Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026


Ὁ ἄγγελος στὸν Μεγάλο Κανόνα
Σ’ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας «Ράχη» στὴν Πορταριὰ ἔχει δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ προσωπικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ χῶρο τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ὥστε ἀρκοῦσε αὐτὸ καὶ μόνο νὰ ἐξηγήσει τὴν ὀνοματοδοσία αὐτή. Ἡ ἀφορμὴ ὅμως στὸ νὰ δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Παπαδιαμάντη σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἤτανε ἡ παρακάτω:
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸ Γιώργη, ποὺ εἶχε παντρευτεῖ στὴν Πορταριὰ καὶ σ’ αὐτὴ ἐγκαταστάθηκε. Διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ χρόνια γραμματέας τῆς Κοινότητας Πορταριᾶς, τότε Δήμου Ὀρμινίου. Τὸ σπίτι ποὺ καθότανε ἦταν στὴν μικρὴ πλατεία, ὅπου ἡ θολωτὴ βρύση καὶ ὁ μεγάλος πλάτανος τῆς «Ράχης», ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Τσοποτοῦ, τώρα ξενοδοχεῖο «Δεσποτικό». Ἔτσι ὁ ἐκφραστὴς τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ ἀδιάφθορου ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ κοσμοκαλόγερος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εἶχε ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορὲς τὴν Πορταριά, γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀδελφὸ καὶ τὰ ἀνήψια του.
Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἀξίζει νὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα ἀνέκδοτο γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ποὺ ὁ παππούς μου ὁ παπα- Ἀντώνης, παπὰς στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Πορταριᾶς, ἀπὸ τὸ 1890 ἕως τὸ 1942, μᾶς εἶχε διηγηθεῖ.
Ποιά χρονιὰ ἀκριβῶς συνέβη, δὲν τὸ ξέρω. Τὸ παραθέτω ὅπως μᾶς τὸ διηγήθηκε ὁ παππούς μου.
Ἤτανε Μεγάλη Σαρακοστή, ἡμέρα Τετάρτη, ποὺ διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία, στὸν Ἑσπερινό, ὁ Μεγάλος Κανόνας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης. Βγῆκε στὴν Ὡραία Πύλη ὁ παππούς μου μὲ τὸ βιβλίο στὸ χέρι, ποὺ περιεῖχε τὸ Μεγάλο Κανόνα, καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας ἄρχισε νὰ διαβάζει τὰ τροπάρια. Ψάλτη δὲν εἶχε καὶ τὰ τροπάρια ἔπρεπε νὰ τὰ διαβάσει μόνος του. Καὶ ἤτανε πάρα πολλά.
Διάβασε τὸ πρῶτο καὶ πῆρε μία βαθειὰ ἀνάσα, ἕτοιμος ν’ ἀρχίσει τὸ δεύτερο, ὅταν κάποιος ποὺ στεκότανε ὄρθιος ἀπὸ τὸ δεξιὸ μέρος, μπροστὰ στὴν κολόνα τῆς ἐκκλησίας, ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ δεύτερο τροπάριο. Ὁ παππούς μου ξαφνιάστηκε λίγο καὶ προχώρησε στὸ τρίτο. Ὁ ἄγνωστος ἀπήγγειλε ἀπὸ στήθους τὸ τέταρτο. Ὁ παππούς μου, μὲ ἀγωνία ποὺ αὐξανόταν, διάβασε τὴν πέμπτη στροφὴ καὶ ὁ ἄγνωστος ἀπήγγειλε ἀπὸ στήθους τὴν ἕκτη, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ Μεγάλου Κανόνα. Ὁ παππούς μου διαβάζοντας ἀπὸ τὸ βιβλίο καὶ ὁ ἄγνωστος ἀπ’ ἔξω, χωρὶς βιβλίο.
Κρύος ἱδρώτας περιέλουσε τὸν παππού μου. Αὐτὸς μετὰ δυσκολίας, κάτω ἀπὸ τὸ ἰσχνὸ φῶς τῆς λαμπάδας, κατόρθωνε νὰ ἀναγνώσει τὰ τροπάρια, ἐνῶ ὁ ἄγνωστος δὲν ἐκόμπιαζε καθόλου καὶ τὰ ἀπήγγελλε μεστὰ περιεχομένου. Ὁ φόβος τοῦ ἔβαλε τὴν ἰδέα ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἄγγελος Κυρίου, σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐλέγξει ἂν ἐπιτελεῖ σωστὰ τὸ ἔργο του. Καὶ πρόσθετε ὁ παππούς μου: «Ἤμουν καὶ νέος παπάς…».
Τελείωσε ὁ Μεγάλος Κανόνας, μπῆκε ὁ παππούς μου μέσα στὸ Ἱερὸ νὰ βγάλει τὸ πετραχήλι καί, ἕως ὅτου βγεῖ ἔξω, ὁ ἄγνωστος εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Πράγμα ποὺ ἐμπέδωσε, στὴν ἀρχή, τὴν ὑποψία τοῦ ἁγνοῦ ἱερέα γιὰ τὴν ἐξ οὐρανῶν προέλευση τοῦ ἀγνώστου. Τὸ μόνο πού, μέσα στὴν ταραχή του, μπόρεσε νὰ κρατήσει ἤτανε τὸ φτωχικὸ ντύσιμο τοῦ ἀπόκοσμου ξένου.
Ρώτησε καὶ ἔμαθε στὴ συνέχεια ὅτι αὐτὸς ὁ ἄγνωστος, ποὺ τόσο συντάραξε τὸν παππού μου μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὸ παρουσιαστικό του, ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιώργη, τοῦ γραμματέα τῆς Κοινότητας. Πῆγε τὴν ἄλλη μέρα στὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει καὶ εἶχε νὰ τὸ λέει γιὰ τὴν ἁπλότητά του, τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴ σοφία του.
Νὰ λοιπὸν ποὺ τὸ χωριὸ συνδέεται μὲ δεσμοὺς αἵματος μὲ τὸν μεγάλο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ πολὺ σωστὰ δόθηκε τὸ ὄνομά του σὲ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας ποὺ ἔμενε ὁ ἀδελφός του Γιώργης.
Γιῶργος Δ. Τσιμπανούλης, Δικηγόρος
Φύλλο ἀρ. 4 τῆς ἔκδοσης ΠΟΡΤΑΡΙΑ, Ἰανουάριος 1999

 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026


Ὁ κόσμος
Εἰλικρινά, δυσκολεύομαι ἀρκετά, παρότι ἴσως σᾶς φανεῖ παράξενο, νὰ πείσω τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ἀξία μιᾶς ἀκόμη ὁμιλίας. Φοβᾶμαι πὼς δὲν θὰ πρωτοτυπήσω καθόλου, ἂν καὶ γνωρίζω πὼς ἡ ἀξία τοῦ λόγου δὲν ἔγκειται στὴν πρωτοτυπία. Ἐλπίζω στὴν ὑπομονή σας. Θὰ ἐπιθυμοῦσα μέσα ἀπὸ μία σύντομη παρουσίαση τῆς καταστάσεως ποὺ σεῖς καθημερινὰ ζεῖτε, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μερικὰ λόγια ποὺ πηγάζουν ἀπὸ παραθεωρημένα κείμενα θείας σοφίας καὶ ἀγάπης. Θὰ χαιρόμουν νὰ τὰ κατάφερνα νὰ σᾶς ἐμπνεύσω καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω σὲ μία διέξοδο, δίχως νὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, σεβόμενος ἀπολύτως τὴ θεοσδοτη ἐλεύθερη βούλησή σας. Θ’ ἀνοίξουμε λοιπὸν μαζὶ ἕνα παράθυρο γιὰ νὰ ξαναδοῦμε τὸν κόσμο...
Ἕνα κόσμο πολύβουο, πολυπρόσωπο κι ἀπρόσωπο, ποὺ τὸ διάλογο ἔχει ὑποκαταστήσει ἡ μυριόστομη ἀντιφώνηση συνθημάτων καὶ ἡ μέθη του τὸν ἔχει κάνει μέσα στὴ μαζοποίηση νὰ ἔχει χάσει τὴν προσωπικότητά του καὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγέλης.
Στὴν πολυκατοικία δὲν εἶναι γνωστοὶ ὅλοι οἱ ἔνοικοι. Στὴν πολυκατοικία χάθηκε ἡ γειτονιά, ποὺ μοιραζόσουν τὸ ψωμὶ κι οἱ πόρτες ἦταν ἀνοιχτές. Οἱ σχέσεις ἐξαντλοῦνται σὲ μία καλημέρα μέσα στὸ ἀσανσὲρ κι ἕνα βιαστικὸ χαμόγελο δίνοντας τὸ λογαριασμὸ τῶν κοινοχρήστων. Στὶς ἐπαρχιακὲς πόλεις γίνεται φιλότιμη προσπάθεια νὰ διατηρηθοῦν ἐθιμοτυπικὲς ἐπισκέψεις καὶ τὸ κουτσομπολιό.
Στὸ δρόμο σκουντουφλᾶ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο, στὸ λεωφορεῖο στριμώχνονται, στὰ κέντρα διασκεδάσεως δὲν βρίσκεις θέση. Στὸ σχολεῖο, στὸ σπίτι, στὸ κατάστημα, παντοῦ, κουβαλᾶ ὁ ἄνθρωπος τὴν πλήξη καὶ τὴν ἀνία του, πολλὲς φορὲς καὶ δίχως νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ πλήρως κι ἡ κατάσταση αὐτὴ νὰ ἔχει γίνει ἁπλὴ συνήθεια δίχως καὶ νὰ ἀπασχολεῖ πιά. Οἱ καθημερινὲς ἀσχολίες δὲν τοὺς ἀφήνουν ποτὲ μόνους τους ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὰ ποῦνε μὲ τὸν ἑαυτό τους.
Ἡ μοναξιὰ δὲν ἐξοβελίζεται μ’ εὐφυεῖς συνταγὲς ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, συγγραφέων καὶ κηρύκων. Θέλει προσωπικὸ ἀγώνα, ἐσωτερικὴ τακτοποίηση, μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἄγνωστη ταυτότητά μας, ἀνδρεία ἐνδοσκαφὴ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ πρωτόκτιστου κάλλους, ταπεινὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, πρὸς μαθητεία καὶ βοήθεια, εἰλικρινῆ καὶ τίμια ἔξοδο πρὸς συνάντηση τῶν ἄλλων, μὲ πνεῦμα θυσίας, μὲ διάθεση κατανοήσεως καὶ παραδοχῆς, ἀλληλοσυμπληρώσεως καὶ ἀλληλοβοήθειας.
Ἔτσι ἡ στείρα καὶ πικρὴ μοναξιὰ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ γόνιμη πηγή, μὲ ὕδατα ἀνυπέρβλητης γοητευτικότητας καὶ δυναμικότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν ὁλότητά του κι ἀνακαλύπτοντας τὶς δυνάμεις του, τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θεόμορφου προσώπου του.
Μόνο ὁ ἐσωτερικὰ ἰσορροπημένος ἄνθρωπος καὶ τακτοποιημένος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους, σχέσεις ποὺ ἄρχισαν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴ δύναμη γι’ αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι οἱ ἄλλοι γίνονται συλλειτουργοὶ στὸ μυστήριο τῆς λειτουργίας τῆς ζωῆς, ὅπου μεταλαμβάνουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ τὴν προσευχή, τὴ φιλία, τὸ γάμο καὶ παρηγοριόμαστε στὸ πολυκύμαντο αὐτὸ ταξείδι τῆς ἐφήμερης ζωῆς μας.

Φοβᾶσαι; Μὴ φοβᾶσαι νὰ σκέφτεσαι τὸ Θεό. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κάτσε σὲ μία γωνιὰ ἥσυχος. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τοὺς φόβους. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ δυσκολεύομαι νὰ εἶμαι ἀναλυτικός. Δὲν νομίζω ἄλλωστε πὼς χρειάζεται. Πρέπει νὰ νοιώσεις πὼς οἱ σχέσεις σου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα θέμα δικό σου. Παρότι εἶναι δύσκολο ἐντούτοις πρέπει νὰ κοιτάξει νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα καλὸ πνευματικὸ ὁδηγό. Δὲ συμφέρει ν’ ἀνοίγει κανεὶς εὔκολα τὴν ψυχή του στὸν καθένα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπύθμενο μυστήριο. Θὰ εἶναι πολὺ τυχερὸς κανεὶς ἂν μπορέσει νὰ βρεῖ στὴ ζωὴ του ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ τὸ σέβεται, θὰ τὸ ἀγαπᾶ καὶ θὰ τὸ ἐμπιστεύεται καὶ μὲ χαρὰ θὰ τὸ ἀκολουθεῖ. Κι ὅσο νωρίτερα γίνει αὐτὸ τόσο καλύτερα.
Μοναχός Μωυσῆς Ἁγιορείτης

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

 


Οἱ πρόθυμοι δοῦλοι

Ἔζησε καὶ ξαναέζησε ἡ ἀνθρωπότητα καιρούς, καιροὺς δουλείας ποὺ ξεσηκώνονταν οἱ λαοὶ γιὰ νὰ τὴν ἀποτινάξουν, καὶ καιροὺς ἐλευθερίας ποὺ ἐπλήγωνε καὶ τελικὰ δηλητηρίαζε ὁ ἀτομικισμὸς —ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἀθάνατη ρήση τοῦ Μακρυγιάννη, ἡ ἐλευθερία —καὶ ἡ Δημοκρατία— στηρίζεται στὸ «ἐμεῖς» καὶ ποτὲ στὸ «ἐγώ».

Καὶ ἦλθαν πάλι καιροί, μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καὶ μετὰ τὸν Ψυχρὸ λεγόμενο Πόλεμο, ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη ἔμοιαζε νὰ νοσταλγεῖ γιὰ Ἐλευθερία καὶ Δημοκρατία. Δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ διακρίνει πὼς πίσω ἀπὸ τὶς εὐγενεῖς καὶ ὁλόφωτες ἐτοῦτες προσδοκίες, μία νέα μορφὴ κοινωνίας πρόβαλε —κοινωνίας θρεμένης, εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν πείνα, τὴν στέρηση καὶ τὴν λαχτάρα μιᾶς ζωῆς περισσότερο ἀνθρώπινης — ἡ καταναλωτική, μὲ μοναδικὸ στόχο: τὴν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς αὐτῆς. Καὶ μὲ ταυτόχρονη σκίαση μιᾶς ἄλλης ζωῆς ποὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν φύση του θνητός, ὀνειρευόταν, εὐχόταν, προσδοκοῦσε θρησκεύοντας. Καὶ μὲ τὴν θρησκεία, γινόταν τελικὰ ἄνθρωπος αὐθεντικὸς —ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἄνω θωροῦσε.

Στὴν ἐπίμονη ἐτούτη λαχτάρα τοῦ μεταπολεμικοῦ ἀνθρώπου ἦλθε συνεπίκουρος ἡ ὑψηλὴ τεχνολογία ἁπλώνοντας ἕνα δίχτυ μηχανιστικῶν προτάσεων, δελεαστικῶν τρόπων ζωῆς καὶ κοινωνίας, ἀνθρωπίνων σχέσεων καὶ σταθερῶν σκοπῶν συμπεριφορᾶς. Καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ διακρίνει πὼς μέσα ἀπὸ ἐτοῦτες, τὶς καθαρὰ γήινες βλέψεις καὶ τὶς βαθύτατα ἀρνητικὲς τῶν ἀξιώσεων τοῦ πνεύματος θέσεις, τοῦ προτεινόταν μία νέα μορφὴ δουλείας: ἡ δουλεία στὴν ὑψηλὴ λεγόμενη τεχνολογία. Ἀφοσιώθηκε σ’ αὐτὴν μὲ μία περιπάθεια συγκλονιστικὴ γιὰ τὶς ἀθάνατες ἀξιώσεις τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειάς του, τὶς ἀθάνατες ἀξιώσεις βίου πνευματικοῦ, καί, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιήσει, ἔχασε τὴν ἐλευθερία του, ἔχασε τὴν ἀξιοπρέπειά του καὶ τὸν ἱερὸ χαρακτήρα τοῦ Προσώπου του.

Δὲν εἶχε καθόλου ὑποψιαστεῖ πὼς σὲ κάποια καμπὴ τῆς ζωῆς του αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀξιολάτρευτη μορφὴ δουλείας θὰ τὸν ἀπειλοῦσε, θὰ τὸν ταπείνωνε καί, ὑπαρξιακά, θὰ τὸν ἐξευτέλιζε.

Καὶ κατέφθασε, ὡς γέννημα ἀκόρεστης ἐγκοσμιότητας καὶ ὡς καταρράκωση τῆς πνευματικῆς του ὕπαρξης, ἡ κρίση, ἀκριβῶς, τῆς κατανάλωσης, ὅπου ὁ δοῦλος–Ἄνθρωπος εἶχε στηρίξει ὁλόκληρη τὴν εὐδαιμονία του —πεπεισμένος πλέον ἀπὸ τὸν πνευματικὸ μηδενισμὸ γιὰ τὸν τελικὸ του θάνατο.

Καὶ τώρα, μέσα σ’ ἐτούτη τὴν παγκόσμια ἀμηχανία πού βρίσκονται οἱ «ἰσχυροὶ» τῆς γῆς; Μὲ τὸ πρόσωπο στὸν τοῖχο παλεύουν νὰ ἀνακαλύψουν μία διέξοδο, μία διαφυγὴ ἀπὸ τὸν κλοιὸ τῆς τόσο ἐπιθυμητῆς τους δουλείας, διαφυγὴ ποὺ θὰ διασώσει τὴν κατανάλωση καὶ συνακόλουθα τὴν πνευματικὰ μηδενιστικὴ ὑλιστικὴ τους ἐγκοσμιότητα, ποὺ δὲν θὰ ἐπιτρέψει στὸν σημερινὸ πολίτη τοῦ κόσμου νὰ βιώσει τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν σωστικὴ ἀνάγκη ἐπανεύρεσης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ξαναρχίσει ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος διάλογος τοῦ πλάσματος μὲ τὸν Πλάστη του. Ποὺ θὰ ἀφήσει νὰ πνεύσει πάλι ὁ ἄνεμος τῆς ἐλευθερίας του, τῆς ἀξιοπρέπειάς του, τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ποὺ θὰ ξαναποκαλύψει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συγκλονιστικὴ πραγματικότητα πὼς εἴμαστε ὄχι κάτοικοι ἀλλὰ διαβάτες, περαστικοὶ τοῦ κόσμου ἐτούτου: Τὸ σκίρτημα τῶν ψυχῶν.

Κώστας Τσιρόπουλος

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026



Ποιητική
-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
Μανώλης Ἀναγνωστάκης

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026


Μόνο
Ἄχ, ὅλα ἔπρεπε νά ῾ρθουν καθὼς ἦρθαν!
Οἱ ἐλπίδες καὶ τὰ ρόδα νὰ μαδήσουν.
Βαρκοῦλες νὰ μοῦ φύγουνε τὰ χρόνια,
νὰ φύγουνε, νὰ σβήσουν.
Ἔτσι, ὅπως ἐχωρίζαμε τὰ βράδια,
γιὰ πάντα νὰ χαθοῦνε τόσοι φίλοι.
Τὸν τόπο ποὺ μεγάλωνα παιδάκι
ν᾿ ἀφήσω κάποιο δείλι.
Τὰ ὡραῖα κι ἁπλὰ κορίτσια -- ὤ, ἀγαποῦλες! --
ἡ ζωὴ νὰ μοῦ τὰ πάρει, χοροῦ γῦρος.
Ἀκόμη ὁ πόνος, ἄλλοτε ποὺ εὐώδα,
νὰ μὲ βαραίνει στεῖρος.
Ὅλα ἔπρεπε νὰ γίνουν. Μόνο ἡ νύχτα
δὲν ἔπρεπε γλυκιὰ ἔτσι τώρα νά ῾ναι,
νὰ παίζουνε τ᾿ ἀστέρια ἐκεῖ σὰν μάτια
καὶ σὰ νὰ μοῦ γελᾶνε.

Κώστας Καρυωτάκης

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

 


Δίχως ἐσέ

Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
νερὸ τὰ περιστέρια
δίχως ἐσὲ δὲ θἄναβε
τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του

Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
τ᾿ ἄνθη της, στὴν ποδιά σου
φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό,
φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου
φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.

Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

 


Νουθεσίαι εἰς κοσμικοὺς ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν

Ἡμεῖς οἱ καλόγεροι, τὸ ὅπλο ποὺ ἔχομε, εἶναι τὸ κομβοσχοινάκι. Μάθετε νὰ ἐργάζεσθε τὸ κομβοσχοινάκι. Ἐδῶ εἰς τὸ ὄρος ποὺ ᾔλθατε, νὰ πάρετε ὅλοι ἀπὸ ἕνα κομβοσχοινάκι. Τὸ κομβοσχοίνι θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε, σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ τὸ κομβοσχοινάκι.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ἔχετε ἕνα πρόβλημα; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἔχετε ἕνα πειρασμὸν μὲ τὸν ἄλλον, τὸν γείτονά σας, μὲ τὸν φίλον σας, κοκ.; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς δώσει λύσιν τοῦ προβλήματός σας, λύσιν τοῦ ἀδιεξόδου του ὁποίου βρίσκεσθε.

Μία φορὰ μοῦ ἔτυχε ἕνας μεγάλος πειρασμός. Ἄρχισα ἔντονα τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με Παναγία μου βοήθησέ με. Ἔκανα καὶ μία παράκλησι στὴν Γοργοεπήκοον. Δὲν ἄργησε νὰ ἔρθῃ ἡ ἀπάντησις. Τὴν τρίτην ἡμέρα ἔφυγε ὁ πειρασμός, ὅλα τακτοποιήθηκαν.

Τὸ κομβοσχοινάκι λοιπὸν Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἂν συνταυτισθῆτε μὲ τὸ κομβοσχοινάκι, νὰ ξέρετε, ὅτι θὰ εὕρετε ἕνα φωτισμόν, θὰ εὕρετε ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδον.

Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχα νὰ σᾶς εἴπω, καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Παναγία μας νὰ σᾶς σκεπάζῃ.

Ὅσιος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

 


Ὅσο μπορεῖς

Κι ἄν δέν μπορεῖς νά κάμεις τήν ζωή σου ὅπως τήν θέλεις,

τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον

ὅσο μπορεῖς: μήν τήν ἐξευτελίζεις

μές στήν πολλή συνάφεια τοῦ κόσμου,

μές στές πολλές κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μήν τήν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,

γυρίζοντας συχνά κ’ ἐκθέτοντάς την

στῶν σχέσεων καί τῶν συναναστροφῶν

τήν καθημερινήν ἀνοησία,

ὥς πού νά γίνει σά μιά ξένη φορτική.

Κωνσταντῖνος Καβάφης

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026


Τὰ δανεικὰ
Ἐκεῖνο πού θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀπασχολεῖ ὅλους καί πού δέν ἀπασχολεῖ κανέναν (κανέναν ἀπό τούς διανοούμενους), εἶναι πώς ζοῦμε μέ δανεικά στήν κυριολεξία, πώς δέν κερδίζουμε τή ζωή μας. Μᾶς ζοῦν. Ἄν δέν τό καταλάβομε αὐτό, δέν κάνομε τίποτα, Ἀπό ἐκεῖ πρέπει νά ἀρχίσει ὁποιαδήποτε κίνηση γιά ἐνδεχόμενη γενικότερη ἀλλαγή στήν Ἑλλάδα. Ὅσο ζοῦμε μέ δανεικά, ὅσο χρωστᾶμε στούς ἄλλους τή ζωή μας, δέν εἶναι δυνατό νά ἀλλάξομε νοοτροπία. Κανένας ἄνθρωπος πού ζεῖ μέ δανεικά δέν εἶναι τῆς προκοπῆς. Τό ἴδιο κανένας λαός ἤ κράτος. Προπαντός μέ αἰώνια δανεικά σάν ἐμᾶς· (γιατί κάποτε μπορεῖ νά παρουσιαστεῖ μεγάλη ἀνάγκη, ἄν καί μία μοναχά φορά μπορεῖ νά σημάνει κακή ἀρχή).
Πρέπει νά πληρώσομε κάποτε τά χρωστούμενα –τά χρωστουμέικα, ὅπως λέν οἱ Μανιάτες– ἤ νά βάλομε σοβαρά πλώρη γιά τήν πληρωμή τους καί νά ξαναρχίσομε ἀπό τήν ἀρχή, δίχως χρέη. Γιά νά μπορεῖ νά ἔχει ὁ λόγος μας πέραση καί ἡ ὑπογραφή μας τιμή, δηλαδή κάποια ἀξία. Πρέπει νά καταλάβομε πώς οἱ ἄλλοι δέν χρωστοῦν τίποτα νά μᾶς ζοῦν ἐμᾶς, καί πώς κάθε φορά πού προσφέρεται ἡ λύση αὐτή, νά μᾶς ζοῦν ἤ νά μᾶς δανείζουν, κάθε φορά θάβεται τό ἐνδεχόμενο νά βγοῦμε ἀπό τόν φαῦλο κύκλο στό φῶς μίας ἔντιμης καί σχετικά ἀνεξάρτητης ζωῆς (λέω σχετικά ἀνεξάρτητης, μιά καί εἴμαστε πολύ μικρό κράτος).
Δέν μποροῦμε ad infinitum νά καταναλώνομε περισσότερα ἀπό ὅσα παράγομε, νά μπάζομε περισσότερα ἀπό ὅσα βγάζομε. Πρέπει νά πουλᾶμε ἀρκετά στούς ἄλλους, ὥστε νά ἀγοράζομε ἀρκετά –αὐτά πού μᾶς χρειάζονται ἤ πού μᾶς ἐπιτρέπουν τά οἰκονομικά μας– ἀπό τούς ἄλλους. Εἶναι κακή συνήθεια τά δανεικά. Καί σχετίζεται ἄμεσα μέ τό πρόσωπο τοῦ κάθε λαοῦ, τοῦ κάθε ἀτόμου, ὅπως τό τόνισε μιά φορά ὁ Καβάφης στόν E.M. Forster.
Κάποια μέρα οἱ δανειστάδες τῆς Ἑλλάδας πού δέν παίρνουν πίσω τά λεφτά τους, ἀλλά πάντα μοναχά ἕνα ποσοστό ἀπό τό χρέος –δανειζόμαστε ἀκόμα καί γιά τούς τόκους ἀπό τά δάνεια– μπορεῖ νά μᾶς ποῦν (ἄν καί αὐτό εἶναι ἀμφίβολο –γιά ἄλλους πάλι λόγους) πώς πρέπει νά σταματήσει αὐτή ἡ ὡραία μηχανή καί πώς νά φροντίσομε ἐμεῖς γιά τή σωτηρία μας (ὅπως καί πρέπει νά φροντίσομε). Ἐμεῖς δέν χρειάζεται νά περιμένομε τούς δανειστάδες νά μᾶς τό ποῦν αὐτό (αὐτοί ἔχουν τό χαβά τους). Πρέπει ἐμεῖς νά τό διακηρύξομε ὡς ἄμεσο σκοπό μας, διαφορετικά θά πηγαίνομε στόν φοῦντο. Ἡ σωτηρία μας θά γίνει ἀπό ἐμᾶς, δέ θά γίνει ἀπό τούς ἄλλους. Ἄν ποτέ γίνει.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

 


Αὐτὰ τὰ κόκαλα εἶναι τώρα ἅγια πράματα

Σ’ αὐτὸ τὸ κοιμητήρι τῆς Μυτιλήνης εἴχαμε θάψει στὸν καιρὸ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου τὴ γιαγιά μου, τὸ πιὸ γλυκὺ πρόσωπο τοῦ κόσμου. Εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ τότε ἡ πικρὴ ἱστορία μας, τὸ πρῶτο πείραμα ξεριζώματος λαῶν, ὁ διωγμὸς τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς στὰ 1914 καὶ ἡ καταφυγή τους στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου. Πέθανε ἡ γιαγιά μας τότε, μὲς στὸν πόλεμο, στὸν ξένο τόπο. Ὁ παππούς μου τὴν ξέθαψε, σὰν ἦρθε ὁ καιρός. Ἔβαλε τὰ κόκαλά της σὲ κασελάκι, ἔφερε τὸ κασελάκι στὴν κάμαρή του, τ’ ἀπόθεσε πλάι στὸ σπιτικὸ εἰκόνισμα, καθόταν ὧρες μονάχος καὶ τῆς κουβέντιαζε. Προπάντων τὰ βράδια, σὰν σουρούπωνε κι ἀνέβαινε ἀπ’ τὴν προκυμαία, ὅπου εἶναι τὸ καράβια ποὺ ταξιδεύουν καὶ μαθαίνεις τί γίνεται στὸν κόσμο, ὁ Γιαννακο-Μπιμπέλας ἄνοιγε τὸ βῆμα, δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση τίποτα γιὰ φαγί, πήγαινε κατ’ εὐθείαν ἐκεῖ, στὸ κασελάκι, τὸ πρόσωπό του εἶχε ἀπόκοσμη γαλήνη, χαμογελαστή.
«Ἔχει καλὰ νέα νὰ τῆς πῆ», ἔλεγε ἡ μάνα μας, αὐτὰ βλέποντας.

Καθόταν στὸ μιντέρι του, κοίταζε τὴν τρίφυλλη Παναγία μὲ τὸ Βρέφος, τὸ Εἰκόνισμα ποὺ εἴχαμε φέρει ἀπ’ τὴν πατρίδα μας σὰν φεύγαμε κυνηγημένοι, κοίταζε τὸ κασελάκι ποὺ τὸ φώτιζε τὸ καντήλι, ἄρχιζε νὰ λέη στὴν πεθαμένη καταλεπτῶς τὰ νέα ποὺ εἶχε μάθει. Τὸ τί γίνεται στὰ Δαρδανέλλια ὅπου πολεμοῦσαν οἱ συμμαχικοὶ στόλοι νὰ μποῦν στὸ μπουγάζι καὶ νὰ φτάσουνε στὴν Πόλη, τὸ τί γίνεται στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ὁ Βενιζέλος ἔκαμε κίνημα καὶ πολεμοῦσε τὸν Βούλγαρο μὲ τὰ παλικάρια τὰ νησιώτικα καὶ τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὴ Μεραρχία τοῦ Ἀρχιπελάγους, τὸ τί ἔγινε στὰ μακρινὰ μέρη τοῦ πολέμου.

«Πατέρα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνεις, νὰ ἔχης τὴν πεθαμένη μάνα μας, τὰ κόκαλά της, μὲς στὴν κάμαρά σου καὶ νὰ τῆς μιλᾶς; τολμοῦσε πότε-πότε νὰ τοῦ πῆ ἡ κόρη του, καθὼς ζοῦσε καὶ τὸν τρόμο τὸν δικό μας. Ἐμπρὸς σ’ αὐτὰ τὰ ἄγρια, τὰ ἀφύσικα ποὺ βλέπαμε, ὁ θάνατος νὰ μὴν εἶναι ὅπως τὸν φανταζόμαστε, ἡ ζωὴ νὰ συνεχίζεται καὶ μὲ τὰ κόκαλα, στὸν ἴδιο τόνο, μὲ τὰ νέα τοῦ πολέμου, μὲ τὴν ἐλπίδα.

«Ὅπου νὰ ’ναι τελειώνει ὁ πόλεμος καὶ θὰ σὲ πάρω καὶ θὰ σὲ πάω στὰ Κιμιντένια νὰ ξεκουραστῆς», ἔλεγε στὴ Δέσποινά του ὁ γέρο Γιαννακο-Μπιμπέλας.

«Πατέρα, πάρε τὰ κόκαλα ἀπ’ τὸ σπίτι! Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κάθεσαι καὶ μιλᾶς τῆς μάνας μας; ἔλεγε ἡ κόρη του. Πατέρα, ἐγὼ φοβᾶμαι…»

«Δὲ ντρέπεσαι νὰ φοβᾶσαι τὴ μάνα σου! τὴν ἔβαζε μπροστὰ ἐκεῖνος. Αὐτὰ τὰ κόκαλα εἶναι τώρα ἅγια πράματα. Τί φοβᾶσαι; Θὰ τὴν ἔχω ἐδῶ, κι ὕστερα θὰ τὴν πάρω καὶ θὰ τὴν πάγω στὰ Κιμιντένια. Τότε θὰ συχάσω, καὶ θὰ μὲ βάλετε καὶ μένα στὸ πλευρό της».

Ἔγινε ἀκριβῶς ἔτσι. Σὰν τελείωσε ὁ πόλεμος, στὰ 1919, ὁ Γιαννακο-Μπιμπέλας πῆρε τὸ κασελάκι μὲ τὰ κόκαλα τῆς γυναίκας του, τὰ πῆγε στὰ Κιμιντένια, τὰ ‘θαψε κάτω ἀπ’ τὸ μεγάλο βασιλικὸ δέντρο, τὴ δρῦ, ἔξω ἀπ’ τὴν πορτάρα, στὸ κτῆμα ποὺ εἴχανε ἀναστήσει οἱ δυό τους μαζί. Κι ἐνῶ ἦταν γεμάτος ὑγεία, ἄξαφνα, ὅταν ἔγινε αὐτὸ τὸ χρέος, μαράθηκε ἀπότομα. Σὲ λίγον καιρὸ πέθανε καὶ τὸν θάψαμε κάτω ἀπ’ τὴ δρῦ, πλάι της.

Ἠλίας Βενέζης


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

 


Δὲν θέλει τὴν λιακάδα

-Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ στενοχώρια;

-Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός.

Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καὶ ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν Θεὸ ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος. Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος, μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζει, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης καὶ τὸν παγώνει…; Δὲν θέλει τὴν λιακάδα, θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.

-Γέροντα, τί θέλετε νὰ πεῖτε μ’ αὐτό;

-Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικὸ , τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ πληρώση ὅλα μία καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.

-Δηλαδὴ , Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια;

-Γίνεται συνήθεια, γιατὶ ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος. Ἐνῶ ὅποιος σπέρνει δοξολογία δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι’ αὐτὸ ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμός, τὸν κυνηγάει συνέχεια ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες Του.

Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὐχ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ», εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέτρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήση. Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτὸ Του ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

 


Προσευχή

Ὦ Κύριε, δὲν γνωρίζω τί νὰ σοῦ ζητήσω. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὶς πραγματικές μου ἀνάγκες.Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἐγὼ γνωρίζω πῶς νὰ ἀγαπῶ. 

Βοήθησέ με νὰ δῶ τὶς πραγματικές μου ἀνάγκες, ποὺ κρύβονται ἀπὸ μένα. Δὲν τολμῶ νὰ ζητήσω οὔτε σταυρό, οὔτε παρηγοριά. Μπορῶ μόνο νὰ Σὲ περιμένω. Ἡ καρδιά μου εἶναι ἀνοικτὴ σ’ Ἐσένα. 

Ἐπίσκεψε καὶ βοήθησέ με κατὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος. Παιδαγώγησέ με καὶ ἴασαί με, ταπείνωσέ με καὶ ἀνόρθωσέ με. Προσκυνῶ σιωπηλὰ τὸ ἅγιο θέλημά Σου καὶ τὶς ἀνεξερεύνητες ὁδούς Σου. Προσφέρω τὸν ἑαυτό μου θυσία σ’ Ἐσένα. Ἔχω ὅλη μου τὴν ἐμπιστοσύνη σ’ Ἐσένα. Δὲν ἔχω ἄλλη ἐπιθυμία ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώνω τὸ θέλημά Σου.

Δίδαξέ με πῶς νὰ προσεύχομαι. Προσεύχου Ἐσὺ μέσα μου.

Μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος (1782 -1867)


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

 


Περὶ τῆς συχνῆς θείας Κοινωνίας

Οὔτε οἱ Πατέρες οὔτε τὰ λειτουργικὰ κείμενα ἐνθαρρύνουν τὴ μὴ συμμετοχὴ στὰ Μυστήρια· μάλιστα οὔτε κἄν ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ κάτι παρόμοιο. Δίνοντας ἔμφαση στὴν ἱερότητα τῆς θείας Κοινωνίας καὶ τὴν «φοβερή» της φύση καὶ καλώντας σὲ ἀνάλογη πνευματικὴ ἑτοιμότητα, οἱ Πατέρες οὔτε ὑποστήριξαν οὔτε ἐνέκριναν τὴν εὐρέως διαδεδομένη σύγχρονη ἀντίληψη ὅτι, ἐφόσον τὸ Μυστήριο εἶναι ἱερὸ καὶ μεγαλειῶδες, οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ προσέρχονται συχνὰ σ’ αὐτό. Στοὺς Πατέρες, ἡ θεώρηση τῆς Εὐχαριστίας ὡς τοῦ μέγιστου Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦ πληρώματος τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἄνθισής της, συνεχίζουν νὰ εἶναι αὐταπόδεικτα.

«Δεν θὰ πρέπει», γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Κασσιανός, «ν’ ἀποφεύγουμε τὴν Μετάληψη ἐπειδὴ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ νὰ προσερχόμαστε ἀκόμα πιὸ συχνὰ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ νοῦ, ἔχοντας ὅμως ταπείνωση καὶ πίστη, ὥστε ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀναξιότητά μας νὰ ἐπιθυμοῦμε διακαῶς τὴν ἴαση τῶν πληγῶν μας. Εἶναι ἀνάρμοστο νὰ μεταλαμβάνουμε μία φορὰ τὸν χρόνο, ὅπως ὁρισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας τὴν ἱερότητα τῶν θείων Μυστηρίων προσιτὴ μόνο στοὺς ἁγίους. Εἶναι προτιμότερο νὰ σκεφτόμαστε ὅτι ἡ Χάρη ποὺ λαμβάνουμε μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο μᾶς ἐξαγιάζει.

Κάθε ἄλλη συμπεριφορὰ φανερώνει περισσότερο οἴηση παρὰ ταπείνωση, καθὼς οἱ ἄνθρωποι τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ προσέρχονται πιστεύουν ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς Κοινωνίας. Πολὺ καλύτερο θὰ ἦταν ἐάν, μὲ ταπείνωση καρδιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι ποτὲ δὲν εἴμαστε ἄξιοι τῶν θείων Μυστηρίων, μετέχουμε κάθε Κυριακὴ πρὸς ἴαση τῶν ἀσθενειῶν μας, παρὰ τυφλωμένοι ἀπὸ περηφάνεια νὰ νομίζουμε ὅτι μετὰ τὴν πάροδο ἑνὸς χρόνου ἀποχῆς γινόμαστε ἄξιοι τῆς θείας Μετάληψης».

Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

 


Τὰ ἀπρόοπτα

Ὅμως διαρκῶς συμβαίνουν στὴν ζωή μας ἀπρόοπτα. Ἔρχεσαι στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ βρῆς πνευματικὴ ζωὴ καὶ συναντᾶς κακούς. Εἶναι ἀπρόοπτο. Ζητᾶς κελλὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ δὲν ἔχει ὑγρασία, τὸ ἀποκτᾶς, διαπιστώνεις ὅμως ὅτι ἡ θάλασσα σοῦ προκαλεῖ ἀλλεργία, ὁπότε δὲν μπορεῖς νὰ χαρῇς οὔτε τὴν ἡμέρα οὔτε τὴν νύχτα.

Ἀμέσως θὰ σοῦ πεῖ ὁ λογισμός, σήκω νὰ φύγης. Εἶναι ἀπρόοπτο.

Σὲ πλησιάζω μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος καὶ βλέπω ὅτι εἶσαι ἀνάποδος. Ἀπρόοπτο.

Παρουσιάζονται συνεχῶς ἀπρόοπτα ἐνώπιόν μας, διότι ἔχομε θέλημα καὶ ἐπιθυμίες. Τὰ ἀπρόοπτα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐπιθυμία μας, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς φαίνονται ἀπρόοπτα, στὴν οὐσία ὅμως δὲν εἶναι.

Διότι ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸν προσδοκᾶ τὰ πάντα καὶ λέγει πάντοτε «γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Θὰ ἔρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».

Ἐπειδὴ αὐτὰ κοστίζουν στὴν σαρκικότητά μας, γι’ αὐτὸ ἐμεῖς τὰ βλέπομε ὡς ἀπρόοπτα.

Γιὰ νὰ μὴν ταράσσεσαι λοιπὸν κάθε φορὰ καὶ στεναχωριέσαι, γιὰ νὰ μὴν ἀγωνιᾶς καὶ προβληματίζεσαι, νὰ τὰ περιμένης ὅλα, νὰ μπορῆς νὰ ὑπομένης ὅ,τι ἔρχεται.

Πάντα νὰ λές, καλῶς ἦλθες ἀρρώστια, καλῶς ἦλθες ἀποτυχία, καλῶς ἦλθες μαρτύριο. Αὐτὸ φέρνει τὴν πραότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη καμία πνευματικὴ ζωή.

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης


Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026



Μὴν πάρεις πολλὰ πράγματα μαζί σου
Βλογημένος ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ, τώρα τὸ καλοκαίρι, νὰ ξεμακρύνει γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῆς πολιτείας. Ἂν τοῦ ἀρέσει ἡ θάλασσα, ἂς πάει σὲ κανένα νησί. Νὰ μὴν κουβαλήσει ὅμως μαζί του τὴν πολιτεία, ὅπως κάνουνε πολλοί, ποὺ ἀπὸ τὴ μία θέλουνε νὰ ἀφήσουνε τὴν ταραχὴ πίσω τους, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κουβαλᾶνε μαζί τους ὅλα τὰ περίπλοκα καὶ κουραστικὰ καθέκαστα τῆς πολιτείας.
Πάρε μαζί σου ὅσο λιγότερα πράγματα μπορεῖς. Γιατὶ τὸ πιὸ μεγάλο κέρδος ποὺ θἄχεις πηγαίνοντας σ' ἕνα τέτοιο μέρος, θἄναι ἡ φχαρίστηση ποὺ νοιώθει ὁ ἄνθρωπος σὰν τοῦ λείψουνε πολλὰ πράγματα, ποὺ τὰ ἔχει στὴν πολιτεία τόσο εὔκολα, καὶ ποὺ ἐκεῖ πέρα θὰ τοῦ φαίνεται σὰν κάποια μεγάλη ἀπόλαυση καὶ χαρὰ καὶ τὸ πιὸ παραμικρὸ πράγμα.
Δυστυχισμένοι ἄνθρωποι ποὺ δὲν τοὺς λείπει τίποτα, καὶ δὲν ἔχουνε τὴν ἐλπίδα νὰ λαχταρήσουνε κάποιο πράγμα, εἴτε φαγητὸ εἶναι, εἴτε ξεκούρασμα, εἴτε ὁμιλία, εἴτε ζεστασιά, εἴτε δροσιά. Καὶ καλότυχοι ἀληθινὰ ὅσοι δὲν τὰ ἔχουνε ὅλα εὔκολα, καὶ γιὰ τοῦτο γίνουνται γιὰ δαύτους ὁλοένα νέα καὶ δροσερὰ ὅλα τὰ πράγματα.
Λοιπόν, μὴν πάρεις πολλὰ πράγματα μαζί σου, γιὰ νὰ μὴν πάρεις καὶ τὴν ἀτονία καὶ τὴν ἀνοστιά, ποὺ δίνει στὸν ἄνθρωπο ἡ εὔκολη ἀπόλαυση. Τότε θὰ καταλάβεις πόσο πολύτιμα εἶναι καὶ τὰ πιὸ τιποτένια πράγματα.
Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 


Μὲ φρεσκοπλυμένο μάγουλο ἀπ᾿ τὴ βροχή

Σὰν νὰ ξάνοιξε ὁ καιρός. Παίρνω σιγὰ σιγὰ τὸν ἀνήφορο, κεῖνον μὲ τὶς φαγωμένες, ἀνώμαλες πλάκες ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Περπατῶ βλέποντας χρόνους πολλοὺς πίσω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς συνήθειας. Ξέρω μὲ κάθε λεπτομέρεια πῶς καὶ γιατί χτίστηκε τὸ τοιχάκι τῆς ἐκκλησίας ἔτσι, σὲ τόσο ἀνισόπεδο ἔδαφος. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀρχικὴ μορφὴ ποὺ πρέπει νὰ εἶχε τὸ σπίτι μὲ τὶς τρεῖς κολόνες. Ἀποδίδω τὴ δέουσα βαρύτητα στὴ σημασία ποὺ ἔχει ἕνας τενεκὲς μὲ ἡλιοτρόπια στὸ κεφαλόσκαλο μιᾶς ἐσωτερικῆς αὐλῆς.

Συνελόντι εἰπεῖν, ἔχω γίνει ἕνας μικρὸς Παυσανίας τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἀναλογιῶν τους στὸ πνεῦμα, ποὺ πιότερο ἀπὸ τὰ μνημεῖα ἐνδιαφέρεται γιὰ κάτι δαφνῶνες, ἀπ᾿ αὐτοὺς μὲ τὰ δυνατὰ πράσινα πού, μόνον νὰ τὰ θωρεῖς, σοῦ στιλβώνουν μάτι μαζὶ καὶ ψυχή. Καὶ ποὺ τοῦ ἀρέσει γράφοντας -πρέπει νὰ τὸ προσθέσω κι αὐτὸ -νὰ μὴν ξύνει ἁπλῶς τὸ χαρτί, ἀλλὰ νὰ σκάβει καὶ ν᾿ ἀνακαλύπτει συνεχῶς τὴν Ἑλλάδα ποὺ προϋπάρχει μέσα του καὶ πού, ἂν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα, ὀλίγον ἐνδιαφέρει. Ἔχει τὸν καιρὸ ν᾿ ἀκολουθήσει ἡ πραγματικότητα. Προηγουμένως, εἶναι ἀνάγκη νὰ πλασθεῖ ἀπ᾿ τὴ σκέψη. Μιὰ σκέψη πού, ἂν τὴ σπάσεις, ἡ χούφτα σου θὰ γεμίσει ἀπὸ σπόρια συγκινήσεων, εὐαισθησιῶν, ἀνατάσεων, δακρύων.

Φτάνω τώρα στὸ μαντρότοιχο ἀπ᾿ ὅπου ξεπροβέλνουν τὰ κεφάλια τους, λὲς καὶ σηκώνονται στὶς μύτες τῶν ποδιῶν τους, οἱ μανταρινιές, οἱ πορτοκαλιές, οἱ νεραντζιές. Λάμπουν καὶ γυαλίζουν, μὲ φρεσκοπλυμένο μάγουλο ἀπ᾿ τὴ βροχή. Παράξενο, μοῦ φαίνεται, κάθε φορὰ ποὺ τὸ συλλογίζομαι, ὅτι δὲ γνώριζαν οἱ Ἴωνες τὰ ἑσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, ἡ σκέψη τους ἀναδίδει τὴ σπιρτάδα τῶν κίτρων.

Ἰδοὺ ἕνας ἀκόμη «κατ᾿ ἀναλογίαν» συσχετισμός, ποὺ κάνει τοὺς περισσότερους νὰ ὑψώνουν τὰ χέρια μπροστὰ σὲ κάθε ρήση ποιητική, ποὺ δὲν εἶναι γνώσεις ἀπὸ κρέας ὠμὸ ἀλλὰ αἴνιγμα σπινθηροβόλο, μὲ τὴ λύση του μεταποιημένη σ᾿ εὐωδιά. Σ᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο εἶμαι πολὺ εὐαίσθητος· ἡ ροπή μου καταντᾶ διαστροφή. Κι ὅμως, πουθενὰ δὲ βρίσκω αἰσθητοποιημένη μὲ τόση ἐνάργεια τὴν ἔννοια τῆς ἀθωότητας ὅσο στὰ μυριστικὰ χόρτα. Ὅπως τῆς καθαρότητας καὶ τῆς διαφάνειας σὲ μιὰ λαμπερὴ νεροσταγόνα, ἢ τοῦ καθαρμοῦ καὶ τῆς ψυχικῆς ἀσηψίας στὸν ἀσβέστη. Χωρὶς τὶς ἠθικὲς προεκτάσεις ποὺ ἔλαβαν ἐν συνεχεία, θὰ μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ κατοχυρώσω τὴ «λιγοσύνη» σὰν κεφάλαιο πολύτιμο γιὰ τὸ σύνολο, ποὺ νὰ τὸ μεταφέρω κατόπιν, μὲ τὴν ἴδια ἰσχύ, στὸ ἄτομο.

Ἄλλοι ἂς ἀναλώνονται κι ἂς περιορίζονται σὲ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν. Πού, βέβαια, εἶναι τὰ περισσότερά τους δεινὰ καὶ τὰ καταγγέλνουν. Ἂς ὑπάρχει κι ἕνας ποὺ νὰ διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ προσβλέπει σὲ αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν.

Ὁ κόσμος τῶν φυτῶν μὲ γοήτευσε. Ἀείποτε μ᾿ ἐξέπληξε. Περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ἄστρων κατάφερνε νὰ μοῦ ὑποβάλλει τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Ἀποπνέει ἕνα εἶδος ἁγιοσύνης, ποὺ δοκίμασα νὰ τὸ ἐκφράσω, ἀκόμη καὶ μὲ ἀνορθόδοξα μέσα, ὅταν αἰσθάνθηκα νὰ εἶμαι ἀρκετὰ καθαρὸς στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ τὸ ἀποπειραθῶ. Μετατρέποντας τὸ φυτὸ ἀπὸ οὐδέτερο σὲ θηλυκό, καὶ θεωρώντας το σὰν Κόρη, περίπου, ἁγία ἢ θεά, ζωγράφισα, χωρὶς νὰ εἶμαι ζωγράφος, καὶ μάλιστα σὲ πολλὲς παραλλαγές, μιὰ Θεὰ-Φυτώ, ποὺ τῆς ἔβαλα βυσσινιὰ δυνατὰ καὶ χρυσὰ καὶ φωτοστέφανο στὸ κεφάλι, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ μπορεῖ δίπλα μου νὰ ἐνσαρκώνει κεῖνον τὸν ἀέρα ποὺ ἔρχεται σὰν ἀπὸ θαῦμα μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς καὶ νὰ ὑποκαταστήσει ὅσα καὶ σὰν εἰδωλολάτρες καὶ σὰν χριστιανοὶ διακονήσαμε στὸ βωμὸ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Παρθένου.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

 


Καθολικὴ Ἐκκλησία

῾Η ᾿Εκκλησία ὀνομάζεται Καθολική, ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε Καθολική, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε Καθολική, γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.

Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

 


Τὸ βεγγαλικὸ

Νυχτώθηκα ὅπως πάντα

στὴ σκοτεινὴ βεράντα

Καὶ διάλεξα ἕν᾿ ἀστέρι

τὸ κράτησα στὸ χέρι

Σὲ λίγο τοῦ ᾿πα «φύγε»

τὸ φύσηξα καὶ πῆγε

Στὸ ἀντικρινὸ μπαλκόνι

ὅπου καθόταν μόνη

Μελαχρινὴ κοπέλα

μὲ κάτασπρη κορδέλα

 

Τὸ πῆρε στὴν ποδιά της

τό ᾿βαλε στὰ μαλλιά της

Τὸ φόρεσε βραχιόλι

καὶ λαμποκόπησε ὅλη

Ἔπειτα ἦρθε ὁ μπάτης

πῆρε τὸ κάθισμά της

Τὴ φύσηξε ἀπ᾿ τὸ πλάι

μὲς στὴ βραδιὰ τοῦ Μάη

Κι ἄξαφνα μὲς στὸν οὐρανὸ

κάηκε σὰν βεγγαλικό.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

 


Εἰρηνικὸς στὴν ψυχὴ

Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλά δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανέναν καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη».

Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος ὅμως ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.

Ἅγιος Σιλουανὸς Ἁγιορείτης


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

 


Ἐξόριστος ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ

Ὁ ἄσωτος υἱός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ ἐκεῖ σπατάλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸν Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος πού ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς πού νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, πού ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη πραγματικότητα, αὐτὸς δὲν θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.

Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση. Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος.

Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτὸ εἶναι μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθειὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὸ χαμένο σπίτι.

Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν