Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

 


Δὲν ἤτανε ἔτσι στὴν ἀρχή

Ἕνα διαζύγιο μπορεῖ νὰ ἔχει πολλὲς ἀφορμές, ἀλλὰ οἱ αἰτίες του εἶναι λίγες. Πῶς προετοιμάζονται δύο νέοι ἄνθρωποι γιὰ νὰ παντρευτοῦν; Ἀπὸ ‘κεῖ θὰ καταλάβεις ποιά θὰ εἶναι ἡ συνέχεια. Πόσο καλὰ γνωρίζονται; Ἢ πόσο βαθιὰ ἀγνοοῦνται;

Ἔχω ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὴν παρατήρηση «δὲν ἤτανε ἔτσι στὴν ἀρχή». Ἔτσι ἤτανε, παιδί μου, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν τὸν εἶδες. Ὁ ἀρραβώνας δὲν εἶναι μία χαζοχαρούμενη περίοδος ποὺ θὰ κοιτάξουμε πῶς θὰ περάσουμε καλά. Εἶναι ἀκριβῶς μία περίοδος ποὺ οἱ ἄνθρωποι μιλᾶνε σοβαρὰ γιὰ τὸ μέλλον τους, βλέπουν ἂν συμφωνοῦν, ἂν ταιριάζουν, ἂν ἔχουν τὴν ἴδια πλεύση μέσα στὴ ζωή τους, ἀκόμα μερικὲς φορὲς σὲ μερικὰ πράγματα, ποὺ φαίνονται πιὸ ρηχά, πιὸ εὔκολα.

Κάποτε ἔλεγα σὲ δύο παιδιὰ ποὺ συνδεόντουσαν:

– Παιδιὰ χωρίστε τώρα, γιατὶ θὰ χωρίσετε αὔριο.

– Μὰ γιατί;

– Γιατὶ δὲν ἔχετε καμία σχέση μεταξύ σας.

Τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἑνὸς εἶναι τελείως διαφορετικὰ κι ἐξειδικευμένα, τοῦ ἄλλου εἶναι -τὰ παιδιὰ χρησιμοποιοῦν σήμερα αὐτὴ τὴ λέξη- «γιὰ τὰ μπάζα».

Σὲ λίγο ἐσὺ θὰ ἀρχίσεις νὰ τὴ ζηλεύεις καὶ ἐσὺ σὲ λίγο θὰ ἀρχίσεις νὰ κουράζεσαι. Λοιπόν, μὴν κάνετε λάθη! Εὐτυχῶς κατάλαβαν ἔγκαιρα. Γιατὶ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὸ νὰ βλέπεις τὴν ἀλήθεια.

Τὸ σ’ ἀγαπῶ καὶ μ’ ἀγαπᾶς εἶναι εὔκολο νὰ τὸ λές, δύσκολο ὅμως νὰ τὸ ζεῖς. Ἐμεῖς μάθαμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι σαρκωμένη. Κι ἂν δὲν σαρκώνεται, δὲν σταυρώνεται, τότε ἀκριβῶς δὲν προχωράει.

Τὸ διαζύγιο τελικὰ εἶναι μία ἀποτυχία. Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι τὸ ἑξῆς:

Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε ἕνα διαζύγιο; Διδασκόμεθα ἀπὸ τὰ λάθη μας; Καταλάβαμε γιατί φτάσαμε ἐδῶ; Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τὴ συνείδηση ὅτι ἀποτύχαμε; Καὶ δὲν ἀποτύχαμε τυχαῖα, ἀποτύχαμε γιὰ συγκεκριμένους λόγους, καθαροὺς καὶ ὁρατοὺς ἢ πιστεύουμε ὅτι φταίει μόνο ὁ ἄλλος;

Στὰ ζευγάρια ποὺ παντρεύω τοὺς εὔχομαι: «Παιδιά μου, σᾶς εὔχομαι νὰ μάθετε στὴ ζωή σας νὰ φταῖτε πάντα καὶ οἱ δύο μαζί. Γιατί ἂν πιστέψετε ὅτι φταίει μόνο ὁ ἄλλος, κάτι δὲν πάει καλὰ μεταξύ σας.»

Παντρεύομαι σημαίνει δέχομαι τὸν ἄλλο ὅπως εἶναι, γιατὶ τὸν ἀγαπάω.

Παντρεύομαι σημαίνει ὅτι ἀγωνίζομαι, κάνω τὰ πάντα, γιὰ νὰ δίνω χαρὰ σ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάω.

† Μητροπολίτης, Σισανίου καὶ Σιατίστης Παύλος

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026


Ἡ Σημαία
Πάντα κι ὅπου σ᾿ ἀντικρίζω
μὲ λαχτάρα σταματῶ
καὶ περήφανα δακρύζω,
ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ.
Δόξα ἀθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχή,
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς Πατρίδος ἡ ψυχή.
Ὅταν ξάφνου σὲ χαϊδεύει
τ᾿ ἀεράκι τ᾿ ἀλαφρό,
μοιάζεις κῦμα ποὺ σαλεύει
μὲ χιονόλευκο ἀφρό.
Κι ὁ σταυρὸς ποὺ λαμπυρίζει
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶναι ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
κάθ᾿ ἐλπίδα μας κρυφή.
Σὲ θωρῶ κι ἀναθαρρεύω
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω
σὰν μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.
Κι ἀπ᾿ τὰ στήθη μ᾿ ἀνεβαίνει
μία χαρούμενη φωνή·
νἄσαι πάντα δοξασμένη
ὦ! σημαία γαλανή.

Ἰωάννης Πολέμης

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

 


Δὲν εἶναι σῶμα σου

Ἡ γυναίκα προσφέρει τὸ σῶμα της καὶ ἔτσι δημιουργεῖται τὸ μωρό. Αὐτὸ δηλώνει πὼς ἔχει ἤδη «ἐπιλέξει» νὰ χρησιμοποιήσει τὸ σύστημα ἀναπαραγωγῆς της!

Καὶ βέβαια, «Τὸ παιδὶ ΔΕΝ εἶναι σῶμα της».

Ὅλοι γνωρίζουν, πὼς μὲ τὴ γενετήσια ἐπαφὴ γίνονται μωρά. Ἐάν ἡ γυναῖκα δὲν ἐπιθυμεῖ παιδί, φροντίζει νὰ μὴν βάλει τὸν ἑαυτό της στὴ θέση, ὅπου γίνονται παιδιά. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσει μία ζωὴ, γιὰ τὴν ὁποία ἔδωσε συγκατάθεση μὲ τὸ σῶμα της.

Εἶναι, ὅμως, τὸ παιδὶ σῶμα της;

Ἐὰν ἕνα ἀγέννητο μωρὸ ἦταν μέρος τοῦ σώματος τῆς μητέρας του, θὰ μοιράζονταν ὅλα τὰ βιολογικὰ χαρακτηριστικά της.

Ὡστόσο, τὸ μωρὸ ἔχει τὸ δικό του ξεχωριστὸ DNA.

Καὶ, ἐπιπλέον, ἰσχύουν τὰ παρακάτω:

Ὅλες οἱ μητέρες εἶναι, προφανῶς, γυναῖκες. Ὅμως, περίπου τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ τους εἶναι ἀγόρια.

Ἡ μητέρα καὶ τὸ μωρὸ ἔχουν συχνά διαφορετικές ὁμάδες αἵματος.

Τὸ μωρὸ μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετική φυλή ἀπό τὴ μητέρα.

Κάθε κύτταρο στὸ σῶμα τῆς μητέρας ἔχει ἕνα σύνολο χρωμοσωμάτων, ποὺ διαφέρουν ἐντελῶς ἀπὸ τὰ χρωμοσώματα ποὺ ἔχει τὸ κάθε κύτταρο στὸ σῶμα τοῦ μωροῦ.

Ὅταν τὸ ἀγέννητο παιδὶ ἐμφυτεύεται στὸ τοίχωμα τῆς μήτρας, ὑπάρχει μία συντονισμένη ἐπίθεση ἀπὸ τὰ λευκὰ αἰμοσφαίρια τῆς μητέρας, γιὰ νὰ τὸ ὑπερνικήσουν, καὶ τὸ ἴδιο πρέπει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν ἑαυτό του. Τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα τῆς μητέρας τὸ ἀναγνωρίζει ὡς «μὴ-ἑαυτό», δηλαδὴ ὡς ξένο σῶμα. Ἐπομένως, δὲν εἶναι μὲ κανένα τρόπο μέρος τοῦ σώματός της.

Τὸ μωρό μπορεῖ νὰ πεθάνει, χωρὶς νὰ πεθάνει ἡ μητέρα.

Ἡ μητέρα μπορεῖ νὰ πεθάνει, χωρὶς νὰ πεθάνει τὸ μωρό (καὶ τὸ μωρὸ μπορεῖ νὰ σωθεῖ, ἐὰν εἶναι βιώσιμο).

Τὸ σῶμα τῆς μητέρας ξεκινᾶ τελικὰ μία διαδικασία, ποὺ καταλήγει, στὸ νὰ φύγει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ σῶμα της (τοκετός). Αὐτό δὲ συμβαίνει μὲ κανένα μέλος τοῦ σώματος τῆς γυναίκας.

Συμπέρασμα: Ἡ γυναίκα ἔχει τὴν εὐθύνη τῆς διαχείρισης τοῦ σώματός της. Ὡστόσο, αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν τῆς ἐπιτρέπει νὰ καταστρέψει τὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ της. Ἡ συμμετοχή της στὴ γενετήσια πράξη σημαίνει καὶ ἀποδοχὴ τῆς λειτουργίας τῆς ἀναπαραγωγῆς. Ἡ ἐγκυμοσύνη εἶναι ἡ συγκατάθεση τοῦ σώματός της στὴ ζωὴ ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου.

Brian Clowes

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

 


Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε

Γιατί ὁ Ἰησοῦς , ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀναμαρτησία Του καὶ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κοινωνία μὲ τὴ θεία ζωή, ἐπιθύμησε καὶ ἀπαίτησε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη; Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο πὼς τὸ ἴδιο ἐρώτημα βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἰωάννη. «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;». Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑξῆς:

Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση. Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας.

Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι ὥστε, γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς, νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου!”.

Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες. Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του.

Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μὲ τοὺς χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς. Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο.

Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς. Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, “οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν”.

Ὑπάρχει ὡστόσο κι ἕνα δεύτερο ἀκόμη βαθύτερο καὶ πιὸ χαρούμενο νόημα στὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Μετὰ τὴν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων οἱ πιστοὶ ἀφήνουν τὴν ἐκκλησία καὶ πηγαίνουν νὰ ἁγιάσουν τὰ ὕδατα.

Τὰ θριαμβικὰ καὶ δοξαστικὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ ἀντηχοῦν: «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων», καὶ μᾶς φανερώνεται τὸ νόημα καὶ ἡ σημασία τοῦ νεροῦ ὡς εἰκόνα τῆς ζωῆς, ὡς εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας. Καὶ αὐτὸς ποὺ κατέρχεται στὸ νερό, ποὺ καταδύεται στὸ νερό, ποὺ ἑνώνεται μαζί του ἐρχόμενος στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία καὶ ἀναγέννησή του, αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός.

Ὁ κόσμος ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ Θεό, Τὸν ξέχασε, σταμάτησε νὰ Τὸν βλέπει, καὶ καταδύθηκε στὴν ἁμαρτία, στὸ σκοτάδι καὶ στὸ θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ξέχασε τὸν κόσμο. Ἐδῶ στὸ βάπτισμά Του, ὁ Θεὸς μᾶς ἐπιστρέφει τὸν κόσμο, νὰ λάμπει ἀπὸ τὴ δόξα τῶν ἀστέρων καὶ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ εἶχε τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας. «Ἐὰν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ… ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος».

Τὸ καθετὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μαζὶ καὶ ἡ ὕλη, ἡ ἴδια ἡ οὐσία του, γιὰ ἄλλη μία φορὰ γίνεται δρόμος γιὰ τὸ Θεό, κοινωνία μαζί Του, ἀνάπτυξη μέσα στὴν πλησμονὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτὸ ποὺ γιορτάζουμε τὴ χαρμόσυνη καὶ λαμπρὴ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία Του. «καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοὶ» Δὲν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς ἔνιωσε ὁ Ἰωάννης ὅταν τὰ χέρια του ἀκούμπησαν τὸ Σωτήρα, ἢ πῶς εἶδε τοὺς οὐρανοὺς νὰ ἀνοίγουν, ἢ πῶς ἄκουσε τὴ φωνή. Ἡ στιγμὴ αὐτὴ ὅμως ἦταν ἀναμφίβολα γι’ αὐτὸν μία στιγμὴ ἐκτυφλωτικοῦ φωτός, ὅταν τὰ πάντα ἄστραψαν καὶ πῆραν φωτιὰ μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀρχικῆς ὀμορφιᾶς τῆς δημιουργίας, καθὼς ὁ κόσμος γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἀποκαλύφθηκε ὡς κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἐξαγνισμένος, καθαρός, ἀναγεννημένος, πλήρης δόξας καὶ εὐχαριστίας.

«Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ ἀνακαινίσει ὅλη τὴν κτίση». Γιορτάζουμε τὴν ἀνακαίνιση ὅταν βλέπουμε τὸν ἱερέα νὰ ραντίζει τὴν ἐκκλησία, ἐμᾶς, τὰ σπίτια μας, τὴ φύση καὶ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὸ καινούργιο, τὸ ἅγιο, τὸ θεϊκὸ νερό· καὶ ὅταν βλέπουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ στριμώχνονται γιὰ νὰ μετάσχουν σ’ αὐτὸ τὸ «ζῶν ὕδωρ» ποὺ ρέει στὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρθει σ’ Αὐτὸν γιὰ νὰ λάβει τὸ δῶρο τοῦ «ζῶντος ὕδατος», τὸ δῶρο τῆς νέας ζωῆς, καθαρὸς καὶ ἀναγεννημένος.

Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026



Ὅταν ἡ ρίζα εἶναι καλή…
Οἱ μητέρες κατεξοχὴν νὰ φροντίζουν τὶς θυγατέρες· εἶναι εὔκολη γιὰ σᾶς αὐτὴ ἡ ἐπαγρύπνησις.
Φροντίζετε ὥστε νὰ εἶναι νοικοκυρές, καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα νὰ τὶς ἀνατρέφετε ἔτσι, ὥστε νὰ εἶναι εὐλαβεῖς, σεμνές, νὰ περιφρονοῦν τὰ χρήματα, νὰ ἀποφεύγουν τοὺς καλλωπισμούς.
Ἔτσι παραδῶστε αὐτὲς στὸν γάμο. Ἂν τὶς διαπλάττετε ἔτσι, ὄχι μόνο αὐτὲς θὰ σώσετε, ἀλλὰ καὶ τὰ παιδιὰ· καὶ ὄχι μόνο τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγγόνια.
Διότι, ὅταν ἡ ρίζα εἶναι καλή, ὡραιότερα θὰ ἁπλωθοῦν τὰ κλαδιὰ καὶ θὰ λάβετε τὸν μισθὸ ὅλων αὐτῶν. Καὶ ὅλα νὰ τὰ κάμνουμε ἔτσι, σὰν νὰ μὴν ὠφελοῦμε μία ψυχή, ἀλλὰ πολλὲς μέσῳ τῆς μίας.
Διότι ἔτσι πρέπει νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ πατρικὸ σπίτι γιὰ τὸν γάμο, ὅπως ὁ ἀθλητὴς ἀπὸ τὴν παλαίστρα, κατέχοντας τὴν ἐπιστήμη μὲ κάθε λεπτομέρεια, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ζύμη, ποὺ ὀφείλει νὰ μεταμορφώση τὸ φύραμα στὸ δικό της κάλλος.
Καὶ τὰ παιδιά, πάλι, ἂς μάθουν νὰ εἶναι σεμνά, ὥστε νὰ διακρίνωνται μᾶλλον ἀπὸ τὴ σεμνότητα καὶ τὴ σωφροσύνη, ὥστε νὰ ἔχουν μεγάλο ἔπαινο καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἂς μάθουν νὰ ἐξουσιάζουν τὸ στομάχι, νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν πολυτέλεια, νὰ εἶναι οἰκονόμα, φιλόστοργα, νὰ μάθουν νὰ ἂρχωνται.
Διότι ἔτσι θὰ μπορέσουν νὰ προσφέρουν πολὺ μισθὸ στοὺς γονεῖς, ἔτσι ὅλα θὰ εἶναι πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ δική μας σωτηρία, στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας.
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

 


Ἔχει πάθει μεγάλη ζημιά ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν τηλεόραση

–Γέροντα, τώρα ὑπάρχει τέτοια τηλεοπτική ἐπικοινωνία, ὥστε τὸ ἴδιο λεπτό μπορεῖ νὰ δῆ κανεὶς γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς.

–Μόνον τὸν ἑαυτό τους δὲν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅλο τὸν κόσμο τὸν βλέπουν. Τώρα καταστρέφεται ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ μυαλό του. Δὲν εἶναι ὅτι τούς καταστρέφει ὁ Θεός.

–Γέροντα, ἡ τηλεόραση κάνει πολύ κακό.

–Ἄν κάνη, λέει! Ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ ἔλεγε: «Ἡ τηλεόραση, Πάτερ, εἶναι καλή». «Καλά εἶναι τὰ αὐγά, τοῦ λέω, ἅμα τὰ ἀνακατέψης ὅμως μὲ κουτσουλιά, ἄχρηστα γίνονται». Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ ραδιόφωνο. Σήμερα, ἄν ἀνοίξης τὸ ραδιόφωνο, γιὰ νὰ ἀκούσης μία εἴδηση, πρέπει νὰ ἀνεχθῆς νὰ ἀκούσης καὶ ἕνα τραγούδι, γιατί, μόλις τελειώση ἕνα τραγούδι, θὰ πῆ μία εἴδηση. Παλιά δὲν ἦταν ἔτσι. Ἤξερες τί ὥρα θὰ ἔλεγε τὴν εἴδηση στὸ ραδιόφωνο, τάκ, ἄνοιγες καὶ ἄκουγες. Τώρα εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσης καὶ τὸ τραγούδι, γιατί ἄν τὸ κλείσης, θὰ χάσης τὴν εἴδηση.

Ἔχει πάθει μεγάλη ζημιά ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν τηλεόραση, ἰδίως τὰ παιδάκια καταστρέφονται. Ἦρθε ἕνα παιδάκι ἑπτά χρονῶν μὲ τὸν πατέρα του στὸ Καλύβι. Ἔβλεπα νὰ μιλάη μὲ  τὸ στόμα του τὸ δαιμόνιο τῆς τηλεοράσεως, ὅπως μιλάει τὸ δαιμόνιο μὲ τὸ στόμα τῶν δαιμονισμένων. Ἦταν σάν ἕνα μωρό νὰ γεννήθηκε μὲ δόντια. Σήμερα συχνά δὲν βλέπεις φυσιολογικά παιδιά, εἶναι τέρατα. Καὶ βλέπεις, δὲν παίρνουν μία στροφή παραπάνω, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἔχουν ἀκούσει, αὐτὸ ποὺ ἔχουν δεῖ, αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουν. Ἔτσι θέλουν οἱ ἄλλοι νὰ ἀποβλακώσουν τὸν κόσμο μὲ τὴν τηλεόραση. Δηλαδή, αὐτὰ ποὺ ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι, αὐτὰ νὰ πιστεύουν, αὐτὰ νὰ κάνουν.

–Γέροντα, μᾶς ρωτοῦν μητέρες πῶς νὰ κόψουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ τὴν τηλεόραση.

–Νὰ δώσουν στὰ παιδιά νὰ καταλάβουν ὅτι μὲ τὴν τηλεόραση ἀποβλακώνονται, δὲν μποροῦν νὰ σκέφτωνται. Ἄς ἀφήσουμε ὅτι χαλοῦν τὰ μάτια τους. Αὐτή ἡ τηλεόραση εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τηλεόραση, ἡ πνευματική. Ὅταν δηλαδή μὲ τὴν ἀπέκδυση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καθαρίζωνται καὶ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, τότε βλέπει ὁ ἄνθρωπος πιὸ μακριά χωρίς μηχανές. Εἴπανε στὰ παιδιά τους γι' αὐτή τὴν τηλεόραση;

Νὰ καταλάβουν τὴν πνευματική τηλεόραση, γιατί μὲ αὐτὰ τὰ κουτιά θὰ χαζέψουν. Οἱ Πρωτόπλαστοι εἶχαν τὸ διορατικό χάρισμα. Αὐτὸ χάθηκε μετά τὴν πτώση. Ὅταν διατηρήσουν τὰ παιδιά τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, θὰ ἔχουν καὶ διορατικό χάρισμα, πνευματική τηλεόραση. Θέλει προσοχή, δουλειά πνευματική. Οἱ μανάδες σήμερα χάνονται μὲ χαμένα πράγματα καὶ μετά: «Τί νὰ κάνω, Πάτερ; Χάνω τὸ παιδί μου!».

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

 


Τ᾿ Ἀγνάντεμα

Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του.

Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ᾽ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾽ ἀφώτιστα κύματα.

Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν᾽ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ᾽ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι᾽ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νά ᾽ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δύο ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026


Ἡ ἀγωγὴ τῶν παίδων καὶ αἱ μητέρες
Ἡ τῶν παίδων ἀγωγὴ ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας ἀνάγκη νὰ ἄρχηται, ὅπως αἱ ψυχικαὶ τοῦ παιδὸς δυνάμεις ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῶν διευθύνονται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρὸς τὸ καλόν, τὸ ἀγαθόν, τὸ ἀληθές, καὶ ἀπομακρύνονται τοῦ κακοῦ, τοῦ αἰσχροῦ καὶ τοῦ ψευδοῦς. Ἡ ἡλικία αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀσφαλεστέρα βάσις, ἐφ᾿ ἧς μέλλει νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ ἠθικὴ καὶ διανοητικὴ τοῦ παιδὸς μόρφωσις. Καὶ τὶς τῷ ὄντι δὲν ὁμολογεῖ ὅτι αἱ πρῶται ἐντυπώσεις αἱ κατὰ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν γενόμεναι δὲν ἀποβαίνουσιν ἀνεξάλειπτοι; Τίς ἀμφιβάλλει ὅτι κατὰ τὴν μικράν ἡλικίαν τοσοῦτον ἰσχυρῶς ἐκτυποῦνται ἐπὶ τῆς ἁπαλῆς ψυχῆς τοῦ παιδὸς αἱ ἐπιδράσεις, ὥστε καθ᾿ ὅλον τὸν βίον νὰ παραμένωσι ζωηραί; Πρὸς τὴν ἡλικίαν ταύτην ἡ φύσις ἔταξε παιδαγωγοὺς τοὺς γονεῖς καὶ ἰδίως τὰς μητέρας, ταύτας ἄρα ἀναγκαῖον διὰ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο καθῆκον τοῦ παιδαγωγοῦ προσηκόντως νὰ ἐκπαιδεύωμεν καὶ ἐπιμελῶς νὰ ἀνατρέφωμεν, διότι αὗται θέλουσι χρησιμεύει τοῖς ἑαυτῶν τέκνοις εἰκόνες καὶ ὑποδείγματα, ὧν ἐκμαγεῖα ἔσονται τὰ τέκνα. Ὁ παῖς τοσοῦτον ἀπομιμεῖται τὰς ἀρετάς, ἢ τὰ ἐλαττώματα τῆς μητρός, ἔτι δὲ καὶ τὴν φωνὴν καὶ τοὺς τρόπους, καὶ τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφοράν, ὥστε λίαν καταλλήλως δύναταί τις νὰ παρομοιώσῃ τὰ τέκνα πρὸς τὰς ὀρειχαλκίνους πλάκας τοῦ φωνογράφου, τὰς δεχομένας πρῶτον τὰ ἴχνη τῆς φωνῆς καὶ ἐκπεμπούσας τὸ δεύτερον τὴν φωνὴν μετὰ τοῦ αὐτοῦ τόνου, τοῦ αὐτοῦ ὕφους, καὶ τοῦ αὐτοῦ χρωματισμοῦ, μεθ᾿ οὗ ἐξεφωνήθη. Πᾶν νεῦμα, πᾶσα λέξις, πᾶν κίνημα καὶ πᾶσα πράξις τῆς μητρός, γίνεται νεῦμα καὶ λέξις, καὶ ἔκφρασις, καὶ κίνημα καὶ πράξις τοῦ παιδός.
Ἡ μήτηρ διὰ τῆς ἐνδελεχοῦς μετὰ τοῦ παιδὸς συνδιατριβῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ὑποδείξεως τῶν αὐτῶν παραστάσεων ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ἤθους τοῦ παιδὸς καὶ δίδωσι αὐτὴ πρώτη τὴν πρώτην ὤθησιν πρὸς τὸ ἀγαθόν. Ἡ μήτηρ δι᾿ ἑνὸς βλέμματος, δι᾿ ἑνὸς φιλήματος, διὰ τῆς μειλιχίου αὐτῆς φωνῆς καὶ τῶν ἁβρῶν αὐτῆς θωπευμάτων, δύναται νὰ διεγείρῃ εὐθὺς εἰς τὴν καρδίαν τοῦ παιδὸς τὴν πρὸς τὸ ἀγαθὸν ροπὴν καὶ κλίσιν, ὁμοίως ἡ αὕτη δι᾿ ἑνὸς δυσμενοῦς βλέμματος, δι᾿ ἑνὸς δακρύου κυλιομένου ἐπὶ τῶν παρειῶν της, διὰ μιᾶς ἐκφράσεως τῆς δηλωτικῆς της θλίψεως τῆς καρδίας της δύναται νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν παῖδα ἀπὸ τοῦ ὀλεθριωτάτου τῆς καρδίας κινδύνου. Ὁ παῖς ἐν τῷ μητρικῷ κόλπῳ ἀνατρεφόμενος, καὶ ἐν τῇ μητρικῇ ἀγκάλῃ θερμαινόμενος ἀρχίζει νὰ ἀγαπᾷ πρὶν ἢ καταμάθῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀγάπης καὶ ἀρχίζει νὰ ὑποτάσσῃ τὴν ἑαυτοῦ θέλησιν εἰς τὸν ἠθικὸν νόμον, πρὶν ἢ καταμάθῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἠθικοῦ νόμου, καὶ τὴν πρώτην δὲ περὶ Θεοῦ ἔννοιαν μόνον ἡ μήτηρ εἶναι καταλληλότατη νὰ διεγείρῃ ἐν τῇ παιδικῇ καρδίᾳ. Τούτου ἕνεκα ὁ μὲν μέγας Βασίλειος λέγει (ἐπιστολ. σκγ´) «ἣν ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου, ταύτην αὐξηθεῖσαν ἔσχον ἐν ἐμαυτῷ, οὐ γὰρ ἄλλα ἐξ ἄλλων μετέβαλλον ἐν τῇ τοῦ λόγου συμπληρώσει, ἀλλὰ τὰς παραδοθείσας μοι παρ᾿ αὐτῆς ἀρχὰς ἐτελείωσα»· ὁ δὲ μέγιστος τῶν σημερινῶν παιδαγωγῶν Πεσταλότσης ἀναθέτων ἅπασαν τὴν θρησκευτικὴν τοῦ παιδὸς ἀγωγὴν εἰς τὰς μητέρας ἀνακράζει, «ἐπίστευσα εἰς τὴν μητέρα μου, ἡ καρδία αὐτῆς κατέδειξεν εἰς ἐμὲ τὸν Θεόν, Θεός μου εἶναι ὁ Θεὸς τῆς μητρός μου. Θεὸς τῆς καρδίας μου εἶναι ὁ Θεὸς τῆς καρδίας της, μῆτερ, μῆτερ! σὺ κατέδειξάς μοι τὸν Θεὸν ἐν τοῖς προστάγμασί σου καὶ ἐγὼ εὗρον αὐτὸν ἐν τῇ ὑπακοῇ μου, μῆτερ, μῆτερ! Ἐὰν λησμονήσω τὸν Θεόν, λησμονήσω σε αὐτήν». Ἀλλ᾿ ὅπως πᾶσα καλὴ πρᾶξις, πᾶσα καλὴ λέξις, καὶ πᾶσα καλὴ διάθεσις τῆς μητρὸς ἀποτελοῦσιν τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῶν μετὰ ταῦτα καλῶν πράξεων, λόγων καὶ διαθέσεων τοῦ παιδός, οὕτω καὶ πᾶσα κακὴ πρᾶξις, λόγος καὶ διάθεσις τῆς μητρὸς ἐγκλείουσι τὰ φθοροποιὰ σπέρματα τῶν μετὰ ταῦτα κακῶν πράξεων, λόγων καὶ διαθέσεων τοῦ παιδός, διὸ τοιοῦτος ἀποβαίνει ὁ παῖς, οἵα εἶναι ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τῆς μητρὸς ψυχὴ εἶναι δυσειδὴς καὶ μοχθηρά, ἢ μέλαινα, ἢ διεφθαρμένη, ἢ σκληρὰ καὶ τραχεῖα, αἱ δὲ κλίσεις κακαί, καὶ οἱ τρόποι σκανδαλώδεις, καὶ οὐχὶ σεμνοί, ἢ ἂν αὕτη εἰς ἀσέβειαν ρέπῃ, ἢ εἰς ὀργήν, ἢ εἰς πάθη παράφορα καὶ μίση, ταχέως μέλλουσι νὰ βλαστήσωσι καὶ παρὰ τῷ παιδὶ τῶν μοχθηρῶν τούτων κακιῶν τὰ βλαστήματα. Ἂν δὲ τοὐναντίον τῆς μητρὸς ἡ ψυχὴ εἶναι θεοειδής, καθαρά, ἱλαρά, ἀθώα καὶ πλήρης φόβου Θεοῦ, αἱ δὲ κλίσεις εὐγενεῖς καὶ ἅγιαι, καὶ αἱ διαθέσεις εἰρηνικαί, φιλόθεοι καὶ φιλάνθρωποι, τότε καὶ ἡ τοῦ παιδὸς ψυχὴ εἰς τοιοῦτον κάτοπτρον κατοπτριζομένη καὶ ἀνεπαισθήτως ταύτην ἀπομιμουμένη ἀποβαίνει αὐτὴ ὁμοία καὶ σὺν τῷ χρόνῳ προϊόντι ἀποφαίνει τῶν ἀγαθῶν σπερμάτων τὴν βλάστησιν. Αἱ μητέρες δύνανται διὰ τὴν ἐπιρροήν, ἣν ἐπὶ τὰ τέκνα ἑαυτῶν κέκτηνται,  νὰ διαπλάσωσιν αὐτὰ κατὰ ἴδιον χαρακτῆρα, ὡς ὁ κεραμεὺς τὴν κέραμον κατὰ τὸ ἴδιον σχέδιον.
Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026


Ζωὴ πολυμέριμνη
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος, θέλει ν᾿ ἀπολάψει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάξει ὅλα. Καὶ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως φτάξει σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλά, ἔστω κι ἂν μπορεῖ νὰ τ᾿ ἀποχτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι ὁ εὐτυχισμένος. Δὲν τὸ κάνει ἀπὸ οἰκονομία, εἴτε γιατὶ ἔχει τὴν ἰδέα πὼς τὰ πολλὰ τὸν βλάφτουνε στὴν ψυχὴ ἢ στὸ σῶμα. Ἀλλὰ γιατὶ στὰ λίγα καὶ στὰ ἁπλὰ βρίσκει πιὸ ἁγνὴ ἱκανοποίηση. Καὶ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα, ἐπειδὴ μὲ τὰ ἁπλὰ καὶ μὲ τὰ λίγα δὲν χάνει τὸν ἑαυτό του. «Τὶς ἔστι πλούσιος; Ὁ ἐν ὀλίγῳ ἀναπαυόμενος».
Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουνε πουθενὰ ἡσυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦνε νὰ ζήσουνε χωρὶς τὸν ἑαυτό τους. Τρέχουνε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ νὰ βροῦνε τὴν εὐτυχία, μὰ εὐτυχία δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. θέλουμε νὰ εὐχαριστηθοῦμε μὲ συμπόσια ἀπ᾿ ὅπου λείπουμε. Ὅποιος ἔχει χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα ποὺ δίνουνε οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς κι ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδίας. Μ᾿ αὐτὸ τὸ βύθισμα στὸν ἑαυτό του βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὸν θεό. Γιὰ τοῦτο εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως, οὐδὲ ἐροῦσιν· ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν». «Μὴν ψάχνετε, ζαλισμένοι ἄνθρωποι, ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ βρῆτε τὴν εὐτυχία. Γιατὶ ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα σας».
Μέγας λόγος, ὅπως ὅλα τὰ θεϊκὰ λόγια. Μέσα μας εἶναι ὁ θησαυρός. Ἀπ᾿ ἔξω εἶναι ξέρακας, κι ἂς μὴ μᾶς ξεγελᾶ ἡ φασαρία καὶ τὰ ψεύτικα πυροτεχνήματα. Ὅποιος ζεῖ ἐξωτερικά, ζεῖ ψεύτικα. Ὅποιος ζεῖ ἐσωτερικά, ζεῖ ἀληθινά. Ξέρω καλὰ τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ διάφορες ματαιότητες, ποὺ ἀπὸ μακρυὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό, ἐνῷ σὰν τὰ δεῖ κανένας ἀπὸ κοντά, ἀπορεῖ γιὰ τὴ φτώχεια ποὺ ἔχουνε καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ψευτογελιοῦνται μ᾿ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Ξέρω λοιπὸν καλὰ αὐτὴ τὴ ζωή, γιατί, ἀναγκαστικά, ἔζησα, κάποιες φορές, μὲ ἀνθρώπους πλούσιους, ποὺ μὲ προσκαλούσανε στὰ σπίτια τους, στὶς ἐπαύλεις τους, στὰ κόττερά τους καὶ στὶς ἄλλες διασκεδάσεις τους. Μελαγχολία μ᾿ ἔπιανε ἀπὸ κείνη τὴν κατάσταση. Ἔβλεπα δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνανε τὸν εὐτυχισμένο, κατάδικους ποὺ κάνανε τὸν ἐλεύθερο. Ἀλλά, ἂν δὲν καταγινόντανε μὲ τόσες ψεύτικες χαρές, θὰ πέφτανε στὴ βαρεμάδα, στὴ λεγόμενη ἀνία. Ἢ τὸ ἕνα, ἢ τὸ ἄλλο. Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία, τρισδυστυχισμένοι. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνύπαρκτη κι ἀνύπαρκτη ἡ εὐτυχία, ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ. Πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ ἁλάτι;
Λοιπόν, ὅποτε ἀναγκαζόμουνα νὰ πάγω γιὰ λίγο κοντὰ σὲ τέτοιους κοσμικοὺς ἀνθρώπους, πρᾶγμα ποὺ γινότανε σπάνια, γιὰ νὰ μὴν τοὺς προσβάλω, ἀφοῦ μὲ προσκαλούσανε μὲ εὐγένεια, δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ νὰ ἀποτραβηχτῶ στὸ καβούκι μου, νὰ γυρίσω στὸ φτωχὸ σπίτι μου καὶ στ᾿ ἀγαπημένα πράγματα ποὺ βρίσκουνται γύρω μου. Ἔβλεπα πῶς ἀντὶ νὰ πάρω κάτι ἀπὸ ὅλη ἐκείνη τὴν τυμπανοκρουσία, ὅπως πιστεύει ὁ πολὺς ὁ κόσμος, ἐγὼ ἔδινα, ἔδινα ξύπνημα στοὺς κοιμισμένους, ξεμούδιασμα στοὺς μουδιασμένους, ζωὴ στὴ μονοτονία τους.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ τώρα ποὺ γράφω, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶμαι προσκαλεσμένος σὲ πολλὰ μέρη ἀπὸ κάποιους εὐγενεῖς ἀνθρώπους, ὄχι μονάχα στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ σὲ μακρυνὰ μέρη, κάθουμαι στὸ μικρὸ περιβολάκι μας μὲ τὰ λίγα δεντράκια καὶ μὲ τὰ ταπεινὰ λουλούδια. Ξεκουράζουμαι κι εἰρηνεύει ἡ ψυχή μου. Τοῦτο τὸ μικρὸ κηπάριο εἶναι γιὰ μένα ὁ Κῆπος τῆς Ἐδέμ. Ὁ ἀγέρας μοσχοβολᾶ, κι ὁ νοῦς μου ταξιδεύει. Ταξιδεύει ἐδῶ κι ἐκεῖ, μὰ περισσότερο βυθίζεται μέσα μου, ἐκεῖ ποὺ ἀναβρύζει τὸ μυστικὸ νερό, ἐκεῖ ποὺ βρίσκουνται τὰ ριζώματα» τοῦ κόσμου.
Εὐχαριστῶ τὸν θεὸ ποὺ βρέθηκε αὐτὸ τὸ καταφύγιο. Νοιώθω μεγάλη εὐτυχία ποὺ εἶμαι μοναχιασμένος, πού, ἐδῶ ποὺ κάθομαι, δὲν μὲ ξέρει κανένας, δὲν μὲ θυμᾶται κανένας. Σὰν νὰ εἶμαι καραβοτσακισμένος ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὴ φουρτούνα, κι ἀκούγει τὸ μούγκρισμα τῆς θάλασσας ἀπὸ τὸ σίγουρο καταφύγιό του. Σὰν νὰ γλύτωσε ἀπὸ λῃστές. Ἀνατριχιάζω συλλογισμένος τὴν ἀνεμοζάλη ποὺ τὴ λένε ζωὴ οἱ ὅμοιοί μου, κοινωνικὴ ζωή, ζούγκλα γεμάτη σκορπιούς, φίδια καὶ λύκους. Ἀναπαύουμαι μοναχὰ μὲ δυὸ - τρεῖς ἀνθρώπους ἁπλοὺς καὶ καλοκάγαθους, ποὺ ἔχουνε ἀγάπη μέσα τους καὶ εἰρήνη στὴν καρδιά τους. Δὲν θέλω μήτε θαυμασμούς, μηδὲ δόξες, μήτε ἄλλες τέτοιες συμφορές, θέλω νὰ εἶμαι ξεχασμένος κι ἀσήμαντος. Ὦ λησμονιά, τί μπάλσαμο εἶσαι γιὰ ὅσους ποθοῦνε τὴν εἰρήνη! Κατάρα εἶναι ἡ δίψα ποὺ ἔχουνε οἱ ἄνθρωποι νὰ κατασταθοῦνε ξακουσμένοι, νὰ τοὺς δοξάζει ὁ κόσμος καὶ νὰ βασανίζουνται μέσα στὴ ματαιότητα κι ἐκεῖνοι ποὺ θαυμάζουνται κι ἐκεῖνοι ποὺ θαυμάζουνε.
Ἐδῶ ποὺ κάθουμαι, νοιώθω πῶς εἶμαι μακρυὰ ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς τοὺς βραχνάδες ποὺ τοὺς ἔχουνε γιὰ εὐτυχία οἱ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι.
Φυσᾶ στὸ πρόσωπό μου τὸ δροσερὸ ἀγεράκι, μπαίνει ἁπαλὰ στ᾿ αὐτιά μου, σὰν νὰ μὲ χαιρετᾶ. Σιγοσαλεύουνε τὰ κλαδιὰ κι οἱ κορφὲς τῶν δέντρων. Μαμούνια περπατοῦνε στὸ μοσχοβολημένο χῶμα, τὸ κάθε ἕνα τραβὰ τὸν δρόμο του κι ἔχει τὸν σκοπό του. Ποῦ πηγαίνουνε; Μυστήριο. Πεταλούδια καὶ μυγάκια λογῆς-λογῆς, ἄλλα μακρουλά, ἄλλα στρογγυλά, πετᾶνε καὶ μαζεύονται γύρω ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ εἶναι ἀναμμένο ἀπὸ πάνω μου. Ὅλα εἶναι σπουδαῖα, ὅλα ἀξιαγάπητα. Κι ἐγὼ εἶμαι ἕνα ἀπ᾿ αὐτά.
Δὲν ἀκούγεται τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ τὶς σταλαγματιὲς τὸ νερὸ ποὺ πέφτουνε ἀπὸ τὴ βρύση, κάνοντας τὴ σιωπὴ ἀκόμα πιὸ βαθειά. Σὰ νὰ γίνεται γύρω μου κάποια μυσταγωγία. Τὸ μυστήριο τοῦ κόσμου τὸ νοιώθω καὶ μέσα μου κι ἀπέξω. Μυστικὲς θύρες ἀνοίγουνε ἀπὸ παντοῦ. Τὸ κάθε δέντρο, τὸ κάθε χορτάρι, τὸ κάθε λουλούδι, σὰν νὰ μὲ βλέπει μὲ τὰ μυστηριώδη μάτια του.
Εἶμαι μακάριος στὸ μικρὸ τοῦτο περιβολάκι μας. Τύφλα νἄχουνε μπροστά του οἱ μεγάλοι κῆποι καὶ τὰ πολυέξοδα παλάτια, τὰ φανταχτερὰ κόττερα. Ὅσα εἶναι γύρω μου εἶναι ἀγαπημένα, γιατὶ δὲν εἶναι ἀγορασμένα μὲ λεφτὰ πολλά, ὅπως εἶναι ὅσα ἔχουνε οἱ πλούσιοι. Ἀγορασμένα πράγματα μποροῦνε νὰ δώσουνε εὐτυχία στὸν ἄνθρωπο;
Ὤ, ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὰ πλούτη καὶ ποὺ μόνο τί λογῆς εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν ξέρετε. Ἄνθρωποι βασανισμένοι, σαστισμένοι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες κι ἀπὸ τὶς σκουτοῦρες, σκλάβοι στὴ φιλοδοξία καὶ στ᾿ ἄλλα πάθη, ὢ ἄσωτοι γυιοί, ποὺ φάγατε τὰ ξυλοκέρατα καὶ δὲν χορτάσατε, γυρίστε πίσω στὸ σπίτι τοῦ πατέρα σας τοῦ πονετικοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική σας, καὶ μπεῖτε μέσα νὰ ξαποστάσετε, νὰ εὐφρανθῆτε καὶ νὰ νοιώσετε τὴν ἀληθινὴ χαρά!
Φώτης Κόντογλου

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

 


Ὅ,τι θέλεις Ἐσύ

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει δώσει τὴν καρδιά του στὸν Χριστὸ δὲν ὑποφέρει, ὅσες δυσκολίες καὶ νὰ συμβοῦν. Χαίρεται, εἶναι γεμάτος ἐσωτερικὴ χαρά. Εἶναι δραστήριος, προσεκτικός. Δὲν κάνει λάθη, ζημιές. Τὸ μυαλό, τὰ χέρια, τὰ πόδια, ὅλα κινοῦνται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Διότι ὅταν ἔχουμε μέσα μας τὸν Χριστό, δὲν ζοῦμε κανονίζοντας ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας. Ζεῖ ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός, καὶ κανονίζει αὐτὸς τὴ ζωή μας.

Ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ -αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Ἡ τέλεια ὑπακοὴ στὸ Θεό, χωρὶς ἀντίρρηση, χωρὶς ἀντίδραση, ἔστω κι ἂν ὁρισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα καὶ παράλογα. Τὸ ἄφημα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέμε στὴν Θεία Λειτουργία τὰ λέγει ὅλα: «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Σ’ Ἐσένα Κύριε, τὰ ἀφήνομε ὅλα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Αὐτὴ μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸν καθιστᾶ θεάνθρωπο.

Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινὴ ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ Ἐκεῖνον. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη ἀξία, νὰ ὁδηγεῖσαι ἀπ’ τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχεις κανένα θέλημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία. Νὰ καίγεσαι γιὰ τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν. Ἂν νικηθεῖς ἀπ’ τὸν Θεό, ὑποδουλώνεσαι σ’ Αὐτὸν καὶ ζεῖς στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ...

Ὅλα τὰ προβλήματά μας, τὰ ὑλικά, τὰ σωματικά, τὰ πάντα, νὰ τ΄ ἀναθέτουμε στὸν Θεό.

Πῶς λέμε στὴν Θεία Λειτουργία: «...καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».

Ὅλη τὴ ζωή μας σ΄ Ἐσένα, Κύριε, ἀφήνουμε. Ὅ,τι θέλεις Ἐσύ. «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ ὅλα τὰ κάνει προσευχή. Καὶ τὴ δυσκολία καὶ τὴ θλίψη, τὶς κάνει προσευχή. Ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ τύχει, ἀμέσως ἀρχίζει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026



Ὁ κόσμος καὶ ἡ συνείδησή του:
Ἁπλὲς σκέψεις γιὰ ἕνα μεγάλο θέμα
Ὁ Ντοστογιέφσκι στὸ ἔργο του «Ἔγκλημα καὶ Τιμωρία» περιγράφει σ’ ὅλες τὶς δραματικές του διαστάσεις τὸν ἀγώνα τοῦ ἐγκληματία νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ ἔλεγχο, ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν τύψεων. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀνάλγητος καὶ ἀδιάφορος, ψυχικὰ πωρωμένος καὶ ἠθικὰ βουλιαγμένος, χρειάζεται ἕναν ἀντί-Ντοστογιέφσκι, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἀντί-συνείδησή του.
Ἡ ἀνθρώπινη ἀδιαφορία ἔχει γίνει μετρήσιμο μέγεθος. Κάποτε στὴ Γερμανία σκηνοθέτησαν ὁδικὸ ἀτύχημα γιὰ νὰ μετρήσουν πόσοι ὁδηγοὶ θὰ σταματήσουν γιὰ νὰ προσφέρουν βοήθεια. Τὸ ἄθροισμα ἦταν μηδενικό. Καὶ τὸ ἀντίστροφο: μία ἔρευνα περιοδικοῦ ἀποκάλυψε πὼς πολλοὶ δὲν σπεύδουν —ἰδίως νύχτα— νὰ σηκώσουν, νὰ βοηθήσουν ἕναν πεσμένο ἄνθρωπο, γιατὶ φοβοῦνται μήπως εἶναι σκηνοθεσία ληστείας. Ὑπάρχει μία πρόοδος, λοιπόν, στὴν καταγραφὴ τῆς ἀπανθρωπιᾶς, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀνθρωποφοβίας. Οἱ στατιστικοὶ πίνακες καὶ οἱ ἠλεκτρονικοὶ ὑπολογιστὲς εἶναι σὲ θέση νὰ μᾶς ἀποκαλύψουν μὲ ἀκρίβεια ὅτι ἀπεμπολήσαμε τὸ μέσα, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὸ ἔξω. Ὅμως, τελικὰ δὲν κερδίσαμε τίποτα. Γιατί, ὅποιος δὲ βρίσκει ἀνάπαυση στὴ συνείδησή του μάταια τὴν ἀναζητᾶ ἀλλοῦ. «Ἡ συνείδηση εἶναι τὸ πιὸ μαλακὸ μαξιλάρι, γιὰ νὰ κοιμηθεῖς», λέει μία ξένη παροιμία.
«Ντρέπομαι γιὰ τὴ ζέστα μου καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπιά μου», λέει ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὴ δική του θαλπωρὴ τὴν ὥρα ποὺ ἡ παγωνιὰ δέρνει ἀλύπητα τὴν ἐργατιὰ καὶ τὴν ἀγροτιά. Ὁ σύγχρονος τεχνοκρατικὸς ἄνθρωπος δὲν ἔχει τέτοιες εὐαισθησίες. Φαίνεται πὼς τὰ τελευταία ὑπολείμματα ἀνθρωπιᾶς κάηκαν στοὺς φούρνους τοῦ Ἄουσβιτς μὲ τὸ σῆμα τῆς «Ζῆμενς», ποὺ ἐνδεχομένως φέρει κι ὁ δικός μας ἠλεκτρικὸς φοῦρνος. Ὅμως δὲ θέλουμε νὰ κάνουμε κάτι τέτοιους ἐνοχλητικοὺς συσχετισμούς. Δὲν θέλουμε ἐνοχλητικὲς μνῆμες καὶ ἠθικὰ ἐρωτηματικὰ νὰ ταράσσουν τὴ μακαριότητά μας. Στὸν κόσμο μας μόνο τὸ ὑλικὸ κεφάλαιο παραμένει ζωντανό. Ἡ συνείδηση ἔχει γίνει νεκρὸ κεφάλαιο. Τὰ ἠθικὰ κριτήρια ἔχουν ἀπονεκρωθεῖ, κάθε ἔξω-ὑλικὸ μέγεθος προβάλλεται ὡς ἀναχρονιστικό, ἡ τιμιότητα θεωρεῖται ἀφέλεια, ἡ ἀγαθότητα ἀνοησία, ἡ ἀνθρωπιὰ παράταιρο θεωρητικὸ σχῆμα.
Ἡ τιμωρία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι ὅτι φοβᾶται τὸν ἄνθρωπο. Κλειδώνεται – διπλοκλειδώνεται. Ἀσφαλίζεται — διπλασφαλίζεται. Ὅμως πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ συνάνθρωπο ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὸν ἑαυτό του. Φοβᾶται νὰ μιλήσει μαζί του, νὰ κάνει ἕναν τίμιο ἀπολογισμό. Φοβᾶται τὶς εὐθύνες, ποὺ συνεπάγεται ὁ συνειδησιακὸς ἔλεγχος. Προτιμᾶ νὰ καταλαγιάζει τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής του μὲ ὑποκατάστατα, ν’ ἀφήνεται στὰ πάθη του, ἐλπίζοντας ὅτι ἡ συνείδησή του θὰ πάψει νὰ τὸν ἐνοχλεῖ. Προτιμᾶ νὰ γίνει ἀπάνθρωπος, ποὺ κινεῖται στὸ λυκόφως τῆς συνείδησης, γιατὶ φοβᾶται τὸ φῶς της. Προτιμᾶ ν’ ἀπεμπολήσει τὴν ἀξιοπρέπειά του, παρὰ νὰ ζημιωθεῖ οἰκονομικά. Ἴσως ὁ τωρινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐννοεῖ τὴ συνείδηση ὡς μία μοντέρνα Τράπεζα Συναλλαγῶν.
Ὅταν φτάνει ἡ μέρα ποὺ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ πεῖ τὸ «μεγάλο ναὶ» ἢ τὸ «μεγάλο ὄχι», ὅταν πρέπει νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὰ στενὰ μονοπάτια, ποὺ χαράζει ὁ αὐτοέλεγχος καὶ οἱ ἐσωτερικὲς ἀμφιβολίες, καὶ ἀνάμεσα στὴν πλατιὰ λεωφόρο ποὺ ἀνοίγει ἡ ἀναλγησία, τοποθετεῖται μπροστὰ σ’ ἕνα δίλημμα, ὅμοιο μ’ ἐκεῖνο τοῦ Ἡρακλῆ. Καὶ τότε καλεῖται νὰ δώσει μίαν ἀπάντηση ποὺ θὰ σημαδέψει ὁλόκληρη τὴ ζωή του, ποὺ θὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἐσωτερικὴ ἰσορροπία καὶ εὐδαιμονία ἢ θὰ ἐπιφέρει τὸν ἐσωτερικὸ διχασμό, τὴ δισυπόστατη ψυχικὴ δράση, ποὺ ἐνεργεῖ καταλυτικὰ γιὰ τὴν ψυχικὴ ἁρμονία, δημιουργώντας μιὰ βούληση δύο ταχυτήτων: ἀργὴ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γρήγορη γιὰ τὸ κακό.
Τελικὰ μὲ τὶς ἐπιλογές μας φέραμε τὴ ζωή μας ξανὰ στὴν ἐποχὴ τῶν παγετώνων. Ἡ ἀφροσύνη ἔφερε τὴν παραφροσύνη. Προσπαθώντας, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσει σ’ ἕναν παράλογο κόσμο, κλείνεται ἑρμητικὰ στὸ καβούκι τῆς μοναξιᾶς του, ἀρνεῖται τὸ συναισθηματικὸ δέσιμο μὲ τὸν κόσμο, μετατρέπεται σ’ ἕναν κοινωνικὸ ἀναχωρητή, ποὺ ζεῖ μέσα στὴν κοινωνία, γιὰ νὰ μὴ βρίσκεται σ’ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἑαυτό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ θέσει κάποια ἐνοχλητικὰ ἐρωτήματα ἢ νὰ τὸν τοποθετήσει σὲ βασανιστικὰ διλήμματα. Κλεισμένος σ’ ἕνα «ἀποστειρωμένο δωμάτιο», καλὰ ἠχομονωμένο, στηρίζει τὴν ὕπαρξή του σ’ ἕνα κενὸ σχῆμα, ποὺ ὑπηρετεῖ μόνο τὸν ἐγωισμό του, χωρὶς νὰ συμβάλλει προωθητικὰ στὴν ἐπίτευξη μίας νέας ἠθικῆς ποιότητας. «Ὄμορφο κόσμο, ἠθικό, ἀγγελικὰ πλασμένο», ὁραματίστηκε ὁ ποιητής. Ἂς εἴμαστε περισσότερο προσγειωμένοι. Ἡ ἀπαίτηση γιὰ ἕναν κόσμο ἀγγέλων προβάλλει σὰν ἄπιαστο ὄνειρο, ποὺ ἐλάχιστα προσεγγίζει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ὅπως διαμορφώνονται σήμερα. Ἄν ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴ ζωή μας παράδεισο, μποροῦμε, τουλάχιστον, νὰ μὴν τὴν κάνουμε κόλαση. Ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὁ Βλαδίμηρος Λένιν, ἕνας ἐλάχιστα ὡραιολόγος ὁραματιστὴς ἔχει πεῖ: «Ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση δὲν ἀντανακλᾶ μόνο τὸν ἀντικειμενικὸ κόσμο, μὰ καὶ τὸν διαμορφώνει». Ἄν δώσουμε προτεραιότητα στὴν ποιότητα τῆς συνείδησης (κι αὐτὸ εἶναι εὐθύνη τῆς παιδείας), μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸν κόσμο καλύτερο. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ εὐαισθητοποιηθοῦμε σὲ ἠθικὰ θέματα, ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἀποστασιοποίηση ἀπέναντι στοὺς ἠθικοὺς κραδασμοὺς τοῦ κόσμου, ἐλπίζοντας νὰ τὸν κάνουμε ὄχι βέβαια ἀγγελικότερο ἀλλὰ ἀνθρωπινότερο.
Σαράντος Καργάκος

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026


Ὁ γερο Χαράλαμπος ὁ «Κομποσχοινᾶς»
Γνωρίσαμε τόν γερο Χαράλαμπο τόν «Κομποσχοινᾶ», ὅπως τόν ἔλεγαν ὅλοι στό Ὄρος, τή δεκαετία τοῦ ’90. Ψηλός καί λίγο καμπουριαστός γέροντας -λεβεντόγερος! - καί πάντα χαμογελαστός... Ὅποτε καί νά τόν ἔβλεπες κομποσχοίνι ἔπλεκε! Εἴτε μέρα εἴτε νύχτα! Εἶχε τόσο ἐξασκηθεῖ πού δέν χρειαζόταν νά κοιτᾶ γιά νά τραβήξει τά κορδονάκια κατά τό πλέξιμο τοῦ κομποσχοινιοῦ· ὅσοι ξέρουν νά πλέκουν καταλαβαίνουν τί δύσκολο πού εἶναι... Λίγες οἱ κουβέντες του, συνήθως ἀμίλητος. Μετρημένος καί προσεκτικός, ποτέ δέν νομίζω νά μάλωσε ἤ νά προσέβαλε κανέναν. Ἐκεῖνο πού τόν χαρακτήριζε πάντως ἦταν ἡ ὑπερβολική ἁπλότητα! Μά τόσο ἁπλός πού ἔλεγες μήπως σέ...κοροϊδεύει!
Μιά μέρα πήγαμε στό κελλί του νά τόν ἐπισκεφθοῦμε μέ ἕναν ἄλλον ἀδελφό. Κατεβήκαμε ἕνα δρομάκι στριφτό καί ξάφνου ἀκούσαμε τή χαρακτηριστική φωνή του: «Σιγά μή μοῦ χαλάσετε τόν κῆπο!» Κοίταξα δεξιά–ἀριστερά....ποῦ εἶναι ὁ κῆπος; Καί κατάλαβα! Μέσα στό μονοπάτι εἶχε ρίξει ὁ εὐλογημένος κουκιά τά ὁποῖα -παραδόξως- φύτρωσαν καί εἶχαν βγεῖ κάτι...χαμένα κουκάκια, πού οὔτε τά ’βλεπες. Ὁ...κῆπος! Τά ἔτρωγε δέ πάντα ὠμά. Ὅταν φτάσαμε στό κελλί του ψάξαμε νά τόν βροῦμε. Καλά, ἀπό ποῦ ἦρθε ἡ φωνή του; Τελικά τόν ἀνακαλύψαμε μέσα σέ μιά τρύπα στή γῆ πού εἶχε σκάψει καί ξάπλωνε μέ τά πόδια λίγο ψηλότερα γιατί εἶχε φλεβίτη, πλέκοντας βέβαια πάντα κομποσχοίνι.
-Τί κάνεις ἐδῶ Γέροντα;
-Ἔ, νά, κάθομαι ἐδῶ πού ἔχει δροσιά....Καλώς ἤλθατε! Νά σᾶς κεράσω....
Σηκώθηκε μέ δυσκολία καί μπῆκε στό καλύβι του. Μετά ἀπό λίγο γύρισε κρατώντας ἕνα ἄθλιο πλαστικό μπώλ μέ κάτι λουκούμια πού, ὅπως συμπέρανα σέ λίγο πού προσπάθησα νά δαγκώσω ἕνα, πρέπει νά τά εἶχε ἀρκετές...δεκαετίες.
-Ὡραῖα! Τώρα νεράκι...
Μπῆκε πάλι μέσα καί γύρισε κρατώντας κάτι κονσερβοκούτια ἀπό καλαμάρια πού παλαιά μᾶς ἔδιναν «τράνζιτα» (ἀφορολόγητα) καί τά λέγαμε «Πορτόλες» γιατί ἡ μάρκα λεγόταν «Πορτόλα». Στό πλάι τοῦ καλυβιοῦ του ὑπῆρχε ἕνα λάστιχο, τό ξεβίδωσε στήν ἕνωση καί ἔτρεξε νερό. Ξέπλυνε τά κονσερβοκουτάκια καί ἔβαλε φρέσκο νεράκι νά μᾶς κεράσει.
-Ὁρίστε! Καλώς ἤλθατε πατέρες μου!
Κοίταξα μιά τό κουτάκι καί μιά τόν ἀδελφό πού πήγαμε μαζί...Μέσα στό κουτάκι ὑπῆρχε ἕνα στρῶμα ἀκαθορίστου χρώματος στόν πᾶτο καί τά τοιχώματα μέχρι ἕνα ὕψος... Ὁ ἀδελφός χαμογέλασε καί τό ἤπιε λέγοντας «τό κέρασμα τῆς ἐρήμου εὐλογημένε!». Ἐγώ δέν τά κατάφερα, τό ὁμολογῶ! Τό ἔχυσα δίπλα μέ τρόπο... Πῶς ζοῦσε ἐκεῖ ὁ εὐλογημένος, γέρος ἄνθρωπος... Μέσα τό καλυβάκι του δέν εἶχε σκεπή παρά μόνο στήν μία πλευρά, ἡ ἄλλη πλευρά ἦταν ἐκτεθειμένη στή βροχή.
-Καλά, τί κάνεις γέροντα ὅταν βρέχει;
-Εὐλογημένε, τό ἔχω τό κρεβάτι μου ἀπό τήν ἄλλη μεριά, δέν βλέπεις;
Τό καλούμενο «κρεβάτι», ἕνα ξύλινο κατασκεύασμα στο ταβάνι σχεδόν κολλητό, γιά νά τό πιάνει ἡ ζέστη, ὅπως ἔλεγε ὁ καλοκάγαθος γέρων. Ὅσο γιά ζέστη... μιά σόμπα μικροῦ μεγέθους πού γέμιζε ἀπό πάνω. Γιά νά βάλει τά μεγάλα ξύλα μέσα τά σκέπαζε μέ ἕναν...γκαζοντενεκέ γιά νά μεγαλώσει ὁ χῶρος τῆς σόμπας! Ἔλεγες βέβαια καλύτερα πού δέν ἔχει σκεπή τό καλύβι γιατί σίγουρα θά εἶχε σκάσει ἀπό τούς καπνούς ὁ γερο Χαράλαμπος...
Τό γοῦστο εἶναι πού ἦταν καί ἐφευρετικός ἀλλά καί πρωτοπορειακός! Ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀγόρασε ἀλυσοπρίονο στό Ὄρος. Καί ἐπειδή τοῦ εἶπαν νά προσέχει μήπως βρεῖ ἡ ἀλυσίδα καί τιναχθεῖ καί τόν κόψει τί μηχανεύθηκε; Ἔπιασε καί φόρεσε στά χέρια καί τά πόδια του μπουριά ἀπό σόμπες καί δυό φύλλα λαμαρίνας στό στῆθος καί τήν πλάτη. Σάν τόν Ρόμποκοπ ἦταν!
Ὅταν ἔμενε στήν Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στό Κυριακό γιά τήν λειτουργία τῆς Κυριακῆς. Παλιά δέν ἄναβαν σόμπες στούς Ναούς στό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτός ὁ καϋμένος κρύωνε καί ἐπειδή δέν ἄντεχε τόσες ὧρες, τυλιγόταν πάνω ἀπό τό ράσο μέ μια κουβέρτα, χωρίς νά ἐνδιαφέρεται πού τόν ἔβλεπαν οἱ ἄλλοι μοναχοί καί προσκυνητές, μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ βγάλουν τό παρατσοῦκλι «Ἀββᾶς Σινδόνιος».
Ἡ πιό ἀξιομνημόνευτη ὅμως ἱστορία του ἦταν ὅταν τοῦ ζήτησε ἕνας μοναχός τό κελλί πού εἶχε καί ἔμενε δίπλα στό Πρωτᾶτο, στίς Καρυές. Ἀμέσως δέχθηκε νά τοῦ τό δώσει ἐνῶ ἦταν ἤδη γέρος καί ὅδευε στά ὀγδόντα. Τοῦ τό παρέδωσε καί πῆγε νά μείνει σέ ἕνα ἀπομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στήν ἕρημο τῆς Καψάλας. Ἕνα πρωϊνό στήν πλατεία τῶν Καρυῶν ἀκούστηκε ἕνας παρατεταμένος θόρυβος σάν νά κυλοῦσαν ντετζερέδες... Βγαίνουν ἔξω ἀπό τά καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες καί προσκυνητές καί τί νά δοῦν! Ὁ γερο Χαράλαμπος, ἀπαθέστατος, ἔπλεκε κομποσχοίνι, ἔχοντας δέσει στήν μέση του ἕνα σχοινί πού τραβοῦσε πίσω του ὅλη του τήν πραμάτεια! Μιά κατσαρόλα, πιό πίσω ἕνα μπρίκι, μετά τό κουτί μέ τίς χάντρες γιά τά κομποσχοίνια, ἕνα σκαλιστήρι καί πάει λέγοντας...

Ὅσα χρήματα ἔβγαζε ἀπό τά κομποσχοίνια συνήθως τά μοίραζε, εἴτε σέ μοναχούς πού δυσκολεύονταν εἴτε στά παιδάκια τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς... Ἀπό τήν πολλή του ἁπλότητα παρεσύρθη κάποτε καί ἀκολούθησε τούς ζηλωτές ἀλλά κατάλαβε τό λάθος του καί ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία. Στό τέλος τῆς ζωῆς του γηροκομήθηκε ἀπό τούς καλούς πατέρες τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, ἀπό ὅπου καί ἀνεχώρησε γιά τόν οὐρανό τό 1998. Χάσαμε ἕναν παλαιό Ἁγιορείτη, γνήσιο ἐκφραστή τῆς Ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως τοῦ «λάθε βιώσας». Ἄγνωστος μεταξύ πάντων, μέ χαρά καί χαμόγελο βίωνε τήν ἁπλότητα τῆς ἄλλης βιοτῆς... Νἄχουμε τήν εὐχή του...

Τετράδιο 118 * Ὀκτώβριος 2009

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Συνάντηση Ἁγίων σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο τῆς Βιέννης
Μάϊος τοῦ 2003 καὶ ἡ Διακαινίσιμη περίοδος ἦταν στὸ τέλος της. Μὲ συντροφιὰ ἄλλους τρεῖς Χριστιανούς, ξεκινήσαμε πολὺ πρωί- ἀξημέρωτα ἀκόμα- γιὰ ἕνα προσκύνημα, στὴν Ἱ. Μ. τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας. Ἡ παρέα μας, γνωστὸς Ἡγούμενος Μεγάλης Ἁγιορείτικης Μονῆς, ἕνας Ἱερομόναχος καὶ ἕνας ἀκόμα λαϊκός.
Εἶχα καιρὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ προσκύνημα καὶ νὰ δῶ ἀπὸ κοντὰ τὸν ὀνομαστὸ ἐπιστήθιο φίλο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἅγιο Γέροντα π. Ἀμβρόσιο Λάζαρη. Παρακλήθηκα, περασμένες 12 τὴν προηγούμενη τὸ βράδυ, νὰ κάνω τὸν ὁδηγὸ τῆς συνοδείας, γιατὶ «κάτι ἔτυχε στὸν προγραμματισμένο ὁδηγὸ» τῆς παρέας… Ἡ χάρη τῆς Παναγίας μὲ κάλεσε νὰ ζήσω τὰ γεγονότα ποὺ καταγράφω.
Ὁ ἥλιος ποὺ ξεπρόβαλε μᾶς βρῆκε νὰ ἀνηφορίζουμε μὲ τὸ αὐτοκίνητο τὶς στροφὲς τοῦ Παρνασσοῦ. «Μάγεμα ἡ φύση κι’ ὄνειρο». Οἱ λαμπερὲς πρωινὲς ἀκτίνες του χρύσιζαν τὶς δροσοσταλίδες στὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τῶν λουλουδιῶν, δίνοντας τὴ θέα καὶ τὴν αἴσθηση μικρῶν διαμαντιῶν ποὺ σκορπίστηκαν ἁπλόχερα. Ὁ καθαρὸς βουνήσιος ἀέρας καὶ ἡ πρωινὴ δροσιὰ παράβγαιναν λές, γιὰ τὸ ποιό θὰ μᾶς πρωτοευχαριστήσει. Μέσα σὲ μία Πασχαλιάτικη πρωτόγνωρη χαρά, ἀνάμεσα στὰ ἔλατα, στὰ πεῦκα, τὶς καρυές, τὸ θυμάρι καὶ τὶς κουμαριές, τὸ αὐτοκίνητό μας ἦταν ὁ μόνος θόρυβος στὴ φύση. Στὴν μοναξιὰ καὶ ἡσυχία ποὺ τίποτα ἄλλο δὲ διέκοπτε, τριγύρω, ἐκτὸς ἀπ’ τὰ πουλιὰ ποὺ τραγουδοῦσαν ἢ φτερούγιζαν ἀθόρυβα, φθάσαμε, περασμένες ἑξήμισυ τὸ πρωί, στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Στὶς ἑπτὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσει ἡ Θ. Λειτουργία.
Στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας μᾶς περίμενε μ’ ἕνα φτυάρι στὰ χέρια, τακτοποιώντας ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοφερμένη κοπριά, γιὰ τὰ φυτὰ καὶ τὰ λουλούδια τῆς Μονῆς, ὁ πνευματικός της Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης. Μὲ ἔκδηλη χαρὰ μικροῦ παιδιοῦ χαιρέτησε τοὺς ἱερεῖς καὶ περίμενε καὶ μένα νὰ σταθμεύσω τὸ αὐτοκίνητο σὲ ἀσφαλὲς σημεῖο. Βγῆκα ἀπ’ τὸ αὐτοκίνητο καὶ βρέθηκα μπροστὰ σὲ ἕνα γίγαντα ἱερωμένο, μὲ ἕνα πλατὺ θεϊκὸ χαμόγελο καὶ μία τεράστια ἀγκαλιά.
«Ἔλα Παναγιώτη λεβέντη καὶ ἀργήσαμε. Μᾶς περιμένει ἡ Παναγία». Ἀσπάστηκα τὸ χέρι του καὶ σκέφθηκα ὅτι κάποιος τοῦ εἶπε τ’ ὄνομά μου. Μπήκαμε στὸν περίβολο κι’ ἀπὸ τὸ διάδρομο ἀνάμεσα στὶς ὁλάνθιστες περιποιημένες τριανταφυλλιὲς πηγαίναμε πρὸς τὸ καθολικὸ τῆς Ἱ. Μονῆς.
«Θὰ ψάλλουμε μαζὶ σήμερα κ. Εἰσαγγελέα. Πολὺ χαρὰ ἔχω ποὺ ἤρθατε» Ἀπορῶ ἐγὼ πάλι, ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι, γιὰ τὴν ἰδιότητά μου, κάποιος θὰ τοῦ εἶπε κάτι, ἀλλὰ πότε; μέσα στὴ νύχτα; Πῶς τὰ ξέρει ὅλα αὐτὰ γιὰ μένα. Πρώτη φορὰ τὸν συναντῶ… Ἄλλο ὁδηγὸ περίμενε.
Μπήκαμε στὸ Ναό. Διάβασα τὸν ἑξάψαλμο, ἔψαλε ὁ π. Ἀμβρόσιος, μαζί του καὶ ἐγὼ σὲ μία κατανυκτικὴ ἀνοιξιάτικη ἀτμόσφαιρα. Μοναδικὴ ἐμπειρία Θ. Λειτουργίας. Ἤμουνα δίπλα σὲ ἕνα ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας κι’ ἔζησα μοναδικὲς στιγμές. Ἡ συνέχεια μοῦ τόδειξε ἀδιαμφισβήτητα.
Γίγαντας στὸ σῶμα, στὴν ψυχὴ καὶ στὴν ἁγιότητα, ὁ Γέροντας μᾶς καλοδέχθηκε στὸ ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς, μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» τῆς ἀκολουθίας. Ἡ Γερόντισσα Παρθενία (ἂν θυμᾶμαι σωστά) καὶ οἱ ἀδελφές, σέρβιραν καφέ, τσάϊ ἀπὸ τὸν Παρνασσό, μέλι, ψωμί, τυρί, παξιμάδια καὶ πολὺ ἀγάπη.
Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα, μὲ κοφτὸ λόγο ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἀντίρρηση, προσωποποιημένες γιὰ τὸν καθένα μας, ἔκαναν τοὺς ἀκροατές του νὰ τὸν παρακολουθοῦν μὲ ἀμείωτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ὥρα πέρασε καὶ οἱ προσκυνητὲς ἀραίωσαν. Μείναμε ἡ παρέα μας, ὁ Γέροντας καὶ δύο τρία πρόσωπα γνωστά του. Ὁ Ἁγιορείτης ἡγούμενος ἀποσύρθηκε νὰ ἐξομολογήσει κάποιους ποὺ εἶχε μαζί τους συνεννοηθεῖ.
Μέχρις ὅτου ἑτοιμασθεῖ ἡ Τράπεζα, μᾶς κάλεσε στὸ ἀπέριττο κελί του, ὕψιστη τιμὴ γιὰ ἕνα ἐπισκέπτη, καὶ γυρίζοντας σὲ μένα μοῦ λέει: «Εἰσαγγελέα, τὸ βλέπεις αὐτό, δείχνοντάς μου παράλληλα ἕνα ἰδιόμορφο πέτρωμα, ὅσο ἕνα μανταρίνι σὲ μέγεθος, μέσα σ’ ἕνα μικρὸ γυάλινο βαζάκι, πάνω στὸ κομοδίνο. Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου καὶ ὁ Γέροντας συνέχισε.
«Ἄκου ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου. Πρὶν καιρὸ πέρασε ἀπὸ δῶ ἕνας Ἑλβετὸς γιατρός, φίλος τοῦ Δεσπότη τῆς Λαμίας, τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἤρθανε μαζί. Ἐγὼ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπέφερα ἀπὸ κάτι πόνους στὴ μέση καὶ ὁ Δεσπότης τὸ ἤξερε. Λέει τοῦ γιατροῦ τὸ πρόβλημα καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ μὲ ἐξέτασε, εἶπε ὅτι πρέπει νὰ χειρουργηθῶ ἄμεσα. Εἶναι πρόβλημα νεφροῦ αὐτὸ καὶ ἡ ἐγχείρηση, θὰ φρόντιζε αὐτός, νὰ γίνει στὴ Βιέννη, στὸ καλλίτερο νοσοκομεῖο. Ἔκαμα ὑπακοὴ στὸ Δεσπότη καὶ πῆγα, ποὺ λές, στὴν Ἑλβετία. Μπῆκα στὸ νοσοκομεῖο, γίνανε οἱ ἐξετάσεις καὶ προγραμματίστηκε ἡ ἐγχείρηση. Ὅλοι συμφωνοῦσαν μὲ τὴ διάγνωση κι’ ἔλεγαν ὅτι εἶναι σοβαρὴ ἐγχείριση… Μοῦ ἔλεγαν νὰ μὴν ἀνησυχῶ καὶ τέτοια.
Ἐγὼ πάλι, μία ἀπορία τὴν εἶχα, ἀλλὰ δὲν ἀνησυχοῦσα, γιατὶ εἶχα ζήσει πολλὰ θαύματα… ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ μὲ πῆρε ἄγγελος ἀπὸ μία μπίντα στὸν Πειραιά, νὰ μὲ πάει νὰ γίνω καλόγερος στὸ Ἅγιο Ὄρος, κι’ ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ μὲ περίμεναν στὴν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ οἱ Σαράντα Μάρτυρες, ὁλοζώντανοι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σὰ φρουρά, γιὰ νὰ περάσω, μέχρι ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ Γέρων Πορφύριος νὰ φτιάξω τὸ μοναστήρι Της, μετὰ τὸν παπα-Ἀνυπόμονο, καὶ μέχρι τώρα ποὺ σοῦ μιλάω, καὶ τί θαῦμα δὲν εἶδα. Γι’ αὐτὸ σοῦ εἶπα δὲ φοβόμουνα. «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει» δὲν λέει;
Τὴν παραμονὴ τῆς ἐγχείρισης ἀπόγευμα, κατέβηκα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ περπατήσω. Μεγάλο νοσοκομεῖο! Ὅπως περπάταγα, βλέπω ποὺ λές, εἰσαγγελέα μου, κι’ ἕναν ἄλλο παπά, πολύ-πολὺ γνωστό, μέτριο ἀνάστημα, νά ‘ρχεται πρὸς τὸ μέρος μου, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη μεριά, ἀπὸ ἄλλη πόρτα τοῦ νοσοκομείου. Ἔφθασε κοντά μου, χαιρετηθήκαμε.
Τί κάνεις παπα-Ἀμβρόσιε, πόσο χαίρομαι ποὺ σὲ βλέπω!!! Πολὺ καλὰ πάτερ μου, ἀλλὰ νά, σκέφτομαι τὸν κόσμο μας, τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες μας, πονάω κιόλας, ἀλλὰ Δόξα τῷ Θεῷ…
Πιάσαμε πολλὴ κουβέντα, ποὺ λές, ἀλλὰ ντρεπόμουνα νὰ τὸν ρωτήσω τ’ ὄνομά του ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ μὲ τίποτα. Μοῦ ἦταν ὅμως πολὺ γνωστός, εἴπαμε γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τὸν Σεραφείμ, γιὰ Δεσποτάδες, γιὰ πολλά… Τὸν θαύμασα! Ἀλλὰ πῶς τὸν ρωτᾶς «πῶς σὲ λένε πάτερ;», μεγάλη ντροπὴ τὸ ’νοιωθα κάτι τέτοιο…
Περπατήσαμε ὥρα. Σουρούπωσε καὶ ἔπρεπε νὰ γυρίσω στὸ θάλαμο, νὰ περάσουν οἱ νοσοκόμες, νὰ ἑτοιμαστῶ γιὰ τὴν ἐγχείριση. Καθὼς τὸ σκεφτόμουνα, μοῦ λέει: Ἄντε πᾶμε μέχρι τὸ θάλαμο, Ἀμβρόσιε, καὶ θὰ φύγω καὶ γώ. Δὲν μποροῦσα νὰ τοῦ φέρω ἀντίρρηση καὶ παρακαλοῦσα τὴ χάρη Της νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του… Μπήκαμε κι’ ἔκατσε δίπλα μου στὸ κρεβάτι. Κουβεντιάσαμε ἀκόμα λίγο καὶ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ χέρι του στὰ πλευρά μου καὶ μοῦ λέει: Ἐδῶ θὰ ἐγχειρισθεῖς; Ναὶ ἀδερφέ μου τοῦ λέω… Ἀμέσως ἔνοιωσα ἕνα πόνο, ὅπως μὲ ἀκούμπησε, καὶ ἔντονη ἐπιθυμία νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Πῆγα καὶ «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου».
Μὲ ἔντονους πόνους, σὰν τοὺς πόνους τῆς γέννας λένε εἶναι τοῦτοι, ἔβγαλα αὐτὴ τὴν πέτρα ποὺ βλέπεις. Γύρισα ἐξαντλημένος στὸ κρεβάτι καὶ λέω στὸν παπὰ ποὺ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ: Πάτερ μου, μοῦ εἶσαι τόσο γνωστός, μὰ τόσο γνωστός, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομά σου. Συγχώρα με!!! Ἀλλὰ πῶς σὲ λένε καὶ πῶς βρέθηκες ἐδῶ;
Σηκώνεται καὶ τί μοῦ λέει: Μ’ ἀγαπᾶς τόσο πολὺ κι’ ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ καὶ δὲν μὲ θυμᾶσαι Ἀμβρόσιε; Ἄκου νὰ δεῖς, ἐδῶ βρέθηκα γιατὶ πάω ὅπου θέλω, συκοφαντήθηκα καὶ κατηγορήθηκα ἔτσι ποὺ τὰ λέγαμε στὸν κῆπο ὅσο κανένας ἄλλος καὶ ἡ ἀμοιβή μου εἶναι νὰ πηγαίνω ὅπου θέλω καὶ ὅποτε θέλω γιὰ νὰ βοηθάω τοὺς ἀνθρώπους… Εἶμαι ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος!!! κι’ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ, ἦρθα καὶ σὲ χειρούργησα. Αὐτὸ νὰ τὸ δείξεις αὔριο στοὺς γιατρούς, γιατὶ αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, εἶναι ἀσταύρωτοι καὶ ἀμύρωτοι. Ὅταν τὸ δοῦν καὶ σὲ ἐξετάσουν, πές τους ὅτι σὲ χειρούργησα ἐγώ. Θὰ τὸ καταλάβουν. Σ’ ἀφήνω τώρα καὶ καλὴ ἀντάμωση, καλὴ ἐπιστροφή… καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ θάλαμο...»
Αὐτὴ ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μανταρινιοῦ ποὺ βλέπεις. Τό ’χω ἐδῶ γιὰ νὰ μὴν ξεχάσω ποτὲ τὴ συνάντηση… Εἴπαμε κι’ ἄλλα πολλά, μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο, ἀλλὰ γι’ αὐτὰ ἴσως κάποια ἄλλη φορά. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
Σήμερα, στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Ἁγίου τῆς ἄκρας ὑπομονῆς, ποὺ ἔπαθε ἀπὸ τὸν τότε ἄθεο εἰσαγγελέα Ἀττικοβοιωτίας, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη στὸ Μοναστήρι του στὴν Αἴγινα καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο του ράσο, ταρακουνώντας τον, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ποῦ ἔχει τὰ παιδιὰ ποὺ ἔκανε μὲ τὶς καλόγριες (!!!), θυμήθηκα τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου στὸν γνωστό, διορατικὸ Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τὸ θυμήθηκα καὶ τὸ κατέγραψα, ὅπως μοῦ τὸ διηγήθηκε. Ὅ,τι ἔγραψα τὸ ἔγραψα ὡς ἐλάχιστο θυμίαμα στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου τοῦ αἰῶνος. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ ὁ Γέρων Ἀμβρόσιος θὰ συμφωνήσει μὲ τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκταση τοῦ θυμιάματος, ἀπὸ τὰ οὐράνια σκηνώματα.
Ἔγραψα ἐπίσης ὅ,τι ἔγραψα, γιατὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ἀδίκως, τόσο ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἐκλησιαστικὴ δικαιοσύνη τῆς ἐποχῆς του, ὅσο κανεὶς ἄλλος. Τοῦ ὀφείλουν καὶ οἱ δύο αὐτὲς καὶ οἱ λειτουργοί τους αἰώνια συγνώμη. Τὸ προσωπικό μου ἀπολογητικὸ χρέος αὐτῆς τῆς ὀφειλόμενης συγγνώμης μὲ ὁδήγησε στὴν καταγραφὴ τῆς συζητήσεώς μου μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τίποτα περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο.
Ὁ ἐν ἐσχάτοις χρόνοις φανεὶς «ἀρετῆς φίλος γνήσιος» ἂς πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης Ἑλλάδος μας «ἀναβλύζων ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ ἐνεργῶν «πᾶσιν ἰάματα».
Ἀθήνα 9 Νοεμβρίου 2016
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ.
Παναγιώτης Ἀγγελόπουλος, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026



Ἐπιμηθεῖς εἰς τὸν βράχον
Ναί, ὅλοι δὲν εἶχον πλεύσει μὲ τὰς λέμβους ἕως ἐκεῖ ― εἰς τὸν βορεινὸν ἐκεῖνον ἄγριον βράχον τοῦ πελάγους, ὅπου ὁ Βορρᾶς, ὡς νὰ ἦτο αὐτὸς ὁ Πὰν ὁ μέγας, ζωντανὸς ἀκόμη, δὲν ἔπαυε νὰ φυσᾷ τὴν πελώριον σύριγγα, βόσκων τὰ λευκόχαιτα πρόβατά του, τὰ κύματα. Καὶ ὅμως δι᾿ ὅλους σχεδὸν ὁ βράχος ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ.
Ἦτο ἀρχὰς θέρους, τὴν 25ην ἡμέραν τοῦ Μαΐου. Ἡ συντροφιὰ ὅλη, ἀπὸ φίλους καὶ πατριώτας ἀγαπημένους, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐκτελέσῃ θαλασσίαν ἐκδρομήν, μὲ σκοπὸν ἱεροτελεστίας ἅμα καὶ πανδαισίας διὰ τὴν ἐπαύριον, Πέμπτην τῆς Ἀναλήψεως. Ἦτο εἰς τὰ 94 ― τὸν περασμένον αἰῶνα! Ὁ βράχος, εἰς τὴν βορείαν ἐσχατιὰν τοῦ τόπου, ἦτό ποτε κωμόπολις. Ἐσώζοντο ἐκεῖ ἐξωκκλήσια. Τὸ κυριώτερον ἐξ αὐτῶν ἦτο ὁ ναὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ ψαλῇ παννυχίς, καὶ νὰ τελεσθῇ λειτουργία!
Ἄλλοι ἀπὸ τὸ μεσημβρινὸν χωρίον, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, εὐλαβεῖς εἰς τὰ θεῖα ἢ φίλοι τῶν ἐκδρομῶν, μαθόντες τὸ σχέδιον, ἐπροθυμήθησαν ν᾿ ἀπέλθωσι διὰ ξηρᾶς, τρεῖς ὥρας δρόμον, εἰς τὸ αὐτὸ μέρος. Ἡ κυρίως παρέα, ὀκτὼ ἢ δέκα νέοι, ὅλοι φίλοι καὶ καλόκαρδοι, τὴν αὐγὴν τῆς Τετάρτης, ἐνῷ ἔλαμπεν εἰς τὰ σύνορα τοῦ Γραίου (ὤ, ὁ πολυπαθὴς καὶ πικροαίματος, ὁ προσφιλὴς καὶ φαεινὸς Γραῖος!), μέσα εἰς κυανᾶ καὶ πορφυρᾶ αἰθέρια χρώματα, γλυκὰ τὸ λυκαυγές, πρὶν φυσήσῃ ἀκόμη τὸ πρωινὸν μελτεμάκι, ἐπέβησαν εἰς μεγάλην βάρκαν κ᾿ ἐξέπλευσαν. Ὤ, τὰ ὡραῖα προσφιλῆ παράλια τῶν Ἑλληνικῶν νήσων! Ὤ, δὴ ἄϊλς ὂβ Γκρήϊς!… ἠτέρναλ σόμμερ γκὶλδς δὲμ γιέτ.
Μὲ τὰς κώπας διέσχισαν τὰ γαλήνια νερὰ τοῦ λιμένος, παρέπλευσαν τὸ ὀγκῶδες Μπούρτσι, τὸ μικρὸν βραχῶδες Δασκαλειό, ὅπου κάθε βράχος διηγεῖται μίαν ἱστορίαν τῶν μαθητικῶν μας χρόνων ― ὅταν ἐφεύγαμεν κρυφὰ ἀπὸ τὸ σχολειό, ἐπαίρναμεν ἀναρώτα καμμίαν βάρκαν, ἢ ἐτρέχαμεν ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν, κ᾿ ἐκολυμβούσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν ὡς δελφίνια. Ὑπερέβησαν τὰ λευκὰ Λαζαρέτα μὲ τὴν ὡραίαν ἀποβάθραν καὶ τὰς μαρμαρίνας βαθμίδας. Διέβησαν, ἀντικρὺ εἰς τὸ ὑψηλὸν νησίδιον Μαραγκό, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μπούταν ― ἄκραν ἀπότομον τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς, μὲ τόσους ἀπεσπασμένους σπαρτοὺς βράχους, ὅπου, ὅταν ἤμην παιδίον, καὶ παρέπλεα τυχὸν ἐκεῖ, ἐφανταζόμην πὼς ἔβλεπα τὸ φάσμα τοῦ γερο-Μιτζέλου ―ὁ γέρων εἶχε πνιγῆ εἰς τὰ ὡραῖα γαλανὰ νερὰ ἐκεῖ, ἐνῷ ἠσχολεῖτο θηρεύων κοχύλια καὶ πεταλίδες― καὶ εἰς τὰ δύο νοτιανατολικὰ νησιά, τὴν Ἄρκον, τὴν πρασινοβολοῦσαν καὶ στολισμένην μὲ λευκὴν τραχηλιάν, καὶ τὴν Τρυπ᾿τήν, μικράν, δειλήν, κρύπτουσαν τὸ πρόσωπον εἰς μίαν πτυχὴν ὄπισθεν τῆς ἐσθῆτος τῆς μητρός της.
Εἶτα ἐπρόβαλαν εἰς τὸ πέλαγος ― εἰς τὸ πέραμα τὸ μεταξὺ τῶν δύο νήσων· ἔβαλαν πλώρην κατὰ τὸν Βορρᾶν. Ἡ αὐγὴ ἀπὸ πορφυρᾶς εἶχε γίνει ροδίνη, εἶτα χρυσῆ. Ἡ θάλασσα εὐμενὴς φαίνεται νὰ γλυκαίνεται ἀπὸ τὰ τόσα θεσπέσια κάλλη, καὶ ὀρχεῖται φαιδρά, πλήττουσα τὴν στείρην ―καρίναν― τῆς ἀκάτου. Τὸ ἀπόγειον ὡς γλυκεῖα μητρικὴ θωπεία φυσᾷ, ψιθυρίζον ἔρωτας καὶ θάλπος ἑστίας εἰς τὰ ὦτα. Ἔκαμαν πανιά. Καὶ πλέουν, πλέουν. Ὤ, ἰδού, τ᾿ Ἀραπάκια, οἱ ἀμαυροὶ σκόπελοι, μὲ τὰς κορυφάς των, ποὺ γυαλίζουν ἀμυδρά, σεμνά, ὡς κοράλλια, εἰς τὴν ἑωθινὴν ἀκτῖνα. Διατί συνθλίβετε οὕτω τὸ κῦμα, καὶ κάμνετε νὰ κοχλάζουν τὰ νερά, ἀνάμεσα εἰς τὰς σκληρὰς σιαγόνας σας;
―Ὤ, φανῆτε εὐμενῆ πρὸς τοὺς πλέοντας ναυβάτας, ὦ πατριωτικὰ Ἀραπάκια.
Καὶ πλέουν, πλέουν. Ἰδοὺ τὸ Ἀσπρόνησο ― ὁ πάλλευκος βράχος, οἱ ἀποθέται, ὅπου ρίχνουν τὰ κουνέλια, καὶ ὅπου πηγαίνουν οἱ ἴδιοι ποὺ τὰ ἔρριψαν διὰ νὰ τὰ κυνηγοῦν. Δὲν ἀκοῦτε γαυγίσματα παραπονετικὰ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχόμενα, ὦ ναυβάται; Κάποιος εἶχε ρίψει τὸν σκύλον του ἐκεῖ ἐπάνω, ἀλλ᾿ ὁ σκύλος ἔπεσε πάλιν κολύμβι, κ᾿ ἐπανῆλθε πρὸς τὸν ἀφέντην του.
Ἰδού, ἔφθασαν εἰς τὸν Σιδεριᾶν, ἢ τὰ Σιδερονήσια. Πέτραι καὶ βράχοι ὅπου ἐπάγωσεν ἐπάνω σας τὸ χρῶμα τῆς τρικυμίας κ᾿ ἐκρυσταλλώθη τὸ φύσημα τοῦ Βορρᾶ, εἴθε νὰ μεταδίδετε διὰ πάντοτε τὴν ὄψιν καὶ τὴν πνοὴν αὐτὴν εἰς τοὺς ἁρμοὺς καὶ τὰ νεῦρα τῶν ποντοπόρων βιοπαλαιστῶν μας.
Τέλος ἔφθασαν ἀντικρὺ στὸ Κλῆμα· μίαν ἀπορρῶγα ἄξενον ἀκτήν. Ὁ ἥλιος τοὺς εὗρε παρὰ τὸ στόμιον τῆς Σκοτεινῆς Σπηλιᾶς. Ὤ, ἦτο καιρὸς διὰ ν᾿ ἀνατείλῃ ἐπὶ τέλους. Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ κύψουν ὅλοι οἱ ἐπιβάται, νὰ χαμηλώσῃ καὶ ἡ βάρκα, διὰ νὰ εἰσέλθουν ἐκεῖ. Ὁ Χατζηραφτάκης, ὁ ἡγέτης τῆς ἐκδρομῆς, καὶ ἰδιοκτήτης τῆς βάρκας ―ὅστις ἐγνώριζεν ὅλα τὰ κατατόπια τῶν συναγρίδων καὶ φαγκριῶν, χωρὶς ἄλλως νὰ ἐπαγγέλλεται τὸν ἁλιέα― τοὺς εἶχεν ὑποσχεθῆ μίαν συναγρίδα, 4 ὀκάδων καὶ κάτι. Ἦτο μᾶλλον ἀρχοντόπουλον τοῦ τόπου καὶ κτηματίας, ἰσόβιος δημοτικὸς σύμβουλος ―ἂς πεζολογήσωμεν ὀλίγον― διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι ἡ κάλπη του ἦτο πάντοτε τελευταία (καθότι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ὅστις νὰ καλῆται Ψαρουδάκης ἢ Ὠιμενόπουλος εἰς τὸν τόπον) καὶ δεύτερον, διότι καὶ τὰ δύο κόμματα τὸν ἤθελαν ― αὐτὸς δὲ δὲν ἤθελε νὰ λυπήσῃ τὸ ἕν, δηλῶν ὅτι ἦτο μὲ τὸ ἄλλο. Ἐκεῖ λοιπόν, εἰς τὴν Σκοτεινὴν Σπηλιὰν ὁ Χατζηραφτάκης ἤγρευσε τὴν ἐπηγγελμένην συναγρίδα ἀκριβῶς τόσην, ὅσην τὴν εἶχεν ὑποσχεθῆ· τέσσαρας καὶ μισὴν ὀκάδας τὸ βάρος.
Τέλος, μὲ τὴν γενναίαν συναγρίδα ὡς γέρας, τῶν πρωινῶν θαλασσίων ἀγώνων των τὸ ἔπαθλον, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὴν Σπηλιάν. Ἐπλησίαζον ἤδη εἰς τὸ τέρμα τοῦ πλοῦ, εἰς τὸν βορεινὸν Βράχον. Ἀλλὰ πρὶν φθάσουν ἐκεῖ ―nos te facimus, Fortuna, deam!*― συνέβη νὰ συναντήσουν εἰς τὸ πέλαγος, τί; ἓν πλοῖον, ἁπλῶς. Ἀλλὰ τὸ πλοῖον προήρχετο ἀπὸ μίαν τῶν Κυκλάδων τῶν οἰνοφόρων ―τὴν Κέαν ἢ τὴν Πάρον, δὲν ἐνθυμοῦμαι― κ᾿ ἔπλεε διὰ Θεσσαλονίκην φορτωμένον κρασιά.
Ἡ ὁμὰς τῶν πανηγυριστῶν δὲν ἦτο ἀπρομήθευτος· ὁ τόπος των δὲν ἦτο ἄοινος. Εἶχαν πάρει μαζί τους δαμετζάναν πλήρη, προσέτι δύο φλάσκες μαύρου· εἶτα ἄλλας δύο, τὴν μίαν ἐκ κεφαλοκρούστου ροδίτου, τὴν ἄλλην μοσχάτου ξανθοῦ. Ἀλλά… νὰ συναντήσῃ τις παρ᾿ ἐλπίδα εἰς τὸ πέλαγος κρασοκάικο γεμᾶτο, καὶ νὰ πωλῇ πρὸς 12 λεπτὰ τὴν ὀκάν… εἶναι τόσον ἐκπληκτικὸν τὸ πρᾶγμα… «*Ἡμεῖς σὲ ποιοῦμεν θεάν, ὦ Τύχη».
Τὸ συμβούλιον ἐντὸς τῆς βάρκας ἐν ἀκαρεῖ διεσκέφθη καὶ ἀπεφάσισεν. Ἀγγεῖον ἄλλο εὔκαιρον δὲν εἶχον, εἰμὴ τὴν ρακολαγήναν, 22 ὀκάδας χωροῦσαν, τὴν ὁποίαν εἶχαν πάρει γεμάτην νερὸν ἀπὸ τὸν λιμένα. Ἐχύθη εἰς τὴν θάλασσαν τ᾿ ὀλίγον νερὸν τὸ ὁποῖον εἶχε μείνει ἀκόμη, καὶ ἡ μεγάλη λάγηνος ἐγεμίσθη οἴνου διάρμενα ἢ ὑπέρκαλα, ἂν θέλετε, δηλαδὴ ἀπὸ κωπαστὴν εἰς κωπαστὴν τῶν δύο πλοίων.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης