Τρίτη 26 Αυγούστου 2025



Ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ...
Ἡ νεανικὴ συντροφιὰ ἀποφάσισε νὰ κάνει Πάσχα σὲ κανένα ἀπόμακρο χωριό. Ἡ νύχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοὺς βρῆκε νὰ περιπλανῶνται σὲ κορφοβούνια ἄγνωστα. Εἶχαν χάσει ὁριστικὰ τὸ δρόμο.
Ξαφνικὰ ἀκούστηκε ἀπὸ πέρα τὸ χτύπημα καμπάνας τῆς ἀναστάσιμης λειτουργίας καὶ τότε κατάλαβαν πὼς κινδύνευαν νὰ μὴ κάνουν Ἀνάσταση τὴ χρονιὰ αὐτή.
- Βρὲ παιδιά, βλέπω φῶς ἐκεῖ στὴ διπλανὴ κορφή, φώναξε κάποιος.
Ξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ κατὰ ῾κεῖ, πλησίασαν, μὰ σταμάτησαν ἀπότομα ὅταν ἕνας μαντρόσκυλος οὔρλιαξε ἄγρια. Ἔτσι σκαρφαλωμένοι σ᾿ ἐκείνη τὴν κορφή, εἶδαν ἀπὸ μικρὴ ἀπόσταση τὴ σκηνὴ τὴν ἀλησμόνητη: Ὁ βοσκὸς ἀνάμεσα στὰ πρόβατα, μ᾿ ἕνα κερὶ στὸ χέρι, ἔκανε μονάχος του τὴν Ἀνάσταση. Ἀκουγότανε καθαρὰ κομμάτια ἀπὸ τροπάρια ποὺ ἔψαλλε μὲ τὴν χοντρὴ φωνή του καὶ ἄλλοτε ἀπάγγελλε σὲ ἐκκλησιαστικὸ τόνο. Κάπου - κάπου διέκοπτε τὸ ψαλτικό του γιὰ νὰ ἐπιβάλει σιωπὴ στὰ γρυλίσματα τοῦ μαντρόσκυλου, ποὺ καθὼς μᾶς ἔνοιωθε κοντὰ οὔρλιαζε καὶ στὸ τέλος γιὰ νὰ μείνει ἥσυχος τὸν ἔδεσε σὲ κάποιο δεντράκι ἐκεῖ κοντά.
«Τὴν Ἀνάστασή σου Χριστὲ Σωτήρ, ...ἀγγέλοι κουνοῦσιν ἐν οὐρανοί..., Ἀναστάσης ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοῦ τάφου...», (καὶ διέκοπτε γιὰ νὰ ἐπιβάλει σιωπὴ στοὺς γρυλλισμοὺς τοῦ σκυλιοῦ): Σώπα, μωρέ, ἄδικο νὰ σοῦ δώσει, καταραμένε καὶ λειτουργιὰ γίνεται! (καὶ συνέχιζε): «Ἀνάσταση Χριστοῦ περασάμενος... Ἰησοῦς ὁ μόνος ἀναμάρτητος.», «Τὸν Σταυρόν του προσκουνοῦμεν Δέσποτα...» (μπέε, ἔκαμε ἄξαφνα ὁ διπλανός του τράγος). «Εἴντα ῾χεις ἐδὰ κι ἡ ἀφεδιά σου τέθοια ὥρα; Κεδιὰ (σιωπὴ) νὰ σὲ κόψει, δὲ θωρεῖς πὼς λειτουργῶ;»
Καθὼς εἴχαμε πλησιάσει τὰ μάτια μας εἴχανε συνηθίσει στὸ λίγο φῶς τῆς ἀστροφεγγιᾶς κι βλέπαμε πιὰ καθαρὰ ὅλες τὶς λεπτομέρειες τοῦ προσευχόμενου.
Μὲ τὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε μία μεγάλη λαμπάδα ἀναμμένη, ποὺ τὴν εἶχε βέβαια φέρει ἀπὸ τὸ χωριό, καὶ μὲ τὸ δεξὶ κουνοῦσε ἕνα θυμιατήρι δικῆς του κατασκευῆς: εἶχε δέσει μὲ σπάγκο τὸν πάτο μίας σπασμένης στάμνας καὶ μέσα εἶχε τὰ κάρβουνα καὶ τὸ λιβάνι.
Καθὼς λοιπὸν ἀπάγγελνε ἢ ἔψαλλε τὶς προσευχές του, θυμιάτιζε συγχρόνως συνεχῶς, καθὼς κάνει ὁ διάκος στὴν ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἀκολουθία συνεχιζόταν:
«Κύματι θαλάσσης τὸν πρήξαντα πάλι διώχτη τύραννε...», σφεντονίζοντας τὴν τελευταία λέξη μὲ μίσος καὶ ἀγανάκτηση.
Σὲ λίγο οἱ καμπάνες τῶν γύρω χωριῶν χτυποῦσαν χαρμόσυνα καὶ ἀπόμακροι κρότοι τουφεκοβολισμῶν ἔφτασαν καὶ ἐκεῖ πάνω. «Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀναστηθεῖ». Στὸ ἄκουσμα αὐτὸ ὁ βοσκὸς ἄφησε τὸ θυμιατήρι καὶ παίζοντας ἕνα πήδημα, ὅπως θὰ ἔκανε καὶ στὸ χορό, ἄρχισε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ στήθους του νὰ ψέλνει τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», κουνώντας τὸ κερί του, καὶ πετώντας διάφορα σπασμένα πήλινα ἀγγεῖα ποὺ εἶχε συσσωρεύσει γύρω του ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ καθὼς σποῦσαν ἔκαναν ἕνα τρομερὸ κρότο ποὺ ἀντιλαλιόταν στὴν ἡσυχία τῆς ἐρημιᾶς. Μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀντικαθιστοῦσε τὰ βαρελότα καὶ τὶς γιορταστικὲς τουφεκιές. Τὰ πρόβατα μὲ τοὺς ἀπροσδόκητους αὐτοὺς θορύβους σκόρπισαν καὶ τὸ μαντρόσκυλο οὔρλιαξε ἀγριεμένο, κοιτάζοντας κατὰ τὸ μέρος ποὺ εἴμαστε...
«Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ σκορπιστεῖτε καὶ σεῖς μωρέ, καὶ τοῦ Θεοῦ πλάσματα εἴσαστε...». Καὶ δῶσ᾿ του καὶ πετοῦσε τὶς σπασμένες γλάστρες σὲ ὅλα τὰ σημεῖα... Ἤτανε τόση ἡ χαρά του, τόσος ὁ ἐνθουσιασμός του γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ποὺ δὲ θυμούμαστε νὰ εἴχαμε ἰδεῖ ποτὲ μεγαλύτερη θρησκευτικὴ χαρά...
Ἀποφασίσαμε τώρα νὰ παρουσιαστοῦμε καὶ ὅλοι μαζί του φωνάξαμε:
- Χριστὸς Ἀνέστη, κουμπάρε.
- Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος, εἶπε κι ἔτρεξε κοντά μας.
Ἤτανε ἕνας θεόψηλος ἄντρας, ὡς 25 χρονῶ, πλατύστερνος, μὲ τεράστιες πλάτες, ποὺ ἡ φωνή του καθὼς μᾶς μιλοῦσε ἀντιβοοῦσε στὶς γύρω λαγκαδιές.
- Ἐχάσαμε τὴ στράτα, καὶ δὲν προφτάξαμε νὰ πᾶμε στὸ χωριὸ νὰ κάμουμε ἐκειὰ Ἀνάσταση.
- Ὁ Θεὸς τά ῾φερε «δεξά», εἶπε ὁ βοσκὸς γελώντας, νά ῾ρθετε κατὰ τὸ κονάκι μου ἀπόψε νὰ κάμω κι ἐγὼ Λαμπρὴ μαζί σας, ἀλλιῶς ἤθελε νά ῾μαι μονάχος.
- Καλῶς ἤρθετε, καλῶς ἐκοπιάζετε. Πᾶμε στὸ μητᾶτο παρακάτω καὶ πρᾶμα δὲ θὰ μᾶς-ε λείψει.
Καὶ ἀληθινὰ τίποτε δὲν ἔλειψε ἀπὸ τὸ πλούσιο τραπέζι ποὺ μᾶς ἔστρωσε, ἀπὸ τὰ κόκκινα αὐγὰ καὶ τὸν ὀβελία ποὺ ψήσαμε ὅλοι μαζί, ὡς τὰ παχύτατα γαλακτερά, ποὺ ἄφθονα, ἀκατάπαυστα, μᾶς κουβανοῦσε.
Γ. Καφφετζάκης – Μαράντης
(Κρητικὴ Πρωτοχρονιὰ 1961)

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025



Μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ ὑπομονὴ
Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ προσέχουν πολὺ νὰ μὴ μαλώνουν τὰ παιδιά τους τὸ βράδυ, γιατὶ τὸ βράδυ τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ διασκεδάσουν τὴν στενοχώρια τους καὶ ἡ μαυρίλα τῆς νύχτας τὴν μαυρίζει πιὸ πολύ. Ἀρχίζουν νὰ σκέφτονται πῶς νὰ ἀντιδράσουν, ψάχνουν διάφορες λύσεις, μπαίνει στὴν μέση καὶ ὁ διάβολος, καὶ μπορεῖ νὰ φθάσουν στὴν ἀπελπισία… Τὴν ἡμέρα, καὶ νὰ ποῦν τὰ παιδιά: «θὰ κάνω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο», θὰ βγοῦν ἔξω, θὰ ξεχαστοῦν, ὁπότε διασκεδάζεται ἡ στενοχώρια.
– Γέροντα, τὸ ξύλο βοηθάει τὰ παιδιὰ νὰ διορθωθοῦν;
– Ὅσο γίνεται, οἱ γονεῖς νὰ τὸ ἀποφεύγουν. Νὰ προσπαθοῦν μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ ὑπομονή, νὰ δώσουν στὸ παιδὶ νὰ καταλάβει ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει δὲν εἶναι σωστό. Μόνον ὅταν εἶναι μικρὸ τὸ παιδὶ καὶ δὲν καταλαβαίνει ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι ἐπικίνδυνο, βοηθιέται, ἂν φάη κανένα σκαμπίλι, γιὰ νὰ προσέχει ἄλλη φορά. Ὁ φόβος, μήπως φάη πάλι σκαμπίλι, γίνεται φρένο καὶ τὸ προστατεύει.
Ἐγώ, ὅταν ἤμουν μικρός, περισσότερο βοηθιόμουν ἀπὸ τὴν μητέρα μου παρὰ ἀπὸ τὸν πατέρα μου. Καὶ οἱ δύο μὲ ἀγαποῦσαν καὶ ἤθελαν τὸ καλό μου. Καθένας ὅμως μὲ βοηθοῦσε μὲ τὸ δικό του τρόπο. Ὁ πατέρας μου ἦταν αὐστηρός. Ὅταν κάναμε καμιὰ ἀταξία, μᾶς ἔδινε σκαμπίλια. Ἐγὼ πονοῦσα λίγο ἀπὸ τὸ ξύλο, μαζευόμουν, ὅταν ὅμως περνοῦσε ὁ πόνος, ξεχνοῦσα καὶ τὸν πόνο καὶ τὶς συμβουλές του. Ὄχι ὅτι δὲν μὲ ἀγαποῦσε ὁ πατέρας μου. Ἀπὸ ἀγάπη μὲ ἔδερνε. Μία φορά, θυμᾶμαι – τριῶν ἐτῶν ἤμουν – , ποὺ μου ἔδωσε ὁ πατέρας μου ἕνα σκαμπίλι, μὲ τίναξε πέρα!
Τί εἶχε γίνει; Δίπλα ἀπὸ τὸ σπίτι μας ἦταν ἕνα σπίτι ἐγκαταλελειμμένο. Οἱ ἰδιοκτῆτες εἶχαν φύγει στὴν Ἀμερικὴ καὶ εἶχε ρημάξει. Στὴν αὐλὴ εἶχε μία συκιὰ ποὺ τὰ κλαδιά της ἔβγαιναν στὸν δρόμο. Ἦταν καλοκαίρι καὶ ἦταν γεμάτη σύκα. Ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζα μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, ἦρθε ἕνας γείτονας καὶ μὲ σήκωσε, γιὰ νὰ τοῦ κόψω μερικὰ σύκα, γιατί δὲν ἔφθανε μόνος του νὰ τὰ κόψη. Τοῦ ἔκοψα πέντε ἕξι καὶ μοῦ ἔδωσε κι ἐμένα δύο. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ πατέρας μου, θύμωσε πάρα πολύ. Μοῦ ἔδωσε ἕνα σκαμπίλι!… Ἐγὼ ἔβαλα τὰ κλάματα. Ἡ μάνα μου ποὺ ἦταν μπροστά, γύρισε καὶ τοῦ εἶπε: «Τί τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί; Τί ἤξερε αὐτό; μικρὸ παιδὶ εἶναι. Πῶς μπορεῖς νὰ τὸ ἀκοῦς νὰ κλαίη;». «Ἅμα ἔκλαιγε τότε ποὺ τὸ σήκωσε ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ κόψη τὰ σύκα, δὲν θὰ ἔκλαιγε τώρα, εἶπε ὁ πατέρας μου. Ἀλλά, φαίνεται, ἤθελε νὰ φάη καὶ αὐτὸ σύκα. Ἂς κλαίη λοιπὸν τώρα». Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ τὸ ξανακάνω!
Καὶ ἡ μητέρα μου ἔβλεπε τὶς ἀταξίες μου καὶ στενοχωριόταν, ἀλλὰ εἶχε μία ἀρχοντιά. Ὅταν ἔκανα καμμιὰ ἀταξία, γύριζε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ καὶ ἔκανε πὼς δὲν μὲ βλέπει, γιὰ νὰ μὴ μὲ στενοχωρήση. Ἐμένα ὅμως αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ μοῦ ράγιζε τὴν καρδιά. «Κοίταξε, ἔλεγα μέσα μου, ἐγὼ ἔκανα τέτοια ἀταξία καὶ ἡ μητέρα ὄχι μονάχα δὲν μὲ δέρνει, ἀλλὰ κάνει καὶ πὼς δὲν μὲ βλέπει! Ἄλλη φορὰ δὲν θὰ τὸ ξανακάνω! Πῶς νὰ τὴν ξαναστενοχωρήσω;». Μὲ αὐτὴν τὴν συμπεριφορά της ἡ μητέρα μου μὲ βοηθοῦσε περισσότερο, παρὰ ἄν μοῦ ἔδινε ἕνα σκαμπίλι. Κι ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ ἐκμεταλλευόμουν, νὰ πῶ: «Ἔ, τώρα δὲν μὲ βλέπει, ἂς κάνω μεγαλύτερη ἀταξία».
Ἐνῶ ὁ πατέρας μου, μόλις ἔκανα κάτι, τάκ, σκαμπίλι. Βλέπεις, καὶ οἱ δύο μὲ ἀγαποῦσαν, ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μὲ διόρθωνε περισσότερο ἦταν ἡ ἀρχοντικὴ συμπεριφορὰ τῆς μάνας μου.
– Γέροντα, μερικὰ παιδιὰ ὅμως εἶναι πολὺ ἄτακτα. Φωνάζουν, τρέχουν, κάνουν ζημιές. Πῶς νὰ ἀποφύγουν οἱ γονεῖς τὸ ξύλο;
– Κοίταξε, δὲν φταῖνε τὰ παιδιά. Τὰ παιδιά, γιὰ νὰ μεγαλώσουν φυσιολογικά, θέλουν αὐλή, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ παίξουν. Τώρα τὰ κακόμοιρα εἶναι κλεισμένα μέσα στὶς πολυκατοικίες καὶ ζορίζονται. Δὲν μποροῦν νὰ τρέξουν ἐλεύθερα, νὰ παίξουν, νὰ χαροῦν. Δὲν πρέπει νὰ στενοχωριοῦνται οἱ γονεῖς, ὅταν τὸ παιδάκι εἶναι ζωηρό. Ἕνα ζωηρὸ παιδὶ ἔχει δυνάμεις μέσα του καὶ μπορεῖ νὰ προκόψη πολὺ στὴν ζωή του, ἂν τὶς ἀξιοποιήση.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025



Ἡ παιδική ἀταξία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
Τήν ἀταξία αὐτή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου μᾶς τή διηγεῖται ὁ ἴδιος. Καί τή διηγεῖται σέ ὁμιλία του μέ ἀφορμή τή μνήμη τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ὄχι μόνο ἐπειδή ἡ παιδική του ἀταξία συνδέεται μέ τήν ἐπέτειο αὐτή, ἀλλά καί μέ τόν σκοπό νά τιμήσει τούς Μάρτυρες καί νά οἰκοδομήσει τό πολυάριθμο ἀκροατήριό του.
Ἡ ἀταξία του συνδέεται ἄμεσα μέ τή μητέρα του Ἐμμέλια. Τό μικρό ἱστορικό ἔχει ὡς ἑξῆς: ἡ μητέρα τοῦ Γρηγορίου προερχόταν ἀπό οἰκογένεια πού συνδύαζε τήν εὐσέβεια, τήν κοινωνική προβολή καί τή μεγάλη κτηματική περιουσία, ἕνα μέρος τῆς ὁποίας βρισκόταν στήν Ἀρμενία. Ἡ ζωή της ἦταν ἀφιερωμένη στήν ἐπιτέλεση ἀγαθοεργῶν σκοπῶν, τούς ὁποίους πολλαπλασίασε μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της.
Ἕνας ἀπό τούς ἀγαθοεργούς σκοπούς της ἦταν καί ἡ φροντίδα της γιά τήν τιμή τῆς μνήμης τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, πού θανατώθηκαν τό 320 στή Σεβάστεια τῆς Ἀρμενίας. Συγκεκριμένα ἡ Ἐμμέλια φρόντισε νά συγκεντρώσει τά ὀστᾶ τῶν μαρτύρων σέ εἰδική θήκη (λάρνακα), νά τήν τοποθετήσει σέ ἕναν ναΐσκο (σηκό), καί νά ἐγκαινιάσει «τήν ἐπί τοῖς λειψάνοις πανήγυριν τήν πρώτην».
Ὁ χρόνος πού ἔγινε τό πανηγύρι πρέπει, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, νά τοποθετηθεῖ λίγα ἔτη μετά τό 345, δηλαδή 25-30 περίπου χρόνια μετά τήν ἐκδημία τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Τό συμπέρασμα αὐτό συνάγεται ἀπό δύο ἐνδεχομένης ἀξίας στοιχεῖα. Τό πρῶτο συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι δέν ἀναφέρεται σύμπραξη τοῦ συζύγου τῆς Ἐμμελίας στό ἱερό αὐτό ἔργο. Θυμίζουμε ὅτι ὁ σύζυγος πρέπει νά πέθανε λίγο μετά τό 345. Τό δεύτερο στοιχεῖο στηρίζεται στήν ὁμολογία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ὅτι, τότε πού συνέβη ἡ πρώτη «πανήγυρης», ὅπου καί διέπραξε τή σχετική ἀταξία, ἦταν «ἔτι νέος». Ἐπειδή στόν θάνατο τοῦ πατέρα του ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἦταν λίγο μεγαλύτερος ἀπό 10 ἐτῶν, μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ Γρηγορίου στά ἐγκαίνια τῆς τιμῆς τῶν λειψάνων τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων θά ἦταν γύρω στά 15 χρόνια.
Καιρός νά δοῦμε τώρα τό σχετικό περιστατικό, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου. Ἀπό τά λεγόμενά του συνάγεται ὅτι ἡ μητέρα του εἶχε τήν εὐθύνη γιά τή διοργάνωση τῆς γιορτῆς. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή συνέστησε στόν νεαρό Γρηγόριο νά ἔρθει μαζί της, γιά νά παρακολουθήσει ὅσα θά διαδραματιστοῦν. Φαίνεται ὅτι ὁ Γρηγόριος στεκόταν κάπως μακρυά ἀπό τέτοιες ἐκδηλώσεις, ἀκόμη κι ἄν ἐπρόκειτο νά μετάσχει ἀνεπίσημα, μαζί μέ τόν κοινό λαό. Ἄπειρος ἀπό τέτοια πράγματα, τοῦ κακοφάνηκε ἡ πρόταση τῆς μητέρας του, πολύ δέ περισσότερο ἐπειδή ἔπρεπε νά γίνουν ὅλα γρήγορα. Γκρίνιαξε μάλιστα στή μητέρα του, πού ὄχι μόνο δέν ἀνέβαλε τό πανηγύρι γι’ ἀργότερα ἀλλά, παρά τίς τόσες φροντίδες γιά τήν ὀργάνωση, τό μετέφερε πιό νωρίς.
Τελικά ὅμως, καί παρά τή γκρίνια του, πῆρε τόν δρόμο γιά τόν τόπο πού θά γινόταν ἡ τελετή. Ὅταν ἔφτασε στόν προορισμό του, εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἡ ὁλονυκτία, πού γινόταν στόν κῆπο, δηλαδή ἐκεῖ πού βρίσκονταν τά λείψανα τῶν μαρτύρων. Ὁ νεαρός Γρηγόριος, ἀντί νά παρακολουθήσει τήν ἱερή ἀκολουθία, μπῆκε στό παρακείμενο σπίτι, διάλεξε ἕνα δωμάτιο καί ἔπεσε νά κοιμηθεῖ. Γρήγορα τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε εἶδε τό ἑξῆς ὄνειρο: Ἤθελε δῆθεν νά μπεῖ στόν κῆπο, ὅπου τελεῖτο ἡ ὁλονυκτία. Προχώρησε πρός τήν εἴσοδο τοῦ κήπου, ἀλλά ἡ εἴσοδος εἶχε καταλειφθεῖ ἀπό ἕνα πλῆθος στρατιωτῶν. Στήν προσπάθειά του νά περάσει μέσα οἱ στρατιῶτες σηκώθηκαν, πρόβαλαν ἀπειλητικά τά ραβδιά τους καί τοῦ ἐμπόδισαν τήν εἴσοδο. Κινδύνεψε μάλιστα νά χτυπηθεῖ, ἄν δέν μεσολαβοῦσε κάποιος ἀπό τούς στρατιῶτες, πού φαινόταν πιό φιλάνθρωπος.
Τή στιγμή ἐκείνη ξύπνησε. Ξαφνιασμένος ἀπό τό ὄνειρο ἀναλογίστηκε αὐθόρμητα τή συμπεριφορά πού ἔδειξε στή μητέρα του. Ταυτόχρονα πῆρε τό μήνυμα πού τοῦ ἔδωσαν οἱ στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν ἄλλοι παρά οἱ Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, καί φοβήθηκε. Τότε ξέσπασε σέ λυγμούς γιά τήν προηγούμενη συμπεριφορά του. Ἀμέσως κατέβηκε κάτω στόν κῆπο καί ἔχυσε πικρά δάκρυα πάνω στή θήκη τῶν λειψάνων, ἐνῶ συγχρόνως παρακαλοῦσε τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει καί ζητοῦσε ἀπό τούς ἁγίους στρατιῶτες νά τοῦ δώσουν «ἀμνηστία».
Ἠλίας Βουλγαράκης

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025


Τὰ λύνουν ὅλα μὲ τὴν λογικὴ
Πολλοὶ ἅγιοι Μάρτυρες, ὅταν δὲν ἤξεραν τὸ δόγμα, ἔλεγαν: «Πιστεύω ὅ,τι θέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες». Ἂν κάποιος ἔλεγε αὐτό, μαρτυροῦσε. Δὲν ἤξερε δηλαδὴ νὰ φέρη ἀποδείξεις στοὺς διῶκτες γιὰ τὴν πίστη του καὶ νὰ τοὺς πείση, ἀλλὰ εἶχε ἐμπιστοσύνη στοὺς Ἁγίους Πατέρες. Σκεφτόταν: «Πῶς νὰ μὴν ἔχω ἐμπιστοσύνη στοὺς Ἁγίους Πατέρες; Αὐτοὶ ἦταν καὶ πιὸ ἔμπειροι καὶ ἐνάρετοι καὶ ἅγιοι. Πῶς ἐγὼ νὰ δεχθῶ μία ἀνοησία; Πῶς νὰ ἀνεχθῶ νὰ βρίζη ἕνας τούς Ἁγίους Πατέρες;» Νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴν παράδοση. Σήμερα, δυστυχῶς, μπῆκε ἡ εὐρωπαϊκὴ εὐγένεια καὶ πᾶνε νὰ δείξουν τὸν καλό. Θέλουν νὰ δείξουν ἀνωτερότητα καὶ τελικὰ πᾶνε νὰ προσκυνήσουν τὸν διάβολο μὲ τὰ δύο κέρατα. «Μία θρησκεία, σοῦ λένε, νὰ ὑπάρχη» καὶ τὰ ἰσοπεδώνουν ὅλα.
Ἦρθαν καὶ σ΄ ἐμένα μερικοὶ καὶ μοῦ εἶπαν: «Ὅσοι πιστεύουμε στὸν Χριστό, νὰ κάνουμε μία θρησκεία». «Τώρα εἶναι σὰν νὰ μού λέτε, τοὺς εἶπα, χρυσὸ καὶ μπακίρι, χρυσὸ τόσα καράτια καὶ τόσα ποὺ τὰ ξεχώρισαν, νὰ τὰ μαζέψουμε πάλι καὶ νὰ τὰ κάνουμε ἕνα. Εἶναι σωστὸ νὰ τὰ ἀνακατέψουμε πάλι; Ρωτῆστε ἕναν χρυσοχόο: «Κάνει νὰ ἀνακατέψουμε τὴν σαβούρα μὲ τὸν χρυσό;» Ἔγινε τόσος ἀγώνας, γιὰ νὰ λαμπικάρη τὸ δόγμα».
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες κάτι ἤξεραν καὶ ἀπαγόρευσαν τὶς σχέσεις μὲ αἱρετικό. Σήμερα λένε: «Ὄχι μόνο μὲ αἱρετικὸ ἀλλὰ καὶ μὲ Βουδιστὴ καὶ μὲ πυρολάτρη καὶ μὲ δαιμονολάτρη νὰ συμπροσευχηθοῦμε. Πρέπει νὰ βρίσκωνται στὶς συμπροσευχές τους καὶ στὰ συνέδρια καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι. Εἶναι μία παρουσία». Τί παρουσία; Τὰ λύνουν ὅλα μὲ τὴν λογικὴ καὶ δικαιολογοῦν τὰ ἀδικαιολόγητα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα νομίζει ὅτι καὶ τὰ πνευματικὰ θέματα μποροῦν νὰ μποῦν στὴν Κοινὴ Ἀγορά.
Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἔχουν ἐλαφρότητα καὶ θέλουν νὰ κάνουν προβολή, «Ἱεραποστολή», συγκαλοῦν συνέδρια μὲ ἑτεροδόξους, γιὰ νὰ γίνεται ντόρος καὶ νομίζουν ὅτι θὰ προβάλουν ἔτσι τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ τὸ νὰ γίνουν δηλαδὴ ταραμοσαλάτα μὲ τοὺς κακοδόξους. Ἀρχίζουν μετὰ οἱ ὑπὲρ-ζηλωτὲς καὶ πιάνουν τὸ ἄλλο ἄκρο: λένε βλασφημίες γιὰ τὰ Μυστήρια τῶν Νεοημερολογιτῶν κ.λ.π. καὶ κατασκανδαλίζουν ψυχὲς ποὺ ἔχουν εὐλάβεια καὶ ὀρθόδοξη εὐσαισθησία.
Οἱ ἑτερόδοξοι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔρχονται στὰ συνέδρια, κάνουν τὸν δάσκαλο, παίρνουν ὅ,τι καλὸ ὑλικὸ πνευματικὸ βρίσκουν στοὺς Ὀρθοδόξους, τὸ περνᾶνε ἀπὸ τὸ δικό τους ἐργαστήρι, βάζουν δικό τους χρῶμα καὶ φίρμα καὶ τὸ παρουσιάζουν σὰν πρωτότυπο. Καὶ ὁ παράξενος σημερινὸς κόσμος ἀπὸ κάτι τέτοια παράξενα συγκινεῖται, καὶ καταστρέφεται μετὰ πνευματικά. Ὁ Κύριος ὅμως, ὅταν θὰ πρέπη, θὰ παρουσιάση τοὺς Μάρκους τοὺς Εὐγενικοὺς καὶ τοὺς Γρηγορίους Παλαμάδες, ποὺ θὰ συγκεντρώσουν ὅλα τὰ κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ νὰ στερεώσουν τὴν παράδοση καὶ νὰ δώσουν χαρὰ μεγάλη στὴν Μητέρα μας Ἐκκλησία.
Ἐὰν ζούσαμε πατερικά, θὰ εἴχαμε ὅλοι πνευματικὴ ὑγεία, τὴν ὁποία θὰ ζήλευαν καὶ ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι, καὶ θὰ ἄφηναν τὶς ἀρρωστημένες τους πλάνες καὶ θὰ σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ τὴν ἁγία μας πατερικὴ παράδοση, γιατί θέλουν νὰ δοῦν καὶ τὴν πατερική μας συνέχεια, τὴν πραγματική μας συγγένεια μὲ τοὺς Ἁγίους μας. Αὐτὸ ποὺ ἐπιβάλλεται σὲ κάθε Ὀρθόδοξο εἶναι νὰ βάζη τὴν καλὴ ἀνησυχία καὶ στοὺς ἑτεροδόξους, νὰ καταλάβουν δηλαδὴ ὅτι βρίσκονται σὲ πλάνη, γιὰ νὰ μὴν ἀναπαύουν ψεύτικα τὸν λογισμό τους, καὶ στερηθοῦν καὶ σ΄ αὐτὴν τὴν ζωὴ τὶς πλούσιες εὐλογίες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στὴν ἄλλη ζωὴ τὶς περισσότερες καὶ αἰώνιες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025


Ἕν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Θεοῦ
Αὐτὸ ποὺ γίνεται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν γίνεται καὶ εἰς τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου. Οἱ σύζυγοι ἑνοῦνται μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ μεταξύ των εἰς μίαν αἰωνίαν καὶ θεανθρωπίνην ἕνωσιν. Ἀπὸ μίαν ἕνωσιν τοῦ παλαιοῦ, ἀρρωστημένου κόσμου μεταμορφοῦται εἰς μίαν ὑγιᾶ ἐν Χριστῷ ἕνωσιν μέσα εἰς τὴν καινὴν κτίσιν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἁπλούστερον: Μὲ τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου δὲν ἐνοῦται μόνον ὁ γαμβρὸς καὶ ἡ νύμφη, ἀλλ᾿ ἑνοῦται μαζύ των καὶ ὁ Χριστὸς ἢ μᾶλλον ἀμφότεροι ἑνοῦνται ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ ἔτσι τὴν ἕνωσίν των ἁγίαν, τελείαν, ὑγιᾶ, θεανθρωπίνην. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος ἓν γεγονὸς μεταμορφώσεως εἰς τὰς διαστάσεις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀρκεῖ ἐκ μέρους τῶν μελλονύμφων τυπικὴ παρακολούθησις τῆς ἱερολογίας τοῦ Γάμου, χωρὶς καμμίαν συνειδητὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ τελούμενον Μυστήριον.
Μετὰ ἀπὸ μίαν συνειδητὴν μετοχὴν εἰς τὸ Μυστήριον ἱδρύεται ἓν νέον «σπίτι», μία μικρὰ Ἐκκλησία, ἓν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τὸ Μυστήριον ἀρχίζει, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Μυστήρια, μὲ τὴν εὐλογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὅ,τι ἑνώνει τοὺς συζύγους δὲν εἶναι μόνον ἡ φυσικὴ ἕλξις τῶν δύο φύλων, ἡ κοινωνικὴ σκοπιμότης κ.τ.λ. ἀλλὰ πρώτιστα ὅλων ὁ Χριστός. Εἰς τὸ νέον σπίτι δὲν βασιλεύει αὐταρχικῶς ὁ ἀνὴρ ἢ ἡ γυνή, ἀλλὰ ὁ Χριστός, διότι ἀμφότεροι θέλουν νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι τὸ ἰδικόν των θέλημα. Μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Χριστιανικῆς οἰκογενείας ἱδρύεται ἓν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Θεοῦ. Οἱ σύζυγοι κατὰ τὴν ἱεροτελεστίαν στεφανοῦνται ὡς βασιλεῖς, ἐνῶ ψάλλεται τὸ «Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξῃ καὶ τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς».
Εἶναι τόσον ἁγία ἡ θεανθρωπίνη ἕνωσις τοῦ κατὰ Θεὸν Γάμου, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, παρομοιάζει τὴν σχέσιν τῶν συζύγων μὲ τὴν σχέσιν τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστὶν ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν».
Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος μία φανέρωσις καὶ μία ἀποκάλυψις τοῦ γάμου τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, πρέπει οἱ σύζυγοι συνεχῶς νὰ ξεπερνοῦν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ποὺ κρύβουν μέσα των, νὰ σταυρώνουν τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὰ πάθη των καὶ νὰ ἀποκτοῦν εἰς βάθος τὴν ἁγίαν ἀρετὴν τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὁ Γάμος εἶναι μία συμμετοχὴ εἰς τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ.
Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ τὴν καινὴν ἀναστημένην ζωὴν τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν δὲν σταυρωθῇ πρῶτα μαζύ του καὶ δὲν θάψῃ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Οἱ δύο σύζυγοι βοηθοῦνται ἀμοιβαίως νὰ σταυρώσουν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸ εἶναι πολὺ δύσκολον. Εἶναι ἓν εἶδος μαρτυρίου. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Γάμου ψάλλεται τὸ «Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες...», ἐνῶ γίνεται μία λιτανεία προηγουμένου τοῦ ἱερέως φέροντος τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Ἡ λιτανεία αὐτὴ μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Γάμος εἶναι μία συνεχὴς πορεία τῶν συζύγων πρὸς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, εἷς συνεχὴς ἀγὼν διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς ἁγιότητος. Ἡ πορεία αὐτὴ τῶν συζύγων θὰ γίνῃ, προηγουμένου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ τῆς μαρτυρικῆς ὁδοῦ τοῦ καθημερινοῦ ἀγῶνος τῶν συζύγων νὰ ἀπαρνοῦνται τὸν κακὸν ἑαυτόν των καὶ νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, προσφερόμενοι εἰς τὸν σύντροφον τῆς ζωῆς των. Ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ σύζυγοι δὲν ἀποδεχθοῦν τὸν Γάμον των ὡς ἀγώνα καὶ θυσίαν, πῶς θὰ ἐπιζήσῃ ἡ σχέσις των ὅταν ἐμφανισθοῦν αἱ πρῶται δυσκολίαι;

π. Γεώργιος Καψάνης

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025


Μὲ τὶς πέτρες τους ἔχτισα μιὰ κρήνη
Ἔζησα τ' ὄνομα τὸ ἀγαπημένο
Στὸν ἴσκιο τῆς γιαγιᾶς ἐλιᾶς
Στὸν ρόχθο τῆς ἰσόβιας θάλασσας...

Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ λιθοβόλησαν δὲν ζοῦνε πιά
Μὲ τὶς πέτρες τους ἔχτισα μιὰ κρήνη
Στὸ κατῶφλι της ἔρχονται χλωρά κορίτσια
Τὰ χείλια τους κατάγονται ἀπὸ τὴν αὐγή
Τὰ μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στὸ μέλλον.

Ἔρχονται χελιδόνια τὰ μωρὰ τοῦ ἀνέμου
Πίνουν πετοῦν νὰ πάῃ μπροστὰ ἡ ζωή
Τὸ φόβητρο τοῦ ὀνείρου γίνεται ὄνειρο
Ἡ ὀδύνη στρίβει τὸ καλό ἀκρωτῆρι –
Καμμιὰ φωνὴ δέν πάει χαμένη στοὺς κόρφους τ' οὐρανοῦ!

Ὢ ἀμάραντο πέλαγο τί ψιθυρίζεις πές μου
Ἀπὸ νωρίς εἶμαι στὸ πρωινό σου στόμα
Στὴν κορυφήν ὅπου προβάλλ' ἡ ἀγάπη σου
Βλέπω τὴ θέληση τῆς νύχτας νὰ ξεχύνῃ τ' ἄστρα
Τὴ θέληση τῆς μέρας νὰ κορφολογάῃ τὴ γῆ.

Σπέρνω στοὺς κάμπους τῆς ζωῆς χίλια μπλαβάκια
Χίλια παιδιά μέσα στὸ τίμιο ἀγέρι
Ὡραῖα γερά παιδιὰ ποὺ ἀχνίζουν καλωσύνη
Καὶ ξέρουν ν' ἀτενίζουν τοὺς βαθειοὺς ὁρίζοντες
Ὅταν ἡ μουσική ἀνεβάζῃ τὰ νησιά.

Χάραξα τ' ὄνομα τὸ ἀγαπημένο
Στὸν ἴσκιο τῆς γιαγιᾶς ἐλιᾶς
Στὸν ρόχθο τῆς ἰσόβιας θάλασσας... 
Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025



Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.
Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.
Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη
Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.
Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025


Τί δύναμη καὶ τί ὀμορφιὰ
Στὴ βραδινὴ προσευχή μου εἶδα χθές, ξαφνικά, τοῦτο ποὺ δὲν εἶχα ξαναδεῖ: ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς ὁρατῶν τε πάντων... Ὥς ἐδῶ -εἶδα- μποροῦν νὰ ψάχνουν καὶ νὰ παλεύουν γιὰ τὴν «ἀλήθεια» τους ἡ φιλοσοφία ἤ ἡ ἐπιστήμη, μέσα στὸν πολυθαύμαστο κόσμο οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἐκεῖνο ποὺ μὲ συνέχει ἐμένα καὶ μὲ συντηρεῖ εἶναι τὸ παραμικρὸ συμπλήρωμα καὶ ἀοράτων. Στὸν ποιητὴ καὶ τῶν δυὸ (τε ἄτονο) καὶ ὄχι μοναχὰ τοῦ ἑνός, κατευθύνεται ἡ προσευχή μου.
*****
Ἐγὼ καὶ Ἑαυτός. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού, προχωρώντας σὲ βάθος μέσα τους, συναντοῦν τὸ τίποτα. Καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού, προχωρώντας σὲ βάθος μέσα τους, συναντοῦν τὸ Θεό. Οἱ πρῶτοι σταματοῦν στὸ ἐγώ τους. Οἱ δεύτεροι προχωροῦν στὸν Ἑαυτό τους. Γνῶθι σαυτόν, τὸ ἔλεγε ὁ Σωκράτης.
                Ἄστραψε φῶς καὶ γνώρισεν ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του,
τὸ λέει ὁ Σολωμός.
*****
Καὶ νῦν, et nunc, σύνετε, intelligite, παιδεύθητε, erudimini... -προσέχετε περισσότερο τοὺς ἀνθρώπους (ὅταν ἀκολουθᾶτε ἀρχηγούς) καὶ λιγότερο τὶς ἰδέες ἤ τὶς ἰδεολογίες. Μὴν ξεγελιόσαστε. Δοκιμάστε γιὰ μιὰ φορὰ τὸ ἀδύνατο -διαφορετικὰ ἡ ζωὴ δὲν ἀξίζει- νὰ ἀποχτήσετε «πρῶτα» τὴ «στερνὴ γνώση» σας. Ἔτσι, γιὰ νὰ καταπατήσετε ἕνα κανόνα μονότονο. Μπὰς καὶ ἀλλάξει τὸ γούρι!
*****
Τί δύναμη καὶ τί ὀμορφιὰ ἔχουν τὰ πράματα ποὺ βγαίνουν μέσα ἀπὸ τὶς στεριὲς καὶ τὶς θάλασσες τοῦ τόπου μας -ὅποιου τόπου (γράφω γιὰ τὸ δικό μου)- ὁ γκέκας (τὸ σκυλί), ἡ μαύρη μαρίδα, ἡ ἐλιά, τὸ χράμι, ἕνα πιάτο ἀσπροράδικα μὲ θαλασσινὸ ἁλάτι (ἀφρίνα, τὸ λὲν στὴ Μάνη) καὶ λάδι τοῦ Μοριᾶ, τὸ σταυροκόπημα ἤ, στὴν κουβέντα, μιὰ γνήσια ἑλληνικὴ διατύπωση! Ὅλα στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, σὲ μιὰ ποιοτικὴ γραμμή. Δίχως διαβαθμίσεις.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

 


Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἀλλάξω ποτὲ

-Στὴν ἀρχή, κατὰ τὴν πρώτη χάρη, πιστεύουμε ὅτι ὄντως μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε, ἀλλὰ κάπου στὴ μέση βλέπουμε ὅτι δὲν ἔχουμε ἀλλάξει καὶ νομίζουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο. Τί κάνουμε τότε;

-Τὸ εἶχα σκεφθεῖ καὶ ἐγὼ αὐτὸ μία φορὰ καὶ εἶπα στὸν ἅγιο Σωφρόνιο, «Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἀλλάξω ποτέ». «Ἐντάξει», εἶπε ὁ Γέροντας, «τότε ἂς πετάξουμε τὸ Εὐαγγέλιο». Θυμᾶμαι τὸν λόγο του πολὺ ἔντονα. Ἤμουν γεμάτος μὲ αὐτολύπη καὶ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος μὲ θεράπευσε μὲ τὸν λόγο αὐτό.

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

 


Ἡ εἰδωλολατρεία σήμερα

«Οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινόν· καί ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν».

Σὲ αὐτὸ τὸν στίχο συνοψίζεται ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Θεολόγου καὶ ὁλόκληρη ἡ θεολογία του. «Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν», ὥστε σ’ Αὐτὸν νὰ γνωρίζουμε τὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ μᾶς ἔδωσε καὶ τὴν δύναμη, μὲ τὴν ὁποία γίναμε δικοί Του, καὶ κατοικήσαμε ἐν Αὐτῷ. Ὥστε εἴμαστε μ’ ὅλο μας τὸ «εἶναι» μέσα σ’ Αὐτόν, στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δι’ Αὐτοῦ στὴν αἰώνια ζωή, ἐπειδὴ Αὐτὸς εἶναι καὶ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνια.

«Ἠμεῖς ἐσμεν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ», εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀπάντηση τῶν πραγματικῶν χριστιανῶν στὴν ἐρώτηση: ποῦ εἶστε, ποῦ βρίσκεστε; Ἂν καὶ ζοῦμε στὸν κόσμο ποὺ «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», «ἡμεῖς ἐσμὲν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ»: στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν δὲν μᾶς ἔδινε ὁ ἀληθινὸς Θεὸς «διάνοια», ἐμεῖς δὲν θὰ ἀναγνωρίζαμε τὸν πραγματικὸ Θεὸ καὶ γιὰ πάντα θὰ παραμέναμε ἀσεβεῖς.

Ἐπειδὴ μόνο ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ὅποιος δὲν τὸ βλέπει καὶ δὲν τὸ ὁμολογεῖ εἶναι ἀσεβής, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὸν ἀληθινὸ Θεό. Παρόμοια ἐὰν ἀναγνωρίζει κάποιον ἄλλον ἢ ὅ,τι ἄλλο γιὰ Θεό, πάλι εἶναι ἀσεβής, ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς μᾶς τὸ ἔδειξε καὶ τὸ ἀπέδειξε μὲ τὸ ὅτι ὄχι μόνο ἔχει τὴν αἰώνια ζωὴ ἀλλὰ εἶναι καὶ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ζωὴ αἰώνια καὶ τὴ χαρίζει σ’ ὅλους ὅσους πιστεύσουν σ’ Αὐτόν. Ἐξ αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος ζωὴ αἰώνια καὶ τὴν παρέχει σ’ ὅλους τοὺς ἀκολούθους του. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σίγουρο μέτρο γιὰ τὴν διάκριση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ψεύτικους θεούς. Ψεύτικος εἶναι κάθε θεὸς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰώνια ζωή. Κι αὐτὸ δὲν τὸ μπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νικήσει τὸν θάνατο.

Ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ νίκησε τὸ θάνατο μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Γι’ αὐτὸ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἡ αἰώνια ζωή. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι ψεύτικοι θεοί. Ἡ ἀναγνώριση, ἡ ὁμολογία, τὸ κήρυγμα ὁποιουδήποτε ἄλλου θεοῦ, ἐκτός τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀσέβεια καὶ εἰδωλολατρεία. Κάθε εἰδωλολατρεία στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀσέβεια, ἐφόσον τὸ προσκύνημα σ’ ὁποιοδήποτε εἴδωλο εἶναι ἀσέβεια.

Στὴν εἰδωλολατρεία ἀνήκουν ὅλα: ἀπὸ τὸν πιὸ χονδροειδῆ φετιχισμὸ μέχρι τὸ πιὸ λεπτὸ συμβολισμό. Ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι ὄχι μόνο προσκύνημα σὲ ψεύτικους θεούς, ἀλλὰ καὶ στὶς πέτρες, στὰ δέντρα, στὰ ζῶα, στοὺς πλανῆτες, στὰ ἀγάλματα, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στοὺς ἥρωες καὶ στοὺς ἰδιοφυεῖς καὶ στὶς ἐφευρέσεις καὶ στὶς ἰδέες καὶ στὰ πάθη καὶ στὴν κουλτούρα καὶ στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴ φιλοσοφία, καὶ στὴν τέχνη, ἢ σὲ ὀ,τιδήποτε ἄλλο ποὺ θέλει νὰ ἀντικαταστήσει μὲ τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Θεολόγος τελειώνει τὴν ἐπιστολή του μὲ τὰ λόγια: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων»: νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία, νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὴν ἀσέβεια. «Ἀμήν».

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

 

Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Ἰακώβου

Κεφάλαιο Α΄ στίχοι 1-18

1. Ἐγὼ ὁ Ἰάκωβος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γράφω τὴν ἐπιστολὴ αὐτή σε ὅσους ἀπὸ τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἔχουν πιστέψει καὶ εἶναι διασκορπισμένοι σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ τοὺς εὔχομαι νὰ χαίρονται.

2. Ἀδελφοί μου, ὅταν πέσετε μέσα σὲ διάφορες δοκιμασίες καὶ θλίψεις, νὰ θεωρεῖτε τὸ γεγονὸς αὐτὸ αἰτία τέλειας χαρᾶς.

3. Καὶ θὰ χαίρεστε στὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς σας αὐτούς, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς πίστεώς σας ἀπὸ τὶς θλίψεις φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα ὑπομονὴ σταθερή, ἀσφαλῆ καὶ πλήρη.

4. Ἡ ὑπομονὴ αὐτὴ ἂς εἶναι ἀκλόνητη κι ἔτσι ἂς παράγει ὡς καρπὸ τῆς τελειοποιήσεώς σας μιὰ ἀρετὴ δοκιμασμένη, γιὰ νὰ εἶστε τέλειοι καὶ ὁλοκληρωμένοι, καὶ νὰ μὴν ὑστερεῖτε σὲ τίποτε.

5. Ἂν ὅμως κάποιος ἀπὸ σᾶς ὑστερεῖ σὲ σοφία, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ σοφία νὰ διακρίνει, διότι ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸν ὑπομένει, ἂς ζητᾶ τὴ σοφία αὐτὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος δίνει διαρκῶς σὲ ὅλους μὲ γενναιοδωρία καὶ δὲν ἐξευτελίζει αὐτὸν ποὺ ζητᾶ. Ἂς ζητᾶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ σοφία αὐτή, καὶ ὁ Θεὸς θὰ τοῦ τὴ δώσει ὁπωσδήποτε.

6. Νὰ τὴ ζητᾶ ὅμως μὲ πίστη, χωρὶς νὰ διστάζει στὸ παραμικρὸ ἢ νὰ ἔχει ἀμφιβολίες γιὰ τὸ ἂν ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἀκούσει. Προσέχετε νὰ μὴν εἰσχωρεῖ στὶς ψυχὲς σᾶς ἕνας τέτοιος δισταγμός. Διότι ἐκεῖνος ποὺ διστάζει καὶ ἀμφιβάλλει καταντᾶ ἄστατος. Μοιάζει μὲ τὸ κύμα τῆς θάλασσας ποὺ τὸ συνταράσσει ὁ ἄνεμος καὶ τὸ πηγαίνει ἐδῶ κι ἐκεῖ. Γιὰ κανένα λόγο λοιπὸν δὲν πρέπει ἡ ἀστάθεια νὰ ἀκολουθεῖ τὶς προσευχές μας καὶ τὶς αἰτήσεις μας πρὸς τὸν Θεό.

7. Ἂς μὴ νομίζει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἀμφιβάλλει καὶ εἶναι ἀκατάστατος ὅτι θὰ πάρει ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ ζήτησε.

8. Ἄνθρωπος ποὺ εἶναι δίψυχος καὶ δίγνωμος καὶ δὲν μένει σταθερὸς σὲ μία ἀπόφαση, εἶναι ἀκατάστατος καὶ ἀσταθὴς σ᾿ ὅλα ὅσα ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ, καὶ γενικότερα σ᾿ ὅλη τὴ συμπεριφορά του. Ἄρα θὰ εἶναι ἄστατος καὶ στὶς προσευχές του. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσακουσθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀφοῦ ἀμφιταλαντεύεται ἀκόμη καὶ σ᾿ ὅσα τοῦ ζητᾶ;

9. Καὶ ὡς πρὸς τὸν πειρασμὸ καὶ τὴ δοκιμασία ποὺ δημιουργεῖ ἡ φτώχεια, σᾶς λέω τὰ ἑξῆς: Ὁ ἀδελφὸς ποὺ εἶναι φτωχὸς καὶ ἄσημος ἂς καυχιέται γιὰ τὸ πνευματικὸ ὕψος ποὺ τὸν ἀνεβάζει ὁ Θεὸς μὲ τὸν πειρασμὸ τῆς φτώχειας καὶ τῶν στερήσεων.

10. Ἐνῶ ὁ πλούσιος ἀδελφὸς ἂς καυχιέται ὄχι γιὰ τὰ πλούτη του, ἀλλὰ γιὰ τὸ ταπεινὸ φρόνημα ποὺ ἀποκτᾶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ πλοῦτος δὲν προσθέτει πραγματικὴ ἀξία στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι κάτι μόνιμο καὶ αἰώνιο. Διότι σὰν τὸ ἀγριολούλουδο θὰ χαθεῖ ὁ πλοῦτος αὐτός.

11. Ἀνατέλλει δηλαδὴ ὁ ἥλιος μὲ τὸν καυστικὸ λίβα του καὶ ξεραίνει τὸ χορτάρι, καὶ τὸ ἄνθος τοῦ μαραίνεται καὶ πέφτει, καὶ χάνεται ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σχήματος καὶ τοῦ χρώματός του. Ἔτσι καὶ ὁ πλούσιος θὰ μαραθεῖ καὶ θὰ πέσει ἔξω στὰ σχέδιά του καὶ στὶς ἐπιχειρήσεις του.

12. Πανευτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σηκώνει μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία τῶν θλίψεων. Καὶ εἶναι πανευτυχής, διότι ὅταν μὲ τὴ δοκιμασία γίνει σταθερός, δοκιμασμένος καὶ γυμνασμένος, θὰ πάρει τὸ λαμπρὸ καὶ ἔνδοξο στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ ὁποῖο ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

13. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῶν θλίψεων μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μᾶς καταρτίζει, ὑπάρχουν καὶ πειρασμοὶ ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλά μας πάθη. Κανένας ἄνθρωπος ποὺ πειράζεται πρὸς τὴν ἁμαρτία νὰ μὴ λέει ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι ἡ αἰτία ποὺ πειράζομαι καὶ σπρώχνομαι στὴν ἁμαρτία». Τέτοια βλασφημία ποτὲ νὰ μὴν τὴ βάλει κανεὶς στὸ νοῦ του. Διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μπεῖ ποτὲ ὁ Θεὸς σὲ πειρασμὸ ἀπὸ κάτι κακὸ καὶ πονηρό· καὶ συνεπῶς εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ νὰ προκαλέσει πειρασμὸ ἁμαρτίας σὲ κανέναν.

14. Ὁ καθένας ἐρεθίζεται καὶ σπρώχνεται στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴ δική του κακὴ ἐπιθυμία, ποὺ τὸν παρασύρει καὶ τὸν τραβὰ μὲ τὸ δόλωμα τῆς ἡδονῆς.

15. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία του αὐτή, ἀφοῦ σὰν πονηρὴ γυναίκα συλλάβει τὸ κακὸ κερδίζοντας τὴ συγκατάθεση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἑνώνεται παράνομα μαζί της καὶ γεννᾶ ἁμαρτωλὲς πράξεις. Κι ὅταν ὁλοκληρωθεῖ πλήρως ἡ ἁμαρτία καὶ κυριεύσει τὴν ψυχή, γεννᾶ τὸ θάνατο.

16. Μὴν πλανᾶσθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ προέλθει κάποιο κακό. Ἀπὸ τὸν Θεὸ μόνο τὸ καλὸ προέρχεται.

17. Κάθε καλὸ ποὺ δίνεται στοὺς ἀνθρώπους καὶ κάθε τέλειο δῶρο προέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργὸς τῶν οὐράνιων φωτεινῶν σωμάτων καὶ ἡ ὕψιστη καὶ μοναδικὴ πηγὴ κάθε φωτισμοῦ, φυσικοῦ ἢ πνευματικοῦ. Σ᾿ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει καμία ἀλλοίωση καὶ μεταβολὴ σὰν αὐτὲς ποὺ γίνονται στὴ σελήνη ἢ συντελοῦνται ἀπὸ τὴ διαδοχὴ τῆς νύχτας καὶ τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ οὔτε καὶ σκιὰ ὑπάρχει σὰν ἐκείνη ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν περιστοφὴ καὶ τὴ μετακίνηση τῶν ἄστρων καὶ τῶν οὐράνιων σωμάτων.

18. Ὁ Θεὸς εἶναι ὅλος φῶς. Αὐτὸς ἀπὸ τὴ δική του ἀγαθὴ θέληση μᾶς γέννησε πνευματικὰ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶναι λόγος τῆς ἀλήθειας, γιὰ νὰ εἴμαστε κατὰ κάποιον τρόπο τὸ πιὸ ἐκλεκτὸ μέρος ἀπὸ τὰ ὁρατὰ δημιουργήματά του, ἀφιερωμένο στὸ Θεό.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025


Πάσχα στὸ στρατόπεδο
Δύο χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ Στάλιν, τήν ἐποχή τοῦ Κρουτσώφ, δειλά δειλά εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀποσταλινοποίηση. Τότε ἡ ζωή στό στρατόπεδο εἶχε γίνει σαφῶς καλύτερη. Ὁ ἄνεμος κάποιας ἐλευθερίας εἶχε γίνει αἰσθητός καί στά στρατόπεδα. Οἱ πιστοί μποροῦσαν νά προσεύχονται, καί ὅπου ὑπῆρχαν ἱερεῖς τούς ἐπέτρεπαν κάπου κάπου νά λειτουργοῦν.
Στό στρατόπεδο ὅπου κρατοῦνταν ὁ π. Ἀλέξιος Κυμπάρδιν, κάποιος γνωστός εἶχε στείλει ἕνα ἀντιμήνσιο, κι ἔτσι μποροῦσαν, ὅποτε τούς τό ἐπέτρεπαν, νά λειτουργοῦν. Ἦρθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα κι ὁ π. Ἀλέξιος εἰδοποίησε τούς φυλακισμένους κληρικούς καί πιστούς νά ἑτοιμαστοῦν γιά νά γιορτάσουν τήν Ἀνάσταση. Οἱ φυλακισμένοι ρίχτηκαν πυρετωδῶς στίς προετοιμασίες. Ἄλλοι ἔραβαν ἄμφια, ἄλλοι καλύμματα, ἄλλοι ἔφτιαχναν ἀπό ξύλο τά ἱερά σκεύη. Τό Μ. Σάββατο ὁ διοικητής φώναξε τόν π. Ἀλέξιο καί κάπως θορυβημένος τόν ρώτησε τί συμβαίνει, γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ κινητοποίηση μεταξύ τῶν κρατουμένων. Ὁ π. Ἀλέξιος τοῦ ἐξήγησε: «Μήν ἀνησυχῆτε. Αὔριο εἶναι ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα καί οἱ κρατούμενοι ἑτοιμάζονται. Δέν πρόκειται νά γίνει καμιά φασαρία». Ὁ διοικητής ἡσύχασε. 
Τήν ἑπομένη, ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα, ἄρχισε ἡ πασχαλινή ἀκολουθία. Ἦταν συγκινητικό νά βλέπει κανείς τούς ἱερεῖς μέ τά αὐτοσχέδια ἄμφια πού εἶχαν φτιάξει οἱ κρατούμενοι, ἀπό τά δικά τους ροῦχα, ἀπό ἄχρηστα ὑφάσματα, ἀπό σεντόνια – ὅ,τι εὕρισκαν.

Βγῆκαν στήν αὐλή, δίπλα στήν ὄχθη τῆς λίμνης, καί γύρω στίς 11 μ. μ. ἄρχισαν νά ψάλλουν τόν κανόνα τοῦ Μ. Σαββάτου: «Κύματι θαλάσσης…». Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνα κύμα χτύπησε τήν ὄχθη τῆς λίμνης καί ἔβρεξε τούς φυλακισμένους. Λές καί ἡ φύση σκιρτοῦσε καί συμμετεῖχε κι αὐτή στήν μεγάλη γιορτή. Ἀντί γιά πασχαλινή λαμπάδα οἱ κρατούμενοι κρατοῦσαν ἕνα ἀναμμένο ξύλο.
Ἡ ἀκολουθία προχωροῦσε, τελείωσε ὁ κανόνας, καί λίγο πρίν τά μεσάνυχτα ὅλοι μαζί ἔψαλαν: «Τήν Ἀνάστασίν σου, Χριστέ, Σωτήρ…». Στή συνέχεια ὁ π. Ἀλέξιος εἶπε ἀπό στήθους τό εὐαγγέλιο –λειτουργικά βιβλία δέν ὑπῆρχαν– καί στίς 12 ἀκριβῶς φώναξε πρῶτος τήν νικητήρια ἰαχή: «Χριστός Ἀνέστη!» Μέ ἕνα στόμα ὅλοι οἱ κρατούμενοι ἀπάντησαν: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Τά μάτια ὅλων βούρκωσαν, οἱ καρδιές σκίρτησαν. Οἱ φωνές ἀκούστηκαν στήν ἀπέραντη τάιγκα. Καί τότε ἕνα σμῆνος ἀπό χιλιάδες πουλιά, σάν νά ξυπνοῦσαν ἀπό λήθαργο, ἄρχισαν νά πετοῦν πάνω ἀπό τούς κρατούμενους. Ἀμέσως ἀντήχησε ὁ ὕμνος «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…». Τά πουλιά τιτίβιζαν κι αὐτά κι ἔψαλλαν στή δική τους γλώσσα τόν ὕμνο τους. Τό δάσος ἀντιλαλοῦσε τίς μελωδίες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν πουλιῶν. Ὅλη ἡ φύση συμμετεῖχε στήν χαρά τῆς Ἀνάστασης. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια. Ἑορταζέτω γοὖν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ…».
Ἄρχισε καί ἡ ἀναστάσιμη ἀκολουθία πάνω σ’ ἕνα ἁπλό τραπέζι, μέ τά φτωχά ἄμφια, μέ τά ξύλινα σκεύη, τίς ξύλινες λαμπάδες. Ἡ Θεία Μετάληψη, ὁ περίφημος κατηχητικός λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, καί πάλι τό «Χριστός Ἀνέστη»: Ἡ βεβαιότητα ὅτι τό κακό, ἡ φθορά, ὁ θάνατος «κατεπόθη εἰς τέλος…».
Μετά τήν Θεία Λειτουργία οἱ κρατούμενοι κάθισαν σέ κοινή τράπεζα. Μέχρι καί πασχαλινά αὐγά ὑπῆρχαν… Ἡ χαρά ἦταν ζωγραφισμένη στά πρόσωπα ὅλων. Μεταξύ τῶν κρατουμένων ἦταν κι ἕνας παλιός δημοσιογράφος, πού πρίν ἀπό τήν ἐπανάσταση εἶχε ταξιδέψει σέ πολλά μέρη. Κι εἶπε μέ συγκίνηση τοῦτα τά λόγια στόν π. Ἀλέξιο: «Εἶχα τήν εὐκαιρία νά γιορτάσω τήν Ἀνάσταση στά Ἱεροσόλυμα, στήν Κωνσταντινούπολη κι ἀλλοῦ. Ὅμως πουθενά δέν αἰσθάνθηκα τέτοια χαρά ὅπως σήμερα!». Ὅταν ὁ π. Ἀλέξιος πῆγε νά πάρει τά χαρτιά τῆς ἀπολύσεώς του ἀπό τό στρατόπεδο, τόν φώναξε ὁ διοικητής καί τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω γνωρίσει στήν ζωή μου τέτοιον ἄνθρωπο. Τό Πάσχα πού γιορτάσαμε φέτος μοῦ προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. Σᾶς παρακαλῶ πολύ νά προσεύχεστε καί γιά μένα, μήπως μέ ἐλεήσει ὁ Θεός καί μέ φέρει στόν δρόμο Του!».
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος Ἀντωνόπουλος
«Στάρετς Σεραφεὶμ τῆς Βύριτσα»

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025



Ὅλα νὰ τὰ χαίρεσθε
Οἱ ὡραῖες στιγμὲς προδιαθέτουν τὴν ψυχὴ σὲ προσευχή, τὴν καθιστοῦν λεπτή, εὐγενική, ποιητική.
Ξυπνῆστε τὸ πρωί, νὰ δεῖτε τὸν βασιλιὰ ἥλιο νὰ βγαίνει ὁλοπόρφυρος ἀπ’ τὸ πέλαγος.
Ὅταν σᾶς ἐνθουσιάζει ἕνα ὡραῖο τοπίο, ἕνα ἐκκλησάκι, κάτι ὡραῖο, νὰ μὴ μένετε ἐκεῖ, νὰ πηγαίνετε πέραν αὐτοῦ, νὰ προχωρεῖτε σὲ δοξολογία γιὰ ὅλα τὰ ὡραῖα, γιὰ νὰ ζεῖτε τὸν μόνον Ὡραῖον.
Ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ μπάνιο καὶ τὸ φαγητό.
Ὅλα νὰ τὰ χαίρεσθε.
Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Χριστό.
Νὰ παρατηρεῖτε ὅσα ἔφτιαξε ὁ ἄνθρωπος, τὰ σπίτια, τὰ κτίρια, μεγάλα ἢ μικρά, τὶς πόλεις, τὰ χωριά, τοὺς ἀνθρώπους, τὸν πολιτισμό τους.
Νὰ ρωτᾶτε, νὰ ὁλοκληρώνετε τὶς γνώσεις σας γιὰ τὸ κάθε τί, νὰ μὴν στέκεσθε ἀδιάφοροι.
Αὐτό σᾶς βοηθάει σὲ βαθύτερη μελέτη τῶν θαυμασίων του Θεοῦ. Γίνονται ὅλα εὐκαιρίες νὰ συνδεόμαστε μὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλους. Γίνονται αἰτίες εὐχαριστίας καὶ δεήσεως στὸν Κύριο τοῦ παντός. Νὰ ζεῖτε μέσα σὲ ὅλα, στὴ φύση, στὰ πάντα.
Ἡ φύση εἶναι τὸ μυστικὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅταν, ὅμως, δὲν ἔχει κανεὶς ἐσωτερικὴ χάρι, δὲν τὸν ὠφελεῖ ἡ φύση.
Ἡ φύση μᾶς ξυπνάει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς πάει στὸν Παράδεισο...
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τρίτη 5 Αυγούστου 2025


Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου. Οὔτε ἕνα λεπτὸ νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν καρδιά σας. Σὰν τὸ κερὶ ν’ ἀνάβει καὶ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς λογισμούς, ὅλες τὶς ἐσωτερικὲς κινήσεις τῆς καρδιᾶς σας.
Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ βαδίζετε σωστά, νὰ ἐργάζεσθε τὸ κάθε τί σὰν ἔργο Θεοῦ. Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ στέκεστε, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται μπροστὰ στὸν βασιλέα. Αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξει νὰ προχωρεῖτε, ὅπως προχωροῦν ἐκεῖνοι ποὺ κρατοῦν ἕνα ποτήρι γεμάτο νερό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ στάξει οὔτε μία σταγόνα.
Ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ. Καὶ σὰν βρεῖ καρδιὰ ποὺ δὲν Τοῦ ἐναντιώνεται, καρδιὰ ταπεινή, μπαίνει μέσα της καὶ τὴ γεμίζει χαρά. Τόση εἶναι ἡ χαρὰ τῆς καρδιᾶς ποὺ ἔχει μέσα τῆς τὸ Θεό, ὥστε κολλάει πάνω Του καὶ δὲν θέλει ποτὲ νὰ Τὸν ἀποχωριστεῖ. Σὲ καρδιὰ φουσκωμένη ἀπὸ ἐγωισμὸ δὲν πλησιάζει ὁ Κύριος. Κι ἔτσι αὐτὴ καταθλίβεται, μαραζώνει καὶ σιγολιώνει, βυθισμένη στὴν ἄγνοια, τὴ λύπη καὶ τὸ σκοτάδι.
Ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, μόλις στραφοῦμε μὲ μετάνοια καὶ πόθο πρὸς τὸν Κύριο, ἡ θύρα τῆς καρδιᾶς μᾶς ἀνοίγει σ’ Ἐκεῖνον. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀκαθαρσία ξεχύνεται ἔξω, γιὰ νὰ παραχωρήσει τὴ θέση της στὴν καθαρότητα, τὴν ἀρετή, τὸν ἴδιο τὸ Σωτήρα, τὸν μεγάλο Ἐπισκέπτη τῆς ψυχῆς, τὸν κομιστὴ τῆς χαρᾶς, τοῦ φωτός, τοῦ ἐλέους. Θεῖο δῶρο εἶναι αὐτὴ ἡ εὐλογημένη κατάσταση, ὄχι δικό μας κατόρθωμα. Καὶ ἀφοῦ εἶναι δῶρο, πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ δωρητὴ μὲ ταπείνωση.
Ταπείνωση! Ἡ βάση κάθε αρετης καὶ ἡ προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς καρποφορίας! Ἔχετε ταπείνωση; Ἔχετε τὸ Θεό. Τὰ ἔχετε ὅλα! Δὲν ἔχετε ταπείνωση; Τὰ χάνετε ὅλα! Νὰ συντηρεῖτε, λοιπόν, στὴν καρδιὰ σᾶς τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινοφροσύνης.
Ἡ φυσικὴ καὶ ὁμαλὴ σχέση μας μὲ τὸ Θεὸ προϋποθέτει καρδιὰ ἔμπονη, συντριμμένη καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἀφοσιωμένη σ’ Αὐτόν, καρδιὰ ποὺ μυστικὰ ἀναφωνεῖ κάθε στιγμή: “Κύριε, ἐσὺ τὰ γνωρίζεις ὅλα· σῶσε μέ!”.
Ἂν παραδοθοῦμε στὰ χέρια Του, ἡ σοφὴ καὶ ἅγια βουλή Του θὰ κάνει μ’ ἐμᾶς καὶ σ’ ἐμᾶς ὅ,τι εἶναι πρόσφορο γιὰ τὴ σωτηρία μας… Τὸ ἔργο τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς ἡσυχαστές, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τους χριστιανούς, στοὺς ὁποίους ὁ Κύριος, μέσω τοῦ ἁγίου ἀποστόλου, παραγγέλλει: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Ὑπάρχουν διάφορες βαθμίδες προσευχῆς μέχρι τὴν ἀδιάλειπτη. Ὅλες εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἐξίσου, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἰδιότητά τους ὡς μοναχῶν ἢ κοσμικῶν. Καὶ ὅταν μία καρδιά, ὅποια κι ἂν εἶναι, στρέφεται σ’ Αὐτόν, τὴν πλησιάζει μὲ ἀγάπη καὶ ἑνώνεται μαζί της.

Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025



Τὰ ὅρια τῆς ζωῆς μας
Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὡς νεαρὸς φοιτητὴς τῆς θεολογικῆς σχολῆς, ἤθελα νὰ ζωγραφίσω εἰκόνες. Δὲν γνώριζα τίποτε γιὰ τὶς εἰκόνες, παρὰ μόνο ὅτι μοῦ ἄρεσαν καὶ ὅτι ἦταν ἅγιες. Γιὰ μένα ἦταν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἡ πλούσια βιβλιογραφία γιὰ τὰ ὑλικὰ καὶ τὸ νόημά τους καθὼς καὶ γιὰ τὴν τεχνική τῆς εἰκονογραφίας. Τὸ ἴδιο μηδαμινὴ ἦταν καὶ ἡ γνώση μου τῆς ζωγραφικῆς. Ἀλλὰ ἔσπευσα σὰν τρελὸς νὰ ἀγοράσω ὑλικὰ (τὰ ὁποῖα ἦταν λανθασμένα ἔτσι κι ἀλλιῶς) καὶ ἔστησα ἕνα τεράστιο καμβὰ στὴν εἴσοδο τοῦ διαμερίσματός μου. Καὶ ἐκεῖ ἄρχισα νὰ ζωγραφίζω μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορα. Δὲν εἶχα ἐκπαιδευτεῖ καθόλου καὶ δὲν χρησιμοποίησα κανένα μοντέλο. Ἁπλῶς ζωγράφιζα. Ἡ προσπάθειά μου διήρκεσε σχεδὸν ἕνα μήνα. Ὅταν τελικὰ ἔφτασα τὸ σημεῖο ποὺ λογικὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι «τελείωσα», ρώτησα ἕνα φίλο μου, συμφοιτητή, ποὺ ἦταν καὶ ζωγράφος νὰ ἀξιολογήσει τὸ ἔργο μου.
Καὶ ἦρθε. Καὶ γέλασε.
«Ξέρεις σὲ ποιὸν μοιάζει;»
«Τὸν Χριστό;» ἀντέτεινα δειλά.
«Ὄχι, σὲ σένα μοιάζει!» Καὶ μοῦ ἐξήγησε κάτι ποὺ γνωρίζουν ὅλοι οἱ ζωγράφοι. Ἂν ζωγραφίζεις χωρὶς μοντέλο ὑπάρχει μεγάλη πιθανότητα νὰ ζωγραφίσεις ἀσυναίσθητα τὸν ἑαυτό σου. Ἡ εἰκόνα ἦταν «ὁ ἑαυτούλης μου».
Σκέφτομαι ἀρκετὰ συχνὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν (καὶ ἔχω γράψει κιόλας γι’ αὐτό). Ὑπάρχει ἕνα πνευματικὸ μάθημα σ’ αὐτό. Τὸ νὰ ζωγραφίζει κάποιος χωρὶς μοντέλο, κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὴ φαντασία, σημαίνει νὰ ζωγραφίζει χωρὶς ὅρια. Τὸ μόνο πράγμα ποὺ ὑπάρχει χωρὶς ὅρια εἶναι τὸ ἐγώ μου, ὁ φανταστικὸς ἑαυτός μου. Ἡ «εἰκόνα» ποὺ ζωγράφισα τοῦ Χριστοῦ ἀποτέλεσε τὴν ἰδανικὴ ἀναπαράσταση τῆς ἁμαρτίας: τὸ ἐγὼ ὡς Θεός.
Πῶς διαφοροποιοῦμαι τὸ ἐγώ μας ἀπὸ τὸν Ἄλλο; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι νὰ ἀναγνωρίσουμε τὰ ὅρια, ὅτι ὑπάρχει μία γραμμή, ἕνας χῶρος, ἕνας φράκτης ποὺ μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν Ἄλλο. Ἡ ἀγάπη δὲν προσπαθεῖ νὰ διαπεράσει τὸ ὅριο, οὔτε νὰ τὸ θολώσει. Ἡ ἀγάπη προϋποθέτει ἕνα περιορισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ προβαλλόμενου ἐγώ. Ἡ ζωή σου δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ μένα.
Τὰ ὅρια παίρνουν πολλὲς μορφές. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνησυχίες, ἀπόψεις, ἀνάγκες, φόβοι γιὰ κάποιο ἄλλο πρόσωπο. Αὐτὰ τὰ ψυχολογικὰ χαρακτηριστικὰ δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι ἀπόλυτα γιὰ νὰ εἶναι ὅρια. Ὡς ὅρια κάποιας ἄλλης ὕπαρξης δὲν εἶναι ὁ ἑαυτός μου. Σταματῶ ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζεις ἐσύ.
Τὸ ἐγώ μας, τὸ ὁποῖο ξεχωρίζω ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό, βρίσκει μεγάλη δυσκολία μὲ τὰ ὅρια. Τὸ ἐγὼ εἶναι μία ἀφήγηση τῆς ζωῆς μας ποὺ δημιουργήσαμε ἐμεῖς. Εἶναι ἡ ἱστορία ποὺ λέμε γιά μᾶς. Εἶναι συχνὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε κάποια πράγματα καὶ τὰ ξεκαθαρίζουμε. Αὐτὴ εἶναι μία συνεχὴς διαδικασία ποὺ ἀναθεωρεῖται συνέχεια. Μᾶς προκαλεῖ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ κριτικάρουμε, νὰ ζυγίσουμε καὶ νὰ συγκρίνουμε. 
Ὁ Ἀρχιμ. Μελέτιος Γουέμπερ περιγράφει αὐτὴν τὴ διαδικασία ὡς τὴν ἐργασία τοῦ μυαλοῦ (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ διαδικασία τῆς καρδιᾶς):
«Γιὰ νὰ εἴμαστε σωστοὶ γιὰ ὁτιδήποτε, τὸ μυαλὸ μας ἔχει ἀνάγκη νὰ βρεῖ κάποιον ἢ κάτι ποὺ εἶναι λανθασμένο. Ὑπὸ κάποια ἔννοια, τὸ μυαλὸ ψάχνει πάντοτε γιὰ ἕναν ἐχθρὸ (τὸ ἄτομο ποὺ εἶναι «λανθασμένο») γιατί χωρὶς τὸν ἐχθρό, τὸ μυαλὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σίγουρο γιὰ τὴν ταυτότητά του. Ὅταν ὑπάρχει ἐχθρός, τότε μπορεῖ νὰ νιώσει περισσότερη σιγουριὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ τὸ μυαλὸ συνέχεια ψάχνει τὴ βεβαιότητα, ἡ ὁποία εἶναι παράγωγο τῆς ἐπιθυμίας νὰ εἶναι κάποιος ὀρθός, ἡ διαδικασία μὲ τὴν ὁποία ψάχνουμε καὶ βρίσκουμε ἐχθροὺς εἶναι ἕνας συνεχὴς ἀγώνας ἐπιβίωσης. Τὸ νὰ ἀναγνωρίζει τοὺς ἐχθροὺς εἶναι γιὰ τὸ μυαλὸ ὄχι ἕνα ἀτυχὲς ἐλάττωμα τοῦ χαρακτήρα, ἀλλὰ ἕνα οὐσιαστικὸ καὶ ἀναγκαῖο ἔργο… Δυστυχῶς τὸ νὰ εἶναι κάποιος σωστὸς δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ χρειάζονται οἱ ἄνθρωποι ἔστω καὶ ἂν δαπανοῦν μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τους προσπαθώντας νὰ τὸ ἐπιτύχουν. Ἡ ὑπεράσπιση τοῦ ἐγὼ εἶναι σχεδὸν πάντοτε θέμα νὰ εἴμαστε ὀρθοί».
Κατὰ παράδοξο τρόπο, αὐτὴ ἡ διαδικασία δημιουργεῖ λανθασμένα ὅρια, τὰ ὅρια ποὺ στοιχειοθετοῦν τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Καὶ ἔτσι εἶναι οὐσιαστικὰ μία ναρκισσιστικὴ ἄποψη γιὰ τὸν κόσμο, ἕναν κόσμο σύμφωνα μὲ μένα. Ὅταν συναντοῦμε τὰ ἀληθινὰ ὅρια, τότε βρίσκουμε τὰ ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἑπομένως ἀρχίζουμε νὰ βρίσκουμε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό μας. Ἡ φύση τῆς καρδιᾶς (καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ) δὲν ὁρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὰ ὅριά της ἢ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἄλλου ὡς λανθασμένου. Ἀποδέχεται μᾶλλον παρὰ κρίνει. Εἶναι σιωπηλὴ ἀντὶ θορυβώδης. Ἡ συνάντηση μὲ τὰ ὅρια δὲν προάγει τὴν ἀνάγκη τῆς ἐξέτασης, τοῦ προσδιορισμοῦ καὶ τῆς συζήτησης.
Ὅταν τὸ ἐγὼ ἀναζητᾶ τὸ Θεό, ἀπογοητεύεται βαθειὰ ἀπὸ τὴ σιωπή Του. Τὰ ὅρια τῆς σιωπῆς, τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπόκρυψης μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ὁ Θεὸς περιβάλλει τὸν Ἑαυτό Του, ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπογοήτευση, ἐπιχειρήματα, θυμὸ, ἀκόμα καὶ ἀπόρριψη. Τὸ ἐγὼ συχνὰ ἀντικαθιστᾶ τὰ προϊόντα τοῦ μυαλοῦ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς ἰδέα εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς ἀνάγκες τοῦ ἐγώ. Τέτοιος Θεὸς θὰ καταλήξει νὰ εἶναι μία εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Ἀναπόφευκτα γινόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο λατρεύουμε.
Τὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ἔψαχνα σοβαρὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ ἕλκυε ἕνας Θεὸς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω. Ἀντιλαμβανόμουν τὴν εὐχαριστιακὴ πειθαρχία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅτι ὑπῆρχαν πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ χώρους στοὺς ὁποίους δὲν μποροῦσα νὰ ἐπισκεφτῶ, ἐνῶ τὸ πνευματικό μου ταξίδι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶχε ὅρια. Μποροῦσα νὰ πάω ὅπου ἤθελα, νὰ πῶ ὁτιδήποτε, νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ νὰ ταξιδέψω ὅπου ἤθελα. Καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια ποὺ κατέβαλλε τὸ ἐγώ μου, μὲ ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ μου. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ ἐπιτελοῦσα ὡς Ἀγγλικανὸς ἱερέας ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μεγάλων διαπραγματεύσεων, μεταξύ τοῦ δικοῦ μου ἐγὼ ἐνάντια στὰ ἐγὼ τῶν ἄλλων ποὺ ἤθελαν κάτι ἄλλο. Ἡ λατρεία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνήσυχης εἰρήνης, μιὰ ἐκπαίδευση σ’ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο. Στὴν τελευταία μου ἐνορία, εἴχαμε τρεῖς λειτουργίες κάθε Κυριακή, γιὰ τρεῖς διαφορετικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες συχνὰ δὲν συμπαθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη.
Ἡ σύγχρονη συνήθεια τοῦ νὰ ψάχνουμε μία φιλικὴ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λογικὸ παράγωγο μιᾶς ζωῆς ποὺ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὸ ἐγώ. Πέθανε γιὰ νὰ τὸ νεκρώσει. Ὅταν μεταστράφηκα στὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας φίλος, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόταν τὸ σύγχρονο φιλελευθερισμό, εἶπε: «Ὁ Στέφανος ἔγινε Ὀρθόδοξος γιατί φοβᾶται τὴν ἀλλαγή».
Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔγινα Ὀρθόδοξος γιατί φοβόμουν ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀλλαγή, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἴδιες κουβέντες θὰ ἐπαναλαμβάνονταν διαρκῶς.
Τὸ ἐγὼ κατασκευάζει μία χαρούμενη πόλη, γεμάτη μὲ κτίρια, ποὺ εἶναι προϊόντα διαπραγμάτευσης καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενους δρόμους. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀξίες γιατί δὲν ὑπάρχει πραγματικότητα. Μόνο τὰ ὅρια ποὺ βάζουμε στὴ ζωὴ μας φανερώνουν τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Θεός.
Π. Στέφανος Freeman

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025


Σὲ ποιὰ θέση φέρνουμε τὸν Θεὸ
Πολλοὶ ἐκλαμβάνουν τὴ σιωπή Του ὡς ἔνδειξη τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς «δὲν ὑπάρχει», «πέθανε»...
Ἄν ὅμως σκεφτόμαστε σὲ ποιὰ θέση φέρνουμε τὸν Θεὸ μὲ τὰ πάθη μας, τότε θὰ βλέπαμε ὅτι Αὐτὸς δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή, παρὰ μόνο νὰ σιωπήσει...

Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ