Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

 


Ἡ ψυχούλα

Ὡσὰν γλυκόπνοο,
δροσάτο ἀεράκι
μέσα σὲ ἀνθότοπο,
κειὸ τὸ παιδάκι
τὴν ὕστερη ἔβγαλε
ἀναπνοή.

Καὶ ἡ ψυχούλα του,
εἰς τὸν ἀέρα
γλήγορα ἀνέβαινε
πρὸς τὸν αἰθέρα,
σὰν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.

Ὅλα τὴν ἔκραξαν,
ὅλα τ᾿ ἀστέρια,
κι ἐκείνη ἐξάπλωνε
δειλὴ τὰ χέρια,
γιατὶ δὲν ἤξευρε
σὲ ποῖο νὰ μπεῖ.

Ἀλλά, νά, τοὔδωσε
ἕνα ἀγγελάκι
τὸ φιλὶ ἀθάνατο
στὸ μαγουλάκι
ποὺ ἔξαφνα
ἔλαμψε σὰν τὴν αὐγή.

Διονύσιος Σολωμὸς

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

 


Προσευχὴ τῶν συζύγων καὶ τῆς οἰκογενείας

Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὁ τῇ σῇ ἀναβάσει ἐπὶ τὸν Γολγοθᾶν ἐξαγοράσας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου καὶ ἀποκαταστήσας τὴν πεπτωκυῖαν εἰκόνα σου, ὁ ἐκτείνας ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τὰς ἀχράντους χεῖράς Σου, ἵνα τὰ ἐσκορπισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ ἐπισυναγάγῃς εἰς ἕν, καὶ καλέσας τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἰς ἑνότητα πάντας, Σύ, ὁ Ὤν, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα, πρὸ τῆς ἐξόδου Σου ἐπὶ τὴν μεγάλην ταύτην καὶ κοσμοσωτήριον ἱερουργίαν ἐδεήθης τοῦ Πατρός Σου, ἵνα πάντες ἓν ὦμεν, καθὼς Σὺ εἶ μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου.

Παράσχου τοίνυν ἡμῖν χάριν και σοφίαν τοῦ ἐκπληροῦν τὴν ἐντολὴν ταύτην καθ᾿ ἑκάστην, καὶ ἐνίσχυσον ἡμᾶς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀγάπης, ἣν Σὺ ἐνετείλω ἡμῖν εἰπών· Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς.

Δώρησαι ἡμῖν διὰ τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος τὴν δύναμιν τοῦ ταπεινοῦν ἑαυτοὺς ὁ εἷς ἐνώπιον τοῦ ἑτέρου, ἐν τῷ κατανοεῖν ὅτι, ἐάν τις πλεῖον ἀγαπᾷ, πλεῖον καὶ ταπεινοῦται.

Δίδαξον ἡμᾶς εὔχεσθαι ὁ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζειν ἐν ὑπομονῇ καὶ ἕνωσον ἡμᾶς τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀκαταλύτου ἀγάπης ἐν τῷ Ὀνόματί Σου τῷ Ἁγίῳ, χαριζόμενος ἡμῖν ὡσαύτως τοῦ ὁρᾶν ἐν ἑκάστῳ ἀδελφῷ καὶ ἑκάστῃ ἀδελφῇ ἡμῶν τὴν εἰκόνα τῆς ἀῤῥήτου δόξης Σου καὶ μὴ ἐπιλανθάνεσθαι ὅτι «ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν ἡ ζωὴ ἡμῶν ἐστι».

Ναί, Κύριε, ὁ τῇ Σῇ εὐδοκίᾳ ἐπισυναγαγὼν ἡμᾶς ἐπὶ τὸ αὐτό, ποίησον ἡμᾶς γενέσθαι ἐν ἀληθείᾳ μίαν οἰκογένειαν, ζῶσαν ἐν μιᾷ καρδίᾳ, μιᾷ θελήσει, μιᾷ ἀγάπῃ, ὡς εἷς ἄνθρωπος, κατὰ τὴν περὶ τοῦ προπάτορος Ἀδὰμ προαιώνιον βουλήν Σου. Ἐπισκίασον τὸν οἶκον ἡμῶν τῷ τοῦ φόβου Σου πνεύματι καὶ σκέπασον αὐτὸν τῇ σκέπῃ τῆς Παναχράντου Σου Μητρός, (τῶν ἁγίων ὧν φέρομεν τὰ ὀνόματα καὶ ὧν εὐλαβούμεθα) καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Σου, εὐλογῶν καὶ ὑπερασπιζόμενος ἕνα ἕκαστον τῶν ἐνθάδε διαμενόντων (μνημονεύομεν τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας), διαφυλάττων ἡμᾶς ἐκ φθοροποιῶν λογισμῶν, ἀναρμόστων λόγων ἢ κινήσεων καρδίας, ἐπιβλαπτόντων τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ὁμόνοιαν, ὅπως οἰκοδομηθῇ ὁ οἶκος οὗτος ἐπὶ τὴν πέτραν τῶν εὐαγγελικῶν Σου ἐντολῶν, εἰς τόπον προσευχῆς, ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας δι᾿ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ διὰ πάντας τοὺς ἐπισκεπτομένους ἡμᾶς, τοὺς κοπιῶντας καὶ πεφορτισμένους ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς ἡμῶν, ἵνα πάντες εὕρωμεν ἀνάπαυσιν ἐν Σοί, τῷ πράῳ καὶ ταπεινῷ Βασιλεῖ ἡμῶν, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ὅσιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

 


Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι μουσική

– Χθὲς μιλήσανε στὸν «Παρνασσό». Καὶ τί ὡραῖα πράγματα εἶπαν! Τὰ εἶχε πάρει τὸ ραδιόφωνο. Προσπαθοῦν τώρα νὰ ἐπαναφέρουν τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἐγὼ λέω, δὲν μπορεῖ, θὰ τὴ φέρουνε τὴ γλῶσσα πάλι. Ἔτσι ποὺ πᾶμε, τὰ παιδιὰ στὴν ἐκκλησία ἀρχίζουν νὰ μὴν καταλαβαίνουν τὸ Εὐαγγέλιο. Πολὺ ἄσχημο πράγμα.

Ἔμενα κλωτσάει ἡ καρδιά μου. Πρέπει νὰ φωνάξομε τώρα καὶ νὰ τονίσομε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ξεχάσομε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Νὰ βλέπατε τί ἔγινε χθὲς τὸ ἀπόγευμα στὸν «Παρνασσό»! Τί ὡραῖα πράγματα! Πολὺ ὡραῖα πράγματα! Πολὺ ἐξαρτᾶται τὸ τί θὰ γίνει ἀπὸ τοὺς καθηγητές. Χωρὶς νὰ δημιουργεῖτε πεῖσμα στοὺς ὑπεναντίους, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη Χριστοῦ θὰ λέτε στοὺς μαθητές σας γιὰ τὰ ἑλληνικά. Δὲν πρέπει τὰ παιδιὰ νὰ τὰ γνωρίζουν; Θὰ σοῦ ποῦν οἱ συνάδελφοι: «Δὲν τὰ γράφει τὸ βιβλίο». «Ἔ, δὲν τὰ γράφει τὸ βιβλίο, ἀλλὰ παρεμπιπτόντως μὲ ρώτησαν τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς μίλησα». Καταλάβατε; Ἢ δὲν εἶναι ἔτσι;

Νὰ πᾶτε σήμερα ν’ ἀγοράσετε ἕνα βιβλίο ποὺ ἔγραψε ἕνας καθηγητής. Εἶναι σχολικὸ μὲ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Νὰ μοῦ διαβάζετε κι ἐμένα. Μεγάλα συγχαρητήρια ἀνήκουν στὸν καθηγητὴ γιὰ τὴν προσπάθεια ποὺ ἔκανε νὰ διατηρήσει τὴ γλῶσσα τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῶν Πατέρων, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ σοφία ποὺ μεταχειρίστηκε. Δηλαδὴ δὲν ἔκανε κανένα συλλαλητήριο, γιὰ νὰ διεγείρει τοὺς ὁμοϊδεάτες του ποὺ ἀγαποῦν τὴ γλῶσσα. Δὲν τοὺς παρακίνησε νὰ βγοῦν στὸ πεζοδρόμιο καὶ νὰ φωνάζουν: «Θέλομε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα!». Δὲν ἔκανε τέτοια πράγματα. Ἀλλὰ ἀναίμακτα, ἁπλά, ἁπαλά, σιωπηλὰ ἀγωνίζεται νὰ κάνει τὰ ἑλληνόπουλα νὰ ἀγαπήσουν τὴ γλῶσσα τῶν προγόνων τους.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι μουσική. Καὶ αὐτοὶ ποὺ παλαιὰ ξέρανε καλὰ τὴ γλῶσσα, ὅπως τὰ ἔψαλλαν, ὅπως τὰ ὁμιλοῦσαν, ὅλα τὰ νοήματά τους τῆς ψυχῆς, ὅπως τὰ αἰσθανόντουσαν, τὰ μετέδιδαν ἀκριβῶς μὲ τοὺς τόνους, τὴ βαρεία, τὴν ὀξεία, τὴν περισπωμένη, τὴ δασεία καὶ ξέρω κι ἐγὼ πῶς τὰ λένε… Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει πολύτιμους θησαυρούς, εἶναι ἡ γλῶσσα ποὺ τὴν πλούτισαν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τόσο ὡραία καὶ τὴν τόρνευσαν ἔκαναν τὸ κτίσιμό της τόσο τέλεια, σὰν νὰ εἶναι —μία λέξη νὰ πῶ— «ἰσοδομική».

Τί θὰ πεῖ «ἰσοδομική»; Νὰ σᾶς πῶ ἐγώ. Δὲν τὸ ἔχω διαβάσει σὲ λεξικό, ἀλλὰ μόνος μου νὰ σᾶς πῶ πῶς τὸ καταλαβαίνω. Ξέρετε, ἔχομε στὸ μοναστήρι κάτι τσιμεντόλιθους, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ἔχουνε βγεῖ ἀπὸ ἕνα καλούπι. Αὐτοὶ οἱ τσιμεντόλιθοι εἶναι ὅλοι ἰσοδομικοί, ταιριάζουνε ὅπου νὰ τοὺς βάλεις. Λοιπόν, παλαιὰ δὲν εἴχανε τσιμέντο νὰ κάνουνε καλούπια, ἀλλὰ παίρνανε τὰ μάρμαρα καὶ τὰ μετρούσανε τὰ ἴδια καὶ τὶς γωνίες τους, τὸ ὕψος, τὸ βάθος, μὲ τὸ χιλιοστό. Τὴν Ἀκρόπολη καὶ πολλὰ μνημεῖα ποὺ εἴχανε κτίσει, ἔτσι τὰ εἴχανε μετρήσει. Δηλαδὴ ταιριάζανε. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς, οἱ Πατέρες τοῦ Ἔθνους — μποροῦμε κι ἐκείνους νὰ τοὺς ποῦμε Πατέρες— ξέρανε τόσο καλὰ τὴ γλῶσσα, ὥστε, ὅταν μιλοῦσαν, δὲν μποροῦσαν νὰ ποῦνε μία λέξη ποὺ δὲν ταιρίαζε μὲ τὸ θέμα ποὺ λέγανε. Ἡ λέξη «ἰσοδομικὴ» εἶναι δική μου λέξη, δὲν ξέρω ἂν ὑπάρχει. Κοιτάξτε τώρα στὸ λεξικό. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐγὼ αὐτὰ τὰ λέγω ἀπὸ μόνος μου, δὲν τὰ ξέρω, δὲν τὰ ’χω διαβάσει. Ρωτάω ἐσᾶς ποὺ ξέρετε γράμματα.

— «Ἰσόδομος»: ὁ ἐκτισμένος κατὰ σειρὰς ἰσομεγεθῶν λίθων ἢ τεχνοτροπία τοῦ κατ` ἴσους δόμους κτισίματος.

— Ἐγὼ αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω, ἀλλὰ φαίνεται φώτισις Θεοῦ. Εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπ’ εὐθείας! Στὸ λόγο, ὅμως, καταλαβαίνεις ὅτι ὁ λόγιος ἔχει ταιριαστὲς λέξεις ποὺ λέγει σὲ κάθε ὑπόθεση. Ὅταν δὲν εἶναι ταιριαστὲς οἱ λέξεις, τὶς λέμε «σόλοικες». Τὸ γράψιμό σου, λέμε, εἶναι σόλοικο.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἰσοδομική. Τὸ ἰσοδομικόν, ὅπως ἐγὼ τὸ καταλαβαίνω, ἔχει σειρά, ὁμαλότητα, γραμμή. Ὅλοι οἱ λίθοι εἶναι βαλμένοι, ὅπως πρέπει. Κανεὶς δὲν ἐξέχει πιὸ ἔξω ἢ πιὸ μέσα ἢ ἔχει κενό. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἰσοδομικὴ γλῶσσα. Πῶ, πῶ, τί ὡραῖα πράγματα!

Θυμάστε τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, στὴν ἀρχαία γλῶσσα; Μοιάζουνε μὲ τοῦ Δημοσθένη καὶ μὲ ὅλων τῶν ρητόρων. Αὐτοὺς τοὺς εἴχανε μελετήσει, τοὺς εἴχανε φάει, τρόπον τινα, οἱ Πατέρες. Ναί, ἀλλὰ ζοῦσαν μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι στὰ ἔργα τους εἶχαν τέλειο περιεχόμενο καὶ τὸ ἐξέφραζαν μὲ τὴν τέλεια γλῶσσα τους. Τοὺς ἀρχαίους τοὺς εἶχαν ξεπεράσει στὴ δομή.

Ἀκοῦστε νὰ δεῖτε, ἐγὼ δὲν ξέρω ὀρθογραφία, δυστυχῶς. Δὲν ἔχω διδαχθεῖ οὔτε γραμματική, οὔτε συντακτικό. Ὅμως στὴν πρώτη Δημοτικοῦ ποὺ πήγαινα εἶχα μάθει τὰ φωνήεντα, τὰ σύμφωνα καὶ τὴ δευτέρα κλίση. Αὐτὰ τὰ ξέρω. Μετὰ ἐπῆρα καὶ μελέτησα μεγάλος, μόνος μου. Τὰ μελέτησα ὄχι μὲ ἐπίγνωση, νὰ καθίσω νὰ τὰ μάθω. Τὰ μελέτησα ἔτσι, μὲ περιέργεια καὶ μὲ ἔφεση, γιὰ νὰ καταλάβω τί ἔχουνε μάθει στὸ Δημοτικό, ποὺ ἐγὼ δὲν πῆγα, ἢ στὸ Γυμνάσιο, ποὺ ἐγὼ δὲν προχώρησα. Καταλάβατε; Διάβασα ἔτσι, ὄχι γιὰ νὰ τὰ μάθω, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρω τί διδάχθηκαν οἱ ἄλλοι. Διάβασα βιβλία θεολογικά, γιὰ νὰ μάθω τί διδάχθηκαν οἱ θεολόγοι. Δὲν προσπάθησα νὰ τὰ μάθω. Ὄχι. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν κουράζομαι, διάβασα πίνακα περιεχομένων καὶ στὴ Δογματικὴ καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ στὴν Ἠθικὴ καὶ στὴ Συμβολικὴ καὶ στὴν Εἰσαγωγὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ στὴν Εἰσαγωγὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἴδατε ποὺ τὰ θυμᾶμαι; Δὲν τὰ ἔχω διδαχθεῖ, ἀλλὰ τὰ ἔχω δεῖ ὅλα τὰ βιβλία καὶ ἔχω διαβάσει πίνακα περιεχομένων.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

 


Βασικὲς διαφορὲς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Παπισμοῦ (β)

5. Ἐπίσης, ἡ μεγάλη διαφοροποίηση, ἡ ὁποία δείχνει τὸν τρόπο τῆς θεολογίας βρίσκεται καὶ στὴν διαφορὰ μεταξὺ σχολαστικῆς καὶ ἡσυχαστικῆς θεολογίας. Στὴν Δύση ἀναπτύχθηκε ὁ σχολαστικισμός, ὡς προσπάθεια διερεύνησης ὅλων τῶν μυστηρίων τῆς πίστεως μὲ τὴν λογικὴ (Ἄνσελμος Καντερβουρίας, Θωμᾶς Ἀκινάτης), ἐνῶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπικρατεῖ ὁ ἡσυχασμός, δηλαδὴ ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ, γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάλογος μεταξὺ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ σχολαστικοῦ καὶ οὐνίτη Βαρλαὰμ εἶναι χαρακτηριστικὸς καὶ δείχνει τὴν διαφορά.

6. Συνέπεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω εἶναι ὅτι στὸν Παπισμὸ ἔχουμε ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία. Ἐνῶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στὴν θέωση ποὺ συνίσταται στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὁπότε οἱ θεούμενοι συνέρχονται σὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ὁριοθετοῦν ἀσφαλῶς τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια σὲ περιπτώσεις συγχύσεως, ἐν τούτοις στὸν Παπισμὸ δίνεται μεγάλη σημασία στὸν θεσμὸ τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος Πάπας ὑπέρκειται ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Σύμφωνα μὲ τὴν λατινικὴ θεολογία «ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει τότε μόνον ὅταν στηρίζεται καὶ ἐναρμονίζεται μὲ τὴν θέληση τοῦ Πάπα. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ἐκμηδενίζεται». Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς «συνέδρια τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ συγκαλοῦνται ὑπὸ τὴν αὐθεντία καὶ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν προεδρία τοῦ Πάπα». Ἀρκεῖ νὰ βγῆ ὁ Πάπας ἀπὸ τὴν αἴθουσα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπότε αὐτὴ παύει νὰ ἔχῃ κύρος. Ὁ Ἐπίσκοπος Μαρὲ ἔγραψε: «θὰ ἦταν πιὸ ἀκριβεῖς οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἂν ἐκφωνώντας τὸ «Πιστεύω» ἔλεγαν: «καὶ εἰς ἕναν Πάπαν» παρὰ νὰ λένε: «καὶ εἰς μίαν... Ἐκκλησίαν»».

Ἐπίσης, «ἡ σημασία καὶ ὁ ρόλος τῶν Ἐπισκόπων μέσα στὴν ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι παρὰ ἁπλὴ ἐκπροσώπηση τῆς παπικῆς ἐξουσίας, στὴν ὁποία καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι ὑποτάσσονται, ὅπως οἱ ἁπλοὶ πιστοί». Στὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία οὐσιαστικὰ ὑποστηρίζεται ὅτι «ἡ ἀποστολικὴ ἐξουσία ἐξέλιπε μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ δὲν μετεδόθη στοὺς διαδόχους τους ἐπισκόπους. Μονάχα ἡ παπικὴ ἐξουσία τοῦ Πέτρου, ὑπὸ τὴν ὁποίαν βρίσκονταν ὅλοι οἱ ἄλλοι, μετεδόθη στοὺς διαδόχους του Πέτρου, δηλαδὴ στοὺς Πάπες». Μέσα σε αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν παπικὴ «Ἐκκλησία» ὅτι ὅλες οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς εἶναι διϊστάμενες καὶ ἔχουν ἐλλείψεις καὶ κατὰ οἰκονομίαν μᾶς δέχονται σὲ κοινωνία, καὶ βέβαια κατ᾿ οἰκονομίαν μᾶς δέχονται ὡς ἀδελφὰς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ αὐτὴ αὐτοθεωρεῖται ὡς μητέρα Ἐκκλησία καὶ ἐμᾶς μᾶς θεωροῦν θυγατέρες Ἐκκλησίες.

7. Τὸ Βατικανὸ εἶναι κράτος καὶ ὁ ἑκάστοτε Πάπας εἶναι ὁ ἡγέτης τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ. Πρόκειται γιὰ μία ἀνθρωποκεντρικὴ ὀργάνωση, γιὰ μία ἐκκοσμίκευση καὶ μάλιστα θεσμοποιημένη ἐκκοσμίκευση. Τὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ ἱδρύθηκε τὸ 755 ἀπὸ τὸν Πιπίνο τὸν Βραχύ, πατέρα τοῦ Καρλομάγνου καὶ στὴν ἐποχή μας ἀναγνωρίσθηκε τὸ 1929 ἀπὸ τὸ Μουσολίνι. Εἶναι σημαντικὴ ἡ αἰτιολογία τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Παπικοῦ Κράτους, ὅπως τὸ ὑποστήριξε ὁ Πίος ΙΑ´: «ὁ ἐπὶ τῆς γῆς ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ δὲν δύναται νὰ εἶναι ὑπήκοος ἐπιγείου κράτους». Ὁ Χριστὸς ἦταν ὑπήκοος ἐπιγείου κράτους, ὁ Πάπας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι! Ἡ παπικὴ ἐξουσία συνιστᾶ θεοκρατία, ἀφοῦ ἡ θεοκρατία ὁρίζεται ὡς ταύτιση κοσμικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας σὲ ἕνα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικὰ κράτη εἶναι τὸ Βατικανὸ καὶ τὸ Ἰράν.

Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ ὅσα ὑποστήριξε στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Γ´ (1198-1216): «Αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴ νύμφη εἶναι ὁ νυμφίος. Ἀλλὰ ἡ νύμφη αὐτὴ (ἡ Ἐκκλησία) δὲ συνεζεύχθη μὲ κενὰ τὰ χέρια, ἀλλὰ πρόσφερε σὲ μένα ἀσύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. τὴν πληρότητα τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν καὶ τὴν εὐρύτητα τῶν κοσμικῶν, τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀφθονία ἀμφοτέρων... Σὰ σύμβολα τῶν κοσμικῶν ἀγαθῶν μοῦ ἔδωσε τὸ Στέμμα, τὴ Μίτρα ὑπὲρ τῆς Ἱερωσύνης, τὸ Στέμμα γιὰ τὴ βασιλεία καὶ μὲ κατέστησε ἀντιπρόσωπο Ἐκείνου, στὸ ἔνδυμα καὶ στὸ μηρὸ τοῦ ὁποίου γράφτηκε: ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων καὶ Κύριος τῶν κυρίων».

Ἑπομένως, ὑπάρχουν μεγάλες θεολογικὲς διαφορές, οἱ ὁποῖες καταδικάσθηκαν ἀπὸ τὴν Σύνοδο ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου καὶ στὴν Σύνοδο ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως φαίνεται καὶ στὸ «Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας». Ἐπὶ πλέον καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καταδίκαζαν ὅλες τὶς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ. Τὸ πράγμα δὲν θεραπεύεται, οὔτε βελτιώνεται ἀπὸ κάποια τυπικὴ συγγνώμη ποὺ θὰ δώσῃ ὁ Πάπας γιὰ ἕνα ἱστορικὸ λάθος, ὅταν οἱ θεολογικὲς ἀπόψεις του εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ ἡ Ἐκκλησιολογία κινεῖται σὲ ἐσφαλμένο δρόμο, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Πάπας παρουσιάζεται ὡς ἡγέτης τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καὶ βικάριος - ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴν γῆ, ὡσὰν ὁ Χριστὸς νὰ ἔδωσε τὴν ἐξουσία του στὸν Πάπα καὶ Ἐκεῖνος ἀναπαύεται εὐδαίμων στοὺς Οὐρανούς.

Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

 


Βασικὲς διαφορὲς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Παπισμοῦ (α)

1. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, παρὰ τὶς μικρὲς καὶ μὴ οὐσιαστικὲς διαφορές, εἶχαν πάντοτε κοινωνία μὲ τοὺς Ἐπισκόπους της Νέας Ρώμης καὶ τοὺς Ἐπισκόπους της Ἀνατολῆς μέχρι τὸ 1009-1014, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ κατέλαβαν τὸν θρόνο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης οἱ Φράγκοι Ἐπίσκοποι. Μέχρι τὸ 1009 οἱ Πάπες τῆς Ρώμης καὶ οἱ Πατριάρχες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦσαν ἑνωμένοι στὸν κοινὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν Φράγκων Ἡγεμόνων καὶ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ τῶν κατὰ καιροὺς αἱρετικῶν.

2. Οἱ Φράγκοι στὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τὸ 794 κατεδίκασαν τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἐπίσης τὸ 809 οἱ Φράγκοι εἰσήγαγαν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ Filioque, τὴν διδασκαλία δηλαδὴ περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Αὐτὴν τὴν εἰσαγωγὴ κατεδίκασε τότε καὶ ὁ ὀρθόδοξος Πάπας τῆς Ρώμης. Στὴν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν καὶ ἐκπρόσωποι τοῦ ὀρθοδόξου Πάπα τῆς Ρώμης, κατεδίκασαν ὅσους εἶχαν καταδικάσει τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὅσους προσέθεσαν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ Filioque. Ὅμως γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ´ τὸ 1009 στὴν ἐνθρονιστήρια ἐπιστολή του προσέθεσε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ Filioque καὶ ὁ Πάπας Βενέδικτος Η´ εἰσήγαγε τὸ πιστεύω μὲ τὸ Filioque στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ὁ Πάπας διεγράφη ἀπὸ τὰ δίπτυχά της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

3. Ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Παπισμοῦ βρίσκεται στὴν διδασκαλία περὶ τῆς ἀκτίστου οὐσίας καὶ ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἄκτιστη οὐσία καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἔρχεται σὲ κοινωνία μὲ τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά Του, ἐν τούτοις οἱ Παπικοὶ πιστεύουν ὅτι στὸν Θεὸ ἡ ἄκτιστη οὐσία ταυτίζεται μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά Του (actus purus) καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο διὰ τῶν κτιστῶν ἐνεργειῶν Του, δηλαδὴ ἰσχυρίζονται ὅτι στὸν Θεὸ ὑπάρχουν καὶ κτιστὲς ἐνέργειες. Ὁπότε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ὁποίας ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὡς κτιστὴ ἐνέργεια. Ἀλλὰ ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ἁγιασθῇ.

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν βασικὴ διδασκαλία προέρχεται ἡ διδασκαλία περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ καθαρτήριο πῦρ, τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα κλπ.

4. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν θεμελιώδη διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Παπισμοῦ στὸ θέμα τῆς οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὑπάρχουν ἄλλες μεγάλες διαφορές, ποὺ ἔγιναν κατὰ καιροὺς ἀντικείμενα θεολογικῶν διαλόγων, ἤτοι:

- τὸ Filioque, ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μειώνεται ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός, νὰ καταργῆται ἡ τέλεια ἰσότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ μειώνεται ὁ Υἱὸς κατὰ τὴν ἰδιότητά Του νὰ γεννᾶ, ἐὰν ὑπάρχει ἑνότητα μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, νὰ ὑποτιμᾶται τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὡς μὴ ἰσοδύναμο καὶ ὁμόδοξο μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ παρουσιάζεται ὡσεὶ «πρόσωπο στεῖρο»,

- ἡ χρησιμοποίηση ἀζύμου ἄρτου στὴν θεία Εὐχαριστία ποὺ παραβαίνει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἐτέλεσε τὸ μυστικὸ δεῖπνο,

- ὁ καθαγιασμὸς τῶν «τιμίων δώρων» ποὺ γίνεται ὄχι μὲ τὴν ἐπίκληση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαγγελία τῶν ἱδρυτικῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ «λάβετε φάγετε... πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες...,

- ἡ θεωρία ὅτι ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἐξιλέωσε τὴν θεία δικαιοσύνη, ποὺ παρουσιάζει τὸν Θεὸ Πατέρα ὡς φεουδάρχη καὶ παραθεωρεῖ τὴν Ἀνάσταση,

- ἡ θεωρία περὶ τῆς «περισσευούσης ἀξιομισθίας» τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ποὺ τὴν διαχειρίζεται ὁ Πάπας,

- ὁ χωρισμὸς καὶ ἡ διάσπαση μεταξὺ τῶν μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, καὶ θείας Εὐχαριστίας,

- ἡ διδασκαλία περὶ τῆς κληρονομήσεως τῆς ἐνοχῆς τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος,

- οἱ λειτουργικὲς καινοτομίες σὲ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ἱερωσύνη, Ἐξομολόγηση, Γάμος, Εὐχέλαιον),

- ἡ μὴ μετάληψη τῶν λαϊκῶν ἀπὸ τὸ «Αἷμα» τοῦ Χριστοῦ,

- τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Πάπας εἶναι «ὁ episcopus episcoporum καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἱερατικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ ἀλάθητος κεφαλὴ καὶ ὁ Καθηγεμὼν τῆς Ἐκκλησίας, κυβερνῶν αὐτὴν μοναρχικῶς ὡς τοποτηρητὴς τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ι. Καρμίρης). Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὁ Πάπας θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του διάδοχο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στὸν ὁποῖον ὑποτάσσονται οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, ἀκόμη καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος,

- ἡ μὴ ὕπαρξη συλλειτουργίας κατὰ τὶς λατρευτικὲς πράξεις,

- τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα,

- τὸ δόγμα τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου καὶ γενικὰ ἡ μαριολατρεία, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Παναγία ἀνυψώνεται στὴν Τριαδικὴ θεότητα καὶ μάλιστα γίνεται λόγος καὶ γιὰ Ἁγία Τετράδα,

- οἱ θεωρίες τῆς analogia entis καὶ analogia fidei ποὺ ἐπικράτησαν στὸν δυτικὸ χῶρο.

- ἡ συνεχὴς πρόοδος τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀνακάλυψη τῶν πτυχῶν τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας,

- ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ,

- ἡ ἄποψη περὶ τῆς ἑνιαίας μεθοδολογίας γιὰ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων, ἡ ὁποία ὁδήγησε στὴν σύγκρουση μεταξὺ θεολογίας καὶ ἐπιστήμης.

Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

 

Λόγοι σοφίας

Νὰ ἔχετε χαράν! Ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη ἂς σᾶς εἶναι φιλοξενούμενες, ὄχι ὅμως ἡ ἀπελπισία. Τῆς ἀπελπισίας νὰ τῆς κλείνετε τὴν πόρτα! Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει οὔτε δειλὸς νὰ εἶναι, οὔτε ἀπελπισία νὰ ἔχει.

Οἱ ἄλλοι ὅ,τι γράμματα ξεύρουν, αὐτὰ καὶ σοῦ λένε. Τὰ δικά τους ζοῦν, τὰ δικά τους ξεύρουν, αὐτά σου λένε. Τὰ δικά σου δὲν τὰ ζοῦν, δὲν τὰ ξεύρουν, δὲν τὰ ἀγαποῦν! Πὼς λοιπὸν ἀφοῦ δὲν γνωρίζουν τὴ γλώσσα σου θέλεις νὰ σοῦ μιλήσουν!

Μὴ θυμώνετε. Θὰ σᾶς εἰρωνευθοῦν, θὰ ὑποφέρετε. Ἐσεῖς μὴ φοβάσθε. Σᾶς προσφέρουν δηλ. πιπέρι, νὰ δίδετε ζάχαρη. Ἐγὼ πιπέρι δὲν ἔχω νὰ σκέπτεσθε, ζάχαρη ἔχω, ζάχαρη δίδω.

Σὲ κάθε προσευχὴ πρέπει νὰ ἔχετε ἕνα κόμπο δάκρυ. Καὶ σάν σας ἔλθη κατάνυξη, μὴ τὸ λέτε πουθενὰ γιατί εἶναι θεῖον δῶρον μήπως καὶ τὸ χάσετε!

Τὸν ἱεροκήρυκα νὰ τὸν ἀκοῦτε, ἀλλὰ μὴ ζυγώνετε πολύ. Ὅλοι ἄνθρωποι εἴμεθα. Πιθανὸν νὰ διαπιστώσετε ἀδυναμίες καὶ νὰ πεῖτε ἄλλα λέει καὶ ἄλλα πράττει.

Νὰ μὴ θυμώνετε. Νὰ γλυκαίνετε μὲ τὴν ζάχαρή σας, δηλ. μὲ τὸν καλόν σας λόγο τὸν ἄλλο.

Μὴ ὑποδεικνύεις, διότι, διδασκαλία δίχως θέλησιν τοῦ ἄλλου, ἔχθρα εἶναι καὶ γίνεται ἁμαρτία καὶ σὲ κεῖνον ποὺ ἀκούει καὶ δὲν κάνει καὶ ἐσὺ στεναχωρεῖσαι καὶ ταράζεσαι.

Ὅσιος Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

 


Μήτηρ Θεοῦ

Εἶναι καὶ λέγεται ἡ ἁγιωτάτη Παρθένος Μήτηρ κατὰ δυὸ τρόπους. Πρῶτον Μήτηρ Θεοῦ, καὶ δεύτερον Μήτηρ πάντων τῶν χριστιανῶν. Καὶ τοῦ Θεοῦ μὲν εἶναι Μήτηρ φυσική, τῶν δὲ Χριστιανῶν εἶναι Μήτηρ θετή. Εἶναι Μήτηρ Θεοῦ φυσική, ἀληθῶς Θεοτόκος, διότι ἀληθῶς ἐγέννησε αὐτὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀδιάφθορον αὐτῆς μήτραν, ὅπου ὁ θεῖος Λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκαν καὶ ἥνωσεν εἰς ἀδιαίρετον ὑπόστασιν τὴν θείαν του μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ὑπὲρ φύσιν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν εἶναι Μήτηρ θετὴ πάντων τῶν Χριστιανῶν, διότι ἂν ἐμεῖς διὰ τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας, εἴμεθα ἀδελφοὶ θετοὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγέννησε ἡ Παρθένος, καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς καθὼς λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, εἶναι ἀνάμεσά μας ὡς πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς, ἕπεται ὅτι ἐμεῖς εἴμεθα υἱοὶ θετοὶ τῆς Θεομήτορος.

Τώρα ὡς Μήτηρ Θεοῦ, διὰ τὸ μητρικὸ ἀξίωμα πρέπει νὰ ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸ τόση χάρη, ὅση πρέπει νὰ ἔχει ἡ Μήτηρ ἀπὸ τὸν Υἱόν, καὶ πάλιν ὡς Μήτηρ τῶν Χριστιανῶν, διὰ τὴν μητρικὴν ἀγάπη πρέπει νὰ δίδει τόση χάρη εἰς τοὺς Χριστιανούς, ὅση πρέπει νὰ δίδει ἡ μητέρα πρὸς τὰ παιδιά. Ἀλλ᾿ ἡ χάρη τὴν ὁποία ἔχει ἡ Παναγία Παρθένος ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ συμμετρῆται μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, τοῦτο δὲ τὸ ἀξίωμα εἶναι ἄπειρον, λοιπὸν καὶ ἡ χάρη τὴν ὁποία λαμβάνει, εἶναι ἄπειρος, ὁμοίως καὶ ἡ χάρη ποὺ δίδει εἰς τοὺς χριστιανούς, πρέπει νὰ συμμετρῆται μὲ τὴν ἀγάπη τῆς Μητρὸς πρὸς τὰ τέκνα, τούτη δὲ ἡ ἀγάπη εἶναι ἄπειρος, λοιπὸν καὶ ἡ χάρη τὴν ὁποία δίδει εἶναι ἄπειρος.

Καὶ συμμετρῶντες πάλι τὴν ἄπειρον χάρη, τὴν ὁποία λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεό, ὡς Μήτηρ Θεοῦ, καὶ τὴν ἄπειρον χάρη τὴν ὁποία δίδει εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ὡς Μήτηρ τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παρθένος εἶναι πέλαγος χαρίτων. Ὡς Μήτηρ Θεοῦ, ἔχει περισσότερη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ Ἀγγέλους τὴν παῤῥησία ἔμπροσθεν εἰς τὸν Θεὸν τὸν Υἱόν της, καὶ ὡς Μήτηρ τῶν Χριστιανῶν περισσότερες ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ Ἀγγέλους, χαρίζει τὰς εὐεργεσίας πρὸς ἡμᾶς τὰ παιδιά της.

Οἱ ἄλλοι ἅγιοι παρακαλοῦν ὡς δοῦλοι Θεοῦ, ἡ Παναγία Παρθένος παρακαλεῖ ὡς μήτηρ Θεοῦ. Ποίον παρακαλεῖ; Ἕναν Υἱὸν Θεόν, τὸν ὁποῖον συνέλαβε, ἐγέννησε, ἔθρεψε, τὸν ὁποῖο ἀγάπησε μὲ ὅση ἀγάπη ὅλοι μαζὶ οἱ μακάριοι ἀγαποῦν τὸν Θεό, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἠγαπήθη μὲ ὅση ἀγάπη ἔχει ὁ Θεὸς πρὸς ὅλους μαζὶ τοὺς μακαρίους. Ὅλοι οἱ ἅγιοι παρακαλοῦν τὸν Θεὸ ὡς αὐθέντη, ἡ Παναγία Παρθένος τὸν παρακαλεῖ ὡς Υἱόν. Διὰ ποιὸν παρακαλεῖ; Διὰ τοὺς χριστιανοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι παιδιά της κατὰ φύσιν ἀπόγονοι τοῦ αὐτοῦ γένους, τοῦ αὐτοῦ αἵματος, ἐξ οὗ καὶ αὐτὴ ἐγεννήθη καὶ κατὰ χάρη ἀδελφοὶ ἐκείνου τοῦ Υἱοῦ τὸν ὁποῖον ἐγέννησε. Οἱ ἄλλοι ἅγιοι παρακαλοῦν δι᾿ ἡμᾶς ὡς ἀδελφούς, ἡ Παναγία Παρθένος παρακαλεῖ δι᾿ ἡμᾶς ὡς διὰ παιδία.

Ὅποιος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν εὐλαβεῖται τὴν μητέρα του, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ λέγεται ἄνθρωπος, ὅποιος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν εὐλαβεῖται τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὀνομάζεται χριστιανός. Τίς δύναται νὰ καυχηθεῖ ὅτι εἶναι πιστὸς δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ, ἂν δὲν εἶναι πιστὸς δοῦλος καὶ τῆς Μητρός Του; ἢ ὅτι εἶναι εὐλαβὴς τοῦ Υἱοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ τῆς Μητρός; Χριστιανοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅσοι λατρεύετε καὶ προσκυνεῖτε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, τιμᾶτε καὶ εὐλαβεῖσθε καὶ τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς Μητρὸς τοῦ Ἰησοῦ καὶ μητρὸς ἡμῶν.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

 


Ἰωάννης Καποδίστριας (γ)
Ὁ πολιτικός–μάρτυρας τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Ὁ Καποδίστριας γνώριζε καλὰ τὰ σχέδια αὐτά. Ὡς ἐνσυνείδητα -ὅμως Ῥωμηὸς-Ὀρθόδοξος, γνώριζε, ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος, ἡ διακοπὴ τοῦ δογματικοῦ καὶ κανονικοῦ δεσμοῦ τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ προκαλέσει κυριολεκτικὰ διάλυση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐλευθέρου καὶ ἀλυτρώτου. Ἐξ ἄλλου, ἦταν καὶ βαθὺς γνώστης τῆς σημασίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη οἰκουμένη, -ὅπως ἀποδεικνύει ἡ σχετικὴ ἀλληλογραφία του. Ἄλλωστε, ἤδη τὸ 1819, εὑρισκόμενος στὴν Κέρκυρα, εἶχε ἐκδώσει ἐπώνυμα Ὑπόμνημα, ὑποστηρίζοντας τὴν ἀναβολὴ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὴ θεμελίωση τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας «οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐθνότητος, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς εὐρείας καὶ ζώσης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τί ἄλλο δείχνει αὐτὸ ἀπὸ τὴν θέληση τοῦ Καποδίστρια νὰ ἀναστηθεῖ «τὸ ρωμαίικο», τὸ ὁποῖο συνεχιζόταν μὲ τὴν Ἐθναρχικὴ ὑπόσταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου; Μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ὄχι τὴν Εὐρώπη συνέδεε ὁ Καποδίστριας τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Δὲν εἶναι περίεργο, λοιπόν, ὅτι ὁ Κυβερνήτης συνῆψε ἀλληλογραφία μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κωνστάντιο τὸν Α´ (1830-1834), μὲ σκοπὸ νὰ ρυθμισθεῖ ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καὶ τῆς ἱστορικοκανονικῆς τάξεως. Στὴ συνάφεια δὲ αὐτὴ εἶναι ἐνδεικτικὴ τῶν προθέσεων καὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Καποδίστρια μία πολύτιμη μαρτυρία τοῦ Κ. Οἰκονόμου, ποὺ δημοσιεύσαμε ἤδη. Ὁ Οἰκονόμος, στενὸς φίλος τοῦ Ῥέοντος καὶ Πραστοῦ καὶ μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ ἔλαβε ἀσφαλῶς τὶς σχετικὲς πληροφορίες, ἀναφέρει, ὅτι ὁ Καποδίστριας ἀνέθεσε στὸν Διονύσιο εἰδικὴ ἀποστολὴ στὴν Πόλη, γιὰ νὰ διευθετηθεῖ τὸ ταχύτερο τὸ ἐκκλησιαστικὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, «ἴνα μὴ -ὅπως ἔλεγε (ὁ Καποδίστριας), πέσει ἡ ὑπόθεσις εἰς Φράγκων χείρας, καὶ τότε ἐχάθημεν»! Μέσα στὴ φράση αὐτὴ κλείνεται ἡ προφητικὴ πρόβλεψη τοῦ Καποδίστρια γιὰ τὸ βαυαρικὸ αὐτοκέφαλο καὶ τὶς ἐπιπτώσεις του στὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους μας, ἀλλὰ καὶ στὴν ὅλη πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ὅμως δὲν ἤθελε ἡ Εὐρωπαϊκὴ πολιτική. Τὴν ὁμαλοποίηση τῶν σχέσεων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν συνέχιση τῆς ἑνότητος τοῦ Ῥωμαίικου, ποὺ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀνάσταση τοῦ Βυζαντίου/Ῥωμανίας, δηλαδὴ τῆς Ὀρθόδοξης Αὐτοκρατορίας. Ἐνῶ ὁ Ῥέοντος καὶ Πραστοῦ Διονύσιος ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴν μετάβασή του στὸ Πατριαρχεῖο, οἱ δολοφονικὲς σφαῖρες ἔκοβαν τὴ ζωὴ τοῦ Κυβερνήτη καὶ ματαίωναν τοὺς σκοπούς του. Οἱ δυνάμεις ἐκεῖνες, ποὺ τροφοδοτοῦσαν καὶ κατηύθυναν τὴν ἐναντίον του ἀντιπολίτευση, ὅπλισαν καὶ τὰ χέρια τῶν ἀφελῶν δολοφόνων του. Ὅπως, συνήθως, συμβαίνει στὴν ἱστορικὴ πορεία ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, οἱ προσωπικὲς δυσαρέσκειες καὶ ἀντιθέσεις, ἐνισχυόμενες ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν ξένων, μεγιστοποιοῦν τὶς ὁποιεσδήποτε ὑπερβάσεις καὶ ἀστοχίες, χάνοντας τὴ συνείδηση τῆς καθολικότητας καὶ τοῦ οὐσιώδους καὶ ἐν προκειμένῳ τοῦ μεγάλου ἔργου τοῦ Κυβερνήτη.

6. Τὸ τραγικὸ στὴν περίπτωση τοῦ Καποδίστρια εἶναι, ὅτι, βέβαιος γιὰ τὸν ἐθνωφελῆ χαρακτήρα τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου του, δὲν πίστευε, ὅτι θὰ βρεθοῦν ἀδελφοί του Ἕλληνες, ποὺ θὰ θελήσουν νὰ τὸ καταστρέψουν: «Οἱ Ἕλληνες γράφει δὲν θὰ φθάσουν ποτὲ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὲ δολοφονήσουν. Θὰ σεβασθοῦν τὴν λευκὴ κεφαλή μου [...]. Ἄλλωστε εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ θυσιάσω τὴν ζωήν μου διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ τὴν θυσιάσω. Ἐὰν οἱ Μαυρομιχαλαῖοι θέλουν νὰ μὲ δολοφονήσουν, ἂς μὲ δολοφονήσουν. Τόσον τὸ χειρότερον δι᾿ αὐτούς. Θὰ ἔλθη κάποτε ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες θὰ ἐννοήσουν τὴν σημασίαν τῆς θυσίας μου».

Λόγια προφητικά, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐνδεικτικά της ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως τοῦ ἐρημίτη πολιτικοῦ στὴ διακονία τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Γένους. Στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1831 ἔφυγε ἀπὸ τὸ ταπεινὸ Κυβερνεῖο τοῦ Ναυπλίου, γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ, ὅπως ἔκανε σ᾿ ὅλη τὴ ζωή του, ὡς πιστὸς Ὀρθόδοξος. Τὸ γεγονός, ὅτι τὰ φονικὰ βόλια τὸν βρῆκαν λίγο μετὰ τὶς 6.30 τὸ πρωί, δὲν πρέπει νὰ μείνει ἀπαρατήρητο. Δὲν ἦταν ὁ πολιτικὸς τῶν δοξολογιῶν καὶ τῶν πανηγύρεων. Ἦταν ἕνας Ῥωμηός, ὅπως ὅλος ὁ ἁπλὸς καὶ εὐσεβὴς Λαός, γιὰ τὸ καλό του ὁποίου ἀνάλωνε τὴ ζωή του. Καὶ γι᾿ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸ λαὸ ἀπὸ τὸν Ὄρθρο συμμετεῖχε στὴ σύναξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἡ δολοφονία του ἀνέκοψε τὴν πορεία τοῦ Ἔθνους γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσή του μέσα στὰ ὅρια τῆς ἑλληνορθόδοξης παραδόσεώς του. Ἐπηρέασε ὅμως δυσμενῶς τὴν πορεία καὶ -ὅλης τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, ἀνατρέποντας τὰ σχέδια γιὰ τὴν ῥωμαίικη ἀποκατάστασή της.

Ὁ πιστὸς φίλος του Καποδίστρια Ἐϋνάρδος μπόρεσε νὰ συνειδητοποιήσει πολὺ ἐνωρὶς τὴ σημασία τῆς δολοφονίας τοῦ ἀληθινοῦ Πατέρα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος: «Ὁ θάνατος τοῦ Κυβερνήτου -ἔγραφε-εἶναι συμφορὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι δυστύχημα δι᾿ ὅλην τὴν Εὐρώπην [...]. Τὸ λέγω μὲ διπλὴν θλίψιν: ὁ κακοῦργος, ὅστις ἐδολοφόνησε τὸν κόμητα Καποδίστρια, ἐδολοφόνησε τὴν πατρίδα του». Τὸ εἴπαμε ὅμως παραπάνω: Τὸ δολοφονικὸ χέρι κατευθυνόταν ἀπὸ τὶς δυνάμεις ἐκεῖνες, ποὺ ἐνήργησαν στὴ δολοφονία, ὡς ἠθικοὶ αὐτουργοί, πραγματοποιώντας ἔτσι τὸν σκοπό τους: τὴν ἀνακοπὴ καὶ ἀνατροπὴ ἑνὸς μεγάλου πατριωτικοῦ ἔργου, ποὺ ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ συμφέροντά τους.

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020



Ἰωάννης Καποδίστριας (β)

Ὁ πολιτικός–μάρτυρας τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ

3. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα τοῦ ὑπαγόρευσε καὶ σύνολη τὴν πολιτική του. Καὶ αὐτὸ φαίνεται κατ᾿ ἐξοχὴν στὴν ἐκπαιδευτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ πολιτική του. Ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θεωροῦσε καὶ αὐτὸς τὴν παιδεία ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ἀπέκρουε τὴν μονομερῆ ἀνάπτυξη τοῦ πνεύματος χωρὶς τὴν χριστιανικὴ διάπλαση τῆς καρδίας. «Τὰ ἄθεα γράμματα» ἦταν καὶ γιὰ τὸν Καποδίστρια, ὅπως καὶ γιὰ τοὺς λαϊκοὺς διδάχους τοῦ ΙΘ´ αἰῶνος, Φλαμιᾶτο καὶ Παπουλᾶκο, ἀναίρεση τῆς ἑλληνορθόδοξου παραδόσεως καί, συνεπῶς, δὲν εἶχαν θέση στὴν ζωὴ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Μία ἀπὸ τὶς βασικότερες ἐναντίον του κατηγορίες, ποὺ διετύπωναν οἱ προτεστάντες Μισσιονάριοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέπεσαν στὴν Ἑλλάδα ἀμέσως μετὰ τὴν Ἐπανάσταση γιὰ τὴν ἐκφράγκευσή της, ἦταν ὅτι τὰ σχολεῖα τοῦ Καποδίστρια εἶχαν μοναστηριακὴ ὀργάνωση καὶ συνεδύαζαν καθημερινὰ παιδεία καὶ λατρεία, προσφέροντας ὡς ἀναγνώσματα στὴν τράπεζα Βίους Ἅγίων!

Τὴν μόνιμη δυσπιστία ἀπέναντί του ὅλων τῶν δυτικῶν, ποὺ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ φιλελληνισμοῦ ἐργάζονταν γιὰ τὴν ἀποορθοδοξοποίηση καὶ ἐκφράγκευση τῶν Ἑλλήνων, δείχνει ἕνα γράμμα τοῦ Korck (ἐπὶ Βαυαρῶν θὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τοῦ ἑλληνικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος) στοὺς δυτικοὺς προϊσταμένους του: «Ὁ Καποδίστριας ἔδωσε μὲν στὸν Anderson τὴν ἄδεια νὰ ἱδρύσει σχολεῖα, κάτι ποὺ ἦταν γιὰ -ὅλους μία εὐνοϊκὴ ἀπόδειξη τῶν φιλελευθέρων φρονημάτων του. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτηση μᾶς φάνηκε νὰ κατέχεται ἀπὸ ἀνησυχία, ὥστε νὰ περιορίσει τὴν ἄδεια ποὺ παραχωροῦσε, μὲ τὸ νὰ ἐπιμένει ἔντονα στὸ νὰ μὴ ἐπιτραπεῖ νὰ διδάσκεται τίποτε σ᾿ αὐτὰ τὰ σχολεῖα χωρὶς νὰ ἔχει λάβει προηγουμένως γνώση ἡ Κυβέρνηση». Ὁ ἴδιος ὁ Korck μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ Καποδίστριας προέβαλλε συχνὰ ἀντιρρήσεις στὴν κυκλοφορία προτεσταντικῶν φυλλαδίων, ποὺ προσέβαλλαν τὴ θρησκευτικὴ παράδοση τοῦ λαοῦ. Ἐξ ἄλλου, ὁ Καποδίστριας ἔγραφε στὸν ἀμερικανὸ μισσιονάριο Rufus Anderson, ὅτι «οἱ Ἕλληνες θὰ δέχονταν εὐχαρίστως σχολεῖα καὶ ἄλλα, βιβλία, εἰκόνες, καὶ τέλος κάθε τί, ποὺ δὲν θὰ τοὺς ἀποσποῦσε ἢ δὲν θὰ ὑπονόμευε τὴν πίστη τους στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἔθνους τους». Ἐπεδίωξε, μάλιστα, νὰ λάβει δάνειο ἀπὸ τὴν μεγάλη ἀμερικανικὴ ἱεραποστολικὴ Ἑταιρεία A.B.C.F.M., ποῦ εἶχε καταρτίσει ἐκπαιδευτικὸ πρόγραμμα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, «γιὰ νὰ ὀργανώσει δικό του σύστημα ἐθνικῆς παιδείας». Ἡ Ἑταιρεία, βέβαια, παρὰ τὸν διατυμπανιζόμενο φιλελληνισμό της, ἀπέρριψε τὴν πρότασή του, διότι σκοπὸς τῆς ἦταν νὰ εἰσαγάγει τὸν Προτεσταντισμὸ στὴν Ἑλλάδα μέσω τῆς παιδείας, ὅπως καὶ ἔγινε ἄλλωστε. Ὁ Καποδίστριας, λόγω τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως καὶ τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, οὔτε νὰ ἀποκρούσει τοὺς δυτικοὺς μποροῦσε, οὔτε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν προσφορά τους, λόγω τῆς ἐλλείψεως, ἄλλωστε, μέσων. Προσπαθοῦσε ὅμως νὰ τοὺς κρατεῖ ὑπὸ τὸν ἔλεγχό του. Στὸ Ἀρχεῖο τοῦ συνεργάτου του, Ἀνδρέα Μουστοξύδη (στὴν Κέρκυρα), ἐπισημάναμε πολλὲς ἀποδείξεις γι᾿ αὐτὴ τὴν πολιτικὴ καὶ τῶν δύο αὐτῶν Κερκυραίων.

4. Ἡ ἐκπαιδευτικὴ πολιτικὴ τοῦ Καποδίστρια ἔβαινε παράλληλα πρὸς τὴν εὐρύτερη ἐκκλησιαστικὴ πολιτική του. Παιδεία καὶ Ἐκκλησία ἦταν τὰ βασικὰ ἐνδιαφέροντά του, γιὰ τὴν πνευματικὴ συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ὅπως καὶ ἡ δικαιοσύνη, γιὰ τὴν ἐκσυγχρονισμένη ὀργάνωσή του. Φρόντισε γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῶν ἐρειπωμένων ἐκκλησιῶν, γιὰ τὴν μόρφωση τοῦ Κλήρου, ἱδρύοντας ἐκκλησιαστικὴ σχολὴ στὸν Πόρο, σχεδίαζε δὲ ἀκόμη καὶ τὴν ἵδρυση «Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας», καὶ συνέστησε εἰδικὸ Ὑπουργεῖο, τὴν «Γραμματείαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίου Παιδείας», πού, ὅπως ὁ ἴδιος ἐξηγοῦσε, «συνηνώθησαν δύο ὑπηρεσίαι ἀχώριστοι, καὶ πρὸς ἕνα συντρέχουσαι σκοπόν, τὴν ἠθικὴν τῶν πολιτῶν μόρφωσιν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς τοῦ ἔθνους ἀνορθώσεως». Ὁ Καποδίστριας θεμελιώνει, ἔτσι, τὴν συνύπαρξη «Παιδείας καὶ Ἐκκλησίας» (ὄχι: Θρησκευμάτων), σὲ ἕνα Ὑπουργεῖο, γιὰ τὴν παράλληλη πολιτικὴ διακονία, δύο περιοχῶν, ποὺ παραδοσιακὰ συνδέονται μεταξύ τους ἀδιάρρηκτα στὴ ζωὴ τοῦ Γένους.

Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Καποδίστρια ὡς «τοῦ πρώτου καὶ τελευταίου Κυβερνήτου, ποὺ ἀγάπησε καὶ ἐνδιεφέρθη εἰλικρινῶς διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» δὲν εἶναι ὑπερβολή. Πιστεύοντας στὴν ἀναγεννητικὴ ἀποστολὴ καὶ δύναμη τοῦ Κλήρου, ἐργάσθηκε γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο καὶ τὴν σχολικὴ κατάρτισή του. Εἶναι ὁ μόνος πολιτικός μας, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρθηκε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἀξιοποίηση, καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν «δήμευση» καὶ ἀπαλλοτρίωση, τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἀξιοποίηση ὑπὲρ τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας (μισθοδοσία τοῦ κλήρου καὶ συντήρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου). Ἀποπειράθηκε, ἐπίσης, νὰ καταπολεμήσει τὴν ὑπάρχουσα ἀταξία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, τὶς καταχρήσεις ὀλίγων κληρικῶν καὶ νὰ ἐπιβάλει τὸν περιορισμὸ τοῦ κλήρου στὰ ἐκκλησιαστικὰ ἔργα του, ἀλλὰ καὶ τὴν τήρηση ἐκκλησιαστικῶν λογιστικῶν βιβλίων, χωρὶς ὅμως, στὸ τελευταῖο αὐτό, ἐπιτυχία...

5. Τὸ σημαντικότερο ὅμως μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς του, ποὺ συνιστοῦσε τὴν μεγαλύτερη πρόκληση γιὰ τοὺς δικούς μας Εὐρωπαϊστὲς καὶ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις, ἦταν ἡ προσπάθειά του νὰ ἀποκαταστήσει τὶς σχέσεις τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν πνευματική της Μητέρα, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ ἦταν ἀκόμη καὶ Ἐθναρχικὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ Κέντρο. Μὲ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐθνεγερσίας, ὅπως ἦταν φυσικό, διεκόπη ἡ ἐπικοινωνία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, χωρὶς -ὅμως ἡ διακοπὴ αὐτή, καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος, νὰ λάβει τὸν χαρακτήρα πραξικοπηματικῆς ἀνεξαρτητοποιήσεως. Τὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου οὔτε ἀπορρίφθηκαν ποτέ, οὔτε καὶ λησμονήθηκαν. Ἀντίθετα ἡ Γ´ Ἐθνικὴ Συνέλευση, αὐτὴ ποὺ ἐξέλεξε καὶ τὸν Καποδίστρια ὡς Κυβερνήτη, διεκήρυξε: «Ἐπειδὴ πάντες ἡμεῖς [...] οὐκ ἐγνωρίσαμεν ἄλλην μητέρα, εἰμὴ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, οὔτε ἄλλον Κυριάρχην, εἰμὴ τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, καθ᾿ ἃ καὶ ὁ μεγαλόφρων αὐτῆς Πατριάρχης Γρηγόριος πρὸ ὀλίγων χρόνων ἐθυσιάσθη ὑπὲρ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καὶ ὑπὲρ πατρίδος, διὰ τοῦτο οὐκ ἐφεῖται ἡμῖν ἀποσπασθῆναι ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ ἀποσκιρτῆσαι». Ὁ κύκλος ὅμως τῶν Διαφωτιστῶν, μὲ πρῶτο τὸν Κοραῆ, ποτισμένος ἀπὸ τὸ δυτικὸ πνεῦμα καὶ προσκολλημένος στὴν δυτικὴ ἀρχὴ τῶν ἐθνοτήτων καὶ στὶς δυτικογενεῖς προκαταλήψεις γιὰ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴ Ῥωμηοσύνη, ἔγινε ὁ προπαγανδιστὴς τῆς αὐτονομήσεως τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Στὸ σημεῖο ὅμως αὐτὸ πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι οἱ Ἕλληνες Εὐρωπαΐζοντες εὐθυγραμμίζονταν μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων γιὰ τὸ νεότευκτο Ἑλληνικὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν «καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή». Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὰ ἀκόλουθα: λύση τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος μὲ τὴ δημιουργία μικρῶν ἐθνικῶν βαλκανικῶν κρατῶν, σὲ μόνιμη σύγκρουση ἢ ἀντίθεση μεταξύ τους, γιὰ τὴν ἐμπόδιση κοινοῦ ἀγῶνος ἐκ μέρους των πρὸς ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Ῥωμανίας/Βυζαντίου. Ὁ διαμελισμὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας συνδέθηκε μὲ τὴν δικαιοδοσιακὴ συρρίκνωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μὲ τὴ δημιουργία ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσε ἡ ἐξάπλωση τοῦ ἐθνικοῦ καί, κατ᾿ οὐσίαν ἐθνικιστικοῦ, πνεύματος στοὺς λαοὺς τῆς Βαλκανικῆς. Οἱ Ἕλληνες θὰ ἔχουμε τὸ θλιβερὸ προνόμιο νὰ ἡγηθοῦμε τὸ 1833 σ᾿ αὐτὴν τὴν προσπάθεια ἀποσυνθέσεως τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐθναρχίας.

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

 


Ἐργασία

Τὸν καιρὸ ποὺ εἶχε τὴ διεύθυνση τῆς Ριζαρείου Σχολῆς ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, γιὰ κάποιο διάστημα ὁ ἐπιστάτης τῆς Σχολῆς ἀρρώστησε. Ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸ Νοσοκομεῖο, οἱ γιατροὶ τοῦ εἶπαν νὰ μὴν ἐργαστεῖ, τουλάχιστον γιὰ τρεῖς μῆνες γιατὶ διαφορετικὰ θὰ βάλει σὲ κίνδυνο τὴ ζωή του. Οἱ ἐργαζόμενοι ὅμως τότε δὲν ἦταν μόνιμοι καὶ δὲν εἶχαν ἀσφάλεια, ὁπότε ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόμενο νὰ χάσουν τὴ δουλειά τους. Αὐτὸ φοβήθηκε καὶ ὁ ἐπιστάτης τῆς Ριζαρείου.

Μιὰ μέρα λοιπόν, μετὰ ἀπὸ κάποια μικρὴ ἀνάρρωση πῆγε στὴ Σχολὴ καὶ εἶδε τὰ πάντα νὰ εἶναι πεντακάθαρα. Τὸν ἔκοψε κρύος ἱδρώτας. Θὰ πῆραν ἄλλον, ὑπέθεσε. Πῆγε καὶ τὴν ἄλλη μέρα στὴ Σχολὴ καὶ διαπίστωσε πάλι τὸ ἴδιο. Βέβαιος πιὰ ὅτι τὸν ἀπέλυσαν, πῆγε νὰ βρεῖ τὸν διευθυντὴ τῆς Σχολῆς. Ὁ Ἅγιος τὸν δέχθηκε μὲ πολλὴ καλωσύνη καὶ τοῦ εἶπε:

–Μὴν ἀνησυχεῖς, παιδί μου, δὲν πρόκειται νὰ σὲ ἀπολύσουν. Νὰ κάνεις ὅ,τι σοῦ εἶπαν οἱ γιατροί.

–Μὰ ποιός θὰ καθαρίζει Σεβασμιώτατε τόσον καιρό; τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος.

–Μὴν σὲ ἀπασχολεῖ, παιδί μου, αὐτό. Ὅλα θὰ εἶναι καθαρά, σὰν νὰ ἤσουν ἐδῶ ἐσύ.

Ἔφυγε ὁ ἐπιστάτης γεμάτος χαρά, ἀλλὰ εἶχε καὶ περιέργεια γιὰ τὸ ποιὸς θὰ καθάριζε τοὺς χώρους τῆς Σχολῆς τόσους μῆνες ποὺ θὰ ἔλειπε.

Ὅταν πῆγε σπίτι του, τοῦ ἦλθε ἡ σκέψη νὰ πάει πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα γιὰ νὰ δεῖ τὶ συμβαίνει. Πῆγε, ἀλλὰ βρῆκε πάλι τὴ Σχολὴ πεντακάθαρη.

–Αὔριο θὰ πάω πιὸ πρωί, γιὰ νὰ δῶ ἐπιτέλους τί γίνεται, σκέφθηκε.

Πράγματι, μόλις χάραξε, ἔφθασε στὴ Σχολή. Καὶ τί νὰ δεῖ! Ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς εἶχε μαζεμένα τὰ ράσα του καὶ μὲ μιὰ σκούπα καὶ ἕναν κουβὰ στὸ χέρι καθάριζε τοὺς χώρους καὶ τὰ ἀποχωρητήρια! Δὲν κρατήθηκε, ἔτρεξε κοντά του καὶ τοῦ εἶπε:

–Σεβασμιώτατε, ἐσεῖς κάνετε αὐτὴ τὴν ταπεινωτικὴ ἐργασία; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴν τὸ ξανακάνετε αὐτό. Ἀπὸ αὔριο θὰ ἔρχομαι ἐγώ. Αἰσθάνομαι τώρα καλύτερα ἀλλὰ καὶ δὲν θέλω νὰ κάνετε ἐσεῖς αὐτὴ τὴ δουλειὰ ποὺ πρέπει νὰ τὴν κάνω ἐγώ.

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος τὸν πῆρε τότε ἀπὸ τὸ χέρι, τὸν ὁδήγησε στὸ γραφεῖο καὶ τοῦ εἶπε:

–Παιδί μου, καμιὰ ἐργασία δὲν εἶναι ταπεινωτική. Ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὴν ἐργασία καὶ εὐλογεῖ καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐργάζονται. Αὐτὸ ποὺ εἶδες δὲν θὰ τὸ πεῖς σὲ κανέναν, ἄν θέλεις νὰ μὴ σὲ ἀπολύσει ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Σχολῆς!

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

 

Μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς

Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, βρέθηκα στὸ Ἅγιον Ὄρος, παρακολουθώντας μία ἀξέχαστη Θεία Λειτουργία σὲ ἕνα ταπεινὸ κελλάκι, μὲ λειτουργὸ εὐλαβῆ Ἱερομόναχο, ἁγιασμένη ψυχὴ ποὺ πλέον αὐλίζεται εἰς τόπους, ἔνθα τῶν δικαίων τὰ πνεύματα ἀναπαύονται…

Νέος παπὰς ὁ γράφων, ἄγευστος ἀκόμα τῆς μεταμορφωτικῆς ἐμπειρίας τοῦ πολιοῦ καὶ σεβασμίου λειτουργοῦ, ποὺ κρυμμένος σχεδὸν μέσα στὸ μισοσκόταδο, στέκονταν εὐθυτενὴς παρὰ τὸ βάρος τοῦ χρόνου ποὺ ἀγόγγυστα στοὺς ὤμους του κουβαλοῦσε καὶ τὸν ἔβλεπα νὰ μνημονεύει ψυχές... μὲ ἕνα χαμόγελο νὰ διαγράφεται στὰ χείλη του, ποὺ ἔτρεμαν προφέροντας σχεδὸν μυστικὰ τὰ ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων…

Τὸ μοναδικὸ κερὶ ποὺ εἶχε κοντά του τοῦ προσέφερε μία ὁριακὴ ματιὰ σὲ αὐτὸ ποὺ μποροῦσε ὁ καθένας μας νὰ δεῖ, ὅσο τὸ φῶς τοῦ κεριοῦ ποὺ τρεμόπαιζε πολεμοῦσε νὰ ἀποδιώξει τὸ μεταμεσονύκτιο σκοτάδι.

Ἐκεῖνος, κυπαρίσσι ποὺ ὁ ἀγέρας τῆς ζωῆς δὲν κατάφερε νὰ ρίξει στὴν γῆ, ἔστεκε κοιτώντας τὸ δισκάριο καὶ μνημόνευε γιὰ ὧρες, διακόπτοντας μόνο ὅπου ἡ ἀκολουθία ἐπέβαλλε τὴν διακοπὴ γιὰ τὶς ἐκφωνήσεις. Τὸν κοίταζα μὲ προσοχή, νὰ διαβάζει ἀτέλειωτα ὀνόματα καὶ κάπου κάπου ἔβλεπα δάκρυα νὰ κυλοῦν ἀπὸ τὰ μάτια του. Πλησίασα ἀθόρυβα κοντά του, ἀπὸ τὴν μία νὰ καταστῶ κοινωνὸς αὐτῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, μνημονεύοντας ὀνόματα δικά μου καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ παρακολουθήσω αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος τὴν στιγμὴ αὐτὴ ζοῦσε. 

Μὲ κοίταξε σὲ κάποια στιγμὴ καὶ μοῦ εἶπε:

-Παπα-Θωμά, καλύτερα νὰ θυμᾶσαι πιὸ πολύ τοὺς κεκοιμημένους παρὰ τοὺς ζωντανούς….

Δὲν πολυκατάλαβα τὸ νόημα τοῦ λόγου του, συνέχισα νὰ μνημονεύω, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τί ζοῦσε ἐκεῖνος! 

Σὲ κάποια στιγμή, ἡ μνημόνευση ὁλοκληρώθηκε, ἔτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πῆγα δειλά δειλὰ κοντά του, μὲ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀρχαρίου ποὺ ἀποζητᾶ νὰ μάθει καὶ τὸν ρώτησα:

-Γιατί γέροντα περισσότερο τοὺς κεκοιμημένους;

Τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν μοῦ ἀπάντησε. Καὶ αὐτὸ ἦταν μία ἐπιβεβαίωση τῆς δικῆς μου ἀπειρίας, νὰ τὸν ρωτήσω πράγματα ποὺ βλέποντάς τα δὲν μπορεῖς νὰ τὰ καταλάβεις. Ὡστόσο, τελειώνοντας ἡ Θεία Λειτουργία, ὁ σεβάσμιος Γέροντας μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε:

«Ὅταν πρωτόρθα στ’ Ἁγιονόρος, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, μικρότερος ἀπὸ σένα στὴν ἡλικία, εἶχα τὴν εὐλογία νὰ ἔρθω κοντὰ στὸν μακαριστὸ Πνευματικὸ παπά- Τύχωνα. Ἔτυχε, κάποια στιγμή, ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες ἑνὸς διπλανοῦ κελλίου νὰ κοιμηθεῖ αἰφνιδίως. Ὁ παπά-Τύχωνας θέλησε νὰ τὸν σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία μνημονεύοντας ὀνόματα, χιλιάδες ὀνόματα, ἰδιαίτερα ὅσων δὲν εἶχαν πλέον κανέναν νὰ τοὺς θυμᾶται, ἀλλὰ πρῶτα τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ πέρασε τὴν πύλη τοῦ Οὐρανοῦ.

Τελειώνοντας τὸ σαρανταλείτουργο, στὴν τελευταία λειτουργία, τὸ εἶδα αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω, λίγο πρὶν βάλει τὸ «δι’ εὐχῶν» στάθηκε κοιτώντας τὴν προσκομιδή. Ἡ περιέργεια μὲ ὁδήγησε νὰ κοιτάξω καὶ ἐγὼ μὲ τρόπο, νὰ δῶ τί κοιτοῦσε. Καὶ εἶδα ξεκάθαρα τὸν κοιμηθέντα νὰ στέκει γονατιστὸς μπροστὰ στὸν παπά- Τύχωνα, νὰ βάζει μετάνοια, σὰν νὰ τοῦ λέει εὐχαριστῶ καὶ ξάφνου νὰ χάνεται ἀπὸ μπροστά του… Τὸ εἶδα, παιδί μου, καὶ αὐτὸ δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴν μνήμη μου. Κάθε φορὰ ποὺ στέκω μπρὸς στὴν προσκομιδή, θυμᾶμαι τὸν Γέροντα καὶ τὴν ψυχὴ ποὺ ἦρθε νὰ τὸν εὐχαριστήσει…»

Πέρασαν χρόνια ἀπὸ τότε. Καὶ στὴν σειρὰ τῶν παλαιῶν ποὺ ὁλοκλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους στὸ Ἅγιο Βῆμα, μπήκαμε οἱ νεότεροι…

Καὶ ὅταν στέκω μπρὸς στὴν προσκομιδή, θυμᾶμαι τὸν εὐλαβὴ λειτουργὸ τοῦ Θεοῦ, θυμᾶμαι τὴν ἀπέριττη Θεία Λειτουργία στὸ Ἁγιορείτικο Κελλὶ καὶ εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ γιατὶ μέσα στὶς πολλὲς δωρεὲς ἔδωσε καὶ τούτη τὴ Χάρη. Νὰ στέκεις μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ νὰ ἑνώνεις δύο κόσμους, τῶν φθαρτῶν καὶ τῶν αἰωνίων…

π. Θωμὰς Ἀνδρέου

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

 


Χριστούγεννα. Καθίσματα. Ἦχος δ´

Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν βασιλέων. Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον, Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τί θαυμάζεις Μαριάμ; τί ἐκθαμβεῖσαι τὸ ἐν σοί; Ὅτι ἄχρονον Υἱόν, χρόνῳ ἐγέννησά φησι, τοῦ τικτομένου τὴν σύλληψιν μὴ διδαχθεῖσα. Ἄνανδρός εἰμι, καὶ πῶς τέξω Υἱόν; ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν; ὅπου Θεὸς δὲ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται. Χριστὸς ἐτέχθη, ἐκ τῆς Παρθένου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί; ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός; πάντως ὡς οἶδεν ὡς ἠθέλησε καὶ ὡς ηὐδόκησεν· ἄσαρκος γὰρ ὤν, ἐσαρκώθη ἑκών· καὶ γέγονεν ὁ Ὤν, ὃ οὐκ ἦν δι᾿ ἡμᾶς· καὶ μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος. Διπλοῦς ἐτέχθη, Χριστὸς τὸν ἄνω, κόσμον θέλων ἀναπληρῶσαι.

***

Ἐλᾶτε νὰ ἰδοῦμε, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ν᾿ ἀκολουθήσουμε λοιπὸν ἐκεῖ ποὺ ὁδεύει ὁ ἀστέρας, μαζὶ μὲ τοὺς Μάγους, τῆς Ἀνατολῆς τοὺς βασιλιάδες. Ἄγγελοι ὑμνοῦν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες στοὺς ἀγροὺς ψάλλουν ἐπάξια ᾠδή. Δόξα ἐν ὑψίστοις, λέγοντας, σ᾿ αὐτὸν ποὺ σήμερα στὸ σπήλαιο ἐτέχθη ἀπ᾿ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο, στὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

«Γιατί ἀπορεῖς, Μαριάμ; Γιατί μένεις ἔκθαμβη μὲ αὐτὸ ποὺ τελεῖται σὲ σένα;» Ἔπειδὴ ἄχρονο Υἱό, ἐν χρόνῳ ἐγέννησα», ἀπαντᾶ, μὴ γνωρίζοντας τὸ μυστήριο τῆς συλλήψεως ἐκείνου ποὺ τίκτεται. «Ἄνδρα δὲν γνωρίζω, καὶ πῶς θὰ γεννήσω υἱό; Γέννηση χωρὶς σπορὰ ποιὸς ἔχει δεῖ ποτέ; Ἀλλὰ ὅπου βούλεται ὁ Θεός, νικιέται τῆς φύσεως ἡ τάξη, ὅπως ἔχει γραφτεῖ. Ὁ Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου, στὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Ἐκεῖνος ποὺ δὲν χωρεῖ πουθενά, πῶς μέσα σὲ μήτρα ἐχώρεσε; Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός, πῶς εἶναι τώρα στὶς ἀγκάλες τῆς Μητρός; Εἶναι μὲ τὸν τρόπο ποὺ Ἐκεῖνος γνωρίζει κι ἐθέλησε κι εὐδόκησε. Διότι ἐνῶ ἦταν ἄσαρκος, ἑκουσίως ἐσαρκώθη, καὶ ἔγινε, ὁ Ὤν, αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, γιὰ χάρη μας. καὶ χωρὶς νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ θεϊκὴ φύση Του, μετέσχε στὴ δική μας τὴν φύση. Μὲ δύο φύσεις, ὁ Χριστὸς ἐτέχθη, θέλοντας στὸν ἐπουράνιο κόσμο νὰ μᾶς ἀποκαταστήσει.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

 


Τί πλέον θέλεις;

Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ Νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφεύς, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος καὶ ξένος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις;

Ἐγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τι τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχεις ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς διὰ σέ· ἔγινα καὶ ἐπαίτης διὰ σέ· ἀνέβηκα ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν διὰ σέ· ἐτάφην διὰ σέ· εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω διὰ σὲ παρακαλῶ τὸν Πατέρα· κάτω εἰς τὴν γῆν ἐστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς μεσολαβητὴς διὰ σέ. Ὅλα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις;

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020


Πικρὴ μοναξιὰ
Ἡ μοναξιὰ δὲν ἐξοβελίζεται μ’ εὐφυεῖς συνταγὲς ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, συγγραφέων καὶ κηρύκων. Θέλει προσωπικὸ ἀγώνα, ἐσωτερικὴ τακτοποίηση, μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἄγνωστη ταυτότητά μας, ἀνδρεία ἐνδοσκαφὴ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ πρωτόκτιστου κάλλους, ταπεινὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, πρὸς μαθητεία καὶ βοήθεια, εἰλικρινῆ καὶ τίμια ἔξοδο πρὸς συνάντηση τῶν ἄλλων, μὲ πνεῦμα θυσίας, μὲ διάθεση κατανοήσεως καὶ παραδοχῆς, ἀλληλοσυμπληρώσεως καὶ ἀλληλοβοήθειας.
Ἔτσι ἡ στείρα καὶ πικρὴ μοναξιὰ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ γόνιμη πηγή, μὲ ὕδατα ἀνυπέρβλητης γοητευτικότητας καὶ δυναμικότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν ὁλότητά του κι ἀνακαλύπτοντας τὶς δυνάμεις του, τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θεόμορφου προσώπου του.
Μόνο ὁ ἐσωτερικὰ ἰσορροπημένος ἄνθρωπος καὶ τακτοποιημένος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους, σχέσεις ποὺ ἄρχισαν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴ δύναμη γι’ αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι οἱ ἄλλοι γίνονται συλλειτουργοὶ στὸ μυστήριο τῆς λειτουργίας τῆς ζωῆς, ὅπου μεταλαμβάνουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ τὴν προσευχή, τὴ φιλία, τὸ γάμο καὶ παρηγοριόμαστε στὸ πολυκύμαντο αὐτὸ ταξείδι τῆς ἐφήμερης ζωῆς μας.
Φοβᾶσαι; Μὴ φοβᾶσαι νὰ σκέφτεσαι τὸ Θεό. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κάτσε σὲ μία γωνιὰ ἥσυχος. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τοὺς φόβους. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ δυσκολεύομαι νὰ εἶμαι ἀναλυτικός. Δὲν νομίζω ἄλλωστε πὼς χρειάζεται. Πρέπει νὰ νοιώσεις πὼς οἱ σχέσεις σου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα θέμα δικό σου. Παρότι εἶναι δύσκολο ἐντούτοις πρέπει νὰ κοιτάξει νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα καλὸ πνευματικὸ ὁδηγό. Δὲ συμφέρει ν’ ἀνοίγει κανεὶς εὔκολα τὴν ψυχή του στὸν καθένα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπύθμενο μυστήριο. Θὰ εἶναι πολὺ τυχερὸς κανεὶς ἂν μπορέσει νὰ βρεῖ στὴ ζωὴ του ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ τὸ σέβεται, θὰ τὸ ἀγαπᾶ καὶ θὰ τὸ ἐμπιστεύεται καὶ μὲ χαρὰ θὰ τὸ ἀκολουθεῖ. Κι ὅσο νωρίτερα γίνει αὐτὸ τόσο καλύτερα.

π. Μωυσῆς Ἁγιορείτης

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Ὅσο μπορεῖς
Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ' ἐκθέτοντάς την,
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μιὰ ξένη φορτική.


Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης 

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020


Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ
Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.
Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.
Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

Κωστὴς Παλαμᾶς