Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

 


Ἡ Φύση καὶ τὰ Ἔμορφα Τραγούδια της

Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμαστε ἕνα γένος ποὺ ὅτι κι ἂν φτιάξουμε ἔχει μέσα του αἷμα καὶ βάθος, ἔχει πόνο. Σὰν τὸ ρημοδέντρι ποὺ τὸ δέρνουνε ὅλοι οἱ ἀνέμοι καὶ κεῖνο ἀγαντάρει καὶ θρέφει ἡ ρίζα του καὶ παγαίνει βαθειὰ μέσα στὰ ἔγκατα τῆς γῆς σκίζοντας τὸ βράχο, ἔτσι μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ κ᾿ ἡ φυλὴ ἡ δική μας. Κ᾿ ἡ φτώχειά μας ἔκανε νὰ ζοῦμε ἁπλὴ ζωή, μὲ λίγα πράγματα, καὶ δὲν μᾶς ἄφησε νὰ ξεμακρύνουμε ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ βυζαίνουμε ὁλοένα ἀπὸ τὴ καθαρὴ βρυσούλα, ποὺ θρέφει τὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Σ᾿ αὐτὸ συντέλεσε καὶ τὸ καλὸ ἀγέρι πούχει ἡ πατρίδα μας κ᾿ ἡ ἡμεράδα πούχουνε τὰ βουνά της, ὥστε νὰ μᾶς φαίνεται σὰν μάνα πονετικιᾶ, ποὺ μᾶς βαστᾶ ὁλοένα στὴν ἀγκαλιά της.

Στὰ χρόνια της σκλαβιᾶς οἱ ἄνθρωποι ἤτανε ἀγράμματοι καὶ ζούσανε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀφοῦ πολλοὶ εἴχανε γιὰ σπίτια τὰ σπήλαια καὶ τὰ στρουγγολίθια. Πολιτεῖες δὲν εἴχανε ὁλότελα, εἴχανε μονάχα κάτι μικρὰ χωριά, τὰ πιὸ πολλά με πέντε δέκα σπίτια. Καὶ μὴ πεῖ κανένας πὼς δὲν τὸ παραδέχεται, γιατὶ στοὺς τέτοιους ἁπλοὺς καὶ φυσικοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἀπὸ μέσα ἄνθρωπος εἶναι ἁπλὸς σὰν τὸ μωρό, ἂς ἔχει καὶ γινάτι καὶ σκληρότητα, ἂς εἶναι καὶ φονιὰς ἀκόμα.

Αὐτοὶ ὅλοι οἱ βουνίσιοι, οἱ τσοπαναρέοι, κάνανε τὰ πιὸ καλὰ τραγούδια καὶ τὶς παροιμίες καὶ ζωγράφισαν ρημοκκλήσια κι᾿ ὅλα ὅσα κάνανε εἶναι τὰ πιὸ ἀληθινὰ καὶ τὰ πιὸ ἁγνά. Καὶ τὰ ἀξιωθήκανε ἀπὸ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἴχανε, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ μὴ βλέπουνε θολὰ τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ δὲν στομώσανε τὰ μέσα τοὺς μὲ ἀφύσικα καὶ πολύπλοκα πράγματα. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν καὶ στὰ τραγούδια ποὺ κάνανε αὐτοὶ οἱ βουνίσιοι, βλέπουμε κάποια ἀλήθεια καὶ μία ἐντέλεια ποὺ δὲν φτάνουνε ποτὲ οἱ σπουδασμένοι ποιητάδες μὲ τὰ πολύπλοκα ἐργαλεῖα τους. Γιατὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι εἶναι τὰ ἀληθινὰ παιδιὰ τῆς φύσης.

Θαρρεῖς πὼς καὶ τὰ πρόβατα κι᾿ οἱ πέρδικες καὶ τὰ δέντρα καὶ τ᾿ ἄλλα φυσικὰ πλάσματα, πὼς καὶ κεῖνα θὰ ταιριάζανε τέτοια τραγούδια, σὰν κι᾿ αὐτὰ ποὺ κάνανε τοῦτοι οἱ ἀνθρῶποι, ἂν εἴχανε λαλιά. Μηδὲ πέννα πιάσανε στὰ χέρια τους, μηδὲ χαρτί, μηδὲ μελάνι. Ἀπὸ τὴ καρδιὰ τοὺς ἀνέβηκε στὸ στόμα κι᾿ ἀπὸ τὸ στόμα βγῆκε ὅπως λαλεῖ τὸ πουλὶ κι᾿ ὕστερα μαθεύτηκε καὶ τόπανε οἱ κοῦκοι στὰ βουνά, κ᾿ οἱ πέρδικες στὰ πλάγια. Καὶ ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἀπόμεινε καὶ τραγουδιέται γενεὲς γενεῶν. Τί ὄμορφο καὶ θαυμαστὸ πράγμα, νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος σὰν ἀπὸ μέρος ὅλων τῶν πλασμάτων.

Σὰν ἐκφυλίστηκε ὁ ἄνθρωπος, ἐβγῆκε ἀπὸ τὸν φυσικό του δρόμο καὶ γίνηκε γραφιάς, σὰν κι᾿ ἐμᾶς κι᾿ ἄρχισε νὰ κάνει πράγματα φτιασιδωμένα, χωρὶς ἐκείνη τὴ δροσιὰ καὶ τὴν ἁγνὴ εὐωδία.

Πρὶν ἑκατὸ διακόσια χρόνια, ἡ οἰκουμένη εἶχε πολλὰ σχολειὰ σὲ κάθε χώρα καὶ σπουδάζανε οἱ ἄνθρωποι. Μονάχα ἡ Ἑλλάδα ἀπόμεινε ἀγράμματη, περιζωσμένη ἀπὸ ἔθνη ποὺ εἴχανε χάσει τὴν παρθενική τους ἁπλότητα. Θάρειε κανένας πὼς ἤτανε μαντρωμένη μ᾿ ἕνα φράχτη, γιὰ νὰ μὴ μποῦνε μέσα στὸν παράδεισο τῆς τὰ πονηρὰ δαιμόνια. Οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ ζούσανε σὰν νάτανε χίλια χρόνια πίσω, στὸ καιρὸ τοῦ Μεγαλέξαντρου καὶ στοῦ Χριστοῦ τὰ χρόνια. Καὶ μολαταύτα, ἐδῶ πέρα, στὰ βουνὰ καὶ στὶς κλεισοῦρες ποὺ ζούσανε ἄνθρωποι μισοάγριοι, ἄνθιζε ἀκατάλυτο τὸ ἀρχαῖο πνεῦμα καὶ λαλοῦσε ὁλοένα ἡ βρύση ποῦχε πιεῖ ὁ Ὅμηρος κι᾿ ὁ Ἡσίοδος καὶ τόσοι ἄλλοι. Δίχως χαρτὶ καὶ δίχως μελάνι τραγουδιόντανε ὅσα τραγουδιοῦνται, τὸ πῶς ἔρχεται στὸ κόσμο ὁ ἄνθρωπος, τὸ πῶς ἀγαπᾶ, τὸ πῶς πεθαίνει.

Σὲ ἀπορία βρίσκεται κανένας, τί νὰ πρωτοπεῖ γι᾿ αὐτὰ τὰ τραγούδια τοῦ λαοῦ μας, πῶς νὰ τὰ παινέψει καὶ πῶς νὰ τὰ περιεργαστεῖ γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄλλο νὰ τὰ νοιώσει. Μὰ ὅποιος τὰ νιώθει τὰ νιώθει, δὲν φελὰ κανένας ξηγάτορας. Εἶναι σὰν τὸν ἥλιο, σὰν τὸ φεγγάρι, σὰν τ᾿ ἀστέρια, σὰν τὴ χαρὰ τοῦ καλοκαιριοῦ. Ὅποιος δὲν ἔχει ἥλιο στὸ τόπο του, σὰν τὰ νιώθει αὐτὰ τὰ τραγούδια θὰ δεῖ τὸν ἥλιο καὶ θὰ ζεσταθεῖ, ὅποιος δὲν ἔχει ἐλπίδα, μ᾿ αὐτὰ θὰ παρηγορηθεῖ, ὅποιος δὲν βρίσκει μπάλσαμο στὸ πόνο του, θὰ γλυκαθεῖ, ὅποιος δὲν δροσίστηκε μὲ τὰ μεγάλα ποτάμια ποὺ σηκώνουνε ἀντάρες, θὰ δροσιστεῖ ἀπὸ τὴ βρυσούλα ποὺ τρέχει καὶ τραγουδᾶ κρυμμένη στὴ πλαγιά, ὅποιος δὲν ἐρωτεύτηκε θὰ ἐρωτευτεῖ.

Μὰ πρωτύτερα πρέπει νὰ πετάξει ἀπὸ πάνω τοῦ τὴ κακὴ συνήθεια νὰ θέλει νὰ βρεῖ συννεφιασμένες φιλοσοφίες καὶ νὰ χωθεῖ στὸ σκοτάδι τους, στὸ λαβύρινθο ποὺ θαρρεῖ πὼς θὰ τὸν βγάλει στὸ φῶς. Τὸ φῶς εἶναι μπροστά του, ἁπλό, ἀληθινό. Ἐδῶ δὲν ἔχει πολλὰ λόγια, λίγα καὶ καλά. Μὲ πέντε δέκα λιθάρια χτίζεις ἕνα πύργο, μὲ δυὸ τρία πουρνάρια κάνεις ἕνα δάσος, μὲ τρία λουλούδια μοσκοβολᾶ ὁ τόπος. Πέντε ἕξη ἄνθρωποι ποὺ κουβεντιάζουνε, ἕνα λημέρι ταμπουρωμένο μὲ ξερολιθιά, δυὸ πουλιὰ ποὺ πετᾶνε ἀπὸ πάνω, ἕνα μνημούρι ποὺ ‘ναὶ κοντὰ σ᾿ ἕνα ρημοκκλήσι καὶ κάτι γίδια ποὺ βοσκᾶνε, αὐτὰ φτάνουνε γιὰ νὰ νιώσεις ὅλη τη πλάση, γιατὶ ὁ οὐρανὸς κ᾿ ἡ γῆ εἶναι παρών.

Δὲν μιλᾶνε μόνο οἱ ἄνθρωποι, μιλᾶνε καὶ τ᾿ ἅρματά τους, τὰ τσαπράζα, τὰ βουνά, οἱ πέρδικες, τὰ ἔλατα, ὁ πεθαμένος στὸ κυβούρι του, ὅλος ὁ κάτω κόσμος, οἱ ἅγιοι, τὰ νέφελα. Ἀκόμα κι᾿ ἐκεῖνα ποὺ δὲν μιλᾶνε καταλαβαίνεις πὼς εἶναι παρών. Καὶ τὰ τωρινὰ καὶ τὰ περασμένα, καὶ τὰ μακρινὰ καὶ τὰ κοντινά. Ἕνα πράγμα θαυμαστό, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ ψάξεις καὶ νὰ τὸ βρεῖς ἀπὸ ποὺ γίνεται. Ἄκου τοῦτα τὰ πέντε λόγια:

Τοῦ ἀντρειωμένου τ᾿ ἄρματα
δὲν πρέπει νὰ πουλιοῦνται
μόν᾿ πρέπει τους στὴν ἐκκλησιὰ
κι᾿ ἐκεῖ νὰ λειτουργοῦνται.

Πρέπει νὰ κρέμουνται ψηλὰ
σὲ πύργο ἀραχνιασμένο
ἡ σκουργιὰ νὰ τρώγει τ᾿ ἄρματα
κ᾿ ἡ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.

Εἶδες τί λιγολογία καὶ τί κάστρο ἀκατάλυτο. Καὶ τέτοιο μυστήριο.

Κοιμᾶται ὁ γήλιος κ᾿ ἡ αὐγή, κοιμᾶται τὸ φεγγάρι
κοιμᾶται τὸ τριαντάφυλλο καὶ τὸ μαργαριτάρι………….

Ἐγὼ μάνα μ᾿ κολάστηκα καὶ πάω κολασμένος
γιατὶ ἔκανα τὸν πόλεμο ἀντάμα μὲ τοὺς κλέφτες
κι᾿ οὖλοι τὰ δέναν τ᾿ ἄλογά σε ριζιμιὸ λιθάρι
κ᾿ ἐγὼ πῆγα καὶ τ᾿ ἔδεσα σὲ μαυρομάτας μνῆμα.

Μπορεῖ νὰ πιστέψει ἄνθρωπος πὼς ἡ φυλή μας ποὺ τραγουδοῦσε μὲ τέτοια λόγια, κατάντησε σὲ τόση ξεπεσούρα, ποὺ νὰ τραγουδᾶ αὐτὰ τὰ σαρακοστιανὰ κρυόμπλαστρα ποὺ τραγουδᾶ σήμερα; Πᾶνε, χάνονται ὅλα τὰ καλά μας. Ἀκόμα καὶ τὰ γλυκὰ τὰ ναναρίσματα ποὺ λέγανε οἱ μανάδες στὰ μωρὰ καὶ κεῖνα σβύνουνε. «Ἀπέσβετο λᾶλον ὕδωρ».

Φώτης Κόντογλου

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

 


Καλότυχα εἶναι τὰ βουνὰ

Καλότυχα εἶναι τὰ βουνὰ
Ποτέ τους δὲ γερνᾶνε
Τὸ καλοκαίρι πράσινα
Καὶ τὸ χειμώνα χιόνι.

Πότε νὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἄνοιξη
Νὰ ξανανθίσουν πάλι
Νὰ βγάλουν φύλλα τὰ κλαδιὰ
Νὰ πρασινίσουν πάλι.

Δευτέρα 15 Μαΐου 2023


Ἂν θέλῃς νὰ προκόψῃς
-Μ᾿ ἕνα ἅλμα δὲν φτάνει κανεὶς στὰ ὕψη. Ἂς μάθουμε νὰ ἐφαρμόζουμε πρῶτα τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνες πολλοὺς καὶ μεγάλους θὰ μᾶς στείλει ὁ Θεὸς τὴ χάρη Του.
-Εἶναι εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφάσισαν νὰ βαδίσουν τὸν δρόμο τῶν θλίψεων γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν γύρισαν πίσω. Αὐτοὶ θὰ φτάσουν γρήγορα στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Μετὰ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὶς ταλαιπωρίες θ᾿ ἀπολαύσουν ἀνάπαυση καὶ ξεκούραση. Καὶ θὰ εὐφραίνονται αἰώνια μὲ τὴν ἀπόλαυση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.
-Ὅσοι τρέχουν στὸν δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς δὲν γυρίζουν πίσω οὔτε σκέφτονται τὶς δυσκολίες ποὺ θὰ συναντήσουν, ἀλλὰ μ᾿ ἐνθουσιασμὸ προχωροῦν στὸν στενὸ καὶ τραχὺ δρόμο, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ τὸν περάσουν. Ὅσοι ὅμως φοβοῦνται καὶ προχωροῦν μὲ δειλία καὶ φόβο, αὐτοὶ ποτὲ δὲν θὰ φτάσουν στὸ τέρμα, καὶ δὲν θὰ πάρουν τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ποὺ χαρίζει ὁ Κύριος στοὺς ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως.
-Ὁ ὀκνηρὸς δὲν βάζει ποτὲ ἀρχὴ μετανοίας καὶ συνεχῶς ἀναβάλλει. Κι ἔτσι φτάνει στὴν ὥρα τοῦ θανάτου του ἀπροετοίμαστος. Ἂν θέλῃς νὰ προκόψῃς στὴν ἀρετή, μὴν ὑπολογίζῃς τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ σώματος, διότι τὸ σῶμα εἶναι ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς. Ἔχε τὴν ἐλπίδα σου στὸν Θεὸ καὶ μὲ ταπεινοφροσύνη προχώρα στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς. Γνώριζε ὅτι χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ εἶσαι φτωχὸς καὶ γυμνός, στερημένος ἀπὸ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό. Μὴ σὲ πιάνῃ δειλία καὶ φόβος στὸν ἀγῶνα. Ὁ γεωργὸς ποὺ περιμένει νὰ σταματήσουν οἱ ἄνεμοι γιὰ νὰ σπείρῃ, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ σπείρει. Καλύτερα νὰ πεθάνῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ζῇς μὲ ντροπὴ καὶ ὀκνηρία.
Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος

Κυριακή 14 Μαΐου 2023


Τί μᾶς ἔλεγε ὁ π. Πορφύριος
Σχεδὸν ἕνα χρόνο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ γέροντας Πορφύριος, ποὺ ἀργότερα ἀνακηρύχτηκε ἅγιος, τὸν εἴχαμε ἐπισκεφθεῖ μὲ τὴ σύζυγό μου πάνω στὸ μοναστῆρι στὸ Μήλεσι, τὸ ὁποῖο ἀκόμα βρισκόταν ὑπὸ κατασκευή.
Ἀνεβήκαμε τὰ σκαλιὰ καὶ πήγαμε στὸ κελί του.
«Ἀφῆστε τὰ παιδιά σας, μὴν τὰ κυνηγᾶτε· τὰ φάγατε τὰ καημένα.»
Αὐτὰ μᾶς ἔλεγε ὁ Πορφύριος καὶ τἄλεγε δυνατὰ μὲ τόνο ἀγανάκτησης. Καὶ πῶς νὰ μᾶς πάει ὁ νοῦς μας ὅτι ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕναν ἅγιο, ἀφοῦ πιστεύαμε ὅτι πρέπει νὰ τὰ παιδαγωγήσουμε τὰ παιδιά μας, νὰ τὰ κρατήσουμε στὸν ἴσιο δρόμο, ὄχι νὰ τὰ παρατήσουμε στὴν τύχη τους.
- Καὶ πῶς θὰ τὰ κάνουμε τὰ παιδιὰ καλά, γέροντα ;
- Ἐσεῖς νὰ γίνετε καλοὶ καὶ τὰ παιδιά σας θὰ σᾶς ἀκολουθήσουν, θὰ τρέχουν ἀπὸ πίσω σας.
- Κι ἂν, γέροντα, δὲν μᾶς ἀκολουθήσουν ;
- Βρέ, γίνετε ἐσεῖς καλοὶ καὶ θὰ ἰδεῖτε.
Κι ἐμεῖς, παλεύοντας νὰ κάνουμε τὰ παιδιά μας καλύτερα, τὰ κάναμε χειρότερα καὶ πῆγαν οἱ κόποι μας καὶ οἱ στενοχώριες μας χαμένες...
Καὶ πῶς ἤξερε ἕνας καλόγερος νὰ μεγαλώνει παιδιά ;
Καὶ μάλωνε κιόλας ἐμᾶς τοὺς γονεῖς. Κι ὅσοι, ἀφοῦ τρώγαμε τὶς κατσάδες του, κατεβαίναμε στὰ σπίτια μας φορτισμένοι, πιάναμε ἀπὸ συνήθεια τὶς μαγκοῦρες μας.
«Ἂς λένε ὅ,τι θέλουν οἱ καλόγεροι!»
Καὶ τὰ παιδιά μας πῆγαν νὰ ζήσουν ὅσο πιὸ μακριὰ μποροῦσαν ἀπὸ μᾶς κι ὅσοι τὰ συναντοῦσαν καὶ μιλοῦσαν μαζί τους μᾶς ἔλεγαν τὰ καλύτερα λόγια γι’αὐτά!
Ἔχουν τὰ προτερήματά σας, μᾶς ἔλεγαν.
Κι ἐμεῖς γιὰ πρώτη φορὰ ἀπορούσαμε.
Δηλαδὴ ἔχουμε καὶ κανένα προτέρημα ; ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀπορία. Καὶ πῶς τὸ ἀνακάλυψαν. Λὲς νὰ εἶχε δίκιο ὁ Πορφύριος ;
Ναί, πρέπει νὰ εἶχε, καταλήγουμε τώρα μετὰ ἀπὸ χρόνια.
Τὰ παιδιὰ εἶναι μανιώδεις ἐρευνητὲς καλῶν παραδειγμάτων τῶν γονιῶν τους. Διψοῦν γιὰ τὰ καλὰ παραδείγματα, καθὼς ὅλες οἱ ἀμαρτίες τῶν γονιῶν τους τὰ ποτίζουν μὲ πίκρα καὶ ὅλες οἱ “νουθεσίες” εἶναι γυμνὲς καὶ ἀναξιόπιστες χωρὶς τεκμήρια.
Ἐδῶ ὁ Θεὸς δέχεται νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τοὺς δύσπιστους καὶ γιὰ νὰ “στηρίξει” τὴ θέση του χρειάζεται μάρτυρες ! Γιατὶ μόνον οἱ μάρτυρες πείθουν.
Κι ἐμεῖς οἱ γονεῖς (οἱ δάσκαλοι ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερεῖς) μαρτυροῦμε τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸ μαρτύριό μας πείθουμε τὰ παιδιά μας νὰ πλησιάσουν τὸ Θεὸ καὶ ‘κεῖνα τὰ “παλιόπαιδα” μᾶς πληρώνουν τὰ μαρτυριάτικα μὲ τὸ νὰ ξαναγυρίζουν κοντά μας... Μυρίζονται τὶς προσευχές μας σὰν λαγωνικά.
Οἱ παραστρατημένοι νέοι γυρίζουν ἀργὰ ἢ γρήγορα στοὺς μετανοημένους γονεῖς τους. Ὁ Πορφύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν, ἂν ἐμεῖς τὰ περιμένουμε ἐν μετανοίᾳ. Ἑκατομμύρια γονεῖς ἐδῶ κι ἕναν αἰῶνα ἔστειλαν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ σκοτώσουν δεκάδες ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Παγκοσμίων Πολέμων. Κι ὅσα ἐπέζησαν καὶ γύρισαν σπίτια τους, κοίταξαν τοὺς γονεῖς τους μὲ ἕνα πελώριο καὶ φοβερὸ “γιατί;”. Μόνο ὅσοι τὰ ἔστειλαν, γιὰ νὰ ἀμυνθοῦν, μποροῦσαν νὰ ἀντικρύσουν στὰ μάτια τους αὐτὸ τὸ “γιατί”. Μποροῦσαν, γιατὶ τὰ ἔστειλαν γιὰ κάποια ἀρετή. Γι’αὐτὸ ἔμειναν ἔρημοι οἱ ναοὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα ἀποζήτησαν τὰ παραισθησιογόνα καὶ τὴν εὐθανασία.
Ἅγιε Πορφύριε, κρυμμένος σὲ μιὰ φωλιὰ τῆς Ἀττικῆς, μαρτύρησες τὴ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ἐμεῖς παρὰ τοὺς ποταμοὺς αἱμάτων καὶ τὴν ἀποτυχία κάθε παιδαγωγικῆς δυσκολευτήκαμε νὰ πιστέψουμε στὴν κραυγή σου...
“Ἀφῆστε ἥσυχα τὰ παιδιά σας· ἐσεῖς νὰ γίνετε καλύτεροι.”
Σ’ εὐχαριστοῦμε.
Κωνσταντῖνος Γανωτῆς

Τρίτη 9 Μαΐου 2023

 


Ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς ἐμπιστοσύνη, ἀλλά μέ ἄγχος, ἀγωνία, κατάθλιψη, ἀπελπισία, ἀποκτάει ἀσθένειες σωματικές καί ψυχικές. Ἡ ψυχασθένεια, ἡ νευρασθένεια, ὁ διχασμός εἶναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο εἶναι ἐπίσης καί ἡ ταπεινολογία. Τό λένε αἴσθημα κατωτερότητος. Ἡ ἀληθινή ταπείνωση δέν μιλάει, δέν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀνάξιος, ἐλάχιστος πάντων…». Φοβᾶται ὁ ταπεινός μήπως μέ τίς ταπεινολογίες πέσει στήν κενοδοξία. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν πλησιάζει ἐδῶ. Ἀντίθετα, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπό Ἐκεῖνον.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Πέμπτη 4 Μαΐου 2023



Ὁλόγυρα στὴ λίμνη
Ὅταν ἐπανῆλθες μετὰ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὴν ὡραίαν τοποθεσίαν, τὴν προσφιλῆ εἰς τὰς ἀναμνήσεις σου, δὲν ἦτο Φεβρουάριος ὁ μὴν καὶ δὲν ὑπῆρχον πλέον ἴτσια νὰ μυρώνωσι τὴν ἀτμοσφαῖραν μὲ τὰς μεθυστικὰς εὐωδίας των. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καὶ ἡ Πολύμνια ἐκεῖ, ἄλλο ἔμψυχον ἴον, ἡ μεθύσκουσα ποτὲ τὴν παιδικὴν φαντασίαν σου μὲ μόνον τῆς λευκῆς λινομετάξου ἐσθῆτός της τὸν θροῦν. Δὲν ἐσώζετο πλέον οὔτε ὁ σικυὼν τοῦ ἀγαθοῦ Παρρήση, ὁ περιβάλλων ποτὲ μὲ χλοερὸν πλαίσιον τὴν γαληνιῶσαν λίμνην, τὴν ἀντανακλῶσαν εἰς τὰ νερά της τὸ αἴθριον κυανοῦν, οὔτε κἂν ἡ καλύβα τοῦ Λούκα τοῦ Θανασούλα, ἡ βρεχομένη ἀπὸ τὸ κῦμα παρὰ τὸ στόμιον τῆς λίμνης, ὅπου οὐδεὶς ἁλιεὺς ἐτόλμα ἐντὸς βολῆς νὰ πλησιάσῃ, διότι καὶ κοιμωμένου τοῦ Λούκα, ἡ καραβίνα ἠγρύπνει παρὰ τὸ πλευρόν του, καὶ ἤκουες τότε ἔξαφνα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ξηρὸν κρότον οὐδὲν καλὸν ὑποσχόμενον εἰς τὸν τολμητίαν ὅστις θὰ ἐδοκίμαζε νὰ πλησιάσῃ ποτέ. Ἂν ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ τὰ λεγόμενα, ἡ καραβίνα αὕτη ἦτο τὸ ἀληθὲς ξυπνητήρι τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς λίμνης, εἰδοποιοῦσα αὐτὸν μυστηριωδῶς διὰ κτύπου εἰς τὸν δεξιόν του ὦμον περὶ τῆς λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινὸς ἐκ τοῦ λιμένος διὰ νυκτός. Διότι οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου ἔλεγαν ὅτι ὅλα τὰ κεφαλόπουλα καὶ τὰ καβούρια, ὅσα ἐπλησίαζαν εἰς τὴν λίμνην, ἦσαν τῆς λίμνης, ἐνῷ ὅσα ἐτόλμων νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς, δὲν ἦσαν τοῦ λιμένος. Ἐφηρμόζετο δ᾿ ἐνταῦθα κατὰ πλάτος τὸ ἀξίωμα τὰ ἐμὰ ἐμά, καὶ τὰ σὰ ἐμά.
Ἄλλοτε κατήρχετο ἐκεῖ βόσκων τὰς ὀλίγας ἀμνάδας καὶ τὰ ἀρνία του, ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις δὲν ἐφείδετο νὰ διηγῆται εἰς πάντας ὅσας ὀπτασίας ἔβλεπε (ἁγίους, ἀγγέλους, δαίμονας, τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν κρίσιν, ὅλα τὰ ἔβλεπεν ὁ μακαρίτης) καὶ ἅπαξ μάλιστα ἠλήθευσε περιφανῶς, ὅταν ἔπεισε τοὺς πολίτας καὶ «τὸν δήμαρχο μὲ ὅλη τὴ δωδεκάδα», ὅτι ἦτο ἐπάναγκες ν᾿ ἀνακαινίσωσιν ἐκ βάθρων τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι, ἅμα ἀνέσκαπτον τὰ θεμέλια, ὁ Ἅγιος θὰ ἤρχετο βοηθός. Καὶ πράγματι, ὡς ἤρχισεν ἡ σκαπάνη νὰ ξεκοιλιάζῃ μετὰ δούπου τὴν γῆν καὶ νὰ στομοῦται πλήττουσα λίθους καὶ χάλικας, προέκυψαν εἰς τὸ φῶς δίδυμοι τάφοι μετὰ κιτρίνων σκελετῶν, τίς οἶδεν ἀπὸ ποίου λοιμοῦ, κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ἐκεῖ θαμμένων, καὶ μεταξὺ ἀδελφωμένων κοκκάλων καὶ χώματος, εὑρέθησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑνετικὰ φλωρία. Ἄλλοι ἐπίστευσαν τότε τὸ θαῦμα καὶ ἄλλοι ἐξεπλάγησαν διὰ τὴν σύμπτωσιν, ἀλλὰ τὸ ὁρατὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ ναΐσκος εὐπρεπὴς ὁπωσοῦν ἐκτίσθη.
Εἰς τὸν ναΐσκον ἐκεῖνον, ὅταν ἦτο ἀκόμη παλαιὸς καὶ στενὸς καὶ μικρούτσικος, ἐκλείεσο τὸ πάλαι, ὅταν ἤθελες νὰ ἐπικαλεσθῇς τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου διὰ τοὺς πρωίμους πόνους τῆς καρδίας σου. Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ σὲ ὀνομάσῃ βέβηλον, καθόσον δὲν ἐζήτεις ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἐγκόσμιον εὐτυχίαν, ἀλλὰ παρηγορίαν διὰ τὰς θλίψεις σου. Καὶ σὺ ἔπλεες τότε εἰς ψευδῆ ἀσφάλειαν, πεποιθὼς ὅτι κανεὶς ἄλλος δὲν σὲ ἔβλεπεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιον· ἀλλ᾿ ὁ νέος ἐκεῖνος ὅστις ἐφύλαγε τότε τὰ πρόβατα τοῦ μπαρμπα-Γιωργοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ἂν καὶ δὲν ἦτο προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῶν ὀπτασιῶν ὡς ὁ ἀφέντης του, ὅταν σ᾿ ἔβλεπεν ἀντικρὺ ἀπὸ τὸν λόφον, κ᾿ ἔκλειες τὴν θύραν ἅμα ἔμβαινες εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργὰ-γοργὰ ἀπὸ τὸν λόφον μὲ τὰ τσαρουχάκια του, πατῶν εἰς τὴν γῆν τόσον μαλακὰ ὡς νὰ ἦτο ἐλαφρὸς ἀτμὸς διολισθαίνων ἐπὶ τῆς χλόης, καὶ συνέχων τὴν ἀναπνοήν του, ἐπλησίαζε σιγὰ-σιγὰ εἰς τὴν μικράν, μισοασβεστωμένην καὶ λαδωμένην ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν εὐλάβειαν τῶν προσκυνητριῶν, ὑαλόφρακτον θυρίδα τοῦ ναΐσκου, κ᾿ ἔβλεπε, χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃς, τὰς μετανοίας καὶ τὰς προσευχάς σου, καὶ ἤκουε, χωρὶς νὰ τὸν ἀκούῃς, τοὺς ψιθυρισμούς σου καὶ τοὺς στεναγμούς σου. Ὤ! πόσα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε!
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023


Πρωτομαγιά
Τοῦ Μαϊοῦ ροδοφαίνεται ἡ μέρα
ποὺ ὡραιότερη φύση ξυπνάει
καὶ τὴν κάνουν λαμπρὰ καὶ γελάει
πρασινάδες, ἀχτίδες, νερά.
Ἄνθη κι ἄνθη βαστοῦνε στὸ χέρι
παιδιὰ κι ἄντρες, γυναῖκες καὶ γέροι
ἀσπροεντύματα, γέλια καὶ κρότοι,
ὅλοι οἱ δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναί, χαρεῖτε τοῦ χρόνου τὴ νιότη,
ἄνδρες, γέροι, γυναῖκες παιδιά.

Διονύσιος Σολωμὸς

Κυριακή 30 Απριλίου 2023

 


Ἕνας Ἕλληνας - ὁ Μακρυγιάννης

Ὁ Μακρυγιάννης ἦταν ἀγράμματος. Μολονότι ἔφτασε ὡς τὸ βαθμὸ τοῦ στρατηγοῦ, δὲ βαστοῦσε ἀπὸ τζάκι. Ἤτανε παιδὶ μίας φτωχῆς οἰκογένειας τσομπάνηδων καὶ γεωργῶν τῆς Ρούμελης. Νά πῶς μᾶς μεταδίνει ὁ ἴδιος τὴ γέννησή του:

«Ἡ πατρὶς τῆς γεννήσεώς μου εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι· χωριὸ τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Ἀβορίτη. [...] Οἱ γοναῖγοι μου πολὺ φτωχοί, καὶ ἡ φτώχεια αὐτήνη ἦρθε ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ντόπιων Τούρκων καὶ τῶν Ἀρβανίτων τοῦ Ἀλήπασα. Πολυφαμελίτες οἱ γοναίγοι μου καὶ φτωχοί, καὶ ὅταν ἤμουνε ἀκόμα στὴν κοιλιὰ τῆς μητρός μου, μίαν ἡμέρα πῆγε γιὰ ξύλα στὸ λόγγο. Φορτώνοντας τὰ ξύλα στὸν ὦμο της, φορτωμένη στὸ δρόμο, στὴν ἐρημιά, τὴν ἔπιασαν οἱ πόνοι καὶ γέννησε ἐμένα. Μόνη της ἡ καημένη κι ἀποσταμένη, ἐκιντύνεψε κι αὐτήνη τότε κι ἐγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της καὶ συγυρίστη, φορτώθη λίγα ξύλα καὶ ἔβαλε καὶ χόρτα ἀπάνου στὰ ξύλα καὶ ἀπὸ πάνου ἐμένα καὶ πῆγε στὸ χωριό» (Β´ 11-12).

Δὲν εἶχε τοὺς τρόπους νὰ πάει σὲ δάσκαλο, μᾶς λέει. Ἤξερε λίγο γράψιμο, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα ἂν μπόρεσε ποτὲ τοῦ νὰ διαβάσει ἄλλο τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἴδια τοῦ γραφτά.

Ὁ γενναῖος Μακρυγιάννης πώποτε μὴ ἀναγνώσας θὰ τραγουδήσει ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος στὶς μέρες τῆς Γ´ Σεπτεμβρίου. Γιατὶ τὸ γράψιμό του εἶναι, σχεδὸν ὁλότελα, μία δική του ἐφεύρεση. «Γράψιμο ἀπελέκητο» τὸ ὀνομάζει. Δεκαεφτὰ μῆνες ἔβαλε ὁ Βλαχογιάννης γιὰ νὰ τὸ ξεδιαλύνει, νὰ τὸ ἀποκρυπτογραφήσει θά ῾πρεπε νὰ ποῦμε, καὶ νὰ τὸ ἀντιγράψει. Ὅταν ἀντικρίσει κανεὶς μία σελίδα τοῦ πυκνοῦ χειρογράφου καταλαβαίνει ἀμέσως τὸ γιατί. Φωνητικὴ ἀποτύπωση τῆς ρουμελιώτικης προφορᾶς μὲ ἰδιότροπα συμπλέγματα γραμμάτων, ποὺ μοιάζουν ἕνα ἀτέλειωτο ἀραβούργημα. Πουθενὰ διακοπή, παράγραφος ἢ στίξη. Κάποτε μόνο μία κάθετη γραμμὴ δείχνει ἕνα σταμάτημα. Τὸ κατεβατὸ μοιάζει σὰν κάτι παλιοὺς τοίχους πού, κοιτάζοντάς τους, θαρρεῖς πὼς συλλαβίζεις τὴν κάθε κίνηση τοῦ χτίστη, ποὺ συναρμολόγησε τὴν ἀμέσως ἑπόμενη πέτρα μὲ τὴν προηγούμενη, τὴν ἀμέσως ἑπόμενη προσπάθεια μὲ τὴν προηγούμενη, ἀποτυπώνοντας πάνω στὴν τελειωμένη οἰκοδομὴ τὶς περιπέτειες μίας ἀδιάσπαστης ἀνθρώπινης ἐνέργειας -αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ποὺ μᾶς συγκινεῖ καὶ λέγεται ὕφος ἢ ρυθμός. Στὸ γράψιμο τοῦ Μακρυγιάννη, ποὺ εἶναι ἀδιάβαστο γιὰ τὸν ἀπροειδοποίητο ἀναγνώστη, συλλαβίζεις, πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὶς λέξεις, τὴν ἐπίμονη βούληση τοῦ συγγραφέα νὰ ζωγραφίσει στὸ χαρτὶ τὸν ἑαυτό του.

Στὸ Ἄργος, ὁ Μακρυγιάννης, «γιὰ νὰ μὴν τρέχει στοὺς καφενέδες», παρακαλοῦσε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο φίλο νὰ τοῦ μάθουν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὰ γράμματα ποὺ ἤξερε, καὶ ποὺ δὲν ἦταν οὔτε κὰν τὰ κολλυβογράμματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αἰσθάνεται συχνὰ πολὺ ταπεινὸς γιὰ τὴν ἀμάθειά του: «Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔμπω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργον ἕνας ἀγράμματος, νὰ βαρύνω τοὺς τίμιους ἀναγνῶστες καὶ μεγάλους ἄντρες καὶ σοφούς της κοινωνίας...» σημειώνει ἀρχίζοντας νὰ γράφει τὴ ζωή του. «Εἶμαι ἕνας ἀγράμματος καὶ δὲν μπορῶ νὰ βαστήσω σειρὰ ταχτικὴ στὰ γραφόμενα...» ἐπιμένει πάλι. Ζητᾷ συγγνώμη γιατὶ «ἔλαβε ὡς ἄνθρωπος αὐτήνη τὴν ἀδυναμία». Τέτοια πράγματα πρέπει νὰ τὰ γράφουνε «προκομμένοι κι ὄχι ἁπλοὶ ἀγράμματοι». Καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ σπουδασμένοι, τὸν κοιτάζουν φυσικὰ ἀπὸ τὰ ὕψη. «Οὐδ᾿ ἐγὼ γνωρίζω νὰ στρέφω τὴν σπάθην, οὐδ᾿ αὐτὸς τὴν γλῶσσαν» θὰ τονίσει πάλι ὁ χαρακτηριστικὸς Σοῦτσος, «καλὸν λοιπὸν ἕκαστος ἡμῶν νὰ δίδεται εἰς ὅ,τι ἐπιτυγχάνει». Ἀλλὰ ἡ πατρίδα «ζημιώθη, διατιμήθη, καὶ ὅλο σ᾿ αὐτὸ κατανταίνει, ὅτι μᾶς ἧβρε ὅλους θερία», θρησκευτικοὺς καὶ πολιτικοὺς καὶ μᾶς τοὺς στρατιωτικοὺς -βασανίζεται ὁ Μακρυγιάννης- καὶ εἶναι «πατρίδα γενική, τοῦ καθενοῦ». Γι᾿ αὐτὸ πρέπει καὶ ὁ προκομμένος νὰ φωνάζει τὴν ἀλήθεια καὶ ὁ ἁπλός. Φανερὰ λοιπὸν ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἤθελε νὰ εἶχε τοὺς τρόπους νὰ μάθει γράμματα. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸν μειώνει, δὲν τοῦ δημιουργεῖ κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, ὅπως θὰ λέγαμε. Αἰσθάνεται, καὶ μᾶς κάνει νὰ τὸ αἰσθανόμαστε μαζί του, πὼς εἶναι ἄνθρωπος ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε τὴ λαλιά, αὐτὸ τὸ δῶρο ποὺ κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ τὸ ἀφαιρέσει. Ὅπου βρεθεῖ, στὸ παλάτι ἢ στὴν καλύβα, μιλάει σταράτα, μιλάει μὲ ἀσφάλεια. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει ἔμφυτη μέσα του αὐτὴ τὴν ἀσφάλεια τῆς ἔκφρασης, μπορεῖ καὶ διατυπώνεται μὲ χρῶμα καὶ μὲ ἀποχρώσεις, μὲ τόνο καὶ μὲ ρυθμό. Ἔχω τὴν ἐντύπωση πὼς ὁ φιλόλογος ποὺ θὰ ἤθελε νὰ κάνει κάποτε τὴν κριτικὴ τῆς δύσκολης μεταγραφῆς τοῦ κειμένου τοῦ Μακρυγιάννη, θὰ ἔπρεπε, πρὶν ἀπ᾿ ὅλα, νὰ στηρίξει τὴν ἐργασία του στὴν ἀκουστικὴ ἀντίληψή του.

Ὁ Μακρυγιάννης σέβεται τὴ μόρφωση -«ὡς λιοντάρι πολεμοῦσε καὶ ὡς φιλόσοφος ὁδηγοῦσε» θὰ πεῖ γιὰ τὸν πρῶτο του ἀρχηγό, τὸ Γῶγο. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμποδίζει καθόλου νὰ ἐκφράσει τὴν ἀντίδρασή του γιὰ ἕνα λογιότατο καὶ γιὰ τὴν προγονοκαπηλεία:

«Ἐβάλετε καὶ νέον ἀρχηγὸ στὸ φρούριο τῆς Κόρθος» γράφει μιλώντας στοὺς πολιτικοὺς τῆς ἐποχῆς. «Ἀχιλλέα τὸν ἔλεγαν, λογιότατο. Κι ἀκούγοντας τ᾿ ὄνομα Ἀχιλλέα, παντυχαίνετε ὅτ᾿ εἶναι ἐκεῖνος ὁ περίφημος Ἀχιλλέας. Καὶ πολέμαγε τ᾿ ὄνομα τοὺς Τούρκους. Δὲν πολεμάγει τ᾿ ὄνομα ποτέ, πολεμάγει ἡ ἀντρεία, ὁ πατριωτισμὸς ἡ ἀρετή. Κι ὁ Ἀχιλλέας ὁ δικός σας, ὁ φρούραρχος τῆς Κόρθος, λεβέντης ἦταν, «Ἀχιλλέγα» τὸν ἔλεγαν. Εἶχε καὶ τὸ κάστρο ἐφοδιασμένο ἀπὸ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου, εἶχε καὶ τόσο στράτεμα. Ὅταν εἶδε τοὺς Τούρκους τοῦ Δράμαλη ἀπὸ μακριὰ -καὶ ἦταν καὶ καταπολεμισμένος ἀπὸ Ρούμελη, ἀπὸ Ντερβένια- βλέποντάς τον ὁ Ἀχιλλέας ἄφησε τὸ Κάστρο κι ἔφυγε, ἀπολέμιστο. Νὰ ἦταν ὁ Νικήτας, ἔφευγε; ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ ἄλλοι; Ὄχι βέβαια. Ὅτι τὸν καρτέρεσαν αὐτοὶ τὸ Δράμαλη στὸν κάμπο καὶ τὸν ἀφάνισαν· ὄχι σ᾿ ἐφοδιασμένο κάστρο, καὶ σὰν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος» (Β´ 59).

Τὰ γράμματα εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ εὐγενικὲς ἀσκήσεις κι ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑψηλοὺς πόθους τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παιδεία εἶναι ὁ κυβερνήτης τοῦ βίου. Κι ἐπειδὴ οἱ ἀρχὲς αὐτὲς εἶναι ἀληθινές, πρέπει νὰ μὴν ξεχνοῦμε πὼς ὑπάρχει μία καλῇ παιδεία -ἐκείνη ποὺ ἐλευθερώνει καὶ βοηθᾷ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μία κακὴ παιδεία -ἐκείνη ποὺ διαστρέφει καὶ ἀποστεγνώνει καὶ εἶναι μία βιομηχανία ποὺ παράγει τοὺς ψευτομορφωμένους καὶ τοὺς νεόπλουτούς της μάθησης, ποὺ ἔχονν τὴν ἴδια κίβδηλη εὐγένεια μὲ τοὺς νεόπλουτούς του χρήματος. Ἂν ὁ Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, πολὺ φοβοῦμαι πὼς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, γιατὶ τὴν παιδεία τὴν κρατοῦσαν στὰ χέρια τοὺς οἱ «τροπαιοῦχοι του ἄδειου λόγου», καθὼς εἶπε ὁ ποιητής, ποὺ δὲν ἔλειψαν ἀκόμη. Δὲν ἐπαινῶ τὸν Μακρυγιάννη γιατὶ δὲν ἔμαθε γράμματα, ἀλλὰ δοξάζω τὸν πανάγαθο Θεὸ ποὺ δὲν τοῦ ἔδωσε τὰ μέσα νὰ τὰ μάθει. Γιατὶ ἂν εἶχε πάει σὲ δάσκαλο, θὰ εἴχαμε ἴσως πολλὲς φορὲς τὸν ὄγκο τῶν Ἀπομνημονευμάτων σὲ μία γλῶσσα, ὅλο κουδουνίσματα καὶ κορδακισμούς· θὰ εἴχαμε ἴσως περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὰ ἱστορικὰ τῶν χρόνων ἐκείνων, θὰ εἴχαμε ἴσως ἕνα Σοῦτσο τῆς πεζογραφίας, ἀλλὰ αὐτὴ τὴν ἀστέρευτη πηγὴ ζωῆς, ποὺ εἶναι τὸ βιβλίο τοῦ Μακρυγιάννη, δὲ θὰ τὴν εἴχαμε. Καὶ θὰ ἦταν μεγάλο κρῖμα. Γιατὶ ἔτσι ὅπως μᾶς φανερώνεται ὁ Μακρυγιάννης, βλέπουμε ὁλοκάθαρα πὼς ἂν καὶ ἀγράμματος, δὲν ἦταν διόλου ἕνας ὀρεσίβιος ἀκαλλιέργητος βάρβαρος. Ἦταν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον: ἦταν μία ἀπὸ τὶς πιὸ μορφωμένες ψυχὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἡ μόρφωση, ἡ παιδεία ποὺ δηλώνει ὁ Μακρυγιάννης, δὲν εἶναι κάτι ξέχωρο ἢ ἀποσπασματικὰ δικό του· εἶναι τὸ κοινὸ χτῆμα, ἡ ψυχικὴ περιουσία μίας φυλῆς, παραδομένη γιὰ αἰῶνες καὶ χιλιετίες, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, ἀπὸ εὐαισθησία σὲ εὐαισθησία· κατατρεγμένη καὶ πάντα ζωντανή, ἀγνοημένη καὶ πάντα παροῦσα -εἶναι τὸ κοινὸ χτῆμα τῆς μεγάλης λαϊκῆς παράδοσης τοῦ Γένους. Εἶναι ἡ ὑπόσταση, ἀκριβῶς, αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ, αὐτῆς τῆς διαμορφωμένης ἐνέργειας, ποὺ ἔπλασε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ λαὸ ποὺ ἀποφάσισε νὰ ζήσει ἐλεύθερος ἢ νὰ πεθάνει στὰ ῾21.

Γι᾿ αὐτὸ ἡ λαϊκή μας παράδοση εἶναι τόσο σπουδαία.

Γιῶργος Σεφέρης

Σάββατο 29 Απριλίου 2023

 


Ἡ φύση καὶ τὰ ἔμορφα τραγούδια της

Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμαστε ἕνα γένος ποὺ ὅτι κι ἂν φτιάξουμε ἔχει μέσα του αἷμα καὶ βάθος, ἔχει πόνο. Σὰν τὸ ρημοδέντρι ποὺ τὸ δέρνουνε ὅλοι οἱ ἀνέμοι καὶ κεῖνο ἀγαντάρει καὶ θρέφει ἡ ρίζα του καὶ παγαίνει βαθειὰ μέσα στὰ ἔγκατα τῆς γῆς σκίζοντας τὸ βράχο, ἔτσι μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ κ᾿ ἡ φυλὴ ἡ δική μας. Κ᾿ ἡ φτώχειά μας ἔκανε νὰ ζοῦμε ἁπλὴ ζωή, μὲ λίγα πράγματα, καὶ δὲν μᾶς ἄφησε νὰ ξεμακρύνουμε ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ βυζαίνουμε ὁλοένα ἀπὸ τὴ καθαρὴ βρυσούλα, ποὺ θρέφει τὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Σ᾿ αὐτὸ συντέλεσε καὶ τὸ καλὸ ἀγέρι πούχει ἡ πατρίδα μας κ᾿ ἡ ἡμεράδα πούχουνε τὰ βουνά της, ὥστε νὰ μᾶς φαίνεται σὰν μάνα πονετικιᾶ, ποὺ μᾶς βαστᾶ ὁλοένα στὴν ἀγκαλιά της.

Στὰ χρόνια της σκλαβιᾶς οἱ ἄνθρωποι ἤτανε ἀγράμματοι καὶ ζούσανε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀφοῦ πολλοὶ εἴχανε γιὰ σπίτια τὰ σπήλαια καὶ τὰ στρουγγολίθια. Πολιτεῖες δὲν εἴχανε ὁλότελα, εἴχανε μονάχα κάτι μικρὰ χωριά, τὰ πιὸ πολλά με πέντε δέκα σπίτια. Καὶ μὴ πεῖ κανένας πὼς δὲν τὸ παραδέχεται, γιατὶ στοὺς τέτοιους ἁπλοὺς καὶ φυσικοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἀπὸ μέσα ἄνθρωπος εἶναι ἁπλὸς σὰν τὸ μωρό, ἂς ἔχει καὶ γινάτι καὶ σκληρότητα, ἂς εἶναι καὶ φονιὰς ἀκόμα.

Αὐτοὶ ὅλοι οἱ βουνίσιοι, οἱ τσοπαναρέοι, κάνανε τὰ πιὸ καλὰ τραγούδια καὶ τὶς παροιμίες καὶ ζωγράφισαν ρημοκκλήσια κι᾿ ὅλα ὅσα κάνανε εἶναι τὰ πιὸ ἀληθινὰ καὶ τὰ πιὸ ἁγνά. Καὶ τὰ ἀξιωθήκανε ἀπὸ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἴχανε, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ μὴ βλέπουνε θολὰ τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ δὲν στομώσανε τὰ μέσα τοὺς μὲ ἀφύσικα καὶ πολύπλοκα πράγματα. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν καὶ στὰ τραγούδια ποὺ κάνανε αὐτοὶ οἱ βουνίσιοι, βλέπουμε κάποια ἀλήθεια καὶ μία ἐντέλεια ποὺ δὲν φτάνουνε ποτὲ οἱ σπουδασμένοι ποιητάδες μὲ τὰ πολύπλοκα ἐργαλεῖα τους. Γιατὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι εἶναι τὰ ἀληθινὰ παιδιὰ τῆς φύσης.

Θαρρεῖς πὼς καὶ τὰ πρόβατα κι᾿ οἱ πέρδικες καὶ τὰ δέντρα καὶ τ᾿ ἄλλα φυσικὰ πλάσματα, πὼς καὶ κεῖνα θὰ ταιριάζανε τέτοια τραγούδια, σὰν κι᾿ αὐτὰ ποὺ κάνανε τοῦτοι οἱ ἀνθρῶποι, ἂν εἴχανε λαλιά. Μηδὲ πέννα πιάσανε στὰ χέρια τους, μηδὲ χαρτί, μηδὲ μελάνι. Ἀπὸ τὴ καρδιὰ τοὺς ἀνέβηκε στὸ στόμα κι᾿ ἀπὸ τὸ στόμα βγῆκε ὅπως λαλεῖ τὸ πουλὶ κι᾿ ὕστερα μαθεύτηκε καὶ τόπανε οἱ κοῦκοι στὰ βουνά, κ᾿ οἱ πέρδικες στὰ πλάγια. Καὶ ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἀπόμεινε καὶ τραγουδιέται γενεὲς γενεῶν. Τί ὄμορφο καὶ θαυμαστὸ πράγμα, νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος σὰν ἀπὸ μέρος ὅλων τῶν πλασμάτων.

Σὰν ἐκφυλίστηκε ὁ ἄνθρωπος, ἐβγῆκε ἀπὸ τὸν φυσικό του δρόμο καὶ γίνηκε γραφιάς, σὰν κι᾿ ἐμᾶς κι᾿ ἄρχισε νὰ κάνει πράγματα φτιασιδωμένα, χωρὶς ἐκείνη τὴ δροσιὰ καὶ τὴν ἁγνὴ εὐωδία.

Πρὶν ἑκατὸ διακόσια χρόνια, ἡ οἰκουμένη εἶχε πολλὰ σχολειὰ σὲ κάθε χώρα καὶ σπουδάζανε οἱ ἄνθρωποι. Μονάχα ἡ Ἑλλάδα ἀπόμεινε ἀγράμματη, περιζωσμένη ἀπὸ ἔθνη ποὺ εἴχανε χάσει τὴν παρθενική τους ἁπλότητα. Θάρειε κανένας πὼς ἤτανε μαντρωμένη μ᾿ ἕνα φράχτη, γιὰ νὰ μὴ μποῦνε μέσα στὸν παράδεισο τῆς τὰ πονηρὰ δαιμόνια. Οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ ζούσανε σὰν νάτανε χίλια χρόνια πίσω, στὸ καιρὸ τοῦ Μεγαλέξαντρου καὶ στοῦ Χριστοῦ τὰ χρόνια. Καὶ μολαταύτα, ἐδῶ πέρα, στὰ βουνὰ καὶ στὶς κλεισοῦρες ποὺ ζούσανε ἄνθρωποι μισοάγριοι, ἄνθιζε ἀκατάλυτο τὸ ἀρχαῖο πνεῦμα καὶ λαλοῦσε ὁλοένα ἡ βρύση ποῦχε πιεῖ ὁ Ὅμηρος κι᾿ ὁ Ἡσίοδος καὶ τόσοι ἄλλοι. Δίχως χαρτὶ καὶ δίχως μελάνι τραγουδιόντανε ὅσα τραγουδιοῦνται, τὸ πῶς ἔρχεται στὸ κόσμο ὁ ἄνθρωπος, τὸ πῶς ἀγαπᾶ, τὸ πῶς πεθαίνει.

Σὲ ἀπορία βρίσκεται κανένας, τί νὰ πρωτοπεῖ γι᾿ αὐτὰ τὰ τραγούδια τοῦ λαοῦ μας, πῶς νὰ τὰ παινέψει καὶ πῶς νὰ τὰ περιεργαστεῖ γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄλλο νὰ τὰ νοιώσει. Μὰ ὅποιος τὰ νιώθει τὰ νιώθει, δὲν φελὰ κανένας ξηγάτορας. Εἶναι σὰν τὸν ἥλιο, σὰν τὸ φεγγάρι, σὰν τ᾿ ἀστέρια, σὰν τὴ χαρὰ τοῦ καλοκαιριοῦ. Ὅποιος δὲν ἔχει ἥλιο στὸ τόπο του, σὰν τὰ νιώθει αὐτὰ τὰ τραγούδια θὰ δεῖ τὸν ἥλιο καὶ θὰ ζεσταθεῖ, ὅποιος δὲν ἔχει ἐλπίδα, μ᾿ αὐτὰ θὰ παρηγορηθεῖ, ὅποιος δὲν βρίσκει μπάλσαμο στὸ πόνο του, θὰ γλυκαθεῖ, ὅποιος δὲν δροσίστηκε μὲ τὰ μεγάλα ποτάμια ποὺ σηκώνουνε ἀντάρες, θὰ δροσιστεῖ ἀπὸ τὴ βρυσούλα ποὺ τρέχει καὶ τραγουδᾶ κρυμμένη στὴ πλαγιά, ὅποιος δὲν ἐρωτεύτηκε θὰ ἐρωτευτεῖ.

Μὰ πρωτύτερα πρέπει νὰ πετάξει ἀπὸ πάνω τοῦ τὴ κακὴ συνήθεια νὰ θέλει νὰ βρεῖ συννεφιασμένες φιλοσοφίες καὶ νὰ χωθεῖ στὸ σκοτάδι τους, στὸ λαβύρινθο ποὺ θαρρεῖ πὼς θὰ τὸν βγάλει στὸ φῶς. Τὸ φῶς εἶναι μπροστά του, ἁπλό, ἀληθινό. Ἐδῶ δὲν ἔχει πολλὰ λόγια, λίγα καὶ καλά. Μὲ πέντε δέκα λιθάρια χτίζεις ἕνα πύργο, μὲ δυὸ τρία πουρνάρια κάνεις ἕνα δάσος, μὲ τρία λουλούδια μοσκοβολᾶ ὁ τόπος. Πέντε ἕξη ἄνθρωποι ποὺ κουβεντιάζουνε, ἕνα λημέρι ταμπουρωμένο μὲ ξερολιθιά, δυὸ πουλιὰ ποὺ πετᾶνε ἀπὸ πάνω, ἕνα μνημούρι ποὺ ‘ναὶ κοντὰ σ᾿ ἕνα ρημοκκλήσι καὶ κάτι γίδια ποὺ βοσκᾶνε, αὐτὰ φτάνουνε γιὰ νὰ νιώσεις ὅλη τη πλάση, γιατὶ ὁ οὐρανὸς κ᾿ ἡ γῆ εἶναι παρών.

Δὲν μιλᾶνε μόνο οἱ ἄνθρωποι, μιλᾶνε καὶ τ᾿ ἅρματά τους, τὰ τσαπράζα, τὰ βουνά, οἱ πέρδικες, τὰ ἔλατα, ὁ πεθαμένος στὸ κυβούρι του, ὅλος ὁ κάτω κόσμος, οἱ ἅγιοι, τὰ νέφελα. Ἀκόμα κι᾿ ἐκεῖνα ποὺ δὲν μιλᾶνε καταλαβαίνεις πὼς εἶναι παρών. Καὶ τὰ τωρινὰ καὶ τὰ περασμένα, καὶ τὰ μακρινὰ καὶ τὰ κοντινά. Ἕνα πράγμα θαυμαστό, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ ψάξεις καὶ νὰ τὸ βρεῖς ἀπὸ ποὺ γίνεται. Ἄκου τοῦτα τὰ πέντε λόγια:

Τοῦ ἀντρειωμένου τ᾿ ἄρματα
δὲν πρέπει νὰ πουλιοῦνται
μόν᾿ πρέπει τους στὴν ἐκκλησιὰ
κι᾿ ἐκεῖ νὰ λειτουργοῦνται.

Πρέπει νὰ κρέμουνται ψηλὰ
σὲ πύργο ἀραχνιασμένο
ἡ σκουργιὰ νὰ τρώγει τ᾿ ἄρματα
κ᾿ ἡ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.

Εἶδες τί λιγολογία καὶ τί κάστρο ἀκατάλυτο. Καὶ τέτοιο μυστήριο.

Κοιμᾶται ὁ γήλιος κ᾿ ἡ αὐγή, κοιμᾶται τὸ φεγγάρι
κοιμᾶται τὸ τριαντάφυλλο καὶ τὸ μαργαριτάρι………….

Ἐγὼ μάνα μ᾿ κολάστηκα καὶ πάω κολασμένος
γιατὶ ἔκανα τὸν πόλεμο ἀντάμα μὲ τοὺς κλέφτες
κι᾿ οὖλοι τὰ δέναν τ᾿ ἄλογά σε ριζιμιὸ λιθάρι
κ᾿ ἐγὼ πῆγα καὶ τ᾿ ἔδεσα σὲ μαυρομάτας μνῆμα.

Μπορεῖ νὰ πιστέψει ἄνθρωπος πὼς ἡ φυλή μας ποὺ τραγουδοῦσε μὲ τέτοια λόγια, κατάντησε σὲ τόση ξεπεσούρα, ποὺ νὰ τραγουδᾶ αὐτὰ τὰ σαρακοστιανὰ κρυόμπλαστρα ποὺ τραγουδᾶ σήμερα; Πᾶνε, χάνονται ὅλα τὰ καλά μας. Ἀκόμα καὶ τὰ γλυκὰ τὰ ναναρίσματα ποὺ λέγανε οἱ μανάδες στὰ μωρὰ καὶ κεῖνα σβύνουνε. «Ἀπέσβετο λᾶλον ὕδωρ».

Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 23 Απριλίου 2023


Ὁ πόνος στὴ ζωή μας
Εἶναι εὔκολο κάποιος νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ θεολογεῖ γιὰ τὸν πόνο. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιμετωπίζει σωστὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος περνᾶ ἕνα δυνατὸ πόνο στὴν ζωή του. Θεωρῶ πολὺ τολμηρὸ νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος δὲν πονᾶ. Σκέπτομαι ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ποὺ πονοῦν σωματικὰ ἢ ψυχολογικὰ ἢ πνευματικά.
Σωματικὰ πονοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ἀρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικὰ πονοῦν ἀπὸ κατατρεγμούς, συκοφαντίες, ἔλλειψη ἀγάπης καὶ μὴ ἀνταπόκριση στὴν προσφερόμενη σὲ ἄλλα προσφιλῆ πρόσωπα ἀγάπη, ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες, ἀσθένειες καὶ θανάτους προσφιλῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλα αἴτια. Πνευματικὰ πονοῦν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅμως βλέπουν ὅτι μὲ τὶς ἁμαρτίες τους λυποῦν τὸν Θεὸ καὶ προσβάλλουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.
Δὲν εἰσῆλθε ἀσφαλῶς κατ᾿ εὐδοκία Θεοῦ. Μπῆκε κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐγωιστικὴ παρακοή του ἔχασε τὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, τὸν Πλάστη του. Ἀπὸ τὴν ἄπονο κατάσταση τῆς Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σὲ μία ἄλλη κατάσταση, στὴν ὁποία ἀφοῦ δὲν βασίλευε ἡ ἀληθινὴ Ζωή, κυριαρχοῦσε μία ζωὴ φθαρμένη, συνυφασμένη μὲ τὸν θάνατο, τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία.
Σ᾿ αὐτὴν τὴν νέα κατάσταση, ὁ θάνατος καὶ ὁ πόνος φαίνονταν νὰ ἔχουν ἕνα θετικὸ νόημα, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἄλλοι δερμάτινοι χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔνδυσε τοὺς πρωτοπλάστους, ὅταν ἐκεῖνοι ἔφευγαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει στὴν ἐξορία τους. Ὁ θάνατος θέτει τέρμα στὸ κακό, ποὺ ἀλλιῶς θὰ ἦταν ἀθάνατο ἐπὶ τῆς γῆς.
Ὁ σωματικὸς πόνος εἰδοποιεῖ γιὰ τὴν ἀσθένεια, ὥστε νὰ ὑπάρχει ἡ κατάλληλη θεραπεία. Οἱ ἰατροὶ γνωρίζουν πόσο εὐεργετικὸς εἶναι ὁ πόνος. Ἐπίσης, ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ πόνοι μᾶς βοηθοῦν νὰ λάβουμε αἴσθηση τῆς φθαρτότητάς μας καὶ ἔτσι νὰ γνωρίσουμε τὰ πεπερασμένα μας ὅρια γλιτώνοντας ἀπὸ κάθε μορφὴ αὐτοθεοποιήσεως.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ τὴν ἐπαναπροσανατολίσουμε στὸ σωστὸ κέντρο της, ποὺ εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ νὰ λαμπικάρουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεό, ὥστε νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ ὄχι γιατί μας δίνει τὰ δῶρα Του (ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ οἰκογενειακὴ εὐτυχία κ.λπ.), ἀλλὰ γι᾿ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο.
Ἔτσι ὁ πολύαθλος Ἰώβ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετώπισε τὶς ἀσθένειες καὶ τὶς ἄλλες ἀβάστακτες δοκιμασίες, ἀπέδειξε ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα Του. Ἀγαποῦσε τὸν Θεὸ τόσο δυνατά, ὅταν βρισκόταν ριγμένος, πάνω στὶς κοπριές, γεμάτος πληγὲς καὶ μὲ σκοτωμένα τὰ δέκα παιδιά του τόσο δυνατά, ὅσο καὶ ὅταν εὐτυχοῦσε.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ ἀκόμη νὰ τοποθετηθοῦμε σωστὰ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς ὁποίους πολλὲς φορὲς ὅταν δὲν πονᾶμε, τοὺς καταφρονοῦμε, τοὺς ἀδικοῦμε τοὺς κάνουμε νὰ πονοῦν μὲ τὴν ἐγωιστική μας στάση. Ὅταν ἡ ἡδονὴ μὲ τὴν ὁποία ἀπομυζοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας γίνεται ὀδύνη, καταλαβαίνουμε ὅτι οἱ παράνομες ἡδονὲς μᾶς καταστρέφουν.
Πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι ποὺ πόνεσαν δυνατὰ βρῆκαν διὰ τοῦ πόνου τὸ ἀληθινό τους πρόσωπο ξεπερνώντας τὰ προσωπεῖα, καὶ γι᾿ αὐτὸ εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ δῶρο τοῦ πόνου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ ἦταν μία ἀνίατος καὶ ὀδυνηρὰ ἀσθένεια.
Ἄλλοτε πάλι ὁ πόνος βοηθᾶ καὶ τοὺς ὡρίμους πνευματικὰ ἀνθρώπους νὰ φθάσουν σὲ ὑψηλότερες μορφὲς πνευματικῆς τελειώσεως, νὰ στηρίξουν καὶ νὰ παρηγορήσουν πολλὲς ψυχές.
Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν μακαριστὸ γέροντα Παΐσιο, ποὺ δέχθηκε τὴν λεγόμενη «ἐπάρατη» νόσο μὲ χαρά, κάνοντας τὸν λογισμὸ ὅτι οἱ κοσμικοὶ ποὺ πάσχουν παρηγοροῦνται, ὅταν μαθαίνουν, ὅτι πάσχουν καὶ οἱ μοναχοί. Ἔτσι ἡ ἐπάρατη νόσος ἔγινε γιὰ τὸν π. Παΐσιο εὐλογημένη νόσος.

Γέρων Γεώργιος Καψάνης

Παρασκευή 21 Απριλίου 2023

 


Μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάση

Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, Χαῖρε ἐν Κυρίῳ.

Σχετικὰ μὲ τὸ παιδί σας ποὺ μοῦ γράφετε, ἔχω τὴ γνώμη ὅτι μία αὐστηρὴ στάση θὰ τὸ κάνη πολὺ χειρότερα.

Νὰ τοῦ λέτε τὸ καλὸ μὲ καλὸν τρόπο καὶ νὰ μὴν τὸ πιέζετε μετά, ἀλλὰ νὰ δείχνετε ὅτι στενοχωρεῖσθε γιὰ τὸν δρόμο ποὺ τραβάει (πράγμα ποὺ θὰ φαίνεται μόνο του, γιατὶ οὔτε ἡ χαρὰ κρύβεται οὔτε καὶ ἡ στενοχώρια).

Θὰ κάνετε ἐσεῖς τὸ καθῆκον σας μὲ τὶς συμβουλὲς καὶ μετὰ νὰ τὸ ἐμπιστευθῆτε στὸν Θεό. Νομίζω ὅτι περισσότερα ἀποτελέσματα θὰ φέρη ὅταν ὁ πόνος ἀξιοποιηθῆ στὴν προσευχή, παρὰ νὰ πονᾶτε γιὰ τὶς ἀταξίες τοῦ παιδιοῦ ἐπιμένοντας, γιατὶ τὸ παιδὶ τώρα εἶναι ἀναστατωμένο ἀπὸ τὴν σάρκα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ πονηροῦ, γιατὶ τοῦ ἔδωσε δικαιώματα.

Μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάση. Μὴν στενοχωρεῖσθε, θὰ συνέλθη ἀργότερα. Οὔτε καὶ νὰ τὸ πάρετε κατάκαρδα, ποὺ θὰ χάση τὴν ἁγνότητά του καὶ τί θὰ γίνη μετά, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν ἄλλο τυπικό, τὴν ἁμαρτία τὴν ἔκαναν μόδα. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήση. Κοιτάξετε ὅσο μπορεῖτε νὰ μὴν τὸ ἀποπαίρνετε, ὅπως ἀνέφερα, γιὰ νὰ μὴν κόψη τὸ σκοινὶ καὶ φύγη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, γιατὶ θὰ συνέλθη μετὰ καὶ δὲν θὰ θέλη νὰ πλησίαση ἀπὸ ἐγωισμό, ὁπότε θὰ χαθῆ τελείως…

…Νὰ κάνετε ἕνα μικρὸ διάστημα ὑπομονή, νὰ παραβλέπετε τὶς ἀταξίες της, νὰ σᾶς πλησιάση λίγο περισσότερο καὶ τότε νὰ βρῆτε καμιὰ ἀφορμὴ μὲ τρόπο νὰ τὴν συμβουλέψετε… Πάντως μὴ στενοχωρεῖσθε, δὲν θὰ ἀφήση ὁ Θεός, οὔτε καὶ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν τῆς ἐποχῆς μας (τώρα) θὰ τὶς κρίνη τὸ ἴδιο μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν τῆς δικῆς μας (τότε, παλιότερης) ἐποχῆς.

Εὔχεσθε, καὶ ἐγὼ θὰ εὔχομαι, καὶ ὁ καλὸς Θεὸς νὰ βοηθήση καὶ τὸ παιδί σας καὶ ὅλα τὰ παιδιά σας καὶ ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου.

Μὲ ἀγάπη Χριστοῦ

Μοναχὸς Παΐσιος

(Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης)

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

 


Ἄλλο τυπικὸ ἔχουν

Μία νύχτα πῆγε στὸ Κελλὶ τοῦ Παπα-Τύχωνα ἕνας κοσμικὸς νὰ τὸν ληστέψη. Ἀφοῦ βασάνισε ἀρκετὰ τὸν Γέροντα -τοῦ ἕσφιγγε τὸν λαιμὸ μὲ ἕνα σχοινί-, εἶδε ὅτι δὲν ἔχει χρήματα καὶ ξεκίνησε νὰ φύγη. Τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε, ὁ Παπα- Τύχων τοῦ εἶπε:

«Θεὸς συγχωρέσοι, παιδί μου». Ὁ κακοποιὸς αὐτὸς πῆγε νὰ ληστέψη καὶ ἄλλον Γέροντα, ἀλλὰ ἐκεῖ τὸν ἔπιασε ἡ ἀστυνομία καὶ ὁμολόγησε μόνος του ὅτι εἶχε πάει καὶ στὸν Παπα-Τύχωνα. Ὁ ἀστυνόμος ἔστειλε χωροφύλακα νὰ πάρη τὸν Παπα-Τύχωνα γιὰ ἀνάκριση, ἀλλὰ ὁ Γέροντας δὲν ἤθελε νὰ πάη.

«Ἐγὼ παιδί μου, ἔλεγε, συγχώρεσα τὸν κλέφτη μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου».

Ὁ χωροφύλακας ὅμως δὲν ἔδινε καθόλου σημασία στὰ λόγια του.

«Ἄντε, γρήγορα, Γέροντα, τοῦ ἔλεγε! Ἐδῶ δὲν ἔχει «συγχώρησον» καὶ «εὐλόγησον».

Τελικά, ἐπειδὴ ὁ Γέροντας ἔκλαιγε σὰν μωρὸ παιδί, τὸν λυπήθηκε ὁ διοικητὴς καὶ τὸν ἄφησε νὰ γυρίση στὸ Κελλί του. Ὅταν μετὰ θυμόταν ὁ Γέροντας αὐτὸ τὸ περιστατικό, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ συγχωρέση στὸ μυαλό του: «Πά-πά-πά, παιδί μου, ἔλεγε, αὐτοὶ οἱ κοσμικοὶ ἄλλο τυπικὸ ἔχουν δὲν ἔχουν τὸ «εὐλόγησον» καὶ τὸ «Θεὸς συγχωρέσοι»!

Παρασκευή 14 Απριλίου 2023


Σταλαγματιὲς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
Ὅλα μᾶς διδάσκουν καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Θεό. Ὅλα γύρω μας εἶναι σταλαγματιὲς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὰ ἔμψυχα καὶ τὰ ἄψυχα καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ καὶ τὰ βουνὰ καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἡλιοβασίλεμα καὶ ὁ ἔναστρος οὐρανός. Εἶναι οἱ μικρὲς ἀγάπες, μέσα ἀπ’ τὶς ὁποῖες φθάνομε στὴ μεγάλη Ἀγάπη, τὸν Χριστό.
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Πέμπτη 13 Απριλίου 2023



Ἐπιτάφιος εἰς τὰ χωρία
Φίλος τις, μεθ᾿ οὗ συνωδοιπόρουν τὰς ἡμέρας ταύτας, ἰσχυρίζετο ὅτι πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων τῆς σήμερον προτιμῶσι νὰ ἐκκλησιάζωνται εἰς μικροὺς ναΐσκους ἢ εἰς μεγάλους καὶ πολυτελεῖς ναούς. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἔχει τι ὀρθόν, καὶ ἡ ἰδιότροπος εὐλάβεια τῶν τοιούτων πιστῶν δὲν φαίνεται ἄτοπος, ὅταν μάλιστα ἀναλογισθῶμεν ὅτι κυριολεκτικῶς ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ναοὺς εἶναι ἀπηγορευμένη. Τὸ ἰδιάζον εἰς τοὺς χριστιανικοὺς ναοὺς γνώρισμα εἶναι ἡ σεμνότης καὶ μεγαλοπρέπεια, τὸ γνώρισμα δὲ τοῦτο δὲν ἀποκλείει ἡ εὐτέλεια. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ὑπὸ Περικλέους ἐπιτάφιον παρὰ Θουκυδίδῃ. «Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας», ἔλεγεν ὁ μέγας πολιτικὸς τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ὅστις ἐμελέτησε πολὺ καὶ ἐψυχολόγησεν ἐπὶ τοῦ βίου τῶν συμπολιτῶν του. Τῷ ὄντι ἡ εὐτέλεια οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἁπλότης, ὁ τύπος δὲ ὁ χριστιανικός, ὡς καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός, θηρεύει τὴν ἁπλότητα. Τὰ κίβδηλα καὶ ψευδόχρυσα, τὰ ὁποῖα βλέπετε εἰς ἕνα ἢ δύο τῶν ἀθηναϊκῶν ναῶν, καὶ ὑπούλως καὶ θρασέως εἰσαγόμενα, ἀναρμοδίως ὅλως, ὑπὸ ἀνθρώπων ἀμαθῶν καὶ ἀπειροκάλων, δῆθεν ἐπιτρόπων τῶν ναῶν τούτων, ἔπρεπε ν᾿ ἀπαγορευθῶσιν ὑπὸ τῆς μόνης ἁρμοδίας κεντρικῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, κυριαρχικὰ ἐξασκούσης δικαιώματα, κατ᾿ αὐτὸ τὸ πολιτικόν μας Σύνταγμα, ἐπὶ τῶν καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἀλλ᾿ ἐλλείψει τοιαύτης Ἀρχῆς ἕκαστος πράττει κατὰ τὸ δοκοῦν αὑτῷ, εἰσάγων εἰς τοὺς ἱεροὺς ναοὺς καινὰ καὶ ξενότροπα, νόθα καὶ ἀπηγορευμένα, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον οἱ οὕτω πράττοντες νὰ νομίζωσιν ὅτι ὑπηρετοῦσι δῆθεν τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ὅτι εἶναι ἄξιοι ἐπαίνων καὶ στεφάνων διὰ τὸν ζῆλόν  των. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἕνα παραδεδεγμένον τύπον, ὃν οὐδεὶς δύναται ἀποινεὶ νὰ παραβῇ, καὶ ρητῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα καινοτομία εἴτε εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ γραφικὴν καὶ τὴν λοιπὴν τῶν ναῶν διακόσμησιν, εἴτε εἰς τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἄλλην λατρείαν.
Φυγὼν τῆς ἡμέρας ταύτης τὴν βοὴν καὶ τὸν θόρυβον τῆς μικρᾶς ταύτης Βαβυλῶνος, τῆς ἑλληνικῆς πρωτευούσης, ἀπῆλθον μεθ᾿ ἑνὸς φίλου νὰ ἑορτάσω τὸ Πάσχα εἰς ἓν τῶν μεσογείων τῆς Ἀττικῆς χωρίων. Ἤλπι- ζον νὰ εὕρω εὐλαβῆ τινα ἱερέα, ὅστις νὰ ἠξεύρῃ ἀρκετὰ γράμματα, ὥστε ἀναγινώσκων τὰ Εὐαγγέλια νὰ μὴ λέγῃ «τοῖς γραμματοῖς» ἀντὶ «τοῖς γραμματεῦσι», νὰ ἔχῃ δὲ καὶ ἀρκετὴν συστολήν, ὥστε νὰ μὴ θεωρῇ τὸ ἱερὸν Βῆμα ὡς παρασκήνιον, ὅπου νὰ διαπληκτίζηται ἀνέτως μετὰ τῶν συλλειτουργῶν του. Καὶ ἠξιώθην τοῦ ποθουμένου. Εὗρον ἱερέα ὅστις ἀπήγγειλε ταπεινῶς μὲν ἀλλ᾿ ἀπταίστως καὶ τὰ δώδεκα Εὐαγγέλια τῆς ἀκολουθίας τῶν Ἁγίων Παθῶν. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ τοιοῦτοι εἰς τὰ χωρία, ἀλλὰ τέλος ὑπῆρξα εὐτυχής. Εὗρον ἱερέα ὅστις ἤξευρε καλῶς τὴν τάξιν τῆς Ἀκολουθίας, οὐδεμίαν δὲ ἀταξίαν ἢ χασμωδίαν ἐπέτρεπεν. Ἀλλ᾿ εὗρον καὶ λογικὸν ποίμνιον εὐλαβῶς ἀκροαζόμενον τῆς Ἀκολουθίας, δὲν εἶδον δὲ παῖδας ἢ γυναῖκας ἀσυστόλως φλυαρούσας ἐντὸς τοῦ ναοῦ, οὔτε εἶδον ἐπιτρόπους περιποιουμένους τὰς εὐσεβεῖς κυρίας, καὶ προσφέροντας αὐταῖς καθίσματα. Δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖ κυρίαι, ἀλλὰ γυναῖκες, καὶ τοῦτο εἶναι μέγα πλεονέκτημα. Μία μόνη κυρία ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἡ Παναγία.
Ἔμεινα οὕτω ἀκροώμενος μέχρι τέλους τῆς ἀκολουθίας καὶ ἀσπασθεὶς τὸν Ἐσταυρωμένον, ἀπῆλθον νὰ κοιμηθῶ εἰς τὸν ταπεινὸν οἶκον τοῦ ξενίζοντός με χωρικοῦ φίλου μου. Τὴν ἐπαύριον περὶ ὥραν δεκάτην τῆς πρωίας, ψαλλομένου τοῦ ἑσπερινοῦ, προυτάθη ἐν μέσῳ τῷ ναῷ τὸ κουβούκλιον τοῦ Ἐπιταφίου, καὶ οἱ εὐλαβεῖς χωρικοὶ ἐκόμισαν εὐώδη ἄνθη, ρόδα καὶ ἴα καὶ λιβανωτίδα ἐν ἀφθονίᾳ πρὸς διακόσμησιν τοῦ ἐπιταφίου. Ὁ καὶ ἄλλως εὐώδης ναὸς ἐμυροβόλησε. Δύο δὲ γηραιαὶ χωρικαί, καθίσασαι ἐν τῷ ναῷ μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἑσπερινοῦ, ὑπεψιθύριζον χθαμαλῇ τῇ φωνῇ ἀλβανικὸν μοιρολόγιον τοῦ Χριστοῦ, οὗ δὲν ἠδυνήθην ν᾿ ἀντιληφθῶ τὰς λέξεις.
Περὶ ὥραν ὀγδόην τῆς ἑσπέρας ἀντήχησεν ὁ μικρὸς κώδων τοῦ ταπεινοῦ παρεκκλησίου, καὶ οἱ χωρικοὶ συνέδραμον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ἐπιταφίου. Δύο χωρικοὶ ψάλται ἔψαλλον μὲ ἀλβανικὴν προφοράν, ἀλλ᾿ ὄχι μὲ πολλὰς παραφωνίας, τὸ «Σινδόνι καθαρᾷ» καὶ τὸ «Κύματι θαλάσσης». Κατὰ δὲ τὴν θ´ ᾠδήν, «Μὴ ἐποδύρου μου, μῆτερ» ὁ ἱερεὺς ἐθυμίασε τὸν λαόν. Μετὰ τὴν Καταβασίαν, ὁ λαὸς ἤναψε τὰς λαμπάδας, καὶ ὁ ἱερεὺς ἐξελθὼν πάλιν ἤρχισε τὰ Ἐγκώμια. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ ἱερεύς, ἀκριβὴς τηρητὴς τῶν Τυπικῶν, διέταξε πρότερον ν᾿ ἀναγνωσθῇ ὁ Ἄμωμος, καλῶς παρατηρήσας ὅτι δύσκολον μὲν νὰ στιχολογηθῇ οὗτος ἅμα ψαλλομένων τῶν Ἐγκωμίων, διότι, εἶπε, τὰ τοιαῦτα τυπικώτερα δὲν εὐδοκιμοῦσιν ἐν τοῖς κοσμικοῖς ναοῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸ Τυπικὸν τῆς Μ. Ἐκκλησίας ὁ Ἄμωμος οὐχ ἧττον ἀναγινώσκεται, καὶ πρέπει ν᾿ ἀναγνωσθῇ. Καὶ ἠκούσθησαν λοιπὸν ἐκεῖ, ἐν καταλλήλῳ ἡσύχῳ τόπῳ, ὅπου οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀνυπομονοῦσι πολύ, οἱ κατανυκτικώτατοι στίχοι τοῦ θεσπεσίου Δαυίδ. «Εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι σὺν αὐτοῖς ἔζησάς με. Ἀγαλλιάσομαι ἐγὼ ἐπὶ τὰ λόγιά σου, ὡς ὁ εὑρίσκων σκῦλα πολλά. Διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ χρυσίον καὶ τοπάζιον. Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» κτλ. κτλ.
Ἐν τῇ πρώτῃ στάσει τῶν Ἐγκωμίων εὑρέθησαν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ αὐτοσχέδιοι ψάλται. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιωρίσθησαν εἰς ἓξ καὶ ἐν τῇ τρίτῃ ηὐξήθησαν αἴφνης εἰς δέκα. Αἴτιον τούτου εἶναι ὅτι τὸ μὲν συντομώτατον «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι» εὐκόλως ᾄδεται ὑπὸ τοῦ πλήθους, τὸ δὲ «Ἄξιόν ἐστι μεγαλύνειν σε», ἔχον εἶδος τι μουσικῆς στροφῆς, δυσκολώτερον τοῖς φαίνεται. Οἱ ἐπίκουροι οὗτοι ψάλται ἦσαν εὔρωστοι χωρικοὶ νεανίαι, καὶ δὲν τὰ ἔλεγον μὲν ἀπταίστως, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδολοφόνουν ἀσυνειδήτως. Μόνος εἷς παραφώνως καὶ ἀτάκτως ἔψαλλε, καὶ οὗτος ἦτο διδάκτωρ τῆς νομικῆς.
Μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν Ἐγκωμίων ἐψάλησαν ἀργῶς τὰ Εὐλογητάρια, οἱ Αἶνοι καὶ ἡ Δοξολογία, καὶ εἶτα δύο ρωμαλέοι χωρικοὶ ἦραν τὸ κουβούκλιον τοῦ Ἐπιταφίου λαμπρόφωτον καὶ ἀνθοστόλιστον, καὶ ἤρξατο ἡ λιτανεία ἐντὸς τοῦ χωρίου καὶ πέριξ αὐτοῦ. Ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, μεθ᾿ ὅλον τὸν καταπνέοντα τῆς Πεντέλης ψυχρὸν ἄνεμον, ἐξῆλθεν ἀσκεπὴς τοῦ ναοῦ, καὶ τετράκις διέταξε στάσιν καὶ ἔκαμεν αἰτήσεις, ὁ δὲ λαὸς ἔψαλλε τὸ Κύριε ἐλέησον. Βραγχνόφωνος ψάλτης, ὅστις δὲν ἠξεύρω πῶς εὑρέθη ἐκεῖ, ἔψαλλε «Τὸν ἥλιον κρύψαντα».
Κατὰ τὴν εἰς τὸν ναὸν ἐπάνοδον μετὰ τὸ «Ἄρατε πύλας», οἱ φέροντες τὸν Ἐπιτάφιον χωρικοί, σταθέντες παρὰ τὰς παραστάδας τῆς θύρας, ὕψωσαν εἰς τὸ ὑπέρθυρον τοῦ ναοῦ τὸ ἱερὸν κουβούκλιον, καὶ πάντες οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, κύψαντες ἐν ταπεινώσει διῆλθον ὑποκάτω τοῦ Ἐπιταφίου, κατὰ τὸ ἐν τοῖς χωρίοις ἔθιμον. Ἔληξε δὲ ἡ ἀκολουθία τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, καὶ πάντες ἀπήλθομεν νὰ κατακλιθῶμεν, γλυκείας φέροντες ἐντυπώσεις.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη 12 Απριλίου 2023



Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα
Ἂς ἑορτάσουμε λοιπόν τὴν ἑορτὴ αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Γιατὶ ἀναστήθηκε καὶ ἀνέστησε μαζί του τὴν οἰκουμένη. Καὶ αὐτὸς βέβαια ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἔσπασε τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἀνέστησε ἀφοῦ διέλυσε τοὺς σωροὺς τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ καὶ πέθανε, δὲν ἁμάρτησε ὁ Χριστὸς καὶ πέθανε. Καινούργιο καὶ παράδοξο πράγμα. Ἐκεῖνος ἁμάρτησε καὶ πέθανε, αὐτὸς δὲν ἁμάρτησε καὶ πέθανε. Γιὰ ποιὸ λόγο καὶ γιὰ ποιὸ σκοπό; Γιὰ νὰ μπορέσει ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε καὶ πέθανε νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου μὲ τὴ βοήθεια ἐκείνου ποὺ δὲν ἁμάρτησε καὶ πέθανε. Ἔτσι γίνεται πολλές φορὲς καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ ὀφείλουν χρήματα. Ὀφείλει κάποιος χρήματα σὲ κάποιον καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιστρέψει, καὶ γι᾿ αὐτὸ φυλακίζεται. Κάποιος ἄλλος ποὺ δὲν ὀφείλει, ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιστρέψει, ἀφοῦ τὰ δώσει ἐλευθερώνει τὸν ὑπεύθυνο. Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸν Ἀδάμ καὶ στὸ Χριστό. Χρεωστοῦσε ὁ Ἀδὰμ τὸ θάνατο, καὶ τὸν κρατοῦσε φυλακισμένο ὁ διάβολος. Δὲ χρεωστοῦσε ὁ Χριστός, οὔτε τὸν κρατοῦσε ὁ διάβολος. Ἦρθε καὶ κατέθεσε τὸ θάνατό του γιὰ χάρη τοῦ φυλακισμένου, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου. Εἶδες τὰ κατορθώματα τῆς ἀνάστασης; εἶδες τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; εἶδες τὸ μέγεθος τῆς φροντίδας του;
Ἂς μὴ γινόμαστε λοιπόν ἀχάριστοι πρὸς αὐτὸν τὸν τόσο μεγάλο εὐεργέτη, οὔτε ἐπειδὴ πέρασε ἡ νηστεία νὰ γίνουμε πιὸ ἀδιάφοροι. Ἀλλὰ τώρα ἂς φροντίζουμε τὴν ψυχή μας περισσότερο ἀπὸ προηγουμένως, γιὰ νὰ μὴ γίνει πιὸ ἀδύνατη, ἐπειδὴ παχαίνει τὸ σῶμα μας, γιὰ νὰ μὴ παραμελοῦμε τὴν οἰκοδέσποινα φροντίζοντας τὴ δούλη. Γιατὶ ποιὸ εἶναι τὸ ὄφειλος, πές μου, νὰ σκάνουμε ἀπὸ τὴν πολυφαγία καὶ νὰ ξεπερνᾶμε τὸ μέτρο; Αὐτὸ καὶ τὸ σῶμα καταστρέφει καὶ τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς ζημιώνουμε. Ἀλλὰ ἂς μᾶς ἱκανοποιοῦν τὰ λίγα καὶ τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε ἐκεῖνο ποὺ πρέπει καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, γιὰ νὰ μὴ σκορπίσουμε ἀμέσως ἐκεῖνα ποὺ συγκεντρώσαμε ἀπὸ τὴ νηστεία. Μήπως λοιπὸν σᾶς ἐμποδίζω νὰ ἀπολαμβάνετε τὰ φαγητὰ καὶ νὰ διασκεδάζετε; Δέν ἐμποδίζω αὐτά, ἀλλὰ συμβουλεύω νὰ γίνονται τὰ ἀπαραίτητα, καὶ νὰ σταματήσουμε τὴν πολλὴ διασκέδαση καὶ νὰ μὴ καταστρέφουμε τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας ξεπερνώντας τὸ μέτρο. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης δὲ θὰ ἀπολαύσει καμιὰ εὐχαρίστηση, καὶ τὸ γνωρίζουν αὐτὸ πολὺ καλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τὸ δοκίμασαν, ἀφοῦ προξενοῦν ἀπὸ αὐτὸ πολλές ἀρρώστιες στὸν ἑαυτό τους καὶ ὑποφέρουν πολλές στενοχώριες. Ἀλλὰ τὸ ὅτι θὰ ὑπακούσετε στὶς παραινέσεις μου, δὲν ἀμφιβάλλω, γιατὶ γνωρίζω πόσο ὑπάκουοι εἶστε.
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023


Μὲ τὴν πρόοδο ἤ μὲ τὴν συντήρηση;
Πολύ συχνὰ μὲ ἐρωτοῦν, ἄν εἶμαι μὲ τὴν πρόοδο ἤ μὲ τὴν συντήρηση. Παιδαγωγικὰ ἀπαντῶ: «Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ». Καὶ μὲ αὐτὸ ἐννοῶ τὸ πῶς θὰ ὁρίσουμε τὶς δύο ἔννοιες. Γιατὶ, ἄν δοῦμε τὴν πρόοδο σὰν προοδοπληξία, τότε ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, ἡ θέση μας ἔναντι αὐτῆς εἶναι ἀπορριπτική. Ἄν πάλι ταυτίσουμε τὴ συντήρηση μὲ τὴν ἀντίδραση πρὸς καθετὶ νέο καὶ μὲ τὴν προκατάληψη ἔναντι αὐτοῦ, μὲ ἄλλα λόγια ἄν τὴν ἐκλάβουμε ὡς ὀπισθοδρόμηση, τότε καὶ πάλι ἡ τοποθέτησή μας εἶναι ἀρνητική. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε σὰν πρόοδο τὴ φυσικὴ ἐξέλιξη ποὺ συντελεῖται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἀνθρώπινα δυνατοῦ καὶ τοῦ ψυχολογικὰ σκόπιμου καὶ ὡς συντήρηση τὴ διατήρηση τῶν προηγουμένων κατακτήσεων, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν σταθερὸ ἔδαφος γιὰ νέες ἐπιτεύξεις, τότε οἱ δύο αὐτὲς ἔννοιες ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀπορριπτέες, ὄχι μόνον δὲν ἀλληλοαναιροῦνται ἀλλὰ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπῶς, ὅταν οἱ δύο ἔννοιες πάρουν τὴ σωστὴ τους σημασιοδότηση εἶναι ἀποδεκτές ἀπὸ κάθε ἐχέφρονα πολίτη. Διότι ἡ συντήρηση καθοδηγεῖ τὴν πρόοδο καὶ ἡ πρόοδος ἀξιοποιεῖ τὴ συντήρηση. Πρόοδος καὶ συντήρηση, παρόλο ποὺ εἶναι δύο ποσότητες ἀντίθετα φορτισμένες, ἀλληλοεπηρεάζονται καὶ λειτουργοῦν ὅπως ὁ λόγος καὶ ὁ ἀντίλογος γιὰ τὴ διαρκῆ σύνθεση καὶ ἀνανέωση τῶν καταστάσεων, χωρὶς ὀδυνηρὲς ἀνατροπὲς. Ἀποτελοῦν θέση καὶ ἀντίθεση ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σύνθεση, δηλαδὴ σὲ μιὰ καινούργια θέση, σίγουρα πιὸ ἐποικοδομητικὴ καὶ ὁλοκληρωμένη, ἀφοῦ δὲν προέρχεται ἀπὸ μία μόνον πλευρά.
Μιὰ φυσιολογικὴ πρόοδος εἶναι στενά δεμένη μὲ τὸ παρελθὸν καὶ ἀσκεῖ μιὰ κατευθυντικὴ ἐπίδραση στὸ μέλλον. «Ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ πηγαίνουμε ἀκόμη πιὸ μακριὰ», εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος ἡγέτης τοῦ Ἰταλικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Παλμίρο Τολιάτι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως. Παράδοση δὲν εἶναι ὅ,τι παραλαμβάνουμε ἀπὸ τὸ παρελθὸν. Διότι τότε θὰ λεγόταν παραλαβή. Παράδοση (ἀπὸ τὸ ρῆμα παραδίδωμι) εἶναι ὅ,τι θὰ παραδώσουμε ἐμεῖς στοὺς ἐπιγενεστέρους. Λαοὶ ποὺ δὲν θὰ σεβαστοῦν καὶ δὲν θὰ ἀξιοποιήσουν τὰ δημιουργήματα τῶν προγενεστέρων, δὲν μποροῦν νὰ παραχωρήσουν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἑπόμενους κρίκους τῆς ἐξελίξεως. Θὰ προχωροῦν βέβαια, ἀλλὰ στὰ τυφλὰ. Θὰ μοιάζουν μὲ τοὺς ναῦτες τοῦ Κολόμβου ποὺ δὲν ἤξεραν οὔτε ποῦ πήγαιναν οὔτε ποῦ ἔφθασαν. Κι ἀκόμη, ἡ συντήρηση μᾶς βοηθάει νὰ ἀφομοιώνουμε τὶς κατακτήσεις τῆς προόδου καὶ νὰ μὴ θαμπωνόμαστε ἀπὸ αὐτὲς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅσοι μένουν προσκολημμένοι στὸ «παραδεδομένο», ὅπως τὸ στρεῖδι στὸ βράχο, καὶ ἐπαναπαύονται σ’ αὐτὸ ποὺ δημιουργήθηκε χθὲς, χωρὶς νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ ἀξιοποιήσουν καὶ νὰ δημιουργήσουν κάτι νέο, κάτι ποὺ θὰ ἀνοίγει προοπτικὲς γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο, μοιραῖα θὰ μένουν στάσιμοι. Ἀντὶ νὰ προχωροῦν, θὰ ὀπισθοχωροῦν. Χωρὶς τὴν πρόοδο ἡ συντήρηση ὁδηγεῖ στὴν τελμάτωση, στὸν σκοταδισμὸ, στὴ νέκρωση τῆς πνευματικῆς καὶ κοινωνικῆς δραστηριότητας, στὴ μόλυνση γενικὰ τῶν χυμῶν τῆς ζωῆς. Τὴν ἀνάγκη γιὰ ἕναν τέτοιο συγκερασμὸ ὑποδηλώνει μιὰ θαυμάσια ἀρχαία προτροπὴ: «Στέργε μὲν τὰ παρόντα, ζήτει δὲ τὰ βέλτιστα». Δηλαδή, νὰ συντηρεῖς καὶ ν’ ἀγαπᾶς τὰ παρόντα ἀλλὰ παράλληλα νὰ ἐπιζητεῖς καὶ τὰ ἀκόμη πιὸ καλά.
Ὅπως εἶχα γράψει παλιὰ, ἡ πρόοδος ἐκφράζει τὸ «Ἰκάρειο» στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὴν τάση τοῦ «ἄνω θρώσκειν» ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ἐτυμολογικὴ ἀνάλυση τοῦ ὀνόματός του. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «ἄνω θρώσκειν» κρύβεται ὅλη ἡ ψυχική διάθεση, ἡ παρόρμηση τοῦ ἀνθρώπου ν’ ἀνέβει πιὸ ψηλὰ, νὰ βρεῖ καινούργια πράγματα, νὰ προχωρήσει πιὸ πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν. Ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ γήινο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὸ σεβασμό πρὸς τὸ ἀναγνωρισμένο καὶ τὸ δοκιμασμένο, ποὺ ἀποτελοῦν βάση γιὰ νέες ἐξελίξεις. Γι’ αὐτὸ ἡ συντήρηση εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι ἦταν ἡ γῆ γιὰ τὸν μυθικὸ Ἀνταῖο, ποὺ πατοῦσε πάνω σ’ αὐτὴ καὶ ἀντλοῦσε νέες δυνάμεις. Δυστυχῶς πολλοί, θαμπωμένοι ἀπὸ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐποχῆς μας, ξεχνᾶνε κάτι βασικό: Ποτὲ δὲν θὰ φθάναμε στὴν κορυφὴ, ἄν ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, δὲν εἶχαν βάλει τὶς βάσεις τῆς ἀνόδου. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς, δὲν εἶναι θαῦμα, εἶναι τελειοποίηση. Τὰ βήματα τῶν προγενεστέρων ἔγιναν γεφύρια, γιὰ νὰ περάσουμε ἐμεῖς. Κι ἐξ ἄλλου σεβασμὸς πρὸς τὸ παρελθὸν σημαίνει σεβασμὸς καὶ πρὸς τὸ μέλλον. Διότι, ὅπως ἔχω γράψει συχνὰ, μέλλον μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ παρελθὸν ποὺ μπαίνει ἀπὸ ἄλλη πόρτα. Ἄς εἴμαστε συνετοί. Κανεὶς δὲν ξέρει τὶ μᾶς ἐπιφυλάσσει… τὸ παρελθὸν! Ἄν δὲν τὸ σεβαστοῦμε, μπορεῖ ἡ πορεία μας πρὸς τὰ ἐμπρὸς νὰ μεταβληθεῖ σὲ μαρτύριο Σισύφου. Νὰ σπρώχνουμε τὸ ὄχημα τῆς προόδου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ αὐτὸ νὰ γυρίζει πίσω.
Δὲν θέλησα νὰ κάνω ἀναφορὰ στὴν πολιτικὴ, διότι οἱ ταμπέλλες κάθε λογῆς εἶναι γιὰ τὰ καταστήματα. Τὸ ὅτι κάποιος χρησιμοποιεῖ σὰν τίτλο τὴ λέξη νέος/νέα δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει καὶ φρεσκάδα νεότητας.
Σαράντος Καργάκος

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

 


Ὁ πολιτικός–μάρτυρας τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ (2)

Τὸ σημαντικότερο ὅμως μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς του, ποὺ συνιστοῦσε τὴν μεγαλύτερη πρόκληση γιὰ τοὺς δικούς μας Εὐρωπαϊστὲς καὶ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις, ἦταν ἡ προσπάθειά του νὰ ἀποκαταστήσει τὶς σχέσεις τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν πνευματική της Μητέρα, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ ἦταν ἀκόμη καὶ Ἐθναρχικὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ Κέντρο. Μὲ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐθνεγερσίας, ὅπως ἦταν φυσικό, διεκόπη ἡ ἐπικοινωνία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, χωρὶς -ὅμως ἡ διακοπὴ αὐτή, καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος, νὰ λάβει τὸν χαρακτήρα πραξικοπηματικῆς ἀνεξαρτητοποιήσεως. Τὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου οὔτε ἀπορρίφθηκαν ποτέ, οὔτε καὶ λησμονήθηκαν. Ἀντίθετα ἡ Γ´ Ἐθνικὴ Συνέλευση, αὐτὴ ποὺ ἐξέλεξε καὶ τὸν Καποδίστρια ὡς Κυβερνήτη, διεκήρυξε: «Ἐπειδὴ πάντες ἡμεῖς [...] οὐκ ἐγνωρίσαμεν ἄλλην μητέρα, εἰμὴ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, οὔτε ἄλλον Κυριάρχην, εἰμὴ τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, καθ᾿ ἃ καὶ ὁ μεγαλόφρων αὐτῆς Πατριάρχης Γρηγόριος πρὸ ὀλίγων χρόνων ἐθυσιάσθη ὑπὲρ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καὶ ὑπὲρ πατρίδος, διὰ τοῦτο οὐκ ἐφεῖται ἡμῖν ἀποσπασθῆναι ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ ἀποσκιρτῆσαι». Ὁ κύκλος ὅμως τῶν Διαφωτιστῶν, μὲ πρῶτο τὸν Κοραῆ, ποτισμένος ἀπὸ τὸ δυτικὸ πνεῦμα καὶ προσκολλημένος στὴν δυτικὴ ἀρχὴ τῶν ἐθνοτήτων καὶ στὶς δυτικογενεῖς προκαταλήψεις γιὰ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴ Ῥωμηοσύνη, ἔγινε ὁ προπαγανδιστὴς τῆς αὐτονομήσεως τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Στὸ σημεῖο ὅμως αὐτὸ πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι οἱ Ἕλληνες Εὐρωπαΐζοντες εὐθυγραμμίζονταν μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων γιὰ τὸ νεότευκτο Ἑλληνικὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν «καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή». Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὰ ἀκόλουθα: λύση τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος μὲ τὴ δημιουργία μικρῶν ἐθνικῶν βαλκανικῶν κρατῶν, σὲ μόνιμη σύγκρουση ἢ ἀντίθεση μεταξύ τους, γιὰ τὴν ἐμπόδιση κοινοῦ ἀγῶνος ἐκ μέρους των πρὸς ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Ῥωμανίας/Βυζαντίου. Ὁ διαμελισμὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας συνδέθηκε μὲ τὴν δικαιοδοσιακὴ συρρίκνωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μὲ τὴ δημιουργία ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσε ἡ ἐξάπλωση τοῦ ἐθνικοῦ καί, κατ᾿ οὐσίαν ἐθνικιστικοῦ, πνεύματος στοὺς λαοὺς τῆς Βαλκανικῆς. Οἱ Ἕλληνες θὰ ἔχουμε τὸ θλιβερὸ προνόμιο νὰ ἡγηθοῦμε τὸ 1833 σ᾿ αὐτὴν τὴν προσπάθεια ἀποσυνθέσεως τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐθναρχίας.

Ὁ Καποδίστριας γνώριζε καλὰ τὰ σχέδια αὐτά. Ὡς ἐνσυνείδητα -ὅμως Ῥωμηὸς-Ὀρθόδοξος, γνώριζε, ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος, ἡ διακοπὴ τοῦ δογματικοῦ καὶ κανονικοῦ δεσμοῦ τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ προκαλέσει κυριολεκτικὰ διάλυση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐλευθέρου καὶ ἀλυτρώτου. Ἐξ ἄλλου, ἦταν καὶ βαθὺς γνώστης τῆς σημασίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη οἰκουμένη, -ὅπως ἀποδεικνύει ἡ σχετικὴ ἀλληλογραφία του. Ἄλλωστε, ἤδη τὸ 1819, εὑρισκόμενος στὴν Κέρκυρα, εἶχε ἐκδώσει ἐπώνυμα Ὑπόμνημα, ὑποστηρίζοντας τὴν ἀναβολὴ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὴ θεμελίωση τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας «οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐθνότητος, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς εὐρείας καὶ ζώσης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τί ἄλλο δείχνει αὐτὸ ἀπὸ τὴν θέληση τοῦ Καποδίστρια νὰ ἀναστηθεῖ «τὸ ρωμαίικο», τὸ ὁποῖο συνεχιζόταν μὲ τὴν Ἐθναρχικὴ ὑπόσταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου; Μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ὄχι τὴν Εὐρώπη συνέδεε ὁ Καποδίστριας τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Δὲν εἶναι περίεργο, λοιπόν, ὅτι ὁ Κυβερνήτης συνῆψε ἀλληλογραφία μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κωνστάντιο τὸν Α´ (1830-1834), μὲ σκοπὸ νὰ ρυθμισθεῖ ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καὶ τῆς ἱστορικοκανονικῆς τάξεως. Στὴ συνάφεια δὲ αὐτὴ εἶναι ἐνδεικτικὴ τῶν προθέσεων καὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Καποδίστρια μία πολύτιμη μαρτυρία τοῦ Κ. Οἰκονόμου, ποὺ δημοσιεύσαμε ἤδη. Ὁ Οἰκονόμος, στενὸς φίλος τοῦ Ῥέοντος καὶ Πραστοῦ καὶ μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ ἔλαβε ἀσφαλῶς τὶς σχετικὲς πληροφορίες, ἀναφέρει, ὅτι ὁ Καποδίστριας ἀνέθεσε στὸν Διονύσιο εἰδικὴ ἀποστολὴ στὴν Πόλη, γιὰ νὰ διευθετηθεῖ τὸ ταχύτερο τὸ ἐκκλησιαστικὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, «ἴνα μὴ -ὅπως ἔλεγε (ὁ Καποδίστριας), πέσει ἡ ὑπόθεσις εἰς Φράγκων χείρας, καὶ τότε ἐχάθημεν»! Μέσα στὴ φράση αὐτὴ κλείνεται ἡ προφητικὴ πρόβλεψη τοῦ Καποδίστρια γιὰ τὸ βαυαρικὸ αὐτοκέφαλο καὶ τὶς ἐπιπτώσεις του στὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους μας, ἀλλὰ καὶ στὴν ὅλη πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ὅμως δὲν ἤθελε ἡ Εὐρωπαϊκὴ πολιτική. Τὴν ὁμαλοποίηση τῶν σχέσεων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν συνέχιση τῆς ἑνότητος τοῦ Ῥωμαίικου, ποὺ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀνάσταση τοῦ Βυζαντίου/Ῥωμανίας, δηλαδὴ τῆς Ὀρθόδοξης Αὐτοκρατορίας. Ἐνῶ ὁ Ῥέοντος καὶ Πραστοῦ Διονύσιος ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴν μετάβασή του στὸ Πατριαρχεῖο, οἱ δολοφονικὲς σφαῖρες ἔκοβαν τὴ ζωὴ τοῦ Κυβερνήτη καὶ ματαίωναν τοὺς σκοπούς του. Οἱ δυνάμεις ἐκεῖνες, ποὺ τροφοδοτοῦσαν καὶ κατηύθυναν τὴν ἐναντίον του ἀντιπολίτευση, ὅπλισαν καὶ τὰ χέρια τῶν ἀφελῶν δολοφόνων του. Ὅπως, συνήθως, συμβαίνει στὴν ἱστορικὴ πορεία ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, οἱ προσωπικὲς δυσαρέσκειες καὶ ἀντιθέσεις, ἐνισχυόμενες ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν ξένων, μεγιστοποιοῦν τὶς ὁποιεσδήποτε ὑπερβάσεις καὶ ἀστοχίες, χάνοντας τὴ συνείδηση τῆς καθολικότητας καὶ τοῦ οὐσιώδους καὶ ἐν προκειμένῳ τοῦ μεγάλου ἔργου τοῦ Κυβερνήτη.

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς