Τετράδιο
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Μὲ φρεσκοπλυμένο
μάγουλο ἀπ᾿ τὴ βροχή
Σὰν νὰ ξάνοιξε ὁ καιρός. Παίρνω σιγὰ σιγὰ τὸν ἀνήφορο, κεῖνον μὲ τὶς
φαγωμένες, ἀνώμαλες πλάκες ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Περπατῶ βλέποντας χρόνους πολλοὺς
πίσω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς συνήθειας. Ξέρω μὲ κάθε λεπτομέρεια πῶς καὶ γιατί
χτίστηκε τὸ τοιχάκι τῆς ἐκκλησίας ἔτσι, σὲ τόσο ἀνισόπεδο ἔδαφος. Ἀναγνωρίζω τὴν
ἀρχικὴ μορφὴ ποὺ πρέπει νὰ εἶχε τὸ σπίτι μὲ τὶς τρεῖς κολόνες. Ἀποδίδω τὴ
δέουσα βαρύτητα στὴ σημασία ποὺ ἔχει ἕνας τενεκὲς μὲ ἡλιοτρόπια στὸ κεφαλόσκαλο
μιᾶς ἐσωτερικῆς αὐλῆς.
Συνελόντι εἰπεῖν, ἔχω γίνει ἕνας μικρὸς Παυσανίας τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἀναλογιῶν
τους στὸ πνεῦμα, ποὺ πιότερο ἀπὸ τὰ μνημεῖα ἐνδιαφέρεται γιὰ κάτι δαφνῶνες, ἀπ᾿
αὐτοὺς μὲ τὰ δυνατὰ πράσινα πού, μόνον νὰ τὰ θωρεῖς, σοῦ στιλβώνουν μάτι μαζὶ καὶ
ψυχή. Καὶ ποὺ τοῦ ἀρέσει γράφοντας -πρέπει νὰ τὸ προσθέσω κι αὐτὸ -νὰ μὴν ξύνει
ἁπλῶς τὸ χαρτί, ἀλλὰ νὰ σκάβει καὶ ν᾿ ἀνακαλύπτει συνεχῶς τὴν Ἑλλάδα ποὺ
προϋπάρχει μέσα του καὶ πού, ἂν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα, ὀλίγον ἐνδιαφέρει.
Ἔχει τὸν καιρὸ ν᾿ ἀκολουθήσει ἡ πραγματικότητα. Προηγουμένως, εἶναι ἀνάγκη νὰ
πλασθεῖ ἀπ᾿ τὴ σκέψη. Μιὰ σκέψη πού, ἂν τὴ σπάσεις, ἡ χούφτα σου θὰ γεμίσει ἀπὸ
σπόρια συγκινήσεων, εὐαισθησιῶν, ἀνατάσεων, δακρύων.
Φτάνω τώρα στὸ μαντρότοιχο ἀπ᾿ ὅπου ξεπροβέλνουν τὰ κεφάλια τους, λὲς καὶ
σηκώνονται στὶς μύτες τῶν ποδιῶν τους, οἱ μανταρινιές, οἱ πορτοκαλιές, οἱ
νεραντζιές. Λάμπουν καὶ γυαλίζουν, μὲ φρεσκοπλυμένο μάγουλο ἀπ᾿ τὴ βροχή.
Παράξενο, μοῦ φαίνεται, κάθε φορὰ ποὺ τὸ συλλογίζομαι, ὅτι δὲ γνώριζαν οἱ Ἴωνες
τὰ ἑσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, ἡ σκέψη τους ἀναδίδει τὴ σπιρτάδα τῶν
κίτρων.
Ἰδοὺ ἕνας ἀκόμη «κατ᾿ ἀναλογίαν» συσχετισμός, ποὺ κάνει τοὺς
περισσότερους νὰ ὑψώνουν τὰ χέρια μπροστὰ σὲ κάθε ρήση ποιητική, ποὺ δὲν εἶναι
γνώσεις ἀπὸ κρέας ὠμὸ ἀλλὰ αἴνιγμα σπινθηροβόλο, μὲ τὴ λύση του μεταποιημένη σ᾿
εὐωδιά. Σ᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο εἶμαι πολὺ εὐαίσθητος· ἡ ροπή μου καταντᾶ
διαστροφή. Κι ὅμως, πουθενὰ δὲ βρίσκω αἰσθητοποιημένη μὲ τόση ἐνάργεια τὴν ἔννοια
τῆς ἀθωότητας ὅσο στὰ μυριστικὰ χόρτα. Ὅπως τῆς καθαρότητας καὶ τῆς διαφάνειας
σὲ μιὰ λαμπερὴ νεροσταγόνα, ἢ τοῦ καθαρμοῦ καὶ τῆς ψυχικῆς ἀσηψίας στὸν ἀσβέστη.
Χωρὶς τὶς ἠθικὲς προεκτάσεις ποὺ ἔλαβαν ἐν συνεχεία, θὰ μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ
κατοχυρώσω τὴ «λιγοσύνη» σὰν κεφάλαιο πολύτιμο γιὰ τὸ σύνολο, ποὺ νὰ τὸ
μεταφέρω κατόπιν, μὲ τὴν ἴδια ἰσχύ, στὸ ἄτομο.
Ἄλλοι ἂς ἀναλώνονται κι ἂς περιορίζονται σὲ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν. Πού,
βέβαια, εἶναι τὰ περισσότερά τους δεινὰ καὶ τὰ καταγγέλνουν. Ἂς ὑπάρχει κι ἕνας
ποὺ νὰ διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ προσβλέπει σὲ αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε
καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν.
Ὁ κόσμος τῶν φυτῶν μὲ γοήτευσε. Ἀείποτε μ᾿ ἐξέπληξε. Περισσότερο καὶ ἀπὸ
τὸν κόσμο τῶν ἄστρων κατάφερνε νὰ μοῦ ὑποβάλλει τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Ἀποπνέει ἕνα
εἶδος ἁγιοσύνης, ποὺ δοκίμασα νὰ τὸ ἐκφράσω, ἀκόμη καὶ μὲ ἀνορθόδοξα μέσα, ὅταν
αἰσθάνθηκα νὰ εἶμαι ἀρκετὰ καθαρὸς στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ τὸ ἀποπειραθῶ.
Μετατρέποντας τὸ φυτὸ ἀπὸ οὐδέτερο σὲ θηλυκό, καὶ θεωρώντας το σὰν Κόρη,
περίπου, ἁγία ἢ θεά, ζωγράφισα, χωρὶς νὰ εἶμαι ζωγράφος, καὶ μάλιστα σὲ πολλὲς
παραλλαγές, μιὰ Θεὰ-Φυτώ, ποὺ τῆς ἔβαλα βυσσινιὰ δυνατὰ καὶ χρυσὰ καὶ
φωτοστέφανο στὸ κεφάλι, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ μπορεῖ δίπλα μου νὰ ἐνσαρκώνει κεῖνον
τὸν ἀέρα ποὺ ἔρχεται σὰν ἀπὸ θαῦμα μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς καὶ νὰ ὑποκαταστήσει
ὅσα καὶ σὰν εἰδωλολάτρες καὶ σὰν χριστιανοὶ διακονήσαμε στὸ βωμὸ τοῦ Ποσειδώνα
καὶ τῆς Παρθένου.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026
Καθολικὴ Ἐκκλησία
῾Η ᾿Εκκλησία ὀνομάζεται Καθολική, ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς
κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν
ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς
νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ
κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα
τήν ὀνομάζουμε Καθολική, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων,
ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί
γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ
μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε Καθολική, γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές
πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα
πνευματικά.
Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026
Τὸ βεγγαλικὸ
Νυχτώθηκα ὅπως πάντα
στὴ σκοτεινὴ βεράντα
Καὶ διάλεξα ἕν᾿ ἀστέρι
τὸ κράτησα στὸ χέρι
Σὲ λίγο τοῦ ᾿πα «φύγε»
τὸ φύσηξα καὶ πῆγε
Στὸ ἀντικρινὸ μπαλκόνι
ὅπου καθόταν μόνη
Μελαχρινὴ κοπέλα
μὲ κάτασπρη κορδέλα
Τὸ πῆρε στὴν ποδιά της
τό ᾿βαλε στὰ μαλλιά της
Τὸ φόρεσε βραχιόλι
καὶ λαμποκόπησε ὅλη
Ἔπειτα ἦρθε ὁ μπάτης
πῆρε τὸ κάθισμά της
Τὴ φύσηξε ἀπ᾿ τὸ πλάι
μὲς στὴ βραδιὰ τοῦ Μάη
Κι ἄξαφνα μὲς στὸν οὐρανὸ
κάηκε σὰν βεγγαλικό.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
Εἰρηνικὸς στὴν ψυχὴ
Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλά δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ
Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ
τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ
μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανέναν καὶ θὰ
ἔχεις τὴν εἰρήνη».
Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους,
θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος ὅμως ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς
δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.
Ἅγιος Σιλουανὸς Ἁγιορείτης
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Ἐξόριστος ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ
ζωὴ
Ὁ ἄσωτος υἱός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ ἐκεῖ
σπατάλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς
ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς
ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸν Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος πού ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν
ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸν
Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ
Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς πού νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ
στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, πού ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη
πραγματικότητα, αὐτὸς δὲν θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.
Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν
καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση.
Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ
παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση
ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα
τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ
ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος.
Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς
καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ
εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω
χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου
σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα
καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτὸ εἶναι
μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθειὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ
γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὸ χαμένο σπίτι.
Πρωτ. Ἀλέξανδρος
Σμέμαν
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
Ἰδιῶτες
Οἱ θεσμοί, γιὰ νὰ εἶναι
θεσμοί, πρέπει νὰ εἶναι δεσμοί, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁλυσίδας. Πρέπει νὰ μᾶς
δένουν μὲ κάτι (π.χ. μὲ μία πίστη σὲ μία ἀξία) ἀναμεταξύ μας. Οἱ θεσμοὶ ἔχουν
παραλύσει. Ἔχουν αὐτοδιαλυθεῖ. Οὐσιαστικὰ οἱ φορεῖς τους ἔχουν αὐτοπαραιτηθεῖ. Ἡ
παρουσία τους εἶναι προσχηματικὴ καί... μισθολογική. Ἕνα παράδειγμα: ἡ τήρηση τῶν
νόμων στὴν Ἑλλάδα εἶναι προαιρετική. Ποιός μεγάλος κλέφτης μπῆκε φυλακή; Κι ἂν
μπῆκε, σὲ πόσο χρόνο βγῆκε; Ἀσφαλῶς κι εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἀπαξίωση τῶν θεσμῶν ἐκ
μέρους τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ κατὰ πόσον οἱ κατὰ ταυτότητα Ἕλληνες εἶναι πολίτες; Εἶναι
ἰδιῶτες καί, ὅπως, ἐννοοῦσε τὴ λέξη ὁ Περικλῆς καὶ ὅπως ἐννοοῦν τὴ λέξη idiot οι
ξένοι. Δὲν ἔχουμε αἴσθημα πατρίδας, γιὰ νὰ ἔχουμε σοβαροὺς θεσμοὺς καὶ σοβαρὴ
πίστη στοὺς θεσμούς. Τὰ ὅρια τῆς πατρίδας μου εἶναι τὰ ὅρια τῆς... τσέπης μου.
Σαράντος Καργάκος
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026
Ἡ λυπημένη
Στὴν πέτρα τῆς
ὑπομονῆς
κάθισες πρὸς τὸ βράδυ
μὲ τοῦ ματιοῦ σου τὸ μαυράδι
δείχνοντας πὼς πονεῖς·
κι εἶχες στὰ
χείλια τὴ γραμμὴ
ποὺ εἶναι γυμνὴ καὶ τρέμει
σὰν ἡ ψυχὴ γίνεται ἀνέμη
καὶ δέουνται οἱ λυγμοί·
κι εἶχες στὸ
νοῦ σου τὸ σκοπὸ
ποὺ ξεκινᾶ τὸ δάκρυ
κι ἤσουν κορμὶ ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρη
γυρίζει στὸν καρπό·
μὰ τῆς καρδιᾶς
σου ὁ σπαραγμὸς
δὲ βόγκηξε κι ἐγίνη
τὸ νόημα ποὺ στὸν κόσμο δίνει
ἔναστρος οὐρανός.
Γιῶργος Σεφέρης
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026
Ἄν τὸ νερὸ
τὸ ρίξεις πρὸς τὰ λουλούδια
Ὅταν εἶναι κανεὶς ἄδειος ἀπὸ τὸν Χριστό, τότε ἔρχονται χίλια δυὸ ἄλλα καὶ
τὸν γεμίζουν: ζήλειες, μίση, ἀνία, μελαγχολία, ἀντίδραση, κοσμικὸ φρόνημα,
κοσμικὲς χαρές. Προσπαθῆστε νὰ γεμίσετε τὴν ψυχή σας μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν
τὴν ἔχετε ἄδεια.
Ἡ ψυχή μας μοιάζει μὲ μιὰ δεξαμενὴ γεμάτη νερό. Ἄν τὸ νερὸ τὸ ρίξεις πρὸς
τὰ λουλούδια, δηλαδὴ τὶς ἀρετές, τὸ δρόμο τοῦ καλοῦ, θὰ ζεῖς τὴν ἀληθινὴ χαρὰ
καὶ θὰ ἀτροφήσουν οἱ κακίες, τὰ ἀγκάθια. Ἄν, ὅμως, ρίξεις τὸ νερὸ πρὸς τὰ ἀγκάθια,
αὐτὰ θὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ θὰ σὲ πνίξουν καὶ θὰ μαραθοῦν ὅλα τὰ λουλούδια.
Ἅγιος Πορφύριος
Καυσοκαλυβίτης
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τοῦ Ἅη-Γιωργιοῦ νὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Σ᾿ αὐτὲς τiς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιά μέρα νὰ σβηστεῖς κι ἐσὺ παντοτινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
Μὲ τὸ Ποτάμι τ᾿ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
Καὶ μὲ τ᾿ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει—
Μπορῶ νὰ βάλω λιβάδια
Νερὰ ποὺ κάποτε πότισαν τὰ κρῖνα τῆς Γερμανίας
Κι αὐτὰ τὰ σίδερα ποὺ φορεῖς μπορῶ νὰ σοῦ τὰ στολίσω
Μ᾿ ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ κι ἕνα ματσάκι δυόσμο
Μὲ τοῦ Πλαπούτα τ᾿ ἄρματα καὶ τοῦ Νικηταρᾶ τὶς πάλλες.
Μὰ ἐγὼ ποὺ εἶδα τοὺς ἀπογόνους σου σὰν πουλιὰ
Νὰ σκίζουν μιάν ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας μου
Κι εἶδα τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μοριᾶ νὰ σωπαίνουν
Ἐκεῖ στὸν κάμπο τοῦ Ἀναπλιοῦ
Μπροστὰ στὴν πρόθυμη ἀγκαλιὰ τοῦ πληγωμένου πελάγου
Ὅπου οἱ αἰῶνες πάλευαν μὲ τοὺς σταυροὺς τῆς παλληκαριᾶς
Θὰ βάλω τώρα κοντά σου
Τὰ πικραμένα μάτια ἑνὸς παιδιοῦ
Καὶ τὰ κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στὴ λάσπη καὶ τὸ αἷμα τῆς Ὀλλανδίας.
Θὰ πρασινίσει κάποτε.
Τὸ σιδερένιο χέρι τοῦ Γκὲτς θ᾿ ἀναποδογυρίσει τ᾿ ἁμάξια
Θὰ τὰ φορτώσει θημωνιὲς ἀπὸ κριθάρι καὶ σίκαλη
Καὶ μὲς στοὺς σκοτεινοὺς δρυμοὺς μὲ τὶς νεκρὲς ἀγάπες
Ἐκεῖ ποὺ πέτρωσε ὁ καιρὸς ἕνα παρθένο φύλλο
Στὰ στήθια ποὺ σιγότρεμε μιά δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
Θὰ λάμπει ἕνα ἄστρο σιωπηλὸ σὰν ἀνοιξιάτικη μαργαρίτα.
Μὰ σὺ θὰ μένεις ἀκίνητος
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τ᾿ Ἅη-Γιωργιοῦ θὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Ἕνας ἀνήσυχος κυνηγὸς ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἡρῴων
Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιὰ μέρα νὰ σβηστεῖς καὶ σὺ παντοτεινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιὰ φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Ὥσπου καὶ πάλι στὶς σπηλιὲς τῶν ποταμιῶν ν᾿ ἀντηχήσουν
Βαριὰ σφυριὰ τῆς ὑπομονῆς
Ὄχι γιὰ δαχτυλίδια καὶ σπαθιὰ
Ἀλλὰ γιὰ κλαδευτήρια κι ἀλέτρια.
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026
Κι ἂν θέλω κι ἂν δὲν θέλω, σῶσε με
Θέλεις νὰ μ' ἀναπαύσεις μέσα στὴ γνώση σου; Ὅπως θέλεις. Θέλεις πάλι νὰ
μ' ἀφήνεις σὲ πειρασμοὺς γιὰ νὰ μὲ ταπεινώσεις; Τὸ ἴδιο σ᾽ ἀκολουθῶ. Δὲν ἔχω τίποτα
νὰ κάνω χωρὶς ἐσένα. Χωρὶς ἐσένα δὲν θὰ γεννιόμουν ἀπὸ τὸ τίποτα, οὔτε μπορῶ νὰ
ζήσω ἢ νὰ σωθῶ. Ὅ,τι θέλεις κάνε τὸ πλάσμα σου. Καὶ πιστεύω, ὅτι εἶσαι ἀγαθὸς
κι ὅτι μοῦ φυλᾶς ἀγαθά, ἀκόμη κι ἂν δὲν μὲ συμφέρει νὰ τὰ γνωρίζω. Ἀλλὰ οὔτε ἄξιος
εἶμαι νὰ μάθω, οὔτε ζητάω νὰ μάθω, γιὰ ν' ἀναπαυθῶ. Ἴσως δὲν μὲ συμφέρει. Οὔτε ἀνακούφιση
ἀπὸ κανένα πόλεμο δὲν τολμῶ νὰ παρακαλέσω, ἂν καὶ εἶμαι ἀσθενικὸς κι ὅλα μὲ
καταπονοῦν, γιατί δὲν γνωρίζω ποιόν συμφέρει. Ἐσὺ γνωρίζεις τὰ πάντα, κι ὅπως
γνωρίζεις κάνε. Μόνο μὴν ἀστοχήσω, ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ. Ἀλλὰ κι ἂν θέλω κι ἂν δὲν
θέλω, σῶσε με. Καὶ τοῦτο, ἂν σ' ἀρέσει. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν θέλω τίποτα. Εἶμαι
μπροστά σου σὰν κάτι ἄψυχο, τὴν ψυχή μου ἀποθέτω στ' ἄχραντα χέρια σου, στὸν αἰώνα
αὐτὸν καὶ στὸν ἐρχόμενο.
Ἀλλὰ σὺ ὅλα τὰ μπορεῖς, ὅλα τὰ γνωρίζεις, θέλεις ὅλα τ' ἀγαθὰ γιὰ ὅλους
καὶ παντοτινὰ ποθεῖς τὴ σωτηρία μου. Κι εἶναι φανερὸ αὐτὸ ἀπ' ὅλες τὶς εὐεργεσίες
ποὺ ἔκανες καὶ πάντα κάνεις μαζί μας καὶ χαρίζεις, φανερὰ καὶ κρυφά, αὐτὲς ποὺ
γνωρίζουμε κι αὐτὲς ποὺ δὲν γνωρίζουμε, κι ἀπ' τὴν ἴδια τὴν ἀδιανόητη
συγκατάβασή σου σὲ μᾶς Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλὰ ἐγὼ τί εἶμαι, γιὰ νὰ τολμάω νὰ σοῦ ἀναγγέλω, καρδιογνώστη; Ἀλλὰ τὰ
λέω αὐτὰ γιὰ νὰ τὰ μάθω ὁ ἴδιος καὶ νὰ τὰ πῶ στοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι καταφεύγω σὲ
σένα, τὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας μου. Γιατὶ νά, ἔμαθα ἀπὸ τὴ χάρη ποὺ μοῦ στέλνεις,
ὅτι εἶσαι σὺ ὁ Θεός μου, καὶ δὲν τολμάω νὰ πῶ πολλά, ἀλλὰ μόνο ἥσυχο νοῦ, κουφὸ
καὶ ἄλαλο, θέλω νὰ στήσω μπροστά σου. Κι οὔτε ἐγώ, ἀλλὰ ἡ χάρη σου τὰ ἐργάζεται
ὅλα. Γιατὶ δὲν γνώρισα ποτὲ τὸν ἑαυτό μου ἱκανὸ γιὰ τέτοια, ἀλλὰ πάντα γιὰ
πλήθη κακῶν, κι ἔτσι γονατίζω καὶ σοῦ δείχνω τὸ σχῆμα τοῦ δούλου, γιατὶ μ' ἀξίωσες
νὰ μετανοήσω καὶ γιατὶ εἶμαι δοῦλος σου καὶ γιὸς τῆς δούλης σου.
Ἀλλὰ μὴ μ' ἀφήσεις, Κύριέ μου, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, νὰ κάνω ἢ νὰ
πῶ ἢ νὰ σκεφτῶ ὅσα δὲν θέλεις. Γιατὶ μοῦ φτάνει τὸ πλῆθος τόσων ἁμαρτιῶν ποὺ ἔχω
κάνει ἤδη. Ἀλλὰ ὅπως θέλεις ἐλέησέ με. Ἁμάρτησα, ἐλέησέ με ὅπως νομίζεις.
Πιστεύω Κύριε, ὅτι ἀκοῦς καλὰ τὴν ἐλεεινὴ αὐτὴ φωνή. Βοήθα με στὴν ἀπιστία
μου, Ἐσὺ ποὺ μοῦ χάρισες νὰ εἶμαι στὴ ζωὴ κι ἔπειτα νὰ εἶμαι χριστιανός. Εἶναι
γιὰ μένα μέγα, λέει ὁ Καρπάθιος, ποὺ μὲ κάλεσες μοναχὸ καὶ χριστιανό. Ὅπως εἶπες,
Κύριε, σ' ἕνα δοῦλο σου, ὅτι 'εἶναι γιὰ σένα μέγα, ὅτι ἀποκλήθηκε πάνω σου τὸ ὄνομά
μου'. Καλύτερο εἶναι αὐτὸ γιὰ μένα πάνω ἀπ' ὅλα τὰ βασίλεια τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ,
ἀρκεῖ μόνο νὰ μὴν ἀποτύχω στὸ κάλεσμα τοῦ πιὸ γλυκοῦ ὀνόματός σου.
Ἅγιος Πέτρος Δαμασκηνὸς
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὑπάρξω». (Ψαλμὸς τοῦ Δαυῒδ)
ποὺ γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί!
Χαίρεται ὅλ᾿ ἡ ἔρημη ἀκρογιαλιὰ
κι ὁ βράχος κι ὁ γκρεμὸς ἀντίκρυ τοῦ πελάγους,
ποὺ τὸν χτυποῦν ἄγρια τὰ κύματα,
χαίρεται ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησίτσα
ποὺ μοσχοβολᾷ πάνω στὴ ράχη.
τὸ μισὸ ἀπάνω στὸν βράχο, τὸ μισὸ στὸν γκρεμό,
χαίρετ᾿ ὁ βοσκὸς ποὺ φυσᾷ τὸν αὐλό του,
χαίρετ᾿ ἡ γίδα του, ποὺ τρέχει στὰ βράχια,
χαίρεται τὸ ἐρίφιο ποὺ πηδᾷ χαρμόσυνα.
καὶ τὸ φθινόπωρο ξανανειώνει ἡ γῆς,
σὰ σεμνὴ κόρη ποὺ περίμενε χρόνια
τὸν ἀρραβωνιαστικό της ἀπ᾿ τὰ ξένα
καὶ τέλος τὸν ἀπόλαψε πρὶν εἶναι πολὺ ἀργά·
καὶ σὰν τὴ στεῖρα γραῖα ποὺ γέννησε θεόπαιδο
κ᾿ εὐφράνθη στὰ γεράματά της!
Δός μου κ᾿ ἐμένα ἄνεση, Παναγιά μου,
πρὶν ν᾿ ἀπέλθω καὶ πλέον δὲν θὰ ὑπάρχω.















