Τρίτη 26 Αυγούστου 2025
Κυριακή 24 Αυγούστου 2025
Σάββατο 23 Αυγούστου 2025
Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025
Στὸν ἴσκιο τῆς γιαγιᾶς ἐλιᾶς
Στὸν ρόχθο τῆς ἰσόβιας θάλασσας...
Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ λιθοβόλησαν δὲν ζοῦνε πιά
Μὲ τὶς πέτρες τους ἔχτισα μιὰ κρήνη
Στὸ κατῶφλι της ἔρχονται χλωρά κορίτσια
Τὰ χείλια τους κατάγονται ἀπὸ τὴν αὐγή
Τὰ μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στὸ μέλλον.
Ἔρχονται χελιδόνια τὰ μωρὰ τοῦ ἀνέμου
Πίνουν πετοῦν νὰ πάῃ μπροστὰ ἡ ζωή
Τὸ φόβητρο τοῦ ὀνείρου γίνεται ὄνειρο
Ἡ ὀδύνη στρίβει τὸ καλό ἀκρωτῆρι –
Καμμιὰ φωνὴ δέν πάει χαμένη στοὺς κόρφους τ' οὐρανοῦ!
Ὢ ἀμάραντο πέλαγο τί ψιθυρίζεις πές μου
Ἀπὸ νωρίς εἶμαι στὸ πρωινό σου στόμα
Στὴν κορυφήν ὅπου προβάλλ' ἡ ἀγάπη σου
Βλέπω τὴ θέληση τῆς νύχτας νὰ ξεχύνῃ τ' ἄστρα
Τὴ θέληση τῆς μέρας νὰ κορφολογάῃ τὴ γῆ.
Σπέρνω στοὺς κάμπους τῆς ζωῆς χίλια μπλαβάκια
Χίλια παιδιά μέσα στὸ τίμιο ἀγέρι
Ὡραῖα γερά παιδιὰ ποὺ ἀχνίζουν καλωσύνη
Καὶ ξέρουν ν' ἀτενίζουν τοὺς βαθειοὺς ὁρίζοντες
Ὅταν ἡ μουσική ἀνεβάζῃ τὰ νησιά.
Χάραξα τ' ὄνομα τὸ ἀγαπημένο
Στὸν ἴσκιο τῆς γιαγιᾶς ἐλιᾶς
Στὸν ρόχθο τῆς ἰσόβιας θάλασσας...
Σάββατο 16 Αυγούστου 2025
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.
Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025
Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025
Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἀλλάξω ποτὲ
-Στὴν ἀρχή,
κατὰ τὴν πρώτη χάρη, πιστεύουμε ὅτι ὄντως μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε, ἀλλὰ κάπου στὴ
μέση βλέπουμε ὅτι δὲν ἔχουμε ἀλλάξει καὶ νομίζουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε
ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο. Τί κάνουμε τότε;
-Τὸ εἶχα
σκεφθεῖ καὶ ἐγὼ αὐτὸ μία φορὰ καὶ εἶπα στὸν ἅγιο Σωφρόνιο, «Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἀλλάξω
ποτέ». «Ἐντάξει», εἶπε ὁ Γέροντας, «τότε ἂς πετάξουμε τὸ Εὐαγγέλιο». Θυμᾶμαι τὸν
λόγο του πολὺ ἔντονα. Ἤμουν γεμάτος μὲ αὐτολύπη καὶ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος μὲ
θεράπευσε μὲ τὸν λόγο αὐτό.
Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου
Κυριακή 10 Αυγούστου 2025
Ἡ εἰδωλολατρεία σήμερα
«Οἴδαμεν δὲ ὅτι
ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινόν· καί
ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς
καὶ ζωὴ αἰώνιος. Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν».
Σὲ αὐτὸ τὸν
στίχο συνοψίζεται ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Θεολόγου καὶ ὁλόκληρη ἡ
θεολογία του. «Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν», ὥστε σ’ Αὐτὸν νὰ
γνωρίζουμε τὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ μᾶς ἔδωσε καὶ τὴν δύναμη, μὲ τὴν ὁποία γίναμε
δικοί Του, καὶ κατοικήσαμε ἐν Αὐτῷ. Ὥστε εἴμαστε μ’ ὅλο μας τὸ «εἶναι» μέσα σ’
Αὐτόν, στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δι’ Αὐτοῦ στὴν αἰώνια ζωή, ἐπειδὴ Αὐτὸς εἶναι καὶ ἀληθινὸς
Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνια.
«Ἠμεῖς ἐσμεν
ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ», εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀπάντηση τῶν πραγματικῶν χριστιανῶν στὴν ἐρώτηση:
ποῦ εἶστε, ποῦ βρίσκεστε; Ἂν καὶ ζοῦμε στὸν κόσμο ποὺ «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»,
«ἡμεῖς ἐσμὲν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ»: στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν δὲν μᾶς
ἔδινε ὁ ἀληθινὸς Θεὸς «διάνοια», ἐμεῖς δὲν θὰ ἀναγνωρίζαμε τὸν πραγματικὸ Θεὸ
καὶ γιὰ πάντα θὰ παραμέναμε ἀσεβεῖς.
Ἐπειδὴ μόνο ὁ
Θεάνθρωπος Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ὅποιος δὲν τὸ βλέπει καὶ δὲν τὸ ὁμολογεῖ
εἶναι ἀσεβής, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὸν ἀληθινὸ Θεό. Παρόμοια ἐὰν ἀναγνωρίζει
κάποιον ἄλλον ἢ ὅ,τι ἄλλο γιὰ Θεό, πάλι εἶναι ἀσεβής, ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν
μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς μᾶς
τὸ ἔδειξε καὶ τὸ ἀπέδειξε μὲ τὸ ὅτι ὄχι μόνο ἔχει τὴν αἰώνια ζωὴ ἀλλὰ εἶναι καὶ
Αὐτὸς ὁ ἴδιος ζωὴ αἰώνια καὶ τὴ χαρίζει σ’ ὅλους ὅσους πιστεύσουν σ’ Αὐτόν. Ἐξ
αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος ζωὴ αἰώνια καὶ τὴν
παρέχει σ’ ὅλους τοὺς ἀκολούθους του. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σίγουρο μέτρο γιὰ τὴν
διάκριση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ψεύτικους θεούς. Ψεύτικος εἶναι κάθε θεὸς
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰώνια ζωή. Κι αὐτὸ
δὲν τὸ μπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νικήσει τὸν θάνατο.
Ὁ Θεάνθρωπος
εἶναι ὁ μόνος ποὺ νίκησε τὸ θάνατο μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Γι’ αὐτὸ εἶναι ὁ ἀληθινὸς
Θεὸς καὶ ἡ αἰώνια ζωή. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι ψεύτικοι θεοί. Ἡ ἀναγνώριση, ἡ ὁμολογία,
τὸ κήρυγμα ὁποιουδήποτε ἄλλου θεοῦ, ἐκτός τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο
παρὰ ἀσέβεια καὶ εἰδωλολατρεία. Κάθε εἰδωλολατρεία στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀσέβεια,
ἐφόσον τὸ προσκύνημα σ’ ὁποιοδήποτε εἴδωλο εἶναι ἀσέβεια.
Στὴν εἰδωλολατρεία
ἀνήκουν ὅλα: ἀπὸ τὸν πιὸ χονδροειδῆ φετιχισμὸ μέχρι τὸ πιὸ λεπτὸ συμβολισμό. Ἡ
εἰδωλολατρεία εἶναι ὄχι μόνο προσκύνημα σὲ ψεύτικους θεούς, ἀλλὰ καὶ στὶς
πέτρες, στὰ δέντρα, στὰ ζῶα, στοὺς πλανῆτες, στὰ ἀγάλματα, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους
καὶ στοὺς ἥρωες καὶ στοὺς ἰδιοφυεῖς καὶ στὶς ἐφευρέσεις καὶ στὶς ἰδέες καὶ στὰ
πάθη καὶ στὴν κουλτούρα καὶ στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴ φιλοσοφία,
καὶ στὴν τέχνη, ἢ σὲ ὀ,τιδήποτε ἄλλο ποὺ θέλει νὰ ἀντικαταστήσει μὲ τὸν ἑαυτὸ
του τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Γι’ αὐτὸ καὶ
ὁ ἅγιος Θεολόγος τελειώνει τὴν ἐπιστολή του μὲ τὰ λόγια: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς
ἀπὸ τῶν εἰδώλων»: νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία, νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὴν ἀσέβεια.
«Ἀμήν».
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς
Σάββατο 9 Αυγούστου 2025
Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Ἰακώβου
Κεφάλαιο Α΄ στίχοι 1-18
1. Ἐγὼ ὁ Ἰάκωβος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ,
γράφω τὴν ἐπιστολὴ αὐτή σε ὅσους ἀπὸ τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἔχουν πιστέψει
καὶ εἶναι διασκορπισμένοι σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ τοὺς εὔχομαι νὰ χαίρονται.
2. Ἀδελφοί μου, ὅταν πέσετε μέσα σὲ διάφορες δοκιμασίες καὶ θλίψεις, νὰ
θεωρεῖτε τὸ γεγονὸς αὐτὸ αἰτία τέλειας χαρᾶς.
3. Καὶ θὰ χαίρεστε στὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς σας αὐτούς, ὅταν
γνωρίζετε ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς πίστεώς σας ἀπὸ τὶς θλίψεις φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα ὑπομονὴ
σταθερή, ἀσφαλῆ καὶ πλήρη.
4. Ἡ ὑπομονὴ αὐτὴ ἂς εἶναι ἀκλόνητη κι ἔτσι ἂς παράγει ὡς καρπὸ τῆς
τελειοποιήσεώς σας μιὰ ἀρετὴ δοκιμασμένη, γιὰ νὰ εἶστε τέλειοι καὶ ὁλοκληρωμένοι,
καὶ νὰ μὴν ὑστερεῖτε σὲ τίποτε.
5. Ἂν ὅμως κάποιος ἀπὸ σᾶς ὑστερεῖ σὲ σοφία, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ σοφία νὰ
διακρίνει, διότι ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸν ὑπομένει, ἂς ζητᾶ τὴ
σοφία αὐτὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος δίνει διαρκῶς σὲ ὅλους μὲ γενναιοδωρία καὶ δὲν
ἐξευτελίζει αὐτὸν ποὺ ζητᾶ. Ἂς ζητᾶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ σοφία αὐτή, καὶ ὁ Θεὸς
θὰ τοῦ τὴ δώσει ὁπωσδήποτε.
6. Νὰ τὴ ζητᾶ ὅμως μὲ πίστη, χωρὶς νὰ διστάζει στὸ παραμικρὸ ἢ νὰ ἔχει ἀμφιβολίες
γιὰ τὸ ἂν ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἀκούσει. Προσέχετε νὰ μὴν εἰσχωρεῖ στὶς ψυχὲς σᾶς ἕνας
τέτοιος δισταγμός. Διότι ἐκεῖνος ποὺ διστάζει καὶ ἀμφιβάλλει καταντᾶ ἄστατος.
Μοιάζει μὲ τὸ κύμα τῆς θάλασσας ποὺ τὸ συνταράσσει ὁ ἄνεμος καὶ τὸ πηγαίνει ἐδῶ
κι ἐκεῖ. Γιὰ κανένα λόγο λοιπὸν δὲν πρέπει ἡ ἀστάθεια νὰ ἀκολουθεῖ τὶς
προσευχές μας καὶ τὶς αἰτήσεις μας πρὸς τὸν Θεό.
7. Ἂς μὴ νομίζει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἀμφιβάλλει καὶ εἶναι ἀκατάστατος ὅτι
θὰ πάρει ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ ζήτησε.
8. Ἄνθρωπος ποὺ εἶναι δίψυχος καὶ δίγνωμος καὶ δὲν μένει σταθερὸς σὲ μία ἀπόφαση,
εἶναι ἀκατάστατος καὶ ἀσταθὴς σ᾿ ὅλα ὅσα ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ, καὶ γενικότερα
σ᾿ ὅλη τὴ συμπεριφορά του. Ἄρα θὰ εἶναι ἄστατος καὶ στὶς προσευχές του. Πῶς εἶναι
λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσακουσθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀφοῦ ἀμφιταλαντεύεται ἀκόμη καὶ σ᾿
ὅσα τοῦ ζητᾶ;
9. Καὶ ὡς πρὸς τὸν πειρασμὸ καὶ τὴ δοκιμασία ποὺ δημιουργεῖ ἡ φτώχεια, σᾶς
λέω τὰ ἑξῆς: Ὁ ἀδελφὸς ποὺ εἶναι φτωχὸς καὶ ἄσημος ἂς καυχιέται γιὰ τὸ
πνευματικὸ ὕψος ποὺ τὸν ἀνεβάζει ὁ Θεὸς μὲ τὸν πειρασμὸ τῆς φτώχειας καὶ τῶν
στερήσεων.
10. Ἐνῶ ὁ πλούσιος ἀδελφὸς ἂς καυχιέται ὄχι γιὰ τὰ πλούτη του, ἀλλὰ γιὰ τὸ
ταπεινὸ φρόνημα ποὺ ἀποκτᾶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ πλοῦτος δὲν προσθέτει πραγματικὴ ἀξία
στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι κάτι μόνιμο καὶ αἰώνιο. Διότι σὰν τὸ ἀγριολούλουδο θὰ
χαθεῖ ὁ πλοῦτος αὐτός.
11. Ἀνατέλλει δηλαδὴ ὁ ἥλιος μὲ τὸν καυστικὸ λίβα του καὶ ξεραίνει τὸ
χορτάρι, καὶ τὸ ἄνθος τοῦ μαραίνεται καὶ πέφτει, καὶ χάνεται ἡ ὀμορφιὰ τοῦ
σχήματος καὶ τοῦ χρώματός του. Ἔτσι καὶ ὁ πλούσιος θὰ μαραθεῖ καὶ θὰ πέσει ἔξω
στὰ σχέδιά του καὶ στὶς ἐπιχειρήσεις του.
12. Πανευτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σηκώνει μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ
δοκιμασία τῶν θλίψεων. Καὶ εἶναι πανευτυχής, διότι ὅταν μὲ τὴ δοκιμασία γίνει
σταθερός, δοκιμασμένος καὶ γυμνασμένος, θὰ πάρει τὸ λαμπρὸ καὶ ἔνδοξο στεφάνι τῆς
αἰώνιας ζωῆς, τὸ ὁποῖο ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν.
13. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῶν θλίψεων μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μᾶς
καταρτίζει, ὑπάρχουν καὶ πειρασμοὶ ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλά μας πάθη.
Κανένας ἄνθρωπος ποὺ πειράζεται πρὸς τὴν ἁμαρτία νὰ μὴ λέει ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι ἡ
αἰτία ποὺ πειράζομαι καὶ σπρώχνομαι στὴν ἁμαρτία». Τέτοια βλασφημία ποτὲ νὰ μὴν
τὴ βάλει κανεὶς στὸ νοῦ του. Διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μπεῖ ποτὲ ὁ Θεὸς
σὲ πειρασμὸ ἀπὸ κάτι κακὸ καὶ πονηρό· καὶ συνεπῶς εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ νὰ
προκαλέσει πειρασμὸ ἁμαρτίας σὲ κανέναν.
14. Ὁ καθένας ἐρεθίζεται καὶ σπρώχνεται στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴ δική του κακὴ
ἐπιθυμία, ποὺ τὸν παρασύρει καὶ τὸν τραβὰ μὲ τὸ δόλωμα τῆς ἡδονῆς.
15. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία του αὐτή, ἀφοῦ σὰν πονηρὴ γυναίκα συλλάβει τὸ κακὸ
κερδίζοντας τὴ συγκατάθεση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἑνώνεται παράνομα μαζί
της καὶ γεννᾶ ἁμαρτωλὲς πράξεις. Κι ὅταν ὁλοκληρωθεῖ πλήρως ἡ ἁμαρτία καὶ
κυριεύσει τὴν ψυχή, γεννᾶ τὸ θάνατο.
16. Μὴν πλανᾶσθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ μπορεῖ
νὰ προέλθει κάποιο κακό. Ἀπὸ τὸν Θεὸ μόνο τὸ καλὸ προέρχεται.
17. Κάθε καλὸ ποὺ δίνεται στοὺς ἀνθρώπους καὶ κάθε τέλειο δῶρο προέρχεται
ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργὸς τῶν οὐράνιων
φωτεινῶν σωμάτων καὶ ἡ ὕψιστη καὶ μοναδικὴ πηγὴ κάθε φωτισμοῦ, φυσικοῦ ἢ
πνευματικοῦ. Σ᾿ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει καμία ἀλλοίωση καὶ μεταβολὴ σὰν αὐτὲς ποὺ
γίνονται στὴ σελήνη ἢ συντελοῦνται ἀπὸ τὴ διαδοχὴ τῆς νύχτας καὶ τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ
οὔτε καὶ σκιὰ ὑπάρχει σὰν ἐκείνη ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν περιστοφὴ καὶ τὴ
μετακίνηση τῶν ἄστρων καὶ τῶν οὐράνιων σωμάτων.
18. Ὁ Θεὸς εἶναι ὅλος φῶς. Αὐτὸς ἀπὸ τὴ δική του ἀγαθὴ θέληση μᾶς γέννησε
πνευματικὰ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶναι λόγος τῆς ἀλήθειας, γιὰ νὰ εἴμαστε κατὰ
κάποιον τρόπο τὸ πιὸ ἐκλεκτὸ μέρος ἀπὸ τὰ ὁρατὰ δημιουργήματά του, ἀφιερωμένο
στὸ Θεό.














