Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026


Ζωὴ πολυμέριμνη
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος, θέλει ν᾿ ἀπολάψει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάξει ὅλα. Καὶ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως φτάξει σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλά, ἔστω κι ἂν μπορεῖ νὰ τ᾿ ἀποχτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι ὁ εὐτυχισμένος. Δὲν τὸ κάνει ἀπὸ οἰκονομία, εἴτε γιατὶ ἔχει τὴν ἰδέα πὼς τὰ πολλὰ τὸν βλάφτουνε στὴν ψυχὴ ἢ στὸ σῶμα. Ἀλλὰ γιατὶ στὰ λίγα καὶ στὰ ἁπλὰ βρίσκει πιὸ ἁγνὴ ἱκανοποίηση. Καὶ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα, ἐπειδὴ μὲ τὰ ἁπλὰ καὶ μὲ τὰ λίγα δὲν χάνει τὸν ἑαυτό του. «Τὶς ἔστι πλούσιος; Ὁ ἐν ὀλίγῳ ἀναπαυόμενος».
Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουνε πουθενὰ ἡσυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦνε νὰ ζήσουνε χωρὶς τὸν ἑαυτό τους. Τρέχουνε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ νὰ βροῦνε τὴν εὐτυχία, μὰ εὐτυχία δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. θέλουμε νὰ εὐχαριστηθοῦμε μὲ συμπόσια ἀπ᾿ ὅπου λείπουμε. Ὅποιος ἔχει χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα ποὺ δίνουνε οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς κι ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδίας. Μ᾿ αὐτὸ τὸ βύθισμα στὸν ἑαυτό του βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὸν θεό. Γιὰ τοῦτο εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως, οὐδὲ ἐροῦσιν· ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν». «Μὴν ψάχνετε, ζαλισμένοι ἄνθρωποι, ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ βρῆτε τὴν εὐτυχία. Γιατὶ ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα σας».
Μέγας λόγος, ὅπως ὅλα τὰ θεϊκὰ λόγια. Μέσα μας εἶναι ὁ θησαυρός. Ἀπ᾿ ἔξω εἶναι ξέρακας, κι ἂς μὴ μᾶς ξεγελᾶ ἡ φασαρία καὶ τὰ ψεύτικα πυροτεχνήματα. Ὅποιος ζεῖ ἐξωτερικά, ζεῖ ψεύτικα. Ὅποιος ζεῖ ἐσωτερικά, ζεῖ ἀληθινά. Ξέρω καλὰ τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ διάφορες ματαιότητες, ποὺ ἀπὸ μακρυὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό, ἐνῷ σὰν τὰ δεῖ κανένας ἀπὸ κοντά, ἀπορεῖ γιὰ τὴ φτώχεια ποὺ ἔχουνε καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ψευτογελιοῦνται μ᾿ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Ξέρω λοιπὸν καλὰ αὐτὴ τὴ ζωή, γιατί, ἀναγκαστικά, ἔζησα, κάποιες φορές, μὲ ἀνθρώπους πλούσιους, ποὺ μὲ προσκαλούσανε στὰ σπίτια τους, στὶς ἐπαύλεις τους, στὰ κόττερά τους καὶ στὶς ἄλλες διασκεδάσεις τους. Μελαγχολία μ᾿ ἔπιανε ἀπὸ κείνη τὴν κατάσταση. Ἔβλεπα δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνανε τὸν εὐτυχισμένο, κατάδικους ποὺ κάνανε τὸν ἐλεύθερο. Ἀλλά, ἂν δὲν καταγινόντανε μὲ τόσες ψεύτικες χαρές, θὰ πέφτανε στὴ βαρεμάδα, στὴ λεγόμενη ἀνία. Ἢ τὸ ἕνα, ἢ τὸ ἄλλο. Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία, τρισδυστυχισμένοι. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνύπαρκτη κι ἀνύπαρκτη ἡ εὐτυχία, ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ. Πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ ἁλάτι;
Λοιπόν, ὅποτε ἀναγκαζόμουνα νὰ πάγω γιὰ λίγο κοντὰ σὲ τέτοιους κοσμικοὺς ἀνθρώπους, πρᾶγμα ποὺ γινότανε σπάνια, γιὰ νὰ μὴν τοὺς προσβάλω, ἀφοῦ μὲ προσκαλούσανε μὲ εὐγένεια, δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ νὰ ἀποτραβηχτῶ στὸ καβούκι μου, νὰ γυρίσω στὸ φτωχὸ σπίτι μου καὶ στ᾿ ἀγαπημένα πράγματα ποὺ βρίσκουνται γύρω μου. Ἔβλεπα πῶς ἀντὶ νὰ πάρω κάτι ἀπὸ ὅλη ἐκείνη τὴν τυμπανοκρουσία, ὅπως πιστεύει ὁ πολὺς ὁ κόσμος, ἐγὼ ἔδινα, ἔδινα ξύπνημα στοὺς κοιμισμένους, ξεμούδιασμα στοὺς μουδιασμένους, ζωὴ στὴ μονοτονία τους.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ τώρα ποὺ γράφω, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶμαι προσκαλεσμένος σὲ πολλὰ μέρη ἀπὸ κάποιους εὐγενεῖς ἀνθρώπους, ὄχι μονάχα στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ σὲ μακρυνὰ μέρη, κάθουμαι στὸ μικρὸ περιβολάκι μας μὲ τὰ λίγα δεντράκια καὶ μὲ τὰ ταπεινὰ λουλούδια. Ξεκουράζουμαι κι εἰρηνεύει ἡ ψυχή μου. Τοῦτο τὸ μικρὸ κηπάριο εἶναι γιὰ μένα ὁ Κῆπος τῆς Ἐδέμ. Ὁ ἀγέρας μοσχοβολᾶ, κι ὁ νοῦς μου ταξιδεύει. Ταξιδεύει ἐδῶ κι ἐκεῖ, μὰ περισσότερο βυθίζεται μέσα μου, ἐκεῖ ποὺ ἀναβρύζει τὸ μυστικὸ νερό, ἐκεῖ ποὺ βρίσκουνται τὰ ριζώματα» τοῦ κόσμου.
Εὐχαριστῶ τὸν θεὸ ποὺ βρέθηκε αὐτὸ τὸ καταφύγιο. Νοιώθω μεγάλη εὐτυχία ποὺ εἶμαι μοναχιασμένος, πού, ἐδῶ ποὺ κάθομαι, δὲν μὲ ξέρει κανένας, δὲν μὲ θυμᾶται κανένας. Σὰν νὰ εἶμαι καραβοτσακισμένος ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὴ φουρτούνα, κι ἀκούγει τὸ μούγκρισμα τῆς θάλασσας ἀπὸ τὸ σίγουρο καταφύγιό του. Σὰν νὰ γλύτωσε ἀπὸ λῃστές. Ἀνατριχιάζω συλλογισμένος τὴν ἀνεμοζάλη ποὺ τὴ λένε ζωὴ οἱ ὅμοιοί μου, κοινωνικὴ ζωή, ζούγκλα γεμάτη σκορπιούς, φίδια καὶ λύκους. Ἀναπαύουμαι μοναχὰ μὲ δυὸ - τρεῖς ἀνθρώπους ἁπλοὺς καὶ καλοκάγαθους, ποὺ ἔχουνε ἀγάπη μέσα τους καὶ εἰρήνη στὴν καρδιά τους. Δὲν θέλω μήτε θαυμασμούς, μηδὲ δόξες, μήτε ἄλλες τέτοιες συμφορές, θέλω νὰ εἶμαι ξεχασμένος κι ἀσήμαντος. Ὦ λησμονιά, τί μπάλσαμο εἶσαι γιὰ ὅσους ποθοῦνε τὴν εἰρήνη! Κατάρα εἶναι ἡ δίψα ποὺ ἔχουνε οἱ ἄνθρωποι νὰ κατασταθοῦνε ξακουσμένοι, νὰ τοὺς δοξάζει ὁ κόσμος καὶ νὰ βασανίζουνται μέσα στὴ ματαιότητα κι ἐκεῖνοι ποὺ θαυμάζουνται κι ἐκεῖνοι ποὺ θαυμάζουνε.
Ἐδῶ ποὺ κάθουμαι, νοιώθω πῶς εἶμαι μακρυὰ ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς τοὺς βραχνάδες ποὺ τοὺς ἔχουνε γιὰ εὐτυχία οἱ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι.
Φυσᾶ στὸ πρόσωπό μου τὸ δροσερὸ ἀγεράκι, μπαίνει ἁπαλὰ στ᾿ αὐτιά μου, σὰν νὰ μὲ χαιρετᾶ. Σιγοσαλεύουνε τὰ κλαδιὰ κι οἱ κορφὲς τῶν δέντρων. Μαμούνια περπατοῦνε στὸ μοσχοβολημένο χῶμα, τὸ κάθε ἕνα τραβὰ τὸν δρόμο του κι ἔχει τὸν σκοπό του. Ποῦ πηγαίνουνε; Μυστήριο. Πεταλούδια καὶ μυγάκια λογῆς-λογῆς, ἄλλα μακρουλά, ἄλλα στρογγυλά, πετᾶνε καὶ μαζεύονται γύρω ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ εἶναι ἀναμμένο ἀπὸ πάνω μου. Ὅλα εἶναι σπουδαῖα, ὅλα ἀξιαγάπητα. Κι ἐγὼ εἶμαι ἕνα ἀπ᾿ αὐτά.
Δὲν ἀκούγεται τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ τὶς σταλαγματιὲς τὸ νερὸ ποὺ πέφτουνε ἀπὸ τὴ βρύση, κάνοντας τὴ σιωπὴ ἀκόμα πιὸ βαθειά. Σὰ νὰ γίνεται γύρω μου κάποια μυσταγωγία. Τὸ μυστήριο τοῦ κόσμου τὸ νοιώθω καὶ μέσα μου κι ἀπέξω. Μυστικὲς θύρες ἀνοίγουνε ἀπὸ παντοῦ. Τὸ κάθε δέντρο, τὸ κάθε χορτάρι, τὸ κάθε λουλούδι, σὰν νὰ μὲ βλέπει μὲ τὰ μυστηριώδη μάτια του.
Εἶμαι μακάριος στὸ μικρὸ τοῦτο περιβολάκι μας. Τύφλα νἄχουνε μπροστά του οἱ μεγάλοι κῆποι καὶ τὰ πολυέξοδα παλάτια, τὰ φανταχτερὰ κόττερα. Ὅσα εἶναι γύρω μου εἶναι ἀγαπημένα, γιατὶ δὲν εἶναι ἀγορασμένα μὲ λεφτὰ πολλά, ὅπως εἶναι ὅσα ἔχουνε οἱ πλούσιοι. Ἀγορασμένα πράγματα μποροῦνε νὰ δώσουνε εὐτυχία στὸν ἄνθρωπο;
Ὤ, ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὰ πλούτη καὶ ποὺ μόνο τί λογῆς εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν ξέρετε. Ἄνθρωποι βασανισμένοι, σαστισμένοι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες κι ἀπὸ τὶς σκουτοῦρες, σκλάβοι στὴ φιλοδοξία καὶ στ᾿ ἄλλα πάθη, ὢ ἄσωτοι γυιοί, ποὺ φάγατε τὰ ξυλοκέρατα καὶ δὲν χορτάσατε, γυρίστε πίσω στὸ σπίτι τοῦ πατέρα σας τοῦ πονετικοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική σας, καὶ μπεῖτε μέσα νὰ ξαποστάσετε, νὰ εὐφρανθῆτε καὶ νὰ νοιώσετε τὴν ἀληθινὴ χαρά!
Φώτης Κόντογλου

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

 


Ὅ,τι θέλεις Ἐσύ

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει δώσει τὴν καρδιά του στὸν Χριστὸ δὲν ὑποφέρει, ὅσες δυσκολίες καὶ νὰ συμβοῦν. Χαίρεται, εἶναι γεμάτος ἐσωτερικὴ χαρά. Εἶναι δραστήριος, προσεκτικός. Δὲν κάνει λάθη, ζημιές. Τὸ μυαλό, τὰ χέρια, τὰ πόδια, ὅλα κινοῦνται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Διότι ὅταν ἔχουμε μέσα μας τὸν Χριστό, δὲν ζοῦμε κανονίζοντας ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας. Ζεῖ ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός, καὶ κανονίζει αὐτὸς τὴ ζωή μας.

Ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ -αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Ἡ τέλεια ὑπακοὴ στὸ Θεό, χωρὶς ἀντίρρηση, χωρὶς ἀντίδραση, ἔστω κι ἂν ὁρισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα καὶ παράλογα. Τὸ ἄφημα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέμε στὴν Θεία Λειτουργία τὰ λέγει ὅλα: «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Σ’ Ἐσένα Κύριε, τὰ ἀφήνομε ὅλα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Αὐτὴ μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸν καθιστᾶ θεάνθρωπο.

Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινὴ ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ Ἐκεῖνον. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη ἀξία, νὰ ὁδηγεῖσαι ἀπ’ τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχεις κανένα θέλημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία. Νὰ καίγεσαι γιὰ τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν. Ἂν νικηθεῖς ἀπ’ τὸν Θεό, ὑποδουλώνεσαι σ’ Αὐτὸν καὶ ζεῖς στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ...

Ὅλα τὰ προβλήματά μας, τὰ ὑλικά, τὰ σωματικά, τὰ πάντα, νὰ τ΄ ἀναθέτουμε στὸν Θεό.

Πῶς λέμε στὴν Θεία Λειτουργία: «...καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».

Ὅλη τὴ ζωή μας σ΄ Ἐσένα, Κύριε, ἀφήνουμε. Ὅ,τι θέλεις Ἐσύ. «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ ὅλα τὰ κάνει προσευχή. Καὶ τὴ δυσκολία καὶ τὴ θλίψη, τὶς κάνει προσευχή. Ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ τύχει, ἀμέσως ἀρχίζει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026



Ὁ κόσμος καὶ ἡ συνείδησή του:
Ἁπλὲς σκέψεις γιὰ ἕνα μεγάλο θέμα
Ὁ Ντοστογιέφσκι στὸ ἔργο του «Ἔγκλημα καὶ Τιμωρία» περιγράφει σ’ ὅλες τὶς δραματικές του διαστάσεις τὸν ἀγώνα τοῦ ἐγκληματία νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ ἔλεγχο, ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν τύψεων. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀνάλγητος καὶ ἀδιάφορος, ψυχικὰ πωρωμένος καὶ ἠθικὰ βουλιαγμένος, χρειάζεται ἕναν ἀντί-Ντοστογιέφσκι, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἀντί-συνείδησή του.
Ἡ ἀνθρώπινη ἀδιαφορία ἔχει γίνει μετρήσιμο μέγεθος. Κάποτε στὴ Γερμανία σκηνοθέτησαν ὁδικὸ ἀτύχημα γιὰ νὰ μετρήσουν πόσοι ὁδηγοὶ θὰ σταματήσουν γιὰ νὰ προσφέρουν βοήθεια. Τὸ ἄθροισμα ἦταν μηδενικό. Καὶ τὸ ἀντίστροφο: μία ἔρευνα περιοδικοῦ ἀποκάλυψε πὼς πολλοὶ δὲν σπεύδουν —ἰδίως νύχτα— νὰ σηκώσουν, νὰ βοηθήσουν ἕναν πεσμένο ἄνθρωπο, γιατὶ φοβοῦνται μήπως εἶναι σκηνοθεσία ληστείας. Ὑπάρχει μία πρόοδος, λοιπόν, στὴν καταγραφὴ τῆς ἀπανθρωπιᾶς, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀνθρωποφοβίας. Οἱ στατιστικοὶ πίνακες καὶ οἱ ἠλεκτρονικοὶ ὑπολογιστὲς εἶναι σὲ θέση νὰ μᾶς ἀποκαλύψουν μὲ ἀκρίβεια ὅτι ἀπεμπολήσαμε τὸ μέσα, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὸ ἔξω. Ὅμως, τελικὰ δὲν κερδίσαμε τίποτα. Γιατί, ὅποιος δὲ βρίσκει ἀνάπαυση στὴ συνείδησή του μάταια τὴν ἀναζητᾶ ἀλλοῦ. «Ἡ συνείδηση εἶναι τὸ πιὸ μαλακὸ μαξιλάρι, γιὰ νὰ κοιμηθεῖς», λέει μία ξένη παροιμία.
«Ντρέπομαι γιὰ τὴ ζέστα μου καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπιά μου», λέει ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὴ δική του θαλπωρὴ τὴν ὥρα ποὺ ἡ παγωνιὰ δέρνει ἀλύπητα τὴν ἐργατιὰ καὶ τὴν ἀγροτιά. Ὁ σύγχρονος τεχνοκρατικὸς ἄνθρωπος δὲν ἔχει τέτοιες εὐαισθησίες. Φαίνεται πὼς τὰ τελευταία ὑπολείμματα ἀνθρωπιᾶς κάηκαν στοὺς φούρνους τοῦ Ἄουσβιτς μὲ τὸ σῆμα τῆς «Ζῆμενς», ποὺ ἐνδεχομένως φέρει κι ὁ δικός μας ἠλεκτρικὸς φοῦρνος. Ὅμως δὲ θέλουμε νὰ κάνουμε κάτι τέτοιους ἐνοχλητικοὺς συσχετισμούς. Δὲν θέλουμε ἐνοχλητικὲς μνῆμες καὶ ἠθικὰ ἐρωτηματικὰ νὰ ταράσσουν τὴ μακαριότητά μας. Στὸν κόσμο μας μόνο τὸ ὑλικὸ κεφάλαιο παραμένει ζωντανό. Ἡ συνείδηση ἔχει γίνει νεκρὸ κεφάλαιο. Τὰ ἠθικὰ κριτήρια ἔχουν ἀπονεκρωθεῖ, κάθε ἔξω-ὑλικὸ μέγεθος προβάλλεται ὡς ἀναχρονιστικό, ἡ τιμιότητα θεωρεῖται ἀφέλεια, ἡ ἀγαθότητα ἀνοησία, ἡ ἀνθρωπιὰ παράταιρο θεωρητικὸ σχῆμα.
Ἡ τιμωρία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι ὅτι φοβᾶται τὸν ἄνθρωπο. Κλειδώνεται – διπλοκλειδώνεται. Ἀσφαλίζεται — διπλασφαλίζεται. Ὅμως πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ συνάνθρωπο ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὸν ἑαυτό του. Φοβᾶται νὰ μιλήσει μαζί του, νὰ κάνει ἕναν τίμιο ἀπολογισμό. Φοβᾶται τὶς εὐθύνες, ποὺ συνεπάγεται ὁ συνειδησιακὸς ἔλεγχος. Προτιμᾶ νὰ καταλαγιάζει τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής του μὲ ὑποκατάστατα, ν’ ἀφήνεται στὰ πάθη του, ἐλπίζοντας ὅτι ἡ συνείδησή του θὰ πάψει νὰ τὸν ἐνοχλεῖ. Προτιμᾶ νὰ γίνει ἀπάνθρωπος, ποὺ κινεῖται στὸ λυκόφως τῆς συνείδησης, γιατὶ φοβᾶται τὸ φῶς της. Προτιμᾶ ν’ ἀπεμπολήσει τὴν ἀξιοπρέπειά του, παρὰ νὰ ζημιωθεῖ οἰκονομικά. Ἴσως ὁ τωρινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐννοεῖ τὴ συνείδηση ὡς μία μοντέρνα Τράπεζα Συναλλαγῶν.
Ὅταν φτάνει ἡ μέρα ποὺ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ πεῖ τὸ «μεγάλο ναὶ» ἢ τὸ «μεγάλο ὄχι», ὅταν πρέπει νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὰ στενὰ μονοπάτια, ποὺ χαράζει ὁ αὐτοέλεγχος καὶ οἱ ἐσωτερικὲς ἀμφιβολίες, καὶ ἀνάμεσα στὴν πλατιὰ λεωφόρο ποὺ ἀνοίγει ἡ ἀναλγησία, τοποθετεῖται μπροστὰ σ’ ἕνα δίλημμα, ὅμοιο μ’ ἐκεῖνο τοῦ Ἡρακλῆ. Καὶ τότε καλεῖται νὰ δώσει μίαν ἀπάντηση ποὺ θὰ σημαδέψει ὁλόκληρη τὴ ζωή του, ποὺ θὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἐσωτερικὴ ἰσορροπία καὶ εὐδαιμονία ἢ θὰ ἐπιφέρει τὸν ἐσωτερικὸ διχασμό, τὴ δισυπόστατη ψυχικὴ δράση, ποὺ ἐνεργεῖ καταλυτικὰ γιὰ τὴν ψυχικὴ ἁρμονία, δημιουργώντας μιὰ βούληση δύο ταχυτήτων: ἀργὴ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γρήγορη γιὰ τὸ κακό.
Τελικὰ μὲ τὶς ἐπιλογές μας φέραμε τὴ ζωή μας ξανὰ στὴν ἐποχὴ τῶν παγετώνων. Ἡ ἀφροσύνη ἔφερε τὴν παραφροσύνη. Προσπαθώντας, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσει σ’ ἕναν παράλογο κόσμο, κλείνεται ἑρμητικὰ στὸ καβούκι τῆς μοναξιᾶς του, ἀρνεῖται τὸ συναισθηματικὸ δέσιμο μὲ τὸν κόσμο, μετατρέπεται σ’ ἕναν κοινωνικὸ ἀναχωρητή, ποὺ ζεῖ μέσα στὴν κοινωνία, γιὰ νὰ μὴ βρίσκεται σ’ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἑαυτό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ θέσει κάποια ἐνοχλητικὰ ἐρωτήματα ἢ νὰ τὸν τοποθετήσει σὲ βασανιστικὰ διλήμματα. Κλεισμένος σ’ ἕνα «ἀποστειρωμένο δωμάτιο», καλὰ ἠχομονωμένο, στηρίζει τὴν ὕπαρξή του σ’ ἕνα κενὸ σχῆμα, ποὺ ὑπηρετεῖ μόνο τὸν ἐγωισμό του, χωρὶς νὰ συμβάλλει προωθητικὰ στὴν ἐπίτευξη μίας νέας ἠθικῆς ποιότητας. «Ὄμορφο κόσμο, ἠθικό, ἀγγελικὰ πλασμένο», ὁραματίστηκε ὁ ποιητής. Ἂς εἴμαστε περισσότερο προσγειωμένοι. Ἡ ἀπαίτηση γιὰ ἕναν κόσμο ἀγγέλων προβάλλει σὰν ἄπιαστο ὄνειρο, ποὺ ἐλάχιστα προσεγγίζει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ὅπως διαμορφώνονται σήμερα. Ἄν ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴ ζωή μας παράδεισο, μποροῦμε, τουλάχιστον, νὰ μὴν τὴν κάνουμε κόλαση. Ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὁ Βλαδίμηρος Λένιν, ἕνας ἐλάχιστα ὡραιολόγος ὁραματιστὴς ἔχει πεῖ: «Ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση δὲν ἀντανακλᾶ μόνο τὸν ἀντικειμενικὸ κόσμο, μὰ καὶ τὸν διαμορφώνει». Ἄν δώσουμε προτεραιότητα στὴν ποιότητα τῆς συνείδησης (κι αὐτὸ εἶναι εὐθύνη τῆς παιδείας), μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸν κόσμο καλύτερο. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ εὐαισθητοποιηθοῦμε σὲ ἠθικὰ θέματα, ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἀποστασιοποίηση ἀπέναντι στοὺς ἠθικοὺς κραδασμοὺς τοῦ κόσμου, ἐλπίζοντας νὰ τὸν κάνουμε ὄχι βέβαια ἀγγελικότερο ἀλλὰ ἀνθρωπινότερο.
Σαράντος Καργάκος

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026


Ὁ γερο Χαράλαμπος ὁ «Κομποσχοινᾶς»
Γνωρίσαμε τόν γερο Χαράλαμπο τόν «Κομποσχοινᾶ», ὅπως τόν ἔλεγαν ὅλοι στό Ὄρος, τή δεκαετία τοῦ ’90. Ψηλός καί λίγο καμπουριαστός γέροντας -λεβεντόγερος! - καί πάντα χαμογελαστός... Ὅποτε καί νά τόν ἔβλεπες κομποσχοίνι ἔπλεκε! Εἴτε μέρα εἴτε νύχτα! Εἶχε τόσο ἐξασκηθεῖ πού δέν χρειαζόταν νά κοιτᾶ γιά νά τραβήξει τά κορδονάκια κατά τό πλέξιμο τοῦ κομποσχοινιοῦ· ὅσοι ξέρουν νά πλέκουν καταλαβαίνουν τί δύσκολο πού εἶναι... Λίγες οἱ κουβέντες του, συνήθως ἀμίλητος. Μετρημένος καί προσεκτικός, ποτέ δέν νομίζω νά μάλωσε ἤ νά προσέβαλε κανέναν. Ἐκεῖνο πού τόν χαρακτήριζε πάντως ἦταν ἡ ὑπερβολική ἁπλότητα! Μά τόσο ἁπλός πού ἔλεγες μήπως σέ...κοροϊδεύει!
Μιά μέρα πήγαμε στό κελλί του νά τόν ἐπισκεφθοῦμε μέ ἕναν ἄλλον ἀδελφό. Κατεβήκαμε ἕνα δρομάκι στριφτό καί ξάφνου ἀκούσαμε τή χαρακτηριστική φωνή του: «Σιγά μή μοῦ χαλάσετε τόν κῆπο!» Κοίταξα δεξιά–ἀριστερά....ποῦ εἶναι ὁ κῆπος; Καί κατάλαβα! Μέσα στό μονοπάτι εἶχε ρίξει ὁ εὐλογημένος κουκιά τά ὁποῖα -παραδόξως- φύτρωσαν καί εἶχαν βγεῖ κάτι...χαμένα κουκάκια, πού οὔτε τά ’βλεπες. Ὁ...κῆπος! Τά ἔτρωγε δέ πάντα ὠμά. Ὅταν φτάσαμε στό κελλί του ψάξαμε νά τόν βροῦμε. Καλά, ἀπό ποῦ ἦρθε ἡ φωνή του; Τελικά τόν ἀνακαλύψαμε μέσα σέ μιά τρύπα στή γῆ πού εἶχε σκάψει καί ξάπλωνε μέ τά πόδια λίγο ψηλότερα γιατί εἶχε φλεβίτη, πλέκοντας βέβαια πάντα κομποσχοίνι.
-Τί κάνεις ἐδῶ Γέροντα;
-Ἔ, νά, κάθομαι ἐδῶ πού ἔχει δροσιά....Καλώς ἤλθατε! Νά σᾶς κεράσω....
Σηκώθηκε μέ δυσκολία καί μπῆκε στό καλύβι του. Μετά ἀπό λίγο γύρισε κρατώντας ἕνα ἄθλιο πλαστικό μπώλ μέ κάτι λουκούμια πού, ὅπως συμπέρανα σέ λίγο πού προσπάθησα νά δαγκώσω ἕνα, πρέπει νά τά εἶχε ἀρκετές...δεκαετίες.
-Ὡραῖα! Τώρα νεράκι...
Μπῆκε πάλι μέσα καί γύρισε κρατώντας κάτι κονσερβοκούτια ἀπό καλαμάρια πού παλαιά μᾶς ἔδιναν «τράνζιτα» (ἀφορολόγητα) καί τά λέγαμε «Πορτόλες» γιατί ἡ μάρκα λεγόταν «Πορτόλα». Στό πλάι τοῦ καλυβιοῦ του ὑπῆρχε ἕνα λάστιχο, τό ξεβίδωσε στήν ἕνωση καί ἔτρεξε νερό. Ξέπλυνε τά κονσερβοκουτάκια καί ἔβαλε φρέσκο νεράκι νά μᾶς κεράσει.
-Ὁρίστε! Καλώς ἤλθατε πατέρες μου!
Κοίταξα μιά τό κουτάκι καί μιά τόν ἀδελφό πού πήγαμε μαζί...Μέσα στό κουτάκι ὑπῆρχε ἕνα στρῶμα ἀκαθορίστου χρώματος στόν πᾶτο καί τά τοιχώματα μέχρι ἕνα ὕψος... Ὁ ἀδελφός χαμογέλασε καί τό ἤπιε λέγοντας «τό κέρασμα τῆς ἐρήμου εὐλογημένε!». Ἐγώ δέν τά κατάφερα, τό ὁμολογῶ! Τό ἔχυσα δίπλα μέ τρόπο... Πῶς ζοῦσε ἐκεῖ ὁ εὐλογημένος, γέρος ἄνθρωπος... Μέσα τό καλυβάκι του δέν εἶχε σκεπή παρά μόνο στήν μία πλευρά, ἡ ἄλλη πλευρά ἦταν ἐκτεθειμένη στή βροχή.
-Καλά, τί κάνεις γέροντα ὅταν βρέχει;
-Εὐλογημένε, τό ἔχω τό κρεβάτι μου ἀπό τήν ἄλλη μεριά, δέν βλέπεις;
Τό καλούμενο «κρεβάτι», ἕνα ξύλινο κατασκεύασμα στο ταβάνι σχεδόν κολλητό, γιά νά τό πιάνει ἡ ζέστη, ὅπως ἔλεγε ὁ καλοκάγαθος γέρων. Ὅσο γιά ζέστη... μιά σόμπα μικροῦ μεγέθους πού γέμιζε ἀπό πάνω. Γιά νά βάλει τά μεγάλα ξύλα μέσα τά σκέπαζε μέ ἕναν...γκαζοντενεκέ γιά νά μεγαλώσει ὁ χῶρος τῆς σόμπας! Ἔλεγες βέβαια καλύτερα πού δέν ἔχει σκεπή τό καλύβι γιατί σίγουρα θά εἶχε σκάσει ἀπό τούς καπνούς ὁ γερο Χαράλαμπος...
Τό γοῦστο εἶναι πού ἦταν καί ἐφευρετικός ἀλλά καί πρωτοπορειακός! Ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀγόρασε ἀλυσοπρίονο στό Ὄρος. Καί ἐπειδή τοῦ εἶπαν νά προσέχει μήπως βρεῖ ἡ ἀλυσίδα καί τιναχθεῖ καί τόν κόψει τί μηχανεύθηκε; Ἔπιασε καί φόρεσε στά χέρια καί τά πόδια του μπουριά ἀπό σόμπες καί δυό φύλλα λαμαρίνας στό στῆθος καί τήν πλάτη. Σάν τόν Ρόμποκοπ ἦταν!
Ὅταν ἔμενε στήν Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στό Κυριακό γιά τήν λειτουργία τῆς Κυριακῆς. Παλιά δέν ἄναβαν σόμπες στούς Ναούς στό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτός ὁ καϋμένος κρύωνε καί ἐπειδή δέν ἄντεχε τόσες ὧρες, τυλιγόταν πάνω ἀπό τό ράσο μέ μια κουβέρτα, χωρίς νά ἐνδιαφέρεται πού τόν ἔβλεπαν οἱ ἄλλοι μοναχοί καί προσκυνητές, μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ βγάλουν τό παρατσοῦκλι «Ἀββᾶς Σινδόνιος».
Ἡ πιό ἀξιομνημόνευτη ὅμως ἱστορία του ἦταν ὅταν τοῦ ζήτησε ἕνας μοναχός τό κελλί πού εἶχε καί ἔμενε δίπλα στό Πρωτᾶτο, στίς Καρυές. Ἀμέσως δέχθηκε νά τοῦ τό δώσει ἐνῶ ἦταν ἤδη γέρος καί ὅδευε στά ὀγδόντα. Τοῦ τό παρέδωσε καί πῆγε νά μείνει σέ ἕνα ἀπομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στήν ἕρημο τῆς Καψάλας. Ἕνα πρωϊνό στήν πλατεία τῶν Καρυῶν ἀκούστηκε ἕνας παρατεταμένος θόρυβος σάν νά κυλοῦσαν ντετζερέδες... Βγαίνουν ἔξω ἀπό τά καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες καί προσκυνητές καί τί νά δοῦν! Ὁ γερο Χαράλαμπος, ἀπαθέστατος, ἔπλεκε κομποσχοίνι, ἔχοντας δέσει στήν μέση του ἕνα σχοινί πού τραβοῦσε πίσω του ὅλη του τήν πραμάτεια! Μιά κατσαρόλα, πιό πίσω ἕνα μπρίκι, μετά τό κουτί μέ τίς χάντρες γιά τά κομποσχοίνια, ἕνα σκαλιστήρι καί πάει λέγοντας...

Ὅσα χρήματα ἔβγαζε ἀπό τά κομποσχοίνια συνήθως τά μοίραζε, εἴτε σέ μοναχούς πού δυσκολεύονταν εἴτε στά παιδάκια τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς... Ἀπό τήν πολλή του ἁπλότητα παρεσύρθη κάποτε καί ἀκολούθησε τούς ζηλωτές ἀλλά κατάλαβε τό λάθος του καί ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία. Στό τέλος τῆς ζωῆς του γηροκομήθηκε ἀπό τούς καλούς πατέρες τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, ἀπό ὅπου καί ἀνεχώρησε γιά τόν οὐρανό τό 1998. Χάσαμε ἕναν παλαιό Ἁγιορείτη, γνήσιο ἐκφραστή τῆς Ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως τοῦ «λάθε βιώσας». Ἄγνωστος μεταξύ πάντων, μέ χαρά καί χαμόγελο βίωνε τήν ἁπλότητα τῆς ἄλλης βιοτῆς... Νἄχουμε τήν εὐχή του...

Τετράδιο 118 * Ὀκτώβριος 2009

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Συνάντηση Ἁγίων σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο τῆς Βιέννης
Μάϊος τοῦ 2003 καὶ ἡ Διακαινίσιμη περίοδος ἦταν στὸ τέλος της. Μὲ συντροφιὰ ἄλλους τρεῖς Χριστιανούς, ξεκινήσαμε πολὺ πρωί- ἀξημέρωτα ἀκόμα- γιὰ ἕνα προσκύνημα, στὴν Ἱ. Μ. τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας. Ἡ παρέα μας, γνωστὸς Ἡγούμενος Μεγάλης Ἁγιορείτικης Μονῆς, ἕνας Ἱερομόναχος καὶ ἕνας ἀκόμα λαϊκός.
Εἶχα καιρὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ προσκύνημα καὶ νὰ δῶ ἀπὸ κοντὰ τὸν ὀνομαστὸ ἐπιστήθιο φίλο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἅγιο Γέροντα π. Ἀμβρόσιο Λάζαρη. Παρακλήθηκα, περασμένες 12 τὴν προηγούμενη τὸ βράδυ, νὰ κάνω τὸν ὁδηγὸ τῆς συνοδείας, γιατὶ «κάτι ἔτυχε στὸν προγραμματισμένο ὁδηγὸ» τῆς παρέας… Ἡ χάρη τῆς Παναγίας μὲ κάλεσε νὰ ζήσω τὰ γεγονότα ποὺ καταγράφω.
Ὁ ἥλιος ποὺ ξεπρόβαλε μᾶς βρῆκε νὰ ἀνηφορίζουμε μὲ τὸ αὐτοκίνητο τὶς στροφὲς τοῦ Παρνασσοῦ. «Μάγεμα ἡ φύση κι’ ὄνειρο». Οἱ λαμπερὲς πρωινὲς ἀκτίνες του χρύσιζαν τὶς δροσοσταλίδες στὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τῶν λουλουδιῶν, δίνοντας τὴ θέα καὶ τὴν αἴσθηση μικρῶν διαμαντιῶν ποὺ σκορπίστηκαν ἁπλόχερα. Ὁ καθαρὸς βουνήσιος ἀέρας καὶ ἡ πρωινὴ δροσιὰ παράβγαιναν λές, γιὰ τὸ ποιό θὰ μᾶς πρωτοευχαριστήσει. Μέσα σὲ μία Πασχαλιάτικη πρωτόγνωρη χαρά, ἀνάμεσα στὰ ἔλατα, στὰ πεῦκα, τὶς καρυές, τὸ θυμάρι καὶ τὶς κουμαριές, τὸ αὐτοκίνητό μας ἦταν ὁ μόνος θόρυβος στὴ φύση. Στὴν μοναξιὰ καὶ ἡσυχία ποὺ τίποτα ἄλλο δὲ διέκοπτε, τριγύρω, ἐκτὸς ἀπ’ τὰ πουλιὰ ποὺ τραγουδοῦσαν ἢ φτερούγιζαν ἀθόρυβα, φθάσαμε, περασμένες ἑξήμισυ τὸ πρωί, στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Στὶς ἑπτὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσει ἡ Θ. Λειτουργία.
Στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας μᾶς περίμενε μ’ ἕνα φτυάρι στὰ χέρια, τακτοποιώντας ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοφερμένη κοπριά, γιὰ τὰ φυτὰ καὶ τὰ λουλούδια τῆς Μονῆς, ὁ πνευματικός της Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης. Μὲ ἔκδηλη χαρὰ μικροῦ παιδιοῦ χαιρέτησε τοὺς ἱερεῖς καὶ περίμενε καὶ μένα νὰ σταθμεύσω τὸ αὐτοκίνητο σὲ ἀσφαλὲς σημεῖο. Βγῆκα ἀπ’ τὸ αὐτοκίνητο καὶ βρέθηκα μπροστὰ σὲ ἕνα γίγαντα ἱερωμένο, μὲ ἕνα πλατὺ θεϊκὸ χαμόγελο καὶ μία τεράστια ἀγκαλιά.
«Ἔλα Παναγιώτη λεβέντη καὶ ἀργήσαμε. Μᾶς περιμένει ἡ Παναγία». Ἀσπάστηκα τὸ χέρι του καὶ σκέφθηκα ὅτι κάποιος τοῦ εἶπε τ’ ὄνομά μου. Μπήκαμε στὸν περίβολο κι’ ἀπὸ τὸ διάδρομο ἀνάμεσα στὶς ὁλάνθιστες περιποιημένες τριανταφυλλιὲς πηγαίναμε πρὸς τὸ καθολικὸ τῆς Ἱ. Μονῆς.
«Θὰ ψάλλουμε μαζὶ σήμερα κ. Εἰσαγγελέα. Πολὺ χαρὰ ἔχω ποὺ ἤρθατε» Ἀπορῶ ἐγὼ πάλι, ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι, γιὰ τὴν ἰδιότητά μου, κάποιος θὰ τοῦ εἶπε κάτι, ἀλλὰ πότε; μέσα στὴ νύχτα; Πῶς τὰ ξέρει ὅλα αὐτὰ γιὰ μένα. Πρώτη φορὰ τὸν συναντῶ… Ἄλλο ὁδηγὸ περίμενε.
Μπήκαμε στὸ Ναό. Διάβασα τὸν ἑξάψαλμο, ἔψαλε ὁ π. Ἀμβρόσιος, μαζί του καὶ ἐγὼ σὲ μία κατανυκτικὴ ἀνοιξιάτικη ἀτμόσφαιρα. Μοναδικὴ ἐμπειρία Θ. Λειτουργίας. Ἤμουνα δίπλα σὲ ἕνα ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας κι’ ἔζησα μοναδικὲς στιγμές. Ἡ συνέχεια μοῦ τόδειξε ἀδιαμφισβήτητα.
Γίγαντας στὸ σῶμα, στὴν ψυχὴ καὶ στὴν ἁγιότητα, ὁ Γέροντας μᾶς καλοδέχθηκε στὸ ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς, μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» τῆς ἀκολουθίας. Ἡ Γερόντισσα Παρθενία (ἂν θυμᾶμαι σωστά) καὶ οἱ ἀδελφές, σέρβιραν καφέ, τσάϊ ἀπὸ τὸν Παρνασσό, μέλι, ψωμί, τυρί, παξιμάδια καὶ πολὺ ἀγάπη.
Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα, μὲ κοφτὸ λόγο ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἀντίρρηση, προσωποποιημένες γιὰ τὸν καθένα μας, ἔκαναν τοὺς ἀκροατές του νὰ τὸν παρακολουθοῦν μὲ ἀμείωτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ὥρα πέρασε καὶ οἱ προσκυνητὲς ἀραίωσαν. Μείναμε ἡ παρέα μας, ὁ Γέροντας καὶ δύο τρία πρόσωπα γνωστά του. Ὁ Ἁγιορείτης ἡγούμενος ἀποσύρθηκε νὰ ἐξομολογήσει κάποιους ποὺ εἶχε μαζί τους συνεννοηθεῖ.
Μέχρις ὅτου ἑτοιμασθεῖ ἡ Τράπεζα, μᾶς κάλεσε στὸ ἀπέριττο κελί του, ὕψιστη τιμὴ γιὰ ἕνα ἐπισκέπτη, καὶ γυρίζοντας σὲ μένα μοῦ λέει: «Εἰσαγγελέα, τὸ βλέπεις αὐτό, δείχνοντάς μου παράλληλα ἕνα ἰδιόμορφο πέτρωμα, ὅσο ἕνα μανταρίνι σὲ μέγεθος, μέσα σ’ ἕνα μικρὸ γυάλινο βαζάκι, πάνω στὸ κομοδίνο. Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου καὶ ὁ Γέροντας συνέχισε.
«Ἄκου ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου. Πρὶν καιρὸ πέρασε ἀπὸ δῶ ἕνας Ἑλβετὸς γιατρός, φίλος τοῦ Δεσπότη τῆς Λαμίας, τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἤρθανε μαζί. Ἐγὼ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπέφερα ἀπὸ κάτι πόνους στὴ μέση καὶ ὁ Δεσπότης τὸ ἤξερε. Λέει τοῦ γιατροῦ τὸ πρόβλημα καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ μὲ ἐξέτασε, εἶπε ὅτι πρέπει νὰ χειρουργηθῶ ἄμεσα. Εἶναι πρόβλημα νεφροῦ αὐτὸ καὶ ἡ ἐγχείρηση, θὰ φρόντιζε αὐτός, νὰ γίνει στὴ Βιέννη, στὸ καλλίτερο νοσοκομεῖο. Ἔκαμα ὑπακοὴ στὸ Δεσπότη καὶ πῆγα, ποὺ λές, στὴν Ἑλβετία. Μπῆκα στὸ νοσοκομεῖο, γίνανε οἱ ἐξετάσεις καὶ προγραμματίστηκε ἡ ἐγχείρηση. Ὅλοι συμφωνοῦσαν μὲ τὴ διάγνωση κι’ ἔλεγαν ὅτι εἶναι σοβαρὴ ἐγχείριση… Μοῦ ἔλεγαν νὰ μὴν ἀνησυχῶ καὶ τέτοια.
Ἐγὼ πάλι, μία ἀπορία τὴν εἶχα, ἀλλὰ δὲν ἀνησυχοῦσα, γιατὶ εἶχα ζήσει πολλὰ θαύματα… ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ μὲ πῆρε ἄγγελος ἀπὸ μία μπίντα στὸν Πειραιά, νὰ μὲ πάει νὰ γίνω καλόγερος στὸ Ἅγιο Ὄρος, κι’ ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ μὲ περίμεναν στὴν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ οἱ Σαράντα Μάρτυρες, ὁλοζώντανοι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σὰ φρουρά, γιὰ νὰ περάσω, μέχρι ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ Γέρων Πορφύριος νὰ φτιάξω τὸ μοναστήρι Της, μετὰ τὸν παπα-Ἀνυπόμονο, καὶ μέχρι τώρα ποὺ σοῦ μιλάω, καὶ τί θαῦμα δὲν εἶδα. Γι’ αὐτὸ σοῦ εἶπα δὲ φοβόμουνα. «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει» δὲν λέει;
Τὴν παραμονὴ τῆς ἐγχείρισης ἀπόγευμα, κατέβηκα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ περπατήσω. Μεγάλο νοσοκομεῖο! Ὅπως περπάταγα, βλέπω ποὺ λές, εἰσαγγελέα μου, κι’ ἕναν ἄλλο παπά, πολύ-πολὺ γνωστό, μέτριο ἀνάστημα, νά ‘ρχεται πρὸς τὸ μέρος μου, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη μεριά, ἀπὸ ἄλλη πόρτα τοῦ νοσοκομείου. Ἔφθασε κοντά μου, χαιρετηθήκαμε.
Τί κάνεις παπα-Ἀμβρόσιε, πόσο χαίρομαι ποὺ σὲ βλέπω!!! Πολὺ καλὰ πάτερ μου, ἀλλὰ νά, σκέφτομαι τὸν κόσμο μας, τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες μας, πονάω κιόλας, ἀλλὰ Δόξα τῷ Θεῷ…
Πιάσαμε πολλὴ κουβέντα, ποὺ λές, ἀλλὰ ντρεπόμουνα νὰ τὸν ρωτήσω τ’ ὄνομά του ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ μὲ τίποτα. Μοῦ ἦταν ὅμως πολὺ γνωστός, εἴπαμε γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τὸν Σεραφείμ, γιὰ Δεσποτάδες, γιὰ πολλά… Τὸν θαύμασα! Ἀλλὰ πῶς τὸν ρωτᾶς «πῶς σὲ λένε πάτερ;», μεγάλη ντροπὴ τὸ ’νοιωθα κάτι τέτοιο…
Περπατήσαμε ὥρα. Σουρούπωσε καὶ ἔπρεπε νὰ γυρίσω στὸ θάλαμο, νὰ περάσουν οἱ νοσοκόμες, νὰ ἑτοιμαστῶ γιὰ τὴν ἐγχείριση. Καθὼς τὸ σκεφτόμουνα, μοῦ λέει: Ἄντε πᾶμε μέχρι τὸ θάλαμο, Ἀμβρόσιε, καὶ θὰ φύγω καὶ γώ. Δὲν μποροῦσα νὰ τοῦ φέρω ἀντίρρηση καὶ παρακαλοῦσα τὴ χάρη Της νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του… Μπήκαμε κι’ ἔκατσε δίπλα μου στὸ κρεβάτι. Κουβεντιάσαμε ἀκόμα λίγο καὶ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ χέρι του στὰ πλευρά μου καὶ μοῦ λέει: Ἐδῶ θὰ ἐγχειρισθεῖς; Ναὶ ἀδερφέ μου τοῦ λέω… Ἀμέσως ἔνοιωσα ἕνα πόνο, ὅπως μὲ ἀκούμπησε, καὶ ἔντονη ἐπιθυμία νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Πῆγα καὶ «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου».
Μὲ ἔντονους πόνους, σὰν τοὺς πόνους τῆς γέννας λένε εἶναι τοῦτοι, ἔβγαλα αὐτὴ τὴν πέτρα ποὺ βλέπεις. Γύρισα ἐξαντλημένος στὸ κρεβάτι καὶ λέω στὸν παπὰ ποὺ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ: Πάτερ μου, μοῦ εἶσαι τόσο γνωστός, μὰ τόσο γνωστός, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομά σου. Συγχώρα με!!! Ἀλλὰ πῶς σὲ λένε καὶ πῶς βρέθηκες ἐδῶ;
Σηκώνεται καὶ τί μοῦ λέει: Μ’ ἀγαπᾶς τόσο πολὺ κι’ ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ καὶ δὲν μὲ θυμᾶσαι Ἀμβρόσιε; Ἄκου νὰ δεῖς, ἐδῶ βρέθηκα γιατὶ πάω ὅπου θέλω, συκοφαντήθηκα καὶ κατηγορήθηκα ἔτσι ποὺ τὰ λέγαμε στὸν κῆπο ὅσο κανένας ἄλλος καὶ ἡ ἀμοιβή μου εἶναι νὰ πηγαίνω ὅπου θέλω καὶ ὅποτε θέλω γιὰ νὰ βοηθάω τοὺς ἀνθρώπους… Εἶμαι ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος!!! κι’ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ, ἦρθα καὶ σὲ χειρούργησα. Αὐτὸ νὰ τὸ δείξεις αὔριο στοὺς γιατρούς, γιατὶ αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, εἶναι ἀσταύρωτοι καὶ ἀμύρωτοι. Ὅταν τὸ δοῦν καὶ σὲ ἐξετάσουν, πές τους ὅτι σὲ χειρούργησα ἐγώ. Θὰ τὸ καταλάβουν. Σ’ ἀφήνω τώρα καὶ καλὴ ἀντάμωση, καλὴ ἐπιστροφή… καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ θάλαμο...»
Αὐτὴ ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μανταρινιοῦ ποὺ βλέπεις. Τό ’χω ἐδῶ γιὰ νὰ μὴν ξεχάσω ποτὲ τὴ συνάντηση… Εἴπαμε κι’ ἄλλα πολλά, μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο, ἀλλὰ γι’ αὐτὰ ἴσως κάποια ἄλλη φορά. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
Σήμερα, στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Ἁγίου τῆς ἄκρας ὑπομονῆς, ποὺ ἔπαθε ἀπὸ τὸν τότε ἄθεο εἰσαγγελέα Ἀττικοβοιωτίας, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη στὸ Μοναστήρι του στὴν Αἴγινα καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο του ράσο, ταρακουνώντας τον, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ποῦ ἔχει τὰ παιδιὰ ποὺ ἔκανε μὲ τὶς καλόγριες (!!!), θυμήθηκα τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου στὸν γνωστό, διορατικὸ Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τὸ θυμήθηκα καὶ τὸ κατέγραψα, ὅπως μοῦ τὸ διηγήθηκε. Ὅ,τι ἔγραψα τὸ ἔγραψα ὡς ἐλάχιστο θυμίαμα στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου τοῦ αἰῶνος. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ ὁ Γέρων Ἀμβρόσιος θὰ συμφωνήσει μὲ τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκταση τοῦ θυμιάματος, ἀπὸ τὰ οὐράνια σκηνώματα.
Ἔγραψα ἐπίσης ὅ,τι ἔγραψα, γιατὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ἀδίκως, τόσο ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἐκλησιαστικὴ δικαιοσύνη τῆς ἐποχῆς του, ὅσο κανεὶς ἄλλος. Τοῦ ὀφείλουν καὶ οἱ δύο αὐτὲς καὶ οἱ λειτουργοί τους αἰώνια συγνώμη. Τὸ προσωπικό μου ἀπολογητικὸ χρέος αὐτῆς τῆς ὀφειλόμενης συγγνώμης μὲ ὁδήγησε στὴν καταγραφὴ τῆς συζητήσεώς μου μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τίποτα περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο.
Ὁ ἐν ἐσχάτοις χρόνοις φανεὶς «ἀρετῆς φίλος γνήσιος» ἂς πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης Ἑλλάδος μας «ἀναβλύζων ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ ἐνεργῶν «πᾶσιν ἰάματα».
Ἀθήνα 9 Νοεμβρίου 2016
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ.
Παναγιώτης Ἀγγελόπουλος, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026



Ἐπιμηθεῖς εἰς τὸν βράχον
Ναί, ὅλοι δὲν εἶχον πλεύσει μὲ τὰς λέμβους ἕως ἐκεῖ ― εἰς τὸν βορεινὸν ἐκεῖνον ἄγριον βράχον τοῦ πελάγους, ὅπου ὁ Βορρᾶς, ὡς νὰ ἦτο αὐτὸς ὁ Πὰν ὁ μέγας, ζωντανὸς ἀκόμη, δὲν ἔπαυε νὰ φυσᾷ τὴν πελώριον σύριγγα, βόσκων τὰ λευκόχαιτα πρόβατά του, τὰ κύματα. Καὶ ὅμως δι᾿ ὅλους σχεδὸν ὁ βράχος ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ.
Ἦτο ἀρχὰς θέρους, τὴν 25ην ἡμέραν τοῦ Μαΐου. Ἡ συντροφιὰ ὅλη, ἀπὸ φίλους καὶ πατριώτας ἀγαπημένους, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐκτελέσῃ θαλασσίαν ἐκδρομήν, μὲ σκοπὸν ἱεροτελεστίας ἅμα καὶ πανδαισίας διὰ τὴν ἐπαύριον, Πέμπτην τῆς Ἀναλήψεως. Ἦτο εἰς τὰ 94 ― τὸν περασμένον αἰῶνα! Ὁ βράχος, εἰς τὴν βορείαν ἐσχατιὰν τοῦ τόπου, ἦτό ποτε κωμόπολις. Ἐσώζοντο ἐκεῖ ἐξωκκλήσια. Τὸ κυριώτερον ἐξ αὐτῶν ἦτο ὁ ναὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ ψαλῇ παννυχίς, καὶ νὰ τελεσθῇ λειτουργία!
Ἄλλοι ἀπὸ τὸ μεσημβρινὸν χωρίον, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, εὐλαβεῖς εἰς τὰ θεῖα ἢ φίλοι τῶν ἐκδρομῶν, μαθόντες τὸ σχέδιον, ἐπροθυμήθησαν ν᾿ ἀπέλθωσι διὰ ξηρᾶς, τρεῖς ὥρας δρόμον, εἰς τὸ αὐτὸ μέρος. Ἡ κυρίως παρέα, ὀκτὼ ἢ δέκα νέοι, ὅλοι φίλοι καὶ καλόκαρδοι, τὴν αὐγὴν τῆς Τετάρτης, ἐνῷ ἔλαμπεν εἰς τὰ σύνορα τοῦ Γραίου (ὤ, ὁ πολυπαθὴς καὶ πικροαίματος, ὁ προσφιλὴς καὶ φαεινὸς Γραῖος!), μέσα εἰς κυανᾶ καὶ πορφυρᾶ αἰθέρια χρώματα, γλυκὰ τὸ λυκαυγές, πρὶν φυσήσῃ ἀκόμη τὸ πρωινὸν μελτεμάκι, ἐπέβησαν εἰς μεγάλην βάρκαν κ᾿ ἐξέπλευσαν. Ὤ, τὰ ὡραῖα προσφιλῆ παράλια τῶν Ἑλληνικῶν νήσων! Ὤ, δὴ ἄϊλς ὂβ Γκρήϊς!… ἠτέρναλ σόμμερ γκὶλδς δὲμ γιέτ.
Μὲ τὰς κώπας διέσχισαν τὰ γαλήνια νερὰ τοῦ λιμένος, παρέπλευσαν τὸ ὀγκῶδες Μπούρτσι, τὸ μικρὸν βραχῶδες Δασκαλειό, ὅπου κάθε βράχος διηγεῖται μίαν ἱστορίαν τῶν μαθητικῶν μας χρόνων ― ὅταν ἐφεύγαμεν κρυφὰ ἀπὸ τὸ σχολειό, ἐπαίρναμεν ἀναρώτα καμμίαν βάρκαν, ἢ ἐτρέχαμεν ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν, κ᾿ ἐκολυμβούσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν ὡς δελφίνια. Ὑπερέβησαν τὰ λευκὰ Λαζαρέτα μὲ τὴν ὡραίαν ἀποβάθραν καὶ τὰς μαρμαρίνας βαθμίδας. Διέβησαν, ἀντικρὺ εἰς τὸ ὑψηλὸν νησίδιον Μαραγκό, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μπούταν ― ἄκραν ἀπότομον τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς, μὲ τόσους ἀπεσπασμένους σπαρτοὺς βράχους, ὅπου, ὅταν ἤμην παιδίον, καὶ παρέπλεα τυχὸν ἐκεῖ, ἐφανταζόμην πὼς ἔβλεπα τὸ φάσμα τοῦ γερο-Μιτζέλου ―ὁ γέρων εἶχε πνιγῆ εἰς τὰ ὡραῖα γαλανὰ νερὰ ἐκεῖ, ἐνῷ ἠσχολεῖτο θηρεύων κοχύλια καὶ πεταλίδες― καὶ εἰς τὰ δύο νοτιανατολικὰ νησιά, τὴν Ἄρκον, τὴν πρασινοβολοῦσαν καὶ στολισμένην μὲ λευκὴν τραχηλιάν, καὶ τὴν Τρυπ᾿τήν, μικράν, δειλήν, κρύπτουσαν τὸ πρόσωπον εἰς μίαν πτυχὴν ὄπισθεν τῆς ἐσθῆτος τῆς μητρός της.
Εἶτα ἐπρόβαλαν εἰς τὸ πέλαγος ― εἰς τὸ πέραμα τὸ μεταξὺ τῶν δύο νήσων· ἔβαλαν πλώρην κατὰ τὸν Βορρᾶν. Ἡ αὐγὴ ἀπὸ πορφυρᾶς εἶχε γίνει ροδίνη, εἶτα χρυσῆ. Ἡ θάλασσα εὐμενὴς φαίνεται νὰ γλυκαίνεται ἀπὸ τὰ τόσα θεσπέσια κάλλη, καὶ ὀρχεῖται φαιδρά, πλήττουσα τὴν στείρην ―καρίναν― τῆς ἀκάτου. Τὸ ἀπόγειον ὡς γλυκεῖα μητρικὴ θωπεία φυσᾷ, ψιθυρίζον ἔρωτας καὶ θάλπος ἑστίας εἰς τὰ ὦτα. Ἔκαμαν πανιά. Καὶ πλέουν, πλέουν. Ὤ, ἰδού, τ᾿ Ἀραπάκια, οἱ ἀμαυροὶ σκόπελοι, μὲ τὰς κορυφάς των, ποὺ γυαλίζουν ἀμυδρά, σεμνά, ὡς κοράλλια, εἰς τὴν ἑωθινὴν ἀκτῖνα. Διατί συνθλίβετε οὕτω τὸ κῦμα, καὶ κάμνετε νὰ κοχλάζουν τὰ νερά, ἀνάμεσα εἰς τὰς σκληρὰς σιαγόνας σας;
―Ὤ, φανῆτε εὐμενῆ πρὸς τοὺς πλέοντας ναυβάτας, ὦ πατριωτικὰ Ἀραπάκια.
Καὶ πλέουν, πλέουν. Ἰδοὺ τὸ Ἀσπρόνησο ― ὁ πάλλευκος βράχος, οἱ ἀποθέται, ὅπου ρίχνουν τὰ κουνέλια, καὶ ὅπου πηγαίνουν οἱ ἴδιοι ποὺ τὰ ἔρριψαν διὰ νὰ τὰ κυνηγοῦν. Δὲν ἀκοῦτε γαυγίσματα παραπονετικὰ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχόμενα, ὦ ναυβάται; Κάποιος εἶχε ρίψει τὸν σκύλον του ἐκεῖ ἐπάνω, ἀλλ᾿ ὁ σκύλος ἔπεσε πάλιν κολύμβι, κ᾿ ἐπανῆλθε πρὸς τὸν ἀφέντην του.
Ἰδού, ἔφθασαν εἰς τὸν Σιδεριᾶν, ἢ τὰ Σιδερονήσια. Πέτραι καὶ βράχοι ὅπου ἐπάγωσεν ἐπάνω σας τὸ χρῶμα τῆς τρικυμίας κ᾿ ἐκρυσταλλώθη τὸ φύσημα τοῦ Βορρᾶ, εἴθε νὰ μεταδίδετε διὰ πάντοτε τὴν ὄψιν καὶ τὴν πνοὴν αὐτὴν εἰς τοὺς ἁρμοὺς καὶ τὰ νεῦρα τῶν ποντοπόρων βιοπαλαιστῶν μας.
Τέλος ἔφθασαν ἀντικρὺ στὸ Κλῆμα· μίαν ἀπορρῶγα ἄξενον ἀκτήν. Ὁ ἥλιος τοὺς εὗρε παρὰ τὸ στόμιον τῆς Σκοτεινῆς Σπηλιᾶς. Ὤ, ἦτο καιρὸς διὰ ν᾿ ἀνατείλῃ ἐπὶ τέλους. Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ κύψουν ὅλοι οἱ ἐπιβάται, νὰ χαμηλώσῃ καὶ ἡ βάρκα, διὰ νὰ εἰσέλθουν ἐκεῖ. Ὁ Χατζηραφτάκης, ὁ ἡγέτης τῆς ἐκδρομῆς, καὶ ἰδιοκτήτης τῆς βάρκας ―ὅστις ἐγνώριζεν ὅλα τὰ κατατόπια τῶν συναγρίδων καὶ φαγκριῶν, χωρὶς ἄλλως νὰ ἐπαγγέλλεται τὸν ἁλιέα― τοὺς εἶχεν ὑποσχεθῆ μίαν συναγρίδα, 4 ὀκάδων καὶ κάτι. Ἦτο μᾶλλον ἀρχοντόπουλον τοῦ τόπου καὶ κτηματίας, ἰσόβιος δημοτικὸς σύμβουλος ―ἂς πεζολογήσωμεν ὀλίγον― διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι ἡ κάλπη του ἦτο πάντοτε τελευταία (καθότι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ὅστις νὰ καλῆται Ψαρουδάκης ἢ Ὠιμενόπουλος εἰς τὸν τόπον) καὶ δεύτερον, διότι καὶ τὰ δύο κόμματα τὸν ἤθελαν ― αὐτὸς δὲ δὲν ἤθελε νὰ λυπήσῃ τὸ ἕν, δηλῶν ὅτι ἦτο μὲ τὸ ἄλλο. Ἐκεῖ λοιπόν, εἰς τὴν Σκοτεινὴν Σπηλιὰν ὁ Χατζηραφτάκης ἤγρευσε τὴν ἐπηγγελμένην συναγρίδα ἀκριβῶς τόσην, ὅσην τὴν εἶχεν ὑποσχεθῆ· τέσσαρας καὶ μισὴν ὀκάδας τὸ βάρος.
Τέλος, μὲ τὴν γενναίαν συναγρίδα ὡς γέρας, τῶν πρωινῶν θαλασσίων ἀγώνων των τὸ ἔπαθλον, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὴν Σπηλιάν. Ἐπλησίαζον ἤδη εἰς τὸ τέρμα τοῦ πλοῦ, εἰς τὸν βορεινὸν Βράχον. Ἀλλὰ πρὶν φθάσουν ἐκεῖ ―nos te facimus, Fortuna, deam!*― συνέβη νὰ συναντήσουν εἰς τὸ πέλαγος, τί; ἓν πλοῖον, ἁπλῶς. Ἀλλὰ τὸ πλοῖον προήρχετο ἀπὸ μίαν τῶν Κυκλάδων τῶν οἰνοφόρων ―τὴν Κέαν ἢ τὴν Πάρον, δὲν ἐνθυμοῦμαι― κ᾿ ἔπλεε διὰ Θεσσαλονίκην φορτωμένον κρασιά.
Ἡ ὁμὰς τῶν πανηγυριστῶν δὲν ἦτο ἀπρομήθευτος· ὁ τόπος των δὲν ἦτο ἄοινος. Εἶχαν πάρει μαζί τους δαμετζάναν πλήρη, προσέτι δύο φλάσκες μαύρου· εἶτα ἄλλας δύο, τὴν μίαν ἐκ κεφαλοκρούστου ροδίτου, τὴν ἄλλην μοσχάτου ξανθοῦ. Ἀλλά… νὰ συναντήσῃ τις παρ᾿ ἐλπίδα εἰς τὸ πέλαγος κρασοκάικο γεμᾶτο, καὶ νὰ πωλῇ πρὸς 12 λεπτὰ τὴν ὀκάν… εἶναι τόσον ἐκπληκτικὸν τὸ πρᾶγμα… «*Ἡμεῖς σὲ ποιοῦμεν θεάν, ὦ Τύχη».
Τὸ συμβούλιον ἐντὸς τῆς βάρκας ἐν ἀκαρεῖ διεσκέφθη καὶ ἀπεφάσισεν. Ἀγγεῖον ἄλλο εὔκαιρον δὲν εἶχον, εἰμὴ τὴν ρακολαγήναν, 22 ὀκάδας χωροῦσαν, τὴν ὁποίαν εἶχαν πάρει γεμάτην νερὸν ἀπὸ τὸν λιμένα. Ἐχύθη εἰς τὴν θάλασσαν τ᾿ ὀλίγον νερὸν τὸ ὁποῖον εἶχε μείνει ἀκόμη, καὶ ἡ μεγάλη λάγηνος ἐγεμίσθη οἴνου διάρμενα ἢ ὑπέρκαλα, ἂν θέλετε, δηλαδὴ ἀπὸ κωπαστὴν εἰς κωπαστὴν τῶν δύο πλοίων.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026



Τὶ μᾶς διδάσκει ὁ Τίμιος Πρόδρομος
Τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν φράση: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, διότι ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐγκαινίαζε στὸν κόσμο τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Διότι, ὅπου εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο καὶ νὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἀμετανόητος, σκληρημένος μέσα στὸν ἐγωισμό του, στὴν αὐτάρκειά του, στὴν φιλαυτία του καὶ στὰ πάθη του, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ οὔτε τὸν Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο οὔτε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, προκειμένου νὰ ἀνοιχθοῦν οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐδίδασκε «μετανοεῖτε».
Ἀλλὰ ἡ φωνὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου φθάνει μέχρις ἡμῶν καὶ τὸ κήρυγμά του εἶναι αἰώνιο κήρυγμα. Καὶ ἐμᾶς μᾶς καλεῖ ὁ Τίμιος Πρόδρομος σήμερα νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς μετανοίας, ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά μας καὶ ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως καὶ ἄλλοτε τονίσαμε, ἡ μετάνοια δὲν εἶναι κάτι ποὺ γίνεται μία φορὰ καὶ τελειώνει. Εἶναι μία διαρκὴς στάση ζωῆς. Συνεχῶς πρέπει νὰ μετανοοῦμε, γιὰ νὰ μὴ φεύγει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἐμᾶς.
Ὅταν πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε τέλειοι, ὅτι δὲν ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, ἤδη βρισκόμαστε σὲ μία ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει σέ μᾶς. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια δὲν εἶναι μόνο πόνος, γιατὶ δὲν ἐκπληρώνουμε στὴν ζωή μας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπόφαση ἀγῶνος γιὰ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπ’ ὅ,τι λυπεῖ τὸν Θεό.
Καὶ μία σκέψη νὰ κάνη ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ –ἄπρεπη σκέψη– ἡ ὁποία τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, πονάει καὶ λυπεῖται, διότι λύπησε τὸν Θεό, καὶ μετανοεῖ. Αἰσθάνεται ὅτι ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἕνα λογισμὸ κακὸ καὶ ἀπρεπῆ, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἕνας ψιλὸς λογισμός, χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ πρέπει πάλι νὰ μετανοήσει, νὰ ζητήσει συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἔλθει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του.
Ἐκπληρώνεται στὸν προφήτη Ἰωάννη καὶ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «πάσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὅρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται». Οἱ φάραγγες ποὺ πρέπει νὰ πληρωθοῦν, γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Μεσσίας στὴν ζωή μας, εἶναι οἱ ἐλλείψεις οἱ πνευματικὲς ποὺ ἔχουμε, καὶ τὰ βουνὰ ποὺ πρέπει νὰ ταπεινωθοῦν, γιὰ νὰ γίνει εὐθεία ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ περπατήσει ὁ Κύριος καὶ νὰ ἔλθει σ’ ἐμᾶς, εἶναι τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὡς ἄλλα βουνὰ μᾶς πλακώνουν καὶ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ζήσουμε ζωὴ ἀπαθείας καὶ ἁγιότητος.
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, πρέπει νὰ ἔχουμε μία συνεχὴ μέριμνα στὸν ἑαυτό μας· τί κενὰ ἔχουμε, τί ἐλλείψεις ἔχουμε, τί φαράγγια ἔχουμε μέσα μας καὶ τί βουνὰ ἔχουμε μέσα μας, δηλαδὴ τὰ πάθη ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ εἶναι ζωὴ μετανοίας, ζωὴ ἀγῶνος, ὥστε τὶς μὲν ἐλλείψεις νὰ καλύψουμε, τὰ δὲ πάθη νὰ ταπεινώσουμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Μεσσία, Λυτρωτή μας καὶ Σωτήρα μας.
Εὐχαῖς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ἂς ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ ἀγωνισθοῦμε τὸν καλὸ αὐτὸν ἀγώνα τῆς μετανοίας μέχρι τῆς τελευταίας μας ἀναπνοῆς.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026


Ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῶν Θεοφανίων περιέχει ἕναν λόγο τοῦ Χριστοῦ μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αὐτὸν τώρα θέλω λίγο νά στρέψω τὴν προσοχὴ σας.
Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος τῆς Θεοφάνειας τοῦ Κυρίου προηγεῖται κήρυγμα στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, τοῦ Ἰωάννου, τοῦ Προδρόμου τοῦ Κυρίου, τοῦ μείζονος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων πού γέννησαν ποτέ οἱ γυναῖκες. Τὸ φλογερὸ του κήρυγμα τῆς μετανοίας γιά τὸ ὁποῖο προετοιμαζόταν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας τραβοῦσε πρὸς αὐτὸν μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων. Ὁ πύρινος λόγος τοῦ κηρύγματός του ἔκαιγε τίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους βάπτιζε στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καθαρίζοντας τίς ἁμαρτίες τους.
Τὴν μεγάλη ἐκείνη ἡμέρα μὲ πολλὴ ἔκπληξη παρατήρησε ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων πού ἔρχονται γιά νά βαπτιστοῦν βρίσκεται καὶ Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον μέχρι τότε δέν εἶχε γνωρίσει ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὅτι θὰ βαπτίζει μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καὶ ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του, τοῦ εἶπε μὲ δέος: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ Σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς μέ;»
Ἐμεῖς, ποὺ ἤδη εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί, δέν θὰ μπορούσαμε νά καταλάβουμε γιατὶ ὁ ἀναμάρτητος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πῆγε στό δοῦλο του τὸν Ἰωάννη καὶ ζήτησε νά βαπτιστεῖ ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας γιά νά Τοῦ ἀφεθοῦν οἱ ἁμαρτίες του, τὶς ὁποῖες δέν εἶχε, ἂν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δέν μᾶς τὸ ἔλεγε ἀπαντώντας στήν ἐρώτησῃ τοῦ Προδρόμου τὸ ἑξῆς: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην»
Ὤ, Κύριε μας! Σὲ προσκυνοῦμε ἐσένα καὶ τὸν Πρόδρομό Σου καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας γιά τὸ ὅτι μᾶς ἔμαθες νά σεβόμαστε καὶ νά τιμᾶμε «πᾶσαν δικαιοσύνην» καὶ νά μισοῦμε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία, διότι ἐκείνη προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ἄκομα καὶ ἡ πιὸ ἀσήμαντη δίκαιη πράξη, εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔλαβες τὸ βάπτισμα ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στόν Ἰορδάνη ποταμὸ γιά τὴν ἄφεση ἁμαρτιῶν διότι ἤθελες νά ἐκπληρώσεις ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἡ κατάδυση στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἀποτελοῦσε σφράγισμα τῆς μετανοίας γι’ αὐτούς πού ἔρχονταν νά βαπτιστοῦν. Διότι γιά τὴν ὁλόκαρδη μετάνοια, αὐτός πού δεχόταν τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, λάμβανε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.
Τὸ βάπτισμα ὅμως αὐτὸ δέν ἀνακαίνιζε τὸν ἀνθρωπο καὶ δέν ἦταν γι’ αὐτὸν μία δεύτερη γέννηση, ὅπως αὐτὸ γίνεται στό μεγάλο μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο βαπτιζόμαστε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί. Ἦταν λοιπὸν δίκαιο τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου. Δέν μίλησε ὅμως μόνο γι’ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνη, ὁ Σωτῆρας μας στόν Ἰωάννη γιά νά τὸν καθησυχάσει καὶ νά λύσει τὴν ἀπορία του, ἀλλὰ γιά τὴν πᾶσα δικαιοσύνη, δηλαδή γιά τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν Θεῖο λόγο του ἁγίασε καὶ εὐλόγησε τὴν κάθε ἀλήθεια καὶ συνεπῶς κατέκρινε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία.
Σκεφτεῖτε, ἀγαπητοί μου, ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου μὲ μένα πνεύματος, κοινωνοί τοῦ μικροῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ, πόση ἀδικία ὑπάρχει στόν κόσμο! Πόσο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι ὁ πόλεμος, ὅταν οἱ λαοί, ἀκόμα καὶ οἱ χριστιανικοὶ λαοί, ἐξοντώνουν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον! Ἂν ὁ φόνος ἑνὸς μόνο ἀνθρώπου σὲ πολλοὺς λαοὺς τιμωρεῖται μὲ θάνατο, τότε πῶς ὁ Κύριος θὰ τιμωρήσει αὐτοὺς πού εὐθύνονται γιά τὸ φόνο δεκάδων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων; Ἡ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία εἶναι ἀδικία καὶ ὁ πόλεμος εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀδικία τὴν ὁποία ὅλοι μας πρέπει νά τὴν μισοῦμε.
Μεγάλη ἀδικία ὑπάρχει στά κράτη ἐκεῖνα ὅπου ἡ γῆ, ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἰδιαίτερα σ’ αὐτούς πού τὴν καλλιεργοῦν, δέν ἀνήκει στόν λαὸ καὶ στό κράτος ἀλλὰ σ’ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐξουσία, ποὺ τοὺς τὴν δίνει τὸ χρῆμα. Καὶ πόση ἀκόμα ἀδικία ὑπάρχει στίς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ μελῶν τῆς ἴδιας οἰκογένειας. Ἡ ἀδικία αὐτὴ χαροποιεῖ παρὰ πολὺ τὸ διαβολο. Δέν ἦταν ἔτσι τὰ πράγματα στήν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων, μεταξὺ τῶν πρώτων χριστιανῶν. «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. καὶ μεγάλῃ δυνάμει ἀπεδίδουν τὸ μαρτύριον οἱ ἀπόστολοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν».
Δέν εἶναι μόνο ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας ἔχει γιά μᾶς ἐπίσης ὕψιστη σημασία διότι ἔχουμε τὴν φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὴν στιγμή πού ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινε ἀπὸ τὸ νερὸ πάνω, ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα πού μαρτυροῦσε γιά τὸν Υἱὸ του λέγοντας: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.». Καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο «ἐν εἴδει περιστερᾶς» κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πάνω στό κεφάλι τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτὴ ἡ Θεοφάνεια, ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἴδιος, ὁ τρισυπόστατος Θεὸς, φανέρωσε τὴν θεότητα τοῦ Δευτέρου Προσώπου του, τοῦ ἐνσαρκωμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς-Πατέρας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὰν νά παρουσίασαν στήν ἀνθρωπότητα τὸν Σωτήρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Δέν ἀρκοῦν αὐτὰ σ’ ἐκείνους πού δέν πιστεύουν στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Δέν τοὺς συγκινεῖ ἡ Θεία του διδασκαλία, μὲ τὴν ὁποία δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ καμμία ἀνθρώπινη; Δέν τοὺς ἀρκοῦν τὰ θαύματά του μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς ἐπιβεβαίωνε τὸ κήρυγμά του; Δέν τοὺς φτάνει τὸ ὅτι τὸ κήρυγμά του τὸ σφράγισε μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα του πάνω στόν φοβερὸ σταυρὸ τοῦ Γολγοθᾶ; Καὶ τὸ ὅτι ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ θάνατό του, καί πού γιά σαράντα ἡμέρες, μετὰ τὴν ἀνάστασή του, φανερώθηκε πολλὲς φορὲς στούς μαθητὲς του, καὶ ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἔνδοξη ἀναλήψή του στούς οὐρανοὺς ἀπὸ τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν;
Ὤ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ! Ὤ, Σωτήρα μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ! Στά ἔργα τῆς ἀγάπης σου, στά ἀμέτρητα θαύματά σου, πρόσθεσε καὶ ἕνα ἄλλο θαῦμα: ἄγγιξε μὲ τὴν δεξιὰ σου τή λίθινη καρδιά τους καὶ δῶσε σ’ αὐτοὺς «καρδία σαρκίνη». Ἀμήν.
Ἅγιος Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026


Λὲς καὶ ἕνα «Κύριε Ἐλέησον» καὶ τελείωσε
– Μακαριώτατε, ἔχετε μιλήσει γιὰ τὴν οἰκονομικὴ κρίση, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ὄχι μόνο τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔχετε πεῖ ὅτι εἶναι μία μορφὴ πολέμου, ἐν πάση περιπτώσει. Προφανῶς, μὲ θύματα καὶ μὲ θύτες. Μιλῆστε μας γι’ αὐτό, τὸ πῶς βλέπετε ἐσεῖς αὐτὴ τὴν κρίση καὶ ποιός ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας –ἂν θέλετε– γιὰ τὰ θύματά της;
– Ἀναφέρθηκα προηγουμένως στὴν ἀρρώστια, ἔτσι; Ἡ οἰκονομικὴ κρίση δὲν ἦρθε σὰν ἀλεξίπτωτο ἀπὸ τὸν οὐρανό, εἶναι μία συνέπεια μίας συμπεριφορᾶς, ἑνὸς τρόπου ζωῆς τοῦ λαοῦ μας. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι γιὰ μία περίοδο εἴχαμε πάρει μεγάλη φόρα, ὅτι πρέπει νὰ ζοῦμε πολὺ ἔτσι, εὐτυχισμένοι, μὲ δανεικά. Αὐτὸ τουλάχιστον γιὰ μένα ἀποτελοῦσε πάντοτε ἕνα ἐρώτημα. Θυμᾶμαι τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα μου, ποὺ μᾶς ἔλεγε πάντοτε «μὴ δανείζεστε». Ἐδῶ οἱ μεγάλοι οἰκονομολόγοι εἶχαν τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ δανειστοῦμε καὶ στὸ τέλος θὰ μᾶς τὰ χαρίσουν οἱ ἄλλοι. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπῆρξε μία ἁπλοποίηση γιὰ πολλὰ πράγματα, καὶ κυρίως δὲν ὑπῆρξε ἡ ἐνημέρωση τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος ἦταν εὐτυχής, οἱ τράπεζες τοῦ ἔλεγαν «δανείσου γιὰ νὰ κάνεις διακοπές».
Ἄρα, σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν περιπέτεια, βεβαίως μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔχει λεχθεῖ κατὰ καιροὺς ὅτι «ὅλοι τὰ φάγαμε», ἀλλὰ ἔχει ἕνα στοιχεῖο ἀλήθειας ὅτι ὅλοι ἔχουμε, λίγο, μὲ τὸν ἕνα τρόπο ἢ τὸν ἄλλο, μὲ τὸ δαχτυλάκι μας, πάρει κάτι ἀπὸ τὸ μέλι αὐτό. Δηλαδή, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ μᾶς ἔδιναν οἱ Εὐρωπαῖοι τόσα χρήματα γιὰ νὰ ὑπάρξει οὐσιαστικὴ ἀνάπτυξη τῶν ὑποδομῶν, δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατί ὁ τάδε ποὺ εἶχε δέκα πρόβατα, ἔπρεπε νὰ τὰ δηλώσει ἑκατό, γιὰ νὰ ἔχει μεγαλύτερες ἀποδοχές. Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἐπίσημος, δὲν εἶναι ὁ πολιτικός, εἶναι ὁ ἁπλὸς λαός. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἁπλὸς λαὸς ἔκανε τέτοιες ζαβολιές, ἔτσι; Ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπαιρναν ἐπιδόματα δήλωναν τυφλοί, ἐνῶ δὲν ἦταν τυφλοί, ἢ κωφοὶ καὶ δὲν ἦταν κωφοί. Ἔχουμε μέρος εὐθύνης, λίγο ἢ πολύ, πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν εὐθύνη, δὲν τίθεται ζήτημα. Ἀλλὰ γενικὰ μιλώντας, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι ἔχουμε εὐθύνη.
Σᾶς εἶπα καὶ προηγουμένως, ἡ ἀντίσταση σὲ αὐτό, δὲν εἶναι οἱ γενικὲς θεωρίες, νὰ εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι, νὰ λέτε τὴν ἀλήθεια καὶ τέτοια πράγματα, εἶναι ἡ καλλιέργεια μίας πνευματικότητας, ἕνας τρόπος ζωῆς. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σημαίνει πραγματικὰ μία εὐλογημένη καὶ εὐτυχισμένη ζωή; Νὰ ἔχεις περισσότερα χρήματα καὶ νὰ κάνεις περισσότερα ταξίδια; Ἢ νὰ εἶσαι πράγματι ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ἀληθινός, ἕνας ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης; Ἐδῶ εἶναι ὁ μεγάλος ρόλος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ καταλαβαίνουμε πάρα πολύ. Καὶ σᾶς εἶπα, ποιός εἶναι ὁ καλὸς ὀρθόδοξος; Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει κάνει ἕνα σωρὸ ζαβολιὲς καὶ ὁ ὁποῖος κάνει καὶ μία ἀφιέρωση μίας εἰκόνας στὴν ἐκκλησία καὶ ἔχει τὴ συνείδησή του ἥσυχη; Ἔ, ὄχι, δὲν εἶναι ἔτσι.
Ἐμεῖς πρέπει νὰ μιλήσουμε μὲ προφητικὸ τρόπο καὶ νὰ ποῦμε «ἀκοῦστε, δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα». Ἂν διαβάσουμε ὅλα τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία μας. Νὰ μιλήσω γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, τὶς προφητεῖες τοῦ Ἠσαΐα, μιλoῦν ἀδιάκοπα γιὰ δικαιοσύνη καὶ ἀλήθεια. Εἶναι ἕνα πρόβλημα, τὸ ὁποῖο μὲ ἔχει πραγματικὰ ἀπασχολήσει, ὅτι εἶναι ἀκατανόητα αὐτὰ τὰ κείμενα σήμερα ὅπως διαβάζονται, γιατὶ εἶναι στὴ γλώσσα τὴν πιὸ παλιὰ ποὺ τὴν ἔχουμε ἀφήσει. Ἀλλὰ τὰ μηνύματα εἶναι αὐτά. Ἂν θὲς πραγματικὰ νὰ εἶσαι ὀρθόδοξος, δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κάνεις ἀδικίες, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλεύεσαι τὸν ἄλλο, ὁ ὁποῖος λὲς ψέματα, ὁ ὁποῖος ζεῖς μία ζωὴ ἀνήθικη. Κατόπιν λὲς καὶ ἕνα «Κύριε Ἐλέησον» καὶ τελείωσε. Δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα.

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Τῆς δασκάλας τὰ μάγια
Μεγάλο θάμα ἔγινε, εἰς ὅλη τὴ γειτονιά ―καὶ εἰς ὅλο τὸ χωριὸ μάλιστα― ἕνα Σάββατον πρωί, καθὼς ἐπῆγεν ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν ὑπασπιστίναν της, τὸ Οὐρανιώ, τὸ θυγάτριον τοῦ Παναγῆ τοῦ Κυραντώνη, διὰ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρταν τοῦ Σχολειοῦ· ἡ μικρὰ ὑπασπίστρια ἐπροπορεύετο κρατοῦσα ἕνα κομψὸν κουτί, καὶ δύο τυλιγμένα ἐργόχειρα, ἔκαμνε χαριτωμένους μορφασμοὺς καὶ τσακίσματα, εἶχε τὴν ξανθὴν πλεξίδα της λοξὰ πρὸς τὸ ἕνα αὐτί, κ᾿ ἦτον ὅλη μειδίαμα καὶ χάρις, ὥστε ἡ μὲν μυτίτσα της ἐγίνετο πλακαρὴ καὶ σχεδὸν ἐξηλείφετο ἀπὸ τοὺς δύο μορφασμοὺς καὶ τ᾿ αὐλακάκια τὰ σχηματιζόμενα ἑκατέρωθεν, ἀπὸ τὸ πτερύγιον τῆς ρινὸς ἕως τὰ κάτω βλέφαρα, καὶ τὰ ματάκια της μισοκλεισμένα ἐτόξευαν ὑγρὸν σπινθῆρα· ἡ δασκάλισσα, χλωμή, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ συνοδός της, ἀναδεδεμένη τὸν στέφανον τῆς πλουσίας κόμης της, ἄμεμπτος εἰς τὰ τῆς μόδας· ἀλήθεια, τὰ κορίτσια τοῦ Σχολειοῦ, εἶχαν μάθει καλοὺς πολιτισμένους τρόπους ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δασκάλες· ἐμάθαιναν γράμματα καὶ χειροτεχνήματα, ἔκαμναν ὡς καὶ γυμναστικήν, ἓν-δύο-τρία, εἰς τὸ προπύλαιον τοῦ Σχολείου· ἡ κόρη τοῦ Ντάκου εἶχε μάθει πῶς νὰ χτενίζῃ τὰ ἀχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, ἁπλωμένα ἐπὶ τῶν νώτων, μέχρι τῆς μέσης, λευκοφοροῦσα ὡσὰν ἀνεράιδα τοῦ βουνοῦ· αἱ παιδίσκαι τοῦ Στόιου καὶ τοῦ Λεγαντῆ εἶχον μάθει μπλὲ μαρέν, καὶ καρρέ, ἀκόμη καὶ τρανσπαράν· καὶ τὸ θυγάτριον τοῦ Σταμάτη τοῦ Μπλατσίνη εἶχε μάθει εἰς ἕνα μονότονον, ἀχρωμάτιστον ἦχον διάφορα ἀνόητα τραγουδάκια· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξανθὴν πλεξίδα λοξὴν πρὸς τὸ αὐτί, ὅλαι σχεδὸν αἱ μαθήτριαι τὴν εἶχον ἀναπετάσει ἐσχάτως· ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ αὐτὶ ἐβγῆκε τὸ μυαλὸ τῆς δασκάλας καὶ τῶν κοριτσιῶν, ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἐξητμίσθη ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς, διὰ μέσου τῶν ριζῶν ἑκάστης τριχός, καὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι εἶχε φύγει ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Σχολείου· πλὴν ταῦτα ἦσαν λόγια τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, τῶν γλωσσαλγῶν, ὁποὺ μεταχειρίζονται τὴν ρόκαν μόνον ὡς συνόδευμα τῶν κινήσεων τῆς γλώσσης, ἢ ἔχουν τὴν κακολογίαν οἱονεὶ ὡς κέλευσμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ κόπου τῆς ρόκας.
Ὁ κόσμος θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ βαδίζῃ ἐμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· μὲ σκιρτήματα μονοπόδαρα, μὲ σκοντάμματα, ἢ μὲ βήματα καρκίνου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὅσοι ἐγήρασαν, κ᾿ ἐκουράσθησαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν· εἰς ὅσους «ἐπαλαιώθησαν, καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὑτῶν».

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026



Ὁ ἄθεος πολιτισμὸς
Τί εἶναι ὁ ἄθεος πολιτισμός; Εἶναι τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀνθρώπινη περηφάνεια, ἡ πολύχρωμη σκόνη, τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι μαζεύουν καὶ προσέχουν, ἀλλὰ ὁ ἀέρας τοῦ χρόνου τὴν σκορπίζει σὰν στάχτη.
Τί εἶναι ὁ πολιτισμὸς ὅταν συγκρίνεται μὲ τὸν Θεό; Καπνὸς καὶ στάχτη, παιδικὸ παιχνίδι.
Τί εἶναι ὁ πολιτισμὸς σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Μηδέν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανὸ πλάσμα καὶ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ πολιτισμὸς εἶναι μηχανικὴ δημιουργία χωρὶς ζωή, ἀνθρώπινο ἔργο. Ὁ Θεὸς μὲ πάρα πολὺ αὐστηρὸ τρόπο τιμώρησε τοὺς λαοὺς οἱ ὁποῖοι λάτρευαν τὶς δικές Του δημιουργίες: τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἀστέρια, τὰ ζῶα, τὰ δέντρα, τὶς πέτρες. Πῶς νὰ μὴν τιμωρήσει ἐκείνους ποὺ λατρεύουν τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, ποὺ εἶναι ἀσήμαντα σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;
Τί εἶναι πολιτισμός; Εἶναι χρωματιστὸ χαρτὶ ἢ πελεκημένο δέντρο, ἢ σμιλευμένη πέτρα, ἢ σωρὸς ἀπὸ πέτρες, ἢ ἕνα ποίημα ἢ ἕνα σχέδιο ρούχου, ἢ μία ἀτμομηχανή, ἢ μία ἠλεκτρικὴ μηχανή, ἢ μία μαγνητικὴ μηχανὴ ἢ ἕνας δρόμος. Αὐτὰ εἶναι πολιτισμὸς καὶ τίποτε ἄλλο. Σ' αὐτὰ προσκύνησαν οἱ Εὐρωπαῖοι θεωρώντας τα θεότητες μὲ τὴν παρακίνηση τῶν Ἑβραίων.
Στὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν νέων εἰδωλολατρῶν ὑπάρχει ὁ λογισμὸς πὼς δὲν εἶναι τίποτε νὰ σκοτώσει κανεὶς ἕναν ἄνθρωπο, εἴτε ἕνα ἑκατομμύριο ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι κακὸ νὰ σπάσει κανεὶς ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ μάρμαρο, ἕνα ἔργο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Στὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν νέων εἰδωλολατρῶν θεωρεῖται πὼς δὲν εἶναι τίποτε, ἂν κάποιος ξεκινήσει ἕνα πόλεμο, κάψει χωριά, πόλεις καὶ μὲ τὴν πείνα, τὴ φωτιά, τὸ σπαθί, καταστρέψει ὁλόκληρους λαούς. Ἂν ὅμως κάποιος κάψει ἕνα πίνακα ζωγραφικῆς, εἴτε κάποιος καταστρέψει μία βιβλιοθήκη μὲ ἕνα ἑκατομμύριο ἀθεϊστικὰ βιβλία, εἶναι ἄγριος, εἶναι ἀληθινὰ ἄθεος, ἐπειδὴ δὲν σεβάστηκε τὴ μοναδικὴ θεότητά τους, τὸν πολιτισμό...
Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026


Μεγαλείων ὀψώνια
Τελευταῖος καὶ ταπεινότερος ἐκ τῶν θαμώνων ἦτο ὁ μπαρμπα-Νικόλας ὁ Μονεβασίτης, πρῴην μανάβης. Ὅταν ἐγύριζε μὲ τὸ γαϊδουράκι του ὅλην τὴν πόλιν, κ᾿ ἐπώλει καρποὺς καὶ κηπουρικά, τοῦ συνέβη νὰ κρατήσῃ μὲ τὰς χεῖράς του εἰς τὸ κέντρον τοῦ δρόμου, ἀφηνιασμένον ἄλογον, καὶ νὰ τὸ καταδαμάσῃ. Εἶχε κερδίσει ὁπωσοῦν χρήματα ἐκ τοῦ ἐμπορίου του. Εἶχε κι αὐτός, ὅπως ὁ Βελισαρόπουλος, ἕνα μοναχογυιόν, πλὴν ἰδικόν του. Ἡ μεγάλη ἀδυναμία κι ὁ καημός του ἦτο «νὰ γίνῃ τὸ παιδί του καλύτερο ἀπ᾿ αὐτόν». «Τί τὸν θέλω, ἂν εἶναι νὰ γίνῃ χαμάλης, σὰν ἐμένα. Ὁ λόγος εἶναι νὰ τὸν ἔχω καμάρι στὰ γηρατειά μου». Ἐθυσίασεν ὅσα εἶχε διὰ νὰ τὸν βγάλῃ μηχανικόν, τὸν διετήρησε πέντε χρόνους εἰς Ἀθήνας, κι ἄλλα τρία εἰς τὴν Ἑλβετίαν. Τέλος ὁ υἱός του ἐβγῆκε πράγματι ἄξιος μηχανικός. Διωρίσθη εἰς ἐξέχουσαν θέσιν, εἶχεν ἑξακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα, κ᾿ ἐνυμφεύθη μίαν Γερμανίδα. Ἐκάλει τὸν πατέρα του πολλάκις εἰς τὸ δεῖπνον, τοῦ ἔδιδεν 20 ἢ 30 δρ. τὸν μῆνα, καὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ μένῃ παρ᾿ αὐτῷ. Ὁ γερο-Νικόλας, χηρευμένος ἀπὸ 30τίας, καὶ μὴ ἔχων ἄλλο τέκνον, ὑπέργηρος, ἡμίτυφλος, μὲ ἐπίδεσμον περὶ τὸ ἓν ὄμμα, δὲν εἶχε θάλπος εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιον ὅπου ἔμενε.
Τὴν πρώτην φορὰν ὁποὺ ἐδείπνησε παρ᾿ αὐτῷ ὁ γέρων, ὅπως ἦτο συνηθισμένος ἔκπαλαι, ἔκαμε τὸν σταυρόν του. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο ὀλίγον περήφανος, τοῦ ἐκακοφάνη διότι δὲν εἶδε τὸν υἱόν του νὰ τὸν μιμηθῇ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ δείπνου, ὅταν καὶ πάλιν ἔκαμε τὸν σταυρόν του, τοῦ εἶπε:
― Δὲν κάνεις, Φίλιππα, τὸν σταυρόν σου καὶ σύ;
― Τί χρειάζονται αὐτά; εἶπεν ὁ μηχανικός. Αὐτὰ τώρα πᾶνε, σκούριασαν.
Ὁ γέρος διηγεῖτο τὸ παράπονόν του εἰς ἕνα πτωχὸν νέον, σπουδαστήν, τὸν ἴδιον ὅστις εἶχε κάμει κάποιαν παρατήρησιν ἄλλοτε εἰς τὸν καφετζήν, τὸν γέρο-Σκαρτσόπουλον.
― Καὶ στὴ λοκάντα*, γυιέ μου, τὰ ἴδια παθαίνω. Ὅταν καθίσω νὰ φάω κάποτε, εἶναι μερικοὶ νέοι καλοφορεμένοι, δὲν ξέρω ἂν εἶναι φοιτηταί, ὁποὺ ἅμα μὲ ἰδοῦν νὰ κάμω τὸν σταυρόν μου, μὲ περιγελοῦνε.
― Σ᾿ αὐτὸ ἐσὺ φταῖς, γερο-Νικόλα.
― Τί λές, παιδί μ᾿; Φταίω ποὺ κάνω τὸ σταυρό μου;
― Φταῖς, γιατὶ τοὺς κοιτάζεις νὰ ἰδῇς τί φρονοῦνε. Μήπως λοιπὸν κάνεις τὸν σταυρό σου ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια; Νὰ κάνῃς τὸν σταυρό σου μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἀπεριέργειαν, καὶ νὰ μὴν κοιτάζῃς διόλου ποιὸς εἶναι ἀντικρύ σου, Ἑβραῖος, Τοῦρκος ἢ Φαρμασῶνος.
Τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, ὁ μηχανικὸς ἐκάλεσε τὸν πατέρα του οἴκαδε, διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὸ «Δένδρον τῶν Χριστουγέννων».
― Τί δένδρο ἦτον ἐκεῖνο, παιδάκι μου, διηγεῖτο ἀκολούθως ὁ γερο-Νικόλας εἰς τὸν νεαρὸν φίλον του, τὸν προειρημένον. Ἄκουσες ἐσὺ δένδρο ποὺ νὰ ἔχῃ κρεμασμένα ἀπάνω του καλαθάκια καὶ χαρτάκια μὲ κουφέτα καὶ καραμέλες;
― Αὐτὸ εἶναι δένδρο ποὺ δὲν ἔχει ρίζες, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ κάμῃ φυσικοὺς καρπούς, μπαρμπα-Νικόλα. «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπόν, ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται». Ἡ ξενομανία ποὺ τοὺς ἐκόλλησε εἶναι σαπρὸν δένδρον, καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάμῃ σαπροὺς καρπούς.
Ὁ γέρων ἐστέναξεν.
―Ἄχ, καλύτερα νὰ τὸν ἄφηνα νὰ γίνῃ χαμάλης σὰν ἐμένα!

* ταβέρνα

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026


Tί κάνετε τόση ὥρα μέσα στήν ἐκκλησία;
Θυμᾶμαι ἕναν ἐπισκέπτη πού εἶχε πεῖ κάποτε: «Μά τί κάνετε τόση ὥρα μέσα στήν ἐκκλησία; Δέν μπορῶ νά καταλάβω πῶς περνᾶτε τόσες ὧρες, κοιμᾶστε; Ἐγώ δέν μπορῶ νά καθήσω ἄπραγος. Θέλω κάτι νά κάνω, ἀλλοιῶς θά μέ πιάσουν τά νεῦρα μου». Κι ἔτσι πού τά ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τόν δικαιολογοῦσα. Δέν εἶχα ὅμως ἐκείνη τή στιγμή νά τοῦ πῶ κάτι. Μετά ἀπό λίγες μέρες μπαίνοντας στήν ἐκκλησία ἔνοιωσα τήν ἀπάντηση: Λέω, οἱ ἁγιορεῖτες μπαίνουν μέσα στήν ἐκκλησία. Κάνουν τό σταυρό τους. Προσκυνοῦν τίς εἰκόνες. Κάθονται στό στασίδι. Καί ἁπλῶς μένουν μέσα στήν ἐκκλησία. Σάματι τί κάνει τό μωρό πού εἶναι μέσα στή μήτρα τῆς μάνας του; Δέν κάνει ἀπολύτως τίποτα, ἀλλά ἁπλῶς μένει μέσα στή μήτρα τῆς μάνας του, καί συνέχεια αὐξάνει. Κι ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στή μήτρα τῆς μάνας μας. Καί βλέπομε ὅτι οἱ σχέσεις πού ἔχομε μέ τήν Ἐκκλησία εἶναι σχέσεις ὀργανικές. Καί μπορεῖ νά κάθεται κανείς μουγκός. Νά φαίνεται ὅτι δέν κάνει τίποτα. Ἤ νά φαίνεται ὅτι λέει συνέχεια τά ἴδια πράγματα. «Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον…» Ἤ νά φαίνεται ὅτι μέ τά τεριρέμ κάποιον νανουρίζει. Ἤ ὅτι ἁπλῶς ἀναβοσβήνει τά καντήλια. Καί ὅμως οὐσιαστικά γίνεται μέ ὅλα αὐτά κάτι πάρα πολύ μεγάλο καί πάρα πολύ γερό.
Ἔτσι καταλαβαίνομε, γινόμενοι Ἁγιορεῖτες, τήν παραβολή πού εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Νοιώθει κανείς ὅτι, ζώντας μέσα στό Ἅγιον Ὅρος, μπαίνοντας μέσα σέ μία ἀκολουθία ἁγιορείτικη, γίνεται ἕνα κλῆμα τῆς ἀμπέλου τῆς ζωῆς. Νοιώθει ἀθόρυβα καί διαρκῶς, νά ἔρχωνται ζωοπάροχοι χυμοί στό κλῆμα αὐτό ἀπό βαθειές ρίζες. Καί τοῦτο εἶναι τό μεγάλο πού ἔχομε ἐδῶ: οἱ βαθειές ρίζες, ἡ Παράδοση. Ὅταν ἕνας ψάλτης Ἁγιορείτης ψάλλει, κάνει κάτι πολύ σπουδαῖο. Καί δέν ἐκτιμᾶ κανείς αὐτόν πού ψάλλει καλά, ἀλλά αὐτόν πού εἶναι Ἁγιορείτης. Μακάρι νά κραυγάζει, νά κάνει παραφωνίες. Εἶναι καλλίτερες αὐτές οἱ ἁγιορείτικες παραφωνίες ἀπό τίς κοσμικές ἁρμονίες. Γιατί ὅταν ψάλλει ἕνας Ἁγιορείτης ψάλτης, δέν ψάλλει αὐτός μόνος. Δέν διατυπώνει μία ἄποψη δική του μέ μουσικούς φθόγγους. Φτάνει δι’ αὐτοῦ ἡ φωνή μίας παραδόσεως μακρᾶς, καί ἡ ἐλευθερία πού τοῦ χάρισε ἡ ὑπακοή στήν παράδοση αὐτή. Καί δέν εἶναι μόνο οἱ ψάλτες πού ψάλλουν «ξένως». Ψάλλουν καί οἱ Ἅγιοι πού δέν μιλοῦν καί εἶναι παρόντες μαζί μας. Ψάλλουν καί τά γεροντάκια τά ὁποία βρίσκονται ἐδῶ. Ὁ γέροντας μοναχός πού σιγά-σιγά ἔσυρε τά βήματά του γιά νά ἀσπαστεῖ τό ἅγιο λείψανο τῆς ἁγίας Ἀναστασίας.
Ἔτσι λοιπόν νοιώθομε, ὅπως εἶπε ὁ Γέροντάς σας, αὐτή τή μεγάλη εὐλογία πού ἔχομε νά βρισκόμαστε στό Ἅγιον Ὅρος. Νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἅγια μήτρα τῆς μητέρας μας τῆς Ἐκκλησίας. Τί μεγάλο πράγμα εἶναι αὐτό! Καί ὅταν καθόμαστε στήν ἀγρυπνία καί ἀγρυπνοῦμε καί μᾶς δίδει τή χάρη ὁ Θεός, ἐκείνη τήν ὥρα ἡ ἀνάσα ἡ βαθειά πού παίρνομε, φέρνει παράκληση πού φθάνει «εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν». Αὐτή ἡ ἴδια παράκληση καί ἡ ἀγαλλίαση οὐσιαστικά φθάνει καί εἰς πάντας τούς ἀδελφούς μας τούς ταλαιπωρημένους, τούς δυσκολεμένους, τούς βασανισμένους, πού ζοῦν μέσα στόν κόσμο. Ὁπότε ζώντας ἐμεῖς σωστά μέσα ἐδῶ καί εὐγνωμονώντας τόν Κύριο, ἀληθινά κηρύττομε καί βοηθοῦμε ὅλους τους ἄλλους. «Ἕν σῶμα ἐσμέν οἱ πολλοί».

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης