Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ἐρώτηση στὸν Θεὸ. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ἐρώτηση στὸν Θεὸ. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019


Ὁ πλούσιος νεανίας
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Δὲν εἶναι μόνο φοβερό, κάποιες φορὲς μοιάζει τρομακτικὸ νὰ κηρύττεις τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατὶ ὁ Κύριος εἶπε: «Ἀπό τὰ λόγια σας θὰ κριθεῖτε».
Θὰ κριθεῖτε, γιατὶ κηρύττετε τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ μένετε ἀργοὶ κι ὄχι δραστήριοι, σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει προστάξει καὶ σ’ ὅ,τι ξέρετε ἀρκετὰ καλὰ γιὰ νὰ κηρύξετε σὲ ἄλλους, τότε – πῶς, θὰ σταθεῖτε ἐνώπιον τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ; Κι αὐτὸ ταιριάζει ὄχι μόνο σὲ ἱερεῖς, ἀλλὰ σὲ κάθε χριστιανό, ποὺ κλήθηκε νὰ γίνει μάρτυρας, ἀπόστολος, κάποιος ποὺ φέρει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο ποὺ βρίσκεται στὸ σκοτάδι ἤ στὸ ἡμίφως, ποὺ χρειάζεται τὸ θεῖο φῶς, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ζωή.
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς προκαλεῖ τόσο ἔντονα.
Ξεκινάει μὲ λέξεις ποὺ μποροῦν νὰ μεταφραστοῦν μὲ περισσότερους ἀπὸ ἕναν τρόπους: «Ἀγαθὲ Κύριε – τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ ἔχω τὴν αἰώνια ζωή;». Καὶ ὁ Θεὸς ἀπαντᾶ: «Τί μὲ λέγεις “ἀγαθό”; Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνον ὁ Θεός». Δὲν λέει: «Εἶσαι λάθος». Δὲν τοῦ ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ὀνομάσει ἀγαθό, ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ ἐκ τούτου, σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν αὐτιὰ ν’ ἀκούσουν, σ’ αὐτούς ποὺ ἔχουν καρδιὰ ἱκανή νὰ διακρίνουν τὴν ἀνυπέρβλητη καλωσύνη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, νὰ ὑπερβοῦν τὴν ἀνθρώπινη καλωσύνη, ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ὀμορφιὰ καὶ ἀλήθεια- εἶναι μιὰ μαρτυρία. Ναί, μιλᾶς στὸν Θεὸ σου, εἶναι ὁ Θεὸς σου ποὺ ἀπαντᾶ στὴν ἐρώτηση σου.
Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μᾶς ὑποδεικνύει δύο σημεῖα. Τὸ ἕνα εἶναι: ἄν ἐπιθυμεῖς τὴν αἰώνια ζωή, τήρησε τὶς Ἐντολές. Οἱ Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο κανόνες συμπεριφορᾶς, ἀλλά ὅπως ἕνας ἀπὸ τοὺς Ψαλμούς τὸ λέει, πρέπει νὰ εἶναι τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας. Θὰ πρέπει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς Ἐντολές· ὄχι γιατί μᾶς τὸ προστάζουν ἐξωτερικὰ, ἀλλά ἐπειδὴ ἔχουμε δεθεί μ’ αὐτὲς μὲ δεσμὰ ἀληθείας· ὄχι ἐπειδὴ ὁ Θεός μᾶς τὸ εἶπε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι ἀπαντᾶμε, «Ἀμήν»! Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια, αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή, αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.
Ὅταν ἀκοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ μᾶς θυμίζει αὐτὲς τὶς Ἐντολές- πού βρισκόμαστε ἐμεῖς; Ποιός ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι εἶναι πιστὸς σὲ κάθε λέξη αὐτῆς τῆς μικρῆς λίστας ποὺ ὑποδεικνύει αὐτὰ χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε; Ποῦ στεκόμαστε; Ἐγώ, ποὺ εἶμαι κήρυκας, ἐσὺ ποὺ ἀκοῦς, γιατί εἶναι τὸ ἴδιο ὑπεύθυνο νὰ ἀκοῦς, ὅσο καὶ τὸ νὰ μιλᾶς. Πόσο συχνὰ σκεφτόμαστε – ὅπως ὁ νέος ἄνδρας, καὶ μὲ τόσο μικρὴ ἀφορμὴ -ἐπιθυμοῦμε τὴν τελειότητα; Θέλουμε τὴν τελειότητα χωρὶς νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῶν Ἐντολῶν.
Ἀλλὰ ὁ Χριστός μᾶς τὸ λέει ἀρκετά καθαρά: «Ἄν θέλεις τελειότητα – δῶσε ὅλη τὴν περιουσία σου». Δὲν εἶναι μόνο τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ μποροῦμε νὰ δώσουμε∙ ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς ἔχει συσσωρευμένους θησαυρούς στὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά, στὴν ψυχή του, πράγματα ποὺ εἶναι πιὸ σημαντικά γι’ αὐτὸν ἀπὸ ὁποιοδήποτε ὑλικό, ποὺ εἶναι ὁ θησαυρός του. Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἄς στραφεῖ μέσα του κι ἄς ἀναρωτηθεῖ: «Ποιός εἶναι ὁ δικός μου ἰδιαίτερος θησαυρός;» Ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ δὲν θὰ πέταγα ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὸν Θεό;»
Ἄς μὴν θέτουμε τὰ πράγματα μ’ ἕνα τόσο σκληρὸ τρόπο, ἀλλά ἄς ἀγκαλιάσουμε αὐτὰ ποὺ εἶναι τόσο πολύτιμα γιὰ ἐμᾶς, κι ἄς ἐλπίσουμε ὅτι θὰ μποῦμε στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ φθάσουμε τὴν τελειότητα∙ νὰ γίνουμε μ’ ὅλο μας τὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ κληθήκαμε νὰ γίνουμε, αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν ἀνθρώπων ποὺ ὁ Θεὸς θέλησε ὅταν μᾶς ἔπλασε- καὶ δὲν ἔχει γίνει ἀλήθεια.
Στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης ὑπάρχει ἕνα ἀπόσπασμα ποὺ λέει, «Ἔχω μόνο ἕνα στοιχεῖο ἐναντίον σου – ξέχασες τὴν πρώτη σου ἀγάπη». Καὶ αὐτὴ ἡ πρώτη ἀγάπη πράγματι εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας, ὁ Ζωντανὸς Θεός, τὸν ὁποίο ὀνομάζουμε μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους: μπορεῖ νὰ Τὸν ὀνομάζουμε «ζωή», μπορεῖ «τελείωση», μπορεῖ «εὐτυχία», μπορεῖ μὲ ὅλα τὰ ὀνόματα ποὺ σημαίνουν πληρότητα τοῦ εἶναι μας. Κάποιες φορὲς ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι μόνο στὸν Θεὸ εἶναι ἐφικτό, κάποιες φορὲς φανταζόμαστε ὅτι μποροῦμε νὰ μεγαλώσουμε ἀπὸ μόνοι μας – ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη μας ἀγάπη: τὸ νὰ ὡριμάσουμε ὅσο ὁ Θεὸς ἤθελε γιὰ ἐμᾶς.
Καὶ δὲν ἀκολουθοῦμε τὶς Ἐντολὲς γιατί σκεφτόμαστε, ὅτι μποροῦμε νὰ τὰ καταφέρουμε μ’ ἕναν ἁπλὸ τρόπο· καὶ δὲν ἀποχωριζόμαστε ὅλα ὅσα ἔχουμε μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἀποδεχτεῖ ἐμᾶς καὶ τὸ φορτίο μας.
Ἄς συλλογιστοῦμε αὐτὴν τὴν ἱστορία. Δὲν εἶναι μόνο μιὰ παραβολή, εἶναι κάτι ποὺ συνέβη στὸ νέο ἄνδρα. Συμβαίνει σ’ ὅλους μας, ὅταν ὁ Θεὸς λέει «Εἶσαι πιστὸς στὸν τρόπο ζωῆς ποὺ σοῦ ἔχω δώσει μὲσα ἀπὸ τὶς ἐντολές μου, στοχεύοντας σ’ αὐτὲς ὅπως κάποιος σημαδεύει ἕναν δρόμο; Θέλεις νὰ πετύχεις τὴν πληρότητα – ξεκίνα ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο». Κι ἄν ἀνησυχεῖς, ἄν εἶσαι πιστὸς σ’ αὐτά, τότε κάνε στὸν ἑαυτό σου τὴν ἑπόμενη ἐρώτηση: ποιός εἶναι ὁ θησαυρὸς τὸν ὁποῖο δὲν θὰ ἀφήσω, ἀκόμα κι ἄν πρόκειται γιὰ τὴν αἰώνια ζωή;
Ὁ νέος ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, κι ἔφυγε λυπημένος. Εἶχε ὑλικὰ ἀγαθὰ, ἀλλά ἔχουμε τόσα πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ὑλικά, ἀλλὰ εἶναι τὸ φορτίο, τὰ δεσμά μας.
Καὶ ἔπειτα σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορία ἕνα πράγμα μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τόση ἐλπίδα. Ὁ Χριστὸς δὲν καταδικάζει τὸν νέο ἄνδρα· τὸν ἀφήνει νὰ φύγει χωρίς οὔτε μία λέξη κατηγορίας, γιατὶ ὅ,τι εἶπε ἦταν ὅπως ἕνας σπόρος σπαρμένος στὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ νέου ἀνθρώπου. Τὸν ἀφήνει νὰ φύγει μὲ πληγωμένη καρδιά, προβληματισμένο, καλώντας τον νὰ γίνει ὁ ἑαυτός του μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη ἠρωϊκῆς θέλησης καὶ παραδοχῆς, νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὅπως ὁ Χριστὸς εἶπε, νὰ τ’ ἀφήσει ὅλα καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει. Ποῦ; Ἀπὸ τὴν μιὰ στὸν δρόμο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη στὴν πληρότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς λέει «Ἀκολουθεῖστε με», δὲν μᾶς καλεῖ νὰ βαδίσουμε ἕνα τρομακτικό, σκοτεινὸ δρόμο· λέει: «Ἐγὼ ἔχω περπατήσει αὐτὸν τὸν δρόμο, ξέρω κάθε στροφή του- μπορεῖς μὲ ἀσφάλεια νὰ τὸν ἀκολουθήσεις!». Εἶναι σὰν τὸν καλὸ βοσκὸ ποὺ βαδίζει μπροστὰ ἀπὸ τὰ πρόβατα του, ἀντιμετωπίζει ὅλους τοὺς κινδύνους ὁ ἴδιος γιὰ νὰ εἶναι ἀσφαλὲς τὸ ποίμνιο του».
Ὅλοι μποροῦμε νὰ ἐπιστρέψουμε σπίτι ὅπως ὁ νέος, ἴσως λυπημένοι, γιατὶ οὔτε «φυλάξαμε τὶς Ἐντολές» οὔτε εἴμαστε ἱκανοὶ ν’ ἀπαρνηθοῦμε τὴν πιὸ πολύτιμη περιουσία μας: ἀλλὰ θυμηθεῖτε – δὲν εἴμαστε καταδικασμένοι, ἔχουμε μπροστά μας μιὰ τελικὴ ἐπιλογή, κι ὅσο μποροῦμε ν’ ἀγωνιζόμαστε σ΄αὐτὴ τὴν γῆ – ὑπάρχει χρόνος.
Ἀλλὰ ἄς μὴν πλανιόμαστε ἀπὸ τὴν διάρκεια τοῦ χρόνου: ὁ Χρόνος κυλᾶ, ὁ χρόνος φεύγει- ἄς μὴν εἴμαστε τόσο ἀργοὶ, ἄς στραφοῦμε στὴν ζωή, κι ἄς γίνουμε ὅλα αὐτὰ ποὺ μποροῦμε νὰ γίνουμε.
Ἡ ἀπάντηση στὴν σημερινὴ περικοπὴ εἶναι ξεκάθαρη – «Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀλλὰ στὸν Θεὸ ὅλα εἶναι δυνατά». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας: Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, καὶ τίποτα δὲν εἶναι δύσκολο γιὰ ἐμᾶς. Ἀμήν.
Μητροπολίτης Σουρὸζ Ἀντώνιος

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

 


Ποιὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός;

Στὴ δασκάλα Β.Σ.

Κι ἐσὺ καὶ ἡ γερόντισσα μητέρα σου εἶστε ἀφιερωμένες στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίσατε νὰ ἐκπληρώνετε τὶς ἐντολὲς τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς Μετάληψης, ἀπὸ τότε τὰ μυστικὰ τῆς ἀλήθειας ὅλο καὶ περισσότερο σᾶς ἀποκαλύπτονται. Πράγματι αὐτὸς εἶναι ὁ ὀρθὸς δρόμος: μέσω τῆς ἐξάσκησης τοῦ γνωστοῦ φθάνουμε στὸ ἄγνωστο.

Κατὰ τὴ σιωπηλὴ καὶ μακροχρόνια προσευχὴ ἡ ἀλήθεια ἐμφανίζεται. Ὅμως ἡ καρδιά σου φλέγεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ὥστε καὶ πολλοὺς ἄλλους νὰ κατευθύνεις στὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄνθρωποι: σὲ κάποιον ὁ νοῦς εἶναι σκοτισμένος ἀπὸ τὰ ψέματα, σ’ ἄλλον ἡ καρδιὰ πετρωμένη ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ δὲν γίνεται εὔκολα. Χρειάζεται πολὺς καθαρισμὸς καὶ μεγάλοι ἁγιασμοὶ καὶ ἑπταπλάσιες νίψεις στὸν Ἰορδάνη. Ἔτσι ἕνας ἐργάτης ἀπὸ τὸ Βανάτι σ΄ ἐξέπληξε μὲ τὴν ἐρώτηση: «Ποιὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός;» Καὶ ἐσὺ παραξενεύεσαι, τί νὰ τοῦ ἀπαντήσεις. Πρῶτα προσευχήσου στὸν Θεὸ γι’ αὐτόν, καὶ μετὰ ἀπάντησέ του ὡς ἑξῆς:

Μαρτυρεῖ τὸ χόρτο. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρα κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, σοῦ μαρτυρεῖ τὸ πράσινο χόρτο, τοῦ ὁποίου ἡ γενεαλογία φθάνει μέχρι ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκούστηκε ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ: «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς».

Μαρτυρεῖ ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρες πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου, σοῦ μαρτυρεῖ ὁ διάπυρος ἥλιος, τὸ παράξενο φεγγάρι καὶ σμῆνος ἀπὸ ἀστέρια. Πήγαινε μέχρι ὅπου θὲς ψάχνοντας τὴ γενεαλογία τους, δὲν θὰ βρεῖς τὸ τέλος μέχρι νὰ φτάσεις ἕως ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ στιγμή, ὅταν πάνω ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τὸ χάος ἤχησε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς … τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους … καὶ τοὺς ἀστέρας»!

Μαρτυρεῖ ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀέρας. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρα γύρω σου στὸ μάκρος καὶ στὸ πλάτος καὶ στὸ βάθος, σοῦ μαρτυρεῖ ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀέρας καὶ τὸ ὄρος καὶ τὸ δάσος, οἱ σωροὶ χώματος τῶν μυρμηγκιῶν καὶ ἡ κηρήθρα τῶν μελισσῶν καὶ ὅ,τι ζεῖ στὴ θάλασσα καὶ στὸν ἀέρα καὶ στὰ ὄρη καὶ στὰ δάση καὶ μέσα στοὺς σωροὺς χώματος καὶ στὰ κελιά. Πήγαινε πρὸς τὰ πίσω στὴ γενεαλογία τους, μὴν στρίβεις οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιὰ -ὅμως μὴν ρωτᾶς ὁποιονδήποτε γιὰ τὸν δρόμο- καὶ θὰ πρέπει νὰ φτάσεις ἕως ἐκείνη τὴν ἑορταστικὴ στιγμή, στὴν ὁποία ξεχύθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωνὴ τῆς ἀγάπης: νὰ γίνει, νὰ γίνει, νὰ γίνει! «Καὶ ἐγένετο οὕτως».

Μαρτυρεῖ τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι, κατὰ τὸν λόγο τοῦ προφήτη ὁ ὁποῖος κραυγάζει: «Ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ».

Πές μου, ἀδελφέ, ποιὰ ὕλη κάτω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς δὲν μαρτυρεῖ περὶ Θεοῦ; Σοῦ δίνω ἑκατὸ ἔτη χρόνο, γιὰ νὰ ταλαιπωριέσαι μ’ αὐτὴ τὴ μάταιη ταλαιπωρία καὶ νὰ ψάχνεις ἔστω κι ἕνα μοναδικὸ χορταράκι τὸ ὁποῖο νὰ μὴ μαρτυρεῖ περὶ τοῦ μεγαλειώδους ὄντος τοῦ Δημιουργοῦ του. Ὅμως γιὰ νὰ σοῦ συντομέψω τούτη τὴν προθεσμία καὶ γιὰ νὰ σὲ βοηθήσω νὰ βρεῖς ποιὸς δὲν μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Θεοῦ, θὰ στὸ ἀποκαλύψω: μόνο καὶ μόνοι σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη οἱ διεστραμμένοι ἄνθρωποι.

Μαρτυρεῖ ἡ τάξη καὶ τὸ μέτρο καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ θεϊκὴ ἁρμονία ὅλης τῆς δημιουργίας. Μαρτυρεῖ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδηση ὅλων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων ψυχῶν. Ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλους καὶ ἀπ΄ ὅλα, πάντα μαρτυρεῖ ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, στὸν ὁποῖο ὁ μεγάλος καὶ αἰώνιος Θεὸς φανερώθηκε ἐν σώματι ὡς ἄνθρωπος, ἐπισκέφθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀνακοίνωσε τὰ μυστικά, ἔδειξε τὴν ὁδό, ἄνοιξε τὸν Παράδεισο. Ἐὰν κάποιος θέλει καὶ μὲ τὰ μάτια του νὰ δεῖ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ νὰ Τὸν ἀκούσει -ὄντως καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία ἐκπλήρωσε ὁ Δημιουργὸς στοὺς ἀνθρώπους- ἂς κοιτάξει τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ θὰ δεῖ καὶ θὰ ἀκούσει καὶ θὰ ζωντανέψει μὲ νέα ζωή.

Ἔτσι μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις σ΄ ἐκείνη τὴ φτωχὴ ψυχή, ἡ ὁποία διψασμένα ψάχνει τὸν Θεὸ καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ Τὸν δεῖ καὶ νὰ Τὸν ἀκούσει. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα δεμάτι στὸν πελώριο ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ὅ,τι μεγαλώνει μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Δημιουργοῦ του. Καὶ γιὰ τίποτα ἄλλο δὲν μεγαλώνει παρὰ γιὰ νὰ δείξει τὴ μαρτυρία του καὶ νὰ φύγει! Ἐνῶ ἐσύ, κόρη, συνέχισε νὰ δυναμώνεις στὴν ἀρετή σου. Καὶ μὴν κοιτᾶς οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Σὲ λίγο πρέπει νὰ πεθάνουμε. Καὶ ἐκεῖ, ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο, μᾶς περιμένει ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πῶς ἐμεῖς, ὡς οἱ πιὸ κοντινοί του Θεοῦ, μαρτυρούσαμε τὰ περὶ Θεοῦ. Καὶ στὴ Δίκη ὑπάρχουν δύο στρατιὲς τῶν ἀνθρώπων: ἡ μία στὴ δεξιὰ πλευρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξας, ἡ ὁποία σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν ντράπηκε γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἡ ἄλλη στὴν ἀριστερὴ πλευρά Του, ἡ ὁποία σ’ αὐτὴν τὴ ζωὴ «ἐν τῇ γενεᾷ ταύτη τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ» ντράπηκε γιὰ τὸν Χριστό.

Εἰρήνη σὲ σένα καὶ εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

 


Ποιὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός;

Στὴ δασκάλα Β.Σ.

Κι ἐσὺ καὶ ἡ γερόντισσα μητέρα σου εἶστε ἀφιερωμένες στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίσατε νὰ ἐκπληρώνετε τὶς ἐντολὲς τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς Μετάληψης, ἀπὸ τότε τὰ μυστικὰ τῆς ἀλήθειας ὅλο καὶ περισσότερο σᾶς ἀποκαλύπτονται. Πράγματι αὐτὸς εἶναι ὁ ὀρθὸς δρόμος: μέσω τῆς ἐξάσκησης τοῦ γνωστοῦ φθάνουμε στὸ ἄγνωστο.

Κατὰ τὴ σιωπηλὴ καὶ μακροχρόνια προσευχὴ ἡ ἀλήθεια ἐμφανίζεται. Ὅμως ἡ καρδιά σου φλέγεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ὥστε καὶ πολλοὺς ἄλλους νὰ κατευθύνεις στὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄνθρωποι: σὲ κάποιον ὁ νοῦς εἶναι σκοτισμένος ἀπὸ τὰ ψέματα, σ’ ἄλλον ἡ καρδιὰ πετρωμένη ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ δὲν γίνεται εὔκολα. Χρειάζεται πολὺς καθαρισμὸς καὶ μεγάλοι ἁγιασμοὶ καὶ ἑπταπλάσιες νίψεις στὸν Ἰορδάνη. Ἔτσι ἕνας ἐργάτης ἀπὸ τὸ Βανάτι σ΄ ἐξέπληξε μὲ τὴν ἐρώτηση: «Ποιὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός;» Καὶ ἐσὺ παραξενεύεσαι, τί νὰ τοῦ ἀπαντήσεις. Πρῶτα προσευχήσου στὸν Θεὸ γι’ αὐτόν, καὶ μετὰ ἀπάντησέ του ὡς ἑξῆς:

Μαρτυρεῖ τὸ χόρτο. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρα κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, σοῦ μαρτυρεῖ τὸ πράσινο χόρτο, τοῦ ὁποίου ἡ γενεαλογία φθάνει μέχρι ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκούστηκε ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ: «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς».

Μαρτυρεῖ ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρες πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου, σοῦ μαρτυρεῖ ὁ διάπυρος ἥλιος, τὸ παράξενο φεγγάρι καὶ σμῆνος ἀπὸ ἀστέρια. Πήγαινε μέχρι ὅπου θὲς ψάχνοντας τὴ γενεαλογία τους, δὲν θὰ βρεῖς τὸ τέλος μέχρι νὰ φτάσεις ἕως ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ στιγμή, ὅταν πάνω ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τὸ χάος ἤχησε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς … τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους … καὶ τοὺς ἀστέρας»!

Μαρτυρεῖ ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀέρας. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρα γύρω σου στὸ μάκρος καὶ στὸ πλάτος καὶ στὸ βάθος, σοῦ μαρτυρεῖ ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀέρας καὶ τὸ ὄρος καὶ τὸ δάσος, οἱ σωροὶ χώματος τῶν μυρμηγκιῶν καὶ ἡ κηρήθρα τῶν μελισσῶν καὶ ὅ,τι ζεῖ στὴ θάλασσα καὶ στὸν ἀέρα καὶ στὰ ὄρη καὶ στὰ δάση καὶ μέσα στοὺς σωροὺς χώματος καὶ στὰ κελιά. Πήγαινε πρὸς τὰ πίσω στὴ γενεαλογία τους, μὴν στρίβεις οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιὰ -ὅμως μὴν ρωτᾶς ὁποιονδήποτε γιὰ τὸν δρόμο- καὶ θὰ πρέπει νὰ φτάσεις ἕως ἐκείνη τὴν ἑορταστικὴ στιγμή, στὴν ὁποία ξεχύθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωνὴ τῆς ἀγάπης: νὰ γίνει, νὰ γίνει, νὰ γίνει! «Καὶ ἐγένετο οὕτως».

Μαρτυρεῖ τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι, κατὰ τὸν λόγο τοῦ προφήτη ὁ ὁποῖος κραυγάζει: «Ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ».

Πές μου, ἀδελφέ, ποιὰ ὕλη κάτω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς δὲν μαρτυρεῖ περὶ Θεοῦ; Σοῦ δίνω ἑκατὸ ἔτη χρόνο, γιὰ νὰ ταλαιπωριέσαι μ’ αὐτὴ τὴ μάταιη ταλαιπωρία καὶ νὰ ψάχνεις ἔστω κι ἕνα μοναδικὸ χορταράκι τὸ ὁποῖο νὰ μὴ μαρτυρεῖ περὶ τοῦ μεγαλειώδους ὄντος τοῦ Δημιουργοῦ του. Ὅμως γιὰ νὰ σοῦ συντομέψω τούτη τὴν προθεσμία καὶ γιὰ νὰ σὲ βοηθήσω νὰ βρεῖς ποιὸς δὲν μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Θεοῦ, θὰ στὸ ἀποκαλύψω: μόνο καὶ μόνοι σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη οἱ διεστραμμένοι ἄνθρωποι.

Μαρτυρεῖ ἡ τάξη καὶ τὸ μέτρο καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ θεϊκὴ ἁρμονία ὅλης τῆς δημιουργίας. Μαρτυρεῖ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδηση ὅλων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων ψυχῶν. Ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλους καὶ ἀπ΄ ὅλα, πάντα μαρτυρεῖ ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, στὸν ὁποῖο ὁ μεγάλος καὶ αἰώνιος Θεὸς φανερώθηκε ἐν σώματι ὡς ἄνθρωπος, ἐπισκέφθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀνακοίνωσε τὰ μυστικά, ἔδειξε τὴν ὁδό, ἄνοιξε τὸν Παράδεισο. Ἐὰν κάποιος θέλει καὶ μὲ τὰ μάτια του νὰ δεῖ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ νὰ Τὸν ἀκούσει -ὄντως καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία ἐκπλήρωσε ὁ Δημιουργὸς στοὺς ἀνθρώπους- ἂς κοιτάξει τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ θὰ δεῖ καὶ θὰ ἀκούσει καὶ θὰ ζωντανέψει μὲ νέα ζωή.

Ἔτσι μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις σ΄ ἐκείνη τὴ φτωχὴ ψυχή, ἡ ὁποία διψασμένα ψάχνει τὸν Θεὸ καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ Τὸν δεῖ καὶ νὰ Τὸν ἀκούσει. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα δεμάτι στὸν πελώριο ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ὅ,τι μεγαλώνει μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Δημιουργοῦ του. Καὶ γιὰ τίποτα ἄλλο δὲν μεγαλώνει παρὰ γιὰ νὰ δείξει τὴ μαρτυρία του καὶ νὰ φύγει! Ἐνῶ ἐσύ, κόρη, συνέχισε νὰ δυναμώνεις στὴν ἀρετή σου. Καὶ μὴν κοιτᾶς οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Σὲ λίγο πρέπει νὰ πεθάνουμε. Καὶ ἐκεῖ, ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο, μᾶς περιμένει ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πῶς ἐμεῖς, ὡς οἱ πιὸ κοντινοί του Θεοῦ, μαρτυρούσαμε τὰ περὶ Θεοῦ. Καὶ στὴ Δίκη ὑπάρχουν δύο στρατιὲς τῶν ἀνθρώπων: ἡ μία στὴ δεξιὰ πλευρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξας, ἡ ὁποία σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν ντράπηκε γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἡ ἄλλη στὴν ἀριστερὴ πλευρά Του, ἡ ὁποία σ’ αὐτὴν τὴ ζωὴ «ἐν τῇ γενεᾷ ταύτη τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ» ντράπηκε γιὰ τὸν Χριστό.

Εἰρήνη σὲ σένα καὶ εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

 


Ἡ εἰδωλολατρεία σήμερα

«Οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινόν· καί ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν».

Σὲ αὐτὸ τὸν στίχο συνοψίζεται ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Θεολόγου καὶ ὁλόκληρη ἡ θεολογία του. «Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν», ὥστε σ’ Αὐτὸν νὰ γνωρίζουμε τὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ μᾶς ἔδωσε καὶ τὴν δύναμη, μὲ τὴν ὁποία γίναμε δικοί Του, καὶ κατοικήσαμε ἐν Αὐτῷ. Ὥστε εἴμαστε μ’ ὅλο μας τὸ «εἶναι» μέσα σ’ Αὐτόν, στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δι’ Αὐτοῦ στὴν αἰώνια ζωή, ἐπειδὴ Αὐτὸς εἶναι καὶ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνια.

«Ἠμεῖς ἐσμεν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ», εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀπάντηση τῶν πραγματικῶν χριστιανῶν στὴν ἐρώτηση: ποῦ εἶστε, ποῦ βρίσκεστε; Ἂν καὶ ζοῦμε στὸν κόσμο ποὺ «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», «ἡμεῖς ἐσμὲν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ»: στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν δὲν μᾶς ἔδινε ὁ ἀληθινὸς Θεὸς «διάνοια», ἐμεῖς δὲν θὰ ἀναγνωρίζαμε τὸν πραγματικὸ Θεὸ καὶ γιὰ πάντα θὰ παραμέναμε ἀσεβεῖς.

Ἐπειδὴ μόνο ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ὅποιος δὲν τὸ βλέπει καὶ δὲν τὸ ὁμολογεῖ εἶναι ἀσεβής, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὸν ἀληθινὸ Θεό. Παρόμοια ἐὰν ἀναγνωρίζει κάποιον ἄλλον ἢ ὅ,τι ἄλλο γιὰ Θεό, πάλι εἶναι ἀσεβής, ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς μᾶς τὸ ἔδειξε καὶ τὸ ἀπέδειξε μὲ τὸ ὅτι ὄχι μόνο ἔχει τὴν αἰώνια ζωὴ ἀλλὰ εἶναι καὶ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ζωὴ αἰώνια καὶ τὴ χαρίζει σ’ ὅλους ὅσους πιστεύσουν σ’ Αὐτόν. Ἐξ αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος ζωὴ αἰώνια καὶ τὴν παρέχει σ’ ὅλους τοὺς ἀκολούθους του. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σίγουρο μέτρο γιὰ τὴν διάκριση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ψεύτικους θεούς. Ψεύτικος εἶναι κάθε θεὸς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰώνια ζωή. Κι αὐτὸ δὲν τὸ μπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νικήσει τὸν θάνατο.

Ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ νίκησε τὸ θάνατο μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Γι’ αὐτὸ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἡ αἰώνια ζωή. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι ψεύτικοι θεοί. Ἡ ἀναγνώριση, ἡ ὁμολογία, τὸ κήρυγμα ὁποιουδήποτε ἄλλου θεοῦ, ἐκτός τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀσέβεια καὶ εἰδωλολατρεία. Κάθε εἰδωλολατρεία στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀσέβεια, ἐφόσον τὸ προσκύνημα σ’ ὁποιοδήποτε εἴδωλο εἶναι ἀσέβεια.

Στὴν εἰδωλολατρεία ἀνήκουν ὅλα: ἀπὸ τὸν πιὸ χονδροειδῆ φετιχισμὸ μέχρι τὸ πιὸ λεπτὸ συμβολισμό. Ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι ὄχι μόνο προσκύνημα σὲ ψεύτικους θεούς, ἀλλὰ καὶ στὶς πέτρες, στὰ δέντρα, στὰ ζῶα, στοὺς πλανῆτες, στὰ ἀγάλματα, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στοὺς ἥρωες καὶ στοὺς ἰδιοφυεῖς καὶ στὶς ἐφευρέσεις καὶ στὶς ἰδέες καὶ στὰ πάθη καὶ στὴν κουλτούρα καὶ στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴ φιλοσοφία, καὶ στὴν τέχνη, ἢ σὲ ὀ,τιδήποτε ἄλλο ποὺ θέλει νὰ ἀντικαταστήσει μὲ τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Θεολόγος τελειώνει τὴν ἐπιστολή του μὲ τὰ λόγια: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων»: νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία, νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὴν ἀσέβεια. «Ἀμήν».

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018


Ἐρώτηση στὸν Θεὸ
-Ἐσύ, ποὺ μὲ τὴν ἀνείπωτη καλοσύνη Σου μᾶς δημιούργησες, πές μας, γιατί γέμισες τὴ ζωή μας μὲ θλίψη; Τὸ ἔλεός Σου δὲν σὲ κάνει νὰ λυπᾶσαι γιὰ αὐτὰ ποὺ ὑποφέρουμε; Γιατί μοῦ παραχωρεῖς τὴν ὕπαρξη καὶ ἀργότερα τὴν παίρνεις μὲ ἕναν ὀδυνηρὸ θάνατο;
-Δὲν μὲ εὐχαριστοῦν, λέει ὁ Θεός, οἱ ἀσθένειές σου, ὤ ἄνθρωπε. Ἀλλά, ἀπὸ τοὺς σπόρους τῆς θλίψης καὶ τῆς λύπης σας, θέλω νὰ σᾶς φέρω καρποὺς αἰώνιας καὶ μεγαλοπρεποῦς χαρᾶς. Ἔγραψα τὸν νόμο τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταστροφῆς ὄχι μόνο στὸ σῶμα σας, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἀντικείμενο αὐτοῦ τοῦ ὁρατοῦ κόσμου. Διέταξα ὅλο τὸν κόσμο, μαζὶ μὲ τὸ σῶμα σας, νὰ σᾶς φωνάξει ὅτι αὐτὴ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ πραγματικὴ ζωὴ καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα μόνιμο ἐδῶ στὸ ὁποῖο ἡ καρδιά σας πρέπει νὰ προσκολληθεῖ μέσω δικαιολογημένης ἀγάπης. 
Ὅταν δὲν ἀφουγκράζεστε τὴν ἀπειλητικὴ φωνὴ ὁλόκληρου τοῦ σύμπαντος, τότε τὸ πατρικὸ ἔλεός μου, τὸ ὁποῖο πάντα σᾶς εὔχεται ἀπεριόριστο καλό, μὲ ὠθεῖ νὰ σηκώσω τὸ σκῆπτρο τῆς τιμωρίας. Ὅταν σᾶς βασανίζω μὲ πειρασμούς, σᾶς ἐξαντλῶ μὲ ἀσθένειες, μὲ κύματα ἀπὸ τύψεις, εἶναι γιὰ νὰ ἐγκαταλείψετε τὴ μωρία σας, νὰ γίνετε σοφοί, νὰ σταματήσετε νὰ ἀναζητᾶτε σκιὲς καὶ νὰ ἐπιστρέψετε στὴν πορεία τῆς ἀλήθειας καὶ ταυτόχρονα στὸ μονοπάτι τῆς σωτηρίας. 
Τὸ ἀπαράμιλλο ἔλεός μου καὶ ἡ ἀπεριόριστη ἀγάπη μου γιὰ τὰ ἀνθρώπινα ὄντα μὲ ἀνάγκασαν νὰ πάρω τὴ σάρκα σας ἐπάνω στὸν ἑαυτό μου. Μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωσή μου ἀποκάλυψα τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ στὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὑποφέροντας στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴ Σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐπιθυμῶ νὰ ἑλκύσω στὸν ἑαυτό μου, τοὺς προσβάλλω πρῶτα μὲ θλίψη καὶ μὲ αὐτὰ τὰ βέλη τῆς θλίψης ἀπονεκρώνω τὶς καρδιές τους στὶς προσωρινὲς ἀπολαύσεις. Τὸ σκῆπτρο τῆς τιμωρίας εἶναι ἕνα ἔμβλημα τῆς ἀγάπης μου γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Ἅγιος Μακάριος τῆς Ὄπτινα (1788-1860)

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024



Ὁ μεγάλος πλοῦτος
Γι΄αὐτὸ καὶ λέει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὅτι, ἂν δὲν θέλουμε νὰ ἀφήσουμε τὸν πλοῦτο μας, δὲν θὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση παραμένουμε σκληρόκαρδοι καὶ μισάνθρωποι ἐγωιστές. Ἀλλὰ μποροῦν νὰ ἔχουν τέτοιοι ἄνθρωποι θέση στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Πιὸ εὔκολα νὰ περάσει καμήλα ἀπὸ βελονότρυπα, παρὰ νὰ μπεῖ πλούσιος στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ποιὰ σχέση ὅμως ἔχουν ὅλα αὐτὰ μέ μᾶς, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν πλοῦτο; Ἔχουν ἄμεση σχέση. Σκεφθεῖτε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ βλάπτει τὴν ψυχὴ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν πλοῦτο; Τὴν βλάπτει τὸ ὅτι τὰ γήινα ἀγαθά, τὶς διάφορες ἀπολαύσεις, τὴν πολυτέλεια αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι βάζουν πάνω ἀπ' ὅλα. Τὰ θεωροῦν πιὸ σημαντικὰ καὶ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν ὑλικὰ ἀγαθά, ἔχουν ὅμως τὸν μεγάλο πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον.
Αὐτὸς ποὺ εἶναι προσκολλημένος στὰ γήινα, ποὺ ζητᾶ ἀπολαύσεις, αὐτὸς πάσχει ἀκριβῶς ἀπ' ἐκεῖνο τὸ πάθος ποὺ δὲν ἀφήνει τοὺς πλούσιους νὰ εἰσέλθουν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι λίγοι μεταξὺ μας αὐτοὶ ποὺ ἂν καὶ δὲν ἔχουν λεφτὰ καὶ κάποιες φορὲς δὲν ἔχουν καὶ τὰ ἀπαραίτητα, θέλουν ὅμως λεφτά, θέλουν ἀπολαύσεις καὶ διασκεδάσεις καὶ δὲν ἁμαρτάνουν, γιατί ἁπλῶς δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἁμαρτήσουν. Καὶ ἂν εἶχαν θὰ ἔκαναν καὶ ἐκεῖνοι τὶς ἴδιες ἁμαρτίες σὰν ἐκεῖνον τὸν πλούσιο στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ὁποίου καθόταν ὁ Λάζαρος ἕτοιμος νὰ πεθάνει ἀπὸ φτώχεια καὶ πείνα.
Ἂν ἐμεῖς, παρ' ὅλο ποὺ δὲν εἴμαστε πλούσιοι, ζητᾶμε τὶς ἀπολαύσεις καὶ τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς· ἂν ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ εὐημερία, ἂν ὅλες οἱ σκέψεις μας εἶναι πῶς νὰ περάσουμε καλύτερα σὲ αὐτὴ τὴν ζωὴ καὶ μόνο αὐτὸ ἐπιδιώκουμε, τότε σίγουρα εἴμαστε μακριὰ ἀπ' αὐτὸ ποὺ ζητάει ὁ Κύριος. Διότι ἄνθρωποι ποὺ ἐπιζητᾶνε τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἄνθρωποι ἐλεήμονες, αὐτοὶ ἐπιδιώκουν μόνο τὸ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεό, νὰ ἔχουν κοινωνία μαζί του, ζητᾶνε τὴν χάρη καὶ τὴν ἀγάπη Του, θέλουν νὰ εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ.
Πολλὲς φορὲς ὁ φτωχότερος ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει τίποτα πάνω στὴ γῆ, ἀλλὰ διακονεῖ τὸν Θεό, πολλὲς φορὲς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, εἶναι πιὸ πλούσιος ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πλουσιότερους ἀνθρώπους τοῦ κόσμου. Ὁ πλοῦτος του εἶναι ἡ θεία χάρη, ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ συμπάθεια γιὰ τοὺς πεινασμένους καὶ δυστυχισμένους ἀδελφούς του. Ἀλλὰ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ὁ πλοῦτος τους εἶναι ἡ θερμὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τώρα εἶναι εὔκολο νὰ καταλάβουμε τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε o Χριστὸς στὴν γεμάτη ἀπορία ἐρώτηση τῶν μαθητῶν του: «Καὶ τὶς δύναται σωθῆναι;». Ἡ ἀπάντησή του ἦταν: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστὶν».
Γιὰ τὸν Θεὸ τὰ πάντα εἶναι δυνατά. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ στερήσει τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν τοὺς σκληρόκαρδους καὶ ἄσπλαχνους πλούσιους ἀνθρώπους. Καὶ μπορεῖ νὰ δώσει τὴν μεγαλύτερη χαρὰ ἐν Κυρίῳ στοὺς πιὸ φτωχοὺς καὶ τοὺς πιὸ περιφρονημένους ἀνθρώπους ποὺ πεθαίνουν τῆς πείνας.
Ὁ Θεὸς μπορεῖ ὅλους νὰ σώσει. Μπορεῖ νὰ σώσει καὶ τὸν πλούσιο, ἂν ἐκεῖνος μετανοήσει, ἂν μισήσει τὸν πλοῦτο του καὶ κάνει πράξη τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καί... δεῦρο ἀκολούθει μοι». Αὐτὸ τὸ ἔκανε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἁγίους ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας. Ὅταν ἦταν εἴκοσι χρονῶν οἱ γονεῖς του πέθαναν καὶ ἐκεῖνος ἔγινε κληρονόμος μιᾶς μεγάλης περιουσίας. Μία μέρα ἄκουσε στὴν ἐκκλησία αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι».
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση, μπῆκαν βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά του καὶ κυρίεψαν ἐξολοκλήρου τὸ νοῦ του. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος πῆγε, πούλησε τὴν περιουσία του, μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς φτωχοὺς καὶ ὁ ἴδιος ἔφυγε στὴν ἔρημο, ὅπου ἔζησε μέχρι τὸ βαθὺ γῆρας. Εἶχε ἀρνηθεῖ ὅλα τὰ γήινα ἀγαθὰ ἀλλὰ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ πλοῦτο ἀσύγκριτα μεγαλύτερο. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῆς θαυματουργίας καὶ ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔγινε ἀδελφὸς καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ δεχθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ περὶ τοῦ γήινου πλούτου. Νὰ διώξουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὴν προσκόλληση στὰ γήινα ἀγαθά. Καὶ μόνο ἕνα πράγμα νὰ ἐπιδιώκουμε: τὸ νὰ εἴμαστε φίλοι καὶ ἀδελφοί τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγαπᾶνε τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ὁποίους ἀγαπᾶ Ἐκεῖνος.
Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Ἰατρὸς