Σάββατο 3 Απριλίου 2021



Τὰ Ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια

Ἀκόμη δὲν ἤνοιξαν αἱ πύλαι τῆς Ἀνατολῆς νὰ εἰσέλθῃ παμβασιλεὺς ὁ ἥλιος, κι ὁ γερο-Γατζῖνος ἐσηκώθη, ἤνοιξε τὸ καφενεδάκι, καὶ ὑπηρετεῖ τοὺς πρωινοὺς πελάτας. Πῶς νὰ χορτάσῃ τις τὸν ὕπνον ἐκεῖ, εἰς τὰ ὡραῖα λυκαυγῆ, εἰς τὰς γλυκείας ἠοὺς τοῦ φθινοπώρου… Ἐξύπνησα τρεῖς ὥρας πρὶν φέξῃ, ἐξῆλθα, καὶ κάμψας ἕνα δρομίσκον, ἔφθασα εἰς τὸν αἰγιαλόν.

Ὁ αὐγερινὸς τώρα εἶχεν ἀνατείλει. Ἀνήρχετο ὑψηλά, ὑψηλά, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἓν ἀστεράκι, τὸ ὁποῖον ἔτρεχεν ὡς μαγευμένον κοντά του. Ἐπάνω στὴν ράχιν, ἀντικρύ, ἄνωθεν τοῦ σκοτεινοῦ ἄλσους, ἐχόρευον δύο ἄλλα ἄστρα· φλοῖσβος καὶ ἦχος ἔπληττε τὴν ἀκτήν· πρὸς τὰ βορειανατολικὰ ἐστρώνετο ρηχὸν τὸ κῦμα, καὶ οἱ βράχοι ἀριστερὰ μὲ τὰς λευκὰς οἰκίας, ὡς φωλεὰς γλάρων χυτὰς κτισμένας ἐπάνω των, ἐδέχοντο εἰς τοὺς πόδας τὸ προσκύνημα τῶν θωπευτικῶν κυμάτων.

Ὁ γερο-Γατζῖνος μοῦ ἔκαμε καφέν, χωρὶς νὰ τοῦ παραγγείλω. Δὲν ἦτο ἡ ὥρα τώρα δι᾿ ὁμιλίαν. Εἰς τὰς ὥρας τοῦ ροδίνου λυκαυγοῦς κανὲν τοιοῦτον δὲν ἔχει τὸν τόπον του. Δὲν εἶχε σκάσει ἀκόμη τ᾿ ἀφιόνι. Ἦτο ἡ ὥρα διὰ μαχμουρλίκι τουρκικόν. Ἄλλως θὰ μοῦ διηγεῖτο πολλὰς ἱστορίας· πῶς ὁ γερο-Ἀκούκατος, τὸν παλαιὸν καιρόν, εἶχε λάβει τὸ ἐπώνυμον τοῦτο, καθότι ὅταν ἔκαμνε τὸν διαλαλητήν, εἰς τὰς δημοπρασίας, ἐπανελάμβανε συχνὰ ἐρωτηματικῶς πρὸς τὸ κοινὸν «τ᾿ ἀκούκατε, βρὲ παιδιά;», ἐπειδὴ κατήγετο ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ὅπου ἐπροφέρετο οὕτω, ἀντὶ ἀκούσατε· αὐτὸς λοιπὸν ὁ Ἀκούκατος, ὅταν εἶχε τὸ καφενεδάκι, εἰς τὸν ἄλλον γιαλόν, πρὸ χρόνων, ἔρημος καὶ μοναχὸς στὰ ξένα, εἶχεν ὡς κατοικίαν αὐτὸ τὸ μαγαζάκι του, κ᾿ ἐκοιμᾶτο ἐπὶ τῆς σανίδος τοῦ καναπέ, δύο σπιθαμῶν τὸ πλάτος, μὲ δύο προσκέφαλα εἰς τὰς δύο ἄκρας· ὥστε, ὅταν ἤθελε νὰ γυρίσῃ ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν, ἀνεκάθιζε, κ᾿ ἐπλάγιαζε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ἐκεῖ ὅπου εἶχε πρὶν τοὺς πόδας. Ἀλλ᾿ ἦτο τόσον πρόθυμος νὰ περιποιῆται τοὺς πελάτας, ὥστε ποτὲ δὲν ἐχόρταινε τὸν ὕπνον, καὶ ἅμα τοῦ ἔκρουέ τις τὴν θύραν, ξένος, πτωχὸς ἢ ἄστεγος, πάραυτα ἐσηκώνετο καὶ τοῦ ἤνοιγε· καὶ τοῦ ἔκαμνε καφὲν ἢ φασκομηλιάν, καὶ ἂν εἶχε καὶ ἂν δὲν εἶχε πεντάλεπτον.

*
* *

Τὰ ἐλαιοτριβεῖα εἶχον ἀνοίξει ἤδη, τρεῖς ὥρας πρὶν φέξῃ. Ἓν τούτων μ᾿ ἐξυπνοῦσε κάθε πρωί, δίπλα εἰς τὴν πατρικήν μας οἰκίαν. Ἄλλα δύο ἦσαν ἀντικρύ, πέραν τοῦ μικροῦ ποταμίσκου τῆς μούργας. Ἓν ἄλλο ἔκειτο ἐκεῖθεν τοῦ δρόμου, καὶ ἄλλα ὀκτὼ ἢ δέκα εὑρίσκοντο εἰς τὰς ἄκρας τοῦ χωρίου, ὁλόγυρα εἰς τοὺς κήπους.

Πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκυκλοφόρουν, πρωινοί. Κρότοι εὐάρεστοι ἔπληττον τὰς ἀκοάς. Ἠκούοντο πανταχόθεν ὁμιλίαι, γέλωτες καὶ ᾄσματα· μᾶλλον κελεύσματα ἀρχαιοπρεπῆ, συνοδεύοντα τὴν βαρεῖαν ἀγγαρείαν τοῦ ἀδρακτιοῦ μὲ τὴν μακρὰν ὀγκώδη μανέλαν, τοῦ ἐργάτου, καὶ τοῦ ἐλαιοτρίπτου. Τηγανίτες ἐμοσχοβολοῦσαν παντοῦ. Οἱ ἐλαιοτριβεῖς ἐκαλοπερνοῦσαν καθημερινῶς ἀπὸ τὰ φιλεύματα καὶ τὰ κεράσματα τῶν οἰκοκυράδων.

Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ νεωτερισμοί.

Ἐσχάτως, ὡς καὶ ἕνας σαλεπτζὴς ἀκόμη μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ χωρίον. Οἱ ὀλίγοι ὅμως πελάται του ἀριθμοῦνται μεταξὺ τοῦ κινητοῦ καὶ ἀγοραίου πληθυσμοῦ, καμμία δὲ οἰκοκυρὰ δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν υἱὸν ἢ τὸν σύζυγόν της κατ᾿ οἶκον νὰ ζητήσῃ σαλέπι νὰ πιῇ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πλανοδίου ξένου… Ἐὰν ἔλειπε τὸ μαχμουρλίκι, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Γατζῖνος θὰ μοὶ διηγεῖτο καὶ πάλιν πῶς, τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν αὐτὸς ἦτο καραβοκύρης, μᾶς ἔφερνεν εἰς τὴν οἰκίαν ὡς δῶρον χαλβὰν πολίτικον, ὅταν ἐγύριζεν ἀπὸ τὰ ταξίδια, καὶ πῶς, ὅταν ὁ ἴδιος εἶχε γίνει μπακάλης, ἐπωλοῦσε τὸ μαῦρο χαβιάρι μὲ τὸ βαρελάκι ὡς ταραμάν, πρὸς ἓξ δραχμὰς τὴν ὀκάν. Πλὴν αἱ ὧραι τοῦ λυκαυγοῦς δὲν ἐπιτρέπουσιν ἐκμυστηρεύσεις.

Ὤ, αἱ ὧραι τοῦ λυκαυγοῦς!… Ἰδοὺ αὐτόμαται ἦξαν πύλαι οὐρανοῦ, ἃς ἔχον Ὧραι· πλὴν ἂς ἀφήσωμεν τοὺς παλαιούς, καὶ ἂς ψάλωμεν μετὰ τοῦ Κοσμᾶ τοῦ θεσπεσίου: «Προσενωπίῳ σοι ὧραι, ὑπεκλίθησαν· φῶς γάρ, καὶ πρὸ ποδῶν ὑψίδρομον σέλας, Χριστέ…»

Ἰδοὺ ἀριστερά μας, μεταξὺ τῶν βράχων, ἓν λείψανον σεσαθρωμένης ξυλίνης ἀποβάθρας, καὶ δύο βαθμίδες κάτω ὑποβρύχιοι. Μία βάρκα φαίνεται ἐκεῖ δεμένη. Δύο μορφαὶ πλησιάζουν, ὁ εἷς φορτωμένος μέγα ζεμπίλι, ὁ ἄλλος μὲ ἐλευθέρας τὰς χεῖρας, κύπτων καὶ ἀνασηκώνων τὴν περισκελίδα του. Ὁ Γιάννης τῆς Σοφούλας ὑπάγει διὰ τὸν ἀρσανάν. Ὁ υἱός του, ὁ Νικολός, λύει τὴν μπαρούμα*, ὁ πατέρας βάζει τὰ κουπιά· ὁ μικρὸς πηδᾷ μέσα, ἡ πλώρη στρέφεται πρὸς τὸ πέλαγος. Τόσον πρωινὸς ἤδη ὁ Γιάννης τῆς Σοφούλας! Μὲ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς τρέχει εἰς τὴν ἰσόβιον καθημερινὴν ἀγγαρείαν του. Ἐργασία ὁλοήμερος ἐκεῖ, καὶ κρότος, καὶ «ὠδῖνες ὡς τικτούσης». Ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν κοιλοπονοῦν, ὅσον καὶ ἂν καταπονοῦνται οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ κατασκευάζωσι «τείχη Τριτογενεῖ», ἡ θάλασσα θὰ καταφάγῃ μίαν ἡμέραν ὅλους τοὺς δρυΐνους δράκοντας, «δὴ ὦκ λεβάιαθανς», ὅπως λέγει ὁ Μπάυρων. «Ἐν πνεύματι βιαίῳ συντρίψεις πλοῖα Θαρσείς».

*
* *

Ὦ αὐγή, γλυκεῖα αὐγή, ποὺ ἀνθεῖς καὶ ροδίζεις ἐκεῖ εἰς ὕψος, ἀλλὰ καὶ τόσον χαμηλὰ ἐπάνω ἀπὸ ἐκείνην τὴν ράχιν τὴν ἀντικρινήν ― τῆς ἀκτῆς ποὺ κλείει τὸν λιμένα. Εὐτυχῆ τ᾿ ἀρνάκια τὰ βόσκοντα ἐκεῖ στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, ποὺ φθάνουν ἕως τὴν κορυφὴν τῆς ράχης καὶ πηδοῦν καὶ χορεύουν, καὶ σὲ ἀπολαύουν ἐγγύθεν, καὶ μεθύουν, ὦ αὐγή, ἀπὸ τ᾿ ἀρώματά σου. Πλέον εὐτυχῆ τὰ πουλάκια, ποὺ πετοῦν ἀπὸ κλῶνα εἰς κλῶνα, καὶ σκιρτοῦν καὶ ἀναγαλλιάζουν εἰς τὴν θείαν ἐπαφήν σου… Εὐτυχὴς κι ὁ βοσκός, ποὺ τὸν ἐξύπνησες τώρα ναρκωμένον ἀπὸ τὴν δροσιάν σου, καὶ πετᾷ τὴν κάπαν του, κι ἁρπάζει τὴν μαγκούραν του καὶ τρέχει νὰ σαλαγήσῃ τὰ πρόβατα, νὰ ἐνεργήσῃ τὸν πρωινὸν ἀμολγόν, σφυρίζων καὶ ἄφροντις, καὶ τόσον πολὺ εὐτυχής, ὥστε οὔτε τὸ ὑποπτεύει.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

 


Τὸ Γένος ἔχει ἀνάγκην ἀξίων Ἱερέων

Ἤθελα, χριστιανοί μου, νὰ εἶμαι πάντοτε μαζὶ σας, νὰ σᾶς λέγω πότε τὸ ἕνα, πότε τὸ ἄλλο· μὰ τί νὰ σᾶς κάμω, ὁποὺ εἶνε χιλιάδες χῶρες, ὁποὺ δὲν ἤκουσαν λόγον Θεοῦ ποτὲ καὶ μὲ περιμένουν. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ἅγιοι ἱερεῖς, καὶ σᾶς παραγγέλλω νὰ φροντίσητε διὰ τοὺς κοσμικοὺς πῶς νὰ σωθῶσι καὶ ἐκεῖνοι καὶ σεῖς. Ὁμοίως πάλιν οἱ κοσμικοὶ νὰ τιμᾶτε τοὺς ἱερεῖς σας· καὶ ἂν τύχη ἕνας ἱερεὺς καὶ ἕνας βασιλεύς, τὸν ἱερέα νὰ προτιμήσῃς· καὶ ἂν τύχη ἕνας ἱερεὺς καὶ ἕνας ἄγγελος, τὸν ἱερέα νὰ προτιμήσῃς, διότι ὁ ἱερεὺς εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Ὁ δὲ ἱερεὺς ὁποὺ θέλει τὸ καλόν του, νὰ διαβάση τὸν Νόμον, νὰ καταλάβη τὸ χρέος του. Διὰ τοὺς ἁγίους ἱερεῖς δὲν ἔχω νὰ σᾶς πῶ τίποτε. Ἐγὼ ἔχω χρέος ὅταν ἀπαντήσω ἱερέα νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὰ χέρια καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ παρακαλῇ τὸν Θεὸν διὰ τὰς ἁμαρτίας μου. Διότι ὅλος ὁ κόσμος νὰ παρακαλέσῃ τὸν Θεὸν δὲν δύνανται νὰ τελειώσουν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, καὶ ἕνας ἱερεύς, ἔστω καὶ ἁμαρτωλός, δύναται μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ τὰ τελειώση.

Λέγω μόνον ὅτι ὅστις θέλει νὰ γίνῃ ἱερεύς, πρέπει νὰ εἶνε καθαρὸς ὡς ἄγγελος· νὰ ἠξεύρῃ γράμματα νὰ ἐξηγῇ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον. Καὶ ὅταν γίνῃ 30 χρονῶν καὶ τὸν παρακαλέσουν οἱ κοσμικοὶ καὶ ὁ Δεσπότης, τότε νὰ γίνεται ἱερεύς, χωρὶς νὰ δώσῃ χρήματα. Καὶ νὰ κατοικῆ πλησίον εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅποιαν ὥραν τὸν ζητήσουν οἱ κοσμικοὶ νὰ τὸν εὑρίσκουν. Νὰ στοχάζεται ποῖος εἶνε μαλωμένος μὲ τὴ γυναῖκα του, ποῖος ἀδελφὸς μὲ τὸν ἀδελφόν του, ποῖος γείτονας μὲ τὸν γείτονά του, νὰ τοὺς φέρη εἰς ἀγάπην, καὶ νὰ θυσιάζεται διὰ τὸ ποίμνιόν του. Καὶ ὅταν λειτουργῆ καὶ τελειώνη τὸ Εὐαγγέλιον, νὰ τὸ ἐξηγῆ εἰς τοὺς χριστιανούς, τί παραγγέλλει ὁ Χριστὸς νὰ κάμνουν. Καὶ νὰ στοχάζεται ὅτι οἱ φοῦντες, ὁποὺ εἶνε εἰς τὸ ἐπιτραχήλι, σημαίνουν τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν· καὶ ἂν χαθῆ μία ψυχή, ἔχει νὰ δώσῃ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως. Καὶ νὰ στοχάζεται ὅτι τὸ φαιλόνι ὁποὺ φορεῖ καὶ δὲν ἔχει μανίκια, φανερώνει πὼς ὁ ἱερεὺς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ χέρια νὰ ἀνακατώνεται εἰς τὰ κοσμικὰ πράγματα, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ πάντοτε τὸν νοῦν του εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ ὅταν μαζεύη τὸ φαιλόνιον καὶ γίνεται ὡσὰν δυὸ πτέρυγες, φανερώνει πὼς ἂν κάμνη καλὰ ἔργα, ὡσὰν ἄγγελος θὰ πετάξη νὰ ὑπάγη εἰς τὸν παράδεισον. Ἂν δὲ εἶνε ἀνάξιος, ἀγράμματος, μολυσμένος μὲ ἁμαρτίας, καὶ δίδη γρόσια, καὶ βάνη μεσίτας νὰ γίνῃ ἱερεύς, τότε μὲ αὐτὰ ἀγοράζει τὴν κόλασιν· καὶ ὅταν λέγη τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ λέγη τόσα ψεύματα, ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν ἱερέα

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

 


Τὸ Σημεῖον τοῦ Σταυροῦ

Τώρα σᾶς συμβουλεύω νὰ κάμετε ἀπὸ ἕνα κομβολόγι μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ νὰ τὸ κρατῆτε μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι, καὶ μὲ τὸ δεξιὸ νὰ κάμνετε τὸν σταυρόν σας καὶ νὰ λέγετε: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διὰ τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀνάξιον δοῦλόν σου. Ὁ πανάγαθος Θεὸς μᾶς ἐχάρισε τὸν τίμιον Σταυρὸν μὲ τὸν ὁποῖον νὰ εὐλογῶμεν, καὶ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Μὲ τὸν σταυρὸν νὰ ἀνοίγωμεν τὸν παράδεισον, μὲ τὸν σταυρὸν νὰ διώκωμεν τοὺς δαίμονας· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ χέρι μας καθαρὸν ἀπὸ ἁμαρτίας, καὶ τότε κατακαίεται ὁ διάβολος καὶ φεύγει. Ὅθεν, ἀδελφοί μου, ἢ τρώγετε ἢ πίνετε ἢ δουλεύετε, νὰ μὴ σᾶς λείπη αὐτὸς ὁ λόγος καὶ ὁ σταυρός· καὶ καλὸν καὶ ἅγιον εἶνε νὰ προσεύχεσθε πάντοτε τὴν αὐγήν, τὸ βράδυ καὶ τὰ μεσάνυκτα.

Ἀκούσατε, ἀδελφοί μου, πῶς πρέπει νὰ γίνεται ὁ σταυρὸς καὶ τί σημαίνει. Πρῶτον· ὅπως ἡ Ἁγία Τριὰς δοξάζεται εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, οὕτω καὶ σὺ νὰ σμίγης τὰ τρία σου δάκτυλα τῆς δεξιᾶς χειρός· καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀναβῆς εἰς τὸν οὐρανὸν νὰ προσκυνήσῃς, βάνεις τὴν χείραν σου εἰς τὴν κεφαλήν σου (διότι ἡ κεφαλὴ σημαίνει τὸν οὐρανόν) καὶ λέγεις: Καθὼς οἱ Ἄγγελοι δοξάζουσι τὴν Ἁγία Τριάδα εἰς τὸν οὐρανόν, ἔτσι καὶ ἐγὼ ὡς δοῦλος δοξάζω καὶ προσκυνῶ τὴν Ἁγίαν Τριάδα· καὶ καθὼς τὰ δάκτυλα εἶνε τρία, εἶνε ξεχωριστά, εἶνε καὶ μαζί, ἔτσι καὶ ἡ Ἁγία Τριὰς εἶνε τρία πρόσωπα, ἀλλ᾿ εἷς Θεός. Κατεβάζων τὸ χέρι σου εἰς τὴν κοιλίαν σου νὰ λέγης: Σὲ προσκυνῶ καὶ Σὲ λατρεύω, Κύριέ μου, ὅτι κατεδέχθης καὶ ἐσαρκώθης εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου διὰ τὰς ἁμαρτίας μας. Τὸ βάζεις λοιπὸν εἰς τὸν δεξιόν σου ὦμον καὶ λέγεις: Σὲ παρακαλῶ, Θεέ μου, νὰ μὲ συγχωρήσῃς καὶ νὰ μὲ βάλης εἰς τὰ δεξιά σου μὲ τοὺς δικαίους. Βάνοντάς το πάλιν εἰς τὸν ἀριστερὸν ὦμον λέγεις: Σὲ παρακαλῶ, Κύριέ μου, μὴ μὲ βάλης εἰς τὰ ἀριστερὰ μὲ τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἔπειτα κύπτοντας κάτω εἰς τὴν γῆν: Σὲ δοξάζω, Θεέ μου, Σὲ προσκυνῶ καὶ Σὲ λατρεύω, ὅτι καθὼς ἐβάλθηκες εἰς τὸν τάφον, ἔτσι θὰ βαλθῶ καὶ ἐγώ. Καὶ ὅταν σηκώνεσαι ὀρθός, φανερώνει τὴν ἀνάστασιν καὶ λέγεις: Σὲ δοξάζω καὶ Σὲ προσκυνῶ, Κύριέ μου, ὅτι ἀνέστης ἐκ νεκρῶν διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃς ζωὴν αἰώνιον. Αὐτὸ σημαίνει ὁ Σταυρός!

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

 


Νηστεία δεκτὴ καὶ ἀληθινή

Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτὴν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ· ἀληθὴς νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καὶ ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθὴς καὶ εὐπρόσδεκτος. 

(Ἰδιόμελον α΄  ἑβδομάδος νηστειῶν)

***

Νηστεία καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα εἶναι αὐτὴ: νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς ὀρφανὰ καὶ χῆρες στὴ θλίψη τους καὶ νὰ τηρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀμόλυντο ἀπὸ τὸν κόσμο. Πῶς ὅμως καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ ἐπιτύχουμε αὐτὰ ποὺ ἐλέχθησαν, εἶναι εὔκολο νὰ ἀνεύρουμε. Διότι ἀρκεῖ, νομίζω, γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σκέπτονται σωστὰ καὶ αὐτὸς ὁ φυσικὸς νόμος, ποὺ ἀφ᾿ ἑνὸς μᾶς διδάσκει νὰ μισοῦμε ὅσα φαίνεται νὰ εἶναι ἀντίθετα στὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου μᾶς παρακινεῖ νὰ κρατοῦμε μέσα μᾶς τὸ θέλημα τοῦ Νομοθέτου. 

Ἂν τώρα κάποιος νομίζει ὅτι γι᾿ αὐτὸ χρειαζόμαστε ἀκόμη πιὸ σαφῆ παραγγέλματα, ἂς ἀκούσει τὸν Παῦλο ποὺ λέει: ‘Νεκρώσατε ὅ,τι γήινο εἶναι μέσα σας, δηλαδὴ τὴν πορνεία, τὴν ἀκαθαρσία, τὸ πάθος, τὴν κακὴ ἐπιθυμία. Διότι, βέβαια, δὲν θὰ ἐπιτύχουμε τὴ χάρη ποὺ παρέχει ἡ ἀληθὴς νηστεία ἁπλῶς μὲ τὴν ἀσιτία καὶ μὲ τὴν ἀπόρριψη μόνο τῶν τροφῶν. Οὔτε πάλι, ἔχοντας ἀπόσχει ἀπὸ αὐτὰ καὶ μόνο, θὰ γίνουμε ἐξάπαντος καθαροὶ καὶ ἅγιοι, ἀλλὰ ἀποδιώκοντας ἀπὸ τὴ διάνοιά μας ἐκεῖνα, γιὰ τὰ ὁποῖα βρέθηκε καὶ τὸ φάρμακο τῆς νηστείας.

Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

 


Τὰ μυστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς

Ἂν καταλάβη κανεὶς τὰ μυστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τὸν μυστικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐργάζεται ὁ Θεός, παύει νὰ στενοχωριέται γιὰ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει, γιατὶ δέχεται μὲ χαρὰ τὰ πικρὰ φάρμακα ποὺ τοῦ δίνει ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς του. Ὅλα τὰ θεωρεῖ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς του, ἀφοῦ ζητάει συνέχεια ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ λευκάνη τὴν ψυχή. Ὅταν ὅμως οἱ ἄνθρωποι ἀντιμετωπίζουν τὶς δοκιμασίες κοσμικά, βασανίζονται. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς παρακολουθεῖ, πρέπει νὰ παραδίνεται κανεὶς ἐν λευκῷ σ᾿ Αὐτόν. Ἀλλιῶς εἶναι βάσανο· ζητάει νὰ τοῦ ἔρθουν ὅλα, ὅπως ἐκεῖνος θέλει, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔρχονται ὅλα, ὅπως τὰ θέλει, καὶ ἀνάπαυση δὲν βρίσκει.

Εἴτε χορτάτος εἶναι κανεὶς εἴτε νηστικός, εἴτε τὸν ἐπαινοῦν, εἴτε τὸν ἀδικοῦν, πρέπει νὰ χαίρεται καὶ νὰ τὰ ἀντιμετωπίζη ὅλα ταπεινὰ καὶ μὲ ὑπομονή. Τότε ὁ Θεὸς συνέχεια θὰ τοῦ δίνη εὐλογίες, ὥσπου νὰ φθάση ἡ ψυχή του σὲ σημεῖο νὰ μὴ χωράη, νὰ μὴν ἀντέχη τὴν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Καί, ὅσο θὰ προχωράη πνευματικά, τόσο θὰ βλέπη τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ καὶ θὰ λειώνη ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

 


Λακωνικὸν

Ἀπὸ τὸν Θεὸ τραβιέται ὁ ἄνθρωπος

 ὅπως ὁ καρχαρίας ἀπὸ τὸ αἷμα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

 


Ζῆστε ὅπως ὁ Κύριος

Kατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία Του ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει σὲ τὶ καιροὺς ζήσαμε, ἀλλὰ πῶς φερθήκαμε στὸν πλησίον μας!

Μὴν μιλᾶτε στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν Κύριο, ἄν δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν γι’ Αὐτόν. Ζῆστε ὅπως ὁ Κύριος καὶ οἱ ἴδιοι θὰ σᾶς ρωτήσουν γιὰ νὰ μάθουν.

Πατριάρχης Σερβίας Παῦλος

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

 


Ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς ἐμπιστοσύνη, ἀλλά μέ ἄγχος, ἀγωνία, κατάθλιψη, ἀπελπισία, ἀποκτάει ἀσθένειες σωματικές καί ψυχικές. Ἡ ψυχασθένεια, ἡ νευρασθένεια, ὁ διχασμός εἶναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο εἶναι ἐπίσης καί ἡ ταπεινολογία. Τό λένε αἴσθημα κατωτερότητος. 

Ἡ ἀληθινή ταπείνωση δέν μιλάει, δέν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀνάξιος, ἐλάχιστος πάντων…». Φοβᾶται ὁ ταπεινός μήπως μέ τίς ταπεινολογίες πέσει στήν κενοδοξία. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν πλησιάζει ἐδῶ. 

Ἀντίθετα, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπό Ἐκεῖνον.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

 


Ἥλιος ὁ πρῶτος

 IV

Πίνοντας ἥλιο κορινθιακὸ

Διαβάζοντας τὰ μάρμαρα

Δρασκελίζοντας ἀμπέλια θάλασσες

Σημαδεύοντας μὲ τὸ καμάκι

Ἕνα τάμα ψάρι ποὺ γλιστρᾶ

 

Βρῆκα τὰ φύλλα ποὺ ὁ ψαλμὸς τοῦ ἥλιου ἀποστηθίζει

Τὴ ζωντανὴ στεριὰ ποὺ ὁ πόθος χαίρεται

Ν' ἀνοίγει.

 

Πίνω νερὸ κόβω καρπὸ

Χώνω τὸ χέρι μου στὶς φυλλωσιὲς τοῦ ἀνέμου

Οἱ λεμονιὲς ἀρδεύουνε τὴ γύρη τῆς καλοκαιριᾶς

Τὰ πράσινα πουλιὰ σκίζουν τὰ ὄνειρά μου

Φεύγω μὲ μιὰ ματιὰ

 

Ματιὰ πλατιὰ ὅπου ὁ κόσμος ξαναγίνεται

Ὄμορφος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὰ μέτρα τῆς καρδιᾶς.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

 


Ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου

-Καὶ μόνος του νὰ εἶναι κανεὶς ἀνάμεσα στοὺς κοσμικούς, ἂν εἶναι σωστὸς χριστιανός, μεταβάλλει τὸ κοσμικὸ αὐτὸ περιβάλλον σ’ ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου.

-Δὲν εἶναι ἡ ζωὴ καρναβάλι καὶ ἐπιπολαιότης. Εἶναι ζωὴ τὴν ὁποία περιμένει ὁ οὐρανός.

-Ἡ μεγαλύτερη μορφὴ ἀγάπης εἶναι νὰ προσεύχεσαι γιὰ κάποιον ποὺ δὲν τὸ ξέρει... 

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

 


Οἰκουμενικότητα καὶ Οἰκουμενισμὸς (Β)

Ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ βασικὴ διαφορὰ τοῦ σύγχρονου οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν οἰκουμενικότητα τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας. Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ποὺ πρωτοστάτησε μάλιστα στὴν σύναψη τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, δὲν εἶχε οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα. Παρὰ τοὺς ἐπιμέρους θετικοὺς καρπούς, ἰδίως στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως καὶ τῆς ἐπιλύσεως πρακτικῶν προβλημάτων τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, δὲν φαίνεται νὰ σημειώθηκε ὡς τώρα οὐσιαστικὴ θεολογικὴ προσέγγιση. Θὰ μποροῦσε μάλιστα νὰ λεχθεῖ ὅτι καλλιεργήθηκε ἀκόμα καὶ σὲ ὀρθόδοξους κύκλους κάποιος θεολογικὸς μινιμαλισμὸς ἤ σχετικισμὸς στὸ ὄνομα τῆς οἰκουμενικῆς συνεργασίας καὶ προσεγγίσεως.

Τὰ θέματα ὅμως τῆς πίστεως, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν μποροῦν νὰ σχετικοποιοῦνται γιὰ λόγους εὐγένειας καὶ κακῶς νοούμενης χριστιανικῆς ἀγάπης ἤ φιλαλληλίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν διέθεταν λιγότερη ἀγάπη καὶ φιλαλληλία ἀπὸ τὴν δική μας, ὅταν προέβαιναν στὴν ἀποκοπὴ τῶν αἱρετικῶν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν χαίρονταν οὔτε θριαμβολογοῦσαν, ὅταν ἀναθεμάτιζαν τοὺς Ἀρειανούς, τοὺς Νεστοριανοὺς ἢ τοὺς Μονοφυσίτες. Ἀντίθετα προέβαιναν στὰ διαβήματα αὐτὰ μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὑγείας τοῦ ὅλου σώματος. Καὶ οἱ διάλογοί τους μὲ ὅσους ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας δὲν διαπνέονταν ἀπὸ ὑπεροψία ἤ ἀντιπαλότητα, ἀλλὰ ἀπὸ βαθιὰ ὀδύνη.

Ἡ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν θεμελιώνεται στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως. «Ὅταν πάντες ὁμοίως πιστεύωμεν, τότε ἑνότης ἐστί». Καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως αὐτῆς φανερώνεται στὸν κόσμο ἐν Χριστῷ καὶ παραμένει στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν ὅμως ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἀντιμετωπίζεται ὡς συμβατικὴ θρησκευτικὴ διδασκαλία, ὅταν ἡ κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἀντικαθίσταται μὲ τὴν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν θεὸ ἡ τοὺς θεοὺς ποὺ δημιουργεῖ ἡ φαντασία του, ὅταν τέλος ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντικαθίσταται μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἐνέργειες, ὁ Χριστιανισμὸς μεταφέρεται στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀνθρώπινων θρησκειῶν, θρησκειοποιεῖται.

Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἰκουμενικότητα χαρισματική· ἀπορρέει ἀπὸ τὴν καθολικότητά της. Ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμὸς εἶναι κίνηση εὐγενικῶν ἀνθρώπινων διαθέσεων. Ἡ πρώτη ἑνοποιεῖ ὅσους τὴν ζοῦν. Ὁ δεύτερος κρατεῖ χωρισμένους καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν. Ἡ μεθοδολογία τοῦ σύγχρονου οἰκουμενισμοῦ ὁδηγεῖ φυσιολογικὰ ὄχι μόνο στὸν ὁμολογιακὸ ἀλλὰ καὶ στὸν θρησκευτικὸ συγκρητισμό. Ἡ ἐγκατάλειψη τῆς καθολικῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ἀναζητήσεώς της μέσω τῆς συνθέσεως τῶν ἐπιμέρους ὁμολογιῶν, εἶναι φυσικὸ νὰ ἐπεκτείνεται σὲ εὐρύτερο θρησκευτικὸ συγκρητισμὸ γιὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸ πληρέστερη θρησκευτικὴ σύνθεση. Καὶ αὐτὸ διαφαίνεται σαφῶς στὸν σύγχρονο παπισμὸ μὲ τὴν προσπάθεια συγκερασμοῦ χριστιανικῶν καὶ μὴ χριστιανικῶν διδασκαλιῶν.

Τὸ λάθος, ποὺ γίνεται συνήθως σήμερα, εἶναι ὅτι ζητοῦμε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας παραμένοντας οἱ ἴδιοι διαιρεμένοι ἤ κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας. Καὶ κάνουμε τὸ λάθος αὐτό, εἴτε ἐπιχειρώντας νὰ ἑνοποιήσουμε τὴν ἀπὸ τὴν φύση της ἀδιαίρετη Ἐκκλησία μὲ τὴν συμφωνία σὲ κάποιο συμβατικὸ ἐπίπεδο, εἴτε διατηρώντας θεωρητικὰ τὴν πίστη στὴν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία καὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν πραγματική της ἀποστολή. Θέλουμε νὰ ζοῦμε ὡς Χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς μας εἴτε συσχηματιζόμενοι μὲ τὸν κόσμο, εἴτε παραμένοντας προσκολλημένοι σὲ ἐξωτερικὰ σχήματα.

Οἱ προκλήσεις τῆς ἐποχῆς μας καὶ οἱ ἐπιτακτικὲς ἀνάγκες γιὰ μεγαλύτερη συνεργασία καὶ προσέγγιση ὅλων τῶν Χριστιανῶν, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως, πρέπει νὰ ἐκλαμβάνονται ὄχι μόνο ὡς ἀφορμὲς γιὰ ἐξωτερικὴ δραστηριοποίηση, ἀλλὰ καὶ ὡς προκλήσεις γιὰ ἐσωτερικὴ ἐνεργοποίηση καὶ πληρέστερη βίωση τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους τους Χριστιανούς, πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ ὅσους πιστεύουν ὅτι ἀκολουθοῦν σταθερὰ τὴν πορεία τῆς μίας καὶ ἀδιαίρετης καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν προβάλλεται στὴν οἰκουμένη μὲ τὴν ἀνάλυση τῆς ἔννοιάς της, ἀλλὰ μὲ τὴν βίωση καὶ φανέρωση τοῦ περιεχομένου της.

Γεώργιος Μαντζαρίδης

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

 


Οἰκουμενικότητα καὶ Οἰκουμενισμὸς (Α)

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ τόπος φανερώσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὴ ἐκτείνεται «πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης» καὶ «πανταχοῦ τῶν χρόνων». Ἡ οἰκουμενικότητα καὶ ἡ διαχρονικότητα τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνονται στὸν Χριστό, ποὺ προσέλαβε στὴν ὑπόστασή του ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἄκτιστη ἀνακαινιστικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἰκοδομεῖ τὴν οἰκουμενικότητά της.

Ἡ οἰκουμενικότητητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐξαντλεῖται στὴν παγκοσμιότητα, ἀλλὰ συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν διαχρονικότητα. Ἔτσι ἄλλωστε ὁλοκληρώνεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς καθολικότητας, ποὺ ἀποτελεῖ βασικὸ γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀποσύνδεση τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν διαχρονικότητα φαλκιδεύει τὴν καθολικότητά της.

Ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχει κοινωνιολογικὲς ἀλλὰ θεολογικὲς ρίζες. Δὲν ἀνάγεται στὶς πολιτισμικές, πολιτικὲς ἢ κοινωνικὲς διαφοροποιήσεις μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, ὅσο καὶ ἂν συνέβαλαν καὶ αὐτὲς στὴν διαφοροποίηση τῆς πίστεώς τους. Ἡ καθολικότητα, ποὺ ὑπάρχει ὡς ὀντολογικὸ δεδομένο στὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, φαλκιδεύεται ὡς ζητούμενο μὲ τὶς θεολογικὲς διαφοροποιήσεις, τὶς ἐξουσιαστικὲς διεκδικήσεις καὶ τὶς ἐθνικὲς ἀντιθέσεις, ποὺ δημιουργήθηκαν μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν.

Ἡ θεολογία μὲ τὴν στενότερη καὶ τὴν εὐρύτερη ἔννοιά της εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ὁ χιτώνας τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἡ αἵρεση εἶναι πράξη ρήξεως τοῦ χιτώνα αὐτοῦ καὶ διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφόσον ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀπὸ τὴν φύση του παραμένει ἕνα καὶ ἀδιαίρετο, ἡ αἵρεση δὲν διαιρεῖ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἀποσπᾶ μέλη ἀπὸ τὸ σῶμα της. Ἐκτρέπεται ἀπὸ τὴν διαχρονικότητα καὶ ἐγκαταλείπει τὴν καθολικότητά της.

Ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμὸς πάσχει ἀπὸ ἔλλειψη διαχρονικότητας, ποὺ ἀποτελεῖ ὅρο τῆς καθολικότητας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πάσχει σὲ ἐκκλησιολογικὸ ἐπίπεδο. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ὄχι μόνο γιὰ τὸν οἰκουμενισμὸ ποὺ προωθεῖται ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμό, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν οἰκουμενισμὸ ποὺ προωθεῖται ἀπὸ τὸν Ρωμαιοκαθολικισμό. Ἄλλωστε αὐτὸς πρῶτος προσέβαλε τὴν ἐκκλησιολογικὴ διαχρονικότητα, ἀντιμετωπίζοντας τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁριζόντια παγκοσμιότητα μὲ γεωγραφικὴ ἔννοια καὶ μὲ ὁρατὸ γεωγραφικὸ κέντρο τὴν Ρώμη. Ἔτσι συμπιέστηκε μέσα στὸν χῶρο καὶ παραμέρισε τὴν χαρισματικὴ διάσταση καὶ τὴν ἐσχατολογικὴ προοπτική της Ἐκκλησίας, καθιερώνοντας θεσμικὰ τὴν ἐκκοσμίκευση τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «κοινωνία τῆς θεώσεως». Καὶ ὅταν παύει νὰ λειτουργεῖ ὡς κοινωνία τῆς θεώσεως, δηλαδὴ ὡς κοινωνία ποὺ συγκροτεῖται μὲ τὴν μετοχὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, παύει καὶ νὰ λειτουργεῖ καὶ ὡς Ἐκκλησία. Ὁ δυτικὸς Χριστιανισμὸς ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη ἄκτιστης ἐνέργειας ἤ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅμως ἀρνεῖται καὶ τὴν ἴδια τὴν ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας καὶ βλέπει τὴν ἑνότητά της σὲ κοσμικὸ ἐπίπεδο.

Στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας προβλήθηκε ὡς θεσμικὴ ἑνότητα στὸ ἐπίπεδο τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως. Λησμονήθηκε ἡ διαχρονικὴ συμφωνία μὲ τὴν παράδοση καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ καθιερώθηκε ἡ συγχρονικὴ συμφωνία μὲ τὸν Πάπα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ συμφωνία μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας παραμένει ἄνευ νοήματος, ἂν δὲν ἀποτελεῖ καὶ συμφωνία μὲ τὸν Πάπα. Ὅταν ὅμως ὁ Πάπας βεβαιώνει μὲ προσωπική του ἀπόφανση τὴν δογματικὴ ἀλήθεια, τότε ὑποκαθιστᾶ τὴν λειτουργία τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ συγκροτεῖ τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμὸς ἐπιδιώκει πρωτίστως τὴν ἐξωτερικὴ ἑνοποίηση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου καὶ ὄχι τὴν διατήρηση τῆς ὀντολογικῆς ἑνότητας καὶ ταυτότητάς του. Ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ σῶμα τῶν Χριστιανῶν καὶ ὄχι γιὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσα ἀφοροῦν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, τὰ τοποθετεῖ σὲ δεύτερη θέση.

Γεώργιος Μαντζαρίδης

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

 


Ἡ ζωὴ εἶναι δῶρο

Ὅταν ἀναπολῶ τὸ παρελθόν μου καὶ σκέφτομαι πόσο χρόνο ἔχω χάσει σὲ τιποτένια πράγματα, πόσο χρόνο ἔχω σπαταλήσει σὲ λάθη, τεμπελιά, σὲ ἀνικανότητα γιὰ νὰ ζήσω - πόσο λίγο ἐκτιμοῦσα τὴ ζωή, πόσες φορὲς ἁμάρτησα ἐνάντια στὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή μου -τότε ἡ καρδιά μου ματώνει.

Ἡ ζωὴ εἶναι δῶρο, ἡ ζωὴ εἶναι εὐτυχία, κάθε λεπτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι μία αἰωνιότητα εὐτυχίας.

Θὰ βρίσκομαι ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα πλάσματα, θὰ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος μεταξὺ ἀνθρώπων, κι ἔτσι θὰ παραμείνω γιὰ πάντα.

Δὲν θὰ χάσω τὸ κουράγιο μου, δὲν θὰ ἀποκαρδιωθῶ, καὶ δὲν θὰ τὰ παρατήσω ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ.

Αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, αὐτὸ εἶναι τὸ νόημά της, αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μας.

Τώρα τὸ ἀντιλαμβάνομαι καὶ θὰ τὸ θυμᾶμαι γιὰ πάντα.

Φιόντορ Ντοστογιέσφκι

(Γράμμα στὸν ἀδελφό του, μετὰ τὴν χάρη ποὺ τοῦ δόθηκε λίγο πρὶν τὴν ἐκτέλεση)

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

 


Μὲ ποιό δικαίωμα νὰ τὰ καταργήσουμε;

Πρίν ἀπὸ λίγα χρόνια μαζεύτηκαν στὴν Γενεύη θεολόγοι, καθηγητές Πανεπιστημίου κ.λπ. καὶ ἔκαναν Προσύνοδο. Εἶπαν νὰ καταργήσουν τὴν νηστεία τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἀπὸ τὴν νηστεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς νὰ κόψουν κάνα‐δυὸ ἑβδομάδες, ἀφοῦ ὁ κόσμος δὲν τὶς κρατάει. Πῆγαν καὶ καθηγητὲς ἀπὸ ’δῶ.

Τόσο πολύ ἀγανάκτησα, ὅταν ἦρθαν καὶ μοῦ τὸ εἶπαν, ποὺ ἔβαλα τὶς φωνές: «Δὲν καταλαβαίνετε τί κάνετε; Ἄν ἕνας εἶναι ἄρρωστος, δικαιοῦται νὰ φάη∙ δὲν ἔχει κανόνα. Ἄν ἕνας δὲν εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδυναμία ἔφαγε, νὰ πῆ: «Θεέ μου, νὰ μὲ συγχωρέσης», νὰ ταπεινωθῆ, νὰ πῆ ἕνα «ἥμαρτον». Δὲν θὰ τὸν κρεμάση ὁ Χριστός. Ἄν ὅμως δὲν εἶναι ἄρρωστος, τότε νὰ κρατήση τὴν νηστεία. Ὁ ἀδιάφορος πάλι τρώει καὶ δὲν τὸν νοιάζει. Ὁπότε τὸ πράγμα πάει κανονικά.

Ἄν οἱ περισσότεροι δὲν κρατοῦν τὶς νηστεῖες, καὶ μάλιστα χωρίς σοβαρό λόγο, καὶ πᾶμε νὰ ἀναπαύσουμε τοὺς περισσότερους καὶ νὰ τὶς καταργήσουμε, ποῦ νὰ ξέρουμε πῶς θὰ εἶναι ἡ ἄλλη γενιά; Μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ καλὴ καὶ νὰ μπορῆ νὰ κρατήση τέτοια ἀκρίβεια! Μὲ ποιό δικαίωμα νὰ τὰ καταργήσουμε ὅλα αὐτά, ἀφοῦ τὸ πράγμα εἶναι ἁπλό;»

Οἱ Δυτικοί ἔχουν μία ὥρα νηστεία πρίν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία. Θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα; Νὰ εὐλογοῦμε τὶς ἀδυναμίες μας, τὶς πτώσεις μας; Δὲν ἔχουμε δικαίωμα γιὰ τὶς ἀδυναμίες μας νὰ κάνουμε ἕναν Χριστιανισμό στὰ μέτρα μας. Καὶ λίγοι νὰ εἶναι ποὺ μποροῦν, πρέπει γι’ αὐτούς νὰ κρατηθῆ ἡ τάξη.

Ὁ ἄρρωστος, ἄν βρίσκεται σὲ ξένο περιβάλλον, νὰ φάη χωρίς νὰ τὸν δοῦν οἱ ἄλλοι, καὶ σκανδαλισθοῦν. Ἄς πάρη λ.χ. τὸ γιαούρτι νὰ τὸ φάη στὸ σπίτι του. Μοῦ εἶπε ἕνας: «Αὐτὸ εἶναι ὑποκρισία». «Γιατί δὲν πᾶς, τοῦ λέω, νὰ ἁμαρτήσης στὴν πλατεία, γιὰ νὰ εἶσαι πιὸ εἰλικρινής;»

Πῶς τούς τὰ παρουσιάζει ὁ διάβολος! Κάνουμε μία Ὀρθοδοξία δική μας καὶ ἑρμηνεύουμε ἔτσι καὶ τὰ Πατερικά καὶ τὸ Εὐαγγέλιο! Στὴν ἐποχή μας ποὺ ὑπάρχουν τόσοι μορφωμένοι ἔπρεπε νὰ λάμπη ἡ Ὀρθοδοξία. Ἐδῶ ἕνας Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης τί ἔκανε! πόσους λόγους ἔγραψε, πόσα βιβλία, ὅλα τὰ Συναξάρια∙ ὅλες τὶς βιβλιοθῆκες ἀπ’ ἔξω τὶς ἤξερε! Οὔτε φωτοτυπικό εἶχε οὔτε κομπιοῦτερ!

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

 


Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι

Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή. 
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα... 
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ, 
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους... 
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι, 
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ, 
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του... 
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα, 
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά, 
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.

Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη, 
τὸν καβαλλάρη νηστικό, 
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.

Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή, 
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

Κωστὴς Παλαμᾶς

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

 


Φεβρουάριος

Κι οἱ μέρες ποὺ σοῦ λείπουν,

ὦ Φεβρουάριε,

ἴσως μᾶς ἀποδοθοῦν

στὸν Παράδεισο.

Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

 


Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ

Μοῦ λένε· πάλι μὲ τοὺς πλουσίους; Ἀπαντῶ· πάλι καὶ σεῖς μὲ τοὺς φτωχούς; Ἐσεῖς δὲν χορταίνετε νὰ κατατρῶτε καὶ νὰ καταδαγκώνετε τοὺς φτωχούς. Ἔτσι κι ἐγὼ δὲν χορταίνω στὴν προσπάθειά μου νὰ σᾶς διορθώνω. Μοῦ ξαναλένε· συνέχεια ἐσὺ θὰ κολλᾶς στοὺς πλουσίους; Μὰ κι ἐσὺ συνέχεια κολλᾶς στὸν φτωχό...

Πάντοτε λέω ὅτι δὲν καταφέρομαι ἐναντίον τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἅρπαγα. Ἄλλο πλούσιος καὶ ἄλλο ἅρπαγας. Ἄλλο εὔπορος κι ἄλλο πλεονέκτης. Ξεχώριζε τὰ πράγματα καὶ μὴ συγχέεις τὰ ἀσύγχυτα. Εἶσαι πλούσιος; Δὲν σὲ ἐμποδίζω. Εἶσαι ἅρπαγας; Σὲ κατηγορῶ...

Θέλεις νὰ μὲ λιθοβολήσεις; Εἶμαι ἕτοιμος νὰ χύσω τὸ αἷμα μου, γιατὶ προσπάθειά μου εἶναι νὰ σὲ ἐμποδίσω νὰ ἁμαρτάνεις... Καὶ οἱ πλούσιοι εἶναι παιδιά μου καὶ οἱ φτωχοὶ εἶναι παιδιά μου.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

 


Τὸ πικρὸ καὶ τὸ γλυκὸ

Ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ψεύτικη καὶ σύντομη· λίγα εἶναι τὰ χρόνια της. Καὶ εὐτυχῶς ποὺ εἶναι λίγα, γιατὶ γρήγορα θὰ περάσουν οἱ πίκρες, οἱ ὁποῖες θὰ θεραπεύσουν τὶς ψυχές μας σὰν τὰ πικροφάρμακα.

Βλέπεις, οἱ γιατροί, ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ ἄρρωστοι πονοῦν, τοὺς δίνουν πικρὸ φάρμακο, γιατὶ μὲ τὸ πικρὸ θὰ γίνουν καλά, ὄχι μὲ τὸ γλυκό.

Θέλω νὰ πῶ ὅτι καὶ ἡ ὑγεία ἀπὸ τὸ πικρὸ βγαίνει, καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ πικρὸ βγαίνει.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

 


Συνάντηση σὲ ἁγιορείτικη τράπεζα

Πρὸς τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 90.

Ἀκολουθώντας τὴν γνωστὴ διαδρομή, ἐπισκεφτήκαμε στὴ Νέα Σκήτη τὸν γέροντα Γεράσιμο τὸν Μυτιληνιό , καὶ ξεκινήσαμε παίρνοντας τὸ μονοπάτι νὰ πᾶμε γιὰ διανυκτέρευση στὴν Ι.Μ. Ἁγίου Παύλου.

Καθυστερήσαμε ὅμως στὸν δρόμο καὶ φτάσαμε ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα στὸν προορισμό μας.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν χρειαζόταν νὰ πάρεις τηλέφωνο.

Ὁ ἀρχοντάρης μᾶς πληροφόρησε ὅτι ἡ τράπεζα εἶχε γίνει καὶ μᾶς ρώτησε ἂν πεινᾶμε.

Μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ ἕνα μικρὸ πορτάκι μέσα στὴν τράπεζα.

Λίγο πρὶν πέσουμε μὲ τὰ μοῦτρα στὸ λιτὸ ἀλλὰ νοστιμότατο φαγητὸ ξαναεμφανίστηκε ὁδηγώντας ἕναν μικροσκοπικὸ καὶ ἀδύνατο παπὰ στὸ ἀπέναντι τραπέζι.

Ράσα παμπάλαια καὶ τριμμένα.

Στὰ χέρια του κρατοῦσε ἕνα μικρὸ μαῦρο παμπάλαιο βαλιτσάκι σὰν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε σὲ παλιὲς ταινίες.

Εἴχαμε τελειώσει τὸ φαγητὸ καὶ σιγομουρμουρίζαμε.

Πρὶν κἄν τελειώσει τὸ δεῖπνο του ὁ παπὰς ξαναεμφανίζεται γιὰ τρίτη φορὰ ὁ ἀρχοντάρης .

-Πάτερ, φάγατε ;

-Ναὶ τελείωσα, ἀπάντησε ὁ παπάς.

-Νὰ σᾶς ὁδηγήσουμε στὸ κελί. Πρέπει νὰ καθαρίσουμε τὴν τράπεζα. Περιμένουμε τὸν δεσπότη.

-Ἐγὼ εἶμαι ὁ δεσπότης.

Ἔμεινε ἔκπληκτος ὁ ἀρχοντάρης .

-Περιμένετε λίγο σας παρακαλῶ.

Σὲ τρία λεπτὰ ἐμφανίζεται μία ὁμάδα ἀπὸ ψαλτάδες μοναχούς: «Τὸν δεσπότην καὶ ἀρχιερέαν ἡμῶν...»"

Ρωτήσαμε.

Ἦταν ὁ μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἀντώνιος Κόμπος.

Ὁ ἀσκητὴς δεσπότης.

Αὐτὸς ποὺ γιὰ νὰ μετακινηθεῖ ἔπαιρνε τὸ λεωφορεῖο τῆς γραμμῆς ἢ ἔβγαινε μὲ τὰ πόδια στὸν δρόμο καὶ ἔκανε ὠτοστόπ.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

 


Nὰ μὴν κρίνω κανένα

Θυμᾶμαι ὅτι ἤμουν στὸν Ναὸ τῆς Ἁγίας Σκέπης γιὰ τὸν Ἑσπερινό, καὶ ὁ πνευματικὸς πατὴρ Ν. διάβαζε τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Βλέποντάς τον σκέφτηκα:

«Ὁ ἱερομόναχος εἶναι παχύς, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει βαθιὲς μετάνοιες».

Τὴν ἴδια στιγμὴ προσπάθησα ἐγὼ νὰ κάνω μετάνοια καὶ παρευθὺς κάποιος μὲ χτύπησε ἀοράτως στὴν μέση. Ἤθελα νὰ φωνάξω «βοήθεια», ἀλλὰ ἀπὸ τὸν δυνατὸ πόνο δὲν μποροῦσα...

Ἔτσι ὁ Κύριος μὲ τιμώρησε μὲ τὸ Ἔλεος Του καὶ μὲ νουθέτησε νὰ μὴν κρίνω κανένα.

Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης