ οἱ ἐπίσκοποι βλέπουσι τὴν ρομφαίαν ἐρχομένην, καὶ αὐτοὶ ἢ εἰς ἄλλα προσέχουσιν, ἢ εἰς ὕπνον βυθίζονται, καὶ μήτε κινοῦνται ὁλότελα, νὰ σημάνωσι με τὴν σάλπιγγα τοῦ λόγου, εἰς τοὺς χριστωνύμους λαούς, νὰ στέκουν ἔξυπνοι, νὰ φυλάττωνται ἀπὸ τοὺς ἐπερχομένους ἐχθροὺς…

Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

Ὅλα ἔδειχναν τὸν Θεὸ
Στὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὸ Παρίσι ὅλοι μιλοῦσαν γιὰ Θεό, ἀλλὰ Θεὸ δὲν εἶδα..., ἐνῶ, ὅταν πῆγα στὸ Ἁγιον Ὄρος, κανεὶς δὲν μιλοῦσε γιὰ Θεὸ καὶ ὅλα ἔδειχναν τὸν Θεό.

Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017


ρθε νὰ τὸν εὐχαριστήσει
Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, βρέθηκα στὸ Ἅγιον Ὅρος, παρακολουθώντας μία ἀξέχαστη Θεία Λειτουργία σὲ ἕνα ταπεινὸ κελλάκι, μὲ λειτουργὸ εὐλαβὴ ἱερομόναχο, ἁγιασμένη ψυχή, ποὺ πλέον αὐλίζεται εἰς τόπους ἔνθα τῶν δικαίων τὰ πνεύματα ἀναπαύονται...
Νέος παπὰς ὁ γράφων, ἄγευστος ἀκόμα τῆς μεταμορφωτικῆς ἐμπειρίας τοῦ πολιοῦ καὶ σεβασμίου λειτουργοῦ, ποὺ κρυμμένος σχεδὸν μέσα στὸ μισοσκόταδο στέκονταν εὐθυτενὴς παρὰ τὸ βάρος τοῦ χρόνου ποὺ ἀγόγγυστα στοὺς ὤμους του κουβαλοῦσε, καὶ τὸν ἔβλεπα νὰ μνημονεύει ψυχές, μὲ ἕνα χαμόγελο νὰ διαγράφεται στὰ χείλη του, ποὺ ἔτρεμαν προφέροντας σχεδὸν μυστικὰ τὰ ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων...
Τὸ μοναδικὸ κερὶ ποὺ εἶχε κοντά του τοῦ προσέφερε μία ὁριακὴ ματιὰ σὲ αὐτὸ ποὺ μποροῦσε ὁ καθένας μας νὰ δεῖ, ὅσο τὸ φῶς τοῦ κεριοῦ ποὺ τρεμόπαιζε πολεμοῦσε νὰ ἀποδιώξει το μεταμεσονύκτιο σκοτάδι.
Ἐκεῖνος, κυπαρίσσι ποὺ ὁ ἀγέρας τῆς ζωῆς δὲν κατάφερε νὰ ρίξει στὴν γῆ, ἔστεκε κοιτώντας τὸ δισκάριο καὶ μνημόνευε γιὰ ὧρες, διακόπτοντας μόνο ὅπου ἡ ἀκολουθία ἐπέβαλλε τὴν διακοπὴ γιὰ τὶς ἐκφωνήσεις. Τὸν κοίταζα μὲ προσοχή, νὰ διαβάζει ἀτέλειωτα ὀνόματα καὶ κάπου κάπου ἔβλεπα δάκρυα νὰ κυλοῦν ἀπὸ τὰ μάτια του. Πλησίασα ἀθόρυβα κοντά του, ἀπὸ τὴν μία νὰ καταστῶ κοινωνὸς αὐτῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, μνημονεύοντας ὀνόματα δικά μου, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ παρακολουθήσω αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος τὴν στιγμὴ αὐτὴ ζοῦσε. Μὲ κοίταξε σὲ κάποια στιγμὴ καὶ μοῦ εἶπε:
-Παπα-Θωμά, καλύτερα νὰ θυμᾶσαι πιὸ πολὺ τοὺς κεκοιμημένους παρὰ τοὺς ζωντανούς...
Δὲν πολυκατάλαβα τὸ νόημα τοῦ λόγου του, συνέχισα νὰ μνημονεύω, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τί ζοῦσε ἐκεῖνος! Σὲ κάποια στιγμή, ἡ μνημόνευση ὁλοκληρώθηκε, ἔτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πῆγα δειλὰ δειλὰ κοντά του, μὲ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀρχαρίου ποὺ ἀποζητᾶ νὰ μάθει, καὶ τὸν ρώτησα:
-Γιατί, γέροντα, περισσότερο τοὺς κεκοιμημένους;
Τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν μοῦ ἀπάντησε. Καὶ αὐτὸ ἦταν μία ἐπιβεβαίωση τῆς δικῆς μου ἀπειρίας, νὰ τὸν ρωτήσω πράγματα πού, βλέποντάς τα, δὲν μπορεῖς νὰ τὰ καταλάβεις. Ὡστόσο, τελειώνοντας ἡ Θεία Λειτουργία, ὁ σεβάσμιος γέροντας μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε:
«Ὅταν πρωτόρθα στ' Ἁγιονόρος, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, μικρότερος ἀπὸ σένα στὴν ἡλικία, εἶχα τὴν εὐλογία νὰ ἔρθω κοντὰ στὸν μακαριστὸ Πνευματικὸ παπα-Τύχωνα. Ἔτυχε κάποια στιγμὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες ἑνὸς διπλανοῦ κελλίου νὰ κοιμηθεῖ αἰφνιδίως. Ὁ παπα-Τύχωνας, θέλησε νὰ τὸν σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία, μνημονεύοντας ὀνόματα, χιλιάδες ὀνόματα, ἰδιαίτερα ὅσων δὲν εἶχαν πλέον κανέναν νὰ τοὺς θυμᾶται, ἀλλὰ πρῶτα τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ πέρασε τὴν πύλη τοῦ Οὐρανοῦ.
Τελειώνοντας τὸ σαρανταλείτουργο, στὴν τελευταία λειτουργία, τὸ εἶδα αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω, λίγο πρὶν βάλει τὸ «Δι΄ εὐχῶν», στάθηκε κοιτώντας τὴν προσκομιδή. Ἡ περιέργεια μὲ ὁδήγησε νὰ κοιτάξω κι ἐγὼ μὲ τρόπο, νὰ δῶ τί κοιτοῦσε. Καὶ εἶδα ξεκάθαρα τὸν κοιμηθέντα νὰ στέκει γονατιστὸς μπροστὰ στὸν παπα-Τύχωνα, νὰ βάζει μετάνοια, σὰν νὰ τοῦ λέει εὐχαριστῶ, καὶ ξάφνου νὰ χάνεται ἀπὸ μπροστά του... Τὸ εἶδα, παιδί μου, καὶ αὐτὸ δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴν μνήμη μου. Κάθε φορὰ ποὺ στέκω μπρὸς στὴν προσκομιδή, θυμᾶμαι τὸν γέροντα καὶ τὴν ψυχὴ ποὺ ἦρθε νὰ τὸν εὐχαριστήσει...»
Πέρασαν χρόνια ἀπὸ τότε. Καὶ στὴν σειρὰ τῶν παλαιῶν ποὺ ὁλοκλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους στὸ Ἅγιο Βῆμα, μπήκαμε οἱ νεότεροι... Και ὅταν στέκω μπρὸς στὴν προσκομιδή, θυμᾶμαι τὸν εὐλαβὴ λειτουργὸ τοῦ Θεοῦ, θυμᾶμαι τὴν ἀπέριττη Θεία Λειτουργία στὸ Ἁγιορείτικο Κελλὶ καὶ εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ γιατί, μέσα στὶς πολλὲς δωρεές, ἔδωσε καὶ τούτη τὴ Χάρη. Νὰ στέκεις μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ νὰ ἑνώνεις δύο κόσμους, τῶν φθαρτῶν καὶ τῶν αἰωνίων...

π. Θωμὰς Ἀνδρέου

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017


Γύριζε
Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περίγελα καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!
Κωστὴς Παλαμᾶς

(1908)

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Διδαχὲς
Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπεινοφροσύνη, γιὰ νὰ δοῦμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὅπου στάζει ἡ ταπεινοφροσύνη, ἐκεῖ ἀναβλύζει ἡ θεϊκὴ δόξα.
Χωρὶς τὸ φῶς, ὅλα εἶναι σκοτεινά. Καὶ χωρὶς τὴν ταπεινοφροσύνη, τίποτα δὲν ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, παρὰ μόνο σκοτάδι.
Ὅπως τὸ κερί, ἂν δὲν ζεσταθεῖ καὶ δὲν μαλακώσει, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ πάνω του σφραγίδα, ἔτσι καὶ ψυχή, ἂν δὲν δοκιμαστεῖ μὲ τοὺς κόπους καὶ τὶς ἀσθένειες, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ πάνω της τὴ σφραγίδα τῆς ἀρετῆς.
Στοὺς συνανθρώπους μας πρέπει νὰ φερόμαστε μὲ λεπτότητα, χωρὶς οὔτε μὲ τὸ βλέμμα μας νὰ τοὺς προσβάλλουμε.
Τὸν συγχυσμένο καὶ θλιμμένο ἄνθρωπο φρόντισε νὰ τὸν ἐνθαρρύνεις μὲ λόγια ἀγάπης.
Γιὰ τὴν ἀδικία πού σοῦ προξενοῦν οἱ ἄλλοι, ὅποια κι ἂν εἶναι αὐτή, δὲν πρέπει νὰ ἐκδικεῖσαι. Ἀπεναντίας, νὰ συγχωρεῖς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἀδίκησε.
Δὲν πρέπει νὰ τρέφεις στὴν καρδιά σου μῖσος καὶ ἀντιπάθεια ἐναντίον ἐκείνου ποὺ σὲ ἐχθρεύεται. Ἀλλὰ νὰ τὸν ἀγαπᾶς καὶ νὰ τοῦ κάνεις ὅσο μπορεῖς τὸ καλό, ἀκολουθώντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ : « Ν΄ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετεῖτε αὐτοὺς πού σᾶς μισοῦν».
Ἡ πύλη τῆς μετάνοιας εἶναι γιὰ ὅλους ἀνοιχτή, καὶ κανεὶς δὲν ξέρει ποιὸς θὰ τὴν πρωτοπεράσει · ἐσύ, πού κατακρίνεις τὸν ἄλλον, ἢ αὐτός, πού κατακρίνεται ἀπὸ σένα;
Κατάκρινε πάντοτε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ πάψεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους.
Μπορεῖς νὰ κατακρίνεις μιὰ πράξη κακή, ποτὲ ὅμως ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔκανε.
Ὅταν ἐγκαταλειφθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ Θεό, τότε ὁ διάβολος εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸν ἀφανίσει, ὅπως ἀφανίζει ἡ μυλόπετρα τὸ σπόρο τοῦ σιταριοῦ.
Ἡ περιττὴ μέριμνα γιὰ τὰ βιοτικὰ πράγματα εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου ἄπιστου καὶ μικρόψυχου. Καὶ εἶναι συμφορά, ἂν φροντίζουμε οἱ ἴδιοι γιὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν στηριζόμαστε στὸ Θεό, ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς!

Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Δυστυχισμένοι ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε στὸν οὐρανὸ
Ἡ ζωή μου, οἱ λογισμοί μου, ἡ ὕπαρξή μου, ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς μου ὀφείλουν νὰ μὴν εἶναι ἕνα σακάτεμα τοῦ ἑαυτοῦ μου, νὰ μὴν εἶναι μία δυσκολία, ἕνα σφίξιμο, ἕνα στρίμωγμα, ἀλλὰ νὰ εἶναι χαρὰ καὶ τέρψη καὶ πανηγύρι ἡ ζωή μου. Γιατί;
Διότι δυστυχισμένοι ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε στὸν οὐρανό. Ἀφοῦ ἀπὸ ἐδῶ εἶναι ἀποτυχημένοι, καταλαβαίνουμε ποιό θὰ εἶναι καὶ τὸ μέλλον τους.
Ὅταν λέγει κάποιος, δὲν μπορῶ, πονάω, εἶμαι ἄρρωστος, δὲν μὲ ἀγαποῦν, δὲν μὲ λυποῦνται, ὅπως νιώθει ἐδῶ στὴ γῆ, ἔτσι θὰ συνεχίσει νὰ νιώθει καὶ στὸν οὐρανό.
Ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ ὁ Χριστός, δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ δώσει χαρὰ ἐδῶ, σὲ αὐτὴ τὴ ζωή –διότι δὲν θέλει τὴν χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ζητάει ἄλλες χαρές- ,οὔτε ἐκεῖ πάνω θὰ ἔχει χαρά. 
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης