Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Τί κάνουν τὰ κόμματα
Τότε, στὸν Ἐθνικὸ Διχασμό, γύρω στὸ 1915-16, ὅταν ἔρχονταν οἱ βενιζελικοὶ στὰ πράγματα, ἔστελναν τοὺς βασιλικοὺς στὴν πλατεία Κλαυθμῶνος καὶ ὅταν ἔρχονταν οἱ βασιλικοὶ ἔστελναν τοὺς βενιζελικούς.
Τὴν περίοδο αὐτή, λοιπόν, στὴν Κρήτη, ἕνας ἐπιθεωρητὴς δημοτικῆς ἐκπαίδευσης ἀνέβαινε, μ’ ἕνα μουλάρι, σ’ ἕνα ὀρεινὸ καὶ δύσβατο χωριό, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσει τὸν ἐκεῖ δάσκαλο. Στὸ δρόμο ποὺ «ἐπήγαινε» συναντᾶ ἕναν ἀγωγιάτη καὶ τὸν ρωτᾶ: «Δὲν μοῦ λές, πατριώτη, ὁ δάσκαλος τί εἶναι; βενιζελικὸς ἢ βασιλικός;». «Βενιζελικός», ἀπαντᾶ ὁ ἀγωγιάτης. «Ἄ, τὸ γαϊδούρι...» σχολίασε ὁ ἐπιθεωρητής. Ὁ ἀγωγιάτης ὅμως ἦταν βενιζελικὸς καὶ φίλος του δασκάλου καὶ ἔτρεξε νὰ μεταφέρει στὸν δάσκαλο τὴν στιχομυθία. «Τὸ καὶ τὸ δάσκαλε. Σὲ εἶπε γαϊδούρι».
Τὴν ἑπομένη μπαίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς στὴν τάξη καὶ ρωτᾶ τὸν δάσκαλο γιὰ τὸ ποιὸ εἶναι τὸ μάθημα τῆς ἡμέρας. «Τὰ σημεῖα τῆς στίξεως», ἀπαντᾶ ὁ δάσκαλος. «Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τί ξέρουν τὰ παιδιά», λέει ὁ ἐπιθεωρητής.
Ὁ δάσκαλος σήκωσε ἕνα μαθητή, τὸν Σήφη, στὸν πίνακα καὶ τοῦ εἶπε νὰ γράψει τὴν φράση: "Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶπε, (κόμμα) ὁ δάσκαλος εἶναι γαϊδούρι (τελεία).
Ἀφοῦ, ἔκπληκτος ὁ μαθητής, τὸ ἔγραψε, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: "Ποιὸς εἶναι, παιδί μου, γαϊδούρι;". "Ὁ δάσκαλος", ψέλλισε ὁ μαθητής. "Καὶ ποιὸς τὸ εἶπε;". "Ὁ ἐπιθεωρητής, κύριε".
"Ὡραία", εἶπε ὁ δάσκαλος; "σβῆσε τώρα τὸ κόμμα καὶ βάλ' το ἀλλιῶς". Ὁ ἐπιθεωρητής, (κόμμα) εἶπε ὁ δάσκαλος, (κόμμα) εἶναι γαϊδούρι". Μόλις τελείωσε ὁ μαθητής, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: "Ποιὸς εἶναι τώρα, παιδί μου, τὸ γαϊδούρι;". "Ὁ ἐπιθεωρητής", ἀπαντᾶ δειλὰ ὁ μαθητής. "Καὶ ποιὸς τὸ εἶπε;". "Ὁ δάσκαλος", ἀπαντᾶ ὁ μαθητής. Ὁπότε στρέφεται ὁ δάσκαλος στὴν τάξη καὶ λέει: "Εἴδατε παιδιὰ τί κάνουν τὰ κόμματα. Πότε βγάζουν γάιδαρο τὸν ἐπιθεωρητὴ καὶ πότε τὸν δάσκαλο".

Δημήτρης Νατσιὸς

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024


Τὰ γαϊδούρια
Τότε, στὸν Ἐθνικὸ Διχασμό, γύρω στὸ 1915-16, ὅταν ἔρχονταν οἱ βενιζελικοὶ στὰ πράγματα, ἔστελναν τοὺς βασιλικοὺς στὴν πλατεία Κλαυθμῶνος, καὶ ὅταν ἔρχονταν οἱ βασιλικοί, ἔστελναν τοὺς βενιζελικούς.
Τὴν περίοδο αὐτὴ λοιπόν, στὴν Κρήτη, ἕνας ἐπιθεωρητὴς δημοτικῆς ἐκπαίδευσης ἀνέβαινε μ’ ἕνα μουλάρι σ’ ἕνα ὀρεινὸ καὶ δύσβατο χωριό, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσει τὸν ἐκεῖ δάσκαλο. Στὸ δρόμο ποὺ ἐπήγαινε, συναντᾶ ἕναν ἀγωγιάτη καὶ τὸν ρωτᾶ: «Δὲν μοῦ λές, πατριώτη, ὁ δάσκαλος τί εἶναι, βενιζελικὸς ἢ βασιλικός;» «Βενιζελικός», ἀπαντᾶ ὁ ἀγωγιάτης. «Ἄ, τὸ γαϊδούρι...» σχολίασε ὁ ἐπιθεωρητής. Ὁ ἀγωγιάτης ὅμως ἦταν βενιζελικὸς καὶ φίλος του δασκάλου καὶ ἔτρεξε νὰ μεταφέρει στὸν δάσκαλο τὴν στιχομυθία. «Τὸ καὶ τό, δάσκαλε. Σὲ εἶπε γαϊδούρι».
Τὴν ἑπομένη μπαίνει ἐπιθεωρητὴς στὴν τάξη καὶ ρωτᾶ τὸν δάσκαλο ποιὸ εἶναι τὸ μάθημα τῆς ἡμέρας. «Τὰ σημεῖα τῆς στίξεως», ἀπαντᾶ ὁ δάσκαλος. «Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τί ξέρουν τὰ παιδιά», λέει ὁ ἐπιθεωρητής.
δάσκαλος σήκωσε ἕνα μαθητή, τὸν Σήφη, στὸν πίνακα καὶ τοῦ εἶπε νὰ γράψει τὴν φράση: « ἐπιθεωρητὴς εἶπε, (κόμμα) δάσκαλος εἶναι γαϊδούρι». Ἀφοῦ, ἔκπληκτος μαθητής, τὸ ἔγραψε, τὸν ρωτᾶ δάσκαλος: «Ποιός εἶναι, παιδί μου, γαϊδούρι« δάσκαλος», ψέλλισε μαθητής. «Καὶ ποιός τὸ εἶπε« ἐπιθεωρητής, κύριε».
«Ὡραῖα», εἶπε ὁ δάσκαλος˙ σβῆσε τώρα τὸ κόμμα καὶ βάλ' το ἀλλιῶς: Ὁ ἐπιθεωρητής, (κόμμα) εἶπε ὁ δάσκαλος, (κόμμα) εἶναι γαϊδούρι». Μόλις τελείωσε ὁ μαθητής, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: «Ποιός εἶναι τώρα, παιδί μου, τὸ γαϊδούρι;» «Ὁ ἐπιθεωρητής», ἀπαντᾶ δειλὰ ὁ μαθητής. «Καὶ ποιός τὸ εἶπε;» «Ὁ δάσκαλος», ἀπαντᾶ ὁ μαθητής. Ὁπότε στρέφεται ὁ δάσκαλος στὴν τάξη καὶ λέει: «Εἴδατε παιδιὰ τί κάνουν τὰ κόμματα. Πότε βγάζουν γάιδαρο τὸν ἐπιθεωρητὴ καὶ πότε τὸν δάσκαλο!»

Δημήτρης Νατσιὸς

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024


Διδάσκοντας ἀρχαῖα ἑλληνικὰ στὸ Δημοτικὸ
Δὲν τὸ κρύβω καὶ δὲν τὸ γράφω πρὸς καύχηση -ἓν οἶδα ὅτι οὐδέν εἰμι- ὅτι ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια διδάσκω ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ὅταν παίρνω Ε´ καὶ ΣΤ´ Δημοτικοῦ, ἀφιερώνω μία ὥρα τοῦ ἑβδομαδιαίου προγράμματος στὴν διδασκαλία τῆς, κατὰ τὸν Κικέρωνα, «γλώσσας τῶν θεῶν».
Ἡ ὥρα τὴν ὁποία «κλέβω» ἀπὸ τὸ πρόγραμμα εἶναι τῆς «Εὐέλικτης Ζώνης». Ἂς μὴν ρωτήσει κάποιος τί εἶναι αὐτὴ ἡ «Εὐέλικτη Ζώνη», γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ἀκόμη δὲν κατάλαβα. Αὐτὸ ποὺ ξέρω εἶναι ὅτι στὸ πρόγραμμα ποὺ δίνω στοὺς μαθητές μου σβήνω τὴν «Εὐέλικτη Ζώνη» καὶ γράφω «Ἀρχαῖα Ἑλληνικά». Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἐξαιρετικά, οἱ μικροὶ μαθητὲς μὲ κατάνυξη, θὰ ἔλεγα, καὶ μὲ καμάρι «τριγυρίζουν ὅπως ἡ μέλισσα γύρω ἀπὸ ἕνα ἄγριο λουλούδι» (Βρεττάκος) τὴν πάντερπνη γλῶσσα μας καὶ χαίρονται τοὺς χυμοὺς καὶ τὰ ἀρώματά της.
Τοὺς ἐξηγεῖς ὅτι ἐργάστηκαν «μακριὲς σειρὲς προγόνων, ποὺ δούλεψαν τὴν φωνή, τὴν τεμάχισαν σὲ κρίκους, τὴν κάμαν νοήματα, τὴν σφυρηλάτησαν, ὅπως τὸ χρυσάφι οἱ μεταλλουργοί, κι ἔγινε Ὅμηροι, Αἰσχύλοι, Εὐαγγέλια κι ἄλλα κοσμήματα», κατὰ τὸν θαυμάσιο Νικ. Βρεττάκο, καὶ ὅτι αὐτοὶ ἔχουν τὸ μοναδικὸ παγκοσμίως προνόμιο νὰ μποροῦν νὰ τὴν διαβάζουν στὸ πρωτότυπο καὶ νὰ τὴν (κατὰ τὸ δυνατὸν) κατανοοῦν. Καὶ καμαρώνουν καὶ αἰσθάνονται «ἐθνικὰ ὑπερήφανοι», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μία φράση ποὺ ἀπεχθάνεται ὁ νεοταξικὸς συρφετός.
Μὲ ρώτησαν κάποιοι φίλοι καὶ συνάδελφοι πῶς τὴν διδάσκω. (Ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ τὸ πρῶτο πρόσωπο). Παραθέτω ἕνα σχεδιάγραμμα διδασκαλίας, μὲ τὴν ἐπισήμανση πὼς δὲν εἶμαι φιλόλογος, οἱ σπουδές μου περιορίζονται στὴν Θεολογία καὶ τὴν Παιδαγωγική. Μελετῶ ὅμως τὰ ἀρχαῖα «διὰ βίου» καὶ παλεύω νὰ μεταγγίσω αὐτήν μου τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ στοὺς μαθητές μου. Νομίζω ὅτι εἶναι μία πράξη ἀντίστασης, ἐν μέσῳ τῆς περιρρέουσας ἀποκολοκύνθωσης καὶ ἡμιμάθειας.
Κατ’ ἀρχάς, τὰ κείμενα ποὺ χρησιμοποιῶ εἶναι κυρίως μύθοι τοῦ Αἰσώπου καὶ Εὐαγγελικὲς Περικοπές. Τί κάνω λοιπόν; (Ἔχω ἕτοιμα περίπου 30 μαθήματα). Φωτοτυπῶ καὶ μοιράζω τὸ κείμενο. Γιὰ παράδειγμα: «Κοχλίαι: Γεωργοῦ παῖς κοχλίας ὤπτει. Ἀκούσας δὲ αὐτῶν τριζόντων ἔφη: ὦ, κάκιστα ζῶα, τῶν οἰκιῶν ὑμῶν ἐμπιπραμένων αὐτοὶ ἄδετε; Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι πᾶν τὸ παρὰ καιρὸν δρώμενον ἐπονείδιστον».

Ἀφοῦ γίνει μία καλή, ὀρθὴ καὶ ἀργὴ ἀνάγνωση ἀπὸ τὸν δάσκαλο, ζητῶ ἀπὸ κάποιους μαθητὲς νὰ προσπαθήσουν νὰ τὸ διαβάσουν μεγαλοφώνως. (Τοὺς προτρέπω νὰ πράξουν τὸ ἴδιο στὸ σπίτι τους, ὡς ἄσκηση ὀρθοφωνίας, εὐκρινοῦς προφορᾶς καὶ ἄρθρωσης). Στὴν συνέχεια τοὺς ζητῶ νὰ ὑπογραμμίσουν ποιὲς λέξεις ἀναγνωρίζουν. Σὲ κάθε κείμενο ἀγγίζουμε σχεδὸν τὸ 90% τῶν λέξεων. Στὸ παραπάνω κείμενο ὑπογράμμισαν, κατὰ μέσο ὅρο, τὶς λέξεις: γεωργοῦ, παῖς, ἀκούσας, αὐτῶν, κάκιστα, τριζόντων, ζῶα, οἰκιῶν, λόγος, παρά, καιρόν. (Ἂν ἤμασταν στὴν Κρήτη, θὰ ἀναγνώριζαν καὶ τοὺς κοχλιούς, τὰ σαλιγκάρια).
Στὴν συνέχεια, βοηθώντας διακριτικὰ τὰ παιδιά, τοὺς παρωθῶ νὰ μεταφράσουμε, ὅλοι μαζί, τὸ κείμενο γιὰ νὰ καρπωθοῦν αὐτὰ τὴν χαρὰ τῆς ἀποκάλυψης τοῦ κειμένου. «Σαλιγκάρια: Τὸ παιδὶ ἑνὸς γεωργοῦ ἔψηνε σαλιγκάρια κι ἀκούγοντάς τα νὰ τρίζουν εἶπε: Ἔ, κάκιστα ζῶα, τὰ σπίτια σας καίγονται καὶ ἐσεῖς τραγουδᾶτε; Ὁ μύθος σημαίνει ὅτι εἶναι ἀξιοκατάκριτο καθετὶ ποὺ γίνεται παράκαιρα». (Νιώθω χαρὰ βλέποντας τὴν ἱκανοποίηση καὶ τὴν ἔκπληξη τῶν παιδιῶν κατὰ τὴν μετάφραση. Ἀνοίγεται ἕνα παράθυρο καὶ ἀτενίζουν τὸ ἔνδοξο παρελθόν, «τὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου»).
Στὴν συνέχεια ἕπεται τὸ ὡραιότερο: ἡ ἐτυμολογία. Σκαλίζουμε τὶς γενέθλιες λέξεις τῆς ἑλληνίδας γλώσσας, τὸ φῶς τοῦ πολιτισμοῦ μας φεγγοβολᾶ στὴν αἴθουσα. (Καὶ ἡ αἴθουσα ἀπὸ τὸ ρῆμα «αἴθω» παράγεται, ποὺ σημαίνει καίω, φωτίζω. Ἐξ οὗ καὶ αἴθριος καὶ αἰθίοψ, ἀπὸ τὰ αἴθω+ὄψη). Τὸ γεωργὸς ἀπὸ γῆ+ἔργον, καὶ καταλήγουμε στὴν γεωργία, στὸν Γεώργιο, στὴν γεωγραφία, στὴν γεωμετρία, στὸ γεωτρύπανο (λέξεις ποὺ βρῆκαν τὰ παιδιά). Παραγωγὴ λόγου καὶ ἐκμάθηση τοῦ πρώτου συνθετικοῦ «γέω», τὸ ὁποῖο σημαίνει γῆ, πράγμα ποὺ πρὶν ἀγνοοῦσαν. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν λέξη «παῖς», ἀπ’ ὅπου τὸ παιδί, τὸ παιχνίδι, παιδεία, παιδίατρος, παιδαγωγός.
Τοὺς λὲς ὅτι κανεὶς σήμερα δὲν λέει «πάω στὴν οἰκία μου», ὅμως λέμε οἰκογένεια, οἰκοδέσποινα, οἰκοδομή, οἰκονομία. (Δράτεσσαι τῆς εὐκαιρίας καὶ ἐξηγεῖς ὅτι ἡ οἰκονομία παράγεται ἀπὸ τὸ οἶκος+νέμω, ποὺ σημαίνει μοιράζω, ἀλλὰ καὶ διοικῶ, καὶ καταλήγουμε στὸν νόμο καὶ ὅτι σήμερα καταστράφηκε ἡ οἰκο-νομία μας, γιατὶ δὲν διοικεῖ ὁ νόμος, ἀλλὰ οἱ ἄνομοι καὶ παράνομοι ποὺ νέμονται τὸ δημόσιο ταμεῖο).
Τοὺς ἐξηγεῖς ὅτι τὸ «ἐμπιπραμένων» παράγεται ἀπὸ τὸ «πίμπρημι» καὶ φτάνουμε στὸν ἐμπρησμό. Τοὺς λὲς ὅτι «ἄδω» σημαίνει ψάλλω καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνοίγεται μπροστὰ μας ἕνα ἀπέραντο φύλλωμα λέξεων: κωμωδία, ὠδεῖο, μελωδία, τραγωδία (βάζεις καὶ τὴν λέξη «τράγος» καί… ἀμηχανοῦν) καὶ ἀηδόνι καὶ αὐδή, ποὺ σημαίνει φωνή, ἡ ὁποία διασώζεται στὸ ἐπίθετο ἄναυδος καὶ στὸ ἀπηύδησα.
Ἡ ὥρα δὲν φτάνει. Κρατᾶμε 5-10 λεπτὰ γιὰ τὴν κυρὰ-Γραμματική. (Πολλὲς φορές, γιὰ νὰ ἐξοικειωθοῦν μὲ τὰ στολίδια τοῦ λόγου, τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, τοὺς δίνω ἕνα κείμενο «γυμνὸ» ἀπὸ αὐτὰ καὶ τοὺς λέω τί βάζουμε. Δυσκολεύονται στὴν ἀρχὴ νὰ θέσουν, γιὰ παράδειγμα, τὴν δασεία καὶ τὴν ὀξεία στὴν λέξη «Ἕλληνας», ὅμως, μαθαίνουν, καὶ πολὺ γρήγορα).
Τὸ κουδούνι χτυπᾶ, τὰ παιδιὰ βγαίνουν «ἄδοντας» στὴν αὐλὴ καὶ ὁ δάσκαλος σκέφτεται μὲ θλίψη γιατί νὰ μὴν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ «πανηγύρι» στὸ Ἀναλυτικὸ Πρόγραμμα. Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Παιδεία φτιάχνεις μὲ ὁράματα καὶ ὄχι μὲ προγράμματα. Ἡ πατρίδα θέλει ἀναλυτικό… ὅραμα καὶ ἐμεῖς «μουρμουρίζουμε σπασμένες λέξεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες» (Σεφέρης).
Στὴν αἴθουσα ὅμως δὲν μπαίνει τὸ ὑπουργεῖο νὰ διδάξει, μπαίνει ὁ δάσκαλος. Κλείνει τὴν πόρτα καί… «γεωργοῦ παῖς κοχλίας ὤπτει». Μὲ τὸ ὑπουργεῖο θὰ ἀσχολούμαστε τώρα, μὲ τοὺς γκρεμιστὲς τῆς Παιδείας…
Δημήτρης Νατσιὸς

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2024



Στὴν Ἁγι Ἀναστασὰ
Ὁ Γιάννης ἡ Γριὰ δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν, εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀλλ᾽ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῇ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά. Ἀφοῦ τὸ πάλαι ἦτο ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ χῶρος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ, διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται; Μάτην ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐξώδευεν ὅλην τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του διὰ νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἐζήτει παράλογα. Ὁ αἰπόλος ἔμεινεν ἀμετάπειστος.
― Πῶς θὰ λειτουργήσω, βλοημένε, σὲ ξεσκέπαστο μέρος; τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία ἀποκάτ᾽ ἀπ᾽ τ᾽ ἀστέρια;
― Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο; ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. Ἔχουν, ἂς ποῦμε, ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες, μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια, καὶ βγαίνουν, κατάλαβες, ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση· κ᾽ ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ᾽ ἐκκλησιά, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε, κατάλαβες, νὰ κάμουμ᾽ Ἀνάσταση σ᾽ ἕνα ξέσκεπο μέρος, ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρό, κατὰ πῶς λένε, ἐκκλησιά;
Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν, εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη, ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα, καὶ εἶπε:
― Κάμνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ᾽ τὶς ἐκκλησιές, ναί· μὰ λειτουργία;… Πῶς θὰ λειτουργήσουμε;
― Ἀπάνου στὰ μάρμαρα, ποὺ ἦταν μιὰ τ᾽ ἁι-δῆμα, ἂς ποῦμε.
― Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη.
― Τὸν παλαιὸ καιρό, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει, κατάλαβες, δὲν ἦταν συνγκαινιασμένη;
― Τὸ Πηδάλιο λέει ὅταν βεβηλωθῇ μία ἐκκλησία, νὰ μὴ λειτουργιέται, ἂν δὲν ξανακτισθῇ κ᾽ ἐγκαινιασθῇ πάλι.
Ἐπὶ τέλους ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἴσως θὰ τὸν ἔπειθε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, ἥτις δὲν ἀπεῖχε πολύ, καὶ ἦτο κι αὐτή, κατὰ δεύτερον λόγον, γειτόνισσά του, ὅπως ἐκαυχᾶτο ὁ αἰπόλος λέγων ὅτι τὴν Ἁγία Ἀναστασιὰ «τὴν εἶχε γειτόνισσα». Ἀλλ᾽ ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς δὲν ἔπειθεν ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἠδύνατο ἀκατακρίτως νὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν. Ὁ ναΐσκος εἶχε τὴν στέγην του, τὸ θυσιαστήριον εἰσέχον ἔγκτιστον εἰς τὸν τοῖχον, καὶ ἡ Πρόθεσις, ἐκαλύπτοντο ἀπὸ δύο σπιθαμὰς χώματος καὶ λίθων, πεσόντων ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς χιβάδος, τὸ εἰκονοστάσιον ἦτο ὀρθὸν ἀκόμη, ἀλλ᾽ αἱ θυρίδες του ἔχασκον ἔρημοι εἰκόνων, καὶ τὰ δύο παράθυρα τοῦ βορείου καὶ τοῦ νοτίου τοίχου ἔφεγγον καὶ αὐτὰ ἄφρακτα, καὶ ὁ ἄνεμος ἐβόιζεν εἰσπνέων δι᾿ αὐτῶν καὶ ἐκπνέων. Ὡμοίαζε μὲ γραῖαν νωδήν, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀμμάτων, μὲ τὰ ὦτα βομβοῦντα ἀπὸ ἤχους φαιδρῶν φωνῶν παιδίων, χλευαζόντων σκληρῶς τὴν ἀδυναμίαν της. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κανδήλιον εὐσεβῶς ἀναφθὲν ἐκ ταξίματος εὐλαβοῦς προσκυνητρίας οὔτε μανουάλιον διαχέον παρήγορον φῶς εἰς τὰς ἠμαυρωμένας μορφὰς τῶν ἠκρωτηριασμένων εἰς τοὺς τοίχους ὀλίγων ἁγίων. Τὸ παρεκκλήσιον ἦτο ἀφιερωμένον ποτὲ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, κ᾽ ἐκαλεῖτο συνήθως Παναγίτσα, ὑπ᾽ ἄλλων δὲ Ἁγία Ἄννα. Ἀλλ᾽ ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐδίσταζεν ἄν, καὶ μὲ ἀλλαχόθεν δανειζομένας εἰκόνας, καὶ μὲ ἀναρτώμενα προχείρως κανδήλια, ἐπετρέπετο νὰ τελέσῃ λειτουργίαν ἐκεῖ.
Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον, καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην.
― Ἂς εἶναι, μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά, εἶπε, καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ πράγματά σας, καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες, καὶ πηγαίνομεν κάτου στὴν Παναγία τὴν Δομάν, καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ.
― Στὴν Παναγιὰ τὴν Δομά;… μὰ εἶναι μακριά.
―Ὣς πόσο;… Σὲ μισὴ ὥρα φθάνουμε.
― Εἶναι, νά ᾽χω τ᾽ν εὐκή σ᾽, παπά, παραπάν᾽ ἀπὸ μιὰ ὥρα.
― Δὲν θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τρία τέταρτα. Ὅλ᾽ ἡ νύχτα δική μας εἶναι. Ἔχουμε καιρὸ νὰ φθάσουμε.
Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε, μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι, καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀναγινώσκῃ τὴν παννυχίδα καὶ τὸ Κύματι θαλάσσης, ὅλα διαβαστά. Εἶτα ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον, ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους, καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν, ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι, ἐφόρεσεν ἄλλο ἰόχρουν μεταξωτὸν καὶ λευκὸν φαιλόνιον (ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήγαγεν ἀπὸ τὸ δισάκκιον τὸ περικλεῖον τὰ ἱερά του), καὶ ἀνάψας λαμπάδα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μελῳδικῶς τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς, μεθ᾽ ὃ ἔψαλε, Τὴν Ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ.
Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι, ἀναγνοὺς τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἤρχισε μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῇ φωνῇ νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του, παιδίου δωδεκαετοῦς, ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν. Ὡραία δὲ καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνή, ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν ὄψιν, ἀγλαϊζομένου ἀπὸ τὸ τρέμον, ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς, φῶς πεντήκοντα λαμπάδων, σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά, διαυγὴς καὶ μυστηριώδης, ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνους τοὺς εἰς διαδήματα κορυφουμένους κραταιοὺς κλῶνας, μὲ τὰ φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα ὡς χρυσαῖ φολίδες, ὑπὸ τὴν λαμπηδόνα τῶν πυρσῶν, μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα ἀόρατα πνεύματα, ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ, Δρυάδες εὔσωμοι καὶ Ὀρεστιάδες ραδιναί, ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνὰ τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας, καὶ σήμερον μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια, καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων λαμπάδων· ἀναθαρρήσασαι πρὸς καιρὸν ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ καλλιμαρμάρου ἱδρύματος, καὶ τώρα μετὰ θάμβους βλέπουσαι τὴν ἀναζωπύρησιν τῶν πασχαλίων πυρσῶν καὶ ὀσφραινόμεναι τὴν ὀσμὴν τοῦ χριστιανικοῦ μοσχολιβάνου εἰς τὰ βάθη τοῦ δρυμῶνος.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024


Το τρελοβάπορο
Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στά βουνά
κι ἀρχίζει τίς μανοῦβρες «βίρα-μάϊνα»

Τήν ἄγκυρα φουντάρει στίς κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο ἀέρα κι ἀπ᾿ τίς δυό μεριές

Εἶναι ἀπό μαύρη πέτρα κι εἶναι ἀπ᾿ ὄνειρο
κι ἔχει λοστρόμο ἀθῶο ναύτη πονηρό

Ἀπό τά βάθη φτάνει τούς παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι ἀναστεναγμούς

Ἔλα Χριστέ καί Κύριε λέω κι ἀπορῶ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μᾶς ταξιδεύει δέ βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τούς ἀλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δέ λογαριάσαμε
μπήκαμε μές στά ὅλα καί περάσαμε

Κι ἔχουμε στό κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τόν Ἥλιο τόν Ἡλιάτορα!
Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Τετράδιο 113 * Μάϊος 2009

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024


Περὶ ἀγάπης
Ὁ ὑποτακτικὸς κάποιου Γέροντα ἔμενε σὲ μία καλύβα δέκα μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴ σκήτη. Μία μέρα θέλησε νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ ὁ Γέροντας νὰ ἔλθῃ νὰ πάρῃ τὸ ψωμί του. Ὕστερα ὅμως σκέφθηκε: Γιὰ λίγα ψωμιὰ νὰ κάνω τὸν Ἀδελφὸ νὰ περπατήσει δέκα μίλια; Ἂς τοῦ τὰ πάω μόνος. Ἔβαλε τὸ ταγάρι στὸν ὦμο καὶ ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σὲ μία πέτρα κι ἔκανε τέτοια πληγὴ στὸ πόδι, ποὺ ἦταν ἀδύνατον νὰ σταματήσει τὸ αἷμα. Ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸ πόνο ποὺ ἔνιωσε, ἄρχισε νὰ κλαίει.
- Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; ἄκουσε πίσω του μία γλυκειὰ φωνὴ νὰ τὸν ρωτᾷ.
Ἔστρεψε τὸ κεφάλι καὶ εἶδε ἕναν ὡραῖο Ἄγγελο. Δὲν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλὰ τοῦ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλο τὴν πληγή.
- Πάψε νὰ κλαῖς γι᾿ αὐτὸ τὸ τιποτένιο πρᾶγμα, τὸν πρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τὰ βήματα ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀδελφοῦ τὰ ἔχω μετρημένα καὶ θὰ πάρεις τὴν ἀμοιβή σου ἀπὸ τὸν Θεό.
Ὁ Γέροντας πῆρε θάῤῥος καὶ χαρούμενος συνέχισε τὸ δρόμο του. Ἀπὸ τότε προθυμοποιήθηκε νὰ ἐξυπηρετεῖ τοὺς Ἀδελφούς.
Μία μέρα πῆρε πάλι ψωμιὰ νὰ τὰ πάει σ᾿ ἄλλον Ἐρημίτη ποὺ ἔμενε πολὺ πιὸ μακριά. Συνέβηκε ὅμως νὰ ἔρχεται κι ἐκεῖνος μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ καὶ συναντήθηκαν στὸ δρόμο.
- Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μὲ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρὸ θησαυρὸ καὶ πρόλαβες ἐσὺ νὰ μοῦ τὸν πάρεις.
- Μήπως ἡ στενὴ πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νὰ περάσουμε κι ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀδελφός.
Ἐνῷ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καὶ τοὺς εἶπε:

- Αὐτὴ ἡ φιλονικία σὰν εὐωδία στὸ λιβάνι ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2024


Τό πρῶτο μάθημά μου γιά τήν ἀρχοντιά
Θά 'μουνα δέκα χρονῶν. Τό καλοκαίρι, ὅταν τελείωνα τό σχολεῖο κατέβαινα στό ἰσόγειο δικηγορικό γραφεῖο τοῦ πατέρα μου, ὅπου καί μέ ἔβαζαν νά ἀντιγράφω δικόγραφα. Γιά τίς τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μία δραχμή.
Καθισμένος σ' ἕνα ἀπό τά γραφεῖα τῶν βοηθῶν χάζευα ποῦ καί ποῦ τούς πελάτες, κάθε λογῆς, πού μπαινόβγαιναν.
Ἕνα πρωινό ἦρθε ἕνας λεβεντόγερος μέ κάτασπρη φουστανέλλα. Οἱ φουστανελλάδες ἀκόμη τότε δέν ἦταν σπάνιο φαινόμενο. Εἶδα τούς βοηθούς δικηγόρους νά σηκώνονται καί νά τοῦ κάνουν μίαν ἰδιαίτερα θερμή ὑποδοχή.
Ὁ πρῶτος βοηθός πού φαίνεται νά τόν γνώριζε καλά, ἔπιασε κουβέντα μαζί του. Καί μία στιγμή τόν ρωτάει: «Καί τώρα, μπάρμπα Μῆτρο, πόσων χρόνων εἶσαι;» Καί ὁ μπάρμπα Μῆτρος, μέ τ' ὄνομα Δημήτριος Μαλαμούλης, πού εἶχε ἐν τῷ μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, τοῦ ἀπαντάει μονολεκτικά...«δύο». Δηλαδή ἑκατόν δύο. Ἀπό τά ἑκατό εἶχε ἀρχίσει νέα ἀρίθμηση.
Βγῆκε ἐν τῷ μεταξύ ὁ πατέρας μου. Τόν ὁδήγησε στό μέσα γραφεῖο, τά εἴπανε μέ αὐτόν καί τό γιό του, ἕνα λεβέντη ἐβδομηνταπεντάρη, καί ὅταν βγῆκαν στό δωμάτιο πού βρισκόμουν καί ἐγώ, πρῶτα μέ σύστησε καί ὕστερα μοῦ ἀνήγγειλε ὅτι θά πᾶμε τήν Κυριακή νά ἐπισκεφθοῦμε τόν Μαλαμούλη στό χειμαδιό του, κάπου στόν Ὠρωπό.
Ἀπό κουβέντα δέν ἔπαιρνε ὁ μπάρμπα Μῆτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τούς βοηθούς τοῦ πατέρα μου κι ἐμένα εἶχα τό αἴσθημα ὅτι μᾶς ἔβλεπε σάν μικρό κοπάδι ἀρνάκια. Μικρό, διότι ὁ Μαλαμούλης εἶχε ἀπάνω ἀπό 3000 ἀρνιά καί κατσίκια, στά Ἄγραφα τό καλοκαίρι καί τόν χειμώνα στά ὀρεινά της Ἀττικῆς.
Τήν Κυριακή, ὅταν φθάναμε στόν τόπο ὅπου εἶχε στήσει τά τσαντήρια του, τῶν παιδιῶν, τῶν ἐγγονῶν καί τῶν δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οἱ καθιερωμένες μπαταριές καί μετά μαζευτήκαμε στό μεγάλο τσαντήρι τοῦ Γέρου. Εἶχα μαζί μου, νέο εἰκοσάχρονο, τόν δάσκαλό μου Basset, αὐτόν πού ἔκανα πρόσωπο στούς «Διαλόγους σέ μοναστήρι». Αὐτός πού δέν χόρταινε νά θαυμάζει.
Σέ λίγο σταύρωσε ὁ Γέρος τό πρῶτο ψωμί. Καί οἱ γυναῖκες, ἀμίλητες καί φασαρεμένες, μοίραζαν τά κοψίδια, ἀρνάκι, κατσικάκι, ὅλα τά ἀγαθά. Θυμᾶμαι ἀκόμη τίς βεδοῦρες τά γιαούρτια. Ὁ γέρο Μαλαμούλης, στή μέση, καθισμένος σταυροπόδι, μέσ' στίς ἄσπρες βελέντζες, τά ἐπόπτευε ὅλα καί ἔδινε στίς γυναῖκες καί στούς παραγιούς προσταγές.
Ὅταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Ὀδύσσεια», τόν γέρο Μαλαμούλη τόν ταύτιζα μέσ' στή φαντασία μου μέ τόν Νέστορα, ὅταν δέχονταν τόν Τηλέμαχο.
Καθώς ἤμουν καθισμένος πλάι στόν πατέρα μου τόν ρώτησα ψιθυριστά: «Qu'est-il ce vieux;». «C'est un grand seigneur» μοῦ ἀπαντάει o πατέρας μου καί αὐτός ψιθυριστά. Καί γυρίζοντας ἀργότερα τό λόγο στά ἑλληνικά: «Νά καταλάβεις τί εἶναι ἀρχοντιά».
Ἦταν τό πρῶτο μάθημά μου γιά τό μέγα τοῦτο ἠθικό ἀγαθό: τήν ἀρχοντιά.
Ἀργότερα, μεγάλος σ' ἕνα πελοποννησιακό χωριό, γνώρισα ἕναν ἄλλο πιό νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στό πρόσωπό του ξανασυνάντησα αὐτό πού εἶχα γνωρίσει παιδί στό πρόσωπο τοῦ Μαλαμούλη: τήν ἀρχοντιά. Τό σταύρωμα τοῦ καρβελιοῦ ἀπό αὐτόν ἦταν μία ἱεροπραξία.
Ἡ ἀρχοντιά δέν εἶναι συνώνυμο μέ τήν ἀριστοκρατικότητα, δέν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ἤ μία διαφορά πλούτου. Ἀλλά δέν εἶναι καί ἕνα ἠθικό ἁπλῶς γνώρισμα. Εἶναι μία σύνθεση ὑπερηφάνειας, εὐπρέπειας, αὐτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Ἄρχοντες βρίσκεις ἐγκατεσπαρμένους σέ ὅλα τά εἴδη ἀνθρώπων. Ὁ ἄρχοντας δέν γίνεται ποτέ μάζα, σέ ὅποια τάξη καί ἄν ἀνήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δέν μπορῶ — ἴσως ἀδυναμία μου — μέ μία φράση νά τήν ὁρίσω τήν ἀρχοντιά. Ἀλλά ὅταν συναντῶ κάποιον πού ἔχει αὐτό τό σύμπλεγμα τῶν ἀρετῶν πού τήν ἀπαρτίζουν, τότε τήν ἀναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αὐτός εἶναι ἄρχοντας. Ἀνήκει σέ αὐτή τήν ἐκλεκτή κατηγορία ἀνθρώπων.
Ἔχομε ἄρχοντες κατά τήν νομικήν ἔννοια, πού δέν ἔχουν ἀρχοντιά. Ἔχομε ὅμως χειρώνακτες πού ἔχουν ἀρχοντιά.

Κωνσταντῖνος Τσάτσος              

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024


Πάντα μὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ
Ὁ ἔξυπνος καὶ διακριτικὸς ἄνθρωπος ἀξιοποιεῖ ὄχι μόνον τὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Καλὸς Θεός, καὶ τὶς καλοσύνες τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν πνευματική του πρόοδο, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀδικίες, τὶς περιφρονήσεις κ.λπ. τῶν συνανθρώπων του, τὶς ὁποῖες καὶ αὐτὲς ἀποδίδει στὴν κακία τοῦ ἀνθρωποκτόνου, τὸν ὁποῖο καὶ αὐτὸν λυπᾶται γιὰ τὸ πολὺ φοβερό του κατάντημα, ὅπως λυπᾶται καὶ γιὰ τὸ κατάντημα τῆς ψυχῆς του, καὶ ζητάει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἡ αὐτομεμψία μὲ τὴν αὐτοκριτικὴ πολὺ βοηθάει γιὰ νὰ πέσουν τὰ λέπια ἀπὸ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ ἰδοῦμε καθαρά.
Τὴν αὐτομεμψία οἱ εὐαίσθητοι θὰ πρέπη νὰ τὴν προσέξουν πολύ, γιατὶ ὁ πονηρὸς προσπαθεῖ νὰ τὴν κάνη ἀπελπισία (μὲ τὴν ὑπερευαισθησία). Ἡ αὐτομεμψία θὰ πρέπη νὰ συνοδεύεται πάντα μὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὅταν βλέπη κανεὶς ἄγχος σ’αὐτὴν τὴν περίπτωση, θὰ πρέπη νὰ καταλάβη ὅτι ἔβαλε τὴν οὐρά του τὸ ταγκαλάκι.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024


Γιὰ τὴ νηστεία
Ὅλα τὰ πατερικὰ βιβλία μιλούν γιὰ τὴ νηστεία. Οἱ Πατέρες τονίζουν να μὴν τρώμε δυσκολοχώνευτα φαγητὰ ἢ λιπαρά καὶ παχιά, γιατὶ κάνουν κακό στὸ σώμα αλλά και στην ψυχή... Γι’ αυτό οἱ Πατέρες μιλούν γιὰ νηστεία καὶ κατακρίνουν τὴν πολυφαγία καὶ τὴν ἡδονὴ ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς μὲ τὰ φαγητὰ τὰ πλούσια. Νὰ εἶναι πιὸ ἁπλὰ τὰ φαγητά μας. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε τόσο πολὺ μ’ αὐτά.
Δὲν εἶναι τὸ φαγητό, δὲν εἶναι οἱ καλὲς συνθῆκες διαβίωσης, ποὺ ἐξασφαλίζουν τὴν καλὴ ὑγεία. Εἶναι ἡ ἁγία ζωή, ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ξέρω γιὰ ἀσκητὲς ποὺ νηστεύανε πολὺ καὶ δὲν εἴχανε καμιὰ ἀρρώστια. Δὲν κινδυνεύει νὰ πάθει κανεὶς τίποτε ἀπ’ τὴ νηστεία. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀρρωστήσει ἀπ’ τὴ νηστεία...
Για να τα κάνετε όμως αὐτά, πρέπει νὰ ἔχετε πίστη. Ἀλλιῶς σας πιάνει λιγούρα.
Ἡ νηστεία εἶναι καὶ ζήτημα πίστεως. Δὲν παθαίνετε μ’ αὐτὴν κακό, ὅταν τὸ χωνέψετε καλὰ τὸ φαγητό σας. Οἱ ἀσκητὲς μεταποιοῦν τὸν αέρα σὲ λεύκωμα καὶ δὲν τοὺς πειράζει ἡ νηστεία. Ὅταν ἔχετε τὸν ἔρωτα στὸ θεῖον, μπορεῖτε νὰ νηστεύετε μὲ εὐχαρίστηση κι ὅλα εἶναι εὔκολα· ἀλλιῶς σᾶς φαίνονται ὅλα βουνό.
Ὅποιοι ἔδωσαν τὴν καρδιά τους στὸν Χριστὸ καὶ μὲ θερμὴ ἀγάπη ἔλεγαν τὴν εὐχὴ κυριάρχησαν καὶ νίκησαν τὴ λαιμαργία καὶ τὴν ἔλλειψη ἐγκράτειας.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024


Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ μοῦ ΄στειλε!
Σ’ ἕνα αἰγαιοπελαγίτικο νησὶ ζοῦσε πρὸ ἐτῶν ἕνας ἱερέας εὐλαβέστατος. Ἡ ψυχούλα του ἦταν γεμάτη στοργὴ γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ εἰδικὰ γιὰ τοὺς πονεμένους. Ἔφτασε ὅμως ἡ μέρα ποὺ δοκιμάστηκε κι ἐκεῖνος καὶ πόνεσε πολύ.
Ἡ κόρη του, μιὰ ἐξαιρετικὴ κοπέλα, εἶχε παντρευτεῖ πρόσφατα μ’ ἕνα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Ἔφτασε λοιπὸν ὁ καιρὸς νὰ φέρει στὸν κόσμο τὸ πρῶτο παιδάκι της. Κατὰ τὸν τοκετὸ ὅμως πέθανε! Πῆγε μάρτυρας νὰ συναντήσει τὸν Πλάστη της, ἀφήνοντας πολὺ πόνο πίσω της.
Ὀ ἱερέας πατέρας της πόνεσε κι αὐτὸς πολὺ στὸν χωρισμό, ἀλλὰ μὲ ἀκλόνητη πίστη στὸν Θεὸ πρόσφερε δοξολογία στὸ ἅγιο ὄνομά Του. Τὴν ἀγάπη του δὲ γιὰ τὴν θυγατέρα του ἐξέφραζε μὲ θερμὲς προσευχὲς γιὰ τὴν ψυχή της καὶ μὲ κρυφὲς ἐλεημοσύνες.
Ὁ ἱερέας εἶχε ἕναν ἀδελφὸ καπετάνιο, πού, ἀπόμαχος πιὰ τῆς θάλασσας, εἶχε γίνει στεριανὸς γιὰ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του. Εἶχε δημιουργήσει περιουσία κι ἀπολάμβανε πλέον τοὺς κόπους του. Δυστυχῶς ὅμως ἦταν σχεδὸν ἄπιστος, παρ’ ὅλο ποὺ εἶχε καλὴ καρδιά. Τὰ βραδάκια, ὅταν μαζεύονταν στὸ φιλόξενο σπίτι τοῦ παπᾶ μαζὶ μὲ μερικοὺς φίλους, κάποιους ἀγαθοὺς νησιῶτες ποὺ πρόσφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους στὴν ἐκκλησία, ἔπιναν τὸ ζεστό τους φασκόμηλο καὶ κουβέντιαζαν. Ὁ καπετάνιος ἕνα βράδυ εἰρωνεύτηκε τὸν ἱερέα καὶ τοῦ εἶπε:
- Σιγά, καημένε παπά, μὴν ὑπάρχει ἄλλη ζωὴ καὶ βλέπει ἡ κόρη σου τί λέμε καὶ τί κάνουμε!
Ὀ ἱερέας μὲ πραότητα προσπάθησε νὰ τὸν βοηθήσει ν’ ἀποβάλει τὴν ἀπιστία, γιατὶ ἤξερε πὼς κατὰ βάθος ὑπέφερε ἡ ψυχή του μέσα στὴν θανατερὴ παγωνιά της. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν φάνηκε νὰ ἐπηρεάζεται.
Ἕνα βράδυ, λοιπόν, ὁ ἱερέας βλέπει τὴν θυγατέρα του στὸν ὕπνο του. Ἦταν ὁλόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, καὶ τοῦ λέει: «Πατέρα, σ’ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα. Γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τὶς προσευχές σου καὶ τὶς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ψυχή μου. Πές, σὲ παρακαλῶ, καὶ στὸν θεῖο μου (τὸν καπετάνιο) ὅτι τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ μοῦ ΄στειλε!».
Αὐτὰ εἶπε καί, ἐνῶ χαμογελοῦσε ἀγγελικά, τὸ ὄνειρο ἔσβησε…

 Ο ἱερέας, ὅταν σηκώθηκε τὸ πρωί, αἰσθανόταν μεγάλη χαρὰ καὶ συγκίνηση.Τὸ βράδυ διηγήθηκε τὸ ὄνειρο στὴν συντροφιά. Ὅλοι συγκινήθηκαν, μόνο ὁ καπετάνιος κοιτοῦσε δύσπιστα τὸν ἀδελφό του. Ὅταν ὅμως τοῦ εἶπε ὅτι ἡ ἀνηψιά του τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ τῆς ἔστειλε, κι ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει αὐτὰ τὰ λόγια της, ὁ καπετάνιος τινάχθηκε ὄρθιος. Τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα καὶ τὰ χέρια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν. Ἀπ’ τὸ στόμα του βγῆκε ἡ κρυφὴ πίστη τῆς καρδιᾶς του:
- «Θεέ μου!», ψιθύρισε, καὶ μιὰ κοίταζε τὸν ἕνα καὶ μιὰ τὸν ἄλλον σαστισμένος.
Ὅλοι τὸν ρώτησαν τί συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Ἐκεῖνος, ὅταν συνῆλθε κάπως, ξανακάθησε στὴν καρέκλα του καί, χωρὶς νὰ ἐμποδίζει τὰ δάκρυά του νὰ τρέχουν στὸ ἡλιοψημένο πρόσωπό του, τοὺς εἶπε μὲ ταπεινὴ φωνή:
- «Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ζοῦν οἱ ψυχὲς καὶ μᾶς βλέπουν! Ἀνήμερα στὴν κηδεία της ἑτοιμαζόμουν νὰ κατέβω στὴν ἐκκλησία, ὅπου θὰ τὴν διαβάζατε. Εἶχα πολὺ πόνο μέσα μου. Τὸ ξέρεις, παπά, πόσο ἀγαποῦσα αὐτὴ τὴν θυγατέρα σου. Ἦταν πάντα ἄγγελος…
Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔφθασε ἕνας φίλος μου ψαρὰς κάτω ἀπ’ τὸν πέρα γιαλό. Τοῦ ΄χα πεῖ πώς, ὅταν ἔπιανε καλὸ ψάρι, νὰ μοῦ τό ΄φερνε κι ἐγὼ θὰ τὸ πλήρωνα ὅσο ὅσο. Ἐκείνη ὅμως τὴν στιγμὴ μὲ νευρίασε ἡ παρουσία του, καθὼς κρατοῦσε τὸν ροφὸ κρεμασμένο στὸ πλάι του. Τοῦ εἶπα λοιπὸν ἀπότομα:
- Δὲν θέλω ψάρια σήμερα, δὲν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω τὴν ἀνηψιά μου!
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τ΄ ἄκουσε, πάγωσε καὶ μὲ κοίταζε ἀμίλητος. Τὸν λυπήθηκα καὶ τοῦ εἶπα:
- Ὅμως, νά, στὸ πληρώνω καὶ σὺ δῶστο σὲ κανένα φτωχὸ γιὰ τὴν ψυχή της!
Ἐκεῖνος πῆρε τὰ χρήματα, μὲ συλλυπήθηκε κι ἔφυγε γρήγορα. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ δὲν τό ΄πα σὲ κανέναν καὶ τὸ εἶχα ξεχάσει. Ἀλλὰ ἡ ψυχούλα της δὲν τὸ ξέχασε καὶ μοῦ ΄στειλε τὶς εὐχαριστίες της», εἶπε καὶ σκούπισε μὲ τὴν ἀνάστροφη τοῦ χεριοῦ του τὰ δάκρυά του. Μετὰ χαμογέλασε γλυκά, μὰ τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ χαριτωμένο χαμόγελο ὁ ἱερέας διέκρινε τὸ γλυκοχάραμα τῆς ἀναγεννημένης πίστεώς του. Ἠ νύχτα τῆς ἀπιστίας ἔφυγε…
- «Δοξασμένο τὸ ὄνομά Σου, Πολυέλεε Κύριε», ψιθύρισε ὁ ἱερέας καὶ τὸν ἀγκάλιασε μὲ τὸ βλέμμα του…

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024

 


Ἡ μητέρα του εἶχε φροντίσει

Μοῦ τὸ διηγήθηκε μιὰ γυναίκα μὲ πανεπιστημιακὴ μόρφωση:

Στὶς δώδεκα τὰ μεσάνυχτα, χτύπησαν τὴν πόρτα στὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μία γριούλα. Καὶ ζητοῦσε παπᾶ, νὰ πάει νὰ κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο.

Ὁ παπᾶς ἑτοιμάστηκε καὶ βγῆκε ἀμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σὲ ἕνα φτωχὸ σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ἡ γριούλα ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ μπάζει τὸν ἱερέα σὲ ἕνα δωμάτιο.

Καὶ νὰ, ξαφνικὰ, ὁ παπᾶς εὑρίσκεται ἐκεῖ μόνος μὲ μόνο τὸν ἄρρωστο.

Ὁ ἄρρωστος τοῦ δείχνει μὲ χειρονομίες τὴν πόρτα καὶ σκούζει.

- Φύγε ἀπὸ ἐδῶ! Ποιὸς σὲ ἐκάλεσε; Ἐγὼ εἶμαι ἄθεος. Καὶ ἄθεος θὰ πεθάνω.

Ὁ παπᾶς τὰ ἔχασε.

- Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ μόνος μου! Μὲ ἔκαλεσε ἡ γριά!

- Ποιὰ γριά; Ἐγὼ δὲν ξέρω καμμιὰ γριά! 

Ὀ παπᾶς, καθὼς στέκει ἀπέναντί του, βλέπει ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄρρωστου, μία φωτογραφία μὲ τὴν γυναίκα ποὺ τὸν ἐκάλεσε.

Τοῦ λέει, ἐνῶ τοῦ δείχνει τὸ πορτραῖτο.

- Νὰ αὐτή!

- Ποιὰ αὐτή, Ξέρεις, τί λές, παπᾶ; Αὐτὴ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Γιὰ μιὰ στιγμὴ πάγωσαν καὶ οἱ δύο. Αἰσθάνθηκαν δέος. Ὁ ἄρρωστος ἄρχισε νὰ κλαίει. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψε, ζήτησε νὰ ἐξομολογηθῆ. Καὶ μετά, ἐκοινώνησε.

Ἡ μητέρα του εἶχε φροντίσει ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Πρωτ. Δημήτριος Ντοῦτκο

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

 


Τὸ «κλέφτης» ἦτον καύχημα

Ἐγεννήθηκα στὰ 1770. Ὅταν ἐγλύτωσα ἀπὸ τὴν Καστάνιτζα ἤμουν χρόνων 10. Διαμονὴ Μάνης χρόνια 2. Εἰς τὴν Ἁλωνίσταινα χρόνια 3. Εἰς τὰ Σαμπάσικα χρόνια 12. Ἐποχὴ τῆς νεότητος, 5 χρόνια ἀνύπανδρος, καὶ ἄλλους 7 χρόνους ὑπανδρεμένος. 27 χρόνους εἶχα ὅταν μὲ ἐπρωτοκυνήγησαν.

Ἀρματολὸς καὶ κλέφτης ἀλληλοδιαδόχως χρόνια 5. Φερμάνι Βασιλικὸ διὰ ἐμένα καὶ τὸν Πετιμεζᾶ στὰ 1802 1. Τὸ δεύτερο φερμάνι τὸν Ἰανουάριον 1806, καὶ τὸ Πατριαρχικὸ Συνοδικὸ 3. 36 χρονῶν ἤμουν ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, 50 χρόνους εἶχα ὅταν ἐβγῆκα εἰς τὴν ἐπανάσταση.

Οἱ κλέφτες καὶ ἀρματολοὶ εἶχαν Αʹ τάξιν. Ἡ ἀξιότης του. Βʹ τάξιν. Γʹ τάξιν Δʹ. Οἱ ψυχογιοί. Οἱ πρῶτοι, ἀξιωματικοὶ ἐγίνοντο διὰ τὴν ἀνδρείαν των ἢ διὰ τὴν φρόνησίν των. Ὁ μισθός των, ὅταν ἦσαν ἀρματολοί, τὸ μοίρασμα τῶν λαφύρων, ὅταν ἦσαν κλέπται ἐδίδοντο καὶ βραβεῖα εἰς τοὺς ἀριστεύοντας. Ὅταν ἔσφαλλον ἦτον τὸ κόψιμον τῶν μαλλιῶν, τὸ ξαρμάτωμα. Σέβας πρὸς τὰς γυναῖκας. Ἔδιωχναν ὅποιος ἤθελε βιάσει καμμιὰ γυναίκα. Παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ἡρωϊκά, τὲς ἀμάδες. Τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοὶ μὲ τὲς λύρες. Τὰ τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἐφημερίδες στρατιωτικές.

Τ᾿ ἄρματά τους ἦσαν πιστόλες, χαρπὶ (μελουδάρι), σπαθιὰ ζωστά, ζάβες στὰ ποδάρια, τὸν χειμώνα ἔβαζαν θώρακας (τζαπράσια), κουμπιὰ μεγάλα εἰς τὰ γελέκια.

Τὰ Καπετανάτα διεδίδονταν εἰς τοὺς υἱούς, εἰς τὸν ἀξιότερο καὶ ὄχι εἰς τὸν πρωτότοκο.

Ἡ σημαία μου ἦτον ἕνα Χ, καθὼς ἡ Ρωσικὴ σημαία.

Τὰ μοναστήρια τοὺς ἐβοηθοῦσαν. Οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ποιμένες ἔδιναν εἴδηση εἰς τοὺς κλέπτας, ζωοτροφίας καὶ πολεμοφόδια. Ὅταν εἰς τὸν πόλεμο ἐλαβώνετο κανένας βαρέως καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὸν πάρουν, τὸν ἐφιλοῦσαν καὶ ἔπειτα τοῦ ἔκοφταν τὸ κεφάλι. Τὸ εἶχαν εἰς ἀτιμίαν ὁποὺ οἱ Τοῦρκοι νὰ πάρουν τὸ κεφάλι του. Ἀπὸ 36 πρωτοξαδέλφια, μόνον 8 ἐγλύτωσαν, οἱ ἄλλοι ἐχάθηκαν ὅλοι. Δὲν εἶναι διάσιλο, ὁποὺ δὲν εἶναι θαμμένος Κολοκοτρώνης, χωριστὰ τὰ δευτεροξαδέρφια, θεῖοι καὶ λοιποὶ φίλοι χαϊμένοι. Τὸ «κλέφτης» ἦτον καύχημα. Ἔλεγε: «εἶμαι κλέφτης» καὶ ἡ εὐχὴ τῶν πατέρων ἑνὸς παιδιοῦ ἦτον νὰ γίνει κλέφτης. Τὸ «κλέφτης» ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Εἰς τοῦ πατρός μου τὸν καιρό, ἦτον ἱερὸ πράγμα νὰ πειράξουν Ἕλληνα. Καὶ ὅταν οἱ κλέπται ἤρχοντο εἰς συμπλοκὴ μὲ τοὺς Τούρκους, ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἄφηναν τὸ ζευγάρι, καὶ ἐπάγαιναν νὰ βοηθήσουν τοὺς κλέπτας. Εἰς τὰς ἡμέρας ἐπειράζοντο καὶ Ἕλληνες ὁμοφρονοῦντες μὲ τοὺς Τούρκους. Ὅταν ἦλθε ὁ Ἀνδροῦτζος, πατέρας τοῦ Ὀδυσσέως, ἐγνωρίστηκα εἰς τὴν Μάνη, καὶ τὸν ἐσυντρόφευσα ἕως εἰς τὴν Κόρινθο. Εἰς τὸν κατατρεγμό μας, διὰ 15 ἡμέρες οὔτε ἐκοιμώμεθα, οὔτε ἐτρώγαμε, ἐσώσαμε τὰ φουσέκια, καθημέρα πόλεμο.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024



Τὰ δύο πρόσωπα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς λύπης
Γνωρίζεις πολλοὺς ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ τοὺς ἀναγνωρίζει ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ λυπημένο τους πρόσωπο;
Καθὼς ἐπικράτησε σιγὰ σιγὰ καὶ ὕπουλα ἡ φιλοσοφία τῆς διαφήμισης, μετατοπίζοντας τὸ νόημα ἀπὸ τὸ σημαντικὸ στὸ ἀσήμαντο, ἀπὸ τὸ βαθὺ στὸ ἐπιφανειακὸ κι ἀπὸ τὴ φιλότιμη προσπάθεια στὴ φυγόπονη εὐκολία, αἰσθάνθηκα νὰ πνίγομαι στὸ βοῦρκο τῆς ἀσάφειας. (Σαλβαδὸρ δὲλ Πόθο, 60 Μαθήματα Ζωῆς ἀπὸ τὸν Δὸν Κιχώτη)
Βοῦρκος ἀσάφειας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διακριτικὰ τὴν ἀξιοποιοῦν ὡς ὑφολογικὸ μέσο ποὺ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ κεντρίζει περισσότερο τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη καὶ νὰ τὸν ὠθεῖ εἰς ἔρευνα. Ὅταν ὅμως ἡ ἀσάφεια εἶναι καπνὸς ποὺ θολώνει τὸ μυαλὸ καὶ βοῦρκος ποὺ πνίγει τὴ ζωή, τότε τὰ πράγματα γίνονται ἐπικίνδυνα.
Ἡ ἀσάφεια, στὴν ὁποία ἀναφέρεται τὸ ἀρχικὸ παράθεμα, εἶναι πλέον μέρος τῆς προσωπικότητάς μας, καὶ ἔχει γίνει μᾶλλον ἀφασία. Στὸν κοινωνικό μας βίο συνοδεύεται ἀπὸ τὴ χρήση στερεότυπων καὶ συνθημάτων ποὺ ἀποτελοῦν τὴ γλωσσικὴ ταυτότητα τοῦ lifestyle. Τὸ lifestyle εἶναι χαρά. Ὅλα εἶναι «τέλεια», ὅλα «ὑπέροχα», ὅλοι ἐξαιρετικοὶ κι ἀγαπημένοι, ὅλα στὸν ὑπερθετικὸ βαθμό. Δὲν ὑπάρχει μέτρο, σύγκριση, διαβάθμιση, γιατὶ δὲν ὑπάρχει κρίση καὶ κριτήριο, οὔτε ἄλλωστε ἔχουν σημασία, γιατὶ ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς διαφήμισης. Ἡ ὁποία ἁπλὰ θέλει κάτι νὰ ἐπιβάλει. Ὄχι μὲ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ μὲ τὴ δικτατορία τῶν ἐντυπώσεων. Ἡ εἰκόνα εἶναι αὐτὸ ποὺ μετρᾶ, ἡ «προσωπικότητα», ὄχι ὁ χαρακτήρας. Ἡ παγκόσμια ἀγορὰ μὲ κάθε ἐπιστημοσύνη ἐπέβαλε αὐτὸ τὸ μοντέλο ὡς ἄρθρο πίστεως καὶ συνταγὴ ἐπιτυχίας. Διότι ξέρει ὅτι ἡ χαρά, αὐτὴ ἡ συγκεκριμένη χαρά, εἶναι ἐξαιρετικὰ καταναλωτική. Καὶ ἐξαιρετικὰ ἐξαρτημένη.
Ὅλα τέλεια, ὑπέροχα, κι ἐμεῖς χαρούμενοι, ἀρυτίδωτοι καὶ γελαστοὶ πάντοτε, εὐπροσήγοροι καὶ ἀνοιχτόκαρδοι, συνάδελφοι καὶ ὁμόφρονες, ἀνταγωνιστὲς ἕως θανάτου, πανέτοιμοι νὰ σκοτώσουμε συμβολικὰ τοὺς ἄλλους καὶ ταυτόχρονα ἀπόλυτα ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὴ γνώμη τους, ὁλοπρόθυμοι νὰ φιλήσουμε χέρια ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ δαγκώσουμε, χαρούμενοι θλιμμένοι νάρκισσοι. Μὰ σὲ τοῦτο τὸ νευρωσικὸ χτίσιμο τοῦ προσώπου μπορεῖ ὁ καθένας νὰ δεῖ τὶς ρωγμές. Ἡ θλίψη εἶναι βαθιὰ καὶ πικρή, εἶναι ἀνελέητη ἐρημιὰ ποὺ ἀλλάζει ρόλους καὶ προσωπεῖα γιὰ νὰ φανεῖ κοινωνική. Ὅσο πιὸ βαθιὰ εἶναι, τόσο περισσότερο ἐναγωνίως ἐπιδιώκει νὰ πείσει τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν ὑφίσταται, ἀκόμη κι ἂν πρέπει νὰ τοὺς πατήσει στὸ σβέρκο.
Ἂν μιλᾶμε γιὰ Χριστιανούς, ναί, μπορεῖ νὰ ἰσχύουν τὰ ἴδια, μὲ μόνη διαφορὰ ὅτι ἐδῶ ὅλα γίνονται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἤ (γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε ἐκτὸς θεολογικῆς μόδας) νὰ γίνονται εὐχαριστιακά. Ζοῦμε τὴν «πληρότητα τῆς ἀγαπητικῆς ἐλευθερίας» μέχρι νὰ μᾶς πατήσουν τὸν κάλο ἢ νὰ ἀμφισβητήσουν κάτι ἀπὸ τὸ πρόσωπό μας. Καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ μετατρεπόμαστε σὲ φανφαρόνους μὲ πατερικὰ ἤ (συνηθέστερα) μεταπατερικὰ τσιτάτα, φορεμένα χαμόγελα πληρότητας καὶ ἱκανὴ θέληση γιὰ δύναμη.
Ἕνας ἀλλοεθνὴς ἀλεβίτης, ἄνθρωπος καλλιεργημένος, τοῦ κόσμου τούτου, εἶπε κάποτε στὸν γράφοντα: «Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ Ὀρθοδοξία. Ἀλλὰ ἡ Ὀρθοδοξία τῶν ταπεινῶν ἁγίων, ὄχι ἡ Ὀρθοδοξία-The Coca-Cola Company. Μπορεῖτε νὰ μοῦ τὴ δείξετε;». Δὲν προσβλήθηκα καθόλου. Ἡ διαφήμιση ἔχει μπεῖ στὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων, φέροντας μαζί της ἀσάφεια καὶ ἀφασία, τὸ κυνήγι τοῦ εὔκολου καὶ ἄμεσου, τυφλὲς συμπεριφορὲς καὶ ὁράματα προσωπικῆς ἐπιτυχίας, δύναμης καὶ δόξας (ἀφοῦ εἴμαστε «κοινωνία προσώπων»). Πίσω ἀπ’ αὐτὰ βρίσκεται πολλὴ θλίψη.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία θλίψη ἀγαθή, ἢ μᾶλλον λύπη, ἡ ὁποία δὲν συνθλίβει, αὐτὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη καρδιά. Αὐτὴ ποὺ στρέφει πρὸς τὰ ἔσω μὲ εἰλικρίνεια, ποὺ σμιλεύει τὸν χαρακτήρα, ποὺ βοηθᾶ στὴν αὐτογνωσία ἀλλὰ καὶ στὴν ἐνσυναίσθηση.
Οἱ Πατέρες ἀποδέχονται τὴ θλίψη, ὅπως ἀποδέχονται καὶ τὴ χαρὰ καὶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο. Δὲν διστάζουν νὰ ποῦν ὅτι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ εἶναι ἀκόμη βαθύτερη. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκάψεις καὶ νὰ ἱδρώσεις γιὰ νὰ τὴ βρεῖς, ὅπως βρίσκεις ἕνα μαργαριτάρι θαμμένο σὲ ρουμανιασμένο χωράφι. Ὅσο καθαρίζεις καὶ ἐμβαθύνεις, ἀρχίζεις καὶ διακρίνεις ὅτι ἡ χαρὰ εἶναι ἡ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ χαρὰ δὲν εἶναι ἐξωστρεφὴς καὶ ἐξαρτημένη, δὲν ἐξορκίζει τὴ λύπη, εἶναι χαρὰ ποὺ βρέθηκε μέσα ἀπὸ τὸν σταυρό, ὄχι παραμύθιασμα, ἀλλὰ ἔλεγχος πραγμάτων μὴ βλεπομένων.
Οἱ Πατέρες βλέπουν μὲ ὑποψία καὶ τὴ χαρὰ καὶ τὴ λύπη ὡς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Γιατὶ ψεῦδος καὶ ὑποκρισία μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς λέει, μὴ φαίνεσθε σκυθρωποὶ γιὰ νὰ δείξετε ὅτι νηστεύετε. Καὶ τὸ προσωπεῖο τῆς λύπης εἶναι ναρκισσιστικό, εἶναι ἐργαλεῖο στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ θέλει νὰ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος, νὰ ἀποσπᾶ τὸν οἶκτο καὶ τὴ συμπάθεια, γιατὶ ἔτσι αἰσθάνεται ὅτι ἀποκτᾶ νόημα καὶ ὑπόσταση, καὶ γιατὶ ἔτσι ἱκανοποιεῖ τὰ θελήματά του. Σήμερα νομίζω ὁ Κύριος θὰ ἔλεγε τὸ ἀντίθετο: μὴ φαίνεσθε καὶ πολὺ γελαστοί, ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριτὲς γιὰ νὰ φανοῦν αὐτάρκεις καὶ εὐτυχισμένοι.
Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς χαρμολύπης. Λυπημένος στὴ λύπη τοῦ πλησίον, χαρούμενος στὴ χαρὰ ἐκείνου. Λυπημένος γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες, χαρούμενος γιὰ τὴ μετάνοιά του. Λυπημένος γιὰ τὴν ἀδικία στὸν κόσμο, χαρούμενος γιὰ τὴν ἀνάσταση. Καὶ κάτι παραπάνω. Ἕτοιμος νὰ ὑπερβεῖ καὶ τὴ λύπη καὶ τὴ χαρὰ ὡς συναισθήματα, προκειμένου νὰ προχωρήσει σὲ μεγάλες πράξεις, σὲ μεγάλα ναὶ ἢ ὄχι, ποὺ μπορεῖ μόνο ὁ Θεὸς νὰ γνωρίζει. Ἡ χαρμολύπη του εἶναι ἀληθινή, δὲν διαφημίζεται. Χωρᾶ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν τὴ χωρᾶ ὁ κόσμος…
π. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανὸς

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

 


Τὰ δικά μας λάθη

Φυλαχθεῖτε ἀπὸ κάθε λογισμὸ ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν. Τὸ εἴπαμε ἀρκετὲς φορές. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου μικρὸ πρᾶγμα! Ἐπειδή, ὅταν σκεφτόμαστε τὸ κακὸ γιὰ κάποιον καὶ ὕστερα βγαίνουμε ἀπὸ τὸ κελλί μας καὶ τὸν συναντοῦμε, τὰ ἴχνη τῆς κακῆς αὐτῆς σκέψεως ἐνεργοῦν.

Καὶ τότε ὁ ἄλλος, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, ἀνταποκρίνεται μὲ ἀντίστοιχο τρόπο. Καὶ ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσουμε ποιός «ἄρχισε» πρῶτος. Γι’ αὐτὸ καὶ προσευχόμαστε: «Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα».

Ἡ ἀπουσία τῆς θεωρίας αὐτῆς κάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο νὰ σκέφτεται ὅτι ἔχει δίκαιο καὶ νὰ μὴ διακρίνει τὰ δικά του λάθη.

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ