Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

 


Κύων κρέας φέρων

Κύων ἁρπάσας βρῶμα ἐκ μακελλίου ᾤχετο φυγὰς ἐκεῖθεν καὶ ἔφθασεν ἐπί τινα ποταμόν.

Περαιούμενος δὲ αὐτὸν ὁρᾷ ἐν τοῖς ὕδασι τὴν τοῦ βρώματος σκιὰν πολλῷ οὖσαν οὗ ἔφερεν εὐμεγεθεστέραν, καὶ τοῦ στόματος ἀπορρίψας τὸ βρῶμα ἐπὶ τήν ὁραθεῖσαν αὐτοῦ σκιὰν κατηπείγετο. Τῆς δὲ ἀφανοῦς γενομένης, στραφεὶς ὁ κύων τὸ ἀπορριφθὲν ἆραι, οὐδὲν ἐφεῦρε τὸ σύνολον: καὶ γὰρ ἐκεῖνο παρά τινος καταπτάντος κόρακος εὐθὺς ἡρπάγη καὶ κατεβρώθη.

Εἶτα ὁ κύων ἑαυτὸν ἐταλάνιζε, «τί ἄρα πέπονθα;» λέγων, «ὅτι ὃ εἶχον ἀφρόνως καταλιπὼν ἐφ᾿ ἕτερον ἀφανὲς ἠπειγόμην, κἀκείνου ἀποτυχὼν καὶ τοῦ προτέρου ἐξέπεσον».

 

Οὗτος δηλοῖ περὶ τῶν ἀκορέστως ἐκόντων καὶ τῶν περιττῶν ὀρεγομένων.

*

Ὁ σκύλος ἅρπαξε ἀπ᾿ τὸ χασάπικο ἕνα κομμάτι κρέας καὶ τὸ ἔβαλε στὰ πόδια, ὥσπου ἔφτασε σ᾿ ἕνα ποτάμι.

Μπῆκε μέσα γιὰ νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ ξαφνικὰ εἶδε πάνω στὸ νερὸ τὴ σκιά τοῦ κρέατος ποὺ κρατοῦσε, διπλή καὶ τρίδιπλη. Παράτησε λοιπόν τὸ λάφυρο καὶ ρίχτηκε γρήγορα καταπάνω τὴ σκιά, ἀλλὰ τὴν ἔχασε ἀμέσως ἀπ᾿ τὰ μάτια του καὶ γυρίζοντας νὰ ξαναπιάσει τὸ ἀληθινό κρέας, διαπίστωσε πὼς εἶχε γίνει ἄφαντο, γιατὶ στὸ μεταξύ, τὸ ἅρπαξε ἕνας κόρακας καὶ τὸ καταβρόχθισε.

Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, τιμωροῦσε τὸν ἑαυτό του, λέγοντας καὶ ξαναλέγοντας:

«Καλὰ νὰ πάθω. Ἄφησα, ὁ τρελός, αὐτὸ ποὺ εἶχα κι ἔτρεξα πίσω ἀπὸ τὸ φάντασμά του. Δὲν ἔπιασα τὸ ψεύτικο, ἔχασα καὶ τὸ ἀληθινό!»

 

Ὁ μύθος δείχνει κατὰ τοὺς ἀχόρταγους κι αὐτοὺς ποὺ θέλουν πάντα κάτι παραπάνω γιὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν.

Αἰσώπου μύθοι

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

 


Πρῶτα νὰ γίνει ποιητής

Ὅποιος θέλει νὰ γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής. Αὐτὸ εἶναι! Πρέπει νὰ πονᾶς. Ν’ ἀγαπᾶς καὶ νὰ πονᾶς. Νὰ πονᾶς γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιὰ τὸν ἀγαπημένο. Ὅλη νύχτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τὰ πόδια, γιὰ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες, δὲ λογαριάζει τίποτα, οὔτε ἀπειλές, οὔτε δυσκολίες, ἐξ αἰτίας τῆς ἀγάπης.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, ἀπείρως ἀνώτερο. Καὶ ὅταν λέμε ἀγάπη, δὲν εἶναι οἱ ἀρετές ποὺ θ’ ἀποκτήσουμε ἀλλά ἡ ἀγαπῶσα καρδιὰ πρὸς τὸ Χριστό καὶ τοὺς ἄλλους. Τὸ καθετὶ ἐκεῖ νὰ τὸ στρέφουμε...

Οἱ περισσότεροι ἔρχονται ἐδῶ καὶ μοῦ λένε: Κανεὶς δὲν μὲ θέλει, εἶμαι ἄχρηστος, δὲν μὲ καταλαβαίνουν, δὲν μ' ἀγαποῦν.

Τοὺς ἐξηγῶ τότε ὅτι ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ὅταν στραφεῖς πρὸς τὸ Θεό, δὲν ζητᾶς τίποτε, δὲν εἶσαι ἀνικανοποίητος, καὶ εἶσαι μὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλους εὐχαριστημένος. Τοὺς ἀγαπᾶς τότε ὅλους κι' ἐκεῖνοι σ' ἀγαποῦν.

Κι' αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσένα, διότι ἑνώθηκες μὲ τὸν Θεό.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025



Ἐλεγεῖο
Στὴ φωτιὰ τοῦ ματιοῦ σου θὰ χαμογέλασε κάποτε ὁ Θεὸς
Θά ’κλεισε τὴν καρδιά της ἡ ἄνοιξη σὰ μιᾶς ἀρχαίας ἀκρογιαλιᾶς μαργαριτάρι.
Τώρα καθὼς κοιμᾶσαι λαμπερὸς
Στοὺς παγωμένους κάμπους ποὺ οἱ ἀγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερὰ μαρμάρινα περιστέρια
Βουβὰ παιδιὰ τῆς ἀπαντοχής –
Ἤθελα νά ’ρθεις μιὰ βραδιὰ σὰ βουρκωμένο σύννεφο
Ἄχνη τῆς πέτρας πάχνη τῆς ἐλιᾶς
Γιατί στὸ ἁγνό σου μέτωπο
Κάποτε θά ’βλεπα κι ἐγὼ
Τὸ χιόνι τῶν προβάτων καὶ τῶν κρίνων
Μὰ πέρασες ἀπ’ τὴ ζωὴ σὰν ἕνα δάκρυ τῆς θάλασσας
Σὰ λαμπηδόνα καλοκαιριοῦ καὶ στερνοβρόχι τοῦ Μάη
Κι ἃς ἤσουν μιὰ φορὰ κι ἐσὺ ἕνα γεράνιο κῦμα της
Ἕνα πικρὸ βότσαλό της
Ἕνα μικρὸ χελιδόνι της σ’ ἕνα πανέρημο δάσος
Χωρὶς καμπάνα τὴ χαραυγὴ χωρὶς λυχνάρι τὸ ἀπόβραδο
Μὲ τὴ ζεστή σου καρδιὰ γυρισμένη στὰ ξένα
Στὰ χαλασμένα δόντια τῆς ἄλλης ἀκρογιαλιᾶς
Στὰ γκρεμισμένα νησιὰ τῆς ἀγριοκερασιᾶς καὶ τῆς φώκιας.
Νίκος Γκάτσος

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025



Ἡ Χάρη τῆς ἱερωσύνης καὶ ἡ χάρη τῆς ἁπλότητας
Μὰ ἡ πιὸ βαθειὰ κι ἡ πιὸ παράξενη συγκίνηση μ᾿ ἔπιανε τὴν Κυριακὴ καὶ τὶς ἄλλες γιορτινὲς μέρες ποὺ λειτουργοῦσε ὁ πάτερ Νεῖλος ὁ ψαρᾶς καὶ γινότανε ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, αὐτὸς ποὺ τὸν ἔβλεπα τὶς ἄλλες μέρες ν᾿ ἁλατίζει ψάρια, νὰ καλαφατίζει βάρκες, νὰ ματίζει σκοινιά, νὰ γραντολογᾶ καραβόπανα, νὰ βολεύει ἄγκουρες, νὰ μπαλώνει δίχτυα, μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του!
Καὶ στὴ λειτουργία γινότανε σὰν πατριάρχης, μὲ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο, μὲ τὸ χρυσὸ φελόνι, μὲ τὰ ἐπιμάνικα, μὲ τὸ ἐπιγονάτιο, καὶ δεότανε μυστικῶς μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα «ὑπὲρ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων», «ὡς ἐνδεδυμένος τὴν τῆς ἱερατείας χάριν».
Ὤ! Τί ἐξαίσια καὶ φρικτὰ μυστήρια ἔχει ἡ ταπεινὴ Ὀρθοδοξία μας! Μὰ ἡ καρδιά μου δάκρυζε ἀληθινὰ ἀπὸ ἅγια χαρὰ κι ἀπὸ κατάνυξη, σὰν στρώνανε γιὰ νὰ φᾶμε κ᾿ εὐλογοῦσε τὴν τράπεζα ὁ πάτερ Νεῖλος μὲ τὰ θαλασσοψημένα δάχτυλά του, ἐνῶ γύρω στεκόντανε μὲ σταυρωμένα χέρια ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοὶ ψαρᾶδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο μέσα σὲ κείνη τὴν καταβόθρα. Κ᾿ ἔλεγε μὲ τὴν ταπεινὴ φωνή του ὁ πάτερ Νεῖλος: «Χριστὲ ὁ Θεός, εὐλόγησον τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν τῶν δούλων σου, ὅτι ἅγιος εἶ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἐνῶ μᾶς ἀπόσκιαζε ἡ πλώρη τοῦ τρεχαντηριοῦ κ᾿ ἡ ἁρμύρα ἐρχότανε ἀπὸ τὸ βουερὸ τὸ πέλαγο.
Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025


Χίλιες ἐκκλησίες νὰ χτίσεις…
Ἤμουν στὸ λεωφορεῖο καὶ δίπλα μου καθόταν μία κυρία. Περνώντας ἔξω ἀπὸ ἕναν Ἱερὸ Ναὸ ἔκανα τὸ σταυρό μου. Παρακινούμενη ἀπὸ ἐμένα ἔκανε καὶ ἐκείνη κάτι σὰν σταυρὸ -γρήγορα -γρήγορα- κάτι σὰν ἀνακάτεμα!
Τῆς λέω.. «αὐτὸν τὸν σταυρὸ ποὺ κάνεις δὲν τὸν φοβᾶται ὁ διάβολος»· ἔτσι ὅπως τὸν κάνεις εἶναι σὰν νὰ κοροϊδεύεις.
Θίχτηκε τότε ἐκείνη καὶ μοῦ λέει: «Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέτε; Τὸ ξέρετε πὼς ἐγὼ εἶμαι πολὺ πιστὴ καὶ βοηθάω τὴν ἐκκλησία ὅσο μπορῶ;»
Τῆς ἀπάντησα πὼς δὲν τὸ ἤξερα καὶ συνέχισα: «Δηλαδὴ ἐκκλησιάζεστε, ἐξομολογεῖστε, κοινωνᾶτε, καὶ συμμετέχετε στὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας;»
—Δὲν ἐκκλησιάζομαι συχνά, μοῦ λέει, οὔτε συμμετέχω ἰδιαίτερα, ἀλλὰ βοηθάω ὅσο μπορῶ τὴν ἐκκλησία. Ἔχω δώσει ἕνα σωρὸ λεφτὰ γιὰ νὰ χτιστοῦν ἐκκλησίες, γιὰ νὰ ἐξοπλιστοῦν μὲ τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ ἁγιογραφηθοῦν τόσοι Ἅγιοι….!!!
—Χίλιες ἐκκλησίες νὰ χτίσεις, ἂν δὲν μπεῖς μέσα, δὲ σώζεσαι…τῆς ἀπάντησα! Ἡ Ἐκκλησία σὰν κιβωτὸς ποὺ εἶναι, τὸ ξέρεις πὼς πρέπει νὰ μπεῖς μέσα γιὰ νὰ σωθεῖς;
Ξέρεις τί ἀπέγιναν αὐτοὶ ποὺ ἔφτιαξαν τὴν κιβωτὸ τοῦ Νῶε; ΠΝΙΓΗΚΑΝ!
Πνίγηκαν ἐπειδὴ τὴν κατασκεύασαν, ἀλλὰ δὲν πίστευαν στὸ κακὸ ποὺ ἐρχόταν καὶ ἔμειναν ἀπ’ ἔξω!
Γι’ αὐτὸ ὅσες ἐκκλησίες καὶ νὰ φτιάξει ὁ ἄνθρωπος καὶ ὅσα μοναστήρια, ἂν δὲν μπεῖ μέσα στὴν κιβωτὸ ποὺ λέγεται ἐκκλησία, νὰ κοινωνάει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δὲ σώζεται.
Δημήτριος Παναγόπουλος

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025



Αὐτὴ εἶχε 6 ἄνδρες!
Στήν Μονή Ἰβήρων στό Ἅγιο Ὄρος, ἀνάμεσα στά 320 ἱερά λείψανα πού ὑπάρχουν, ὑπάρχει ἄφθαρτο τό ἀριστερό πόδι τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδας.
Τῆς Ἁγίας πού πρίν τήν μετάνοιά της εἶχε 6 ἄνδρες. Αὐτό τό «ἁμαρτωλό» πόδι εἶναι ὁλοζώντανο, μέ τό δέρμα, μέ τά νύχια μέ τά πάντα, ὡς ἔνδειξη τῆς δυνάμεως πού ἔχει ἡ μετάνοια στόν ἄνθρωπο.
Πού ἐμεῖς, ἄν τήν βλέπαμε, θά λέγαμε: Ἄντε ἀπό ἐδῶ... Ποιά Ἁγία, αὐτή εἶχε 6 ἄνδρες! Θά μοῦ πεῖς ἐμένα!
Καταλάβατε; Σᾶς τά λέω αὐτά νά σᾶς βοηθήσω καί νά σᾶς παρηγορήσω, ὅτι ἐάν ὁ σατανᾶς σᾶς ἔβαλε στό χέρι, ὅσο ἁμαρτωλοί καί νά εἶστε, νά μήν ἀπογοητευτεῖτε. Ἡ μετάνοια τακτοποιεῖ τά πάντα, ἀρκεῖ νά συνοδεύεται μέ τήν ἐξομολόγηση.
Δημήτριος Παναγόπουλος

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

 


Παρὰ μόνο ἐπειδὴ συγχωροῦσα!

Ὅταν ἀναγνωρίστηκε ἅγιος ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, τὸ 1961, σὲ μία Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις Μοναχῶν. Οἱ μὲν παραδέχονταν τὴν ἁγιότητά του, οἱ δὲ τὴν ἀμφισβητοῦσαν. Ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, βλέποντας τὴν κατάσταση ποὺ δημιουργήθηκε στὸ Μοναστήρι, κάλεσε μία μέρα τοὺς Μοναχοὺς καὶ τοὺς εἶπε:

-Δὲν θὰ γίνει τὸ θέμα τῆς ἁγιοσύνης τοῦ Νεκταρίου αἰτία νὰ χάσουμε τὶς ψυχές μας, ἀντιμαχώντας μεταξύ μας. Κηρύττω τριήμερη νηστεία καὶ μὲ τὴν προσευχή μας νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει, ἂν ὁ Γέροντας Νεκτάριος εἶναι ἅγιος ἢ ὄχι.

Πράγματι αὐτὸ καὶ ἔκαναν. Τὴν τρίτη ἡμέρα καὶ ἐνῶ ἑτοιμαζόταν ὁ Ἡγούμενος νὰ κατέβει στὴν Ἐκκλησία, χτυπάει διακριτικὰ ἡ πόρτα τοῦ Κελιοῦ του καὶ μπαίνει μέσα ὁ Ἅγιος Νεκτάριος! Ὅταν μπῆκε μέσα, ὁ Ἡγούμενος ἀμέσως τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἔπεσε νὰ τὸν προσκυνήσει.

Τοῦ λέει τότε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος:

-Ἀδελφὲ Ἀθανάσιε (ἔτσι ἔλεγαν τὸν Ἡγούμενο), πήγαινε καὶ πὲς στοὺς Πατέρες νὰ μὴν κουράζονται. Ὁ Κύριος μὲ ἁγίασε καὶ εἶμαι Ἅγιος, Θαυματουργὸς καὶ Μυροβλύτης. Γνώρισε δὲ ὅτι ὁ Κύριος δὲν μὲ ἁγίασε γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, παρὰ μόνο ἐπειδὴ συγχωροῦσα!

Δημήτριος Παναγόπουλος

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

 


Τὸ βλέμμα τοῦ παιδιοῦ

Τὸ πρόγραμμα τῆς σημερινῆς ἡμέρας προέβλεπε τὴν ἐπίσκεψή μας σὲ μία πάμπτωχη συνοικία στὸ κέντρο τῆς πρωτεύουσας Φρὴ Τάουν, τὴν παραγκούπολη Κροὺ Μπέι. Μὲ τὸ ποὺ φτάσαμε στὸν συνοικισμό, ἡ βαριὰ μυρωδιὰ τῆς ἀτμόσφαιρας καὶ οἱ παράγκες ἀνάμεσα σὲ πλῆθος σκουπιδιῶν μᾶς σάστισαν. Προχωρούσαμε σοκαρισμένοι. Ἕνας κατάμαυρος ποταμὸς κυλοῦσε ἀργὰ ἀνάμεσα σὲ τόνους ἀπορριμμάτων, δημιουργώντας μία ἀφόρητα ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα.

Καθὼς προσπαθούσαμε νὰ καταγράψουμε φωτογραφικὰ αὐτὸ ποὺ ζούσαμε, εἶδα ξαφνικὰ μπροστά μου τὸν Δανιήλ. Μόλις εἶχε διασχίσει τὴ γέφυρα καὶ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι ἀπὸ τὸ σχολεῖο του, ποὺ βρισκόταν στὶς παρυφὲς τοῦ συνοικισμοῦ. Ἦταν ἕνα ἀγόρι μὲ ὡραία χαρακτηριστικά, ντυμένο μὲ τὴ στολὴ τοῦ σχολείου του, λευκὸ κοντομάνικο πουκάμισο καὶ θαλασσί, κοντὸ παντελονάκι. Εἶχε τὴν τσάντα του στὴν πλάτη. Τὰ καθαρά του ροῦχα δημιουργοῦσαν ἀπίστευτη ἀντίθεση μὲ τὸ γεμάτο τόνους σκουπιδιῶν περιβάλλον.

Τὰ ’χασα καθὼς τὸν εἶδα ξαφνικὰ μπροστά μου. Κοντοστάθηκε, μόλις μὲ εἶδε νὰ ὑψώνω αὐθόρμητα τὴ φωτογραφικὴ μηχανή, ἴσα γιὰ νὰ μ’ ἀφήσει νὰ τὸν φωτογραφίσω, κι ὕστερα χάθηκε μέσα στὶς παράγκες.

Προσπαθώντας νὰ ἐπεξεργαστῶ τὴν ἐμπειρία τῆς στιγμῆς, κοιτώντας τὴ φωτογραφία ποὺ μόλις εἶχα τραβήξει, σκεφτόμουν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ μὲ μαγνήτισε σ’ αὐτὸ τὸ ὄμορφο ἀγόρι.

Ἦταν ἄραγε ἡ ἀπίστευτη ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ περιποιημένου παρουσιαστικοῦ του καὶ τοῦ ἄθλιου περιβάλλοντος στὸ ὁποῖο ζοῦσε;

Παρατηρώντας πιὸ προσεκτικὰ τὴ φωτογραφία κατάλαβα· ἦταν τὸ βλέμμα του. Ἕνα βλέμμα διαπεραστικὸ καί, συγχρόνως, θλιμμένο. ‘Ένα καθάριο, ἁγνὸ βλέμμα ποὺ σὲ λυγίζει. Τί θὰ σκεφτόταν, ἄραγε, βλέποντας νὰ φωτογραφίζουμε τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦσε;

Τὸ βλέμμα τοῦ παιδιοῦ ἔφερε στὸν νοῦ μου τὰ λόγια τοῦ πατρὸς Θεμιστοκλῆ, ποὺ μᾶς εἶχε πεῖ: «Ἔχετε παρατηρήσει τὰ μάτια τῶν παιδιῶν; Δὲν εἶναι σὰν τὰ μάτια τῶν Εὐρωπαίων παιδιῶν. Ἔχετε προσέξει τὰ μάτια τῶν ζητιάνων ἐδῶ πέρα; Ἔχουν «κάτι»... Ἐγὼ βλέπω σ’ αὐτά, τὰ μάτια τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ. Γιὰ σκεφτεῖτε ὅτι ἐδῶ ὁ ἄνθρωπος ζεῖ πάντοτε μέσα στὸν πόνο καὶ νιώθει τὸν θάνατο νὰ τὸν ἀγγίζει».

Ζήτησα κι ἔμαθα γι’ αὐτὸ τὸ ἀγόρι, ποὺ τὸ βλέμμα του ἄγγιξε τόσο τὴν ψυχή μου. Πρόκειται γιὰ τὸν Δανιὴλ Salima Salisu, ἕνα δεκατριάχρονο παιδὶ γεννημένο σὲ προτεσταντικὴ οἰκογένεια. Εἶναι ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, τὸν ὁποῖο ἔχασε πρὶν λίγα χρόνια, καὶ ζεῖ σὲ μία παράγκα τοῦ συνοικισμοῦ μὲ τὴ φτωχὴ μητέρα του καὶ τὴ θεία του. Ὁ καθημερινὸς ἀγώνας τους εἶναι νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν, κάνοντας ὅ,τι μποροῦν, ὥστε ὁ Δανιὴλ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του στὸ γυμνάσιο καὶ νὰ πηγαίνει τουλάχιστον μὲ καθαρὰ ροῦχα στὸ σχολεῖο... Ὁ ἴδιος ὁ Δανιήλ, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὸ ἔμπρακτο ἐνδιαφέρον τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κοινότητά τους, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία του νὰ γνωρίσει τὴν Ἀλήθεια καὶ νὰ γίνει Ὀρθόδοξος Χριστιανός.

Ὁ πατὴρ Θεμιστοκλῆς, βλέποντας τὰ γεμάτα εὐγνωμοσύνη μάτια τῶν κατοίκων τοῦ συνοικισμοῦ, προέβλεψε ὅτι, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀνέγερση τοῦ σχολείου «Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου» μέσα στὴν παραγκούπολη, σὲ λίγα χρόνια ὅλοι θὰ ἀναζητήσουν νὰ γίνουν Ὀρθόδοξοι. Μακάρι νὰ γίνει!».

(Ἀφήγηση τοῦ καθηγητῆ κ. Ἰωάννη Περράκη ἀπὸ ἐμπειρίες ποὺ ἀπεκόμισε ἐπισκεπτόμενος τὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ στὴ Σιέρρα Λεόνε)

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025



Τέχνη
Ἔζησα τά πάθη σά μιὰ φωτιά, τάδα ὕστερα νά μαραίνονται καί νά σβήνουν,

καί μ' ὅλο πού ξέφευγα ἀπόνα κίνδυνο, ἔκλαψα

γι' αὐτό τό τέλος πού ὑπάρχει σέ ὅλα. Δόθηκα στά πιό μεγάλα ἰδανικά, μετά τ' ἀπαρνήθηκα,

καί τούς ξαναδόθηκα ἀκόμα πιό ἀσυγκράτητα. Ἔνοιωσα ντροπή μπροστά στούς καλοντυμένους,

καί θανάσιμη ἐνοχή γιά ὅλους τοὺς ταπεινωμένους καί τοὺς φτωχούς,

εἶδα τή νεότητα νά φεύγει, νά σαπίζουν τά δόντια,

θέλησα νά σκοτωθῶ, ἀπό δειλία ἤ ματαιοδοξία,

συχώρεσα ἐκείνους πού μέ συντρίψαν, ἔγλυψα ἐκεῖ πού ἔφτυσα,

ἔζησα τήν ἀπάνθρωπη στιγμή, ὅταν ἀνακαλύπτεις, πλέον ἀργά, ὅτι εἶσαι ἕνας ἄλλος

ἀπό κεῖνον πού ὀνειρευόσουνα, ντρόπιασα τ' ὄνομά μου

γιά νά μή μείνει οὔτε κηλίδα ἐγωισμοῦ ἀπάνω μου ―

κι ἦταν ὁ πιό φριχτός ἐγωισμός. Τίς νύχτες ἔκλαψα,

συνθηκολόγησα τίς μέρες, ἀδιάκοπη πάλη μ' αὐτόν τόν δαίμονα μέσα μου

ποὺ τά ἤθελε ὅλα, τοῦ ΄δωσα τίς πιό γενναῖες μου πράξεις, τά πιό καθάρια μου ὄνειρα

καί πείναγε, τοῦ ΄δωσα ἁμαρτίες βαρειές, τόν πότισα ἀλκοόλ, χρέη, ἐξευτελισμούς,

καί πείναγε. Βούλιαξα σέ μικροζητήματα

φιλονίκησα γιά μιᾶς σπιθαμῆς θέση, κατηγόρησα,

ἔκανα τό χρέος μου ἀπό ὑπολογισμό, καί τήν ἄλλη στιγμή, χωρίς κανείς νά μοῦ τό ζητήσει

ἔκοψα μικρά-μικρά κομάτια τόν ἑαυτό μου καί τόν μοίρασα στά σκυλιά.


Τώρα, κάθομαι μές στή νύχτα καί σκέφτομαι, πώς ἴσως πιά μπορῶ νά γράψω

ἕνα στίχο, ἀληθινό.
Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025


Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ
Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πάρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μιιὰ φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση
τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω
μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω
τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες
ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν
τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας
νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω
τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025


Ὁ Θούριος τοῦ Ρήγα
Ὡς πότε παλικάρια, νὰ ζοῦμε στὰ στενά,
μονάχοι σὰ λεοντάρια, σταῖς ράχαις στὰ βουνά;
Σπηλιαῖς νὰ κατοικοῦμε, νὰ βλέπωμεν κλαδιά,
νὰ φεύγωμ᾿ ἀπ᾿ τὸν κόσμον, γιὰ τὴν πικρὴ σκλαβιά;
Νὰ χάνωμεν ἀδέλφια, πατρίδα καὶ γονεῖς,
τοὺς φίλους, τὰ παιδιά μας, κι ὅλους τοὺς συγγενεῖς;
Καλλιῶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή,
παρὰ σαράντα χρόνοι, σκλαβιὰ καὶ φυλακή.
Τί σ᾿ ὠφελεῖ ἂν ζήσῃς, καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά;
στοχάσου πῶς σὲ ψαίνουν, καθ᾿ ὥραν στὴν φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, ἀφέντης κι᾿ ἂν σταθῇς
ὁ τύραννος ἀδίκως σὲ κάμνει νὰ χαθῇς.
Δουλεύεις ὅλ᾿ ἡμέρα, σὲ ὅ,τι κι᾿ ἂν σὲ πῇ,
κι᾿ αὐτὸς πασχίζει πάλιν, τὸ αἷμα σου νὰ πιῇ.
Ὁ Σοῦτζος, κι᾿ ὁ Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβῆς
Γκίκας καὶ Μαυρογένης, καθρέπτης, εἶν᾿ νὰ ἰδῇς.
Ἀνδρεῖοι καπετάνοι, παπᾶδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι᾿ ἀγάδες, μὲ ἄδικον σπαθί.
Κι᾿ ἀμέτρητ᾿ ἄλλοι τόσοι, καὶ Τοῦρκοι καὶ Ῥωμιοί,
ζωὴν καὶ πλοῦτον χάνουν, χωρὶς κᾀμμιὰ ῾φορμή.
Ἐλᾶτε μ᾿ ἕναν ζῆλον, σὲ τοῦτον τὸν καιρόν,
νὰ κάμωμεν τὸν ὅρκον, ἐπάνω στὸν Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, μὲ πατριωτισμὸν
νὰ βάλωμεν εἰς ὅλα, νὰ δίδουν ὁρισμόν.
Οἱ νόμοι νἆν᾿ ὁ πρῶτος, καὶ μόνος ὁδηγός,
καὶ τῆς πατρίδος ἕνας, νὰ γένῃ ἀρχηγός.
Γιατὶ κ᾿ ἡ ἀναρχία, ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά,
νὰ ζοῦμε σὰν θηρία, εἶν᾿ πλιὸ σκληρὴ φωτιά.
Καὶ τότε μὲ τὰ χέρια, ψηλὰ στὸν οὐρανὸν
ἂς ποῦμ᾿ ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας, ἐτοῦτα στὸν Θεόν·
Ἐδῶ συκώνονται οἱ πατριῶται ὀρθοί, καὶ ὑψώνοντες
τὰς χεῖρας πρὸς τὸν οὐρανόν, κάμνουν τὸν ὅρκον.
Ὅρκος κατὰ τῆς τυραννίας καὶ τῆς ἀναρχίας.

Ὦ βασιλεῦ τοῦ κόσμου, ὁρκίζομαι σὲ σέ,
στὴν γνώμην τῶν τυράννων, νὰ μὴν ἐλθῶ ποτέ.
Μήτε νὰ τοὺς δουλεύσω, μήτε νὰ πλανηθῶ,
εἰς τὰ ταξίματά τους, γιὰ νὰ παραδοθῶ.
Ἐν ὅσῳ ζῶ στὸν κόσμον, ὁ μόνος μου σκοπός,
γιὰ νὰ τοὺς ἀφανίσω, θὲ νἆναι σταθερός.
Πιστὸς εἰς τὴν πατρίδα, συντρίβω τὸν ζυγόν,
ἀχώριστος γιὰ νἆμαι, ὑπὸ τὸν στρατηγόν.
Κι᾿ ἂν παραβῶ τὸν ὅρκον, ν᾿ ἀστράψ᾿ ὁ οὐρανός,
καὶ νὰ μὲ κατακάψῃ, νὰ γένω σὰν καπνός.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Οἱ τρεῖς πειρασμοί
Πολλά, ἀμέτρητα, εἶναι ὅσα γραφήκανε γιὰ τὸν Παπισμό, ἀλλὰ λίγα εἶναι σὰν αὐτὰ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸ αἰνιγματικὸ τοῦτο σύστημα ὁ πλέον βαθυστόχαστος κι᾿ ἀποκαλυπτικὸς Ρῶσος συγγραφέας Θεόδωρος Ντοστογέφσκης. Τοῦτο τὸ μοναδικὸ κείμενο εἶναι ἕνα κεφάλαιο μέσα στὸ βιβλίο του «Τ᾿ Ἀδέρφια Καραμάζωφ», κι᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο ἔχει γιὰ ἐπανώγραμμα «Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής». Ὁ Ντοστογέφσκης, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι ἕνα φιλοσοφικὸ πνεῦμα, ὡστόσο στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστή» αἰσθάνεται καὶ γράφει σὰν Ὀρθόδοξος, ποὺ ξέρει καλὰ ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς κι᾿ ἡ διδασκαλία του.
Στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστή» βάζει τὸν Χριστὸ ἀντιμέτωπο μὲ τὸν ψεύτικο ἀντιπρόσωπό του στὴ γῆ, μὲ τὸν Ἰησουίτη Ἱεροεξεταστή, τὸ φοβερὸ τέρας ποὺ ἔκαιγε τοὺς «αἱρετικούς» στ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἕνα πρᾶγμα ἀπίστευτο κι᾿ ἀκατανόητο. Εἶναι τρομερὸ νὰ σκεφθῇ κανένας τί μπορεῖ νὰ κάνῃ ὁ διάβολος γιὰ νὰ δυσφημήσῃ τὸν Χριστό, ἀφοῦ φτάνει στὸ σημεῖο νὰ φαίνεται ὁ σατανᾶς πὼς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός!
Σ᾿ αὐτὸ τὸ παράδοξο κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη, ὁ Ἱεροεξεταστὴς κάνει μία μακρυὰ ἐξομολόγηση στὸν Χριστό, ποὺ δὲν βγάζει μήτε μία λέξη ἀπὸ τὸ στόμα του γιὰ νὰ δώσῃ ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα τοῦ ἱεροδικαστῆ, καὶ γιὰ τοῦτο ἀποκρίνεται ὁ ἴδιος σὲ ὅσα ἐρωτᾷ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσα λέγει εἶναι ἕνας καταθλιπτικὸς μονόλογος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα κάποιου πλάσματος ποὺ θαρρεῖς πὼς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν κόλαση.
Ὁ Ἱεροεξεταστὴς καταδίκασε κάποιους «αἱρετικούς» σε θάνατο μὲ τὴ φωτιά, κι᾿ ἀφοῦ ἔγινε θανάτωση στὴ μεγάλη πλατεῖα μιᾶς σπανιόλικης πολιτείας, γύρισε πίσω στὸ κελλί του, ποὺ βρισκότανε στὸ κτίριο τοῦ «Ἱεροῦ Δικαστηρίου», ἱκανοποιημένος πῶς ἔκανε τὸ χρέος του, κατὰ τὸ σύστημα ποὺ ὑπηρετοῦσε μ᾿ ἕναν φρικτὸν φανατισμό. Τὸ σύστημά του ἤτανε ἕνας Χριστιανισμὸς ὄχι ὅπως τὸν δίδαξε ὁ Χριστός, ἀλλὰ παραμορφωμένος κι᾿ ἀγνώριστος ὁλότελα, μέχρι ποὺ νὰ μοιάζῃ μὲ θρησκεία τοῦ ἀντιχρίστου, κι᾿ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μποροῦνε οἱ ἄνθρωποι νὰ τὸν δεχτοῦνε, ἐπειδὴ ἐκεῖνα ποὺ παραγγέλνει καὶ ποὺ ζητᾷ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς πιστούς του εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Ἱεροξεταστῆ καὶ τῶν ὁμοίων του, ἀπόλυτα κι᾿ ἀνεφάρμοστα, ὑπεράνθρωπα κι᾿ ἀπάνθρωπα. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε ἕνα σύστημα σὰν τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα συστήματα, μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία ποὺ ἔχει στὴν ἐξουσία της τοὺς πιστούς της, καὶ ποὺ τοὺς διοικεῖ, τοὺς κρίνει καὶ τοὺς καταδικάζει ὅπως ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Ἀπὸ τὸν Χριστὸ κράτησε μοναχὰ τὸ προσωπεῖο, κι᾿ ὅ,τι κάνει, λέγει πὼς τὸ κάνει στ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ τὸ κάνει στ᾿ ὄνομα τοῦ σατανᾶ. Γιὰ τοῦτο ὁ Ἱεροεξεταστὴς ὁλοένα ἀναφέρει τὸν διάβολο μὲ σεβασμό, καὶ τὸν ὀνομάζει «Αὐτός», «τὸ Μέγα καὶ Σοφὸ Πνεῦμα», «τὸ Σοφὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα».
Ἀλλὰ ἀναπάντεχα, ἐνῷ ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἤτανε ἱκανοποιημένος ποὺ ἔκαψε τοὺς αἱρετικούς, ὑπηρετώντας τὸ σύστημα τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, ἀναπάντεχα φανερώνεται ὁ Χριστὸς μέσα στὸν δρόμο, κι᾿ ὁ κόσμος τρέχει ἀπὸ πίσω του, κλαίγοντας ἀπὸ συγκίνηση. Μὲ ὅλο ποὺ δὲν λέγει ποιὸς εἶναι, κι᾿ οὔτε βγάζει μιλιὰ ἀπὸ τὸ στόμα του, ὡστόσο ὅλοι καταλάβανε πὼς ἤτανε ὁ Χριστός. Τρέξανε λοιπὸν καὶ τοῦ πήγανε τοὺς ἀρρώστους τους, κι᾿ Ἐκεῖνος τοὺς θεράπευε, ἀνάστησε μάλιστα κι᾿ ἕνα πεθαμένο παιδάκι, μπροστὰ στὴν καθεδρικὴ ἐκκλησιὰ τῆς Σεβίλλιας, ἐκεῖ ποὺ καίγανε τοὺς «αἱρετικούς» στ᾿ ὄνομά του.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ πέρασε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἱεροεξεταστής, ψηλός, κοκκαλιάρης, καραμουντζωμένος καὶ κατσουφιασμένος, ἴδιος σκιάχτρο, μὲ βαθουλωμένα μάτια ποὺ βγάζανε σπίθες, γέρος ἐνενήντα χρονῶν.
Μόλις εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε, ἔδωσε διαταγὴ στὴν «ἁγία φρουρά», ποὺ τὸν φύλαγε, νὰ τὸν πιάσουνε. Πιάσανε λοιπὸν τὸν Χριστό, κι᾿ ὁ λαός, ποὺ λίγο πρὶν ἔκανε σὰν τρελλὸς ἀπὸ τὴ χαρά του γιὰ τὸν Χριστό, ἄνοιξε δρόμο, ταπεινὰ κι᾿ ὑπάκουα, γιὰ νὰ περάσουνε οἱ στρατιῶτες μὲ τὸν κατάδικο τὸν Χριστό, κι᾿ ὅλοι σκύψανε ὡς τὴ γῆ μπροστὰ στὸν Ἱεροεξεταστή. Καὶ κεῖνος βλόγησε σιωπηλὰ τὸν λαό, καὶ γύρισε στὸ διαμέρισμά του, ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή.
Αὐτὴ τὴ διήγηση τὴν παρουσιάζει ὁ Ντοστογέφσκης σὰν λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Ἰβὰν Καραμάζωφ, ποὺ ἤτανε ἕνας ἀπὸ τοὺς γυιοὺς τοῦ γέρου Καραμάζωφ, σπουδασμένος στὴν εὐρωπαϊκὴ φιλοσοφία. Καὶ τὸ διαβάζει στὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν Ἀλιόσα, ποὺ εἶχε γίνει καλόγερος, ὑποτακτικὸς σ᾿ ἕναν ἅγιο γέροντα ξομολόγο, ἕναν «στάρετς», ὅπως τοὺς λέγουνε στὰ ρωσικά.
Ὁ Ἀλιόσας, κάθε τόσο διακόπτει τὸν Ἰβὰν ποὺ διαβάζει, καὶ κάνει κάποιες παρατηρήσεις. Αὐτὲς δὲ τὶς βάζω στὸ κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη ποὺ δίνω παρακάτω, γιὰ νὰ μὴν κόβεται ὁ μονόλογος τοῦ Ἱεροεξεταστῆ.
Πρέπει νὰ σημειώσω πὼς αὐτὸ τὸ κείμενο δὲν τὸ ἀφήνω ὅπως εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ἀλλὰ τὸ ἄλλαξα κάμποσο, σὲ πολλὰ τὸ ἄλλαξα πολύ, σὲ ἄλλα μέρη τὸ συντόμεψα καὶ σὲ ἄλλα μέρη προσπάθησα νὰ τὸ κάνω πιὸ ἁπλοποιημένο, ὥστε νὰ τὸ καταλάβη ὁ ἀναγνώστης καλύτερα. Τὸ ὕφος του Ντοστογέφσκη, ἐπειδὴ εἶναι νευρικό, ἀκατάστατο, καὶ συχνὰ ἔχει κάποια βορεινὴ ἀοριστία, τὸ ἄλλαξα, κάνοντάς το πιὸ ἥσυχο, πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ ἁπλό, γιὰ νὰ νοιώση ὁ ἀναγνώστης τὰ δύσκολα καὶ βαθειὰ νοήματα πιὸ εὔκολα. Κάπου-κάπου ἔβαλα καὶ κάποια λόγια τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν τὰ ἔχει ὁ Ῥῶσος συγγραφέας, γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἰδέες του πιὸ χειροπιαστές, καθὼς καὶ μερικὰ ἐξηγητικὰ λόγια καὶ ὑποσημειώσεις.
Ἡ βάση, ποὺ ἀπάνω της εἶναι γραμμένος «ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής», εἶναι, μὲ ἁπλὰ λόγια, τούτη: Πὼς ὁ Παπισμὸς εἶναι ἕνα σύστημα φοβερό, βγαλμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ καὶ πονηρὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θέλει νὰ ἐξουσιάζῃ ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς κάνῃ ὑποτακτικούς του, χωρὶς ἀγάπη, χωρὶς πίστη, χωρὶς τίποτα χριστιανικό, ἀλλὰ γεμάτο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου, ποὺ λέγει ὅμως πονηρὰ πὼς ἡ ἐξουσία του προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ πὼς ὅ,τι κάνει τὸ κάνει ἐν ὀνόματί Του. Αὐτὴ ἡ σατανικὴ ὑποκρισία εἶναι τὸ μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ποὺ τὸ κρύβουνε καλὰ οἱ ἱερωμένοι του. Ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, ἀπὸ τὴν ὀργὴ ποὺ ἔνοιωσε σὰν εἶδε τὸν Χριστὸ νὰ ἔρχεται πάλι σὲ τοῦτο τὸν κόσμο γιὰ νὰ χαλάσῃ τὸ «μεγάλο» ἔργο ποὺ ἔγινε μὲν στ᾿ ὄνομά του, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ σχέση μ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀπὸ τὴν παραφορά του λοιπὸν τὸ φανερώνει, φωνάζοντας στὸν Χριστό: «Ἐμεῖς δεχθήκαμε τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα, ποὺ δὲν θέλησες νὰ τὸ πάρης Ἐσύ, κι᾿ ἔτσι σὲ πετάξαμε Ἐσένα κι᾿ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν», δηλαδὴ τὸν διάβολο. Σήμερα ποὺ γίνονται τόσες συζητήσεις ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῆς κίνησης ποὺ σηκώθηκε ἄξαφνα γιὰ τὸ σμίξιμο τοῦ Βατικανοῦ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, κίνηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἐνσαρκώνει ὁ Παπισμός, κι᾿ ἐπειδὴ οἱ πολλοί, σχεδὸν ὅλοι, εἶναι ἀκατατόπιστοι στὰ ζητήματα τῆς θρησκείας, καὶ δὲν γνωρίζουν τί ἀντιπροσωπεύει ὁ Παπισμὸς καὶ τί ἀντιπροσωπεύει ἡ Ὀρθοδοξία, θεώρησα καλὸ νὰ γράψω μερικὰ ἄρθρα σχετικὰ μ᾿ αὐτὰ τὰ θέματα, κι᾿ ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ γράφω ἀπ᾿ ἀφορμὴ τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» τοῦ Ντοστογέφσκη.
Φώτης Κόντογλου

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025



Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;
῾Η σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό εἶναι μιά σχέση εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος πηγαίνει ὄντως στόν Θεό καί πηγαίνει γιατί Τόν ἐμπιστεύεται, Τόν ἀγαπᾶ. Τί σημαίνει Τόν ἐμπιστεύεται; Λέει ἡ ᾿Οπισθάμβωνος Εὐχή: «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον». Αὐτό ἔχει καί μιά δεύτερη ἀνάγνωση. ῞Ο,τι κατέρχεται ἄνωθεν εἶναι «δόσις ἀγαθή» καί «δώρημα τέλειον». Δηλαδή; Δηλαδή καί μία ἀρρώστεια καί μία δοκιμασία καί ἕνας θάνατος.᾿Εμεῖς ὅμως, πού δέν κατανοήσαμε τή σχέση μας αὐτή, οὐσιαστικά δέν ἐμπιστευόμαστε τόν Θεό. Νομίζουμε ὅτι ὁ Θεός τότε τά λέει καλά, ὅταν συμφωνεῖ μαζί μας, γιατί ἀκριβῶς ἔχουμε μιά λαθεμένη θρησκευτικότητα. 
᾿Εμπιστεύομαι λοιπόν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί δέν πηγαίνω στόν Θεό μέ τό ζόρι. ῾Ο Θεός, οὔτε ἐμένα οὔτε ἐσᾶς ἔχει ἀνάγκη. ῾Υπῆρχε πρίν ἀπό μᾶς καί μπορεῖ νά ὑπάρχει καί χωρίς ἐμᾶς. Κι εἶναι σημαντικό νά τό καταλάβουμε. Γιατί μερικές φορές θεωροῦμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος σέ μᾶς, γιατί νηστεύουμε, γιατί πᾶμε στήν ἐκκλησία. Εἶναι γνωστή ἡ φράση πού προέρχεται ἀπό τά χείλη, πολλές φορές, εὐσεβῶν ἀνθρώπων «Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;». Δηλαδή, τί ὄχι σέ σένα; Τί σέ μένα; Τί σημαίνει αὐτό τό ἐρώτημα; Πόσο λίγο ἐμπιστευόμαστε. Καί δέν καταλάβαμε κάτι. ᾿Ακριβῶς γι’ αὐτό σέ μᾶς. Γιατί ἔχουμε οἰκοδομήσει μιά λαθεμένη οἰκοδομή καί ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει δέν μᾶς ἀφήνει στήν πλάνη μας καί μᾶς παραχωρεῖ τή δοκιμασία πού φέρνει στήν ἐπιφάνεια ποιοί πραγματικά εἴμαστε.
Κάποτε ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐργάστηκε χρόνια ὁλόκληρα μέσα στήν ᾿Εκκλησία ἀσθένησε, καί εἶπε αὐτό: «Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;». Κι ἐγώ τοῦ παρήγγειλα: «Γιατί ὄχι σέ σένα; πρῶτον, καί δεύτερον, τό ἐρώτημά σου εἶναι καί ἡ ἀπάντηση. ῞Οταν παλιότερα ἐσύ πήγαινες σέ κάποιον ἀσθενή νά τόν παρηγορήσεις, τί τοῦ ἔλεγες; Γιατί δέν τά λές τώρα στόν ἑαυτό σου; ᾿Από αὐτή τήν καλουπιά ὁ Θεός πάει νά σέ βγάλει». Καί ἔτσι ἤτανε. ῾Ο Θεός ἑτοίμασε τό πρόσωπο αὐτό, τό ὡρίμασε. Γιατί; Γιατί ὁ Θεός θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι». Καί ἡ σωτηρία εἶναι ἡ ζωή μέ ᾿Εκεῖνον.
Εἶναι πολύ σημαντικό λοιπόν νά προσέξουμε μήπως ἡ θρησκευτικότητά μας καί ἡ πίστη μας εἶναι ἀρρωστημένη. Γιατί ἡ ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα ἐπηρεάζει τήν κατάσταση τοῦ σπιτιοῦ μας, ἐπηρεάζει τήν ἀγωγή πού δίνουμε στά παιδιά μας καί πολλές φορές ἐξηγεῖ γιατί εἶναι ἀποτυχημένη αὐτή ἡ ἀγωγή, ὅταν ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά διορθώσουμε τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά ποῦμε ἀκόμα καί σ' Αὐτόν, ὄχι. ᾿Εμεῖς θέλουμε νά τ’ ἀπαγορεύσουμε αὐτό ἀπό τά παιδιά μας. ᾿Από ἀγάπη, λέμε. Σά νά μή μᾶς ἀγαποῦσε ὁ Θεός. ῎Ετσι λοιπόν, εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι μιά ὑγιής σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο ἔχει αὐτά τά δύο θεμέλια. Τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, πού πηγαίνει ἐλεύθερα στόν Θεό γιατί Τόν ἀγαπᾶ καί Τόν ἐμπιστεύεται καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. 
Μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης Παῦλος

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

 


Ἐκκλησιαζόμενοι

Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.

Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.

Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025


Ὁ κάλαμος καὶ τὰ καλάμια
Μιλώντας κάποτε γιά τόν Καρυωτάκη, ὁ κριτικός λογοτεχνίας Ἡρακλῆς Ἀποστολίδης εἶπε τά ἑξῆς:
«Ἡ βαθύτερη ἀρρώστεια τοῦ Καρυωτάκη εἶναι ἡ ἀρρώστεια τῶν περισσοτέρων ἀπό τούς λογίους μας. Ἀπό ἐγωκεντρισμό πάσχουν ὅλοι. Τούς φοβίζει φοβερά ὁ θάνατος! Καί δέν θέλουν νά καταλάβουν, πώς ὁ κόσμος θά ἐξακολουθήσει τόν δρόμο του καί χωρίς αὐτούς· ὁ κόσμος θά ὑπάρχει καί ὕστερα ἀπό αὐτούς. Τήν ἀπρόσωπη συμβολή στήν ζωή δέν θέλουν οὔτε νά τήν ἀκούσουν. Καί ὅμως ἡ ζωή χρωστᾶ -νομίζω– τά ἴδια, ἄν μή περισσότερα, στήν ἀπρόσωπη αὐτή συμβολή τῶν ἀγνώστων, στήν ἀνώνυμη ἀνθρωπότητα, ὅσα καί στίς προσωπικότητες...».
Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Ἀποστολίδης μᾶς λέει ὅτι τό σοβαρότερο πρόβλημα τῶν περισσοτέρων λο­γίων καί «σοφῶν τοῦ αἰῶνος τούτου» εἶναι ὅτι «ἔχουν καβαλήσει τό καλάμι». Ἔχουν τήν ψευδαίσθηση ὅτι αὐτοί στηρίζουν τόν κόσμο μέ τήν σοφία τους καί μέ τήν ἐξυπνάδα τους! Καί ὅτι, χωρίς αὐτούς, ὁ κόσμος θά κατρακυλήσει σέ κατήφορο καί σέ σκοτάδι! Καί ὅλη τους ἡ ἔγνοια εἶναι, πῶς θά καταφέρουν νά μή ξεχαστῆ τό ὄνομά τους!
Στίς 30 Ἰουνίου εἶναι ἡ γιορτή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τιμᾶμε καί γιορτάζουμε δώδεκα ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στήν πλειονότητά τους ἦταν ἀμόρφωτοι ψαράδες. Ἦταν ἄνθρωποι, πού ποτέ δέν τούς πέρασε ἀπό τό μυαλό νά ...σώσουν τόν κόσμο! Ποτέ δέν «καβάλησαν τό καλάμι» τοῦ κοινωνικοῦ ἀναμορφωτῆ καί τοῦ σωτήρα τῆς οἰκουμένης! Καί ποτέ δέν σκέφθηκαν νά ἀφήσουν «μεγάλο» ὄνομα μέσα στήν ἱστορία!
Καί ὅμως. Μέ τόν δικό τους «κάλαμο» (μέ τήν γραφίδα τους), δηλαδή μέ ὅσα ἔγραψαν στά ἅγια Εὐαγγέλια, ἀναστάτωσαν ὅλους τούς φιλοσόφους καί τούς ρήτορες τοῦ κόσμου! «Ἁλιέων ὁ κάλαμος, φιλοσόφων τό φρύαγμα καί ρητόρων τά ρεύματα διετάραξε...». Διότι ἐκήρυξαν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Σταυροῦ, πού γιά τούς ψευτοφιλοσοφοῦντες εἶναι «σκάνδαλο» καί «μωρία»! Γιά τούς δῆθεν «λογικούς» φιλοσόφους, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ φαντάζει σάν ἡ μεγαλύτερη ἀνοησία...
- Τί τό σπουδαῖο ἔκαναν αὐτοί οἱ φτωχοί καί ἀγράμματοι, γιά νά ἀξιωθοῦν μιᾶς τόσο μεγάλης τιμῆς; Πῶς ἔγιναν τόσο μεγάλες προσωπικότητες, χωρίς ποτέ νά ἐπιδιώξουν ἀνθρώπινες δόξες;
Στό ἐρώτημα αὐτό ἀπαντάει μέ δυό λέξεις ἕνα ἐπίσης ὡραῖο τροπάριο τῆς γιορτῆς τους: Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, λέει, ἔβαλαν στόχο τους νά γίνουν «χωρητικά δοχεῖα τοῦ Φωτός». Αὐτό ἦταν τό κατόρθωμά τους. Αὐτός ἦταν ὁ κόπος τους. Αὐτό ἦταν τό ἄθλημά τους! Εἶδαν τό Φῶς. Τό ἔβαλαν μέσα τους. Καί τό κράτησαν.
Καί αὐτό εἶναι τό πιό ἀξιέπαινο ἄθλημα, διότι, γιά νά γίνει κάποιος «χωρητικό δοχεῖο τοῦ Φωτός τοῦ Χριστοῦ», χρειάζεται νά ἀδειάσει τό ἐγώ του ἀπό τήν ἰδέα ὅτι τά ξέρει ὅλα·νά καθαρίσει τήν καρδιά του ἀπό κάθε βρωμιά ἁμαρτίας καί αἰσχρότητας· νά πάψει νά ἀπαιτεῖ ἀπό ὅλους ἀγάπες καί τιμές· νά ξεκαβαλικέψει τό «καλάμι» ὅτι δικαιοῦται νά κρίνει τούς πάντες καί τά πάντα· καί νά ἀναζητεῖ παντοῦ καί πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό μόνο ἅγιο καί σωτήριο.
Σ’ αὐτά τά ἀθλήματα οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι πῆραν «ἄριστα». Πῆραν «μετάλλιο χρυσό». Μέ τό «σπαθί» τους. Καί μέ τόν ἱδρῶτα τους.
Καί, ὅσο αὐτοί δέν ἐπεδίωξαν ποτέ ἀνθρώπινες τιμές, τόσο ὁ Θεός τούς δόξασε! Καί χωρίς νά τό ἔχουν ποτέ ὀνειρευτῆ, ἔγιναν οἱ δώδεκα στῦλοι πού κρατᾶνε ὁλόκληρο τό τεῖχος τῆς Νέας Ἱερουσαλήμ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ! Ἔγιναν τά ἀσάλευτα θεμέλια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο!
Ἀρχιμ. Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025


Παίρνουν ν' ἀνθίσουν τὰ κλαριὰ
Παίρνουν ν' ἀνθίσουν τὰ κλαριὰ κ' ἡ πάχνη δὲν τ' ἀφήνει,
θέλω κ' ἐγὼ νὰ σ' ἀρνηθῶ καὶ δὲ μ' ἀφήνει ὁ πόνος.
Σὰν παίρνης τὸν κατήφορο, τὴν ἄκρη τὸ ποτάμι,
μὲ τὸ πλατὺ πουκάμισο, μὲ τ΄ ἄσπρο σου ποδάρι,
χαμήλωσε τὴν μπόλια σου καὶ σκέπασε τὰ φρύδια,
νὰ μὴ φανοῦνε τὰ φιλιά, νὰ μὴ σὲ καταλάβουν,
καὶ σὲ ζηλέψουν τὰ πουλιά, τῆς ἄνοιξης τ΄ ἀηδόνια.
Σύρε νὰ εἰπῆς τῆς μάννας σου, νὰ μὴ σὲ καταρειέται,
τί θὰ τὴν κάμω πεθερά, τί θὰ τὴν κάμω μάννα.
Ἄιντε καὶ βάνε τ΄ ἄρματα, κ' ἔλα στὴν Κρύα Βρύση,
νὰ περπατᾶμε στὰ βουνά, στῆς Λιάκουρας τὰ χιόνια,
νά ΄σαι τ΄ς αὐγούλας ἡ δροσιὰ καὶ τοῦ Μαγιοῦ ἡ πάχνη,
καὶ μέσα στὸ λημέρι μου νὰ λάμπης σὰν τὴν Πούλια.
Αἱ παραλλαγαὶ τοῦ ἄσματος ἔχουν διαφορετικὸν γύρισμα ἑκάστη (οἶον, Ἑλένη μου, Ἑλένη, Ἑλένη φιλημένη κτλ., κάτω μπιρμπίλι μου ἡ πέρδικα, γειά σου, μωρὴ Βλάχα μου, Δέσπω βραχούλα μ', Δέσπω τοῦ Λιακατᾶ κ.τ.τ.).

Τὸ τελευταῖον, ἂν μὴ καὶ τὸ προηγούμενον, ἀναφέρεται εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ καπετάνιου τῆς Ἀρτοτίνας τῆς Δωρίδας Νίκου Λιακατᾶ, ἀγαπητικὴν τοῦ ἀρματωλοῦ τῆς Βουνιχώρας Ἀλικούρη.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025


Ἀπολαμβάνω τήν ἐλεύθερη πατρίδα!

Ὁ Νικήτας Σταματελόπουλος, ἤ Νικηταρᾶς, ἕνας ἀπό τούς μεγάλους ἥρωες τοῦ 1821, πέθανε στήν ψάθα ζητιανεύοντας στά σοκάκια τοῦ Πειραιᾶ. Ἡ ἁρμόδια κρατική ἀρχή, ἡ ὁποία χορηγοῦσε τίς θέσεις στούς ἐπαῖτες, εἶχε ὁρίσει γιά τόν ἥρωα μία θέση κοντά στό σημεῖο ὅπου βρίσκεται σήμερα ἡ ἐκκλησία της Εὐαγγελίστριας ὅπου τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐπαιτεῖ κάθε Παρασκευή. Τόση ἦταν ἡ φτώχεια τοῦ σχεδόν τυφλοῦ πλέον στρατηγοῦ. Ἡ πολιτεία τοῦ εἶχε δώσει μία μικρή τιμητική σύνταξη πού δέν ἔφθανε οὔτε γιά νά ἀγοράσει ψωμί γιά τήν ἄρρωστη γυναίκα του.
Ἡ περιπέτεια τοῦ ἥρωα ἔφθασε στά αὐτιά πρέσβη Μεγάλης Δυνάμεως, ὁ ὁποῖος ἐνημέρωσε σχετικά τήν κυβέρνησή του. Ἔτσι κάποια στιγμή ἀπεσταλμένος τῆς πρεσβείας βρέθηκε στή θέση πού ζητιάνευε ὁ στρατηγός. Μόλις ὁ Νικηταρᾶς τόν κατάλαβε μάζεψε ἀμέσως τό ἁπλωμένο του χέρι.
-Τί κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ὁ ἀπεσταλμένος.
-Ἀπολαμβάνω τήν ἐλεύθερη πατρίδα! ἀπάντησε περήφανα ὁ ἥρωας.
-Μά ἐδῶ τήν ἀπολαμβάνετε, καθισμένος στόν δρόμο;
-Ἡ πατρίδα μοῦ ἔχει χορηγήσει σύνταξη γιά νά ζῶ καλά, ἀλλά ἐγώ ἔρχομαι ἐδῶ γιά νά παίρνω μία ἰδέα πῶς περνάει ὁ κόσμος, ἀντέτεινε ὁ περήφανος Νικηταρᾶς.
Εἶδε καί ἀπόειδε ὁ ξένος καί γύρισε νά φύγει χαιρετώντας εὐγενικά.
Φεύγοντας ὅμως, ἄφησε νά τοῦ πέσει ἕνα πουγγί μέ χρυσές λίρες, ὥστε νά μήν προσβάλει τόν πάμφτωχο στρατηγό. Ὁ Νικηταρᾶς ἄκουσε τόν ἦχο, ἔπιασε τό πουγγί, τό ψηλάφισε καί φώναξε στόν ξένο:
-Σοῦ ἔπεσε τό πουγγί σου. Πάρτο γιά νά μήν τό βρεῖ κανείς καί τό χάσεις!

T

Ὁ Νικήτας Σταματελόπουλος γεννήθηκε τό 1782 στό χωριό Τουρκολέκα Μεγαλόπολης καί ἦταν γιός τοῦ κλέφτη Σταματέλου Τουρκολέκα καί τῆς Σοφίας Καρούτσου,  ἀδελφῆς τῆς γυναίκας τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή, γεννήθηκε τό 1784 στό χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας. Σέ ἡλικία 11 χρονῶν βγῆκε στό κλαρί μέ τήν ὁμάδα τοῦ πατέρα του καί στή συνέχεια ἐντάχθηκε  στό  σῶμα τοῦ πρωτοκλέφτη Ζαχαριᾶ Μπαρμπιτσιώτη, τοῦ ὁποίου ἀργότερα παντρεύτηκε τήν κόρη  Ἀγγελίνα.  Ἡ  ἀνδρεία  καί τά σωματικά του προσόντα  τόν  ὁδήγησαν  τό  1805 στή ρωσοκρατούμενη τότε Ζάκυνθο. Ἐκεῖ ἐντάχθηκε στό ρωσικό τάγμα, πού πολέμησε τόν Ναπολέοντα στήν Ἰταλία.  Ἀργότερα, ἐπέστρεψε στή Ζάκυνθο γιά  νά  ὑπηρετήσει  αὐτή  τή φορά τούς Γάλλους, πού εἶχαν καταλάβει τό νησί.  Στίς 18 Ὀκτωβρίου  1818,  ἐνῶ βρισκόταν στήν Καλαμάτα, μυήθηκε στήν Φιλική Ἑταιρεία.  Μέ  τόν θεῖο του, Θεόδωρο  Κολοκοτρώνη,  καί  τον  Παπαφλέσσα  συνέβαλε  στήν προετοιμασία τοῦ Ἐθνικοῦ Ξεσηκωμοῦ καί στίς 23 Μαρτίου 1821 μπῆκε στήν Καλαμάτα μαζί μέ τούς ἄλλους στρατιωτικούς ἀρχηγούς.
Ἀπό τήν ἀρχή ἐνστερνίσθηκε τό στρατηγικό σχέδιο τοῦ Κολοκοτρώνη γιά τήν κατάληψη τῆς Τριπολιτσᾶς καί πῆρε μέρος σέ ὅλες τίς ἐπιχειρήσεις γιά τήν κατάληψη τοῦ διοικητικοῦ κέντρου τῶν Ὀθωμανῶν στήν Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στή Μάχη τοῦ Βαλτετσίου στις 12 Μαΐου 1821, ἐνῶ ἀποφασιστική ἦταν ἡ συμβολή του στή Μάχη τῶν Δολιανῶν στις 18 Μαΐου 1821, ὅπου ἀνέδειξε στό ἔπακρο τίς στρατιωτικές του ἱκανότητες. Ἐπικεφαλῆς μόλις 600 ἀνδρῶν κατανίκησε τόν στρατό τοῦ Κεχαγιάμπεη πού ἀνήρχετο σέ 6.000 ἄνδρες καί σχεδόν τόν ἀποδεκάτισε. Γι' αὐτόν τόν πραγματικό του ἄθλο, οἱ συμπολεμιστές του τόν ὀνόμασαν Τουρκοφάγο.
Μέχρι τό τέλος τοῦ Ἀγώνα ὁ Νικηταρᾶς ἦταν στήν πρώτη γραμμή, πολεμώντας εἴτε στήν Πελοπόννησο εἴτε στήν Ἀνατολική Στερεά Ἑλλάδα, ὅπου συνεργάστηκε μέ τόν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο καί τόν Γεώργιο Καραϊσκάκη. Πῆρε μέρος στήν Ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 καί ἦταν ἀπό τούς λίγους ἀρχηγούς πού ἀρνήθηκε νά συμμετάσχει στή διανομή τῶν λαφύρων. Διακρίθηκε στή Μάχη τοῦ Ἁγιονορίου στις 26-28 Ἰουλίου 1822, πού ἀποτελείωσε τή στρατιά τοῦ Δράμαλη δύο μέρες μετά τή Μάχη στά Δερβανάκια. Ἡ ἀνιδιοτέλεια τοῦ ἀνδρός φάνηκε γιά μία ἀκόμη φορά, ὅταν ἀπό τό πλῆθος τῶν λαφύρων τῆς μάχης πείστηκε νά δεχθεῖ ἕνα πανάκριβο σπαθί, τό ὁποῖο ἀργότερα προσέφερε στόν ἔρανο γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ Μεσολογγίου. Κατά τή διάρκεια τοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου τάχθηκε στό πλευρό τοῦ Κολοκοτρώνη, ἀλλά φρόντισε πάντα νά ἐπιδιώκει τόν συμβιβασμό καί τή συνεννόηση.
Μετά τήν Ἀπελευθέρωση τάχθηκε στό πλευρό τοῦ Καποδίστρια κι ἔγινε ἕνας ἀπό τούς στενότερους συνεργάτες τοῦ Κυβερνήτη. Πῆρε μέρος στήν Δ' Ἐθνοσυνέλευση τοῦ Ἄργους το 1829, ὡς πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Ἐπί Ὄθωνος περιέπεσε σέ δυσμένεια, ἐπειδή ὑποστήριζε τό ἀντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα. Προφυλακίστηκε τό 1839 ὡς ἀρχηγός συνωμοτικῆς ὁμάδας, ἀλλά στή δίκη του, στις 11 Σεπτεμβρίου 1840, ἀθωώθηκε ἐλλείψει στοιχείων. Ἐντούτοις, ἡ κράτησή του παρατάθηκε μέ ἀποτέλεσμα νά ὑποστεῖ ἀνεπανόρθωτη βλάβη ἡ ὑγεία του καί σχεδόν νά τυφλωθεῖ. Ἀποφυλακίστηκε στίς 18 Σεπτεμβρίου 1841 καί ἀποτραβήχτηκε μέ τήν οἰκογένειά του στόν Πειραιά.

Μετά τήν ἐξέγερση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843 τοῦ ἀπονεμήθηκε ὁ βαθμός τοῦ ὑποστρατήγου καί ἔλαβε μία τιμητική σύνταξη, ἡ ὁποία ἦταν ὁ μόνος πόρος τῆς ζωῆς του. Τό 1847 διορίσθηκε μέλος τῆς Γερουσίας καί δύο χρόνια ἀργότερα, στίς 25 Σεπτεμβρίου 1849, ἔφυγε ἀπό τή ζωή σέ ἡλικία 67 ἐτῶν. Ὁ Νικηταρᾶς ἀπέκτησε δύο κόρες κι ἕνα γιό, τόν Ἰωάννη Σταματελόπουλο, πού ἀκολούθησε καριέρα στρατιωτικοῦ.

 Τετράδιο 144 * Μάρτιος 2012

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025


Τὰ δύο μαχαίρια
Λίγο πρίν τήν σύλληψή Του, ὁ Χριστός θέλοντας νά ὑπενθυμίσει στούς μαθητές Του τήν προφητεία “καί μετά ἀνόμων ἐλογίσθη”, ὅτι δηλ. θά τόν θανατώσουν σάν ἕνα κοινό ἐγκληματία, τούς εἶπε: ὅποιος δέν ἔχει μαχαίρι νά ἀγοράσει. Τότε οἱ ἀπόστολοι, χωρίς νά καταλάβουν τί τούς ἔλεγε, εἶπαν: Νά, Κύριε, ὑπάρχουν ἐδῶ δύο μαχαίρια!
Γιατί δύο μαχαίρια καί ὄχι τρία ἤ τέσσερα ἤ…;
Στόν κόσμο πού ζοῦμε ἔχομε μπροστά μας δύο μαχαίρια:
• Τό ἕνα στρέφεται πρός τά ἔξω, στούς ἄλλους· καί τό ἄλλο στρέφεται πρός τά μέσα, στόν ἑαυτό μας.
• Τό ἕνα προκαλεῖ βλάβη στόν διπλανό μας, ὅπως τό μαχαίρι πού χρησιμοποίησε ὁ ἀπόστολος Πέτρος γιά νά κόψει τό αὐτί τοῦ ὑπηρέτη τοῦ ἀρχιερέα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τό μαχαίρι, ὁ Χριστός εἶπε νά ἐπιστραφεῖ στήν θήκη του.
• Τό ἄλλο μαχαίρι (ἐκεῖνο πού στρέφεται πρός τά μέσα) εἶναι αὐτό μέ τό ὁποῖο κόβουμε - πρέπει νά κόβουμε - ὄχι τούς ἄλλους ἀλλά τόν ἑαυτό μας, δηλ. τά πάθη μας.
• Τό ἕνα τό κρατᾶνε στά χέρια τους τά ἔθνη, γιά νά προκαλοῦν μεταξύ τους πολέμους καί νά ἀλληλοεξοντώνονται.
• Τό ἄλλο τό κρατᾶμε ὁ καθένας στά δικά του χέρια γιά νά ἀφαιρεῖ ἀπό ἐπάνω του ὁ,τιδήποτε τόν ἐμποδίζει νά ἀνεβεῖ στόν οὐρανό.
Ὅσο λιγότερο οἱ ἄνθρωποι πολεμοῦν τό κακό μέσα τους, τόσο περισσότερο θά πολεμοῦν τόν διπλανό τους, τόν γείτονά τους καί τά ἄλλα κράτη. Καί ἀντίστροφα. Ὅσο περισσότερο ἀγωνίζονται ἐναντίον τοῦ κακοῦ τόσο λιγότερη θά εἶναι ἡ ἀνάγκη νά μάχονται μέ τόν ἐξωτερικό ἐχθρό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος “χύνει” λιγότερο δικό του αἷμα πολεμώντας τό κακό μέσα στήν καρδιά του, ἀναπόφευκτα θά χύσει περισσότερο ξένο αἷμα, τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἡ αὐτοδικαίωση καί ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός πᾶνε μαζί χέρι-χέρι!
Ἐκεῖνος πού δέν ψάχνει νά βρεῖ τόν ἐχθρό πού ἐμφωλεύει μέσα του, ὁπωσδήποτε θά τόν βρεῖ ἔξω!
Κάθε ἄνθρωπος, κάθε ἡμέρα, κάθε στιγμή, μέσα στά μύχια τῆς καρδιάς του διεξάγει ἕναν ἐμφύλιο πόλεμο μέ τόν ἑαυτό του. Ἄν σ᾽ αὐτόν τόν πόλεμο δέν δείξει παλληκαριά καί ἠττηθεῖ, σίγουρα θά τόν προεκτείνει καί πρός τά ἔξω, στούς ἀδελφούς του!
• Ἐκεῖνος πού δέν ἀγωνίζεται νά σταυρώνει καθημερινά τόν ἑαυτό του καί τά πάθη του, νά εἶσαι βέβαιος ὅτι θά σταυρώνει καθημερινά τούς ἄλλους.
• Ἐκεῖνος πού δέν σηκώνει καθημερινά τόν δικό του σταυρό, πρόσεξε καί θά τό ἰδεῖς, θά τόν τοποθετεῖ στήν πλάτη τῶν ἀλλων!
Μή σᾶς φανεῖ περίεργο τό ὅτι πολλές φορές ἀναρωτιόμαστε γιατί δέν ἔχομε μέσα μας εἰρήνη καί γαλήνη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς ἀκόμη δέν ξεκινήσαμε τόν πόλεμο μέ τόν ἑαυτό μας. Καί γιατί δέν τόν ξεκινήσαμε; Μά γιατί δέν ἔχομε τήν διάθεση νά τό παραδεχθοῦμε ὅτι πράγματι μέσα μας ἔχομε ἕνα ἐχθρό ὁ ὁποῖος δέν παύει κάθε στιγμή νά μᾶς κλέβει καί νά μᾶς τραυματίζει. Ἐνῶ αὐτός δουλεύει ἔντεχνα γιά τήν ἀπώλειά μας, ἐμεῖς καμαρώνουμε καί λέμε πώς ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, ὀφείλεται σέ ἐξωτερικές αἰτίες!..
Τί κρῖμα! Τί κρῖμα! Ἄνθρωπος πού ποτέ δέν ἔκατσε νά σκεφτεῖ τήν καλωσύνη καί τήν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποτέ δέν θά ἀναλάβει ἕνα τέτοιο ἀγώνισμα.
Γιατί;
Ἐπειδή ἔγινε ὁ ἴδιος νομοθέτης τοῦ ἑαυτοῦ του! Νόμο ἔχει τό προσωπικό του συμφέρον! Ἔμπνευσή του ἔχει τήν φιλαυτία του! Σκοπό καί στόχο του ἔχει τήν αὐταρέσκεια· καί γιά Θεό λατρεύει - ποιόν ἄλλο; - τόν ἑαυτούλη του!
Fulton Sheen

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025


Ὁ Ῥωμηός
Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ...
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω... φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
καὶ τέλος... δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.
Γεώργιος Σουρῆς

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

 


Δέν ἔχουν τή νοστιμάδα πού βρίσκω στά δικά σας

Στούς εὐσεβεῖς ἐπισκέπτες πού ἔρχονταν γιά πνευματική ὠφέλεια, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος, ἡγούμενος τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, παρέθετε μαζί μέ τή θεία διδασκαλία καί γεῦμα μέ ψωμί, κρασί καί φαγητά τοῦ μοναστηριοῦ.

Αὐτό τό ἔκανε ἀρκετές φορές καί στόν ἡγεμόνα Ἰζιασλάβο, ὁ ὁποῖος κάποτε, ἐνῶ ἔτρωγε, εἶπε στόν ὅσιο:

– Στό σπίτι μου, πάτερ, ὑπάρχουν ὅλα τά καλά τοῦ κόσμου. Οἱ ὑπηρέτες μου εἶναι ἄριστοι γνῶστες τῆς μαγειρικῆς τέχνης. Καί ὅμως, τά ἡγεμονικά μου φαγητά ποτέ δέν ἔχουν τή νοστιμάδα πού βρίσκω στά δικά σας. Γιά ἐξήγησέ μου, σέ παρακαλῶ, ποῦ ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία σας αὐτή;

Καί ὁ θεοφώτιστος ἡγούμενος, πού ἤθελε νά ἑλκύσει τόν ἡγεμόνα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀποκρίθηκε:

– Ἄρχοντά μου, ἀφοῦ ζητᾶς νά μάθεις τήν αἰτία, θά σοῦ τήν ἀποκαλύψω. Ἐδῶ στό μοναστήρι μας, πρίν ἀρχίσουν οἱ ἀδελφοί τό μαγείρεμα, τηροῦν τόν ἑξῆς κανονισμό: Ὁ προϊστάμενος τοῦ μαγειρείου ἔρχεται καί παίρνει τήν εὐλογία μου. Ἔπειτα γονατίζει τρεῖς φορές μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα καί μ’ ἕνα κερί παίρνει φωτιά ἀπό τό καντήλι τοῦ Ἱεροῦ, γιά ν’ ἀνάψει μ’ αὐτή τήν ἑστία τοῦ μαγειρείου ἤ τόν φοῦρνο.

Ὁ βοηθός, πρίν βάλει τό νερό στό καζάνι, ζητάει τήν εὐλογία τοῦ προϊσταμένου του. «Εὐλόγησον, πάτερ», τοῦ λέει. «Ὁ Θεός νά σέ εὐλογεῖ, ἀδελφέ», ἀποκρίνεται ὁ προϊστάμενος.

Γιά νά μή σοῦ τά πολυλογῶ, ὅλα γίνονται μέ τέτοιον τρόπο, γι’ αὐτό καί τά φαγητά μας εἶναι τόσο νόστιμα. Οἱ δικοί σου ὑπηρέτες, ὅμως, ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω, κάνουν τήν ὑπηρεσία τους φιλονικώντας καί βαρυγκωμώντας καί συκοφαντώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον.

Συχνά, μάλιστα, δέχονται χτυπήματα ἀπό τούς ἐπόπτες. Κοντολογίς, ὅλα γίνονται μέ ἁμαρτίες. Σ’ αὐτό ὀφείλεται τό ὅτι δέν βρίσκεις νόστιμα τά φαγητά σας.

Πράγματι, πάτερ, ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι, ὅπως τά λές, συμφώνησε ὁ Ἰζιασλάβος.