Τρίτη 8 Ιουλίου 2014


11 κανόνες ποὺ δὲν διδάσκονται στὰ σχολεῖα

1. ζω δν εναι δίκαιη - συνήθισέ το!
2. κόσμος δν νδιαφέρεται γι τν ατοεκτίμησή σου. Περιμένει πρτα ν πιτύχεις σ διος κάτι, πρίν ασθανθες καλ μ τν αυτό σου.
3. Δν θ κερδίσεις 60.000 τὸν χρόνο τελειώνοντας τ σχολεο. Δν πρόκειται ν γίνεις ντιπρόεδρος μ δωρεν ατοκίνητο κα κινητ τηλέφωνο, μέχρι ν τ κερδίσεις κα τ δύο.
4. Ἐὰν νομίζεις τι καθηγητής σου εναι σκληρός, περίμενε μέχρι ν δες τ φεντικό.
5. Τ γύρισμα τν μπιφτεκιν δν σο μειώνει τν ξιοπρέπεια. Ο παπποδες σου εχαν μι διαφορετικ λέξη γι ατ τν ργασία: τν λεγαν εκαιρία.
6. Ἐὰν τά μουσκέψεις, δέν φταῖνε οἱ γονεῖς σου. Γι' ατ μν κλαψουρίζεις γι τ δικά σου λάθη, λλ μάθε π ατά.
7. Πρν γεννηθες, ο γονες σου δν ταν τόσο βαρετο σο εναι σήμερα. γιναν τσι πληρώνοντας τος λογαρισμούς σου, καθαρίζοντας τ ροχα σου κα κούγοντάς σε ν λς πόσο «cool» εσαι. Πρν λοιπν σώσεις τ δάση π τ παράσιτα τς γενις τν γονιν σου, προσπάθησε ν καθαρίσεις τ ντουλάπα στ δωμάτιό σου.
8. Τ σχολεο μπορε ν χει βρε τν τρόπο ν ξαλείψει τς διαφορς μεταξ κερδισμένων κα χαμένων, λλ ζω ὂχι. Μερικ σχολεα χουν πορρίψει τς ρνητικς βαθμολογίες κα θ σο δώσουν σες εκαιρίες θέλεις γι ν βρες τ σωστ πάντηση. Ατ κατάσταση δν μοιάζει οτε στ λάχιστο μ τν πραγματικ ζωή.
9. ζω δν εναι χωρισμένη σ ξάμηνα. Δν πάρχουν λόκληρα καλοκαίρια διακοπν κα πολ λίγοι πάλληλοι εναι διατεθειμένοι ν σ βοηθήσουν ν «βρες» τν αυτό σου. Ατ μπορες ν τ κάνεις στν λεύθερο χρόνο σου.
10. τηλεόραση δέν εναι πραγματικ ζωή. Στ πραγματικ ζω ο νθρωποι εναι στς δουλειές τους κα χι στ μπρ κα στ καφενεα.
11. Ν εσαι εγενικς μ τος σπασίκλες. Στ τέλος μλλον θ καταλήξεις ν δουλεύεις γι ναν π ατούς.

Bill Gates
Τετράδιο 151 * Όκτώβριος 2012

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014



Τὰ πρωτεῖα στὰ Ἀναστάσιμα

γαπητέ μου δελφ κύριε Βασίλειε, χαρε ν Κυρί.
Διάβασα τ βιβλίο σας καί, ν κα γ δν εμαι ρμόδιος, θ σς π τ λογισμό μου πάνω σ’ ατ πού μο γράφετε, μι πο τ ζηττε. Κατ’ ρχς τίτλος το βιβλίου «Ψυχολογία» δν μο ρεσε. Μέσα χει πολλ καλ –κα πολ θ βοηθήσουν τος νέους- λλ κα πολλ π ατά, ἐὰν δν τ γνώριζαν ο νέοι (τ λέγατε μόνο στος κπαιδευτικος), θ βοηθοσαν καλύτερα.
πίσης, ἐὰν περισσότερο τ παρουσιάζετε τ πράγματα πνευματικ –παρ πιστημονικ- θ βοηθιόντουσαν πι θετικ τ ν συλλάβουν τ βαθύτερο νόημα τς ζως) ν λθη Θεία Χάρις μ τ θεία παρηγοριά, γι ν νοιώθουν χαρούμενα τ παιδι κα ν μν καταφεύγουν σ χαμηλς κα μάταιες χαρές, πο δν ξεδιψνε τν ψυχή, λλ τν κανε περισσότερο.
νθρωπος, πο δν πιστεύει στ Θε κα στ μέλλουσα αώνια ζωή, καταδικάζει αώνια τ ψυχή του, κα μένει παρηγόρητος κα σ’ ατ τ ζωή. Νομίζω τι λη προσπάθεια πρέπει ν γίνη σ’ ατ τν κατεύθυνση· διότι βλέπουμε σχεδν λη τν Ερώπη πο διέθεσε λη τν πιστήμη (τν νθρώπινη γνώση), γι ν διορθώση τν εκόνα το Θεο· λλ γι ν μν εναι ο διοι (σχεδν λοι) στραμμένοι πρς τν Θεόν, κα ν μ ζητνε κα τν θεία Του πέμβαση, ταλαιπωρονται συνέχεια, κα ταλαιπωρον συνέχεια μικρος κα μεγάλους· κα π τν φύση, τν ποία σιγ-σιγ παραμορφώνουν, ρχισαν ν παραμορφώνουν κα τος νθρώπους, κα ν τος «περιποιονται» στ ψυχιατρεα μ λεκτροσόκ. Θες ν μς λεήση.
Συγχώρεσέ με, τ γράφω μ πόνο, γιατί βλέπω τν καημένη τν νεολαία γκαταλειμμένη π πνευματικούς, γιατί ο περισσότεροι σχολονται μ τν πρόνοια (ν πάρχει κοινωνικ πρόνοια κα κάνει πι καλύτερα τ δουλειά της στν τομέα ατό), κα τ ργο το πνευματικο (δυστυχς), τ κάνουν ψυχίατροι, πο ο περισσότεροι δν παραδέχονται ψυχή, τν παραδέχονται μ τν δικό τους τρόπο, κα ν μν ναγνωρίζουν τν ξία τς ψυχς, πο μι ψυχ ξίζει περισσότερο π λον τν κόσμο, καθς μς λέει Χριστός.
Ἐὰν δν πρχαν κα τ ψυχολογικ βιβλία, θ χουμε λιγότερες ατοκτονίες, γιατί πολλο πο τ διαβάζουν, καταδικάζουν τν αυτό τους, ν χάρις το Θεο διώχνει κα τ κληρονομικ κα σκορπάει κα χαρά. Ἐὰν τ πανεκδώσετε, δστε «τ πρωτεα στ ναστάσιμα».
Μὲ πολλὴ ἀγάπη Χριστοῦ,  ο ἀδελφός σας

Μοναχός Παΐσιος

Τετράδιο 150 * Σεπτέμβριος 2012

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014


Νά ζητᾶμε νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ

Ο προσευχές μας δέν εσακούονται, διότι δέν εμαστε ξιοι. Πρέπει νά γίνεις ξιος, γιά νά προσευχηθες. Δέν εμαστε ξιοι, διότι δέν γαπμε τόν πλησίον μας ς αυτόν.
Τό λέει διος Χριστός: «Ἐὰν ον προσφέρς τ δρόν σου π τ θυσιαστήριον κκε μνησθς τι δελφός σου χει τι κατ σο, φες κε τ δρόν σου μπροσθεν το θυσιαστηρίου κα παγε πρτον, διαλλάγηθι τ δελφ σου κα τότε λθν πρόσφερε τ δρόν σου». 
Νά πάεις πρτα νά συμφιλιωθες μέ τόν δελφό σου, νά συγχωρεθες, γιά νά γίνεις ξιος. ν δέν γίνει ατό, δέν μπορες νά προσευχηθες. ν δέν εσαι ξιος, δέν μπορες νά κάνεις τίποτα. ταν τακτοποιήσεις λες τίς κκρεμότητες καί τοιμασθες, τότε πάεις καί προσφέρεις τό δρο σου.
Ἄξιοι γίνονται ὅσοι ἐπιθυμοῦν καί λαχταροῦν νά γίνουν το Χριστο, ὅσοι δίνονται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά μήν ἔχεις κανένα θέλημα, αὐτό ἔχει μεγάλη ἀξία, εἶναι τό πᾶν. Ὁ σκλάβος δέν ἔχει κανένα θέλημα. Τό νά μήν ἔχομε κανένα θέλημα μπορεῖ νά γίνει μ̉ ἕναν τρόπο ἁπαλό, μέ τήν ἀγάπη στόν Χριστό καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με˙ ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ Πατρός μου καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν»
Χρειάζεται γώνας. Ἔχομε νά παλέψομε «πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». Ἔχομε νά παλέψομε μέ τόν «λέοντα τὸν ὠρυόμενον». Δέν ἐπιτρέπεται στόν ἀγώνα νά ἐπιτύχει ὁ πολυμήχανος. Αὐτό προϋποθέτει δάκρυ, μετάνοια, προσευχή, ἐλεημοσύνη, αἴτηση μέ συνοδεία τήν μπιστοσύνη στόν Χριστό καί ὄχι τήν ὀλιγοπιστία.
Μόνον ὁ Χριστός μπορεῖ νά μᾶς βγάλει ἀπ΄τόν κλοιό τῆς ἐρημιᾶς. Προσευχή καί μετάνοια καί ἐλεημοσύνη. Δῶστε ἔστω κι ἕνα ποτήρι νερό, ἄν δέν ἔχετε χρήματα. Καί νά ξέρετε ὅτι ὅσο ἁγιάζεσθε, τόσο εἰσακούονται οἱ προσευχές σας.
Νά μήν ἐκβιάζομε μέ τίς προσευχές μας τόν Θεό. Νά μή ζητᾶμε ἀπ΄τόν Θεό νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό κάτι, ἀσθένεια κ.λπ., ἤ νά μᾶς λύσει τά προβλήματά μας, ἀλλά νά ζητᾶμε δύναμη καί ἐνίσχυση ἀπό Ἐκεῖνον,  γιά νά τά ὑπομένομε. Ὅπως Ἐκεῖνος κρούει μέ εὐγένεια τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας, ἔτσι κι ἐμεῖς νά ζητᾶμε εὐγενικά αὐτό πού ἐπιθυμοῦμε κι ἄν ὁ Κύριος δέν ἀπαντάει, νά σταματᾶμε νά τό ζητᾶμε.

Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίδει κάτι πού ἐπίμονα ζητᾶμε, ἔχει τό λόγο Του. Ἔχει κι ὁ Θεός τά «μυστικά» Του.
Ἐφόσον πιστεύομε στήν ἀγαθή Του πρόνοια, ἐφόσον πιστεύομε ὅτι Ἐκεῖνος γνωρίζει τά πάντα ἀπ΄τή ζωή μας κι ὅτι πάντα θέλει τό ἀγαθόν, γιατί νά μή δείχνομε ἐμπιστοσύνη; Νά προσευχόμαστε ἁπλά καί ἁπαλά, χωρίς πάθος καί ἐκβιασμό. Ξέρομε ὅτι παρελθόν, παρόν καί μέλλον, ὅλα εἶναι γνωστά, γυμνά καί τετραχηλισμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 
Ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «…οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον Αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς Αὐτοῦ». Ἐμεῖς νά μήν ἐπιμένομε· ἡ προσπάθεια κάνει κακό ἀντί γιά καλό. Μήν κυνηγᾶμε ν΄ἀποκτήσομε αὐτό πού θέλομε, ἀλλά νά τ΄ἀφήνομε στό θέλημα το Θεο. Γιατί, ὅσο τό κυνηγᾶμε, τόσο αὐτό ἀπομακρύνεται.
Ἄρα, λοιπόν, ὑπομονή καί πίστη καί γαλήνη. Κι ἄν τό ξεχάσομε ἐμεῖς, ὁ Κύριος ποτέ δέν ξεχνάει κι ἄν εἶναι γιά τό καλό μας, θά μᾶς δώσει αὐτό πού πρέπει κι ὅταν πρέπει. 
Νά ζητᾶμε στήν προσευχή μόνο τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Δέν εἶπε ὁ Κύριος: «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ… καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»; Εὔκολα, εὐκολότατα ὁ Χριστός μπορεῖ νά μᾶς δώσει ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε
Καί κοιτάξτε τό μυστικό. Τό μυστικό εἶναι νά ζητᾶτε τήν ἕνωσή σας μέ τόν Χριστό ἀνιδιοτελῶς, χωρίς νά λέτε, «δῶσ΄μου τοῦτο, ἐκεῖνο…». Εἶναι ἀρκετό νά λέμε, «Κύριε ησο, λέησόν με». Δέν χρειάζεται ὁ Θεός ἐνημέρωση ἀπό μᾶς γιά τίς διάφορες ἀνάγκες μας. Ἐκεῖνος τά γνωρίζει ὅλα ἀσυγκρίτως καλύτερα ἀπό μᾶς καί μᾶς παρέχει τήν ἀγάπη Του. Τό θέμα εἶναι ν΄ἀνταποκριθοῦμε σ΄αὐτή τήν ἀγάπη μέ τήν προσευχή καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του.
Νά ζητᾶμε νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ˙ αὐτό εἶναι τό πιό συμφέρον, τό πιό ἀσφαλές γιά μᾶς καί γιά ὅσους προσευχόμαστε. Ὁ Χριστός θά μᾶς τά δώσει ὅλα πλούσια. Ὅταν ὑπάρχει ἔστω καί λίγος ἐγωισμός, δέν γίνεται τίποτα.

Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τετράδιο 149 * Αὔγουστος 2012

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014


Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας
Τί εναι πατρίδα μας; Μν εν᾿ ο κάμποι;
Μ
ν εναι τ᾿ σπαρτα ψηλ βουνά;
Μ
ν εναι λιος της, πο χρυσολάμπει;
Μ
ν εναι τ᾿ στρα της τ φωτεινά;

Μ
ν εναι κάθε της ρηχ κρογιάλι
κα
κάθε χώρα της μ τ χωριά;
κάθε νησάκι της πο
χν προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μ
ν εναι τάχατε τ ρειπωμένα
ρχαα μνημεα της χρυσ στολή,
πο
τέχνη φόρεσε κα τ καθένα
μι
δόξα θάνατη ντιλαλε;

λα πατρίδα μας! Κι ατ κι κενα,
κα
κάτι πού  ̉χουμε μς τν καρδι
κα
λάμπει θώρητο σν λιου χτίνα
κα
κράζει μέσα μας: μπρς παιδιά!
Ἰωάννης Πολέμης
Τετράδιο 149 * Αὔγουστος 2012

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014


Λοκατζῆδες

Στήν Σκήτη τν Ἰβήρων εἶναι οἱ «Ἃγιοι Ἀπόστολοι», ὃπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, πού εἶναι καί κατά σάρκα ἀδέλφια. Στή Συνοδεία αὐτή ἦταν καί ὁ Γέρο-Παχώμιος, στόν ὁποῖο ἒβλεπε κανείς ὁλοφάνερα τήν ἁγιότητα ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του. Τό Γεροντάκι αὐτό ἦταν πολύ ἁπλό καί τελείως ἀγράμματο ἀλλά πολύ χαριτωμένο. Στό Κυριακό τς Σκήτης, ὃταν ἐρχόταν γιά νά ἐκκλησιασθεῖ τίς ἑορτές, ποτέ δέν καθόταν στό στασίδι, ἀλλά πάντα ὄρθιος στεκόταν, ἀκόμα καί στίς ὁλονυχτίες, καί ἒλεγε τήν εὐχή. Ὅταν τύχαινε νά τόν ρωτήση κανείς “ποῦ βρίσκεται ἡ ἀκολουθία”, ἀπαντοῦσε:
- Ψαλτήρια-ψαλτήρια λένε οἱ Πατέρες. Ὅλα ψαλτήρια τά ἒλεγε. Οὔτε καί ἀπό ψαλτικά ἤξερε καθόλου, ἐκτός ἀπό τό Χριστός Ἀνέστη, πού ἒψαλε τό Πάσχα. Πάντα πρόθυμος νά κάνει τά θελήματα τν ἂλλων, χωρίς νά ἒχει καθόλου θέλημα δικό του.
Ὅση στενοχώρια καί ἂν εἶχε κανείς, ἃμα ἒβλεπε τόν Πατέρα Παχώμιο, τοῦ ἒφευγε. Ὅλοι τόν ἀγαποῦσαν, ἀκόμα καί τά φίδια, πού τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη καί δέν ἒφευγαν, ὅταν τόν ἒβλεπαν. Στήν περιοχή τς Καλύβης ἦταν πολλά φίδια, γιατί ὑπῆρχαν νερά. Ο ἂλλοι δύο Πατέρες πολύ φοβοῦνταν τά φίδια, ἐνῶ ὁ Γέρο-Παχώμιος τά πλησίαζε χαμογελαστός, τά ἒπιανε καί τά ἒβγαζε ἒξω ἀπό τόν φράχτη τους.
Μιά μέρα ἐν πήγαινε βιαστικός στήν Καλύβη τν Μαρκιανν, στό δρόμο βρῆκε ἓνα μεγάλο φίδι, τό ὁποῖο τύλιξε στήν μέση του σάν ζώνη, γιά νά τελειώση πρῶτα τήν δουλειά του καί μετά νά τό βγάλει ἒξω ἀπό τήν περιοχή τους. Ὁ Πατήρ Ἰάκωβος, μόλις τόν εδε, τρόμαξε, καί ὁ Πατήρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γιά αὐτό. Μετά μοῦ ἒλεγε:
- Δέν ξέρω γιατί φοβᾶται ἀπό τά φίδια. Ἐκεῖνος ὁ δικός μας ὁ Πατήρ Ἀνδρέας φοβᾶται ἀκόμα καί τούς σκορπιούς! Ἐγώ τούς μαζεύω στήν χούφτα μου τούς σκορπιούς ἀπό τά ντουβάρια καί τούς πετάω ἒξω ἀπό τήν Καλύβα. Τώρα πού τρέμουν τά χέρια μου ἀπό τό πάρκινσον, τά μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τά βγάζω ἒξω.
Ρώτησα τόν Γέροντα: - Γιατί δέν σέ δαγκώνουν ἐσένα τά φίδια, Πάτερ Παχώμιε;
Μοῦ ἀπάντησε: - Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ ἓνα χαρτί «ἐάν έχεις πίστη, πιάνεις καί τά φίδια καί τούς σκορπιούς, καί δέ σέ πειράζουν».
Τό ἃγιο αὐτό Γεροντάκι, ὁ Πατήρ Παχώμιος, εχε ἀναπαυθ στίς 22.10.1967. Μαζί μέ ἂλλους Ὁσίους Πατέρες, πού ἀγωνίσθηκαν φιλότιμα στό Περιβόλι τς Παναγίας, καί ἐξαγνίσθηκαν μέ τή βοήθεια τς Καλς μητέρας, τς Ἁγνς Παρθένου, ἒγιναν Στρατιτες τοῦ Χριστοῦ, νίκησαν τά πάθη τους, ἐξόντωσαν τόν ἐχθρό διάβολο, αὐτοί οἱ «Λοκατζδες τῆς Ἐκκλησίας μας», καί στεφανώθηκαν ἀπό τόν Χριστό μέ ἂφθαρτο στεφάνι.

Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετράδιο 149 * Αὔγουστος 2012

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014


Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»

«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου
τὶς ὧρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες
σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-
δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»
Ἄκουσα τὴ φωνὴ
καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» - ἕνα μικρὸ ναυάγιο - τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἁπλώνουνταν γαλήνη.
Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολουθῆσαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό-
θἄ ᾿λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα-
ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.
Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:
«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ-
τὸ δίκιο σας θἆ ᾿ναι τὸ δίκιο μου - ποῦ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.
Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ-
ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».
Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο.
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἄνθρωπο.
Γιῶργος Σεφέρης
Τετράδιο 148 * Ἰούλιος 2012

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014


Τὰ Ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια
Δὲν ἐννόησα πῶς εὑρέθην μέσα στὴν βάρκαν. Ἐκκινοῦμεν. Εἷς βράχος μισοφαγωμένος ἀπὸ τὸ κῦμα, καὶ ἀπὸ τὰ πατήματα τῶν πρὸ αἰώνων λεμβούχων καὶ ναυτῶν, καὶ δύο δοκίδες, ἀπὸ σκληρὸν ξύλον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσάπησεν ἀκόμη ὕστερον ἀπὸ γενεὰς καὶ γενεάς, ἐπέχουν θέσιν προκυμαίας.
 Ὁ γερο-Μορφούλης, οἰκοκύρης τῆς πρώτης ἐπὶ τοῦ θαλασσοπλήκτου βράχου οἰκίας, ἰδοὺ ἐξύπνησε, κατῆλθεν, ἑτοιμάζει τοὺς γάντζους, τὶς πράγκες, τὰ καμάκια του, λύει τὴν βαρκούλαν του, καὶ πηγαίνει διὰ πρωινὸν γῦρον, περὶ τὸν λιμένα. Παραπάνω εἶναι τὸ κελλὶ τοῦ Φάλκου τῆς Μελάχρως, καὶ ἄνω ὑπερέχει τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, προστάτου τῶν θαλασσινῶν. Αἱ θυρίδες του πάμφωτοι· κανδῆλαι καὶ λαμπάδες καίουν ἐκεῖ. Ὁ παπα-Γληγόρης θὰ εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον, καὶ ἤρχισε πολὺ πρωὶ τὴν λειτουργίαν του.
Ὅλος ὁ γιαλὸς ροδίζει γύρω. Τὰ κύματα φρικιοῦν ἠρέμα, καὶ τὸ φωσφόρισμά των ἀνταυγάζει ἀποχρώσεις ἐρυθροῦ γαροφάλλου. Ἡ Ἀλοΐνα, ἡ νοικοκυρὰ τῆς πρώτης οἰκίας, ἀριστερὰ ἀπὸ τοῦ Μορφούλη, ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ μπαλκονιοῦ της, καὶ τινάζει εἰς τὴν θάλασσαν τὰ σινδόνια της.
Ὀλίγους ἐρήμους βράχους παραπλέομεν, ὅπου δὲν ἔχουν κτίσει ἀκόμη ἐπάνω εἰς τὰ φανταστικὰ οἰκόπεδα. Ἔπειτα φθάνομεν κάτω ἀπὸ μίαν οἰκίαν, μὲ εἶδος ἰσογείου ἀποθήκης συνεχομένης. Ὁ μαστρο-Μαθινός, ὁ ἰδιοκτήτης, ἔχει καταβῆ ἤδη εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔχει ἀναμμένον τὸν κρεμαστὸν λύχνον του, καὶ εἰς τὸ φῶς τὸ ἀμυδρὸν καλαφατίζει μίαν βάρκαν, συρμένην εἰς τὴν ἄμμον ἐπὶ τῆς ξυλίνης ἐσχάρας, ἀποκάτω ἀπ᾿ τὸ μπαλκόνι, τὰς ἀντηρίδας τοῦ ὁποίου φθάνει μὲ τοὺς ἀφρούς του, ὅταν ἀναπηδᾷ εἰς ὥραν φουσκοθαλασσιᾶς, τὸ κῦμα. Μακάριος θνητός, μὲ τὸ σαρίκι περὶ τὴν κεφαλήν του, μὲ τὸν ψαρόξανθον μύστακα, μὲ τὴν ξυλίνην σφῦράν του, ὁποὺ ἀκούομεν τοὺς κτύπους της ἀπὸ τὴν βάρκαν μας, ἀνάμεσα εἰς τὸν φλοῖσβον τῆς ἀποθαλασσιᾶς.
Πλέομεν καὶ φθάνομεν πρὸς τὰ ρηχά, εἰς τὴν ἀμμουδιὰν πέρα. Ἐπάνω στὸ μπαλκόνι τῆς ἀκρινῆς οἰκίας τοῦ χωρίου, μεγάλης νεοκτίστου οἰκοδομῆς, ὁ γερο-Χαριστίδης ἔχει ἀνοίξει τὴν πόρταν, καὶ μὲ ἀναμμένον τὸ μακρὸν τσιμπούκι του, κάθηται ἐπὶ θρονίδος, καὶ κοιτάζει ρεμβὸς τὸ πέλαγος. Ὁ γέρων φαλαγγίτης, Μακεδὼν τοῦ παλαιοῦ καιροῦ, ἔχει κτίσει φωλεὰν τώρα εἰς τὸ γῆρας, ἀφοῦ ἐπέρασεν ὅλην τὴν νεότητά του στὸ φτερό. Ἔλαβεν εἰς γάμον τὴν θυγατέρα ἑνὸς ὁμήλικός του, τὴν ὁποίαν εἶχε φιλεύσει πολλάκις κομφέτα καθ᾿ ὃν χρόνον ἐπῆρε τὴν σύνταξίν του, καὶ τώρα ἐκείνη τοῦ ἀποδίδει θάλπος εἰς τὸ γῆρας, καὶ αὐτὸς ἀγάλλεται νὰ εἶναι πατὴρ τῶν ἐγγόνων του. Φορτουνᾶτε σένεξ!
Ἀκόμη μία τελευταία οἰκία, νεόδμητος. Ἄλλος γέρων τὴν ἔχει κτίσει. Ὁ γερο-Μένος, ἡ ζῶσα ἀντίθεσις τοῦ γερο-Χαριστίδη. Ἦτο ἐπὶ σαράντα χρόνια γραμματεὺς τοῦ Λιμεναρχείου ἐδῶ· ἐπῆρε σύνταξιν φροντιστοῦ, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸν τόπον. Δύο ἢ τρεῖς φορὰς εἶχε κινδυνεύσει νὰ πιασθῇ εἰς τὰ βρόχια τῶν προξενητριῶν, πρεσβύτης ἤδη. Ὕστερον ἐπέστρεψε τὸν ἀρραβῶνα, κ᾿ ἔμεινε μέχρι τέλους ἄγαμος…

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 148 * Ἰούλιος 2012