Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024
Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024
Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024
Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2024
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024
κι ἀρχίζει τίς μανοῦβρες «βίρα-μάϊνα»
Τήν ἄγκυρα φουντάρει στίς κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο ἀέρα κι ἀπ᾿ τίς δυό μεριές
Εἶναι ἀπό μαύρη πέτρα κι εἶναι ἀπ᾿ ὄνειρο
κι ἔχει λοστρόμο ἀθῶο ναύτη πονηρό
Ἀπό τά βάθη φτάνει τούς παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι ἀναστεναγμούς
Ἔλα Χριστέ καί Κύριε λέω κι ἀπορῶ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μᾶς ταξιδεύει δέ βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τούς ἀλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δέ λογαριάσαμε
μπήκαμε μές στά ὅλα καί περάσαμε
Κι ἔχουμε στό κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τόν Ἥλιο τόν Ἡλιάτορα!
Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2024
Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024
Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024
Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024
Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024
Ἡ μητέρα του εἶχε φροντίσει
Μοῦ τὸ διηγήθηκε μιὰ
γυναίκα μὲ πανεπιστημιακὴ μόρφωση:
Στὶς δώδεκα τὰ
μεσάνυχτα, χτύπησαν τὴν πόρτα στὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μία γριούλα. Καὶ ζητοῦσε παπᾶ,
νὰ πάει νὰ κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο.
Ὁ παπᾶς ἑτοιμάστηκε
καὶ βγῆκε ἀμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σὲ ἕνα φτωχὸ σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ἡ
γριούλα ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ μπάζει τὸν ἱερέα σὲ ἕνα δωμάτιο.
Καὶ νὰ, ξαφνικὰ, ὁ
παπᾶς εὑρίσκεται ἐκεῖ μόνος μὲ μόνο τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἄρρωστος τοῦ
δείχνει μὲ χειρονομίες τὴν πόρτα καὶ σκούζει.
- Φύγε ἀπὸ ἐδῶ! Ποιὸς
σὲ ἐκάλεσε; Ἐγὼ εἶμαι ἄθεος. Καὶ ἄθεος θὰ πεθάνω.
Ὁ παπᾶς τὰ ἔχασε.
- Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ
μόνος μου! Μὲ ἔκαλεσε ἡ γριά!
- Ποιὰ γριά; Ἐγὼ δὲν
ξέρω καμμιὰ γριά!
Ὀ παπᾶς, καθὼς
στέκει ἀπέναντί του, βλέπει ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄρρωστου, μία φωτογραφία μὲ
τὴν γυναίκα ποὺ τὸν ἐκάλεσε.
Τοῦ λέει, ἐνῶ τοῦ
δείχνει τὸ πορτραῖτο.
- Νὰ αὐτή!
- Ποιὰ αὐτή,
Ξέρεις, τί λές, παπᾶ; Αὐτὴ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Γιὰ μιὰ στιγμὴ
πάγωσαν καὶ οἱ δύο. Αἰσθάνθηκαν δέος. Ὁ ἄρρωστος ἄρχισε νὰ κλαίει. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψε,
ζήτησε νὰ ἐξομολογηθῆ. Καὶ μετά, ἐκοινώνησε.
Ἡ μητέρα του εἶχε
φροντίσει ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Πρωτ. Δημήτριος Ντοῦτκο
Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024
Τὸ «κλέφτης» ἦτον καύχημα
Ἐγεννήθηκα στὰ 1770. Ὅταν ἐγλύτωσα ἀπὸ τὴν Καστάνιτζα ἤμουν χρόνων 10.
Διαμονὴ Μάνης χρόνια 2. Εἰς τὴν Ἁλωνίσταινα χρόνια 3. Εἰς τὰ Σαμπάσικα χρόνια
12. Ἐποχὴ τῆς νεότητος, 5 χρόνια ἀνύπανδρος, καὶ ἄλλους 7 χρόνους ὑπανδρεμένος.
27 χρόνους εἶχα ὅταν μὲ ἐπρωτοκυνήγησαν.
Ἀρματολὸς καὶ κλέφτης ἀλληλοδιαδόχως χρόνια 5. Φερμάνι Βασιλικὸ διὰ ἐμένα
καὶ τὸν Πετιμεζᾶ στὰ 1802 1. Τὸ δεύτερο φερμάνι τὸν Ἰανουάριον 1806, καὶ τὸ
Πατριαρχικὸ Συνοδικὸ 3. 36 χρονῶν ἤμουν ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, 50 χρόνους
εἶχα ὅταν ἐβγῆκα εἰς τὴν ἐπανάσταση.
Οἱ κλέφτες καὶ ἀρματολοὶ εἶχαν Αʹ τάξιν. Ἡ ἀξιότης του. Βʹ τάξιν. Γʹ
τάξιν Δʹ. Οἱ ψυχογιοί. Οἱ πρῶτοι, ἀξιωματικοὶ ἐγίνοντο διὰ τὴν ἀνδρείαν των ἢ
διὰ τὴν φρόνησίν των. Ὁ μισθός των, ὅταν ἦσαν ἀρματολοί, τὸ μοίρασμα τῶν λαφύρων,
ὅταν ἦσαν κλέπται ἐδίδοντο καὶ βραβεῖα εἰς τοὺς ἀριστεύοντας. Ὅταν ἔσφαλλον ἦτον
τὸ κόψιμον τῶν μαλλιῶν, τὸ ξαρμάτωμα. Σέβας πρὸς τὰς γυναῖκας. Ἔδιωχναν ὅποιος ἤθελε
βιάσει καμμιὰ γυναίκα. Παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ἡρωϊκά,
τὲς ἀμάδες. Τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοὶ μὲ τὲς λύρες. Τὰ
τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἐφημερίδες στρατιωτικές.
Τ᾿ ἄρματά τους ἦσαν πιστόλες, χαρπὶ (μελουδάρι), σπαθιὰ ζωστά, ζάβες στὰ
ποδάρια, τὸν χειμώνα ἔβαζαν θώρακας (τζαπράσια), κουμπιὰ μεγάλα εἰς τὰ γελέκια.
Τὰ Καπετανάτα διεδίδονταν εἰς τοὺς υἱούς, εἰς τὸν ἀξιότερο καὶ ὄχι εἰς τὸν
πρωτότοκο.
Ἡ σημαία μου ἦτον ἕνα Χ, καθὼς ἡ Ρωσικὴ σημαία.
Τὰ μοναστήρια τοὺς ἐβοηθοῦσαν. Οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ποιμένες ἔδιναν εἴδηση εἰς
τοὺς κλέπτας, ζωοτροφίας καὶ πολεμοφόδια. Ὅταν εἰς τὸν πόλεμο ἐλαβώνετο κανένας
βαρέως καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὸν πάρουν, τὸν ἐφιλοῦσαν καὶ ἔπειτα τοῦ ἔκοφταν τὸ
κεφάλι. Τὸ εἶχαν εἰς ἀτιμίαν ὁποὺ οἱ Τοῦρκοι νὰ πάρουν τὸ κεφάλι του. Ἀπὸ 36
πρωτοξαδέλφια, μόνον 8 ἐγλύτωσαν, οἱ ἄλλοι ἐχάθηκαν ὅλοι. Δὲν εἶναι διάσιλο, ὁποὺ
δὲν εἶναι θαμμένος Κολοκοτρώνης, χωριστὰ τὰ δευτεροξαδέρφια, θεῖοι καὶ λοιποὶ
φίλοι χαϊμένοι. Τὸ «κλέφτης» ἦτον καύχημα. Ἔλεγε: «εἶμαι κλέφτης» καὶ ἡ εὐχὴ τῶν
πατέρων ἑνὸς παιδιοῦ ἦτον νὰ γίνει κλέφτης. Τὸ «κλέφτης» ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν ἐξουσία.
Εἰς τοῦ πατρός μου τὸν καιρό, ἦτον ἱερὸ πράγμα νὰ πειράξουν Ἕλληνα. Καὶ ὅταν οἱ
κλέπται ἤρχοντο εἰς συμπλοκὴ μὲ τοὺς Τούρκους, ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἄφηναν τὸ
ζευγάρι, καὶ ἐπάγαιναν νὰ βοηθήσουν τοὺς κλέπτας. Εἰς τὰς ἡμέρας ἐπειράζοντο καὶ
Ἕλληνες ὁμοφρονοῦντες μὲ τοὺς Τούρκους. Ὅταν ἦλθε ὁ Ἀνδροῦτζος, πατέρας τοῦ Ὀδυσσέως,
ἐγνωρίστηκα εἰς τὴν Μάνη, καὶ τὸν ἐσυντρόφευσα ἕως εἰς τὴν Κόρινθο. Εἰς τὸν
κατατρεγμό μας, διὰ 15 ἡμέρες οὔτε ἐκοιμώμεθα, οὔτε ἐτρώγαμε, ἐσώσαμε τὰ
φουσέκια, καθημέρα πόλεμο.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024
Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024
Τὰ δικά μας λάθη
Φυλαχθεῖτε ἀπὸ κάθε λογισμὸ ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν. Τὸ εἴπαμε ἀρκετὲς
φορές. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου μικρὸ πρᾶγμα! Ἐπειδή, ὅταν σκεφτόμαστε τὸ κακὸ γιὰ
κάποιον καὶ ὕστερα βγαίνουμε ἀπὸ τὸ κελλί μας καὶ τὸν συναντοῦμε, τὰ ἴχνη τῆς
κακῆς αὐτῆς σκέψεως ἐνεργοῦν.
Καὶ τότε ὁ ἄλλος, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, ἀνταποκρίνεται μὲ ἀντίστοιχο
τρόπο. Καὶ ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσουμε ποιός «ἄρχισε» πρῶτος. Γι’ αὐτὸ
καὶ προσευχόμαστε: «Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα».
Ἡ ἀπουσία τῆς θεωρίας αὐτῆς κάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο νὰ σκέφτεται ὅτι ἔχει
δίκαιο καὶ νὰ μὴ διακρίνει τὰ δικά του λάθη.
Ἅγιος Σωφρόνιος
Σαχάρωφ












