Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Ἡ Χώρα μου


Ξέρεις, αὐτή ἡ γυναίκα τώρα θά περπατήσει ἑβδομήντα χιλιόμετρα μές στή βροχή, μέ τό γουρούνι καί τό παιδί. Ποῦ θά κοιμηθοῦν τό βράδυ… Θά κατεβοῦν στόν κάμπο γιά μεροκάματο. Ἔχω τέτοια ντοκουμέντα πώς αὐτός ὁ κόσμος πού ζεῖ σήμερα δέν εἶναι ἴδιος μέ τόν χθεσινό. Καί θά 'πρεπε νά ὑπάρχουν μαρτυρίες ἀκριβῶς γιά τή ζωή αὐτῶν τῶν προγόνων, πού εἶχαν τό θάρρος νά κρατήσουν στόν τόπο τή ζωή καί νά ὑποστοῦν τά πάνδεινα.
Σέ μιά στιγμή, ἦταν κάπου πέντε χιλιόμετρα, δέ μέ βόλευε, ποῦ νά τήν πάρω, καί ἔβαλα τό αὐτοκίνητο γιά νά ἀναγκαστεῖ νά περάσει ἄκρη τοῦ δρόμου, νά μήν εἶναι στήν ἄσφαλτο, καί τήν πῆρα φωτογραφία. Γύρισε καί εἶπε στό παιδάκι: «Μαργώνεις, καμάρι μου; Κρυώνεις;»


Μοῦ λέγαν στίς ἐκθέσεις γιατί δέν πουλάω φωτογραφίες… Ἀκόμη ἀκόμη, πιστέψτε με, καί πού τίς παρουσίαζα στήν ἔκθεση, νόμιζα ὅτι ἐκπορνεύω κάτι ἱερό. Τί νά πουλήσω τώρα ἐγώ ἀπ' αὐτή γιά νά πάρω λεφτά ;


Αὐτή ἡ φωτογραφία (Τοῦ φτωχοῦ τ' ἀρνί) ἔχει τραβηχτεῖ στήν ἀγορά τῶν Ἰωαννίνων. Ἰδιαίτερα τή Μεγάλη Ἑβδομάδα, κατέβαιναν ἀπό τά χωριά τους, κάνοντας καί πέντε ὧρες δρόμο, μέ ἕνα ἀρνί στήν πλάτη, γιά νά τό πουλήσουν καί μέ τά χρήματα πού θά παίρναν νά πάρουν κάτι γιά τά παιδιά τους. Οἱ ἀστοί κάτω, τούς ἀφῆναν καί ἐξουθενώνονταν ἀπό τήν πείνα καί τήν κούραση καί κοίταζαν νά τούς τά πάρουν ὅσο-ὅσο.
Πέτυχα αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἀκριβῶς τήν ὥρα πού τό παζάρευε, τοῦ 'δωσε ἕνα κατοστάρικο. «Ἔλα, καί πολλά σου δίνω, δῶσε μου ἕνα τάληρο» τοῦ λέει, καί ὁ φουκαράς τοῦ λέει «ποῦ νά τά βρῶ» καί ἀποχωρίζεται μέ τόσο πόνο τό ἀρνί του, μόνο πού δέν κλαίει…
Ἔτσι κι ἐγώ παιδάκι, γιά λόγους βιοπορισμοῦ, ἔφυγα ἀπό τό χωριό. Νά ἐδῶ σ'αὐτή τήν πέτρα, ἐδῶ παρακάτω μέ ξεπροβόδισε ἡ μάνα μου καί μοῦ 'πε τίς τελευταῖες της συμβουλές, ὅπως λέν ὅλες οἱ Ἠπειρώτισσες μάνες στά παιδιά τους, γιά νά μή γίνουν κλέφτες, ὅτι ἄν βρῶ κάπου λεφτά νά πάω ἀμέσως νά τά παραδώσω. «Κανένας» μοῦ 'λεγε «δέν πετάει χρήματα. Ἤ κάποιος τά 'χασε ἤ κάποιος τά 'βαλε ἐπίτηδες νά δεῖ ἄν κλέβεις. Νά πᾶς νά τά δώσεις ἀμέσως. Δέ θά σοῦ κάνουν ποτέ καλό αὐτά τά λεφτά». Μοῦ ΄πε καί λίγα ἀκόμα, μ' ἀγκάλιασε, μέ φίλησε κι ἀπό τότε ἔμελλε νά μήν τήν ξαναδῶ.

Κώστας Μπαλάφας


Ὁ φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας (1920-2012) γεννήθηκε στό ὀρεινό χωριό Κυψέλη τῆς Ἄρτας ἀπό φτωχούς γονεῖς ἀγρότες, τόν Γιῶργο καί τήν Ἀρχοντούλα. Σέ ἡλικία μόλις ἕντεκα ἐτῶν βρέθηκε στήν Ἀθήνα καί ρίχτηκε στή βιοπάλη.  «Ἀπ' τό χωριό μου κατέβηκα πρῶτα στήν Ἄρτα. Ἐκεῖ ὁ πατέρας μου, γιά νά μή μέ στείλει μόνο στήν Ἀθήνα, μέ παρέδωσε σ' ἕνα γνωστό μας δάσκαλο νά μέ συνοδεύσει. Παράκληση τοῦ πατέρα μου ἦταν νά μέ βοηθήσει ὥσπου νά βρῶ στήν πλατεία Κουμουνδούρου τήν ταβέρνα ἑνός συγχωριανοῦ μας, πού ἦταν θαυμάσιος ἄνθρωπος καί καλός πατριώτης. Σ' αὐτόν ἔβρισκαν ἀπάγκιο πολλά χωριατόπαιδα ἀπ' τήν Ἤπειρο, πού δέν εἶχαν στόν ἥλιο μοίρα. Ἐκτός ἀπό ἕνα πιάτο φαγητό πού τούς ἔδινε, φρόντιζε νά τούς βρίσκει καί δουλειά. Αὐτό ἔγινε καί μ' ἐμένα, καταλήγοντας νά πιάσω δουλειά σέ ἕνα ὀνομαστό τότε γαλακτοπωλεῖο-ζαχαροπλαστεῖο τῆς ὁδοῦ Πατησίων κοντά στόν Ἅγιο Λουκᾶ, μέ τήν ἐπωνυμία "Δελφοί". Τήν ἡμέρα δουλειά, τό βράδυ νυχτερινό σχολεῖο». Ἡ πρώτη ἐπαφή του μέ τή φωτογραφία καί τή φωτογραφική μηχανή ἦταν στά δεκατρία του χρόνια.

Τετράδιο 156 * Μάρτιος 2013

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Καλή καί εὐλογημένη χρονιά

Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! » κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου;» Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, πού ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ᾽χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...
Φώτης Κόντογλου

Τετράδιο 153 * Δεκέμβριος 2012

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012


Ὁ ἄγγελός μου

Εἶχε ἔρθει στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν γιά τά προβλήματα πού εἶχε μέ τήν καρδιά του. Μόλις ἔμαθα ὅτι ἦταν ἐκεῖ, πῆγα νά τόν δῶ. Ἦταν ἡ μέρα πού τόν εἶχαν μετακινήσει ἀπό τή Μονάδα Ἐντατικῆς Παρακολούθησης σ' ἕνα δωμάτιο μέ τρία κρεβάτια κι ἕνα ράντζο, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν βάλει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη ἐντύπωσή μου, μόλις τόν εἶδα, εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι ὅ ἄνθρωπος αὐτός ἀκτινοβολοῦσε, θά εἶναι λίγο. Ἡ μορφή του ἦταν τό κάτι ἄλλο, πράγματι ἀκτινοβολοῦσε.
Τήν ὥρα πού μπῆκα στό δωμάτιό του, ἦταν ἐκεῖ οἱ γιατροί, πού ἔκαναν τήν καθημερινή ἐπίσκεψή τους στούς θαλάμους τῶν ἀσθενῶν. Κατά σύμπτωση οἱ γιατροί ἐκεῖνοι ἦταν πρώην φοιτητές μου στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι, μόλις μέ εἶδαν, ἦρθαν κοντά μου καί μέ ἐνημέρωσαν γιά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Γέροντα. Ὅταν τελείωσαν κι ἔφυγαν οἱ γιατροί, πῆγα καί κάθησα δίπλα στόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος, μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε τό ἑξῆς, τό ὁποῖο μ' ἔκανε πραγματικά ν' ἀνατριχιάσω, γιατί ἦταν κάτι πού δέν εἶχα σκεφτεῖ ποτέ.
-Δέν σέ ξέρω, πρώτη φορά σέ βλέπω. Ἀλλά βλέπω ὅτι πίσω σου στέκεται ὁ ἄγγελός σου.
Μέ συγκλόνισε κυριολεκτικά αὐτό πού μοῦ εἶπε. Δέν τό λέω γιά ὑπερηφάνεια. Καί πρόσθεσε:
-Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγγελο. Ἀλλά τόν δικό σου τόν εἶδα. Πρόσεξε νά μή τόν διώξεις ἀπό κοντά σου.
Ἀνατριχιάζω ὁλόκληρος κάθε φορά πού τό σκέφτομαι, τό ἴδιο ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη. Καί ὁλοκλήρωσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:
-Αὐτός ὁ ἄγγελος ἔχει κατονομασθεῖ τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου. Ἀπό τότε σέ συνοδεύει καί δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό κοντά σου. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος τελικά θά πάρει τήν ψυχή σου στά χέρια του καί θά τήν ὁδηγήσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Καί ὅταν θά ἔρχονται οἱ δαίμονες καί θά λένε «αὐτός ἔκανε ἐκεῖνο, ἔκανε τό ἄλλο, διέπραξε αὐτή τήν ἁμαρτία καί τήν ἄλλη», τότε ὁ ἄγγελός σου θά λέει «ναί, τά ἔκανε αὐτά, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκανε κι αὐτό τό καλό, ἔκανε καί τό ἄλλο καλό». Αὐτός εἶναι ὁ δικηγόρος, πού θά σέ ὑποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, νά μή τόν ἀπομακρύνεις. Τόν εἶδα νά εἶναι κοντά σου.
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα, οὐδέποτε σταμάτησα νά ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι δίπλα μου ὑπάρχει ἕνας ἄγγελος, ὁ δικός μου, προσωπικός ἄγγελος. Αὐτό εἶναι ἕνα μέγα μήνυμα χαρᾶς πρός ὅλους ὅσους βαπτιστήκαμε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Ὅταν ἔβλεπες τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ἄλλου κόσμου, ὅτι μιλοῦσε μέν γιά τά προβλήματά σου, ἀλλά μέ μία ἄλλη προοπτική. Καταλάβαινες ὅτι, ὄντας δίπλα σου, ζοῦσε κάπου ἀλλοῦ. Κι αὐτό σέ γέμιζε μ' ἕνα αἴσθημα πανηγύρεως. Καί σοῦ μετέδιδε ὅτι κι ἐσύ εἶσαι γιά ἀλλοῦ πλασμένος, ὅτι δέν εἶσαι γιά ἐδῶ.  
   
Γεώργιος Παπαζάχος

Τετράδιο 132 * Φεβρουάριος 2011

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012


Παιδικὴ Πασχαλιά

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνησε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τήν ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειράς λαμπάδων.
Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τάς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικράς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸν πρόναον, καὶ τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 134 * Ἀπρίλιος 2011