Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025
σήμερα ὅλοι θλίβουνται καὶ τὰ βουνὰ λυποῦνται,
σήμερα ἔβαλαν βουλὴ οἱ ἄνομοι Ὁβραῖοι,
οἱ ἄνομοι καὶ τὰ σκυλιὰ κι᾿ οἱ τρισκαταραμένοι
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό, τὸν Ἀφέντη Βασιλέα.
Ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ μπεῖ σὲ περιβόλι
νὰ λάβει δεῖπνον μυστικὸν γιὰ νὰ τὸν λάβουν ὅλοι.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τὰς προσευχάς της ἔκανε γιὰ τὸ μονογενῆ της.
Φωνὴ τοὺς ἦρθ᾿ ἐξ Οὐρανοῦ ἀπ᾿ Ἀρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οἱ προσευχές, φτάνουν κι᾿ οἱ μετάνοιες,
τὸ γυιό σου τὸν ἐπιάσανε καὶ στὸ φονιᾶ τὸν πᾶνε
καὶ στοῦ Πιλάτου τὴν αὐλὴ ἐκεῖ τὸν τὸν τυραγνᾶνε.
-Χαλκιᾶ-χαλκιᾶ, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Καὶ κεῖνος ὁ παράνομος βαρεῖ καὶ φτιάχνει πέντε.
-Σὺ Φαραέ, ποὺ τά ῾φτιασες πρέπει νὰ μᾶς διδάξεις.
-Βάλε τὰ δυὸ στὰ χέρια του καὶ τ᾿ ἄλλα δυὸ στὰ πόδια,
τὸ πέμπτο τὸ φαρμακερὸ βάλε το στὴν καρδιά του,
νὰ στάξει αἷμα καὶ νερὸ νὰ λιγωθεῖ ἡ καρδιά του.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ σὰν τἄκουσε ἔπεσε καὶ λιγώθη,
σταμνὶ νερὸ τῆς ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ λογισμός, γιὰ νὰ τῆς ἔρθει ὁ νοῦς της.
Κι᾿ ὅταν τῆς ἦρθ᾿ ὁ λογισμός, κι᾿ ὅταν τῆς ἦρθ᾿ ὁ νοῦς της,
ζητᾶ μαχαίρι νὰ σφαγεῖ, ζητᾶ φωτιὰ νὰ πέσει,
ζητᾶ γκρεμὸ νὰ γκρεμιστεῖ γιὰ τὸ μονογενῆ της.
-Μὴν σφάζεσαι, Μανούλα μου, δὲν σφάζονται οἱ μανάδες
Μὴν καίγεσαι, Μανούλα μου, δὲν καίγονται οἱ μανάδες.
Λάβε, κυρά μ᾿ ὑπομονή, λάβε, κυρά μ᾿ ἀνέση.
-Καὶ πῶς νὰ λάβω ὑπομονὴ καὶ πῶς νὰ λάβω ἀνέση,
ποὺ ἔχω γυιὸ μονογενῆ καὶ κεῖνον Σταυρωμένον.
Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατί-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μέσ᾿ στοῦ ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.
Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅϊγιάννη,
Ἅγιε μου Γιάννη Πρόδρομε καὶ βαπτιστῆ τοῦ γυιοῦ μου,
μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑγιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ πλησίασε γλυκὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
-Δὲ μοῦ μιλᾶς παιδάκι μου, δὲ μοῦ μιλᾶς παιδί μου;
-Τί νὰ σοῦ πῶ, Μανούλα μου, ποὺ διάφορο δὲν ἔχεις·
μόνο τὸ μέγα-Σάββατο κατὰ τὸ μεσονύχτι,
ποὺ θὰ λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ σημάνουν οἱ καμπάνες,
τότε καὶ σύ, Μανούλα μου, θἄχεις χαρὰ μεγάλη!
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ Οὐράνια,
σημαίνει κι᾿ ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ μὲ τὶς πολλὲς καμπάνες.
Ὅποιος τ᾿ ἀκούει σώζεται κι᾿ ὅποιος τὸ λέει ἁγιάζει,
κι᾿ ὅποιος τὸ καλοφουγκραστεῖ Παράδεισο θὰ λάβει,
Παράδεισο καὶ λίβανο μὲς ἀπ᾿ τὸν Ἅγιο Τάφο.
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025
Νὰ ἀφεθοῦμε στὴν θεία πρόνοια
Ὅποιος παρακολουθεῖ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, μαθαίνει νὰ ἐξαρτᾶ τὸν ἑαυτό
του ἀπὸ τὴν θεία πρόνοια. Νιώθει μετὰ σὰν τὸ μωρὸ στὴν κούνια, πού, ἂν τὸ ἀφήση
γιὰ λίγο ἡ μητέρα του, ἀρχίζει νὰ κλαίη, μέχρι νὰ τρέξη πάλι κοντά του. Ἂν ἀφεθῆ
κανεὶς στὸν Θεό, εἶναι μεγάλη ὑπόθεση.
Ὅταν πρωτοπῆγα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, δὲν εἶχα ποῦ νὰ μείνω. Ὅλο τὸ
μοναστήρι ἦταν γεμάτο μπάζα. Βρῆκα μιὰ γωνιὰ κοντὰ στὴν μάνδρα, ἔβαλα κάτι ἀπὸ πάνω,
γιὰ νὰ τὴν σκεπάσω λίγο, καὶ ἐκεῖ περνοῦσα
τὰ βράδυα καθιστός, γιατὶ δὲν χωροῦσα νὰ ξαπλώσω.
Μιὰ μέρα ἦρθε ἕνας γνωστός μου ἱερομόναχος καὶ μοῦ λέει: «Καλά, πῶς
μένεις ἐδῶ;». «Γιατί, τοῦ λέω, οἱ κοσμικοὶ εἶχαν περισσότερα ἀπὸ μᾶς; Ὅταν εἶπαν
στὸν Κανάρη, τότε ποὺ ζήτησε δάνειο, "δὲν ἔχεις Πατρίδα", ἐκεῖνος εἶπε:
"Θὰ ἀποκτήσουμε Πατρίδα". Ἂν κοσμικὸς ἄνθρωπος εἶχε τέτοια πίστη, ἐμεῖς
νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό; Ἀφοῦ ἡ Παναγία οἰκονόμησε νὰ βρεθῶ ἐδῶ, δὲν
θὰ φροντίση γιὰ τὸ μοναστήρι της, ὅταν ἔρθη ἡ ὥρα;». Καὶ πράγματι, πῶς τὰ οἰκονόμησε
σιγὰ-σιγὰ ὅλα ἡ Παναγία!
Θυμᾶμαι, ὅταν ἔρριχναν οἱ μάστορες τὸ μπετόν, γιὰ νὰ φτιάξουν τὴν πλάκα
στὰ κελλιὰ ποὺ εἶχαν καῆ, δὲν ἔφθασαν τὰ τσιμέντα. Ὑπολειπόταν τὸ ἕνα τρίτο, γιὰ
νὰ τελειώση ἡ πλάκα. Ἔρχονται οἱ μάστορες καὶ μοῦ λένε: «Τὰ τσιμέντα
τελειώνουν. Νὰ ἀραιώσουμε τὸ μπετόν, γιὰ νὰ φθάση γιὰ ὅλη τὴν πλάκα». «Ὄχι, τοὺς
λέω, συνεχίστε κανονικά».
Νὰ φέρουμε ἄλλα δὲν γινόταν, γιατὶ τὰ ζῶα ἦταν στὸν κάμπο. Ἔπρεπε νὰ πᾶνε
οἱ μάστορες δυὸ ὧρες ὣς τὴν Κόνιτσα καὶ δυὸ ὧρες ὣς τὸν κάμπο, στὰ χωράφια, γιὰ
νὰ βροῦν ζῶα. Πότε νὰ πᾶνε, πότε νὰ γυρίσουν. Ὕστερα, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὶς
δουλειές τους· δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν ἄλλη μέρα.
Βλέπω, εἶχαν ρίξει τὰ δύο τρίτα τῆς πλάκας. Μπῆκα στὸ ἐκκλησάκι καὶ λέω: «Τί
θὰ γίνη τώρα, Παναγία μου; Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ μας». Μετὰ βγῆκα ἔξω...
–Καὶ τί ἔγινε, Γέροντα;
–Καὶ ἡ πλάκα τελείωσε καὶ τὰ τσιμέντα περίσσεψαν!
–Οἱ μάστορες τὸ κατάλαβαν;
–Πῶς δὲν τὸ κατάλαβαν. Εἶναι μερικὲς φορὲς πολὺ μεγάλη ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ
καὶ τῆς Παναγίας!
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025
Ἀνέκδοτα Θεοδ. Κολοκοτρώνη
Τὸ ἄν, ἔλεγεν, ἐσπάρθη πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν ἐφύτρωσε.
Ὅσες φορὲς καὶ ἂν ἐγράφθη εἰς ξένην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐκρέμασε
ποτὲ φούντα εἰς τὸ σπαθί του, ἐξηγῶν κατὰ γράμμα τοὺς στίχους τοῦ πολεμιστηρίου
ἄσματος τοῦ Ρήγα: «Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθεῖ, - Ἢ νὰ κρεμάσει
φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».
Ὁ Συνταγματάρχης κ. Πορὶ δε Σαὶν Βενσάν, εἰς τὴν ἔκθεσίν του τῆς ἐπιστημονικῆς
ἐκστρατείας τῆς Πελοποννήσου, λέγει, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δείχνοντάς του μίαν φορὰν
τὸν Γέρο Κολοκοτρώνη τοῦ εἶπε: «Ἰδοὺ ὁ Ὀδυσσεὺς τῆς Νέας Ἑλλάδος!» καὶ τοῦ ἀνέφερε
καὶ στίχους τοῦ Ὁμήρου πρὸς ἀπόδειξιν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ κατὰ τρία πράγματα ὁμοιάζουν
πολὺ οἱ δύο οὗτοι ἄνδρες: κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸν πατριωτισμόν, καὶ τὴν ἀκοίμητον
πάλην μὲ τὰς μυστηριώδεις δυνάμεις τῆς τύχης. Καὶ οἱ δύο ἔζησαν τόσον, ὥστε ἐγήρασαν
καὶ ἐχαίροντο εἰς τὸ δείλι τους τὲς ὧρες τῆς αὐγῆς τους.
Ὁ Θεός, ἔλεγε, ἔδωσε τὴν ὑπογραφή του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν
τὴν παίρνει ὀπίσω.
Εἰς ἀπεσταλμένον ἀπὸ φίλον του στρατιωτικὸν ἐπίσημον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμηνοῦσε
νὰ σκοτώσει τὸν Α. Δ., νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν μέση τὸν Ζαΐμη, εἰτεμὴ τὸ γένος δὲν
βλέπει σωτηρίαν, ἔλεγε ἀκούοντας τὴν παραγγελίαν: «Οὔ! νὰ χαθεῖ, θαρρεῖ πῶς εἶναι
μῦγες· εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ».
Πηγαινάμενος μίαν φορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Ἀνάπλι, ὅταν ἐρωτήθη τί
νεώτερα εἶδε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶπε: «Εἶδα πράγμα ὁποὺ δὲν τὸ εἶδα ἄλλη φορὰ
τόσων χρονῶν ὁποὺ εἶμαι, οἱ γυναῖκες ὣς τὰ τώρα ἤξευρα πὼς ἐφούσκωναν ἀπ᾿ ὀμπρός,
εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδα ὅτι φουσκώνουν ἀπὸ πίσω». Ἀπέβλεπεν ὁ λόγος του τὸ ἀδιάντροπον
τῶν τότε γυναικείων φορεμάτων.
Εἰς τὸν Μυστρά, ἂν δὲν σφάλλω, τοῦ ἐκατάδωκαν δύο γυναίκας ἀτίμου διαγωγῆς,
αἱ ὁποῖαι ἐξέκλιναν τοὺς στρατιώτας του. Ἔκαμε καὶ τοῦ τὲς ἔφεραν, καὶ
βλέποντας ἕνα χωράφι μὲ τσουκνίδες, ἔκαμε καὶ τὲς ἐγύμνωσαν καὶ τὲς ἐκύλησαν εἰς
τὲς τσουκνίδες.
Ὅταν σαράντα χωροφύλακες μὲ τὸν μοίραρχον ἐπῆγαν νύκτα, νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ
τὸ περιβόλι του, εἰς τὸ Ἀνάπλι, ἐπὶ Ἀντιβασιλείας, εἶπε: «Ἔφθανε νὰ μοῦ
στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μὲ ἕνα γράμμα νὰ
πάω εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ μὲ ἕνα φανάρι εἰς τὸ στόμα του, νὰ μᾶς φέγγει καὶ τῶν
δυονῶν μας».
Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τοῦ ἐδόθη εἴδησις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ
χαρίζει τὴν ζωὴν καὶ μόνον τὸν ἀφήνει εἴκοσι χρόνους φυλακήν, εἶπε: «Θὰ γελάσω
τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ ζήσω τόσους».
Εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ὅταν ἀπέθανεν ἡ γυναίκα του, εἰς τὸ μνημόσυνόν
της ἐπῆρε εἰς τὸ κεφάλι του τὸν δίσκον μὲ τὰ κόλυβα ἀπὸ τὸ σπίτι του ἕως εἰς τὴν
ἐκκλησίαν, σημεῖον τῆς ἀγάπης του.
Γέλωτα ἄσβεστον τοῦ ἐπροξενοῦσεν ἡ ἐνθύμησις τῆς ἐπιστολῆς φίλου τινός, ὅστις
τοῦ ἔγραφεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην: «Ἢ νὰ ἐλευθερωθοῦμεν, ἢ νὰ χαθῆτε».
Γεώργιος Τερτσέτης
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025
Ὑπάρχουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ
Σύγχυση μεγάλη ὑπάρχει. Μύλος γίνεται· εἶναι ζαλισμένοι οἱ ἄνθρωποι. Ὁ
κόσμος εἶναι ὅπως οἱ μέλισσες. Ἂν χτυπήσεις τὴν κυψέλη, οἱ μέλισσες βγαίνουν ἔξω
καὶ ἀρχίζουν «βούου...» καὶ γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὴν κυψέλη ἀναστατωμένες. Ὕστερα ἡ
κατεύθυνσή τους θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸν ἄνεμο ποὺ θὰ φυσήξει. Ἂν φυσήξει βοριάς, θὰ
πᾶνε μέσα. Ἂν φυσήξει νοτιάς, θὰ φύγουν. Ἔτσι καὶ τὸν κόσμο τὸν φυσάει... «Ἐθνικὸς
Βοριάς», «Ἐθνικὸς Νοτιάς», καὶ εἶναι ὁ καημένος ζαλισμένος. Ὅμως, ἂν καὶ
γίνεται τέτοιο βράσιμο, νιώθω μέσα μου μιὰ παρηγοριά, μιὰ σιγουριά. Μπορεῖ νὰ
ξεράθηκε ἡ ἐλιά, ἀλλὰ θὰ πετάξει νέα βλαστάρια.
Ὑπάρχει μιὰ μερίδα Χριστιανῶν, στοὺς ὁποίους ἀναπαύεται ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἀκόμη
οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς ἀνέχεται,
καὶ πάλι θὰ οἰκονομήση τὰ πράγματα. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς μᾶς δίνουν ἐλπίδα.
Μὴ φοβάσθε.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025
Δίπορτο
Τί νὰ πεῖ κανένας γιὰ ἐκείνους ποὺ λέγονται χριστιανοί, ποὺ πᾶνε στὴν ἐκκλησία
καὶ παρακαλοῦνε τὸν Θεὸ νὰ τοὺς βοηθήσει στὴ ζωή, καὶ ποὺ λένε πὼς ἔχουνε τὴν ἐλπίδα
τους στὸ Χριστό, στὴν Παναγία καὶ στοὺς Ἁγίους, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι
φιλάργυροι, δὲν δίνουνε τίποτα στ’ ἀδέρφια τους, τοὺς φτωχούς, κι’ ὁλοένα
μαζεύουνε χρήματα καὶ πλούτη.
Στὴ ζωή μου εἶδα πὼς οἱ τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοὶ εἶναι οἱ
περισσότεροι κι ἀπορεῖ κανένας, πῶς μποροῦνε νὰ συμβιβάσουν μιὰ ζωὴ
συμφεροντολογικὴ μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ λέει καὶ ξαναλέει:
«Μὴ φροντίζετε γιὰ τὸ τί θὰ φᾶτε καὶ γιὰ τὸ τί θὰ πιεῖτε καὶ γιὰ τὸ τί θὰ
ντυθεῖτε. Κοιτάξετε τὰ πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, καὶ ὅμως ὁ
Πατέρας τους ὁ οὐράνιος τὰ θρέφει.
Κοιτάξετε μὲ πόση μεγαλοπρέπεια εἶναι ντυμένα τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ κι ὁ ἴδιος
ὁ Σολομώντας δὲν στολίσθηκε σὰν αὐτὰ τὰ τιποτένια λουλούδια.
Λοιπόν, ἂν γιὰ τὸ χορτάρι τοῦ χωραφιοῦ, ποὺ σήμερα λουλουδίζει κι’ αὔριο
τὸ καίουνε στὸν φοῦρνο, φροντίζει ὁ Πατέρας σας ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό, πόσο
περισσότερο θὰ φροντίσει γιὰ σᾶς, ὀλιγόπιστοι;».
Αὐτὰ εἶναι λόγια καθαρά, ἁπλά, σίγουρα, καὶ δείχνουν πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἡ
βάση καὶ τὸ θεμέλιο τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
Γιατί πῶς μπορεῖ νὰ ἔχει πίστη στὸν Χριστὸ ἕνας ἄνθρωπος καὶ μαζὶ νὰ
εἶναι κολλημένος στὰ χρήματα καὶ στὸ συμφέρον, πολλὲς φορὲς μάλιστα περισσότερο
κι ἀπὸ τοὺς ἄθεους; Θα πεῖ πὼς νομίζει πὼς θὰ ξεγελάσει τὸν Θεό. Ἀλλὰ «Θεὸς
οὐ μυκτηρίζεται», δηλαδή, ὁ Θεὸς δὲν περιπαίζεται.
Καὶ ὅμως, ἡ πονηρὴ γνώμη τοῦ ἀνθρώπου ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ συμβιβάσει: Νὰ εἶναι
γαντζωμένος καλὰ στὸ χρῆμα, δηλαδὴ στὸ διάβολο, ποὺ τὸν λέγει ὁ Χριστὸς Μαμωνᾶ,
θεὸ τῆς φιλαργυρίας, καὶ τὸν ἴδιο καιρὸ νὰ παρουσιάζεται γιὰ χριστιανός, νὰ
πηγαίνει στὴν ἐκκλησιά, νὰ κάνει σταυροὺς καὶ μετάνοιες, νὰ κλαίει πολλὲς φορὲς
ἀπὸ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ξεγαντζωθεῖ ἀπὸ τὰ λεφτὰ
κι ἀπὸ τὴ μανία τοῦ παρᾶ.
Λογικὴ δὲν χωρᾶ καθόλου σ’ αὐτούς. Εἶναι ὁλότελα ἀναίσθητοι καὶ πονηροί
κι ὅ,τι κάνουν, τὸ κάνουν γιὰ νὰ τὸ ἔχουν δίπορτο, κι ὅ,τι κερδίζουν.
«Βάστα γερά, σοῦ λέει, τὰ λεφτά, ποὺ εἶναι χειροπιαστά, ἄναβε καὶ κανένα
κερί, κάνε καὶ καμιὰ μετάνοια, γιὰ νά ‘χεις τὸ μέσο καὶ μὲ τὸν Χριστό.
Ἂν βγοῦνε ἀληθινὰ τὰ λόγια του γιὰ παράδεισο καὶ γιὰ κόλαση, ἔχουμε κι’ ἀπὸ
κεῖ τὴ σιγουράντζα. Ὅ,τι καὶ νὰ γίνει, εἶναι κανένας κερδισμένος».
Φώτης Κόντογλου









