Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2025
Ἕνα πνευματικὸ φυτώριο
Οἱ ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου
Ἐλισαίου σταθήκανε πνευματικὸ φυτώριο. Μέσα στὸ ταπεινὸ αὐτὸ ἐκκλησάκι, στοὺς Ἀγέρηδες,
τὸ ἰδιωτικό, τὸ ἀνύπαρκτο τώρα πιά, ἀφοῦ τὸ γκρέμισε ἡ σκαπάνη τῆς οἰκονομικῆς
σκοπιμότητας, ὁ Ὅσιος παπα-Νικόλας ὁ Πλανᾶς, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ Ἀλέξανδρος
Μωραϊτίδης καὶ μία πλειάδα ταπεινῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, εἴχανε ὀργανώσει αὐτὲς
τὶς ἀγρυπνίες.
Λειτουργὸς ὁ ἀκούραστος
ψάλτης ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κι ἀριστερὸς ψάλτης ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης.
Καὶ γύρω τους ἕνα ἐκκλησίασμα ἀπὸ ταπεινοὺς Χριστιανούς, ποὺ δὲν κουραζόντανε,
οὔτε ἀπὸ τὶς μακρυὲς ἀκολουθίες, οὔτε ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, οὔτε ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία.
Οὔτε τὰ βλέφαρά τους κλείνανε, οὔτε τὰ γόνατά τους λυγίζανε.
Οἱ ταπεινοὶ αὐτοὶ
Χριστιανοί, οὔτε συλλόγους εἴχανε σκαρώσει, οὔτε λόγους βγάζανε, οὔτε συχνάζανε
στὰ γραφεῖα τῶν ἐφημερίδων, ἀπαιτώντας προσωπικὴ προβολὴ καὶ παινέματα τῶν
δημοσιογράφων, οὔτε καλούσανε κανέναν ἰσχυρὸ νὰ ‘ρθη, νὰ τοὺς καμαρώση καὶ νὰ
τοὺς ἐνισχύση.
Δὲν κάνανε κοινωνικό
Χριστιανισμό, οὔτε εἶχε ψηλώσει ὁ νοῦς τους, ὥστε νὰ θέλουνε νὰ βολέψουνε τὰ
στραβὰ τοῦ κόσμου, σὰν κείνους τοὺς πιὸ θεόστραβους ἀπ’ ὅλους, ποὺ
παρασταίνουνε τὸν ἐκλεχτό τοῦ Θεοῦ, τὸν προωρισμένο ν’ ἀποκαταστήση τὴν
δικαιοσύνη του, στὸν ξεστρατισμένο κόσμο. Ἤτανε ἄνθρωποι ἁπλοί, ταπεινοὶ
Χριστιανοί, ποὺ πιστεύανε στὸν Θεάνθρωπο Χριστό, στὴν Παναγία Θεοτόκο καὶ στοὺς
ἁγίους Του. Καὶ πιστοὶ στὸ Λόγο Του, δὲν νοιαζότανε γιὰ τὰ κρίματα τῶν ἀλλονῶν,
ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά τους. Κι’ αὐτὲς τὶς δικές τους πληγὲς πασχίζανε νὰ ἐπουλώσουνε
μὲ νηστεῖες, μὲ προσευχή, μὲ καθημερινὴ παρουσία στὸν Οἶκο Του, μ’ ἀδιάκοπο
διάβασμα τοῦ Λόγου Του τοῦ Εὐαγγελικοῦ καὶ τῶν βίων τῶν ἁγίων, ποὺ βρίσκανε
μέσα στὰ συναξάρια.
Οὔτε ὁ παπα-Νικόλας
ὁ Πλανᾶς, οὔτε ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, οὔτε ὁ Μωραϊτίδης, οὔτε κανένας ἀπὸ
κείνους, ποὺ ἀγρυπνούσανε στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο, δὲν σπαταλούσανε τὴν ὥρα τῆς
προσευχῆς βγάζοντας λόγους, τάχα γιὰ νὰ σώσουνε τοὺς ἄλλους, ἐνῶ στὴ οὐσία ἂν τὸ
κάνανε δὲν θὰ σώζανε κανέναν μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ μονάχα θὰ προβάλλανε τὸν ἑαυτό
τους.
Σὰν γνήσιοι ὀρθόδοξοι
εἴχανε ἀφήσει στοὺς φραγκίζοντες και προτεσταντίζοντες τὶς εὐσεβεῖς φλυαρίες καὶ
κεῖνοι ζούσανε τὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι μυστήριο καὶ
κλείνει μέσα της ὅσα κανένα κήρυγμα δὲν μπορεῖ νὰ κλείση. Γιατί ὅλα τὰ λέει ἡ
λειτουργία, τὸ Λυχνικό, τὸ Ψαλτήρι κι ἡ ὀρθόδοξη ὑμνογραφία. Ὅλα, πέρα γιὰ
πέρα. Καὶ τόσο πολύ, ποὺ καὶ μία προσθαφαίρεση δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ νοητή.
Ὁ παπα-Νικόλας ὁ
Πλανᾶς στάθηκε ἡ πιὸ ὁλοκληρωμένη λειτουργικὴ ἔκφρασι μέσα στὴν ὀρθόδοξη Ἑλλάδα
τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ περασμένου αἰώνα καὶ τῶν πρώτων εἰκοσιπέντε χρόνων τοῦ
τωρινοῦ. Λειτουργικὴ στάθηκε ὁλάκερη ἡ ζωή του. Ξημερώματα ἄρχιζε καὶ μεσημέρι
τελείωνε. Γιατί τά ‘λεγε ὅλα, γιατί μνημόνευε ἑκατοντάδες νεκροὺς καὶ
ζωντανούς. Καὶ τὸ ἐκκλησίασμα οὔτε ἀβάσταχτες εὕρισκε αὐτὲς τὶς ἀκολουθίες, οὔτε
καταπονετικές, οὔτε ἐμπόδιο στὶς δουλειές του. Φτωχοὶ καὶ πολλοὶ
μεροκαματιάρηδες ἤτανε αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησιαζόντανε στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο, ἢ στὸν Ἅγιο
Γιάννη τὸν Κυνηγό, τῆς ὁδοῦ Βουλιαγμένης, ὅπου χρόνια λειτουργοῦσε ὁ παπα-Νικόλας
ὁ Πλανᾶς. Ἄνθρωποι τῆς ἀνάγκης, θεόφτωχοι, κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι. Κι ὅμως,
δὲν κουραζόντανε για ἕνα καὶ μόνο λόγο: Δὲν ἤτανε ξένοι πρὸς τὰ μυστήρια καὶ τὶς
ἀκολουθίες. Τὶς διαβάζανε, ξέρανε ὅλα ἀπ’ ἔξω καὶ γευότανε τὴ λειτουργία ἢ τὶς ἀκολουθίες
τῶν ἀγρυπνιῶν, ὅταν τὶς τελοῦσε ἕνας ἱερέας ταπεινὸς καὶ καθαρὸς στὴν καρδία.
Αὐτὸς ὁ κόσμος
γευότανε ὅσα ἔλεγε ὁ λειτουργὸς ὅσα ψέλνανε οἱ ψαλτάδες. Τὰ σιγόλεγε καὶ τὰ
σιγόψελνε καὶ τὸ ἐκκλησίασμα καὶ κάθε λέξη καὶ κάθε φράση καὶ κάθε μουσικὸς
φθόγγος ἤτανε βίωμα. Δὲν ἀκούγανε λόγια ἀδιάφορα γι’ αὐτοὺς ἢ μουσικὴ κοσμικὴ ἢ
εἰκόνες φράγκικες, θεατρικὲς καὶ γλυκανάλατες. Ὅ,τι ἀκούγανε σκορποῦσε γαλήνη
στὴ ψυχὴ καὶ στὸ πνεῦμα τους καὶ τὰ μάτια τους δεχότανε σὰν ἴαμα τ’ ἅγια εἰκονίσματα
τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας. Ὄξω καὶ μακρυὰ ἀπ’ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας,
δὲν βρίσκανε οὔτε λύτρωση, οὔτε ἀνάπαυση. Ὁ πόθος τους γιὰ χριστιανικὴ
δικαιοσύνη, ὅπως τὸ βλέπουμε τόσες φορὲς στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ
Μωραϊτίδη, δὲν ἔκρυψε ποτὲ τὴν ὀργὴ τῆς ἐκδίκησης. Ἡ ἀγάπη ποὺ τοὺς θέρμαινε δὲν
ἤτανε ἡ ἀνήσυχη κι ἐναγώνια ἀγάπη τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἡ ἀτάραχη καὶ εἰρηνικὴ ἀγάπη
τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτοὶ οἱ ἐπιζῶντες,
ὅπως καὶ μερικοὶ ἄλλοι, καθὼς καὶ κεῖνοι ποὺ κοιμηθήκανε ἐν Κυρίῳ ἀπὸ τοὺς ἀγρυπνητὲς
τοῦ προφήτη Ἐλισαίου, ξέρουνε πὼς ἡ λογική τοῦ κόσμου δὲν ἔχει θέση στὸ
χριστιανικὸ περίβολο, ὅπως δὲν ἔχει θέση κι ἡ μεθοδολογία τοῦ κόσμου. Γιατί αὐτὰ
κρίνοντάς τα μὲ τὰ μέτρα τους καὶ βλέποντάς τα μὲ τὰ κοντόθωρα μάτια τους δὲν
μποροῦνε νὰ καταλάβουνε, πὼς ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη περιπέτεια, ἡ
πιὸ μεγάλη ὑπερβολὴ καὶ τὸ πιὸ ἀπίστευτο ἀπ’ ὅλα τὰ πιὸ ἀπίστευτα τοῦ κόσμου.
Γιὰ τοῦτο κι’ ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὀρθοδοξία ἀνόθευτη ἀπ’ ὅλες
τὶς κοσμικόφρονες ἐπιδράσεις τοῦ δυτικοῦ κόσμου.
Κωστῆς Μπαστιᾶς
Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025
Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025
Νηστεία καὶ δίαιτες
Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος εἶχε νὰ ἀπαντήσει συχνὰ σὲ προκλήσεις σχετικὰ
μὲ τὴ νηστεία.
Κάποτε τὸν ρώτησαν:
– Ποιὸς νηστεύει καλύτερα, πάτερ, σὲ περίοδο νηστείας, αὐτὸς ποὺ τρώει
δύο πιάτα ἀνάλαδη φασουλάδα, χαλβὰ κ.λπ., ἢ αὐτὸς ποὺ τρώει ἕνα αὐγὸ σφικτό;
Χωρὶς περιστροφὲς ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
-Ὁ πρῶτος! Ὁ δεύτερος κάνει ἁπλῶς δίαιτα.
Καὶ τὸ αἰτιολογοῦσε:
-Ἡ νηστεία ἔχει δύο στόχους: τὴν ἄσκηση ἐγκρατείας στὸ σῶμα διὰ τοῦ
περιορισμοῦ τῶν πλούσιων σὲ θρεπτικὲς οὐσίες τροφῶν, καὶ τὴ συμμόρφωση στὶς ἐντολὲς
τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελεῖ ἄσκηση γιὰ τὴν ψυχή. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος τρώει ἕνα αὐγὸ
σὲ περίοδο νηστείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν λόγοι ὑγείας, ὁπωσδήποτε ἀθετεῖ τὴν ἐντολὴ
τῆς Ἐκκλησίας. Σὰν αὐτοὺς ποὺ ἐπιδιώκοντας νὰ ἔχουν γιὰ λόγους καλῆς διατροφῆς ἕνα
ποικίλο διαιτολόγιο τρῶνε Τρίτη καὶ Πέμπτη ὄσπρια καὶ λαχανικά, ἐνῶ Τετάρτη καὶ
Παρασκευὴ ἀρτύσιμα.
Ἡ περιφρόνηση αὐτὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία εἶναι προκλητική, δεδομένου ὅτι ἡ
συμμόρφωση πρὸς τὰ καθιερωθέντα ἀπὸ αὐτὴν εἶναι καὶ ἀνέξοδη καὶ εὔκολη. Νὰ τρῶνε
δηλαδὴ Τρίτη καὶ Πέμπτη ἀρτύσιμα καὶ Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τὰ νηστίσιμα. Ἔτσι
καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ ἀπόψεως διατροφῆς θὰ ἦταν τὸ ἴδιο καὶ δὲν θὰ γινόταν
καταπάτηση τῆς νηστείας. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὑπάρχει παχυλὴ ἄγνοια καὶ ἀδιαφορία
γιὰ ὅ,τι ἔχει θεσπίσει ἡ Ἐκκλησία, ἂν δὲν ὑπάρχει τὸ ἀκόμη χειρότερο, ἑωσφορικὴ
οἴηση.
Ἐννοεῖται ὅτι ὁ Γέροντας δὲν εὐνοοῦσε τὴν πολυφαγία σὲ νηστήσιμες τροφὲς ἢ
τὰ πολυτελῆ καὶ ἐξεζητημένα ἐδέσματα κατὰ τῆς περιόδους τῆς νηστείας, ἔστω κι ἂν
αὐτὰ κατατάσσονται στὶς νηστίσιμες τροφές. Πάντοτε συνιστοῦσε λιτότητα, ἀνεξαρτήτως
ἂν ὑπῆρχε νηστεία ἢ ὄχι, καὶ σὲ μοναχοὺς καὶ σὲ λαικούς.
Προέβαλλε μάλιστα συχνὰ πρὸς ἔλεγχον τὸν βασανιστικὸ αὐτοπεριορισμὸ περὶ
τὸ φαγητό, στὸν ὁποῖο ὑποβάλλονται τακτικὰ κοσμικοὶ ἄνθρωποι γιὰ νὰ διατηροῦν τὴ
σιλουέττα τους, καὶ βέβαια ὄχι ἀπὸ λόγους ὑγείας ἀλλὰ ἐπιδείξεως.
Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025
Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ ὑπάρχει
τὸ Ἅγιον Ὄρος!
Θυμᾶμαι τὸν γέροντα Αὐξέντιο, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν, πρὸ
δεκαετίας περίπου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας πάρα πολὺ ἐνάρετος καὶ ἅγιος μοναχός.
Κάποτε -ἦταν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα- ἐπρόκειτο νὰ προσέλθουν οἱ πατέρες καὶ οἱ λαϊκοὶ
Χριστιανοί, ποὺ ἦταν ἀρκετοὶ -ὡς προσκυνηταί- στὸ μοναστήρι, νὰ κοινωνήσουν τῶν
Ἀχράντων Μυστηρίων. Πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας εἶπα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ τοὺς
λαϊκοὺς ἀδελφούς: «Θὰ παρακαλέσω νὰ προσέλθουν ὅσοι ἔχουν ἐξομολογηθῆ καὶ
προετοιμασθῆ. Ὅποιος δὲν ἔχει ἑτοιμασθῆ, νὰ ἐξομολογηθῆ πρῶτα καὶ μετὰ νὰ
κοινωνήσῃ». Ὁ π. Αὐξέντιος ἐνόμιζε ὅτι τὸ ἔλεγα γιὰ τοὺς μοναχούς. Ἦταν τυφλός.
Ἦταν ὁ πρῶτος στὴν σειρὰ ἀπὸ τοὺς πατέρες, ὁ ἀρχαιότερος -εἶχε ἔλθει στὸ
μοναστήρι τὸ 1917. Περίμενε τὴν σειρά του νὰ κοινωνήση. Νόμισε λοιπὸν ὅτι ζητοῦσα
καὶ ἀπὸ τοὺς πατέρες νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἐξομολογεῖται, λοιπόν, δημοσίᾳ. Καὶ ποιὰ
ἦταν ἡ ἐξομολόγησίς του; «Πλέω σ᾿ ἕνα πέλαγος ματαιότητος. Δὲν ἔχω κάνει τίποτε
στὴν ζωή μου. Δὲν ξέρω ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ποῦ πηγαίνω». Καὶ ζητοῦσε τὸ ἔλεος
τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ταπείνωσις ἐχαρακτήριζε πάντοτε τὸν π. Αὐξέντιο. Γι᾿ αὐτὸ ὁσάκις
τοῦ ζητούσαμε κάποια συμβουλή, ἀπέφευγε νὰ μᾶς πῆ, μόνον ἔλεγε: «Τὴν εὐχή. Τὴν
εὐχή. Τὸ "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ" νὰ λέτε». Καί: «Νὰ διαβάζετε τὸν Εὐεργετινό».
Ἔκρυβε τὴν ἀρετή του καὶ τὴν πολλὴ πνευματικὴ γνῶσι καὶ σοφία τὴν ὁποία εἶχε. Ἔζησε
ὅλη του τὴν ζωὴ πραγματικὰ κρυμμένος ἀπὸ τὰ μάτια τῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ
ζοῦσαν στὰ διπλανὰ κελλιά, δὲν ὑποψιάζοντο τὴν πολλὴ ἄσκησι καὶ τὸν πολὺ ἀγώνα
τοῦ π. Αὐξεντίου. Ἔχουμε πληροφορία ἀξιόπιστη ὅτι ὁ π. Αὐξέντιος ἠξιώνετο
καθημερινῶς νὰ βλέπη τὸ ἄκτιστον Φῶς. Αὐτὸ βέβαια εἶναι κάτι συγκλονιστικό,
συνέβαινε ὅμως, καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι συνέβαινε, διότι ὁ π. Αὐξέντιος εἶχε τὶς
προϋποθέσεις γιὰ νὰ μπορέση νὰ φθάση στὴν θεοπτία.
Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἐμένα προσωπικά με συγκλονίζει: Ἡ
ταπείνωσις τῶν πατέρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους γιὰ
τίποτε, ὡς τὸ «οὐδέν», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.
Ἔχουμε στὸ μοναστήρι μας καὶ ἕναν ἄλλο μοναχό, 97 ἐτῶν. Αὐτὸς ἦλθε στὸ
μοναστήρι τὸ 1924. Ἦταν ὑποτακτικὸς τοῦ ἀειμνήστου, προορατικοῦ καὶ ἁγίου
Καθηγουμένου, π. Ἀθανασίου Γρηγοριάτη. Ἔχει πολλὴ ἀρετὴ καὶ αὐτὸς ὁ γέροντας, δὲν
θὰ πῶ τὸ ὄνομά του γιατὶ ζῆ. Θυμᾶμαι, ὅταν κάποτε τοῦ εἶπα ὅτι ἔχει ἀγωνισθῆ
πολύ, αὐτός μου ἀπήντησε: «Δὲν ἔχω κάνει τίποτε. Ὅλη μου τὴν ζωὴ τὴν πέρασα μὲ ἀργολογία».
Δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο οὔτε ἕνα καφὲ νὰ τοῦ κάνουμε. Ἂν κάνουμε γιὰ
κανέναν ἄλλο καφέ, ἂς κάνουμε καὶ γι᾿ αὐτόν, ἀλλὰ μόνον γιὰ τὸν ἑαυτό του ὄχι.
Δὲν ἐζήτησε ποτὲ τίποτε. Τόσα χρόνια ποὺ εἶμαι στὸ μοναστήρι δὲν ἐζήτησε ποτὲ οὔτε
ἕνα ράσο, οὔτε ἕνα ζωστικό, οὔτε τίποτε ἄλλο. Φοράει ὅλα τὰ παλιὰ καὶ εἶναι εὐχαριστημένος.
Τὸ μόνο ποὺ λυπᾶται εἶναι ὅτι τώρα δὲν μπορεῖ νὰ κάνη διακόνημα καὶ ὅτι, καθὼς
λέγει, «τρώγει τζάμπα τὸ ψωμί». Ὁ γέροντας αὐτός, μὲ αὐτὴν τὴν βαθειὰ
ταπείνωσι, ἔχει πολλὴ χάρι καὶ πολλὴ εἰρήνη στὴν ψυχή του. Ὅταν ἔρχωνται λαϊκοὶ
Χριστιανοὶ νὰ τὸν δοῦν -φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς τὸν πληροφορεῖ- χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν αὐτοὶ
καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσουν συγκεκριμένα πράγματα, τοὺς λέγει αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔχει ὁ
καθένας πνευματικὴ ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃ.
Ἕνας ἄλλος μοναχὸς ποὺ ἔζησε στὸ μοναστήρι μας καὶ ἐκοιμήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν,
ὁ π. Ἐφραίμ, καὶ αὐτὸς εἶχε αὐτὴν τὴν βαθειὰ ταπείνωσι. Κάποτε ἦταν ἄρρωστος στὸ
νοσοκομεῖο «Θεαγένειο» στὴν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκα νὰ τὸν δῶ. Ὅταν τὸν
ἐπλησίασα στὸ κρεβάτι, σήκωσε τὰ χεράκια του καὶ μοῦ εἶπε: «Ἔλα, γέροντα, θέλω
νὰ ἐξομολογηθῶ». Ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησι δημοσίᾳ. Ἄκουγαν ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς, ἀλλὰ
ὁ γέροντας τὸ ἔκανε μὲ πολλὴ ἁπλότητα, δὲν σκεφτόταν ὅτι τὸν ἀκοῦνε καὶ οἱ ἄλλοι.
«Θέλω νὰ μὲ συγχωρήσῃς, γέροντα, διότι σὲ ἔχω πικράνει», ἔλεγε. Τοῦ ἀπαντῶ: «Δὲν
μὲ πίκρανες, ἐγὼ μᾶλλον σὲ ἔχω πικράνει, γιατὶ μπορεῖ νὰ ἤμουν λίγο αὐστηρός».
Καὶ ἀπήντησε: «Ἐσὺ τὸ ἔκανες γιὰ τὴν σωτηρία μου, ἐνῶ ἐγὼ σὲ στενοχωροῦσα λόγῳ
τῶν παθῶν μου. Καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ κάνης». Τότε ἐγὼ γύρισα καὶ εἶπα στοὺς
λαϊκοὺς ποὺ ἄκουγαν: «Βλέπετε ὁ π. Ἐφραὶμ πόση ταπείνωσι ἔχει καὶ πῶς μιλᾶ;».
Τότε ὁ π. Ἐφραὶμ γύρισε καὶ εἶπε στοὺς λαϊκούς: «Ἀδελφοί μου, σᾶς ἐξομολογοῦμαι,
δὲν ἔχω καμμία ἀρετή. Τόσα χρόνια ποὺ εἶμαι στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ἔκανα τίποτε. Σὰς
παρακαλῶ νὰ προσευχηθῆτε γιὰ τὴν σωτηρία μου». Καὶ τότε ὅλοι οἱ λαϊκοὶ
συγκινημένοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε, βλέποντας τὴν ταπείνωσι ἑνὸς μοναχοῦ ποὺ τὸν εἶχαν
κοντά τους καὶ ἔβλεπαν πόση ἀρετὴ εἶχε καὶ πόση ὑπομονὴ ἔκανε. Ἕνας νέος ἀπὸ τὸ
προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου, ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι ἐκεῖ, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ εἶπε:
«Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Ὄρος».
π. Γεώργιος Καψάνης
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025
Γεννήθηκα, ἔζησα
καὶ θὰ πεθάνω στὴν πίστη τῶν πατέρων μου
Ὁ Ζήσιμος Λορετζάτος ἄφησε τὸ ἔργο του, τὸ
«τζιβαϊρικὸ πολυτίμητο» γιὰ πολλούς. Σὲ λίγους, ποὺ τὸν γνώρισαν ἀπὸ κοντά, ἄφησε
τὴν ἀρχοντιὰ καὶ τὸ ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, ἄφησε μιὰν ἀκεραιοσύνη, νὰ τὴν πῶ ἔτσι,
μιὰ στιβαρὴ παρακαταθήκη, σὰν τὶς κολῶνες ποὺ μποροῦν νὰ βαστάζουν τὸν
Παρθενώνα καὶ τὴν Ἁγιὰ-Σοφιά.
Γιὰ νὰ καταστεῖ δάσκαλος τοῦ πνεύματος,
μαθήτευσε σὲ μεγάλους μαστόρους τῆς ζωῆς, ὅπως ἦσαν κυρίως ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ
Παπαδιαμάντης καὶ στὴ συνέχεια οἱ ἄλλοι, ὁ Ὅμηρος, ὁ Ἡράκλειτος, ὁ Θουκυδίδης, ὁ
Μακρυγιάννης. Μαθήτεψε ἀκόμη σὲ μεγάλα κείμενα τοῦ πνεύματος, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ
τοὺς Πατέρες, ἰδιαίτερα τοὺς μυστικοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἰδιαίτερα ἀγάπησε τὸν ποιητὴ καὶ στοχαστὴ Γιῶργο
Σαραντάρη, ὁ ὁποῖος σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν θυσιάστηκε γιὰ τὴν Πατρίδα στὰ βουνὰ τῆς
Πίνδου, κατὰ τὸν Ἑλληνο–Ἰταλικὸ πόλεμο 1940-41.
[…] Το 1996 κυκλοφόρησε τὸ ἐκτεταμένο δοκίμιό
του γιὰ τὸν Σαραντάρη, μαζὶ μὲ ἕνα μικρότερο γιὰ τὸν Δημ. Καπετανάκη. Τίτλος τοῦ
βιβλίου εἶναι «Διόσκουροι». Τὸ δοκίμιο γιὰ τὸν Σαραντάρη ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ
κορυφαῖα ἔργα τοῦ Λορεντζάτου. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ συγγραφὴ τῆς μελέτης
του γιὰ τὸν Σαραντάρη ξεκίνησε τὸ 1962 καὶ κυοφορήθηκε 35 χρόνια μέχρι τὴν ὁλοκλήρωσή
της. Συγχρόνως ἀποτελεῖ καὶ τὸ θεολογικότερο ἔργο τοῦ Λορεντζάτου. Σ’ αὐτὸ
συνετέλεσε ἡ ἑλληνοπρεπὴς καὶ Χριστοκεντρικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη τοῦ Σαραντάρη, τὴν
ὁποία πρῶτος ἐκτίμησε ὁ Λορεντζάτος, πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸ σημαντικὸ ποιητικό
του ἔργο.
Λέει χαρακτηριστικά: «Γεννήθηκα, ἔζησα καὶ θὰ
πεθάνω στὴν πίστη τῶν πατέρων μου, στὴν πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τῶν ἁγίων
πατέρων ἡμῶν. Γεννήθηκα, ἔζησα καὶ θὰ πεθάνω στὴ γλώσσα τῶν πατέρων μου, στὴ
γλώσσα τοῦ Ὁμήρου, τῶν Εὐαγγελίων καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν».
[…] Αὐτὴ τὴν πίστη τῶν πατέρων του θέλησε νὰ τὴν
κουβεντιάσει μὲ ἔμπειρους πνευματικοὺς καὶ νὰ ἀντλήσει ἐφόδια γιὰ τὴν ὁδὸ ποὺ ἀποφάσισε
νὰ διανύσει: Γνησίους, μᾶς λέγει ὁ Λορεντζάτος, γέροντες, ποὺ προσωπικὰ γνώρισα
στὴ ζωή μου – Φιλόθεος τῆς Λογγοβάρδας (Πάρος), Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου, Θεόδουλος
τῆς Κορώνης, Ἱερώνυμος τῆς Αἴγινας, Πορφύριος τῆς Μαλακάσας […], Λεόντιος τοῦ Ἁγίου
Ὄρους, θαμμένος τώρα κοντὰ στὴ Βαρυμπόμπη, (μὲ τὸν Πικιώνη πηγαίναμε καὶ τὸν
βλέπαμε στὴν ταράτσα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸν Πειραιά, ὅπου ζοῦσε κυρτωμένος – δύο
κάτια εἶχε γίνει – τὸν τελευταῖο καιρὸ προτοῦ πεθάνει). Χώρια ἀγγελικοὺς ἐξομολόγους,
ὅπως ὁ Παπὰ Θανάσης τῆς Νεραντζιώτισσας στὸ Μαρούσι (μὲ τὸν Πικιώνη πηγαίναμε
συχνά).
Κοντὰ στοὺς δασκάλους γιὰ τὴ Λογοτεχνία ὁ
Λορεντζάτος διδασκόταν ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς γέροντες, ποὺ εἶχε τὴν εὐλογία νὰ
γνωρίσει, τὴν Ὀρθόδοξη βιωτή. Αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ δάσκαλοι τὸν βοήθησαν στὸ
καταστάλαγμά του, ὡς ἐμπειρία ζωῆς:
«Ἀγαπάω τὸν Χριστό, γιατὶ εἶναι ὁ μόνος ποὺ μοῦ
δείχνει τὴν ἀθλιότητά μου. Ἰδιαίτερα τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς λογαριάζω τὴ φοβερὴ ἀπόσταση
καὶ συντρίβομαι ἀποκαμωμένος στρατοκόπος – γυρεύω ἕνα χάνι στὸ δρόμο, νὰ κάνω ἕνα
λουτρό, νὰ ἀλλάξω ροῦχα καὶ νὰ ξεκουραστῶ, νὰ ξεκουραστῶ. Μπροστὰ στὴ συχώρεση
τοῦ Χριστοῦ ἡ προσπάθειά μου τίποτα. Ὅμως προσπαθῶ, προσπαθῶ. Ὅλα μπορεῖ νὰ μᾶς
τὰ συχωρέσει ὁ Θεός, ἔλεγε ὁ Πικιώνης, πὼς δὲν προσπαθήσαμε δὲν θὰ μᾶς τὸ
συχωρέσει ποτέ».
[…] «Τὸ μέγιστο ποὺ μπορεῖς νὰ γίνεις, μία
μέρα, γιὰ τὸν τόπο σου: μία καλὴ πυξίδα».
Ἔγινες καὶ εἶσαι, μακάριε Ζήσιμε, ζωογόνος
πυξίδα – γιὰ ὅσους τὸ ξέρουμε καὶ γιὰ ὅσους δὲν τὸ ξέρουμε.
Δημήτρης
Μαυρόπουλος
Κοντὰ στὸ λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Λορεντζάτου, ποὺ
ἀποτελεῖται ἀπὸ σαράντα δοκίμια, συγκεντρωμένα στὸ τρίτομο ἔργο του «Μελέτες»,
δύο ταξιδιωτικὰ κείμενα, τρεῖς ποιητικὲς συλλογὲς καὶ ἀρκετὰ ἄρθρα, ἢ πρόλογοι
σὲ βιβλία, καὶ πέρα ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος του, ὁ Λορεντζάτος διακρίθηκε καὶ γιὰ
τὸν πατριωτισμό του. Ἐνδεικτικὸ εἶναι πὼς τὸ 1953 ζοῦσε στὸ Λονδίνο καὶ εἶχε
προσληφθεῖ στὸ BBC. Τὸ 1955 ἀπολύθηκε καὶ ἀπελάθηκε ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, γιατὶ ἀρνήθηκε
νὰ ἀποκαλέσει «τρομοκράτες» τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ΕΟΚΑ.
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025
Οἱ καλοὶ ντρέπονται γιατὶ εἶναι καλοὶ
Σήμερα
νομίζεται καλὸς σὲ ὅλα, ὅποιος εἶναι ἀδιάφορος, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ
τίποτα, ὅποιος δὲν νιώθει καμιὰ εὐθύνη. Ἀλλιῶς τὸν λένε σωβινιστή, τοπικιστή,
μισαλλόδοξο, φανατικό.
Ὅποιος ἀγαπᾶ
τὴν χώρα μας, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας, τὴν παράδοσή μας, τὴν γλώσσα μας, θεωρεῖται
ὀπισθοδρομικός.
Οἱ ἀδιάφοροι περνοῦν γιὰ φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, γιὰ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἔχουν γιὰ πιστεύω τὴν καλοπέραση, τὸ εὔκολο κέρδος, τὶς εὐκολίες, τὶς ἀναπαύσεις, κι ἂς μὴν ἀπομείνῃ τίποτα ποὺ νὰ θυμίζῃ σὲ ποιὸ μέρος βρισκόμαστε, ἀπὸ ποῡ κρατᾶμε, ποιοὶ ζήσανε πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴν χώρα μας.
Ἡ ξενομανία
μᾶς ἔγινε τώρα σωστὴ ξενοδουλεία, σήμερα περνᾶ γιὰ ἀρετή, κι ὅποιος ἔχῃ τούτη τὴν
ἀρρώστεια πιὸ βαρειὰ παρμένη, λογαριάζεται γιὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος…
Ἡ Ἑλλάδα ἔγινε
ἕνα παζάρι ποὺ πουλιοῦνται ὅλα, σὲ ὅποιον θέλῃ νὰ τὰ ἀγοράσῃ.
Καταντήσαμε
νὰ μὴν ἔχουμε ἀπάνω μας τίποτα ἑλληνικό, ἀπὸ τὸ σῶμα μας ἴσαμε τὸ πνεῦμα μας. Τὸ
μασκάρεμα ἄρχισε πρῶτα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, καὶ ὕστερα ἔφθασε καὶ στὸ σῶμα.
Περισσότερο ἀντιστάθηκε
σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ὁ λαὸς καὶ βάσταξε καμπόσο, μὰ στὸ τέλος τὸν πῆρε τὸ ρεῦμα
καὶ πάει καὶ αὐτός. Μάλιστα εἶναι χειρότερος ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους.
Τώρα μαϊμουδίζει
τὰ φερσίματα καὶ τὶς κουβέντες ποὺ βλέπει στὸν κινηματογράφο, ἔγινε ἀφιλότιμος
καὶ ἀδιάντροπος.
Ἐνῷ πρῶτα
ξεχώριζε ἀπὸ ἄλλες φυλές, γιατὶ ἦταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός,
καλοδεκτικός, τώρα ἔγινε ἀγνώριστος. Τὰ ὄμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα
μὲ τὴν μέρα. Καὶ οἱ λιγοστοὶ ποὺ διατηροῦνε ἀκόμη λίγα σημάδια ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ
τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, παρασέρνονται σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ἀπὸ τοὺς πολλούς, ποὺ
εἶναι οἱ ἔξυπνοι, οἱ συγχρονισμένοι, οἱ μοντέρνοι, ἀλλὰ ποὺ εἶναι στ᾿ ἀληθινὰ οἱ
ἀναίσθητοι καὶ οἱ ἀποκτηνωμένοι.
Οἱ καλοὶ
ντρέπονται γιατὶ εἶναι καλοί, συμμαζεμένοι καὶ μὲ ἀνατροφή. Οἱ ἄλλοι τοὺς λένε
καθυστερημένους. Συμπαθητικὸς ἄνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πιὰ σήμερα στὸν τόπο
μας.
Ἡ μόδα εἶναι
νὰ εἶναι κανεὶς ἀντιπαθητικός, κρύος, ἄνοστος καὶ μάγκας. Μάλιστα ὅπως ὅλα
φραγκέψανε, φράγκεψε καὶ ὁ μάγκας.
Φώτης Κόντογλου
Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025
Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2025
Γομάρι εἶμαι νὰ μὲ δέρνουν;
Ἔγινα ὡς δεκατέσσερων χρονῶν καὶ πῆγα εἰς ἕναν πατριώτη μου εἰς Ντεσφίνα.
Ἦταν ὁ ἀδελφός του μὲ τὸν Ἀλήπασια καὶ ἦταν ζαπίτης αὐτὸς εἰς τὴν Ντεσφίναν.
Στάθηκα μὲ ἐκεῖνον μίαν ἡμέρα. Ἦταν γιορτὴ καὶ παγγύρι τΆγιαννιου. Πήγαμεν εἰς
τὸ παγγύρι, μὄδωσε τὸ ντουφέκι του νὰ τὸ βαστῶ. Ἐγὼ θέλησα νὰ τὸ ρίξω, ἐτζακίστη.
Τότε μ᾿ ἔπιασε σὲ ὅλον τὸν κόσμον ὀμπρὸς καὶ μὲ πέθανε εἰς τὸ ξύλο. Δὲν μ᾿ ἔβλαβε
τὸ ξύλο τόσο, περισσότερον ἡ ντροπὴ τοῦ κόσμου. Τότε ὅλοι τρώγαν καὶ πίναν καὶ ἐγὼ
ἔκλαιγα. Αὐτὸ τὸ παράπονον δὲν ηὗρα ἄλλον κριτὴ νὰ τὸ εἰπῶ νὰ μὲ δικιώση, ἔκρινα
εὔλογον νὰ προστρέξω εἰς τὸν Ἀϊγιάννη, ὅτι εἰς τὸ σπίτι τοῦ μό᾿ ῾γίνε αὐτείνη ἡ
ζημία καὶ ἡ ἀτιμία. Μπαίνω τὴν νύχτα μέσα εἰς τὴν ἐκκλησιά του καὶ κλείω τὴν
πόρτα κι᾿ ἀρχινῶ τὰ κλάματα μὲ μεγάλες φωνὲς καὶ μετάνοιες, τ᾿ εἶναι αὐτὸ ὁποῦ ῾γινε
῾σ ἐμέναν, γομάρι εἶμαι νὰ μὲ δέρνουν; Καὶ τὸν περικαλῶ νὰ μοῦ δώσῃ ἄρματα καλὰ
κι᾿ ἀσημένια καὶ δεκαπέντε πουγγιὰ χρήματα καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ φκιάσω ἕνα μεγάλο
καντήλι ἀσημένιον. Μὲ τὶς πολλὲς φωνὲς κάμαμεν τὶς συμφωνίες μὲ τὸν ἅγιον.
Σὲ ὀλίγον καιρὸν γράφει ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀφέντη μου ἀπὸ τὰ Γιάννενα ὅτι
θέλει ἕνα παιδὶ νὰ τοῦ κάνη χοσμέτι. Μ᾿ ἔστειλαν ἐμένα, τὰ 1811. Τὸν πάντρεψε αὐτὸν
ὁ Ἀλήπασσας εἰς τὴν Ἄρτα. Ἔκατζε κάμποσον καιρὸν εἰς Ἄρτα, τὸν γύρεψε ὁ Ἀλήπασσας
νὰ πάγη, ὅτι τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν εἶχε εἰς τὰ μυστικά του γράμματα. Ἦταν τίμιος
ἄνθρωπος, τὸν λένε Θανάση Λιδορίκη. Τότε γυρεύει νὰ μ᾿ ἀφήσῃ εἰς τὸ σπίτι του ἐμένα,
δὲν ἤθελα νὰ κάτζω. Μοῦ εἶπε: «Θὰ κάτζῃς καὶ μὲ τὸ στανιόν». Αὐτὸ δὲν μποροῦσα
νὰ τὸ ἀποφύγω, ὅτ᾿ εἶχε τὴν δύναμη. Ἔκατζα μὲ συμφωνίες ὅτι ἐγὼ ὡς δοῦλος δὲν
κάθομαι. «Κάνω τὴν ῾πηρεσία τοῦ σπιτιοῦ σου, ὅμως θὰ γνωριστῶ καὶ μὲ τοὺς
κατοίκους νὰ δανειστῶ, νὰ κάμω καὶ ἐμπόριο, ὅτ᾿ εἶμαι γυμνός, νὰ ντυθῶ. (Αὐτὸς ἦταν
φιλάργυρος, δὲν μό ῾δινε τίποτας).
Πρώτη συμφωνία αὐτείνη, τοῦ εἶπα, καὶ δεύτερον τὰ ψώνια τοῦ σπιτιοῦ σου νὰ
βαστάῃ ἡ γυναίκα σου τὰ χρήματα καὶ τὸν λογαριασμόν, ξέρει γράμματα, καὶ νὰ μοῦ
δίνῃ νὰ τῆς ψωνίζω, νὰ ζυάζῃ ὅταν φέρνω τὸ ψώνιο καὶ ὅ,τι κάνει νὰ πλερώνῃ. Τὸ ἴδιον
καὶ εἰς τ᾿ ἄλλα τὰ ψώνια, νὰ μὴν μὲ λέτε ὅτι σᾶς ἔκλεψα, ὅτι τώρα μὲ βλέπετε
γυμνὸν καὶ αὔριον ντυμένον καὶ θὰ λέτε ὅτ᾿ εἶμαι κλέφτης. Ἔκατζα μ᾿ ἐκεῖνες τὶς
συμφωνίες ὁποῦ τοῦ εἶπα καὶ ἔκαμα ῾σ αὐτὸν δέκα χρόνους. Μό᾿ ῾δωσε καὶ αὐτὸς διὰ
μιστὸν τετρακόσια γρόσια ὅλα. Τοῦ ζήτησα ἕνα δάνειο καὶ μοῦ τὸ᾿ ῾δῶσε μὲ τόκον
τὰ δέκα δώδεκα τὸν χρόνον. Τοῦ ῾φκιασα ὁμολογία καὶ τὴν ἔχω ὡς σήμερον. Αὐτὸ τὸ
τζιρακλίκι μό᾿ ῾καμε κι᾿ αὐτός.
Ἐκεῖ ῾μπρός εἰς τὸ σπίτι του ἦταν μία πιάτζα καὶ μαζώνονταν οἱ ἄρχοντες,
οἱ ἔμποροι, καὶ κάθονταν ὡς τὰ μεσάνυχτα τὸ καλοκαίρι. Τότε ἐγὼ ἔβανα καὶ
καθάριζαν τὸ μέρος ἐκεῖνο, τοὺς ἔδινα καὶ ὅ,τι τοὺς χρειάζονταν, τοὺς
καλόπιανα. Γνωρίστηκα μ᾿ ὅλους αὐτοὺς καὶ μὲ τοὺς προεστοὺς τῶν χωριῶν. Ζήτησα ἀπὸ
αὐτοὺς τοὺς προεστοὺς καὶ ἐμπόρους ἕνα δάνειον καὶ μὲ δάνεισαν πεντέξι χιλιάδες
γρόσια, εἶχα καὶ ἐγὼ ὡς τότε καπετάλι εἰκοσιτέσσερα γρόσια, τὰ προστοίχησα εἰς
τοὺς χωργιάτες καὶ ἔπιασα βρώμη τὸν χειμώνα, νὰ τὴν λάβω εἰς τ᾿ ἁλώνια. Τὴν
πιάνω τέσσερα γρόσια τὸ ξάι, τὴν σύναξα εἰς τ᾿ ἁλώνια (καὶ ἦταν ἔλλειψη) καὶ τὴν
πουλῶ δεκαέξι. Πιάνω ὅλα αὐτὰ τὰ χρήματα.
Τὴν ἄλλη χρονιὰ τὸν χειμώνα τὰ πιάνω ἀραποσίτι ἀπὸ ἕντεκα γρόσια τὸ ξάι,
τὸ συνάζω εἰς τ᾿ ἁλώνια, τὸ πουλῶ εἰς τὴν Ἄρτα τριάντα τρία. Ὅτ᾿ ἦταν πανούκλα
εἰς τὴν Ἄρτα καὶ ἦταν ἔλλειψη τὸ ψωμί. Τότε ἔφκιασα ντουφέκι ἀσημένιον,
πιστιόλες καὶ ἄρματα καὶ ἕνα καντήλι καλό. Καὶ ἀρματωμένος καλὰ καὶ
συγυρισμένος τὸ πῆρα καὶ πῆγα εἰς τὸν προστάτη μου καὶ εὐεργέτη μου κι᾿ ἀληθινὸν
φίλον, τὸν Ἁϊγιάννη, καὶ σώζεται ὡς τὸν σήμερον – ἔχω καὶ τ᾿ ὄνομά μου γραμμένο
εἰς τὸ καντήλι. Καὶ τὸν προσκύνησα μὲ δάκρυα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα μου, ὅτι
θυμήθηκα ὅλες μου τὶς ταλαιπωρίες ὁποῦ δοκίμασα...
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης
Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025
Σημαντικότερη καί ἀπό τήν τεκνογονία ἡ
ἀνατροφή
Μιλῶντας γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τίς εὐθῦνες τῶν γονέων θά μοῦ ἀρκοῦσε
νά ὑπενθυμίσω τή γνωστή προτροπή τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. «Ὅταν
τά παιδιά σας δέν σᾶς ἀκοῦν, τότε μιλῆστε στόν Θεό καί Ἐκεῖνος θά μεταφέρει τό
μήνυμά σας». Δηλαδή, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε γιά τά παιδιά σας, ἐναποθέσατε
στόν Κύριο τήν διαπαιδιαγώγησή τους. Ἀλλά σύν Ἀθηνᾷ καί χεῖρα κίνει. Πρέπει καί
ὁ γονεὐς νά ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος πρότυπο καί νά φροντίζει γενικότερα νά παρέχονται
πρότυπα στά παιδιά του.
Ὁρισμένοι
γονεῖς ἀποποιοῦνται τίς εὐθῦνες τους λέγοντας ὅτι ἡ ἀγωγή εἶναι εύθύνη τοῦ
σχολείου ἤ ὅτι εἶναι πολυάσχολοι καί δέν ἔχουν χρόνο γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν.
Λάθος μέγα. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλεγε ὅτι σημαντικότερη
καί ἀπό τήν τεκνογονία εἶναι ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Καί ὁ μέγας ψαλμωδός Δαβίδ
μᾶς ἄφησε τήν παρακαταθήκη νά μεγαλώνουμε τά παιδιά μας «ἐν νουθεσία καί παιδείᾳ
Κυρίου». Ἄλλωστε τό σημερινό σχολεῖο, παρά τίς φιλότιμες προσπάθειες πολλῶν
δασκάλων, δέν μπορεῖ ἤ δέν θέλει νά μεταδώσει στά ἑλληνόπουλα τήν Ἑλληνορθόδοξη
Παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τό βάρος πέφτει
στούς γονεῖς καί μάλιστα σέ μία περίοδο πολύπλευρης οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς,
πνευματικῆς καί πολιτιστικῆς κρίσης.
Καταθέτω ταπεινά ὁρισμένες σκέψεις, πού προῆλθαν ἀπό συζητήσεις μου μέ
φωτισμένους γονεῖς, σχετικά μέ τά πρότυπα πού ὀφείλουν νά
παρέχουν οἱ γονεῖς μέσα ἀπό τήν οἰκογενειακή συμβίωση.
Α) Τό παράδειγμα. Οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς πρέπει νά διδάσκουμε ἐμπράκτως, μέ τό παράδειγμά
μας, τή συμπεριφορά μας, τήν ἀποφυγή ἐντάσεων, τήν ἔλλειψη ἐγωισμῶν, τήν ὑπεύθυνη
ἀντιμετώπιοση τῶν καταστάσεων, θετικῶν ἤ ἀρνητικῶν. Ὅταν οἱ γονεῖς
διαπληκτίζονται ἤ φωνασκοῦν μπροστά στά παιδιά τους, ὅ,τι κι ἄν τούς ποῦν μετά
τό παιχνίδι χάθηκε. Τά παιδιά ἀπαιτοῦν συνέπεια λόγων καί ἔργων. Εἶναι αὐστηροί
κριτές καί ἔχουν πάντα ἕτοιμη τήν ἀπάντηση «ἀφοῦ ἐσύ δέν τά τηρεῖς αὐτά πού μοῦ
διδάσκεις κ.λπ». Ὅπως λέει ὁ λαός μας «δάσκαλε πού δίδασκες καί λόγον δέν ἐκράτεις».
Β) Ἡ βιωματική
προσέγγιση. Ὁ γονεύς μεταδίδει αὐτό πού πραγματικά πιστεύει
καί αὐτό πού εἶναι βίωμά του, συνήθεια καί τρόπος ζωῆς. Ὅταν λέγεις μέ τά λόγια
κάτι πού δέν τό ἐνστερνίζεσαι, τότε ὑποκρίνεσαι καί τά παιδιά ἔχουν τήν ἱκανότητα
νά τό καταλαβαίνουν. Ὡραῖο παράδειγμα βιωματικῆς διδαχῆς εἶναι ὁ τρόπος πού
χρησιμοποιοῦσε ἡ ἀγράμματη σύζυγος τοῦ ἀγωνιστοῦ καί συγγραφέως Ἰωάννη
Μακρυγιάννη γιά νά διδάξει τήν εὐσέβεια στά δύο μικρότερα παιδάκια της, τά
δίδυμα. Ἀκουμποῦσε τό λίγο φαγητό τῆς ἡμέρας, ἴσως καί ἕνα ξεροκόμματο ψωμιοῦ,
στό εἰκονοστάσι, τό μετέφερε ἀπό ἐκεῖ στό τραπέζι καί ἔλεγε: «Παιδιά μου,
σήμερα ὁ Χριστούλης αὐτό τό φαγητό μᾶς στέλνει». Ἡ εἰκόνα ἀυτή μέ τή
χαρακτηριστική κίνηση ἐμπεριεῖχε βαθύτατο συμβολισμό καί ἀναμφισβήτητα ἐπηρέασε
τίς τρυφερές ψυχές τῶν παιδιῶν τοῦ γενναίου καί εὐλαβεστάτου Στρατηγοῦ.
Γ) Ἡ αἴσθηση τοῦ
μέτρου. Τό μηδέν ἄγαν τῶν ἀρχαίων, τό μέτρον ἄριστον
πού ὅλοι σήμερα ἀναφέρουμε, ἀλλά τό ἔχουμε καταντήσει «πᾶν μέτριον ἄριστον»! Τά
σύγχρονα παιδιά ἔχουν τήν τάση νά ὑπερβαίνουν τό μέτρο ὅσον ἀφορᾶ τήν κατανομή
τοῦ χρόνου και τοῦ χρήματος (ὅταν ὑπάρχει καί ὅταν περισσεύει). Σπαταλοῦν ὧρες ἄχρηστες
καί ἀτελείωτες μιλῶντας στό κινητό, στέλνοντας γραπτά μηνύματα, πλοηγούμενα στό
διαδίκτυο, ἀνταλλάσσοντας μηνύματα ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου καί ἄλλα παρόμοια.
Ὅταν οἱ γονεῖς ἔχουν τρία καί τέσσερα κινητά τηλέφωνα ἤ ὑπεράριθμους ἠλεκτρονικούς
ὑπολογιστές ἤ ὅταν ἀγοράζουν ἀκριβό αὐτοκίνητο (πιθανόν μέ ἐπαχθεῖς δόσεις
μηνιαῖες) γιά νά ἱκανοποιήσουν τή μανία ἐπιδείξεως, τότε κάθε αἴσθηση μέτρου
χάνεται γιά τά παιδιά.
Δ) Ἡ ἀνάγκη γιά ὕπαρξη
ὁρίων. Ἡ τρυφερότητα καί γλυκύτητα τῶν γονέων δέν
πρέπει νά παρερμηνεύεται καί νά ὁδηγεῖ σέ ἀπρεπῆ καί ἀσεβῆ συμπεριφορά τῶν
παιδιῶν. Θεωρῶ λάθος τό νά καταργοῦνται τά ὅρια καί οἱ ἀποστάσεις. Οὔτε ὁ
γονεύς νά ἀπαιτεῖ στρατιωτική πειθαρχία οὔτε ὅμως τό παιδί νά τόν προσφωνεῖ μέ
τό μικρό του ὄνομα ἤ νά τοῦ μιλᾶ περιφρονητικά. Ἄν ὁ γονεύς χάσει ἀπό
νωρίς τόν σεβασμό τῶν παιδιῶν τούς κάνει κακό γιά τήν μετέπειτα ζωή τους. Τούς
διδάσκει τήν ἀσυδοσία, τήν ἔλλειψη ὁρίων, τήν ἔλλειψη τάξεως καί ἱεραρχίας. Στή
ζωή τους τά παιδιά, ὅταν μεγαλώσουν, θά ἀναγκασθοῦν νά δουλέψουν σέ χώρους ὅπου
θεωρεῖται ἀπαραίτητη ἡ χάραξη ὁρίων καί ἡ ρύθμιση τῆς συμπεριφορᾶς. Ἄν δέν τούς
διδάξουμε ἀπό μικρή ἡλικία καί ἐμπράκτως τά ὅρια, τότε θά ἐμφανίσουν προβλήματα
προσαρμοστικότητος ἤ καί παραβατικότητος (χούλιγκαν κ.λπ) ὅταν μεγαλώσουν.
Ε) Περιοδικότητα
καί ἐπαναληπτικότητα. Καλό εἶναι νά καλλιεργήσουμε στά παιδιά τήν ἔννοια
τῆς ἐπαναληπτικότητας καί τῆς κατά τακτές περιόδους ἐπαναλήψεως ὁρισμένων ἐργασιῶν,
ἀσκήσεων ἤ συνηθειῶν. Ἐπί παραδείγματι κάθε πρωί καί βράδυ πλένουμε τά δόντια
μας, κάθε Σάββατο ἔχουμε Κατηχητικό, κάθε Κυριακή πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία,
κάποια συγκεκριμένη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος διαβάζουμε μαζί τους ἕνα ἐξωσχολικό
βιβλίο, δύο φορές τήν ἑβδομάδα κάνουν ἀθλοπαιδιές συστηματικά κ.λπ. Ἔτσι ἡ
ψυχοσύνθεση τοῦ παιδιοῦ ἐθίζεται στήν τάξη καί στόν προγραμματισμό. Ἐπί πλέον ἠ
ἐπανάληψη ὠφελίμων ἐνεργειῶν σέ τακτά διαστήματα ἀρέσει στά παιδιά, τούς
δημιουργεῖ ἕνα εὐχάριστο αἴσθημα προσδοκίας και μάλιστα στενοχωροῦνται ὅταν
χάνεται γιά ἔκτακτο λόγο αὐτή ἡ περιοδικότητα.
Στ) Ἡ προσωπική μας
ἐνασχόληση. Ἀπό τή δική μου ἐμπειρία ὡς γονέως θυμοῦμαι ὅτι
διάβαζα μεγαλοφώνως βιβλία και Κλασσικά Εἱκονογραφημένα στόν γιό μου, ὅταν ἦταν
μαθητής τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Εἴχαμε καθιερώσει δεκαπέντε λεπτά πρίν ἀπό τή
βραδυνή του κατάκλιση γι’ αὐτή τήν ἐνασχόληση. Συνήθως διάβαζα μέ χρωματισμό
στή φωνή γιά νά κάνω πιό ἐπαγωγική τήν ἀνάγνωση. Κάποια βραδιά ἤμουν
κουρασμένος και διάβαζα γρήγορα καί μάλιστα χωρίς τόν συνήθη χρωματισμό στή
φωνή. Ὁ γιός μου ἀντέδρασε και ζήτησε νά εἶμαι ὁ καλός ἐκφωνητής πού ἤξερε
μέχρι τότε. Δίδαγμα: Τά παιδιά δέν κοροϊδεύονται. Θέλουν νά ἀσχολούμαστε μαζί
τους συνειδητά καί ὄχι νά τό κάνουμε ὑπό μορφήν ἀγγαρείας.
Ἄς κάνουμε, λοιπόν, τόν Σταυρό μας καί ἄς προσπαθήσουμε ὅλοι νά ἀγωνισθοῦμε
γιά τήν ἀνατροφή τῶν νέων τῆς πατρίδας μας μέ ἀξίες παραδοσιακές, ὄχι ὅμως ἀποκομμένες
ἀπό τή σύγχρονη πραγματικότητα, καί μέ πρότυπα Ἁγίων καί Ἡρώων. Ἡ Ἑλλάδα μας ἔχει
ἀνάγκη ἀπό μία νέα γενιά, ἡ ὁποία δέν θά ὁδηγήσει τόν τόπο σέ μία νέα κρίση, ἴσως
χειρότερη ἀπό τή σημερινή. Ἀγαπητοί γονεῖς, ἄς ἀσχοληθοῦμε λίγο περισσότερο μέ
τήν τρυφερή ἡλικία!
Κωνσταντῖνος Χολέβας











