Τρίτη 2 Ιουλίου 2024
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024
Τὸ μεγαλεῖο τῆς
λιγοσύνης
Λοιπὸν τριγύριζα μέσα στὴ χώρα μου κι ἔβρισκα τόσο φυσικὴ τὴ λιγοσύνη της,
πού ᾿λεγα πώς, δὲ
γίνεται, θὰ πρέπει να ᾿ναι ἀπὸ
σκοποῦ τὸ ξύλινο τοῦτο τραπέζι μὲ τὶς ντομάτες καὶ τὶς ἐλιὲς μπρὸς στὸ
παράθυρο. Γιὰ νὰ μπορεῖ μιὰ τέτοια αἴσθηση βγαλμένη ἀπ᾿τὸ τετράγωνο τοῦ σανιδιοῦ μὲ τὰ λίγα ζωηρὰ κόκκινα
καὶ τὰ πολλὰ μαῦρα νὰ βγαίνει κατευθείαν στὴν ἁγιογραφία. Καὶ αὐτή, ἀποδίδοντας
τὰ ἴσα, νὰ προεχτείνεται μ᾿ἕνα μακάριο φῶς πάνω ἀπ’τὴ θάλασσα ἑωσότου ἀποκαλυφθεῖ τῆς λιγοσύνης τὸ
πραγματικὸ μεγαλεῖο.
Φοβοῦμαι νὰ μιλάω μ᾿ ἐπιχειρήματα
ποὺ μόνον ἡ ἄνοιξη δικαιωματικὰ διαθέτει: ὅμως τὴν παρθενία ποὺ πρεσβεύω ἔτσι τὴν
ἀντιλαμβάνομαι καὶ μόνον ἔτσι τὴ φαντάζομαι νὰ κρατάει τὴ μυστική της ἀρετή:
μεταβάλλοντας σὲ ἄχρηστα ὅλα τὰ μέσα ποὺ θὰ μποροῦσαν νἀ ἐπινοήσουν οἱ ἄνθρωποι
γιὰ τὴ συντήρηση καὶ τὴν ἀνανέωσή της.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Κυριακή 30 Ιουνίου 2024
Ἄλλοτε η θάλασσα...
Ἄλλοτε ἡ
θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός
Γιῶργος Σαραντάρης
Σάββατο 29 Ιουνίου 2024
Σάββατο 22 Ιουνίου 2024
* *
Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024
Στὸ περιβόλι τὸ πυκνὸ
καθὼς κοιμότουν σκοτεινὸ
μπῆκε ἡ κυρὰ σελήνη
καὶ ξύπνησε γιὰ μία στιγμὴ
τ᾿ ἀηδόνι καὶ τὸ γιασεμὶ
καὶ τὴ μουντὴ νεροσυρμὴ
ποὺ ὁλόχρυση ἔχει γίνει!
Τ᾿ ἄστρα ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
χορεύουν καλαματιανὸ
μὲ τὴν κυρὰ σελήνη
κι ἡ θάλασσα μουρμουριστὰ
τὸν ἦχο τάχα τῆς βαστᾷ
καὶ τὴν κυρὰ εὐχαριστᾷ
κι αὐτὴ φλωριὰ τῆς δίνει!
Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024
Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024
Τρίτη 18 Ιουνίου 2024
Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται
νά μελαγχολοῦμε
Κάποιος μοναχός τῆς Μονῆς τοῦ Σαρώφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά
μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνει στήν ἀπόγνωση, ζήτησε τήν συμπαράσταση ἑνός ἀδελφοῦ.
Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν Μονή μετά τόν Ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν
στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτηση. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς Μονῆς.
Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὁδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ. Ὁ ἄρρωστος
ἀδελφός θέλησε ν’ ἀλλάξει κατεύθυνση, γιά νά μήν συναντηθεῖ μέ τόν Στάρετς σ’ αὐτήν
τήν ψυχική κατάσταση.
Πρίν ὅμως προφθάσουν ν’ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό
μέρος τους. Οἱ δύο Μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε
καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε
νά ψάλλει ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὡδῆς τοῦ μικροῦ Παρακλητικοῦ κανόνος τῆς
Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψη καί δοκιμασία:
«Χαρᾶς μου τὴν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τὸ
πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τὴν λύπην ἐξαφανίσασα.» Γέμισε μὲ χαρὰ τὴν καρδιά μου,
Παρθένε, Ἐσὺ ποὺ δέχθηκες μέσα Σου τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ χαρὰ σὲ τέλειο
βαθμό, κι ἔτσι ἐξαφάνισες τὴ λύπη ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἁμαρτία.
Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:
-Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε
τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!
Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ Στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι
τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν Μονή εἰρηνικοί!
Σάββατο 15 Ιουνίου 2024
Τί ἔτρωγε ἡ Στιλούδα
Πλημμυρίζει τύψεις ἡ συνείδησή μου, μαυρίζει ἡ ψυχή μου, ὅταν μοῦ ἔρχεται
στὸ νοῦ τὸ περιστατικὸ μὲ τὴ Στιλούδα, τὸ ἀνοιξιάτικο ἐκεῖνο δειλινὸ στὴν ἀλάνα
τῶν παιδικῶν μου παιχνιδιῶν. Ἡ Στιλούδα ἦταν ἕνα κοριτσάκι 4-5 χρονῶν, λεπτὸ καὶ
εὔθραυστο σὰν μίσχος λουλουδιοῦ, ἕνα κοριτσάκι φοβισμένο καὶ κλεισμένο στὸν ἑαυτό
του, σὰ πουλάκι λαβωμένο.
Ἦταν ἡ ἀμέσως μετὰ τὴν κατοχὴ ἐποχή, ἡ ταραγμένη, ἡ φριχτὴ γιὰ τὴν
πατρίδα μας περίοδος, ἡ ἐποχὴ τοῦ ἐμφυλίου.
Ἡ Στιλούδα ζοῦσε μὲ τὴ μάνα της σὲ ἕνα σκοτεινὸ κατῶι ἑνὸς σπιτιοῦ τῆς
γειτονιᾶς μου, ὅπου βρῆκαν καταφύγιο, ὅταν ἦρθαν πανικοβλημένες στὸν Πολύγυρο ἀπὸ
ἕνα χωριὸ τῆς Χαλκιδικῆς μέσα στὴ δίνη τῶν καιρῶν. Ἡ μάνα τῆς Στιλούδας, μία
λιπόσαρκη ταλαιπωρημένη γυναίκα, μαυροφοροῦσα καὶ μαυρομαντηλοῦσα, ἔχασε τὸν ἄνδρα
της, ὅταν εἶχε ἀκόμα στὴν κοιλιά της τὴ Στιλούδα. Ἔτσι χωρὶς πόρους, χωρὶς
στήριξη πῆρε τὸ παιδί της καὶ ἦρθε, ὅπως εἶπα, στὸν Πολύγυρο καὶ προσπαθοῦσε νὰ
ἐπιβιώσει ξενοδουλεύοντας.
Ἡ Στιλούδα ἔμενε κλεισμένη στὸ κατῶι, ὅσο ἔλειπε ἡ μάνα της στὴ δουλειά, ὅλο
τὸ πρωινό. Ὅταν, ὅμως, ἐρχόταν τὸ ἀπόγευμα καὶ τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς
μαζεύονταν σὲ κάποια ἀλάνα ἤ στὸ δρόμο καὶ ξεσήκωναν τὸν κόσμο μὲ τὰ γέλια καὶ
τὶς φωνές τους, τότε ἔβλεπες καὶ τὴ Στιλούδα νὰ ξεμυτίζει καὶ νὰ ἔρχεται δειλὰ
δειλὰ στὴ μάζωξη τῶν παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς. Κούρνιαζε πάντα σὲ μία ἄκρη, μία
ψυχούλα τόση δά ποὺ φαινόταν ἀκόμα μικρότερη, καθὼς καθόταν συνεσταλμένη καὶ
μαζεμένη καὶ παρακολουθοῦσε μὲ τὰ μεγάλα μάτια της μὲ ζέση καὶ ἐνδιαφέρον, ὅσα ἔκαναν
τὰ ἄλλα παιδιὰ, χωρὶς νὰ τολμάει ὅμως νὰ συμμετέχει στὸ παιχνίδι.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὑπῆρχε συνήθεια, τηρούμενη μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια ἀπὸ τὸ
σύνολο τῶν παιδιῶν, κάθε παιδί, ὅταν ἔβγαινε γιὰ παιχνίδι, νὰ κρατάει στὸ ἕνα
του χέρι μία φέτα ψωμὶ (τὸ λεγόμενο γουνίδ’ ἢ γουνίδα) καὶ στὸ ἄλλο του χέρι
κάποιο φαγώσιμο. Αὐτὸ τὸ ἄλλο φαγώσιμο, οἱ παλιοὶ συνήθιζαν νὰ τὸ χαρακτηρίζουν
«αὐτό ποὺ ξεγελάει τὸ ψωμὶ νὰ κατιβαίν’(ει) σιακάτ». Τὸ σύνηθες συνοδὸ τοῦ
ψωμιοῦ ἦταν τὸ τυρί. Μία φέτα, λοιπὸν, μεγάλη ψωμὶ στὸ ἕνα χέρι καὶ ἕνα συνήθως
μικρὸ κομμάτι τυρὶ στὸ ἄλλο χέρι, τὸ λεγόμενο ψωμοτύρι, ἦταν τὸ παραδοσιακὸ ἀπογευματινὸ
τῶν παιδιῶν, ποὺ τὸ ἔτρωγαν, ὅπως εἴπαμε, πάντα παίζοντας στὸ δρόμο. Ἀπαραίτητα,
ἡ μάνα ἔδινε στὸ παιδί της κάθε φορὰ τὴν ὁδηγία: «Νὰ δαγκάνεις πολὺ ψωμὶ ἀλλὰ
τσιμοῦδα τυρί». Προφανῶς, γιὰ νὰ ἐπαρκέσει τὸ λιγοστὸ τυρὶ νὰ ξεγελάσει ὅλο τὸ
ψωμὶ, γιὰ νὰ κατεβεῖ σιακάτ’!
Ἐκτὸς, ὅμως, ἀπὸ τὸ τυρὶ ὑπῆρχαν καὶ διάφορα ἄλλα συνοδὰ τοῦ ψωμιοῦ «γιὰ
νὰ τὸ ξεγελάσουν». Ἔτσι, ἔβλεπες κάποια παιδιὰ νὰ κρατοῦν μία φέτα ψωμὶ
βρεγμένη καὶ πασπαλισμένη μὲ ζάχαρη, κάποια ἄλλα μία φέτα περιχυμένη μὲ λάδι καὶ
ἐπάνω ἁλάτι καὶ ρίγανη ἢ ἀλειμμένη μὲ λίγδα, ταραμά, πολτοποιημένες ἐλιὲς ἢ
μέλι. Σπάνια, ἔβλεπες κάποιο παιδὶ νὰ ἔχει τὴ φέτα του ἀλειμμένη μὲ βούτυρο καὶ
ζάχαρη ἢ βούτυρο μὲ μέλι ἢ βούτυρο μὲ μαρμελάδα. Αὐτὰ ἦταν τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς
γαστρονομικῆς πολυτέλειας τῆς ἐποχῆς.
Ἐξαίρεση στὴν ἀπογευματινὴ αὐτὴ συνήθεια τῶν παιδιῶν δὲ θὰ μποροῦσε,
βέβαια, νὰ ἀποτελέσει ἡ Στιλοῦδα. Ὅπως καθόταν, μαζεμένη καὶ θλιβερὴ στὴν ἀκροῦλα
της, κρατοῦσε κι αὐτὴ κάποιο φαγώσιμο κι ἔτρωγε ἐναλλὰξ μία μπουκιὰ ψωμὶ καὶ
μία ἀπὸ τὸ ἄλλο φαγώσιμο. Καὶ ὅλα συνέχιζαν τὸ ρυθμὸ τους, μέχρι ποὺ ἔγινε ἡ
μεγάλη ἀποκάλυψη, ἐπακολούθησε ὁ μεγάλος χαμὸς καὶ ὁ μεγάλος διασυρμὸς τῆς
Στιλούδας καὶ ἡ αἰτία τῶν μεγάλων τύψεων, ποὺ μὲ κατατρέχουν μέχρι σήμερα.
Ἕνα παιδὶ κάποια στιγμὴ διαπίστωσε, ὅτι ἡ Στιλούδα στὸ ἕνα της χέρι κρατοῦσε
βέβαια μία φέτα ψωμί, ἀλλὰ στὸ ἄλλο της χέρι δὲν κρατοῦσε τυρὶ ἢ κάποιο ἄλλο
φαγώσιμο ἀλλὰ κρατοῦσε, ἄκουσον ἄκουσον, καὶ στὸ ἄλλο της χέρι, ἐπίσης, ἕνα
μικρὸ κομμάτι ψωμὶ καὶ τὸ ἔτρωγε μὲ πολὺ μικρὲς μπουκιὲς, ἐναλλὰξ μὲ τὴ φέτα τοῦ
ψωμιοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία δάγκωνε πολὺ μεγαλύτερες μπουκιές.
Ἔγινε, ὅπως εἶπα, χαμὸς μετὰ τὴ φοβερὴ αὐτὴ ἀποκάλυψη. Τὸ παιδὶ ποὺ τὴν ἔκανε,
τὸ ἔβγαλε ἀμέσως βούκινο: «Ὄϊντε, αὐτῆν’(η) τρώει ψουμὶ μὶ ψουμὶ ἀντὶ νὰ τρώει
ψουμὶ κι τυρί».
Σὲ λίγο ὅλο τὸ τσοῦρμο τῶν παιδιῶν, μὲ ἐμένα ἀνάμεσά τους, εἶχε μαζευτεῖ
γύρω ἀπὸ τὴ Στιλούδα χαχανίζοντας καὶ φωνάζοντας καὶ ξαναφωνάζοντας: «Ὄϊντε, αὐτῆν’(η)
τρώει ψουμὶ κι ψουμί. Γιατί, μαρή, τρῶς ψουμὶ μὶ ψουμί;» (εἶναι πολὺ σκληρὰ τὰ
παιδιά, ἔμαθα, ὅταν μεγάλωσα πιά).
Ἡ Στιλούδα ζάρωσε, μίκρυνε πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι ἦταν καὶ σίγουρα εὐχόταν νὰ ἄνοιγε
ἡ γῆ νὰ τὴν καταπιεῖ. Ἦταν ἕνα θέαμα ἀξιοθρήνητο, ἐφιαλτικὸ, μὲ θύτες τὸ σύνολο
τῶν παιδιῶν καὶ θύμα τὴ φτωχὴ Στιλούδα. Τέλος, ὅταν ὕστερα ἀπὸ ὧρα τὰ
γιουχαΐσματα καὶ τὰ ξεφωνητὰ ἄρχισαν νὰ καταλαγιάζουν, κατόρθωσε ἡ Στιλούδα
ξέπνοα νὰ ψιθυρίσει: «Ἰμεῖς δὲν ἔχουμι πατέρα στοῦ σπιτ’ νὰ μᾶς ἀγουρᾶζ’(ει)
τυρὶ κι ἡ μάναμ’ μὶ δίν’(ει) νὰ τρώου μία φέτα ψουμὶ κι ἕνα κουμματοῦδ’ ψουμὶ νὰ
τοῦ τρώου γιὰ τυρί».
Νέα χάχανα καὶ νέα «ὄϊντε» καὶ νέος διασυρμὸς ἐπακολούθησε, μετὰ τὰ λόγια
τῆς Στιλούδας. Ἡ δύστυχη μικρούλα, πιὸ μαζεμένη ἀπὸ ποτὲ, σηκώθηκε κι ἔφυγε καὶ
δὲ θυμᾶμαι νὰ ξαναφάνηκε στὸ ἀπογευματινὸ παιχνίδι τῶν παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς
μου μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτό.
Ἀργότερα ἔμαθα, ὅτι κάποιες μάνες, ὅταν δὲν εἶχαν νὰ δώσουν κάτι συνοδὸ τῆς
φέτας τοῦ ψωμιοῦ, ἔδιναν στὸ παιδί τους μαζὶ μὲ τὴ φέτα καὶ ἕνα μικρὸ κομματάκι
ψωμὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν αὐτὸ νὰ τὸ τρώει λίγο λίγο μὲ μικρὲς μπουκιὲς γιὰ τυρί, ἐνῶ
τὴ φέτα τοῦ ψωμιοῦ νὰ τὴν τρώει κανονικά, ὅπως τρῶνε τὸ ψωμὶ μὲ μεγάλες μπουκιές!
Ἡ πρώτη μου ὅμως ἐπαφὴ μὲ τὸ γεῦμα τῆς Στιλούδας, «ψωμὶ μὲ ψωμί», ἦταν γιὰ
μένα μία ἐμπειρία πρωτόγνωρη γιὰ τότε καὶ πηγή, ὅπως εἶπα, συνεχῶν καὶ μεγάλων
τύψεων γιὰ τὸ σήμερα. Τύψεων γιὰ τὴ βάρβαρη συμμετοχή μου στὸ διασυρμὸ τῆς μικρῆς
Στιλούδας, ποὺ ἦταν λεπτὴ σὰ μίσχος λουλουδιοῦ καὶ πονεμένη σὰ πουλάκι
λαβωμένο.
Γιάννης Τσίκουλας
Καθηγητὴς
Παιδιατρικῆς
Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024
Τρίτη 11 Ιουνίου 2024
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι, ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.
Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024
Ἡ μεγάλη μονοτονία τῆς φύσης καὶ τῶν
μεγάλων ἔργων
Τοὺς ἐλαφρούς,
κούφιους καὶ νευρικοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐνοχλεῖ ἡ μονοτονία. Ὁλοένα παραπονιοῦνται
γι᾿ αὐτὴ καὶ θέλουνε πάντα κάποια ποικιλία, κάποια ἀλλαγή, κάποιο καινούργιο καὶ
διαφορετικό, ὅπως λένε. Πλήττουν καὶ κουράζονται γρήγορα. Ποθοῦνε τὴν ἀλλαγή, κι
ἂς εἶναι καὶ πρὸς τὰ χειρότερα. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἐνθουσιάζονται γιὰ τοὺς
νεωτερισμούς, σ᾿ ὅλα τὰ πράγματα. Ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ γι᾿ αὐτοὺς ἐβγῆκε ἡ μόδα,
τούτη ἡ τυραννικὴ ἀνοησία, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὄμορφο ἀλλάζει κάθε τόσο, μ᾿ ἕνα
σύνθημα. Στὶς μέρες μας, κατάντησε κι ἡ τέχνη σὰν τὴ μόδα.
Δὲν λέγω πὼς
κάθε τί ποὺ εἶναι μονότονο, εἶναι καλὸ καὶ σπουδαῖο. Ἡ φύση, ὅμως, μὲ τὶς
τέσσερες ἐποχὲς τοῦ χρόνου, μὲ τὶς ἀλλαγὲς τοῦ καιροῦ, μὲ τὶς θάλασσες, μὲ τὰ
βουνὰ καὶ μὲ τὰ δάση της, ἔχει μία μονοτονία μεγαλόπρεπη καὶ ἱερή.
Γιὰ τοῦτο, οἱ
ἄνθρωποι ποὺ εἶπα, βαριοῦνται τὴ φύση καὶ τὴν ἁπλὴ ζωή της. Δὲν καταλαβαίνουμε
τὴ βαθειὰ γλῶσσα της, ποὺ μιλᾷ στὴν ψυχὴ μὲ χίλιους τρόπους γιὰ ἕνα πλῆθος ἀνείπωτα
μυστήρια.
Ὦ
μεγαλόπρεπη μονοτονία τῶν βουνῶν, μονοτονία τῆς θάλασσας, ποὺ ἀναταράζεται μέρα
- νύχτα καὶ ποὺ βογγᾷ μὲ βαθειὰ ἀχολογήματα.Ὅποιος σὲ νοιώθει, κάθεται ὦρες ἀτελείωτες
ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, ἢ ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιά, δίχως νὰ σὲ χορταίνει. Οἱ ὧρες
περνοῦνε χωρὶς νὰ τὶς καταλαβαίνει, τὸ πνεῦμα του πετᾷ σὰν τὸ θαλασσοπούλι,
μακρυὰ ἀπὸ τὶς μικρολογίες τῆς ζωῆς. Ὡστόσο, τὰ μάτια του καὶ τ᾿ ἀφτιά του
γεμίζουνε ἀπὸ τὸ ἐξαίσιο θέαμά σου κι ἀπὸ τὴν ἄγρια μελῳδία τῆς βαρειᾶς φωνῆς
σου, σὲ καιρὸ ποὺ ὁ ἄνεμος τὸν λούζει μὲ τὴ δροσερὴ ἁρμύρα τοῦ πελάγου.
Ὦ
μεγαλόπρεπη μονοτονία τ᾿ οὐρανοῦ, μὲ τὰ ἀμέτρητα ἄστρα ποὺ κρέμουνται σὰν
πολυκάντηλα ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου, κι ἄλλα τρεμοσβήνουνε σὰν ἀπὸ τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ
στέκουνται στυλωμένα καὶ μὲ κυττάζουν, λὲς καὶ μὲ παραμονεύουνε μέσα ἀπὸ βαθὺ
καὶ σκοτεινὸ χάος! Τ᾿ Ἄστρο τῆς Τραμουντάνας, ποὺ στέκεται ἀσάλευτο στὸν βοριά,
αἰῶνες αἰώνων, δίχως νὰ Βασιλέψει, μάτι ἀνύσταχτο, ὀρθάνοιχτο ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος. Ἡ Μεγάλη Ἀρκούδα ποὺ κείτεται ἀνάσκελη, θηρίο θεόρατο καὶ φοβερό. Ἡ
Μικρὴ Ἀρκούδα ποὺ εἶναι δεμένη στὸ χρυσὸ καρφί της, καὶ γυρίζει γύρω του,
παίρνοντας μία βόλτα κάθε νύχτα. Ἡ Πούλια, ἡ προκομμένη κόρη, ποὺ κάνει νυχτέρι
κάθε βράδυ, μὲ τὰ πολλὰ λυχνάρια της. Ἀλλοῦ συντροφιασμένα σὰν σμάρια ἀπὸ χρυσὰ
μελίσσια, ἀλλοῦ μοναχιασμένα καὶ δίχως συντροφιά. Ὦ μονότονη μεγαλοπρέπεια τοῦ Ἰορδάνη
Ποταμοῦ, ποὺ τρέχει μέσα στὰ ἀπέραντα λιβάδια τ᾿ οὐρανοῦ, κι ἀλλοῦ εἶναι ρηχὰ τ᾿
ἀσημένια νερά του, ἀλλοῦ σιγοαφρίζουνε.
Ὦ
μεγαλόπρεπη μονοτονία τῆς ἀνεμοζάλης, ποὺ ἀναταράζει τὸν κόσμο βδομάδες καὶ μῆνες,
κι ὁ ἀγέρας μουγκρίζει, ρυάζεται, βελάζει, σφυρίζει, ὁλοένα τὸ ἴδιο, μέρα
νύχτα. Ὦ μονοτονία τῆς βροχῆς, τῆς ἀστραπῆς, τῆς βροντῆς. Ὦ μονοτονία τῆς
παγωμένης θάλασσας, τῆς πυρωμένης ἔρημος, τῆς σκοτεινῆς ἄβυσσος τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὦ
βλογημένη μονοτονία τῶν βουνῶν, τῶν λαγκαδιῶν, τῆς ζούγκλας.
Αὐτὴ τὴ
Βλογημένη μονοτονία τῆς φύσης ἔχουνε καὶ τὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα ἔργα ποὺ
κάνουνε οἱ ἄνθρωποι. Κι αὐτὰ τὰ ἔργα ἀντέχουνε στὸ δόντι τοῦ καιροῦ, ποὺ δὲ
μπορεῖ νὰ τὰ ἀλέσει γρήγορα, ὅπως κάνει μὲ τ᾿ ἄλλα, ποὺ δὲν ἔχουνε αὐτὴ τὴ
μυστικὴ μονοτονία.
Τὰ τέτοια ἔργα
εἶναι σὰν τὰ φυσικὰ φαινόμενα. Ἔχουνε τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴ σταθερότητα ποὺ ἔχουνε
τὰ ἔργα τοῦ θεοῦ, καὶ τὴ βλογημένη μονοτονία τους, χωρὶς περιττολογίες καὶ
λογοτεχνικὰ παιχνίδια. Μονότονη εἶναι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἡ Γένεσις, ἡ Ἔξοδος, οἱ
Ἀριθμοί, ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, Κριταί, Βασιλειῶν, Ἰώβ, Ψαλμοί, Προφῆται, Παροιμίαι
Σολομῶντος, Σοφία Σειράχ, ὅλα τὰ βιβλία της ἔχουνε αὐτὴ τὴν ἐξαίσια μονοτονία,
καὶ γι᾿ αὐτὸ βαριοῦνται νὰ τὰ διαβάσουνε οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουνε σοβαρὴ
διάνοια καὶ ψυχὴ βαθειά.
Φώτης Κόντογλου
Κυριακή 9 Ιουνίου 2024
Ἡ Θεοσκέπαστη
[...] Ἄξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνὴ ἱκέτις,
μπερδεύοντας μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἐρημίας καὶ τῆς θαλάσσης, ἔφτασε στ᾿ αὐτιά μας.
Χείλη γυναικεία ἔψελναν ὕμνους χριστιανικούς. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ἐρείπια τοῦ κάστρου τῶν
Φράγκων, ἡ ταπεινὴ μελωδία τῆς Ὀρθοδοξίας, βεβαίωση τῆς συνέχειας, τί συγκίνηση
ποὺ ἦταν!
Σὰν νὰ μᾶς ἔσεισε ἀγέρας βίαιος. Κάμαμε ἀκόμα λίγα βήματα. Καὶ τότε
πρόβαλε μπρὸς στὰ μάτια μας, ὅραμα θαμπωτικό, ἀλησμόνητο γιὰ πάντα, ἄσπρο,
πάλλευκο: ἡ «Θεοσκέπαστη». Πάνω ἀπ᾿ τὰ κρεμαστὰ νερά, στὸν ἄγριο βράχο, πάνω ἀπ᾿
τὸ ἡφαίστειο.
Οἱ ὕμνοι τώρα ἔρχονται πιὸ καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στὴ Θεοσκέπαστη.
Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ἦταν τὸ ξωκκλήσι, καθὼς ὅλα τὰ ξωκκλήσια τῶν Ἑλλήνων.
Μονάχα ἕνα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Καὶ μπρὸς στὸ Ἱερό, κάτω ἀπ᾿ τὸ
φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στὶς πλάκες, μὲ σκυφτὸ κεφάλι, ἀποτραβηγμένες
στὴ δέησή τους, μονάχες μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ Θεό, ξιπόλυτες, οἱ
μαυροφορεμένες γυναῖκες, ποὺ εἴχαμε δεῖ ἀπὸ μακριά, ἔψελναν. Ἡ μιὰ διάβαζε τὰ
τροπάρια ἀπ᾿ τὴ Σύνοψη, οἱ ἄλλες, οἱ ἀγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Εἶχαν ἀνάψει
τὰ καντήλια, ἔξω ἦταν τὸ πέλαγο, τὰ «συστήματα τῶν ὑδάτων» ὅλα ἦταν κατάνυξη κ᾿
ἐρημιά. Οἱ γυναῖκες λέγαν τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος:
«Προστασίαν καὶ σκέπην ζωῆς ἐμῆς τίθημί σε, Θεογεννῆτορ Πάρθενε, σὺ μὲ
κυβέρνησον πρὸς τὸν λιμένα σου». «Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου,
Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν».
Ἄκουσαν τὰ βήματά μας, μὰ ἦταν σὰ νὰ μὴν εἴμαστε, μήτε κἂν γύρισαν πρὸς τὰ
ἐμᾶς. Ἔτσι πάντα: σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στὰ μαῦρα, ἱκέτιδες.
Μᾶς συνεπῆρε κ᾿ ἐμᾶς τὸ μυστήριο, ἡ κατάνυξη, γινήκαμε σὲ λίγο μαζί τους ἕνα,
προσευχηθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς γιὰ ὅ,τι ἀγαποῦμε καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Σὰν τέλειωσε ἡ παράκληση κ᾿ οἱ γυναῖκες σηκωθῆκαν ἀπ᾿ τὶς πλάκες, ὠχρές,
γαλήνη ἦταν στὸ πρόσωπό τους πολλή. Μᾶς τριγυρίσανε, εἶπαν τὰ δικά τους, εἴπαμε
τὰ δικά μας. Ἡ μιὰ εἶχε παιδὶ σκοτωμένο στὸν πόλεμο, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ στὸ
στρατό, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ ποὺ ταξιδεύει στὴ θάλασσα. Κάθε χρονιὰ ἔχουνε τάμα νὰ
πάρουν βόλτα ὅλο τὸ νησί, μὲ τὰ πόδια, ν᾿ ἀνάψουν τὰ καντήλια στὰ ξωκκλήσια. Ἔτσι
ξεκινήσανε καὶ φέτος. Μὲ τὰ χαράματα πέσαν στὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸν Πύργο, ξιπόλυτες,
κ᾿ ἡ σκόνη σκέπαζε τὰ σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ὕστερα ἀπ᾿ τὴ χάρη
της, μετὰ τὴ Θεοσκέπαστη, θ᾿ ἀνηφορίζαν γιὰ τ᾿ ἄλλα τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὰ
δυτικά.
Βγάλανε ἀπ᾿ τὸ μπογαλάκι τους τὸ γιόμα τους, ψωμὶ σταρένιο, τὶς
μικροσκοπικὲς ντομάτες τῆς Σαντορίνης, ψαράκια τῆς τράτας τηγανητά. «Ἤντλησαν»
νερὸ ἀπ᾿ τὴ μικρὴ στέρνα, νερὸ βρόχινο, μᾶς φιλέψαν νερὸ καὶ ψωμί. Δὲ θέλαμε νὰ
τοὺς τὸ στερήσουμε ποὺ τὸ εἶχαν λιγοστὸ - τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Μὰ ἐπιμένανε νὰ
τὸ πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικὰ μὲς στὰ μάτια, σὰν νὰ τὸ γυρεῦαν γιὰ
χάρη.
«Τώρα μᾶς ἕνωσε ἡ Θεοσκέπαστη», εἶπαν.
Ἠλίας Βενέζης
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024
Ἀπόλυτη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ
Ἀπό τότε πού
ἔγινα Κληρικός, πρίν πενήντα χρόνια (τό 1971) καί ἐρχόμουν σέ ἐπικοινωνία μέ
διαφόρους Χριστιανούς, ἕνα ἀπό τά θέματα πού ἀντιμετώπιζα ἦταν ἡ χρησμολογία,
πού σημαίνει τήν διατύπωση κάποιου χρησμοῦ, κάποιου μελλοντικοῦ γεγονότος, πού
δίνεται ἀπό διαφόρους χρησμολόγους.
Τήν
χρησμολογία τήν ἐξασκοῦσαν συστηματικά οἱ Χιλιαστές (Γιεχωβάδες), οἱ ὁποῖοι ὅριζαν
διάφορες ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες θά καταστραφῆ ὁ κόσμος, θά ἑνοποιηθῆ ἡ ἀνθρωπότητα
ἀπό μιά ἑνιαία Κυβέρνηση κλπ. Καί φυσικά συνεχῶς διαψεύδονταν.
Ἡ νοοτροπία
τῆς χρησμολογίας ὀργίαζε στήν Ἀμερική μέσα σέ Προτεσταντικούς κύκλους, γιά τήν ἔλευση
τοῦ Ἀντιχρίστου, γιά τό χάραγμα πού θά ἐπιβάλη στούς ἀνθρώπους, καί πολλά ἄλλα,
παρερμηνεύοντας χωρία τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως. Αὐτό τό λέω, γιατί τό βιβλίο
τῆς Ἀποκαλύψεως δέν κάνει λόγο μόνο γιά τό χάραγμα τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλά καί
γιά τό χάραγμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὅποιος δεχθῆ αὐτό τό χάραγμα, πού εἶναι ἡ Χάρη
τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει στόν Χριστό. Πάντως, ἀπό τούς Προτεστάντες τῆς Ἀμερικῆς
πέρασαν ὅλες αὐτές οἱ ἀπόψεις καί στήν Ἑλλάδα.
Πέρα ἀπό αὐτό,
ὅλα τά χρόνια πού εἶμαι Κληρικός ἄκουσα πολλούς «χρησμολόγους» Κληρικούς καί
μοναχούς νά διαδίδουν πολλά και τρομακτικά, δίνοντας πολλές χρονολογίες
γεγονότων καί καταστροφές, ὅπως ὅτι θά γίνη πόλεμος, θά μποῦν οἱ Τοῦρκοι στήν Ἑλλάδα,
θά πέση πείνα, γι’ αὐτό θά πρέπει οἱ ἄνθρωποι νά καλλιεργοῦν στά σπίτια τους
καί τά χωριά τους διάφορα προϊόντα, ὅτι μᾶς ψεκάζουν μέ τά ἀεροπλάνα καί μᾶς
κοιμίζουν, ὅτι θά σταματήση ἡ ἀγορά νά τροφοδοτῆται ἀπό προϊόντα γι’ αὐτό
πρέπει νά προμηθευτοῦμε πολλά τρόφιμα στά σπίτια μας, ὅτι μέ τά φάρμακα καί τά ἐμβόλια
μᾶς τσιπάρουν ἤ βάζουν μέσα στό σῶμα μας δηλητήρια, ὅτι μᾶς παρακολουθοῦν καί μᾶς
φακελώνουν, καί πολλά ἄλλα.
Οἱ
χρησμολόγοι αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἰδίως ὅταν εἶναι Κληρικοί, σκορποῦν φόβο, πανικό,
ἀγωνία στούς ἀνθρώπους, πού χάνουν τόν ὕπνο τους, καταλήγουν σέ ψυχιάτρους καί
παίρνουν φάρμακα, αἰσθάνονται γύρω τους ἐχθρούς, πού ἀπειλοῦν τήν ὕπαρξή τους.
Σκεπτόμενος ὅλα
αὐτά τά θέματα, προσπαθῶ νά ἐντοπίσω ποῦ εἶναι τό πρόβλημα καί γιατί σέ
περιόδους κρίσεως ξεπετάγονται ὅλοι αὐτοί οἱ χρησμολόγοι, οἱ ὁποῖοι τρομοκρατοῦν
τούς ἀνθρώπους καί γιατί τελικά, ἰδίως οἱ Χριστιανοί εἶναι ἐπιρρεπεῖς σέ
τέτοιες χρησμολογίες;
Φυσικά ὑπάρχουν
πολλά τά αἴτια, ἀλλά τό βασικό νομίζω, εἶναι ἡ ἔλλειψη σοβαρῆς θεολογικῆς
παιδείας καί ζωῆς. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔπαυσαν νά θεολογοῦν σοβαρά καί
περιορίζονται σέ συνθήματα, σέ ψυχοπαθολογικές ἑρμηνεῖες, σέ ἀνασφάλειες, σέ
προτεσταντικές ἐπιρροές. Ἀντί νά θεολογοῦν, παραπλανοῦν τούς ἀνθρώπους. Ὅταν
ρωτήσης αὐτούς τούς χρησμολόγους κάποιο θεολογικό θέμα τό ὁποῖο ἀντιμετώπισαν οἱ
Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἤ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν γνωρίζουν νά ἀπαντήσουν.
Τελικά, οἱ
χρησμολόγοι Κληρικοί ἐπενδύουν τίς δικές τους ἀνασφάλειες, τίς ἄγνοιες μέ
χρησμούς, μέ ἡμερομηνίες πού ὁ Θεός θά τιμωρήση τούς ἀνθρώπους.
Ὅμως, ἡ
σοβαρή θεολογική ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων πού ἀναφύονται στήν κοινωνία δέν εἶναι
ἡ χρησμολογία, πού εἶναι μιά τρομολαγνεία, ἀλλά ἡ ἀπόλυτη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ
Θεοῦ, ὁ ἀγώνας καί ἡ προσοχή γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας, ἡ
πίστη στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν λατρεία, τήν θεία Λειτουργία καί
τίς Συνοδικές ἀποφάσεις.
Οἱ
χρησμολόγοι ὄχι μόνον δέν ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν μετάνοια, ἀλλά τούς
τρομοκρατοῦν καί τούς ὁδηγοῦν στήν ψυχοπάθεια μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου.
Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος
Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
τὰ στάχυα μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιο σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδυ μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδυ μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.
Τρίτη 4 Ιουνίου 2024
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024
Εἶσαι κοσμικός ἄνθρωπος, δέν εἶσαι
κοινωνικός
«Συνάντησα τήν περασμένη ἑβδομάδα κάποιο νέο, φοιτητή, στό δρόμο, καί ὅταν
τοῦ εἶπα νά ἔχει μιά πνευματικότερη ζωή, μοῦ λέγει ὅτι:
«Μά, ἐγώ θέλω νά εἶμαι κοινωνικός ἄνθρωπος»!
«Ὄχι», τοῦ λέγω, «εἶσαι κοσμικός ἄνθρωπος, δέν εἶσαι κοινωνικός. Πῆγες
ποτέ σέ κανένα νοσοκομεῖο, νά δεῖς τούς ἀσθενεῖς; Πῆγες σέ κανένα φτωχό σπίτι,
νά δεῖς τί κάνουν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι; Τότε θά σέ ἔλεγα κοινωνικό ἄνθρωπο!».
Εἶναι αὐτό πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Τό χαίρειν μετά χαιρόντων καί
κλαίειν μετά κλαιόντων», νά χαίρεις μέ αὐτούς πού χαίρονται καί νά κλαῖς μέ αὐτούς
πού κλαῖνε. Αὐτός εἶναι ὁ ὁρισμός τοῦ κοινωνικοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ποῦ γίνεται
χορός νά τρέξεις. Αὐτό δέν λέγεται κοινωνικότητα, αὐτό λέγεται κοσμικότητα. Κοινωνικός
ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συναντιλαμβάνεται τά καρδιοχτύπια, τίς χαρές
καί τά κλάματα τῆς κοινωνίας!».
π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος
















