Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 


Σκοτάδι τώρα, κατόπιν Φῶς

Πάντα θὰ ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία κι ὁ Κόσμος

Καὶ ἡ Καρδιὰ τοῦ Ἀνθρώπου,

Ἀνάμεσά τους θὰ τσακίζεται, θὰ παραδέρνει περιούσια, προσπαθώντας νὰ διαλέξει

Γενναία, ποταπή, σκοτεινὴ καὶ γιομάτη φῶς

Ταλαντευόμενη ἀνάμεσα στὴν Πύλη τῆς Κόλασης καὶ στὴν Πύλη τ᾽ Οὐρανοῦ

Καὶ πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν.

Σκοτάδι τώρα, κατόπιν

Φῶς,

Φῶς

Τ. S. Eliot

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

 


Ἄλλος χαρακτήρας ἐκείνη, ἄλλος ἐγώ!

Μιὰ μέρα ἦρθε στὸ Καλύβι κάποιος καὶ μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι πολὺ στενοχωρημένος, γιατὶ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν γυναίκα του. Εἶδα ὅμως ὅτι δὲν ὑπάρχει κάτι σοβαρὸ ἀνάμεσά τους. Ἔχει ἕνα ἐξόγκωμα αὐτός, κάποιο ἄλλο ἡ γυναίκα του, καὶ δὲν μποροῦν νὰ πλησιάσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Χρειάζονται λίγο πλάνισμα. Πάρε δύο σανίδες ἀπλάνιστες. Ἡ μία ἔχει σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἕναν ρόζο, ἡ ἄλλη σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο καί, ἂν πᾶς νὰ τὶς ἑνώσης, μένει ἕνα κενὸ ἀνάμεσά τους. Ἅμα ὅμως πλανίσης λίγο τὴν μιὰ ἀπὸ ἐδῶ, λίγο τὴν ἄλλη ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια πλάνη, ἀμέσως ἐφάπτονται.

Μοῦ λένε μερικοὶ ἄνδρες: «Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γυναίκα μου· εἴμαστε ἀντίθετοι χαρακτῆρες. Ἄλλος χαρακτήρας ἐκείνη, ἄλλος ἐγώ! Πῶς κάνει τέτοια παράξενα πράγματα ὁ Θεός; Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ οἰκονομήση μερικὲς καταστάσεις ἔτσι ὥστε νὰ ταιριάζουν τὰ ἀνδρόγυνα, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ζοῦν πνευματικά;». «Δὲν καταλαβαίνετε, τοὺς λέω, ὅτι μέσα στὴν διαφορὰ τῶν χαρακτήρων κρύβεται ἡ ἁρμονία τοῦ Θεοῦ; Οἱ διαφορετικοὶ χαρακτῆρες δημιουργοῦν ἁρμονία. Ἀλλοίμονο, ἂν ἤσασταν ἴδιοι χαρακτῆρες! Σκεφθῆτε τί θὰ γινόταν, ἂν λ.χ. καὶ οἱ δύο θυμώνατε εὔκολα· θὰ γκρεμίζατε τὸ σπίτι. Ἤ, ἂν καὶ οἱ δύο ἤσασταν ἤπιοι χαρακτῆρες, θὰ κοιμόσασταν ὄρθιοι! Ἂν ἤσασταν τσιγγούνηδες, θὰ ταιριάζατε μέν, ἀλλὰ θὰ πηγαίνατε καὶ οἱ δύο στὴν κόλαση. Ἂν πάλι ἤσασταν ἁπλοχέρηδες, θὰ μπορούσατε νὰ κρατήσετε σπίτι; Θὰ τὸ διαλύατε, καὶ τὰ παιδιά σας θὰ γύριζαν στοὺς δρόμους. Ἕνα στραβόξυλο, ἂν πάρη ἕνα στραβόξυλο, ταιριάζουν μεταξύ τους – ἔτσι δὲν εἶναι; – θὰ σκοτωθοῦν ὅμως σὲ μιὰ μέρα! Γι᾿ αὐτό, τί γίνεται; Οἰκονομάει ὁ Θεὸς ἕνας καλὸς νὰ πάρη ἕνα στραβόξυλο, γιὰ νὰ βοηθηθῆ, γιατὶ μπορεῖ νὰ εἶχε καλὴ διάθεση, ἀλλὰ νὰ μὴν εἶχε βοηθηθῆ ἀπὸ μικρός».

Οἱ μικροδιαφορὲς τῶν χαρακτήρων τῶν συζύγων βοηθοῦν νὰ δημιουργηθῆ μιὰ ἁρμονικὴ οἰκογένεια, γιατὶ ὁ ἕνας συμπληρώνει τὸν ἄλλον. Στὸ αὐτοκίνητο εἶναι ἀπαραίτητο καὶ τὸ γκάζι, γιὰ νὰ προχωρήση, ἀλλὰ καὶ τὸ φρένο, γιὰ νὰ σταματήση. Ἂν τὸ αὐτοκίνητο εἶχε μόνο φρένο, δὲν θὰ κουνιόταν, καὶ ἂν εἶχε μόνον ταχύτητες, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σταματήση. Σὲ ἕνα ἀνδρόγυνο ξέρετε τί εἶπα; «Ἐπειδὴ ταιριάζετε, γι᾿ αὐτὸ δὲν ταιριάζετε!». Εἶναι καὶ οἱ δύο εὐαίσθητοι. Ἂν συμβῆ κάτι στὸ σπίτι, καὶ οἱ δύο τὰ χάνουν καὶ ἀρχίζουν: «Ὤχ, τί πάθαμε!» ὁ ἕνας, «ὤχ, τί πάθαμε!» ὁ ἄλλος. Ὁ ἕνας δηλαδὴ βοηθάει τὸν ἄλλον νὰ ἀπελπισθῆ πιὸ πολύ. Δὲν μπορεῖ νὰ τὸν τονώση λίγο· «γιά στάσου, νὰ τοῦ πῆ, δὲν εἶναι καὶ τόσο σοβαρὸ αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει». Τὸ ἔχω δεῖ αὐτὸ σὲ πολλὰ ἀνδρόγυνα.

Καὶ στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν, ὅταν οἱ σύζυγοι εἶναι διαφορετικοὶ χαρακτῆρες, μποροῦν περισσότερο νὰ βοηθήσουν. Ὁ ἕνας κρατάει λίγο φρένο, ὁ ἄλλος λέει: «Ἄφησε τὰ παιδιὰ λίγο ἐλεύθερα». Ἂν τὰ στριμώξουν καὶ οἱ δύο, θὰ χάσουν τὰ παιδιά τους. Καὶ ἂν τὰ ἀφήσουν καὶ οἱ δύο ἐλεύθερα, πάλι θὰ τὰ χάσουν. Ἐνῶ ἔτσι βρίσκουν καὶ τὰ παιδιὰ μία ἰσορροπία.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

 


Καὶ μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον -7

Τώρα ποὺ ὁ νοῦς ἀπαγορεύεται καὶ οἱ ὧρες δὲ γυρίζουν

Ἀπὸ κῆπο σὲ κῆπο ἡ σκέψη μου

Δειλὴ σὰν τριανταφυλλιὰ πρωτάρα

Ποὺ ἁρπάζεται ἀπ᾿ τὰ κάγκελα

Δοκιμάζει ἀπαρχῆς ν᾿ ἁρμόσει πάλι

Μὲ σταγόνων σφῆνες λαμπερῶν

Τὰ παμπάλαια πράσινα καὶ τὰ χρυσὰ κεῖνα ποὺ μέσα μας

Ἔχουν παντοτινὲς δεκαεφτὰ Ἰουλίου

Ν᾿ ἀκουστεῖ καὶ πάλι τῆς Ἁγίας Μαρίνας τὸ νερὸ στὶς πέτρες

Ὁ ὕπνος ποὺ μυρίζει ζευγάρι ἀγκαλιασμένο

Ἡ φωνὴ

               μιὰ φωνὴ σὰν τῆς Μητέρας

Καὶ ξανὰ ξυπόλητη νὰ βγεῖ νὰ περπατήξει

Πάνω στὶς πλάκες τοῦ Μεσολογγιοῦ ἡ Ἐλευθερία

Ἔτσι καθὼς τὴν ἐχαιρέτησε γιὰ λόγου μας 

–καλή του ἡ ὥρα-

Ὁ ποιητὴς καὶ κάναμε ἀπὸ τότε Ἀνάσταση.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

 


Διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων

1. Ὑπάρχουν δύο ὁδοί, μία τῆς ζωῆς καὶ μία τοῦ θανάτου, ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα σ’ αὐτές.

2. Ἡ ὁδὸς λοιπὸν τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἑξῆς: πρῶτο, νὰ «ἀγαπᾶς τὸ Θεὸ ποὺ σὲ δημιούργησε· δεύτερο, τὸν πλησίον σου, ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτόν σου», καὶ ὅσα δὲν θέλεις νὰ γίνουν εἰς βάρος σου, νὰ μὴν τὰ κάνεις καὶ σὺ σὲ ἄλλον.

3. Ἡ διδασκαλία τῶν λόγων αὐτῶν εἶναι ἡ ἑξῆς. «Νὰ εὐλογεῖτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς καταρῶνται, νὰ προσεύχεσθε γιὰ τοὺς ἐχθρούς σας» καὶ νὰ νηστεύετε γι’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς καταδιώκουν. «Γιατὶ ποιὸ τὸ ὄφελος, ἐὰν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν; Τὸ ἴδιο δὲν κάνουν καὶ οἱ ἐθνικοί; Ἐσεῖς ὅμως ν’ ἀγαπᾶτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς μισοῦν» καὶ δὲν θὰ ἔχετε ἐχθρό.

4. Νὰ μένεις μακριὰ ἀπὸ τὶς σαρκικὲς καὶ σωματικὲς ἐπιθυμίες. «Ἐὰν κάποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξιὸ σαγόνι, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο, καὶ θὰ γίνεις τέλειος. Ἐὰν κάποιος σὲ ἀγγαρέψει ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Ἐὰν κάποιος σοῦ πάρει τὸ ἱμάτιό σου, δῶσε του καὶ τὸν χιτώνα σου. Ἐὰν κάποιος σοῦ πάρει αὐτὸ ποὺ σοῦ ἀνήκει, μὴ τὸ ζητᾶς πίσω», ἄλλωστε δὲν μπορεῖς.

5. «Σὲ ὅποιον σοῦ ζητάει, νὰ δίνεις καὶ νὰ μὴν ζητᾶς νὰ σοῦ τὸ ἐπιστρέψει», γιατὶ ὁ Πατέρας θέλει νὰ δίνουμε ἀπὸ τὰ χαρίσματά μας. Εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή, μακάριος αὐτὸς ποὺ δίνει, γιατὶ εἶναι ἀθῶος· ἀλίμονο σ’ ἐκεῖνον ποὺ παίρνει. Γιατί, ἐὰν κάποιος παίρνει ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκη, θὰ ἀθωωθεῖ. ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη θὰ τιμωρηθεῖ, καὶ γιατὶ τὸ πῆρε καὶ γιὰ ποιὸ σκοπὸ τὸ πῆρε· καὶ ὅταν συλληφθεῖ θὰ κριθεῖ γιὰ ὅσα ἔκανε καὶ δὲ θὰ βγεῖ ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι νὰ «ἐπιστρέψει καὶ τὸ τελευταῖο λεπτὸ».

6. Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει λεχθεῖ τὸ ἑξῆς· νὰ ἱδρώσει ἡ ἐλεημοσύνη στὰ χέρια σου, μέχρι νὰ μάθεις σὲ ποιὸν δίνεις.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

 


Οἱ κακὲς ἕξεις καὶ ἡ θεραπεία τους

Α’. Ἐξέτασε, ἀδελφέ, τὶς κακὲς ἕξεις καὶ συνήθειες ποὺ ἀπέκτησες μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἔκανες, ἂν εἶναι παλιές χρειάζεται περισσότερος κόπος γιὰ νὰ καταστραφοῦν, ἂν εἶναι καινούργιες λιγότερος· ὅπως ἕνα παλιὸ καὶ ἕνα μεγάλο δένδρο, περισσότερο κόπο χρειάζεται γιὰ νὰ κοπεῖ καὶ νὰ ξεριζωθεῖ ἀπὸ ἕνα νέο καὶ μικρό.

Β’. Ἐξέτασε τὶς θεραπεῖες ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιήσεις γι’ αὐτὲς τὶς κακές σου ἕξεις καὶ συνήθειες, ἀπὸ τὶς θεραπεῖες αὐτὲς ἡ πρώτη εἶναι τὸ νὰ θέλεις νὰ διορθωθεῖς, ὄχι ἀμφιβάλλοντας ἀλλὰ ἀποφασιστικά. Διότι οἱ σωματικὲς ἀσθένειες μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ χωρὶς τὴν θέλησή μας, οἱ ἀσθένειες ὅμως τῆς ψυχῆς, χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεραπευθοῦν. Διότι καὶ γι’ αὐτὲς χρειάζεται μία ἀποφασιστικὴ θέληση τοῦ ἀσθενῆ, γιὰ νὰ ἰατρευθεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ μέσα καὶ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάλληλα γιὰ τὴ θεραπεία. Τὰ μέσα, λοιπόν, καὶ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα μπορεῖς νὰ χρησιμοποιήσεις γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὶς κακές σου συνήθειες καὶ ἕξεις εἶναι ἐκεῖνα τὰ δυὸ τὰ ὁποῖα μᾶς φανέρωσε ὁ Κύριος, ὅταν ἐλευθέρωσε ἐκεῖνον ποὺ ἦταν δαιμονισμένος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία, λέγοντας «Τὸ γένος αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ μὲ κανένα ἄλλο μέσο παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».

Γ’. Ἐξέτασε, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου, πῶς κάνεις τὴν προσευχὴ σου• διότι πρέπει νὰ προσεύχεσαι ὄχι μὲ καρδιά ποὺ νὰ περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ μὲ διασκορπισμένο νοῦ, ἀλλὰ νὰ προστρέχεις στὸ Θεὸ καὶ νὰ προσεύχεσαι μὲ τόση μεγάλη ταπείνωση καὶ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ μὲ τόση μεγάλη προσοχὴ τοῦ νοῦ καὶ μὲ τόση μεγάλη καρτερία καὶ ὑπομονή, ὅπως θὰ προσευχόσουν ἂν βρισκόσουν σὲ μία μεγάλη θαλασσοταραχή, ὅπου δὲν θὰ ὑπῆρχε ἄλλη ἐλπίδα σωτηρίας παρὰ μόνο ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Διότι σὲ τέτοια συντετριμμένη καὶ ταπεινὴ προσευχὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀρνεῖται κανένα πράγμα ἀλλὰ δίνει, ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία, διότι Αὐτὸς μόνο εἶπε: «Ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ, ἐρευνᾶτε καὶ θὰ βρεῖτε, κτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθεῖ ἡ πόρτα. Διότι καθένας ποὺ ζητά, λαμβάνει καὶ καθένας ποὺ ἐρευνᾶ, βρίσκει». Αὐτὸς εἶπε καὶ τὸ παράδειγμα τῆς χήρας καὶ τοῦ κριτῆ τῆς ἀδικίας, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ προσευχόμαστε πάντοτε, νὰ μὴ παραπονούμαστε, ὅτι δὲν λαμβάνουμε ἀμέσως τὰ αἰτήματά μας. Τοὺς εἶπε καὶ παραβολή γιὰ νὰ τοὺς διδάξει, ὅτι πρέπει νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται.

Ἔτσι, ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀθετήσει τὸ λόγο Του ὁ Θεὸς καὶ νὰ διαψευσθεῖ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν εἰσακουσθεῖς κι ἐσὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἂν ἐξακολουθεῖς νὰ προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα καὶ νὰ Τὸν παρακαλεῖς μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, πρέπει νὰ βάλεις στὸ Θεὸ μεσίτρια τῆς χάριτος καὶ τοῦ ζητήματος ποὺ ἐπιθυμεῖς τὴν Ὑπεραγία Παρθένο, τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ μητέρα καὶ μάμμη ὅλων τῶν χριστιανῶν• γιατί, ἂν ὁ Υἱὸς της εἶναι πατέρας μας καὶ ἀδελφός μας καὶ Πνεῦμα, ἑπόμενο εἶναι νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ μάμμη καὶ μητέρα μας γλυκύτατη, ἡ ὁποία μᾶς δόθηκε ὡς βοηθὸς καὶ συνήγορος γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, γιὰ νὰ μεσιτεύσει στὸν Υἱό της γιὰ μᾶς, ὡς Μητέρα τοῦ ἐλέους. Καὶ ἂν ὁ Σειρὰχ εἶπε γιὰ τὴν Εὕα, ὅτι «ἀπὸ τὴ γυναίκα ξεκίνησε ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξ αἰτίας της πεθαίνουμε ὅλοι», ἐμεῖς μὲ περισσότερο δίκαιο μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τὴν Κυρία Θεοτόκο, ὅτι ἀπὸ γυναίκα ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας καὶ ἐξ αἰτίας της ἀναζωοποιούμαστε ὅλοι. Ἔτσι μποροῦμε νὰ προστρέχουμε σ’ αὐτὴν μὲ κάθε θάρρος, σὲ κάθε μας περίπτωση καὶ ἀνάγκη. Καὶ τελικά, γιὰ νὰ κάνεις τὴν προσευχή σου αὐτὴ πιὸ ἐνεργητική, γιὰ νὰ λάβεις ἐκεῖνο ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεό, πρέπει νὰ ἑτοιμασθεῖς προσωπικὰ μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, διότι αὐτὰ τὰ δυὸ μυστήρια εἶναι σὰν τὰ σωληνάρια, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποία ἔρχεται σέ μᾶς ἀπὸ τὸν Χριστὸ κάθε ἀγαθό.

Δ’. Κατόπιν, ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὴν νηστεία ποὺ κάνεις -καί, ὅταν λέω νηστεία, ἐννοῶ κάθε εἴδους ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ καὶ φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐνδυμάτων καὶ στρωμάτων καὶ σωματικῶν ἀναπαύσεων, ἡ στέρηση τῶν ὁποίων γίνεται ἢ γιὰ κανόνα καὶ παίδευση τῶν προηγουμένων σου ἁμαρτιῶν ἢ γιὰ προφύλαξη καὶ πρόβλεψη τῶν μελλοντικῶν. Γιατί, ἂν δίνεις στὸ κορμὶ ὅλες τὶς ἀπολαύσεις καὶ ὅλες τὶς ἀναπαύσεις καὶ ἂν ζητᾶς στὸ κρεββάτι κάθε εἴδους μαλακὰ στρώματα καὶ κάθε εἴδους φαγητό στὸ τραπέζι• καὶ ἂν θέλεις νὰ βρίσκεσαι σὲ ὅλες τὶς διασκεδάσεις καὶ σὲ ὅλες τὶς συντροφιὲς τῶν φίλων σου καὶ νὰ χάνεις τὸν καιρό σου σ’ αὐτὲς μὲ κάθε εἴδους ἀργία• καί, γιὰ νὰ μιλήσω σύντομα, ἂν θέλεις νὰ δίνεις κάθε εἴδους θεραπεία στὰ πάθη σου καὶ νὰ μὴν ἀποφεύγεις κανέναν κίνδυνο, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ ὅλη τὴν προθυμία δὲν ἀπέφευγαν ὅλοι οἱ ἅγιοι• ἂν, λέω, ζητᾶς αὐτά, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ξεριζώσεις τὰ πάθη καὶ τὶς κακὲς ἕξεις ποὺ ἀπέκτησες; «Δένδρο ποὺ ποτίζεται καθημερινὰ, πότε θὰ ξεραθεῖ ἡ ρίζα του; Καὶ δοχεῖο ποὺ καθημερινὰ δέχεται προσθήκη ὑγροῦ, πότε θὰ λιγοστέψει;» σοῦ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ. Ἔτσι ἂν καὶ σὺ δίνεις στὸ σῶμα τὶς ἀναπαύσεις του, μὲ ποιὰ βάση νομίζεις ὅτι μπορεῖς νὰ διορθωθεῖς; Βέβαια, δὲν μπορεῖς ἄλλο νὰ περιμένεις στὸ τέλος μίας τέτοιας ζωῆς ποὺ ἔζησες μὲ τόσες ἁμαρτίες, παρὰ ἕναν ἀτέλειωτο θάνατο μέσα σὲ ὅλα τὰ κολαστήρια, διότι τέτοια πονηρὴ ζωὴ προξενεῖ καὶ πονηρὸ θάνατο• «Ὁ θάνατος ποὺ προξενεῖ εἶναι θάνατος φοβερός».

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

 


Ὤχ! Βασανάκια (β)

Μόλις ἀνέβησαν οἱ μαθηταὶ εἰς τὸν τόπον τῆς παραδόσεως, καὶ τὰ κοράσια ἐφάνησαν πάλιν διὰ μιᾶς ἐπὶ τῆς ταράτσας. Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔμειναν πλέον ὅσα ἦσαν. Ἡ μικρὰ ἀγέλη ηὔξησε ταχέως, καὶ θὰ ἦσαν ὅλα δεκαπέντε ἕως δεκαοκτὼ κοράσια, ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν. Ἦσαν πρῶτον τὸ Μαριὼ καὶ τὸ Λενιὼ καὶ τὸ Κατερινιώ, τὰ τρία κοράσια τῆς οἰκίας. Εἶτα εἶχον ἔλθει ἀπὸ τὴν πρώτην γειτονικὴν οἰκίαν τὸ Ξενιὼ καὶ τὸ Κουμπώ, δύο ὡραῖαι μελαγχροιναὶ ἀδελφαί, ἡ μία δεκατεσσάρων καὶ ἡ ἄλλη δώδεκα ἐτῶν. Μετ᾽ αὐτὰς ἦλθαν τὸ Φωλιὼ τὸ Βελισάρικο καὶ τὸ Μαχὼ τὸ Πορταρίτικο, ἀπὸ δύο ἄλλας παρακειμένας οἰκίας. Κατόπιν ἦλθαν τὸ Κατινιώ, ἡ παπαδοπούλα, καὶ ἡ Εὐανθία, ἡ καπετανοπούλα, ἀπὸ τὴν οἰκίαν τῆς ἐξαδέλφης των, τῆς Μαχῶς, ὅπου εὑρίσκοντο· ὕστερον ἦλθαν τὸ Τσιτσὼ τὸ Ραφτί, καὶ τὸ Ἀσπασὼ τὸ Παναδί, καὶ ἡ Σοφούλα τὸ Μπακιρί, καὶ τελευταῖαι ἦλθαν ἡ Μόρφω, ἡ Σερετούλα, καὶ τὸ Κυρατσὼ καὶ τὸ Ἀσμινιώ, αἱ ἀδελφαί της, καὶ προσετέθησαν εἰς τὰς ἄλλας. Ὅλαι ἢ σχεδὸν ὅλαι ἦσαν ὡραῖα κοράσια μὲ γαλανὰ ὄμματα, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ βαθέα καὶ ἀμαυρὰ καὶ οἰνωπὰ ὄμματα, μὲ λευκὸν χρῶτα, μὲ μελίχρυσον καὶ χνοάζοντα χρῶτα, μὲ μαύρους καὶ οὔλους βοστρύχους, μὲ μακροὺς καὶ ξανθοὺς καὶ καστανοὺς πλοκάμους, μὲ ἐλαφρὰ βαθουλώματα περὶ τὰς κόγχας τῶν ὀφθαλμῶν, μὲ ὡραῖα λεπτὰ ρόδινα ἢ ἁβρὰ καὶ κοράλλινα χείλη, μὲ κυανιζούσας φλέβας, μὲ χαρίεντας λακκίσκους καὶ γελασίνους ὑπὸ τὰς παρειάς, μὲ ἀναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, μὲ λευκὰ τουλουπάνια, μὲ λεπτὰ καὶ διαφανῆ ἀλέμια* περὶ τὴν κεφαλήν, μὲ κοντὰ φουστανάκια, μὲ λευκὰς περικνημῖδας, καὶ μὲ συρτὰς ἐμβάδας.

Συνῆλθον ἐκεῖ, ὑψηλὰ εἰς τὴν ταράτσαν, καθὼς τὰ χελιδόνια εἰς τὸν ἄνω πυργίσκον τοῦ μαρμαρίνου κωδωνοστασίου τὸ θέρος, καὶ ὡμίλουν καὶ ἐκελάδουν, καὶ ἐγέλων καὶ ἐτερέτιζον, καὶ συνδιελέγοντο καὶ ἐτιτύβιζον. Ἡ μία ἐπεχείρει νὰ διηγηθῇ κάτι τι, καὶ τὸ ἄφηνε μισόν, διότι ἡ ἄλλη τὴν διέκοπτε δι᾽ ἐρωτήσεων, δι᾽ ἐπιφωνημάτων καὶ διὰ παρατηρήσεων. Ἡ τρίτη ἤρχιζεν ᾆσμα καὶ ἔλεγε μόνον ἕνα στίχον καὶ μισόν· ἡ τετάρτη ἔσυρε τέσσαρα ἢ πέντε βήματα καλαματιανοῦ καὶ ἔπαυε. Ἡ ἄλλη συνέπλεκε κατά τινα τρόπον τοὺς βραχίονας σταυρωτὰ μὲ ἄλλας δύο, καὶ τὰς ἐβίαζε νὰ χορεύσωσι τὴν «καμάρα»* ᾄδουσα ἅμα ἀργῶς καὶ μελῳδικῶς:

«Καμάρα χτί, καμάρα χτί,

καμάρα χτίζω στὸ γιαλό…»

Καὶ ἡ καμάρα δὲν ἐστέριωνε, καὶ καμμία ἐπιχείρησις δὲν εὐωδοῦτο, καὶ καμμία συνδιάλεξις δὲν ἐλάμβανε πέρας. Δὲν ὑπῆρχεν ἔννοια, δὲν ὑπῆρχε σκέψις καὶ στοχασμὸς καὶ σκοτούρα. Ὄμματα ἔλαμπαν, παρειαὶ ἀνθοῦσαν, χαμόγελα ἀνέτελλαν, ᾄσματα ἐν ψιθυρισμῷ, καὶ αἰσθήματα ἐν ἐμβρύῳ, καὶ βαθεῖαι πνοαὶ καὶ ἐλαφροὶ στεναγμοί, καὶ αὖραι τῆς νεότητος ἐρρίπιζον, ἀέριζον, ἐδρόσιζον, τὰ σώματα καὶ τὰς καρδίας.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

 


Ὤχ! Βασανάκια

Ὁ εἷς τῶν μαθητῶν τῆς Γ´ τάξεως, ὑψηλός, ὀστεώδης, μὲ ζωηρὸν βλέμμα, φαινόμενος νὰ εἶναι τοὐλάχιστον δεκαεξαέτης, δὲν ἀπέσπα τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὴν ταράτσαν ἐκείνην, τὴν ὑψηλήν. Ἕως τότε ψυχὴ δὲν ἐφαίνετο ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν, ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον ὡραῖον κοράσιον, δεκατεσσάρων ἐτῶν, μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιὰ ξέπλεκα ἐφάνη ἐπὶ τῆς ταράτσας. Κατόπιν ἄλλο τῆς αὐτῆς ἡλικίας ἐπίσης μὲ ξανθὰ μαλλιά, καὶ ἓν ἄλλο μὲ μαῦρα μαλλιά. Ὁ μαθητὴς τότε ἐκεῖνος, ὅστις ἔπασχε φαίνεται, ἀπὸ πρώιμον ἔρωτα, ἠκούσθη νὰ ψιθυρίζῃ:

― Ἄχ! βασανάκια, βασανάκια!

Ὁ γείτων του, ὅστις ἐφαίνετο γνωρίζων τὴν ἀδυναμίαν του, κύψας εἰς τὸ οὖς, τοῦ ἐψιθύρισε τὸ ἑξῆς δίστιχον, τὸ ὁποῖον ἴσως αὐτὸς ἢ ἄλλος κανεὶς μεγαλυτέρας ἡλικίας εἶχε συνθέσει:

«Γίνε, Μαριώ μου, βόιβοδας, καὶ σύ, Λενιώ μου, μπέης,

καὶ σύ, μικρὸ Κατερινιώ, κριτὴς γιὰ νὰ μὲ κρένῃς.»

Τὰ τρία κορίτσια ἐγύριζαν, ἐγύριζαν, ἔφερναν βόλτες ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν, ἐπεριπατοῦσαν, ἐστέκοντο, ἐκοίταζαν εἰς τὸν οὐρανόν, συνωμιλοῦσαν, ἔρριπταν ματιὲς πρὸς τὸ μέρος τῆς θύρας τοῦ σχολείου, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί, καὶ δὲν εἶχαν ἡσυχίαν. Οἱ μαθηταὶ ἐξέχασαν καὶ τὸ σχολεῖον, καὶ τὰ βιβλία, καὶ τὸν διδάσκαλον, καὶ αὐτὸν τὸν παπαγάλον, καὶ ἐσηκώθησαν, κ᾽ ἐκινοῦντο, καὶ οἰστρηλατοῦντο εἰς τρόπον ἐπίφοβον. Τὰ τρία βασανάκια, ὡς τὰ ὠνόμαζεν ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος μαθητής, δὲν ἔμειναν ἐπὶ πολλὴν ὥραν μόνα των ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν. Καὶ ἄλλα κατόπιν των βάσανα, καὶ ἄλλα βασανάκια, ἐφάνησαν πλησίον των. Φαίνεται ὅτι ἡ ταράτσα ἐκείνη ἐχρησίμευεν ὡς συνεντευκτήριον ὅλων τῶν κοριτσιῶν τῆς γειτονιᾶς. Τὸ θέρος, ὅταν ἔπεφτεν ὁ ἥλιος, ἢ τὸν χειμῶνα, ὅταν ἦτο αἰθρία ἡλιοφεγγὴς ἡμέρα, ὡς ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Δεκεμβρίου, τὰ κοράσια ἀνέβαιναν ἐκεῖ, καταβιβάζοντα τὰ λευκὰ τουλουπάνια των ἕως τοὺς ὀφθαλμούς, στρέφοντα τὰ νῶτα πρὸς τὸν ἥλιον, διὰ νὰ μὴ μαυρίσουν. Καὶ ἠκούετο ἐκεῖ ἐπάνω φαιδρὸν λάλημα καὶ εὔθυμος μινυρισμὸς παρθένων, καὶ κελαδήματα ἀνθρωπίνων χελιδόνων μόλις ἔναρθρα, ἀλλ᾽ ὄχι ὀλιγώτερον κενὰ ἐννοίας ἀπὸ τὰ κελαδήματα τῶν πτερωτῶν χελιδόνων τοῦ ἔαρος. Ἦσαν ἤδη ἕξ ἢ ἑπτὰ κοράσια, ἀπὸ δέκα ἕως δεκαπέντε ἐτῶν ἡλικίας, ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν.

Ἀλλ᾽ ὅταν ἠκούσθη ὁ βαρὺς δοῦπος τῶν βημάτων τῶν μαθητῶν τῆς Β´ τάξεως, κατερχομένων τὴν κλίμακα, ὡς νὰ τοὺς κατεδίωκον τὰ ἀόρατα φάσματα τῶν εἰς μι ρημάτων καὶ τῶν συνδέσμων καὶ τῶν μετοχῶν, καὶ αἱ ζῶσαι εἰκόνες τῶν μαυροπινάκων, καὶ οἱ δώδεκα ἢ δεκαπέντε ἐκεῖνοι νέοι ἐξῆλθον θορυβωδῶς τῆς θύρας τοῦ σχολείου, κραυγάζοντες ἐν παρόδῳ ― παπαγάλο! θέλεις καφέ; πρὸς τὸ ἀπτόητον ἐκτοπισμένον πτηνὸν τὸ ὁποῖον τοὺς ἔβλεπεν ἐν μακαρίᾳ ἀπαθείᾳ, κωφεῦον εἰς τὰς παροτρύνσεις των, τότε τὰ εὔθυμα κοράσια ἐκεῖνα ἔγιναν διὰ μιᾶς ἄφαντα ἀπὸ τὴν ταράτσαν. Τοῦτο τὸ ἔκαμαν κάπως ὡς νὰ ἐσπλαγχνίσθησαν τοὺς πτωχοὺς μαθητὰς τῆς Γ´ τάξεως, οἱ ὁποῖοι μετὰ πόνου καὶ σπαραγμοῦ καρδίας θ᾽ ἀνέβαινον εἰς τὴν παράδοσιν, τώρα ὅτε ἦλθεν ἡ σειρά των, ἐνόσῳ τὰ βασανάκια ἐκεῖνα εὑρίσκοντο ἐπὶ τῆς ταράτσας. Οἱ μαθηταὶ ἀνέβησαν τότε μὲ διπλῆν λύπην, διὰ τὴν θετικὴν ταύτην καὶ τὴν ἀρνητικὴν δυστυχίαν.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

 


Σὰν παιδιὰ δικά Του

«Ὅσοι βαπτιστήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τὸν Χριστό».

Πόσο μεγάλη ἀλήθεια μᾶς ἐπισημαίνει μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος!

Οἱ βαπτισμένοι χριστιανοὶ δὲν φοροῦν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ εἶναι ντυμένοι τὸν καινούργιο ἄνθρωπο. Ντύθηκαν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ ζεῖ τώρα μέσα στὶς καρδιές τους. Καὶ ἡ λέξη “ντύθηκαν” δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια ἁπλὴ καὶ ἐξωτερικὴ στολή, ἀλλὰ σὲ κάτι βαθύτερο, σὲ κάτι οὐσιαστικὸ καὶ ἀναφαίρετο.

Μὲ τὴν πίστη μας στὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴ βάπτισή μας ντυνόμαστε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, οἰκητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ναοὶ τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι καὶ τέλειοι, Θεοὶ κατὰ χάριν. Ὥστε λοιπὸν ρίξαμε ἀπὸ πάνω μας τὴ φθορὰ καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀφθαρσία. Ξεντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ ντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς χάριτος. Διώξαμε τὸ θάνατο καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀθανασία.

Συλλογιστήκαμε ὅμως καὶ τὶς μεγάλες ὑποχρεώσεις, πού, μὲ τὸ βάπτισμά μας, ἀναλάβαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὀφείλουμε νὰ συμπεριφερόμαστε σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου μας;

Ὅτι ἔχουμε χρέος νὰ συνταυτίσουμε τὸ δικό μας θέλημα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;

Ὅτι πρέπει, σὰν παιδιὰ δικά Του, νὰ μένουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία;

Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς μας;

Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν λατρεύουμε καὶ νὰ λαχταροῦμε τὴν ἕνωση μαζί Του γιὰ πάντα;

Σκεφτήκαμε, ἄραγε, ὅτι ἡ καρδιά μας πρέπει νά ‘ναι πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὥστε αὐτὴ νὰ ξεχύνεται καὶ στὸν πλησίον μας;

Ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι ὀφείλουμε νὰ γίνουμε ἅγιοι καὶ τέλειοι καὶ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν;

Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἔχουμε χρέος ν’ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε ἀνάξιοι στὸ κάλεσμα ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ ἀποδοκιμαστοῦμε.

Ναί, ἀδελφοί μου, ἂς παλέψουμε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση γιὰ νὰ νικήσουμε.

Κανείς μας ἂς μὴ χάσει τὸ θάρρος του, ἂς μὴν ἀμελήσει, ἂς μὴ δειλιάσει, ἂς μὴν πτοηθεῖ μπροστὰ στὰ σκάμματα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα. Γιατὶ ἔχουμε βοηθὸ τὸν Θεό, ποὺ μᾶς δυναμώνει στὸν δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς.

Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

 


Ἡ Μετάνοια (β)

2) Ἔκτασις τῆς μετανοίας. Ἡ μετάνοια, εἴδομεν, ὅτι περιλαμβάνει ὅλον τὸν βίον τῶν ἀνθρώπων τοῦ Προδρόμου καὶ τοῦ Χριστοῦ, διότι ἤρχισεν ἀπό τοὺς πρωτοπλάστους καὶ θὰ συνεχισθῇ ἡ φωνὴ της μέχρι τέλους τοῦ κόσμου. Ὅλος ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ εἶναι μία διαρκὴς μετάνοια. Ἐν τούτοις ἄλλοι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἀρχίζουν ἀλλὰ δὲν συνεχίζουν τὴν μετάνοιαν καὶ ἄλλοι ἀναβάλλουν ταύτην διὰ τὸ τέλος τοῦ βίου των. Οὕτω περιορίζουν πολὺ τὴν ἔκτασίν της. Πόσον ἀνόητοι εἶναι καὶ οἱ δύο! Καὶ εἶναι μὲν ἀνόητοι οἱ πρῶτοι οἱ ἀρχίζοντες ἀλλὰ μὴ συνεχίζοντες τὴν μετάνοιαν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ὁμοιάζει πρὸς ἓν δωμάτιον, σπίτι, ντουλάπι. Τὸ δωμάτιον, τὸ σπίτι, τὸ ντουλάπι δὲν πρέπει νὰ ξεκλειδωθοῦν μία φορὰ μόνον. Πρέπει τακτικὰ νὰ ἀνοίγωνται, ἡλιάζωνται, ἀερίζωνται, καθαρίζωνται.

Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ ἀνοίγεται διὰ τῆς περισυλλογῆς καὶ αὐτοκριτικῆς, νὰ ἡλιάζεται διὰ τῆς προσευχῆς, ἀφήνουσα νὰ εἰσέλθῃ μέσα της ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός, νὰ ἀερίζεται καὶ καθαρίζεται διὰ τῆς τακτικῆς ἐξομολογήσεως. Ὅπως τὸ δωμάτιον εἶναι ὑγιεινόν, ὅταν οὐχὶ ἅπαξ ἀλλὰ πολλάκις ἀνοιχθῇ, ἡλιασθῇ, καθαρισθῇ, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ὑγιής, ὅταν τακτικὰ περισυλλέγεται, ἐξομολογεῖται καὶ ἀερίζεται, διότι καὶ τακτικὰ σκονίζεται.

Εἶναι ἀνόητοι οἱ δεύτεροι, οἱ ἀναβάλλοντες τὴν μετάνοιαν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Εἶναι γνωστόν, ὅτι δύο εἶναι αἱ μεγάλαι ἁλυσίδες, αἱ ὁποῖαι δένουν τὴν ψυχήν. Ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ συνήθεια. Ὅσον πολυχρόνιος εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ κακοῦ, τόσον μεγάλη εἶναι καὶ ἡ ἁλυσίδα τῆς κακίας μὲ τὴν ὁποίαν δένεται ἡ ψυχὴ εἰς τὸ κακόν. Ἂν μαζὶ μὲ τὴν συνήθειαν γίνῃ πολυχρόνιος καὶ ἡ ἡδονή, αἱ δύο ἁλυσίδες τοῦ κακοῦ γίνονται βαρύτεραι. Ὅταν λοιπὸν ἡ μετάνοια ἀναβληθῇ διὰ τὸ τέλος τοῦ βίου μας, ἡ ἁμαρτία λόγῳ τῆς μακρᾶς συνηθείας καὶ μακρᾶς ἡδονῆς δένει ὀπισθάγκωνα τὴν ψυχὴν καὶ δύσκολα ἀφήνει αὐτὴν νὰ μετανοήσῃ. Ἐνωρίτερον εἶναι εὐκολώτερόν τις νὰ μετανοήσῃ. Πλὴν αὐτοῦ. Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι ἔργον μόνον ἴδικόν μας ἀλλὰ καὶ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Τώρα ποὺ σοῦ δίδει ὁ Θεὸς τὸ δῶρον του, δὲν πρέπει νὰ τὸ περιφρονήσῃς. Ἴσως ἀργότερα νὰ ζητήσῃς τὸ δῶρον αὐτὸ καὶ νὰ μὴ σοῦ τὸ δώσῃ ὁ Θεός, διότι ὅπως σὲ καλεῖ τώρα ὁ Θεὸς καὶ δὲν ἀκούεις, ἔχει δικαίωμα καὶ δίκαιον θὰ ἔχῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸν καλῇς καὶ σὺ ἀργότερα καὶ νὰ μὴ σὲ ἀκούῃ. Ἀφοῦ δικαίωμα ἔχεις σὺ νὰ σὲ καλῇ ὁ Θεὸς καὶ νὰ μὴ ἀκούῃς, περισσότερον δικαίωμα καὶ δίκαιον ἔχει ὁ Θεὸς νὰ τὸν καλῇς καὶ νὰ μὴ σὲ ἀκούῃ, διότι σὺ ἔκαμες τὴν ἀρχὴν καὶ εἶσαι μικρότερος ἀπὸ Αὐτόν.

Ποτὲ μὴ λησμονῶμεν τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος «μεταμεληθεὶς ἀπήγξατο». Ἡ μετάνοιά του ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς αὐτοκτονίαν, διότι ἐπόνεσε μὲν διὰ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἀλλὰ ἔχασε τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτῶν. Γνωρίζεις ὅτι θὰ γηράσῃς ὥστε νὰ μετανοήσῃς; Πόσοι ἀποθνήσκουσι καθημερινῶς αἰφνιδίως! Ὁ ἕνας ἀπέθανε ἐνῶ ἔτρωγε, ὁ ἄλλος ἐνῶ ἔπινε, ὁ τρίτος ἐνῶ ἐκοιμᾶτο, ἄλλος εἰς μικρὰν νεαρὰν ἡλικίαν, ὁ ἄλλος εἰς ἀνδρικὴν ἡλικίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ μετανοῶμεν πάντοτε διότι διαρκῶς ἁμαρτάνομεν.

Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν μετάνοιάν μας εἶναι τὸ ἑξῆς γεγονός. Ὁ Ἕλλην στρατηγὸς Φοιβίδας διασκέδαζεν ἑσπέραν τινὰ ἐν Θήβαις μετὰ φίλων του. Κατὰ τὴν διασκέδασιν ταύτην ἦλθεν ἄνθρωπός τις καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ἐπιστολὴν μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ἀναγνώσῃ αὐτὴν ἀμέσως, διότι εἶναι σοβαρὸν τὸ περιεχόμενόν της. Ἐκεῖνος ὅμως μεθυσμένος ἀνέβαλεν τὴν ἀνάγνωσίν της διὰ τὴν πρωΐαν, εἰπὼν «ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα». Τὴν νύκτα ὅμως ἐκείνην ἐδολοφονήθη! Ἡ ἐπιστολὴ τὴν δολοφονίαν ταύτην προειδοποίει. Ἀνέβαλε τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς καὶ κατεστράφη. Ἂς μὴ ἀναβάλωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν μετάνοιάν μας, τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα δι’ αὔριον, διότι δὲν γνωρίζομεν, ἂν θὰ ζήσωμεν.

Ἀφοῦ ἔχει τόσον βάθος, τόσην ἔκτασιν ὡς καὶ ὠφελιμότητα, ἡ μετάνοια ἂς μετανοῶμεν καὶ ἂς ζῶμεν πάντοτε ἐν μετανοίᾳ. Ἀμήν!

Ἀρχιμ. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

 


Ἡ Μετάνοια (α)

Ἐρωτᾶται: Τί εἶναι μετάνοια; Μετάνοια εἶναι κατὰ λέξιν μεταβολὴ νοῦ, νοοτροπίας, ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μετάνοια εἶναι οὕτω ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξαν, ἔζησαν καὶ ἐν μετανοίᾳ ἀπέθανον οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας καὶ οἱ ἀσκηταὶ τῆς ἐρήμου. Ἑπομένως ἡ μετάνοια ἔχει μεγάλον βάθος, διότι ἔχει λόγον, ζωὴν καὶ θάνατον τῶν ἡρωϊκωτέρων ἀνθρώπων. Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει μόνον μεγάλον βάθος ἀλλὰ καὶ μεγάλην ἔκτασιν, διότι μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος λόγος τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς πρωτοπλάστους «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;» καὶ ὁ μέχρι τέλους τοῦ κόσμου ἀκουόμενος λόγος πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς. Εἶναι ὁ πρῶτος καὶ τελευταῖος λόγος τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Προδρόμου, διότι διὰ μετανοίας ἤρχισαν τὸ κήρυγμά των καὶ ἐστεφάνωσαν τὸ τέλος τοῦ βίου των. Χάριν τοῦ κηρύγματος τούτου ἀπεκεφαλίσθη ὁ Πρόδρομος καὶ τὴν μετάνοιαν τοῦ ληστοῦ εἶδεν ὁ Χριστὸς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Ὁποία ἔκτασις!

Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς μετανοίας καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας.

1) Βάθος μετανοίας. Μετάνοια εἶναι, ὡς εἴπομεν, ἀλλαγὴ νοῦ, νοοτροπίας ζωῆς ἀπομάκρυνσις ἀπό τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ βαθύτερον καὶ χειρότερον πρᾶγμα. Ἑπομένως ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, εἶναι τὸ βαθύτερον καὶ ὡραιότερον πρᾶγμα. Καὶ πράγματι ! Ἡ ἁμαρτία εἶναι τόσον βαθεῖα καὶ κακή, ὥστε αὕτη δηλητηριάζει τὴν καρδίαν, σκοτίζει τὸν νοῦν καὶ τσακίζει τὴν θέλησιν. Πόσον δηλητηριάζει ἡ ἁμαρτία τὴν καρδίαν, φαίνεται ἀπὸ τὰ ἀλλόκοτα συναισθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἁμαρτωλός. Εἶναι χαιρέκακος, ζηλότυπος, φιλήδονος, ἐγωιστὴς κ.λπ. Ὡς χαιρέκακος αἰσθάνεται τόσην χαρὰν διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἐχθροῦ του, ὥστε ἀνάβει ὅλος ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἄλλου! Ὡς ζηλότυπος αἰσθάνεται τόσην λύπην διὰ τὴν πρόοδον τῶν φίλων καὶ τῶν ἐχθρῶν του, ὥστε ἐνῶ μὲ τὴν ζήλεια του τηγανίζεται ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, μένει ἀναίσθητος εἰς τὸ τηγάνισμα αὐτό! Τὸ αὐτὸ ἄναμμα καὶ τηγάνισμα δοκιμάζει ὁ ἁμαρτωλὸς χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεται καὶ εἰς τὰ ἄλλα πάθη φιληδονίας, ἐγωισμοῦ κ.λπ.

Ἡ ἁμαρτία σκοτίζει καὶ τὸν νοῦν. Εἶναι τόσον τὸ σκότος τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ φιλήδονος, ὁ ζηλότυπος, ὁ πλεονέκτης, ὁ ἐγωιστὴς εἰς τὸν νοῦν, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὅλην τὴν σοφίαν καὶ τὰς γλώσσας τοῦ κόσμου, νὰ ἔχῃ φθάσῃ εἰς βαθὺ γῆρας ἔχων μεγάλην πεῖραν καὶ ὅμως νὰ μὴ βλέπῃ ἀπὸ τὴν φιληδονίαν του, τὴν φιλοχρηματίαν του καὶ τὰ λοιπά του πάθη οὔτε συγγένειαν, οὔτε φιλίαν, οὔτε ἄνθρωπον, οὔτε Θεόν, οὔτε σῶμα, οὔτε ψυχήν. Ἡ ἁμαρτία τσακίζει τὸ ὡραιότερον ἀγαθόν μας, τὴν θέλησιν. Τσακίζει τόσον πολὺ τὴν θέλησιν, ὥστε ἐὰν καμμιὰ φορὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ἔχῃ ἀναλαμπὰς νηφαλιότητος καὶ βλέπει τὴν καταστροφήν του, τὸ κακόν του δὲν δύναται νὰ συγκρατηθῇ ὁ φιλήδονος εἰς τὴν ἡδονήν, ὁ χαιρέκακος εἰς τὴν χαράν του καὶ ὁ ζηλότυπος εἰς τὰς λύπας του διὰ τὰ καλὰ καὶ κακὰ τοῦ ἄλλου. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν βαθύτερον καὶ χειρότερον πρᾶγμα ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει βαθύτερον καὶ ὡραιότερον ἀπὸ τὴν μετάνοιαν, τὴν μεταβολὴν τῆς ἁμαρτωλῆς μας νοοτροπίας. Καὶ εἶναι ἡ μετάνοια αὕτη βαθεῖα, διότι διὰ νὰ ἐκριζώσῃ αὕτη τὴν ἁμαρτίαν πρέπει νὰ εἶναι βαθυτέρα ταύτης. Πῶς θὰ ἐκριζώσῃ τις ἕνα δένδρον, ἂν ἡ ἀξίνη δὲν φθάσῃ μέχρι τῶν ριζῶν τοῦ δένδρου καὶ κάτω αὐτῶν; Δένδρον εἶναι ἡ ἁμαρτία μὲ ρίζας βαθείας, ὅπως εἴδομεν, καὶ ἀξίνη εἶναι ἡ μετάνοια.

Ἄλλα ἡ μετάνοια εἶναι καὶ ὡραία ! Καὶ πράγματι! Τί ὡραιότερον καὶ βαθύτερον ὅταν διὰ τῆς μετανοίας διορθώσῃ ὁ ἄνθρωπος καρδίαν, νοῦν καὶ θέλησιν! Πόσον ὡραῖον καὶ βαθὺ εἶναι, ὅταν ἡ καρδία ἀπηλλαγμένη διὰ τῆς μετανοίας ἀπὸ τὴν χαιρεκακίαν, λυπεῖται διὰ τὰς συμφορὰς τῶν ἄλλων, ὅταν ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὴν ζηλοτυπίαν, χαίρῃ ὅταν οἱ ἄλλοι χαίρουν καὶ λυπῆται, ὅταν οἱ ἄλλοι λυποῦνται! Πόσον βαθὺ καὶ ὡραῖον εἶναι, ὅταν ὁ φιλήδονος ἄνθρωπος διὰ τῆς μετανοίας ἀποβάλῃ τὰς αἰσχρότητας καὶ πληρωθῇ ἁγνότητος! Πόσον βαθεῖς καὶ ὠραῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τοῦ ἐν ἁγνότητι, ἀφιλαργυρίᾳ καὶ λοιπῇ μετανοίᾳ εὑρισκομένου! Εἶναι δυνατὸν ὁ τοιοῦτος νὰ εἶναι ἀγράμματος, ἐν μικρᾷ ἡλικίᾳ καὶ ὅμως αἱ σκέψεις του νὰ εἶναι ὡραιόταται καὶ βαθύταται. Ἡ δὲ θέλησις τοῦ μετανοοῦντος ἔχει τόσην δύναμιν, ὥστε ἐκεῖνο τὸ πάθος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ἀκατόρθωτον βουνὸν ἐνώπιόν του, μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς θελήσεώς του ὑπὸ τῆς μετανοίας, θεωρεῖ τώρα ὡς παιγνίδι. Ἀποστρέφεται μὲ φρίκην τώρα ἐκεῖνο τὸ πάθος τὸ ὁποῖον πρὶν ἀγκάλιαζε μὲ λαχτάρα. Τὰ τσακισμένα πόδια τῆς θελήσεως εἶναι ρίζες βουνῶν! Πόσον ὡραῖα καὶ βαθεῖα ἡ μετάνοια, ἀφοῦ φθάνῃ εἰς τόσον βάθος καὶ εἰς τόσον ὕψος! Ἡ μετάνοια ὅμως ἔχει καὶ ἔκτασιν.

Ἀρχιμ. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

 


Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ κοινοῦ!

Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».

Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.

Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πὼς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά:

- Nous excitons la curiosité du public.

Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, - Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι... μοῦ εἶπε - ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια - στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του.

Μήπως δὲν ἦταν, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ πραγματικὴ θυσία ποὺ εἶχε κάνει στὴ φιλία μου; Μιὰ θυσία τῆς ἁγιότητάς του στὴν εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων.

Καὶ συλλογίζομαι τώρα τὶς ἑκατοντάδες τῶν Γάλλων προσκυνητῶν τῆς ἑταιρείας Μπυντέ, καὶ τῶν δικῶν μας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ Συνδέσμου», ποὺ πέρασαν τὸ κατώφλι τοῦ ταπεινοῦ του ἐρημητηρίου, ὅπου πλανᾶται τώρα ἡ σκιά του στὰ γνώριμα καὶ ἀγαπητά της κατατόπια τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐργασίας του. Συλλογίζομαι τὴν παράταξη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, ποὺ παρουσίασαν ὅπλα μπροστὰ στὸ μνημεῖο του. Συλλογίζομαι τὶς στολές, τὰ ξίφη, τὶς χρυσὲς ἐπωμίδες ποὺ ἔλαμπαν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ νησιοῦ του, γιὰ τὴ δόξα του. Συλλογίζομαι τοὺς λόγους τῶν ἐπισήμων, τοὺς ἐθνικοὺς ὕμνους, τὰ στεφάνια τῆς δάφνης, τὶς πανηγυρικὲς κωδωνοκρουσίες, ποὺ ἔπλεξαν μὲ ἤχους καὶ χρώματα τὸ ἐγκώμιό του.

Συλλογίζομαι ὅλα αὐτὸ τὸ δοξαστικὸ πανηγύρι, καὶ ἡ σκέψη μου πετάει στὸ «Κοινὸν» τοῦ ἐρημικοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς - ἕνα γκαρσόνι, ἕνας γεροντάκος, δυὸ λουστράκια - ποὺ ἀνησυχοῦσε, τὴ μακρυνὴ ἐκείνη μέρα ὁ μακαρίτης μήπως «ἐρεθίσῃ τὴν περιέργειά των». Τί ἀνησυχία θὰ εἶχε νοιώσει τώρα, στὰ βάθη τοῦ ταπεινοῦ τάφου ὅπου «ἀναπαύεται ἐν Χριστῷ» ὁ χριστιανὸς ποιητὴς τῶν ταπεινῶν, ἀπὸ τὸ δοξαστικὸ αὐτὸ θόρυβο; Καὶ πόσο θὰ βιαζότανε πάλι νὰ τελειώσῃ; Ἂν σάλεψαν, ἀπὸ μυστικὲς αὖρες, αὐτὴ τὴ στιγμή, τὰ κυπαρίσσια τοῦ τάφου του, ἕνας στεναγμὸς θὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ θρόϊσμά τους. Ἕνας ἦχος, ποὺ θὰ ξαναψιθύριζε τὰ παλιά του ἐκεῖνα ἀνήσυχα καὶ τόσο συμπαθητικὰ λόγια, σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ τὴν ἐννοοῦσαν τώρα, γιατὶ ἦταν δική τους, οἱ εὐλαβητικοὶ προσκυνητές του τῆς γαλλικῆς γῆς:

- Nous excitons la curiosité du public.

Παῦλος Νιρβάνας

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

 


Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο

Ὁ ναὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ φρουρίου. Ὁ ναΐσκος, πρὸ ἑκατονταετηρίδων κτισθείς, ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπὴς καὶ ὅχι πολὺ ἐφθαρμένος. Ὁ παπα-Φραγκούλης καὶ ἡ συνοδία του φθάσαντες εἰσῆλθον τέλος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ καρδία των ᾐσθάνθη θάλπος καὶ γλυκύτητα ἄφατον. Ὁ ἱερεὺς ἐψιθύρισε μετ᾽ ἐνδομύχου συγκινήσεως τό, «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου», κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ, ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν φ᾽στάνα της τὴν βρεγμένην κ᾽ ἐφόρεσεν ἄλλην στεγνὴν καὶ τὸ γ᾽νάκι της τὸ καλό, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἶχεν εἰς ἀβασταγὴν καλῶς φυλαγμένα ὑπὸ τὴν πρῷραν τῆς βάρκας, ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καὶ χαμοκλάδων καὶ ἤρχισε νὰ σαρώνῃ τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι ἤναπταν ἐπιμελῶς τὰ κανδήλια, καὶ ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δύο μανουάλια, καὶ παρεσκεύασαν μεγάλην πυρὰν μὲ ξηρὰ ξύλα καὶ κλάδους εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐσχηματίζετο μακρὸν στένωμα παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, κλειόμενον ὑπὸ σωζομένου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῆς, κ᾽ ἐγέμισαν ἄνθρακας τὸ μέγα πύραυνον, τὸ σωζόμενον ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος, κ᾽ ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας.

Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κ᾽ ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημένον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναὶ παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τις ὅτι στίλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ ἐλάλει, φαντάζεταί τις ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τό, Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ!

Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρέμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολύκλαδος πολυέλεος, καὶ ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορός, μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὑφ᾽ ὃν ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανικῶν ἀνδρογύνων. Καὶ ὁλόγυρα αἱ μορφαὶ τῶν Μαρτύρων, Ὁσίων καὶ Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες, ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ Ἅγιος Μερκούριος, μὲ τὴν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του, μὲ τὸν θώρακα, τὰς περικνημῖδας καὶ τὴν ἀσπίδα, φαίνεται ὀλίγον τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ δρῶν, εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δόρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος, μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον, μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ ν᾽ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον, καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδίον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἁγίας Ἰουλίττης. Διὰ δώρων καὶ θωπειῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύσῃ τὸ παιδίον, καὶ διὰ τοῦ παιδίου τὴν μητέρα. Ἀλλ᾽ ὁ παῖς καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, κ᾽ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον.

Καὶ εἰς τὴν χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὑψηλά, ἐφαίνετο στεφανουμένη ὑπὸ ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Καὶ κατωτέρω περὶ τὸ θυσιαστήριον ἵσταντο ἄρρητον σεμνότητα ἀποπνέουσαι αἱ μορφαὶ τῶν μεγάλων Πατέρων, τοῦ Ἀδελφοθέου, τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Θεολόγου, κ᾽ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔχαιρον διότι ἔμελλον ν᾽ ἀκούσωσι καὶ πάλιν τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Εὐχαριστίας, οὓς αὐτοὶ ἐν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δὲ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός, εἰκονίζετο περιτέχνως ὅλον τὸ Δωδεκάορτον, καὶ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων, καὶ ἡ Βρεφοκτονία, καὶ οἱ κόλποι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Λῃστὴς ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁμολογήσας.

Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις. Οἱ αἰπόλοι, εὑρόντες ἐνασχόλησιν καὶ πρόφασιν ὅπως καπνίζωσι καθήμενοι καὶ ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλώνωνται καὶ κλέπτωσιν ἀπὸ κανένα ὕπνον τυλιγμένοι μὲ τὲς κάπες των παρὰ τὸ πῦρ, εἶχον ἀνάψει ἔξω δύο πυρσούς, τὸν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος, τὸν ἄλλον πρὸς τὸ βόρειον μέρος. Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος, τῇ βοηθείᾳ τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν πυρῶν. Καὶ εἶχον σωρεύσει παμπόλλας δέσμας ξηρῶν ξύλων καὶ κλάδων, οἱ ἐκεῖ καταφυγόντες αἰπόλοι, μὲ τὰς ὀλίγας αἶγας καὶ τὰ ἐρίφιά των, ὅσα δὲν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπὸ τὸν βαρὺν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκείνου, οἱ τραχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες εἶχον σώσει καὶ τοὺς δύο ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιόνος. Καὶ εἶτα ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν καὶ ἐψάλη ἡ λιτὴ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς, μεθ᾽ ὃ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἤρχισε τὰς ἀναγνώσεις, καὶ ὅσοι ἦσαν νυστασμένοι ἀπεκοιμήθησαν σιγὰ εἰς τὰ στασίδιά των (Ἄ! ἔμελλον ἄρα τοῦ Προφητάνακτος οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι ἀπὸ ψαλμῶν νὰ καταντήσωσιν ἀνάγνωσις νυστακτική, καὶ ὡς ἀνάγνωσις νὰ παραλείπωνται ὅλως ὡς φορτικόν τι καὶ παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἔρρινον καὶ μονότονον ἀπαγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀλεξανδρῆ. Ὁ ἀγαθὸς γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμιμήτου ἐκείνου τύπου τῶν ψαλτῶν, ὧν τὸ γένος ἐξέλιπε δυστυχῶς σήμερον. Ἔψαλλε κακῶς μέν, ἀλλ᾽ εὐλαβῶς καὶ μετ᾽ αἰσθήματος. Κανὲν σχεδὸν κῶλον δὲν ἔλεγεν ὀρθῶς, οὔτε μουσικῶς οὔτε γραμματικῶς. Πότε ἓν καὶ ἥμισυ κῶλον τὰ ἥνου εἰς ἓν, πότε δύο καὶ ἥμισυ τὰ διῄρει εἰς τέσσαρα. Ἀλλὰ προκριτωτέρα ἡ ἀμάθεια τῆς δοκησισοφίας…

Ἀλλ᾽ ὅτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθὼν ἔψαλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαὶ τῶν Ἁγίων ἐφάνησαν ὡς νὰ ἐφαιδρύνθησαν εἰς τοὺς τοίχους· «Ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμην καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλεον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», κ᾽ ἐσείσθη ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι», καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον, ἔτειναν τὸ οὖς, ἀναγνωρίσαντες οἰκεῖον αὐτοῖς τὸν ὕμνον.

Καὶ εἶτα ὁ ἱερεὺς ἐπῆρε καιρόν, καὶ ἤρχισε νὰ προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

 


Μητροπολίτης Άντώνιος τοῦ Σουρόζ (β)

Πέρασαν μῆνες καὶ τίποτε στὸν ὁρίζοντα, νόημα δὲν φάνηκε πουθενά! Μία μέρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς- ἤμουνα τότε μέλος τῆς Ρωσικῆς ὀργάνωσης νέων στὸ Παρίσι- ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους τῆς ὀργάνωσης μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε: «Καλέσαμε κάποιον ἱερέα νὰ σᾶς μιλήσει. Ἔλα καὶ σὺ στὴ συγκέντρωση». Ἐγὼ ἀπάντησα μὲ ἔντονη ἀποδοκιμασία ὅτι δὲν θὰ πήγαινα νὰ τὸν ἀκούσω. Δὲν εἶχα ἀνάγκη τὴν Ἐκκλησία. Δὲν πίστευα στὸ Θεό. Δὲν ἤθελα νὰ χάσω τὸν καιρό μου μὲ κάτι τέτοια. Ὁ ὑπεύθυνος χειρίστηκε ἀρκετὰ ἔξυπνα τὸ θέμα. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς ὁμάδας μας εἶχαν ἀντιδράσει ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ θὰ ἦταν πολὺ ἄσχημο ἄν οὔτε ἕνας δὲν παρακολουθοῦσε τὴν ὁμιλία του.

«Μὴν προσέχεις», εἶπε ὁ ὑπεύθυνος, «δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτό, μόνο ἔλα, κάθισε ἐκεῖ, γιὰ μιὰ τυπικὴ παρουσία». Ἔ! μέχρι σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἤμουνα πρόθυμος νὰ φανῶ νομοταγὴς στὴ νεανική μας ὀργάνωση. Ἔτσι πῆγα στὴν ὁμιλία καὶ ἔμεινα μέχρι τὸ τέλος. Δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ προσέξω. Τὰ αὐτιά μου ὅμως ἔπιαναν μερικὲς φράσεις ποὺ μὲ ἀγανακτοῦσαν περισσότερο. Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικὰ ἀπ’ ὅ,τι ἐγὼ πίστευα, ποὺ ἤθελα βαθύτατα νὰ τὰ ἀποκρούσω. Ὅταν τελείωσε ἡ ὁμιλία ἔτρεξα στὸ σπίτι μὲ ἔντονη τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐλέγξω ἂν ἦταν ἀλήθεια ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ ὁμιλητής. Ρώτησα τὴ μητέρα μου ἂν εἶχε ἕνα Εὐαγγέλιο νὰ μοῦ δώσει. Ἤθελα πολὺ νὰ διαπιστώσω ἂν τὸ Εὐαγγέλιο θὰ συμφωνοῦσε μὲ τὴν τερατώδη ἐντύπωση πού μοῦ δημιούργησε ἡ ὁμιλία. Δὲν περίμενα τίποτα καλὸ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση αὐτὴ καὶ ἔτσι μέτρησα τὰ κεφάλαια τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων, ὥστε νὰ εἶμαι σίγουρος ὅτι διαβάζω τὸ συντομότερο. Δὲν ἤθελα νὰ χάσω ἄδικα τὸ χρόνο μου. Ἄρχισα λοιπόν νὰ διαβάζω τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου.

Ἐνῷ διάβαζα τὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου καὶ πρὶν φτάσω στὸ τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά συνειδητοποίησα ὅτι, στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ γραφείου μου, ὑπῆρχε κάποιος. Ἡ βεβαιότητα ὅτι αὐτὸς ὁ «Κάποιος» ἦταν ὁ Χριστὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ παράμερα, ἦταν τόσο ἔντονη ὥστε ποτὲ ἕως τώρα δὲν μὲ ἔχει ἐγκαταλείψει.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπῆρξε πραγματικὰ ἡ ἀποφασιστική μου καμπή. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς καὶ ἐγὼ εἶχα ζήσει τὴν Παρουσία του, μποροῦσα νὰ πῶ μὲ βεβαιότητα ὅτι αὐτὸ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο ἔλεγε γιὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Προφήτη τῆς Γαλιλαίας, ἦταν ἀλήθεια καὶ ὅτι ὁ ἑκατόνταρχος εἶχε δίκαιο ὅταν εἶπε: «Ἀληθῶς Υἱὸς Θεοῦ ἐστι». Μέσα, λοιπόν, στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης μποροῦσα νὰ διαβάσω μὲ βεβαιότητα τὴν ἱστορία τοῦ Εὐαγγελίου, ξέροντας πολὺ καλὰ ὅτι καθετὶ ἔκρυβε μέσα του ἀλήθεια. Καὶ αὐτό, γιατὶ τὸ ἀπίστευτο γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης ἦταν γιὰ μένα πιὸ βέβαιο ἀπὸ κάθε ἄλλο γεγονὸς τῆς ἱστορίας. Τὴν ἱστορία πρέπει νὰ τὴν πιστέψω, τὴν Ἀνάσταση τὴν ἔμαθα ἀπὸ προσωπικὸ γεγονός.

Καθὼς βλέπετε, δὲν ἀνακάλυψα τὸ Εὐαγγέλιο ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μὲ τὸ ἀρχικὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ δὲν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σὰν μία ἱστορία τὴν ὁποία κανεὶς μπορεῖ νὰ πιστέψει ἤ ὄχι. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ μένα, ἄρχισε μὲ ἕνα γεγονὸς ποὺ παραμέρισε ὅλα τὰ προβλήματα ἀπιστίας, ἀκριβῶς γιατὶ ἦταν μία ἄμεση καὶ προσωπικὴ ἐμπειρία.

-Αὐτὴ ἡ τόσο ἔντονη ἐμπειρία πού εἴχατε, παρέμεινε σὲ ὅλη σας τὴ ζωή; Δὲν ὑπῆρξε κάποια ἐποχὴ πού νὰ ἀμφιβάλλετε γιὰ τὴν πίστη σας;

-Βεβαιώθηκα ἀπόλυτα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ ὅτι μερικὰ πράγματα ὑπάρχουν ἀναμφίβολα. Φυσικὰ δὲν πῆρα σὲ ὅλα ἀπαντήσεις, ἀλλὰ ἔχοντας ζήσει αὐτὴ τὴ μεγάλη ἐμπειρία, ἤμουν πιὰ βέβαιος ὅτι μπροστά μου ὑπῆρχαν ἀπαντήσεις, ὁραματισμοί, δυνατότητες. Αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει γιὰ μένα πίστη. Ἀπὸ τὴ μία, δηλαδή, νὰ μὴν ἀμφιβάλλει κανεὶς ἔτσι ποὺ νὰ ἔχει μέσα του σύγχυση καὶ περιπλοκές, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως νὰ διερωτᾶται μὲ σκοπὸ νὰ ἀνακαλύψει τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ζωῆς. Νὰ ἔχεις, δηλαδή, αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀμφιβολίας ποὺ σὲ κάνει νὰ θέλεις νὰ ρωτᾷς, νὰ ἀνακαλύπτεις ὅλο καὶ περισσότερο, νὰ θέλεις διαρκῶς νὰ ἐρευνᾷς.

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

 


Μητροπολίτης Άντώνιος τοῦ Σουρόζ (α)

-Πότε γίνατε Χριστιανός; Ὑπῆρξε στὴ ζωὴ σας κάποια συγκεκριμένη στιγμὴ μεταστροφῆς;

-Αὐτὸ ἔγινε σὲ διάφορα στάδια. Μέχρι τὰ μέσα τῆς ἐφηβικῆς μου ἡλικίας ἤμουνα ἄπιστος καὶ ἐπιθετικὰ ἀντιεκκλησιαστικός. Δὲν γνώριζα τὸν Θεό, δὲν νοιαζόμουνα γι’ Αὐτὸν καὶ μισοῦσα καθετὶ σχετικὸ μὲ τὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ.

-Καὶ ὅλα αὐτά, παρὰ τὰ «πιστεύω» τοῦ πατέρα σας;

-Ναί, γιατὶ μέχρι τὰ δεκαπέντε μου χρόνια ἡ ζωή μας ἦταν πολὺ δύσκολη. Δὲν ζούσαμε ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη. Ἐγὼ ἤμουνα ἐσωτερικὸς σὲ ἕνα σχολεῖο ποὺ ἦταν πολὺ αὐστηρό, βίαιο θὰ ἔλεγα. Ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μου ζοῦσαν σὲ διαφορετικὰ σημεῖα τοῦ Παρισιοῦ. Μόνο ὅταν ἔγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη καὶ αὐτὸ ἦταν μία πραγματικὴ εὐτυχία, μία εὐλογία. Ἦταν κάπως ἀσυνήθιστο νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι, σὲ κάποιο σπίτι μιᾶς συνοικίας τοῦ Παρισιοῦ, μποροῦσε νὰ βρεῖ μιά τέλεια εὐτυχία, καὶ ὅμως αὐτὸ συνέβαινε. Τότε γιὰ πρώτη φορά, μετὰ τὴν ἐπανάσταση, ἀποκτούσαμε σπίτι.

Πρέπει ὅμως νὰ πῶ πώς, πρὶν ἀπὸ ὅλα αὐτά, συνέβηκε κάτι ποὺ μὲ εἶχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ἤμουνα περίπου ἕντεκα χρόνων, ὅταν μὲ ἔστειλαν σὲ μία κατασκήνωση ἀγοριῶν. Ἐκεῖ συνάντησα ἕναν ἱερέα ποὺ θὰ ἦταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο μοῦ τράβηξε τὴν προσοχή. Εἶχε ἀγάπη ποὺ τὴν σκορποῦσε στὸν καθένα ἀπό μᾶς. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀγάπη του δὲν εἶχε σχέση μὲ τὸ ἂν εἴμαστε καλοί, καὶ δὲν ἄλλαζε ὅταν εἴμαστε κακοί. Μποροῦσε νὰ μᾶς ἀγαπάει χωρὶς προϋποθέσεις. Ποτὲ πρὶν στὴ ζωή μου δὲν εἶχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Εἶχα φίλους ποὺ μ’ ἀγαποῦσαν στὸ σπίτι, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἔβρισκα φυσικό. Τέτοιο εἶδος ἀγάπης δὲν εἶχα συναντήσει ποτέ. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν προσπάθησα νὰ δώσω καμιὰ ἐξήγηση σ’ αὐτό. Ἁπλὰ βρῆκα σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο κάτι ποὺ μὲ προβλημάτιζε καὶ ταυτόχρονα μοῦ ἄρεσε πολύ. Μόνο μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὅταν πιὰ ἦρθα σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, σκέφτηκα πὼς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀγαποῦσε μὲ μία ἀγάπη ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο. Δηλαδὴ μοιραζόταν μαζί μας τὴ θεία ἀγάπη. Ἤ, ἂν προτιμᾶτε, ἡ ἀγάπη ἦταν τόσο βαθιὰ καὶ πλατιά, μὲ τέτοια ἀνοίγματα, ὥστε μποροῦσε νὰ ἀγκαλιάσει ὅλους μας, εἴτε μέσα ἀπὸ τὸν πόνο εἴτε μέσα ἀπὸ τὴ χαρά, ἀλλὰ πάντα μέσα στὴν ἴδια καὶ μοναδικὴ ἀγάπη. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, νομίζω, ἦταν ἡ πρώτη βαθιὰ πνευματικὴ ἐμπειρία ποὺ εἶχα.

-Τί ἔγινε μετὰ ἀπὸ αὐτό;

-Τίποτε. Γύρισα στὸ σχολεῖο ὅπου ἤμουνα ἐσωτερικὸς καὶ ὅλα συνεχίστηκαν ὅπως πρίν, μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ βρεθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη. Ζώντας μὲ τὴν οἰκογένειά μου, ὅπως εἶπα, γεύτηκα τὴν πλήρη εὐτυχία, ἀλλὰ τότε συνέβηκε κάτι τὸ τελείως ἀπροσδόκητο. Ξαφνικὰ ἀνακάλυψα ὅτι ἡ εὐτυχία, ἂν δὲν ἔχει κάποιο σκοπό, γίνεται ἀνυπόφορη. Δὲν μποροῦσα, λοιπόν, νὰ δεχτῶ μία ἄσκοπη εὐτυχία. Γιὰ νὰ ξεπεράσεις τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ὑποφέρεις τὰ βάσανα ἀποβλέπεις σὲ κάτι ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ αὐτά. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔβρισκα κάποιο νόημα, οὔτε πίστευα σὲ κάτι, γι’ αὐτὸ ἡ εὐτυχία μοῦ φαινόταν ἀνούσια. Ἔτσι ἀποφάσισα πὼς ἔπρεπε νὰ δώσω στὸν ἑαυτό μου μία προθεσμία -ἕνα χρόνο τουλάχιστον– νὰ ἀνακαλύψει ἂν ἡ ζωὴ εἶχε ἡ ὄχι κάποιο νόημα. Ἂν στὸ διάστημα αὐτοῦ τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἔβρισκα κανένα νόημα ζωῆς, εἶχα ἀποφασίσει νὰ μὴ συνεχίσω νὰ ζῶ, νὰ αὐτοκτονήσω.

-Καὶ πῶς βγήκατε ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάσταση τῆς ἄσκοπης εὐτυχίας;

-Ἄρχισα νὰ ψάχνω γιὰ κάποιο ἄλλο νόημα ζωῆς, πέρα ἀπὸ κεῖνο ποὺ μποροῦσα νὰ βρῶ μέσα στὶς σκοπιμότητες. Τὸ νὰ σπουδάζει κανεὶς νὰ γίνει χρήσιμος στὴ ζωὴ ἦταν κάτι ποὺ δὲν μὲ συγκινοῦσε καθόλου. Ὅλη ἡ ζωή μου μέχρι τώρα εἶχε συγκεντρωθεῖ σὲ ἄμεσους σκοποὺς καὶ ξαφνικὰ ὅλα αὐτὰ βρέθηκαν ἄδεια, χωρὶς κανένα νόημα. Ἔνιωσα μέσα μου κάτι τὸ δραματικὸ καὶ καθετὶ γύρω μου μοῦ φαινόταν μικρὸ καὶ ἀνόητο.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

 


Ἡ ἀπολογία μας στὰ παιδιά μας

Ὁ Θεὸς ποὺ ἐχάρισε σὲ ἀνθρώπους καὶ ζῶα τὸ χάρισμα νὰ γίνονται γονεῖς, ἔβαλε τὴ λειτουργία αὐτὴ κάτω ἀπὸ τὴ ρύθμιση τοῦ βιολογικοῦ ἐνστίκτου. Σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἔδωσε ἐπὶ πλέον καὶ τὸ χάρισμα τοῦ ἤθους γιὰ τὴν καλὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν πέρα ἀπὸ τὴν τροφὴ καὶ τὴν ἐπιβίωσή τους.

Κι ὅμως μὲ τὸ ἀσύλληπτο προσὸν τῆς ἐλευθερίας μας ὄχι μόνο παραμελοῦμε καὶ διαστρέφομε τὸ ἦθος τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μας, ἀλλὰ καὶ στὸ ἔνστικτο ἐπεμβαίνομε καὶ διαστρέφομε τὴ λειτουργία του, κάτι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν τὰ ζῶα.

Ἐμποδίζομε τὴν ἀναπαραγωγικὴ λειτουργία τοῦ ἔρωτα καὶ δημιουργοῦμε κάτι, ποὺ δὲν δημιούργησε ὁ Θεός, ἕναν ἔρωτα σκόπιμα ἄκαρπον. Κι ὅταν ὁ ἔρωτας φέρει καρπό, τὸν σκοτώνομε μέσα στὰ σπλάχνα τῆς μητέρας του.

Ὅλη αὐτὴ ἡ καταστρατήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ μιὰ δαιμονικὴ ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν οἰκογένεια καὶ στὴν κοινωνία καὶ ἔτσι προκύπτει ἡ κατάθλιψη, ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικότερο γνώρισμα τοῦ πολιτισμοῦ μας.

Κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν ἀσιγήτων τύψεων τῶν καρδιῶν μας οἱ σύγχρονοι γονεῖς γίνονται συμπλεγματικοὶ καὶ ἡ συμπεριφορά τους στὰ παιδιά τους εἶναι ἀρρωστημένη. Σὰν χαλασμένο μηχάνημα κινεῖται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὴν παραμέληση καὶ τὴν ἐγκατάλειψη στὴν ὑπερπροστατευτικότητα.

Καὶ ἔρχονται οἱ ἀποτυχίες μας, τὰ οἰκογενεικά μας δράματα, τὰ διαζύγια, ἡ ἐπανάσταση τῶν παιδιῶν, ἡ διαστροφὴ τῶν παιδιῶν, ναρκωτικά, ὁμοφυλοφιλία, ἀναρχισμὸς καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια, γιὰ νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν ὅτι χαλάσαμε μέσα μας καὶ γύρω μας τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ καρδιά μας ποὺ δὲν εἶναι φτιαγμένη νὰ διανοεῖται ἀλλὰ βλέπει μόνο πρόσωπα, βλέπει λοιπὸν ἡ καρδιά μας τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν μας ποὺ τοὺς στερήσαμε τὴ ζωὴ καὶ τῶν παιδιῶν μας ποὺ τὰ ἀδικήσαμε, μὲ τὸ νὰ τὰ καταδικάσομε νὰ ζήσουν μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτικὴ γεμάτη ἐνοχὲς καὶ ἄγχος.

Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τὰ παιδιά μας, ποὺ τὰ ἀφήσαμε νὰ γεννηθοῦν, μεγαλώνουν μὲ μιὰ τρομακτικὴ εἰκόνα ἑνὸς τιμωροῦ Θεοῦ, μὲ μιὰ ἐχθρικὴ αἴσθηση τοῦ ἄλλου ἄνθρωπου, μὲ μιὰ ὑποψία πρὸς ὅλους καὶ πρὸς ὅλα.

Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἔχομε νὰ δώσομε λόγο στὰ παιδιά μας καὶ ἂν τὸ κάνομε μὲ τὴ μετάνοιά μας, ὅταν ἔρχονται οἱ ὀδυνηρὲς εἰδοποιήσεις, αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ σωτηρία μας καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀλλιῶς τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θάρθομε μπροστὰ στὰ ἀδικημένα παιδιά μας καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κόλασή μας.

Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ ἀποτολμήσουμε μιὰ ἀπολογία μετανοίας μπροστὰ στὰ παιδιά μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε κι ἐμεῖς κι αὐτά. Ἀμήν.

Κωνσταντῖνος Γανωτὴς

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021



Ἡ οὐσία τῆς ἐκκοσμικεύσεως εἶναι ὁ ἀνθρωποκεντρισμός

Σήμερα ἔχουμε ν᾿ ἀντιμετωπίσουμε μία ἄλλη Εἰκονομαχία, τὴν πίεση ποὺ ἀσκεῖ ἡ ἐκκοσμικευμένη κοινωνία στὴν Ἐκκλησία νὰ προσαρμοστεῖ στὰ ἰδικά της μέτρα καὶ ἰδεώδη, ὥστε καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκκοσμικευθεῖ. 

Ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐκκοσμίκευση εἶναι μεγάλος. Ἀντὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ βοηθεῖ τὸν κόσμο νὰ ἐκκλησιοποιηθεῖ, ὁ κόσμος προσπαθεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τὴ μεταβάλλει σὲ κόσμο. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία θὰ κρατεῖ τὰ τυπικά της, ἀλλὰ θὰ χάσει τὴν πίστη της. Θὰ πάθει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Παπισμός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔγραφε:

«Διὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπώλεσε τὴν πνευματικήν της ἐλευθερίαν, ἀπώλεσε τὸν στολισμὸν αὐτῆς, ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων, ἐστερήθη τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· ἀπὸ πνεύματος δὲ καὶ ψυχῆς κατέστη ἄναυδον σῶμα».

Ἡ οὐσία τῆς ἐκκοσμικεύσεως εἶναι ὁ ἀνθρωποκεντρισμός. Ἀντιθέτως, ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Θεανθρωποκεντρισμός. Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία χάσει ἢ ἐλαττώσει τὸ θεανθρωποκεντρικό της χαρακτῆρα, ἐκπίπτει σὲ ἕνα θρησκευτικὸ ἵδρυμα ἢ σὲ μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου.

Ὁ ἐκκοσμικευμένος ἄνθρωπος δέχεται τὴν Ἐκκλησία ὡς μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὄχι ὡς τὴ μόνη Ἀλήθεια ποὺ σῴζει τὸν ἄνθρωπο ἐν Χριστῷ. Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ ἐξισώσει καὶ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Ὁδηγεῖ πρὸς μία πανθρησκεία διὰ τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν θρησκειῶν. Σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ Ἀλήθεια ποὺ σῴζει, ἀλλὰ ἡ ἐνδοκόσμια εἰρήνη. Φυσικά, αὐτὴ ἡ ἐπιδίωξη συμφέρει τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ αἰῶνος τούτου, ποὺ θέλουν τοὺς λαοὺς ὑποταγμένους στὴν κυριαρχία τους καὶ διὰ τῆς συνεργασίας τῶν θρησκειῶν εἰρηνικοὺς (κατεσταλμένους).

Χάριν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, οἱ Ὀρθόδοξοι στὶς διαθρησκευτικὲς συναντήσεις δὲν ὁμολογοῦν τὸν Χριστό. Ἀνέχονται, ἔτσι, νὰ κατατάσσεται ἡ Ἐκκλησία στὶς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες μαζὶ μὲ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸν Μωαμεθανισμό. Ἀλλὰ εἶναι θεμελιώδης διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι εἶναι ἄθεος ὁ μὴ πιστεύων εἰς Θεὸν Τρισυπόστατον καὶ εἰς τὸν σαρκωθέντα Λόγον τοῦ Θεοῦ. «Ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν». «Ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλὰ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν». Κατὰ δὲ τὸν Μέγα Βασίλειο: «οὐ πιστεύει δὲ εἰς Πατέρα ὁ μὴ πιστεύσας τῷ Υἱῷ».

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης


Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

 


Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα!

Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.

Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν κόσμο.

Πολλὲς φορὲς κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.

Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσα νὰ μαζεύω βότσαλα στὴν ἀκροθαλασσιά. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ἔχω ἀκόμα. Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ἕνα βράδυ, βρέθηκα κοντὰ στὴν ἀγαπημένη μου τὴ θάλασσα, σὲ μιὰ βορεινὴ ἀκρογιαλιά. Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὸ βασίλεμα. Φυσοῦσε λίγο βοριαδάκι, καὶ τὰ κύματα ἔρχονταν ἥμερα ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀφρίζανε ἀπάνω στὰ χαλίκια. Ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος ἄμα ἄκουσα τὸ ροχαλητὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ μὲ νανούρισε ἀπὸ τὴν κούνια μου. Πῆρα τὸ γιαλό-γιαλό, καὶ τράβηξα κατὰ κεῖ ποὺ ἔβγαινε ἕνας κάβος κ᾿ ἔκλεινε ὁ κόρφος.

Ἀντίκρυ θαμποφαινόντανε, μέσα στὴ ἄχνα της θάλασσας, τὰ βουνὰ τῆς Εὔβοιας. Κατὰ τὸν γραῖγο, ξεχώριζε καθαρὰ ἡ στεριά, μ᾿ ἕναν ἄλλο κάβο, πέρα ἀπὸ τὸν Μαραθῶνα. Παραμέσα στὴ στεριά, βορεινότερα ἀπὸ κεῖ ποὺ στεκόμουνα, μαυρίζανε τὰ ἄγρια μυτερὰ βουνά, ποὺ ξεπετιοῦνται ἀπὸ τὴν Πεντέλη σὰν δυναμάρια. Ὅσο ἥμερο εἶναι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη μπάντα, ποὺ κοιτάζει κατὰ τὴν Ἀθήνα, τόσο ἄγριο καὶ θυμωμένο εἶναι ἀπὸ τούτη τὴ μεριά, ἀπὸ τὰ βορεινά, σὰν νὰ φοβερίζει τὸ μπουγάζι ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πέρσες γιὰ νὰ τὸ πατήσουν, πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια.

Περπατοῦσα, λοιπόν, γιαλὸ-γιαλὸ καὶ μάζευα πέτρες. Εἶχε χρωματιστὰ χαλίκια λογῆς-λογῆς, μὰ ἡ θάλασσα τὰ ξέπλυνε κι ἀνάβανε τὰ γλυκὰ χρώματα ποὺ εἴχανε. Τὰ κύματα ἀφρίζανε δίπλα μου, βγάζοντας τὴ μυστικὴ βουή τους, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ἀνασαμιὰ τῆς θάλασσας, κι ἐγὼ ἔσκυβα κάθε τόσο κι ἔπαιρνα ἕνα χρωματιστὸ λιθάρι, κι ἀφοῦ τὸ κοίταζα καλά, τὸ ἔχωνα στὴν τσέπη μου, σὰ νά ῾τανε κανένα ρουμπίνι ἢ ζουμπρούτι. Κάθε τόσο, κάθιζα χάμω καὶ κοίταζα, μιὰ κατὰ τὰ πέλαγο, μιὰ τὸν θησαυρὸ ποὺ πατοῦσα, τὶς δροσερόχρωμες κεῖνες πέτρες ποὺ στολίζανε τὸ σύνορο τῆς θάλασσας. Ὅπως μὲ χώριζε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πολιτείας κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες της τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας, γεμίζοντας τ᾿ αὐτιά μου μὲ τὰ μυστικὸ καὶ βαρὺ ἴσο του, τὸ ἴδιο καὶ τὰ χαλίκια μὲ κάνανε νὰ ξεχάσω κάθε τι πολύπλοκο καὶ μάταιο ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος.

Μάζεψα κάμποσα βότσαλα καὶ τὰ πῆγα σ᾿ ἕνα μέρος καὶ τὰ φύλαξα. Ὕστερα ξαναγύρισα καὶ μάζεψα κι ἄλλα. Τί ἔμορφα κ᾿ ἐκφραστικὰ χρώματα ποὺ εἴχανε τὰ χαλίκια! «Οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλλετο ὡς ἓν τούτων». Τί παράξενα κόκκινα, κεραμιδιά, βυσσινιά, τριανταφυλλιά, σταχτιὰ λογιῶν-λογιῶν, κίτρινα, ἀσπροκίτρινα, πορτοκαλλιά, μελιά, πρασινογάλαζα, λαδιά, μαῦρα, πρασινόμαυρα!

Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὰ μικρά μου χρόνια, κι ὅσα ἔγραψα τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα μοναχὸς στὸ νησί μου; «Μάζευα ὅ,τι εὕρισκα στὴν ἀκροθαλασσιά, ἕναν κόσμο κοχύλια καὶ τσόφλια, εἴτε χρωματιστὲς πέτρες. Ὅλα αὐτὰ τὰ στόλιζα ἐκεῖ μέσα. Μοῦ ῾καναν μιὰ βαθειὰ ἐντύπωση, ὅσο τίποτα στὸν κόσμο… Ἔστεκα ὧρες καὶ τὰ κοίταζα, σηκωνόμουν κ᾿ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὰ βουνὰ καὶ τὴ θάλασσα». Κι ἀλλοῦ ἔγραφα: «Μιὰ ἄσπρη πέτρα ἀπάνω στὸν ἄμμο, ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ κείτεται στ᾿ ἀκρογιάλι, τραβοῦν τὴν προσοχή μου. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα πράγματα, ἐδῶ μοῦ φαίνονται γεμάτα ἀπὸ ἐνδιαφέρον… Βλέπω τὰ πράγματα ἴσια, χωρὶς ἡ ἐντύπωση νὰ βλαφτεῖ ἀπ᾿ ὅ,τι ἔμαθα νὰ καταλαβαίνω ὡς τώρα, λέγοντας αὐτὰ τὰ δυὸ λόγια: Νερὰ καὶ γῆς. Ἐδῶ κἂν δὲν ὑπάρχουν πλέον ὀνόματα, παρὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα πέφτουν ἀπάνω στὴν ψυχή μου ἀπ᾿ τὸ βάρος τους, ἄγρια κι ἀδιάφορα…».

Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.

Σάν γύρισα στὸ σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.

«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές, μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».

Φώτης Κόντογλου