Τετράδιο
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026
Κυριακή 2 Αυγούστου 2026
Ἀνέκδοτα Θεοδ. Κολοκοτρώνη
Τὸ ἄν, ἔλεγεν, ἐσπάρθη πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν ἐφύτρωσε.
Ὅσες φορὲς καὶ ἂν ἐγράφθη εἰς ξένην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐκρέμασε
ποτὲ φούντα εἰς τὸ σπαθί του, ἐξηγῶν κατὰ γράμμα τοὺς στίχους τοῦ πολεμιστηρίου
ἄσματος τοῦ Ρήγα: «Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθεῖ, - Ἢ νὰ κρεμάσει
φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».
Ὁ Συνταγματάρχης κ. Πορὶ δε Σαὶν Βενσάν, εἰς τὴν ἔκθεσίν του τῆς ἐπιστημονικῆς
ἐκστρατείας τῆς Πελοποννήσου, λέγει, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δείχνοντάς του μίαν φορὰν
τὸν Γέρο Κολοκοτρώνη τοῦ εἶπε: «Ἰδοὺ ὁ Ὀδυσσεὺς τῆς Νέας Ἑλλάδος!» καὶ τοῦ ἀνέφερε
καὶ στίχους τοῦ Ὁμήρου πρὸς ἀπόδειξιν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ κατὰ τρία πράγματα ὁμοιάζουν
πολὺ οἱ δύο οὗτοι ἄνδρες: κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸν πατριωτισμόν, καὶ τὴν ἀκοίμητον
πάλην μὲ τὰς μυστηριώδεις δυνάμεις τῆς τύχης. Καὶ οἱ δύο ἔζησαν τόσον, ὥστε ἐγήρασαν
καὶ ἐχαίροντο εἰς τὸ δείλι τους τὲς ὧρες τῆς αὐγῆς τους.
Ὁ Θεός, ἔλεγε, ἔδωσε τὴν ὑπογραφή του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν
τὴν παίρνει ὀπίσω.
Εἰς ἀπεσταλμένον ἀπὸ φίλον του στρατιωτικὸν ἐπίσημον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμηνοῦσε
νὰ σκοτώσει τὸν Α. Δ., νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν μέση τὸν Ζαΐμη, εἰτεμὴ τὸ γένος δὲν
βλέπει σωτηρίαν, ἔλεγε ἀκούοντας τὴν παραγγελίαν: «Οὔ! νὰ χαθεῖ, θαρρεῖ πῶς εἶναι
μῦγες· εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ».
Πηγαινάμενος μίαν φορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Ἀνάπλι, ὅταν ἐρωτήθη τί
νεώτερα εἶδε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶπε: «Εἶδα πράγμα ὁποὺ δὲν τὸ εἶδα ἄλλη φορὰ
τόσων χρονῶν ὁποὺ εἶμαι, οἱ γυναῖκες ὣς τὰ τώρα ἤξευρα πὼς ἐφούσκωναν ἀπ᾿ ὀμπρός,
εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδα ὅτι φουσκώνουν ἀπὸ πίσω». Ἀπέβλεπεν ὁ λόγος του τὸ ἀδιάντροπον
τῶν τότε γυναικείων φορεμάτων.
Εἰς τὸν Μυστρά, ἂν δὲν σφάλλω, τοῦ ἐκατάδωκαν δύο γυναίκας ἀτίμου διαγωγῆς,
αἱ ὁποῖαι ἐξέκλιναν τοὺς στρατιώτας του. Ἔκαμε καὶ τοῦ τὲς ἔφεραν, καὶ
βλέποντας ἕνα χωράφι μὲ τσουκνίδες, ἔκαμε καὶ τὲς ἐγύμνωσαν καὶ τὲς ἐκύλησαν εἰς
τὲς τσουκνίδες.
Ὅταν σαράντα χωροφύλακες μὲ τὸν μοίραρχον ἐπῆγαν νύκτα, νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ
τὸ περιβόλι του, εἰς τὸ Ἀνάπλι, ἐπὶ Ἀντιβασιλείας, εἶπε: «Ἔφθανε νὰ μοῦ
στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μὲ ἕνα γράμμα νὰ
πάω εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ μὲ ἕνα φανάρι εἰς τὸ στόμα του, νὰ μᾶς φέγγει καὶ τῶν
δυονῶν μας».
Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τοῦ ἐδόθη εἴδησις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ
χαρίζει τὴν ζωὴν καὶ μόνον τὸν ἀφήνει εἴκοσι χρόνους φυλακήν, εἶπε: «Θὰ γελάσω
τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ ζήσω τόσους».
Εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ὅταν ἀπέθανεν ἡ γυναίκα του, εἰς τὸ μνημόσυνόν
της ἐπῆρε εἰς τὸ κεφάλι του τὸν δίσκον μὲ τὰ κόλυβα ἀπὸ τὸ σπίτι του ἕως εἰς τὴν
ἐκκλησίαν, σημεῖον τῆς ἀγάπης του.
Γέλωτα ἄσβεστον τοῦ ἐπροξενοῦσεν ἡ ἐνθύμησις τῆς ἐπιστολῆς φίλου τινός, ὅστις
τοῦ ἔγραφεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην: «Ἢ νὰ ἐλευθερωθοῦμεν, ἢ νὰ χαθῆτε».
Γεώργιος Τερτσέτης
Σάββατο 1 Αυγούστου 2026
Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026
Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026
Τρίτη 28 Ιουλίου 2026
Μὲ σιδερωμένα ράσα
καὶ πουκάμισο...
Ὁ Γέρων Αἰμιλιανὸς ἦταν εἴκοσι δύο χρόνια μικρότερος ἀπὸ τὸν παπα-Ἐφραὶμ
τὸν Κατουνακιώτη, κι ὅμως ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶχε κρίνει ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἱερομόναχος
ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντιληφθεῖ τὰ βιώματα τοῦ σπουδαίου ἁγιορείτη, κι ὅπως ἀργότερα
ἐξομολογοῦνταν ὁ παπα-Ἐφραίμ: «Οἱ καρδιές μας ἔγιναν ἕνα καὶ συναντιόμαστε σὰν
δύο φλόγες ποὺ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό!»
Στὴν πρώτη ἐντύπωση, ὁ παπα-Ἐφραὶμ εἶχε παρεξηγήσει τὸν μετέπειτα Γέροντα
Αἰμιλιανὸ τὸν Σιμωνοπετρίτη. Τὸν εἶχε δεῖ κάπως καλοφτιαγμένο, τοῦ φάνηκε κάπως
«σιδερωμένος», ἀτσαλάκωτος ποὺ λέμε, ἔμοιαζε κάπως σὰν πριγκιπόπουλο, ὥστε εἶπε
ἀπὸ μέσα του:
«Ἔ, καλά, ἕνας παπὰς σὰν τοὺς ἄλλους, ποὺ ἦρθε νὰ συζητήσουμε γιὰ
προσευχή! Μὲ σιδερωμένα ράσα καὶ πουκάμισο! Ἄντε, νὰ τοῦ δώσω ἕνα λουκούμι καὶ
νὰ φύγει!»
Ὁ Γέρων Αἰμιλιανός, ἔτσι ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴ φύση του καλοσυνάτος, εὐγενής, ὁλόλαμπρος,
ἔβγαλε μὲ σεμνότητα τὸν σκοῦφο του, καθήμενος σεβαστικὰ ἀπέναντι στὸν Γέροντα Ἐφραίμ.
«Εἶμαι ἡγούμενος στὰ Μετέωρα», συστήθηκε ὁ Γέρων Αἰμιλιανός. Φαινόταν ὅτι
εἶχε ἔρθει μὲ λαχτάρα γιὰ νὰ συζητήσει μὲ τὸν παπα-Ἐφραὶμ περὶ νοερᾶς προσευχῆς.
«Στὰ Μετέωρα πολὺς κόσμος», ἀποκρίθηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ, ἴσως ἀκόμη μὲ μία ἄρνηση
μέσα του γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἀπρόσμενο ἐπισκέπτη. «Νὰ ἔρθετε στὸ Ἅγιον Ὄρος»,
προτίμησε νὰ πεῖ.
Κάτι, ὅμως, εἰδοποιοῦσε τὸν παπα-Ἐφραίμ, μέσα του ἐνδομύχως, ὅτι κάπως εἶχε
ἀδικήσει στὴν κρίση του ἐκεῖνον τὸν νεαρὸ ἡγούμενο ἀπὸ τὰ Μετέωρα, ὁ ὁποῖος, ἐξάλλου,
εἶχε κοπιάσει ἀρκετά, μαζὶ μὲ ἄλλους δύο, γιὰ νὰ ἔρθουν σὲ συνάντηση μαζί του.
«Μήπως τὸν ἀδικῶ τὸν ἄνθρωπο;» συλλογίστηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ. Πῆγε νὰ φέρει
τὸ λουκούμι γιὰ τὸ κέρασμα, ἐνῶ μέσα του βαροῦσε μία πολὺ βαριὰ ἀμφιβολία.
«Καὶ δὲν παίρνω μιὰ πληροφορία;» εἶπε γιὰ νὰ σιγουρευτεῖ.
Πῆγε ὁ παπα-Ἐφραὶμ παραμέσα στὸ ἐκκλησάκι του, στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔχοντας
βάλει γιὰ σκοπὸ νὰ πάρει ὁπωσδήποτε «πληροφορία» περὶ τοῦ πατρὸς Αἰμιλιανοῦ, αὐτουνοῦ
τοῦ μουσαφίρη του ἀπ' ἔξω, τοῦ ἀτσαλάκωτου ἀπ’ τὰ Μετέωρα.
Ἔκανε δυό, ἔκανε τρεῖς μετάνοιες ὁ παπα-Ἐφραίμ, εἶπε μετὰ πρὸς τὴ
Θεοτόκο:
«Παναγία μου, νὰ τοῦ μιλήσω ἢ θὰ χάσω τὰ λόγια μου;»
Ἀκούει, τότε, ὁ Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης τὴν ἴδια τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ
τοῦ ἀποκρίνεται μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα Της:
«Βρῆκες δεύτερον Γερο-Ἰωσήφ. Μίλα!» τοῦ λέει.
Ἀναφέρονταν ἡ Θεοτόκος στὸν μακάριο Γέροντα Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστή, τὸν ἀετὸ
τῶν ἀετῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ ἐκλιπόντα
πνευματικὸ πατέρα τοῦ παπα-Ἐφραίμ.
Ἀναστατώθηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ. Ὤ, ἵδρωσε! Τρόμαξε. «Ὤ, ἐγκλημάτησα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ
μου!» εἶπε μὲ τρομάρα. Ἔτρεξε ἔξω, πῆρε μαζί του τὸν πατέρα Αἰμιλιανὸ καὶ τὸν ἔχωσε
μέσα στὸ ἐκκλησάκι.
Θὰ πρέπει νὰ συζήτησαν κάμποσες ὧρες μεταξύ τους καὶ ἀπὸ τότε δὲν χώρισαν
ποτέ τους.
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης ἔλεγε συχνὰ γι’ αὐτὸν τὸν θεόσταλτο τῶν
Μετεώρων: «Βρῆκα τὸν ἀπολεσθέντα Γέροντά μου, ἕναν ἄλλο Γερο-Ἰωσήφ, τὸν
χρυσόγλωσσο καὶ σεβαστὸ Γέροντα Αἰμιλιανό!»
Ἄλλοτε, εἶπε γιὰ τὸν Αἰμιλιανό: «Αὐτός, παιδί μου, εἶναι εὐωδία».
Γέρων Ἀθανάσιος
Σιμωνοπετρίτης
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026
Σάββατο 25 Ιουλίου 2026
«Ὁ λαὸς πιστεύει, ἀλλὰ
θέλει καὶ μερακλῆ τσομπάνο»
Δημήτριος
Γκαγκαστάθης Ἱερεύς
Στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 1975 ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος
παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης. Τὸ πνευματικό του τέκνο, ὁ Στυλιανὸς Κεμεντζετζίδης,
ἔχει ἐκδόσει τὸν βίο καὶ τὰ ἔργα του γιὰ νὰ γνωρίσουμε πῶς πολιτεύθηκε ὁ ἄνθρωπος
τοῦ Θεοῦ καὶ γνήσιος ποιμὴν τῶν λογικῶν προβάτων Του.
Ἦταν πραγματικὸς παπᾶς, λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου, ποὺ θυσίαζε τὴν ζωή του ὑπὲρ
τῶν προβάτων. Ὅταν τὸν κατεδίωκαν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ, κατέφυγε στὴν Μητρόπολι
Τρικάλων καὶ τὸν ἔστειλαν γιὰ προστασία στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Ζέρβα.
Διηγεῖται ὁ ἴδιος:
«Ἀποφάσισαν νὰ μὲ πάρουν στὸ Βοργαρέλι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μὲ στείλουν μὲ τὸ ἀεροπλάνο
στὴν Μέση Ἀνατολή, στὴν Ἑλληνική Κυβέρνησι. Ἤθελαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ
κομμουνισμὸς καὶ τὸ ΕΑΜ καταδιώκει τοὺς ἱερεῖς, γιὰ νὰ πάρουν αὐτοὶ γαλόνια
(βαθμούς) καὶ ἐμένα νὰ μὲ δώσουν δόξες, τιμὲς καὶ θέσι ἐξαιρετική. Τοὺς εἶπα· θὰ
μὲ ἀφήσετε ἀπόψε νὰ προσευχηθῶ καὶ τὸ πρωΐ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Διὰ τῆς προσευχῆς ἔβγαλα
τὴν ἀπόφασι: ὄχι. Δὲν πρέπει, εἶπα, νὰ φύγω μακρυὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό μου καὶ ἀπὸ τὸ
Ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν. Ἄς βασανιστῶ καὶ ὑποφέρω, θὰ μείνω ἐδῶ, πλησίον τοῦ Χριστοῦ
καὶ ὄχι τοῦ χρυσοῦ. Θὰ πεθάνω στὴν πόρτα τῶν Ταξιαρχῶν, σύμφωνα μὲ τὸν ὅρκο ποὺ
ἔδωσα».
Καὶ δὲν εἶναι εὔκολα λόγια αὐτά. Δὲν εἶναι κηρύγματα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Τὸ
πόσο βασανίστηκε, τὸ τί ὑπέστη, δὲν τὸ χωρεῖ νοῦς ἀνθρώπου...
Ὅμως καὶ τὸ ποίμνιό του τὸν ὑπεραγαποῦσε καὶ τὸν προστάτευε, ὅσο μποροῦσε,
ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐπίβουλους:
«Τὸ στρατηγεῖο τοῦ ΕΛΑΣ συνῆλθε καὶ ἀποφάσισε νὰ μὲ πάρουν μὲ τὸ μέρος
τους... : Ἤθελαν νὰ μὲ δώσουν ἕνα ἄλογο νὰ γυρίζω στὰ χωριὰ γιὰ καθοδήγησι καὶ
4 ἄνδρες γιὰ σωματοφυλακή, νὰ μὲ φυλάγουν. Τὸ μεγαλύτερο σατανικὸ ἀξίωμα. Ἔρχονται
στὸ χωριό. Συναθροίζονται ὅλοι τῆς περιφέρειας τὰ ὑπεύθυνα πρόσωπα καὶ ἀναφέρουν
τὴν διαταγή. Ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἐταράχθησαν. Τί πράγματα εἶναι αὐτὰ, εἶπαν, καὶ δὲν
ἀφήνετε ἥσυχο τὸν παπᾶ μας; Ἐσεῖς θέλετε μὲ αὐτὸ νὰ τὸν καταστρέψετε. Τί
συμβαίνει πάλι; τοὺς ἐρωτῶ. Μὲ δείχνουν τὴν διαταγή. Τὴν διαβάζω καὶ τοὺς λέγω:
Αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ ζητᾶτε ἐσεῖς ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰ κάνω. Αὐτὴ ἡ δουλειὰ
θέλει ἄνθρωπο μορφωμένο καὶ ἔμπειρο. Καὶ ὕστερα ἐγὼ τὸ ἔχω δηλώσει, θέλω νὰ
πεθάνω πραγματικὸς παπᾶς καὶ ὄχι μασκαρᾶς. Δὲν ἀναλαμβάνω τέτοια δουλειὰ καὶ ὅ,τι
θέλει ἄς γίνει. Τί σήμερα, τί ἀργότερα, ἐγὼ εἶμαι ἔτοιμος γιὰ τὸν Χριστὸ νὰ
θυσιαστῶ ὅποια ὥρα θέλήσετε. Τὸ χωριὸ ὑπὲρ ἐμοῦ... Ἔφυγαν καὶ πάλι ἄπρακτοι.
Βλέπετε πόσον ἡ θρησκεία μας εἶναι ζωντανή!»
«Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1943 ὁ Δεσπότης Κοζάνης Ἰωακείμ ἐξέδωκε καταδικαστικὴ
ἀπόφασι, δὶς εἰς θάνατον. Ὁ πρῶτος ποὺ ὑπέγραψε τὴν καταδίκη μου, ἐρήμην, ἦταν ὁ
Δεσπότης. Ἐστειλε καὶ τὸν Ἀρχιμανδρίτη του, παπᾶ Κοσμᾶ, μὲ πέντε ἀντάρτες, νὰ μὲ
ἐκτελέσουν καὶ ἡσυχάσουν, ἐπειδὴ πολὺ τοὺς ἀνησυχοῦσα καὶ τοὺς χαλνοῦσα τὰ
σχέδιά τους, καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν δουλειὰ στὸ χωριό. Οἱ ἐνορίτες μου μὲ ἄκουγαν,
ἐπειδὴ πρῶτος ἐγὼ ἔτρεχα στοὺς κινδύνους, γιὰ νὰ τοὺς σώσω, μὲ ὁποιονδήποτε
τρόπο μποροῦσα».
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ κοίταζε πρὸς τὰ πάνω καὶ ρύθμιζε τὶς πράξεις καὶ τὴ
ζωή του σύμφωνα μὲ τὴν οὐράνια, αἰώνια πραγματικότητα. Ἄν κοίταζε καὶ ἔκρινε μὲ
τὰ κάτω καὶ μὲ τοὺς γύρω του ἀναπόφευκτα καὶ ὁ βίος του θὰ ἦταν ἀντίστοιχος:
«Μεταχειρίστηκαν καὶ ἄλλα σατανικὰ μέσα. Ἔβαλαν τοὺς ἄλλους ἱερεῖς νὰ ποῦν
τὴν παπαδιά: Μήπως μονάχα αὐτὸς δὲν θέλει τὸν κομμουνισμό; Καὶ ἐμεῖς δὲν τὸν
θέλουμε. Τί νὰ κάνωμε ὅμως; Ἄς τοὺς κάνωμε τώρα τὸ κέφι καὶ ἅμα ἀλλάξει ἡ
κατάστασις, αὐτοὺς θὰ λογαριάσωμε; Καὶ τὸ ἐπέτυχαν. Ἡ παπαδιὰ ἄρχισε νὰ μὲ
γκρινιάζῃ καὶ νὰ φωνάζῃ ἐναντίον μου».
«Μοῦ λέγει ἡ παπαδιά: Πράγματι χαζάθηκες. Ἐσὺ θὰ φέρης ἀποτέλεσμα μόνος;
Δὲν βλέπεις τοὺς ἄλλους παπάδες τῶν γύρω χωριῶν, ποὺ κάθονται στὰ σπίτια τους,
δουλεύουν, τρώγουν καὶ πίνουν μὲ τὶς οἰκογένειές τους; Ὅ,τι θὰ γίνῃ γιὰ ὅλο τὸν
κόσμο θὰ γίνῃ καὶ γιὰ ἐμᾶς. Τῆς λέγω: Θὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τὸν
χρυσό. Κομμουνιστὴς δὲν γίνομαι».
«Μὲ δάκρυα στὰ μάτια, μοῦ λέγουν: Πῶς κατάντησες νὰ ὑποφέρῃς τόσα
πράγματα καὶ σὲ αὐτὰ τὰ χάλια; Τοὺς ἀπαντῶ: Ὑπέφερε ὁ Χριστὸς γιὰ ἐμᾶς, πρέπει
τώρα καὶ ἐμεῖς νὰ ὑποφέρουμε γιὰ τὸν Χριστὸ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ θὰ φύγῃ αὐτὴ ἡ
καταχνιὰ καὶ ἡ βρωμιά καὶ θὰ λάμψῃ πάλιν ἡ Ἐκκλησία».
(Τὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ Βίος
–Θαύματα-Νουθεσίαι καὶ Ἐπιστολαί)
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026
Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026
Νὰ εἶσαι
σεμνὸς
Τὸ ποίημα τοῦ Κώστα Κρυστάλλη «Στὸ Σταυραητό», δὲν θὰ φύγει ποτὲ ἀπὸ τὴ
μνήμη μου:
Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μὲσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μὲσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
Τὸ διάβαζα στὸν Ὀρέστη Μακρή, στὸ καμαρίνι, κι ἔκλαιγε.
Διάβασέ μου το, ἄλλη μία φορά, μοῦ ἔλεγε.
Ὁ Μακρὴς δὲν ἦταν μόνο σπουδαῖος ἠθοποιός, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα
διαβασμένος. Τοῦ ἄρεσε νὰ μὲ συμβουλεύει. Μοῦ ἔλεγε συνέχεια:
«Τὸ στάχυ... Νὰ εἶσαι σεμνός. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν φτάσεις, ποτὲ μὴ φουσκώσεις.
Οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι εἶναι σεμνοί. Δὲν κάνουν ἐπίδειξη. Τὸ μεστωμένο στάχυ, ποὺ
εἶναι γεμάτο ἀπὸ καρπό, εἶναι γυρτό. Τὸ γυρτὸ σημαίνει σεμνότητα. Τὸ ἀδειανὸ
στάχυ πάει ὅπου φυσᾶ ὁ ἀέρας γιατὶ δὲν ἔχει τίποτα μέσα.»
Νίκος Ρίζος
Στὸ
Σταυραητό
Ἀπὸ μικρὸ κι
ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.
Ἔτσι ἐγεννήθηκε
μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.
Μπεζέρισα νὰ
περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.
Θέλω ἡ
βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.
Κλωνάρια ἀπ᾿
ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.
Ἀπὸ ἡμερόδεντρον
ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλῶ σε,
σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!
Κώστας Κρυστάλλης
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
Πρός τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη











