Πέμπτη 30 Απριλίου 2026


Καλημέρα σας καὶ χρόνια πολλά!
Ἐμπῆκε στὸ τραῖνο ἀπὸ τὸν σταθμὸ τοῦ Θησείου. Ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ, μεσόκοπος, παρεπίδημος ἴσως, ποιός ξέρει ἀπὸ ποίαν μακρυνὴν ἐπαρχίαν, φέρνοντας μαζή του, μέσα στὸ ἀθηναϊκὸν περιβάλλον, τὸν ἀέρα -ἕναν ἀέρα ἁπλότητος καὶ ἐγκαρδιότητος- ἄλλων τόπων. Ροδοκόκκινος, καλοθρεμμένος, πρόσχαρος, μὲ ὕφος ἀνθρώπου καλοζωισμένου καὶ ἔχοντος τὴν καλλιτέραν ἰδέαν περὶ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἕνα φλογῶδες γαρύφαλλο, περασμένο σὲ μία κουμπότρυπα τοῦ γελέκου του -σακκάκι μ' αὐτὴ τὴ ζέστη δὲν ὑπῆρχε-, ἐπρόσθετε κάποιον τόνον λαϊκῆς γκαλαντερὶ στὸν γηραλέον, ποὺ ἔφερεν ὑπερήφανα τὰ χρόνια του, χωρὶς νὰ φαίνεται ὅτι προσέχει στὸ βάρος των.
-Καλημέρα σας! εἶπε μεγαλοφώνως, χαιρετώντας ἀπὸ τὴν πόρτα τοὺς ἄλλους ἐπιβάτας. Καὶ χρόνια πολλά!
Κανένας δὲν τοῦ ἀνταπέδωσε τὸν ἀπροσδόκητον χαιρετισμόν. Βλέμματα περίεργα ὑψώθησαν, μειδιάματα ἐχαράχθησαν, κάποιοι ψιθυρισμοὶ ἀντηλλάγησαν καὶ ὁ κύκλος τῆς ἀδιαφορίας ἔκλεισε πάλιν γύρω του, ἐνῶ ὁ περίεργος νεοφερμένος καταλάμβανε τὴν θέσιν του, ξαφνιασμένος κάπως ἀπὸ τὴν ἀνεξήγητην γι' αὐτὸν ὑποδοχὴν τῶν εὐγενῶν καὶ καλοντυμένων ἀνθρώπων.
-Χάθηκε μία καλημέρα; μουρμούρισε σὲ λιγάκι μ' ἕναν ἐλαφρὸν ἀναστεναγμὸν καὶ χωρὶς κακίαν, ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος. Ἂς εἴσαστε καλά...
Σὲ κάποιο βλέμμα ἐπιβάτου, ποὺ ἔπεσεν ἐπάνω του, ἐμάντευε κανεὶς τὴν ὁμαδικὴν ἀπάντησιν ὅλων τῶν ἄλλων πρὸς τὸν σχετλιασμὸν τοῦ ἀφελοῦς:
-Εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν καλημέρα σου, χριστιανέ μου; Καὶ ἀπὸ τὰ «χρόνια πολλά σου»; Ποῦ σὲ εἴδαμε, ποῦ σὲ ξέρουμε; Μήπως σὲ εἴδαμε καὶ χθές; Μήπως θὰ σὲ ξαναϊδοῦμε κι' αὔριο; Ἀπὸ ποῦ κι' ὡς ποῦ αὐτὴ ἡ οἰκειότης; Στὸ σπίτι σου μπῆκες ἐδῶ μέσα ἢ στὸ σπίτι τοῦ ξαδέρφου σου; Ἐδῶ εἶνε σιδηρόδρομος. Οἱ ἄνθρωποι μπαίνουν καὶ κάθονται. Οἱ χαιρετοῦρες καὶ τὰ «χρόνια πολλὰ» εἶνε περιττά. Μποροῦνε νὰ λείπουν χριστιανέ μου. Ἀλλὰ ποῦ νὰ μάθης νὰ φέρνεσαι, κακομοίρη.
Τὸ πρωτόκολλον ὅμως τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀνθρώπου εἶχεν ἐντελῶς διαφορετικοὺς κανόνας:
-Γιατί δηλαδὴ κύριοι; Ἔκανα λάθος λοιπὸν ποὺ σᾶς εἶπα τὴν καλημέρα καὶ τὰ «χρόνια πολλά», ἡμέρα ποὺ εἶνε σήμερα τῆς Παναγίας; Ἔπρεπε νὰ μπῶ σὰν τὸ γαϊδούρι ἐδωμέσα; Μέσα στὸ ἴδιο μέρος βρεθήκαμε ὅλοι μας, δίπλα καθόμαστε, παρέα κάνουμε, χριστιανοὶ εἴμαστε ὅλοι, τὴν ἴδια Παναγία προσκυνοῦμε. Τί μὲ κυττᾶτε; Ἔτσι τὤχετε ἐσεῖς ἐδῶ στὴν Ἀθήνα; Αὐτὴ εἶνε ἡ εὐγένειά σας; Μὲ συμπαθᾶτε χριστιανοί μου.
Δύο ἀντίθετα πρωτόκολλα εἶχαν συγκρουσθῆ. Τὸ ἕνα τῆς ψυχρᾶς τυπικότητας καὶ τῆς στεγνῆς ἐθιμοτυπίας. Τὸ ἄλλο τῆς ἀφελοῦς ἐγκαρδιότητας καὶ τῶν ἀδελφικῶν τρόπων. Μπορεῖ ν' ἀκολουθοῦμεν τὸ πρῶτον. Ἀλλὰ θὰ ἦτο λάθος μας νὰ μὴ συγκινούμεθα ἀπὸ τὸ δεύτερον.
Παῦλος Νιρβάνας (Χρονογράφημα στὴν «Ἑστία», Αὔγουστος 1929)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Στὴν κάμαρα μὲ τὰ εἰκονίσματα
Σὰν ἐβράδιαζε καὶ πρὶν νυχτώσει καὶ πρὶν γυρίσει ὁ πατέρας μaς ἀπ’ τὴ δουλειά του τὴν ἀπογευματινὴ κι ἀπὸ τὸ καφενεῖο ποὺ συναντιόταν μὲ τοὺς φίλους του, ἔμπαινε ἡ μάνα στὸ δωμάτιο μὲ τὰ εἰκονίσματα. Κατέβαζε τὸ καντήλι ποὺ κόντευε νὰ σβήσει, ἀφοῦ καιγόταν ἀπὸ τὸ πρωί, καὶ τὸ ’φερνε στὴν κουζίνα καὶ τὸ ’βαζε ἀπάνω στὴ γωνιά. Ἄναβε τότε ἀπ’ τὴ φλόγα ποὺ τρεμόσβηνε τὴν πασχαλιάτικη λαμπάδα ποὺ φυλάγαμε ἀπ’ τὴ Λαμπρὴ καὶ μοῦ τὴν ἔδινε νὰ τὴν κρατάω. Ἔπιανε ὕστερα τὴ φλόγα μὲ τὰ δυό της ἀκροδάχτυλα νὰ σβήσει… καὶ τὸ δικό μου τὸ παιδιάτικο μυαλὸ ἔμενε πάντα μὲ τὴν ἀπορία, πῶς δὲν καιγόνταν τ’ ἀκροδάχτυλα τῆς μάνας μου, πρωὶ καὶ βράδυ τόσα χρόνια ν’ ἀκουμποῦνε τὴ φωτιὰ καὶ νὰ τὴ σβήνουν.
Ἐκείνη ὡστόσο συμπλήρωνε ἀπ’ τὸ ροΐ τὸ λάδι τὸ ἀναγκαῖο στὸ καντήλι καὶ τραβώντας λίγο τὸ βαμβακένιο φυτίλι στὴν καντηλήθρα, τὸ ἔστριβε ἀπαλὰ καί … «ἔλα» μοῦ ἔλεγε κι ἐγὼ τὸ ἄναβα ἀπὸ τὸ φῶς τῆς πασχαλιάτικης λαμπάδας ποὺ κρατοῦσα.
Τὴν ἔπαιρνα ἀπὸ πίσω ἔπειτα τὴ μάνα μου, καθὼς ἐγύριζε στὴν κάμαρα μὲ τὰ εἰκονίσματα, καὶ τὸ καντήλι, ἀφοῦ τὸ σκέπαζε μὲ τὸ γυαλί του, τὸ ἀπίθωνε σεβαστικὰ στὴν τακτική του θέση, σὲ μία παλιὰ μικρὴ ἐταζέρα δηλαδή, καρφωμένη στὸν τοῖχο, ἀνάμεσα στὰ εἰκονίσματα καὶ στολισμένη μὲ πετσετάκι κάτασπρο ἀπ’ τὰ δικά της χέρια κεντημένο.
Ποτὲ ὡς τώρα δὲ λησμόνησα τὴ μάνα μου, μέσ’ στὴν κατάνυξη ποὺ γέμιζε τὴν κάμαρα τὸ φῶς τὸ ἱλαρὸ τοῦ καντηλιοῦ, πῶς ἔγερνε στὰ γόνατα κι ἄρχιζε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ σταυροκοπιέται. Γονατιστὴ κι ἐγὼ στὸ πλάι της, πολεμοῦσα νὰ διακρίνω τὰ λόγια ποὺ σχημάτιζαν τὰ χείλη της καὶ δὲν μποροῦσα, μιλοῦσε μόνη πρὸς «μόνῳ Θεῷ». Ὅμως τὸ φεγγοβόλημα τὸ ἀμυδρὸ τοῦ καντηλιοῦ ἔφτανε γιὰ νὰ ξεχωρίσω δάκρυα νὰ κυλοῦν στῆς μάνας μου τὶς παρειές, ποὺ μὲ τὸ τελευταῖο σταυροκόπημα θυμότανε νὰ τὰ σφογγίσει, βγάζοντας τὸ μαντηλάκι της ἀπὸ τὴν τσέπη τῆς τριμμένης ρόμπας ποὺ φοροῦσε. Καὶ τότε… «ἄναψε τὸ φῶς», ψιθύριζε καὶ παραμένοντας γονατιστὴ κάτω ἀπ’ τὰ εἰκονίσματα, ἄνοιγε τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ συλλάβιζε ἀργά, μὲ τὰ λιγοστὰ γράμματα ποὺ εἶχε καταφέρει στὰ παλιὰ μονάχη της νὰ μάθει. Κι ἐγώ, λιγότερο ἀπὸ δεκάχρονο κορίτσι, στῆς κάμαρας τὸν τοῖχο ἀκουμπώντας, νὰ περιμένω σιωπηλή… καὶ βυθισμένη στὸ δέος καὶ στὴν ἔκπληξη νὰ βλέπω τώρα καθαρὰ καινούργια δάκρυα νὰ τρέχουν ἀπ’ τῆς μάνας μου τὰ μάτια.
Μὰ ἦρθε ἡ ὥρα, κι ἤτανε νωρίς, ποὺ ἡ μάνα μου ταξίδεψε στὴ χώρα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει βράδυ καὶ νύχτα καὶ οἱ λυτρωμένοι προσεύχονται χωρὶς δάκρυα. Κι ἐγὼ ἄργησα, μὰ τὸ κατάλαβα, πῶς μπόρεσε ἡ μάνα μου, τὰ δύσκολα χρόνια της ἐπίγειας ζωῆς της, μὲ τὶς λιγοστὲς χαρὲς καὶ τὶς ἀμέτρητες πίκρες, ἀγόγγυστα νὰ τὰ περάσει καὶ καρτερικά. Κι ὅταν ἀνάβω τὸ καντήλι καὶ τὸ φέρνω στὰ εἰκονίσματα, στὰ γόνατα τὴν ξαναβλέπω νὰ προσεύχεται καὶ νὰ σταυροκοπιέται κι ἀργὰ νὰ συλλαβίζει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ δάκρυα νὰ τρέχουν ἀπ’ τῆς μάνας μου τὰ μάτια.

Εὐτυχία Γερ. Μάστορα

Τρίτη 28 Απριλίου 2026



Καλημερούδια
Μὲ τὶ καμάρι περπατεῖ
τὴν κούκλα της κρατώντας,
καὶ μ᾿ ἕνα σπάγκο τὸ γατὶ
ξοπίσω της τραβώντας.
Κοντὰ στὴν πόρτα σταματᾶ
πρὶν πάει πιὸ παραπέρα,
καὶ τὰ πουλιά της χαιρετᾶ
μὲ μία καλημέρα.
«Καλημερούδια σας, πουλιά,
καλημερούδια χήνα...
τὴν κούκλα λὲν Τριανταφυλλιά,
καὶ τὸ γατὶ ψιψίνα.
Κι ἂν μὲ ρωτᾶτε καὶ γιὰ ποῦ,
νωρὶς τὶ τάχα βγῆκα,
πάω νὰ προφτάσω τὸν παπποὺ
ποὺ μὲ φιλεύει σῦκα.»
Ἀλέξανδρος Πάλλης

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026



Τί λένε τώρα τὰ πουλάκια;
Ἦταν ἄνοιξη, ὁ Γέροντας Παΐσιος ἄκουγε τὰ πουλιὰ ἔξω νὰ κελαηδᾶνε καὶ μὲ ρωτάει :
-Τί λένε τώρα τὰ πουλάκια;
-Ποῦ νὰ ξέρω, Γέροντα; τοῦ λέω .
-Εὐλογημένε, λένε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη!

Κυριακή 26 Απριλίου 2026


Πατρίδα
Πάλε ξυπνάει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγέρι
στὴν πλάση μυστικῆς ἀγάπης γλύκα,
σὰν νύφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προίκα,
λάμπει ἐνῶ σβηέται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστέρι.
Πεταλοῦδες πετοῦν ταίρι μὲ ταίρι,
ἐδῶ βουίζει μέλισσα, ἐκεῖ σφήκα·
τὴ φύση στὴν καλή της ὥρα ἐβρῆκα,
λαχταρίζει ἡ ζωὴ σ᾿ ὅλα τὰ μέρη.
Κάθε μοσχοβολιὰ καὶ κάθε χρῶμα,
κάθε πουλιοῦ κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στὰ φυλλοκάρδια μου κι ἐλπίδα
νὰ σοῦ ξαναφιλήσω τ᾿ ἅγιο χῶμα,
νὰ ξαναϊδῶ καὶ τὸ δικό σου Μάη,
ὄμορφή μου, καλή, γλυκειὰ πατρίδα.

Λορέντζος Μαβίλης

Σάββατο 25 Απριλίου 2026



Ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη
Πρόσεξε μὴν παραγίνεις αὐτοκράτορας, μὴ σὲ ποτίσει αὐτὸ τὸ πνεῦμα, γιατὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ.
Κράτησε τὸν ἑαυτό σου ἁπλό, καλό, ἀκέραιο, ἀξιοπρεπή, ἀνεπιτήδευτο, μὲ ἀγάπη γιὰ τὴ δικαιοσύνη, μὲ σεβασμὸ ἀπέναντι στοὺς θεούς, μὲ ἀγαθὴ διάθεση ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, μὲ στοργὴ γιὰ τοὺς δικούς σου, ἀμετακίνητο στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος.
Πάλεψε γιὰ νὰ μείνεις πάντα ὅπως θέλησε νὰ σὲ φτιάξει ἡ φιλοσοφία. Νὰ φοβᾶσαι τοὺς θεούς, νὰ προστατεύεις τοὺς ἀνθρώπους.
Ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη. Ἕνας εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς: μιὰ αἴσθηση ἱερότητας καὶ ἔργα ἀγάπης.
Μάρκος Αὐρήλιος (121-180 μ.Χ.)
Τὰ εἰς ἑαυτὸν

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026


Τέκνα φωτός καί υἱοί τῆς Ἀναστάσεως
Μέ τήν Χάρι τοῦ Σταυρωθέντος καί Ἀναστάντος Κυρίου μας ἑορτάσαμε καί ἐφέτος τά ἁγία Πάθη καί τήν ἔνδοξο Ἀνάστασή Του.
Μᾶς δόθηκε γιά μία ἀκόμη φορὰ στό διάστημα τῆς προσκαίρου ἐπιγείου ζωῆς μας ἡ δυνατότητα νά γίνουμε θεατές τῆς ἄκρας ταπεινώσεως καί εὐσπλαχνίας Του, ποὺ ὑπερβαίνουν τήν ἱκανότητα τῆς λογικῆς μας κατανοήσεως.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ παραδίδεται εἰς τό σταυρωθῆναι. Σέ κάθε φάση τοῦ ἁγίου Του Πάθους βλέπουμε νά ἐγκαταλείπεται, ταπεινώνεται καί ἐξουδενώνεται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τούς ἀνθρώπους. Στόν Σταυρό κορυφώνεται ἡ ἀτίμωσις καί ἐξουδένωσίς Του. Τελικά ἄπνους παραδίδεται στόν παγερό Τάφο.
Δέν ὑπάρχει κατώτερο σημεῖο ταπεινώσεως νά κατεβεῖ ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Κατέρχεται στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς. Ὅλα αὐτά τά πάσχει ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς τούς σταυρωτές του καί ἀπό ἀγάπη καί ὑπακοή στόν Πατέρα Του, «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ».
Κανείς ἄνθρωπος δέν ταπεινώθηκε καί ἐξευτελίστηκε ποτέ ὅσο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιατί κανείς, ὅσο καί ἐάν ταπεινώθηκε, δέν ἦταν οὔτε ἀναμάρτητος οὔτε Υἱός τοῦ Θεοῦ.
Σ' αὐτή τήν ἐσχάτη ταπείνωση τοῦ Τάφου ἀνατέλλει ἡ Ζωή.
«Προσκυνοῦμεν Σου τά Πάθη Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου Ἀνάστασιν».
Θέλουμε νά ἀναστηθοῦμε μαζί Σου. Θέλουμε νά συμμερισθοῦμε τήν καινή καί ἄφθαρτο ἀναστημένη ζωή Σου. Θέλουμε μέ τό Φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Σου νά διαποτίσης καί τήν ἰδική μας ὕπαρξη καί νά διαλύσης κάθε σκοτάδι πού ἐμφωλεύει μέσα μας. Θέλουμε νά γίνουμε τέκνα φωτός καί υἱοί τῆς Ἀναστάσεως.
Σέ εὐχαριστοῦμε, γιατί στό Ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσες τήν χάρι νά συνταφοῦμε καί νά συναναστηθοῦμε μαζί Σου. Σέ εὐχαριστοῦμε, γιατί μέ τά Ἅγιά Σου Μυστήρια συνεχῶς μᾶς μεταδίδεις τήν θεία Ζωή Σου.
Σέ εὐχαριστοῦμε, γιατί μέσα μας ἐγκαινίασες ἤδη τά σπέρματα τῆς ἀθανασίας καί ἀφθαρσίας.
Δῶσε μας τήν Χάρι Σου κάθε ἡμέρα νά σταυρώνουμε διά τῆς μετανοίας τόν παλαιό ἄνθρωπο (μέ τά πάθη καί τίς κακές ἐπιθυμίες του) καί νά σηκωνόμαστε σέ μιὰ ἀναστημένη ζωή.
Ἐλευθέρωσέ μας ἀπό τά θανατηφόρα ἔργα τῆς ἁμαρτίας καί ἔνδυσέ μας μέ τόν φωτεινό Σου χιτῶνα.
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον, Κυρίον Ἰησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον».
Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ἅγιον Πάσχα 1987
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026



Τριαντάφυλλα μιανῆς μέρας
Τριαντάφυλλα μιανῆς ἡμέρας τ᾿ Ἅη Γιωργιοῦ,
στὰ κοριτσίστικα τὰ χέρια ἑνὸς παιδιοῦ,
τριαντάφυλλα δικά σου καὶ νὰ τὰ κρατεῖς,
σὰν ἀναπάντεχο καλὸ μεσοστρατίς!
Τὰ πολυδουλεμένα, τριπλοσκαλιστά,
πολύδιπλα, πολύφυλλα, ἀνοιχτά!
τ᾿ ἀγέρι τὰ συγκρούει, τ᾿ ἀγέρι τὸ ψιλό,
καὶ γιὰ ξεφύλλισμα τ᾿ ἀνοίγει ἀπατηλό...
Ἄνοιξη ἡ γειτονιὰ κι ἡ μέρα ζωγραφιά!
Πολὺ ἦταν ν᾿ ἀξιωθῶ παρόμοιαν ὀμορφιά,
-τριαντάφυλλο τὸ στόμα μου τριανταφυλλὶ
τ᾿ ἄνθια τ᾿ ἁμαρτωλὰ στὸ στόμα νὰ φιλεῖ.
(Γίνεται νὰ χωρεῖς τριαντάφυλλο, χωρὶς
τριαντάφυλλο καὶ σὺ στὸ στόμα νὰ φορεῖς;
Κι ἂν γεύτηκες ποτὲ πιοτὸ δροσιστικό,
γιὰ στόμα εἶχες κι ἐσὺ τριαντάφυλλο γλυκό).
Ποτὲς τὰ μάτια μου στὰ μάτια σου μπροστὰ
δὲ μὲ μαρτύρησαν ὅσο στὰ ρόδα αὐτά,
-γιατί ἤσουν ἕνα ἐσύ, μ᾿ αὐτά, κι ἐσὺ μαζί,
καὶ γιατί ἀπάνω τους μεγάλωνες κι ἐσύ.
Γιατὶ τὸ μάντεψα ποιὰν εἶχαν ἀφορμὴ
στὸ δρόμο οἱ πηγαιμοί, στὸ δρόμο κι οἱ ἐρχομοί,
τὰ εὔκαιρα γόνατα-γιὰ τρέξιμο γοργά-
τὰ εὔκαιρα ποὺ ἔπαιζαν τὰ γόνατα ζυγά,
στὸ δρόμο ἢ σ᾿ ἀψηλὸ μπαλκόνι ἀντικρυνό-
-ὢ ἀγάπη τῶν δεκάξι μου χρονῶ.
Τέλλος Ἄγρας

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026


Ἡ ζωγραφιά μου
Σατίριζε τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ τὸν ἑαυτό του ὁ Σουρῆς, ὅπως ἔκανε μὲ τὸ ἀκόλουθο ποίημα:
Μπόι δυὸ πῆχες,
κόψη κακή,
γένια μὲ τρίχες
ἐδῶ κι ἐκεῖ.
Κούτελο θεῖο,
λίγο πλατύ,
τρανὸ σημεῖο
τοῦ ποιητῆ.
Δυὸ μάτια μαῦρα
χωρὶς κακία
γεμάτα λαύρα
μὰ καὶ βλακεία.
Μακρὺ ρουθούνι
πολὺ σχιστό,
κι ἕνα πηγούνι
σὰν τὸ Χριστό.
Πηγάδι στόμα,
μαλλιὰ χυτὰ
γεμίζεις στρῶμα
μόνο μ᾿ αὐτά.
Μούρη ἀγρία
καὶ ζαρωμένη,
χλωμὴ καὶ κρύα
σὰν πεθαμένη.
Κανένα χρῶμα
δὲν τῆς ταιριάζει
καὶ τώρ᾿ ἀκόμα
βαφὲς ἀλλάζει.
Δόντια φαφούτη
ὅλο σχισμάδες,
ὕφος τσιφούτη
γιὰ μαστραπᾶδες.
Γεώργιος Σουρῆς

Τρίτη 21 Απριλίου 2026



Μιά μεγάλη γιορτή
Γιά τά γνήσια τέκνα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ὁ θάνατος εἶναι μιά μεγάλη γιορτή, γιά τήν προετοιμασία τῆς ὁποίας ἀγωνίζεται κανείς καί κοπιάζει σέ ὁλόκληρη τή ζωή του. ῾Ο ἀγώνας γιά τήν προετοιμασία αὐτῆς τῆς ἑορτῆς συνδαυλίζει τό πνεῦμα τῆς μετάνοιας, τῆς νήψης καί τῆς ἑτοιμότητας τῶν φρονίμων Παρθένων τῆς Παραβολῆς. ᾿Επιπλέον, καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο δοξολογικό καί εὐχαριστιακό ὄν καί μάλιστα, κατά τίς ὧρες τοῦ πόνου καί τῶν ποικίλων πειρασμῶν τῆς ζωῆς. ῎Ετσι προγεύεται ὁ πιστός τήν ἐρχομένη Βασιλεία, χαίρεται τή δική του «ἐν Χριστῷ» αἰώνια διάσταση καί ὁμολογεῖ ὅτι ὄντως «ἔρχεται ὥρα καί νῦν ἐστιν». ᾿Επιπλέον, αὐτή ἡ στάση ζωῆς μεταμορφώνει τόν παρόντα αἰώνα σέ γεφύρι στερεό, γιά νά περάσει ἀκίνδυνα ὁ χριστιανός στό αἰώνιο περιβόλι τῶν παιδιῶν Του, τῶν «ἐλθόντων ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης».
Στό ἀνέσπερο φῶς τῆς αἰωνιότητας θά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ζωγραφιά τῆς ζωῆς μας. ᾿Εκεῖ θά λάμψει ἡ ἐργασία καί ὁ μόχθος πού καθένας ἔχει καταβάλλει γιά νά κρατήσει ἀκέραιη τήν πίστη καί τήν ἀγάπη πρός ᾿Εκεῖνον καί πρός τόν ἀδελφό. ᾿Εκεῖ θά ἀναδειχθεῖ τό μέγεθος τῆς ὑπομονῆς μας. Τότε θά φανεῖ τό ἄν ἔχει κανείς ἐργασθεῖ «ὡς πιστός οἰκονόμος» στόν καμβά τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», μέ τόν ὁποῖο ἔχει προικισθεῖ ἀπό τόν Πανάγαθο Πατέρα καί Δημιουργό μας, ὅταν ἔλαβε ἀπό ᾿Εκεῖνον τήν ὕπαρξη καί τήν αἰώνια προοπτική τῶν «τέκνων τοῦ Θεοῦ».
῞Ολα λοιπόν, ἑρμηνεύονται μέ τήν πέραν τοῦ τάφου προοπτική. ῞Οπως στήν πνευματική ζωή ἡ γλύκα τῶν καρπῶν τῶν ἀγώνων μας ἀρχίζει νά γίνεται αἰσθητή, ὅταν ἔχει ἤδη προηγηθεῖ ἡ ἀποδοχή τοῦ προσωπικοῦ σταυροῦ μας καί ἡ κατάθεση «τοῦ ἰδίου θελήματος», ἔτσι καί ἡ τερπνότης τῶν αἰωνίων καί ἀθανάτων γίνεται οὐσιαστικά ὁρατή, ὅταν ἔχουμε πλέον καταθέσει καί τό τελευταῖο ὀχυρό τοῦ ἐγώ μας. ῞Οταν ἀποθέσουμε δηλαδή, «κατά πάντα καί διά πάντα» τό σῶμα καί τήν ψυχή μας στά χέρια Του, ὡς τελική εὐχαριστιακή προσφορά πρός ᾿Εκεῖνον, ὁ ῾Οποῖος μᾶς ἔχει προκαταβάλει τή Ζωή καί τήν ἐλευθερία, ὡς δῶρα πολύτιμα καί ὡς «ἀμεταμέλητα χαρίσματα».
῎Αν, μέ αὐτά τά βιώματα ζεῖ καί πορεύεται ὁ πιστός, τότε μπορεῖ νά ἀντιπαρέρχεται τή σκληρότητα καί τά ἀδιέξοδα αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὄχι προσπαθώντας νά τά ἀποφύγει, ἀλλά προσκυνώντας τό σταυρό του καί ἐγγίζοντας ὅλα τά λυπηρά τῆς ζωῆς, «ὡς κράσπεδα τῶν ἱματίων Του».
῎Ετσι, προγεύεται ὁ πιστός τό «μεγάλο ἐπουράνιο πανηγύρι»· καί, ὄχι μόνο ὑπομένει κάθε λυπηρό καί ἀντίξοο μέ καρτερία καί ὑπομονή, ἀλλά καί ἐπιθυμεῖ ἤ μᾶλλον, «ἐπείγεται νά φθάσει» στήν αἰώνια πατρίδα του (ἅγιος ᾿Ιγνάτιος ὁ Θεοφόρος).
῾Ο σωματικός θάνατος μ᾿ ἄλλα λόγια, δέν εἶναι τό τέλος, ἀλλά ἡ ἀρχή. Εἶναι ἡ γέννα σέ μιά καινούργια ζωή, ζωή πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός, μέ τό Σταυρό καί τή δική Του ἁγία ᾿Ανάσταση.
Μετά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ πιστός δέν λυπᾶται πιά γι᾿ αὐτούς ποὺ ἔχουν ἤδη φύγει ἀπό αὐτή τή ζωή, οὔτε ἀγωνιᾶ γιά τό τί θά συμβεῖ μετά τή δική του ἔξοδο ἀπό τά ἐφήμερα, ἀλλά μόνο ζεῖ καί ἁγιάζεται, γιά χάρη τοῦ «Παθόντος καί ᾿Αναστάντος Κυρίου του», ψάλλοντας χαρμόσυνα «ἐν παντί καιρῷ»,
Χριστός ᾿Ανέστη!
Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

 


Τὴν κρατάω ἀγκαλιά

Κάποτε, σ’ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ βιβλιοπωλεῖο μπῆκε μιὰ γριούλα γιὰ νὰ ψωνίσει. Κατευθύνθηκε πρὸς τὸν ὑπάλληλο τοῦ βιβλιοπωλείου καὶ ζήτησε τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ ὑπάλληλος πρόθυμος, τὴν ἐξυπηρέτησε ἀμέσως. Στὸ κατάστημα ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔτυχε νὰ βρίσκεται καὶ κάποιος ἱερέας. Βλέποντας τὴν γριούλα νὰ ἀγοράζει τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀναρωτήθηκε ἂν τὴν ἤθελε γιὰ τὴν ἴδια ἢ γιὰ κάποιον ἄλλον, καθὼς τὴν θεώρησε ἀρκετὰ μεγάλη γιὰ νὰ ξέρει νὰ διαβάζει. Πῆρε τὸ θάρρος, λοιπόν, καὶ τὴν ρώτησε:

-Γιαγιάκα, γιὰ σένα τὴν θέλεις τὴν Καινὴ Διαθήκη;

-Μάλιστα, πάτερ μου, ἀπάντησε ἐκείνη.

-Ἀλήθεια; Ξέρεις νὰ διαβάζεις;

-Ὄχι, ἀπάντησε ἡ γριούλα.

-Καὶ τότε τί θὰ τὴν κάνεις τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἂν δὲν μπορεῖς νὰ τὴν διαβάσεις; τὴν ξαναρώτησε ὁ ἱερέας.

-Νά, παιδί μου, τοῦ ἀπάντησε ἡ γριούλα. Τὴν κρατάω ἀγκαλιά, πάω μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δείχνω τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τοῦ λέω: «Χριστέ μου, δὲν ξέρω νὰ διαβάζω, ἀλλὰ ὅ,τι λὲς σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, βάλτο ἐδῶ μέσα» - καὶ μὲ ἕνα ἐλαφρὺ χτύπο τοῦ χεριοῦ της ἔδειξε τὴν καρδιά της.


Κυριακή 19 Απριλίου 2026



Πρώτη μέρα στὸ σχολειό
«Τόση βιάση καὶ σπουδή;
Γιὰ ποῦ πᾶς, καλὸ παιδί;
Κίνησες νωρὶς-νωρὶς
καὶ τρεχάτος προχωρεῖς;
Στάσου δὰ νὰ διασκεδάσεις
μὲ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Πλάσης!
Κόψε ἀπ᾿ τὰ περβόλια πάλι
τοῦ χινόπωρου τὰ κάλλη!»
«Νὰ σταθῶ; Δὲν εὐκαιρῶ,
γιατὶ πάω στὸ φτερό.
Καὶ ποῦ πάω, νὰ στὸ πῶ;
Στὸ σχολειό μου π᾿ ἀγαπῶ!
Ἄνοιξε γιὰ πρώτη μέρα.
Βλέπεις τὰ παιδιὰ ἐκεῖ πέρα;
Ἔχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστὰ κάθε μιὰ τάξη».
«Εἶσαι, βλέπω, μαθητής.
Μὰ στὸν ὦμο τὶ κρατεῖς,
ποὺ μὲ τὴ ματιὰ τὴν πρώτη
σ᾿ ἔκαμα γιὰ στρατιώτη;»
«Εἶναι τ᾿ ἄρματά μου αὐτά,
τ᾿ ἀκριβά τ᾿ ἀγαπητά:
Τὸ κοντύλι μου κι ἡ πλάκα,
τὸ βιβλίο μου στὴ σάκα.
Κι ἔλα πιὰ νὰ σὲ χαρῶ,
μὲ ρωτᾶς κι ἀργοπορῶ...
Εἶναι ἡ ὥρα περασμένη,
ἄκου, ὁ κώδωνας σημαίνει.
Τέλλος Ἄγρας

Σάββατο 18 Απριλίου 2026



Φύσα ἀγεράκι
Φύσα ἀγεράκι γλυκὰ στὸ πανί μου,
γλύστρα βαρκούλα στὰ κρύα νερά.
Νύχτωσε, καὶ μὲ προσμένει ἡ καλή μου.
Φύσα ἀγεράκι, καὶ δός μου φτερά.
Φεύγουν τ᾿ ἀστέρια ζευγάρι ζευγάρι
στὸ ζαφειρένιο βαθὺν οὐρανὸ
καὶ ντροπαλὸ τ᾿ ἀσημένιο φεγγάρι
ἀπὸ τὸ μαῦρο προβάλλει βουνό.
Σώπασ᾿ ὁ γρύλλος, τ᾿ ἀηδόνι λουφάζει,
μόνο ἡ καλή μου γιὰ μὲ ἀγρυπνεῖ
καὶ ἡ καρδιά της σιγὰ μὲ φωνάζει
καὶ ἡ ψυχή της γιὰ μένα πονεῖ.
Πέτα, βαρκούλα μου, φύσα ἀγεράκι,
φτάσαμε, φάνηκ᾿ ἡ ἀκρογιαλιά.
Φάνηκε, νάτο, τὸ ἄσπρο νησάκι
καὶ ἡ γλυκειὰ θὰ φανεῖ ἀγκαλιά.
Ἄγγελος Βλάχος

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

 


Νὰ δέχεσαι καὶ νὰ προσφέρεις

Στὴν Παλαιστίνη ὑπάρχουν δύο λίμνες, ἡ λίμνη της Γαλιλαίας καὶ ἡ Νεκρὰ Θάλασσα. Τὸ κοινὸ χαρακτηριστικό τους εἶναι ὅτι δέχονται καὶ οἱ δύο τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνη. Ἀλλὰ ἡ Γαλιλαία δέχεται τὰ νερὰ καὶ τὰ ἀφήνει νὰ φύγουν πρὸς τὸν Νότο. Ἡ Νεκρὰ Θάλασσα δέχεται τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καὶ τὰ κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Στὴν Γαλιλαία ὑπάρχει ὑπέροχη ζωὴ μέσα στὴν λίμνη καὶ γύρω ἀπὸ αὐτήν. Στὴ Νεκρὰ Θάλασσα δὲν ὑπάρχει ἴχνος ζωῆς. Ἡ Νεκρὰ Θάλασσα δείχνει συμβολικὰ τί συμβαίνει ὅταν κάποιος κρατάει πράγματα γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Νὰ δέχεσαι καὶ νὰ προσφέρεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ἔχεις πληρότητα ζωῆς.

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 


Γιατί βρισκόμαστε τελικὰ ἐδῶ;

Ἦταν ἀμέσως μετὰ τὰ ἐγκαίνια ἑνὸς νέου ναοῦ σὲ ὑψόμετρο 1600 μ. στὴ Δυτικὴ Κένυα. Πρὸς τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἕνας διάκονος μοῦ εἶπε ψιθυριστά: Ἡ κόρη τοῦ π. Παύλου κατὰ τὶς 11:00 τὸ μεσημέρι πέθανε, θὰ τοῦ τὸ πεῖτε βέβαια ἐσεῖς. Ἤξερα τὸ παιδάκι, εἴχαμε προσευχηθεῖ γι' αὐτό. Πολὺ σύντομα ἀπὸ μία ἐλονοσία εἶχε βρεθεῖ σ' αὐτὴ τὴν δοκιμασία τὴν μεγάλη.

Ἀνεβοκατεβαίνοντας μὲ δυσκολία τοὺς ἀγροτικοὺς δρόμους τῆς ἀπομονωμένης ἐκείνης ὀρεινῆς περιοχῆς ποὺ ἡ τροπικὴ βροχὴ τοὺς εἶχε κάνει ἰδιαίτερα λασπεροὺς καὶ ἐπικινδύνους, φτάσαμε νύχτα στὸ σπίτι τοῦ π. Παύλου. Τὸ μικρὸ κοριτσάκι 4 ἐτῶν ἦταν ξαπλωμένο σὲ ἕνα μεγάλο κρεβάτι σὰν νὰ κοιμόταν γαλήνια. Δίπλα του ἐκείνη ἡ μητέρα μὲ τὰ μεγάλα καρτερικὰ μάτια καὶ ἐκείνη τὴ βαθειὰ συλλογὴ ποὺ οἱ ἀφρικανίδες γυναῖκες ἔχουν πάντα στὰ μάτια τους. Ἦταν τόσο καλὸ παιδί, πάντα πρῶτο μὲ χαιρετοῦσε, μοῦ ψιθύρισε στὴν ἀμηχανία του ὁ πατέρας του.

Διάβασα Τρισάγιο. Εἴπαμε μερικὰ λόγια παρηγορητικά. Πάντα ἐκεῖ, σ' αὐτὲς τίς ὧρες εἶναι μία εὐκαιρία ἑνὸς μηνύματος. Ἡ Διονυσία πέρασε αὐτὴ τὴ θύρα καὶ εἶναι στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀγαπημένου της Χριστοῦ. Τὸ βράδυ μόνος στὸ δωμάτιο τοῦ σχολικοῦ ξενῶνα, ποὺ μᾶς φιλοξένησε, δίπλα στὸ φῶς τῆς λάμπας, καθὼς ἡ βροχὴ ἔπεφτε στὰ μπανανόφυλλα καὶ στὶς τσίγκινες στέγες, ἀναπολοῦσα τὴ μέρα ποὺ περάσαμε, ἐνῶ μακρυὰ μέσα στὴ νύκτα ἠχοῦσε ἀκόμα τὸ τύμπανο. Ἦταν σύμφωνα μὲ τὰ ἔθιμα ἀπ' τὸ σπίτι ποὺ πενθοῦσε.

Στὴν κόπωσή μου ἀναρωτήθηκα, γιατί βρισκόμαστε τελικὰ ἐδῶ; Τί κάνουμε; Ἦρθαν ἀνακατεμένα στὴν σκέψη μου τὰ διάφορα ποὺ λέγονται γιὰ τὴν ἱεραποστολή: κήρυγμα, ἀγάπη, ἐκπαίδευση, πολιτισμός, εἰρήνη, ἀνάπτυξη. Ἀπότομα ὅμως ἕνα φῶς ἄστραψε καὶ ἀποσαφήνισε στὴν ὁμίχλη τοῦ κουρασμένου μου μυαλοῦ, τὴν οὐσία τοῦ ζητήματος: "Φέρνουμε τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως"!

Κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει μοναδικὴ ἀξία, θὰ ἀναστηθεῖ. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἐλπίδα: Χριστός Ἀνέστη. Τοὺς μαθαίνω νὰ γιορτάζουν τήν Ἀνάσταση, μέσα στὸ μυστήριο τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ τὴν προγεύονται, χορεύοντας, χαμογελῶντας καὶ μιλῶντας.

Σὰν σὲ φευγαλέο ὅραμα εἶδα τὴν μικρὴ ἀφρικανίδα νὰ μὲ χαιρετάει πρώτη, ὅπως τὸ συνήθιζε, βοηθῶντας νὰ καταλάβω πιὸ ἄμεσα τὸ κέντρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς. Στήν Ἀφρικὴ καὶ στὴν Εὐρώπη καὶ ἕως ἐσχάτων τῆς γῆς. Νὰ μπολιάζεις τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, νὰ τοὺς μαθαίνεις νὰ τὴ γιορτάζουν μέσα στὴν ἐκκλησία.

Ἐκεῖνο ποὺ λαχταροῦν, ξέρετε, οἱ ἀδελφοί μας στὶς ἀπομακρυσμένες περιοχὲς τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας ἢ ἂν θέλετε στὶς παρυφὲς τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων πόλεων μας, μέσα στὴν ἀποκαρδίωση καὶ τὴ μοναξιά τους, δὲν εἶναι τόσο παρηγορητικὰ λόγια, μεγάλες κουβέντες, λίγα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἢ πολιτιστικὰ ψίχουλα. Ποθοῦν μυστικὰ ἢ συνειδητὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, τὴν ἐλπίδα, τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου. Τελικὰ ἀναζητοῦν τὸν ζῶντα Χριστό, τὸν τέλειο ἄνθρωπο, τὸν Θεό, τὴν ὁδὸ καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ζωή.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας, πτωχοὶ ἢ πλούσιοι, ἄσημοι ἢ διάσημοι, ἀγράμματοι ἢ σοφοὶ στὰ βάθη τους λαχταροῦν νὰ γιορτάσουν τὴν ἀνάσταση. Ἐδῶ πιστεύω ὅτι κορυφώνεται ἡ προσφορὰ τῆς Ὀρθόδοξης μαρτυρίας μας.

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026


Τὸ αὐθεντικὸ βίωμα
Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος δὲν ταυτίζεται μὲ πομπώδη ἔκφραση, πληθωρικὸ ἐντυπωσιασμό, αἰφνιδιασμὸ καὶ ἔκπληξη ἢ κοσμικὸ θαυμασμό. Τὸ χριστιανικὸ βίωμα εἶναι μυστικό, εἶναι βαθὺ καὶ ἐσωτερικό. Τὸ βίωμα τῆς Χαναναίας, ἡ ὁποία δέχθηκε ὁ Κύριος νὰ τὴ συγκρίνει μὲ τὰ σκυλάκια, τοῦ Ζακχαίου ποὺ ὁμολόγησε δημόσια τὶς ἀδικίες του, τῆς αἱμορροούσης ποὺ κρυφὰ ἀπέσπασε δύναμη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποτελοῦν ὑποδείγματα αὐθεντικότητας.
Κανεὶς δὲν πρόσεξε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε οἱ μαθητές. Ὁ Κύριος ὅμως ἀκούει τὶς κραυγὲς τῆς Χαναναίας, βλέπει καὶ καλεῖ ὁ ἴδιος τὸν Ζακχαῖο, αἰσθάνεται τὸ ἄγγιγμα τῆς αἱμορροούσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ξεχώρισε τὴ Χαναναία παρακάμπτοντας τοὺς ἀποστόλους, τὸν Ζακχαῖο διακρίνοντάς τον μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὴν αἱμορροοῦσα αἰσθανόμενος τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀγγίγματός της. Τὸ αὐθεντικὸ βίωμα πείθει καὶ ἐπιβάλλεται καὶ στὶς δυσκολότερες καὶ πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες. Ἐπισύρει ἐπάνω του τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ξεχωρίζει τὸν ἄνθρωπο κι ὅταν αὐτὸς σκεπάζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὴν ἀδιαφορία τοῦ κόσμου, τὴ δική του ἀσημαντότητα.
Ὁ γνήσιος χριστιανὸς εἶναι ἀσφαλής, δὲν φοβᾶται τίποτε, ἐμπιστεύεται εὔκολα, συμπαθεῖ, κατανοεῖ, ἀναδίδει σιγουριὰ καὶ αἴσθηση καθαρότητας.

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

 


Ἄχ, Χριστέ μου!

Ὅταν ὁ ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης ἦταν στρατιώτης, ὁ διοικητὴς τοῦ ἔδωσε ἄδεια γιὰ τὸ Πάσχα. Καὶ ἕνας συστρατιώτης του τοῦ εἶπε:

«Ἐσὺ παπα-Ἰάκωβε, θὰ περάσεις καλὰ μὲ τὰ ψαλτικά σου καὶ τὰ καλογερικά σου. Ρωτᾶς κι ἐμένα ποὺ θέλω νὰ πάω στὸ χωριό μου, νὰ δῶ τὴν ἀρραβωνιαστικιά μου;»...

Τελικὰ τὴν ἄδεια τὴν πῆρε ὁ Γιῶργος, κι ὁ Γέροντας ἔμεινε στὸ στρατόπεδο! Γιὰ τὸ πῶς πέρασε τὸ Πάσχα ἐκεῖνο, διηγόταν πολλὲς φορὲς ὁ ἅγιος:

«Ἤμουν στὴ σκοπιὰ καὶ ἔβλεπα ἀπὸ μακριὰ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ πήγαιναν στὶς ἐκκλησίες.

Ἔλεγα τὴν εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” καὶ “Δόξα τῆ Ἁγία Ἀναστάσει Σου, Κύριε”. Ὅταν ἄκουσα τὶς καμπάνες, κατάλαβα ὅτι εἶπαν οἱ Ἱερεῖς τὸ “Δεῦτε λάβετε Φῶς”. Ἄχ, Χριστέ μου! εἶπα, οἱ χριστιανοί μας παίρνουν τὸ Ἅγιο Φῶς.

Καὶ τότε ἦρθε ἕνα φῶς ἀπὸ ψηλά!»...

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026


Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη
Διαβάζοντας κανεὶς τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἔχει τὴν αἴσθηση πὼς βρίσκεται ἐδῶ καὶ κάπου ἀλλοῦ ταυτόχρονα. Πὼς βρίσκεται ἐδῶ, στὰ πάθια καὶ τοὺς καϋμοὺς τοῦ κόσμου, καὶ συγχρόνως στὰ Ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Θείας Βασιλείας.
Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅλα μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι θεανθρώπινα.
Καὶ ζώντας μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν θεανθρώπινη διάσταση τῆς Ἐκκλησίας ὁ κὺρ-Ἀλέξανδρος, μεταξύ της ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καὶ τῆς Πηγῆς τῆς Παντοδυναμίας, σχοινοβατοῦσε κι ἀγωνιζότανε. Ἄφηνε τὴν ὀντότητά του στὴν Ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ στοργὴ τῆς Παναγίας, ποὺ Τοὺς ὑπεραγαποῦσε. Ὑμνοῦσε «μετὰ λατρείας τὸν Χριστό του».
Ἐπόνεσεν ἀμέτρητα στὴ ζωή του. Πέρασε φτώχεια σὰν ἀσκητής, μὰ ἔμεινε στὴν ἔντιμη πενία του, ὅπως ἔγραψε κάποτε στὸν ἱερέα πατέρα του, καὶ εἶχε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Πέρασε μοναξιὰ καὶ δυσκολίες, «σὰν σκοτεινὸ καὶ ἄμοιρο τρυγόνι». Κατέφευγεν ὅμως στὴν ἁγία Ἐκκλησιά, ἐκεῖ ποὺ «τὸ χελιδόνι ηὖρε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη».
Δὲν ἔγινε ὁ ἴδιος ἱερέας, μὰ ἱερουργοῦσε μὲ τὰ ἀθάνατα γραφτά του τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Καὶ πόσους δὲν ὠφέλησε καὶ ὠφελεῖ.
Λένε πὼς κάποια φορὰ ἀπελπισμένος ἐπῆγε νὰ ἐξομολογηθεῖ (πίστευε στὴν Ἐξομολόγηση). Καὶ εἶπε στὸν παπὰ πὼς δυσκολεύεται καὶ ὑποφέρει πολύ.
Καὶ ὁ παπάς, χωρὶς νὰ τὸν ξέρει, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε δεόντως, τοῦ συνέστησε νὰ διαβάζει τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη.
Ἀναφέρει ὁ Μικρασιάτης λογοτέχνης καὶ μακαριστὸς πλέον Ἠλίας Βενέζης πώς, ἐνῶ εὑρίσκοντο στὰ περίφημα τάγματα ἐργασίας κι ἔμεναν σ᾿ ἕνα σταῦλο κλεισμένοι, βρῆκε κάποιος πεταμένο μέσα ἐκεῖ ἕνα φύλλο ἀπὸ περιοδικὸ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ διαβάζει, γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα. Καὶ καθὼς ἐδιάβαζε ἄρχισαν ὅλοι ν' ἀκοῦνε μ᾿ ἐνδιαφέρον.
Μαλάκωσαν καὶ γαλήνεψαν οἱ ταλαίπωρες ψυχές τους. Καὶ καθὼς τελείωσε τὸ διάβασμα, ἔβγαλαν ὅλοι ἀνακουφισμένοι μιὰ φωνή: «Ρὲ αὐτὸ ἦταν Εὐαγγέλιο. Λὲς κι εἴμαστε στὴν Ἐκκλησία».

Καὶ τί λέτε πὼς ἦταν; Ἕνα κομμάτι ἀπ᾿ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Δρῦν». 
Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει, μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω.
Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ «Πασχαλινὰ Διηγήματα» τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου καὶ σκέφθηκα νὰ ζητήσω κι ἐγὼ μιὰ ἐξυπηρέτηση ἀπὸ τὸν πονεμένο ἀδελφό μας.
Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μὲ ἐξυπηρετοῦσε μ᾿ αὐτό. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά του.
Ἐκεῖνος σάστισε γιὰ λίγο, μὰ ὑποχώρησε στὸ αἴτημά μου καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγὰ σιγὰ τὸν «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγο λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του ν᾿ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι ἀγάλι ἡ θωριά του.
Διάβασεν ἀρκετά. Καὶ κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Κι εἶπε μὲ χαρμολύπη: «Παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατί ἔφυγεν ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;» Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγεν ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό.
Τοῦ εἶπα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸ ἔργο του. «Μὰ τοῦτος εἶναι ἅγιος, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σοφός, ποιητὴς μεγάλος, μάγος τοῦ λόγου», μοῦ εἶπε. Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει.
Αὐτὸς εἶναι ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιλάει ὅμως μὲ γλύκα καὶ ἀποδοχὴ γιὰ τοὺς ἀρχαίους. Καὶ συναιρεῖ στὸ ἔργο του τὸν διαιώνιο Ἑλληνισμό. Καταγράφει τὴ γλώσσα μας ἀπ᾿ τὶς ἀμμουδιὲς τ᾿ Ὁμήρου μέχρι σήμερα.
Εἶναι λάτρης τοῦ Χριστοῦ καὶ μέγιστος πατριώτης. Καὶ συνάμα ἀγαπᾶ «πάντα τὰ ἔθνη», λέγοντας σὲ κάποιο διήγημά του «πὼς κι ὁ Ἑβραῖος ἔχει ψυχή».
Εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸν κυρ-Ἀλέξανδρο.
Εὐχαριστοῦμε καὶ τὸν ἴδιο, ποὺ ἀφῆκε σὲ μᾶς «ἄλλο, τὰς βίβλους, στόμα του».
π. Ἀνανίας Κουστένης

Κυριακή 12 Απριλίου 2026


Ἐξοχικὴ Λαμπρὴ
Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Β´ Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.
Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.
Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλῶνας τῶν δένδρων, καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεια-Κρατήρας, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες, καὶ ζηλεύῃ ὁ σύζυγός της.
Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθώ, δεκαπεντοῦτις κόρη ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε λέγουσα· «Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»
Τὸ βέβαιον ἦτο ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾽ ἐπὶ κάλλει οὔτε ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾽ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾽ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.
Ὁ παπα-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, ἀγαθωτάτην, ἥτις ἐν ἀθῳότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλῃ οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στριφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.
Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·
―  Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·
―  Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·
―  Μπρόμ!
―  Πιὲ κὶ δό μ᾽!
―  Μὲ κρασί!
―  Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!
Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…
Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς·
Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν,
θάνατον μ π α τ ή σ α ς,
κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι,
ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 11 Απριλίου 2026


Κι’ ὅμως, τὸ Πάσχα ἦταν ἐκεῖ
Μόνον ὅταν εἶναι κανεὶς φυλακισμένος γιὰ θρησκευτικὲς πεποιθήσεις σ’ ἕνα Σοβιετικὸ στρατόπεδο μπορεῖ πράγματι νὰ καταλάβει τὸ μυστήριο τῆς πτώσης τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τὸ μυστικὸ νόημα τῆς ἀπολύτρωσης ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὴ μεγάλη νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ.
Μόνον ὅταν ὑποφέρουμε γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Εὐαγγελίου μποροῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλή μας ἀδυναμία καὶ τὴν ἀναξιότητά μας σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους μάρτυρες τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Μόνο τότε μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τῆς βαθειᾶς ὑποταγῆς καὶ ταπείνωσης, χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε· μόνο τότε μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε νὰ διακρίνουμε τὴν περαστικὴ εἰκόνα τοῦ ὁρατοῦ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Ἀοράτου.
Τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ εἴχαμε φυλακιστεῖ γιὰ τὶς θρησκευτικές μας πεποιθήσεις, ἑνωθήκαμε μέσα στὴ μόνη χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι συνεπαρθήκαμε ἀπὸ ἕνα συναίσθημα, ἀπὸ ἕνα πνευματικὸ θρίαμβο, δοξάζοντας τὸν ἕνα αἰώνιο Θεό. Δὲν ὑπῆρχε πανηγυρικὴ Πασχαλινὴ λειτουργία μὲ τὰ χτυπήματα τῆς καμπάνας, δὲν ὑπῆρχε δυνατότητα στὸ στρατόπεδό μας νὰ συγκεντρωθοῦμε γιὰ τὴ λατρεία, νὰ ντυθοῦμε διαφορετικὰ γιὰ τὴ γιορτή, νὰ ἑτοιμάσουμε τὰ Πασχαλινὰ φαγητά.
Ἀντίθετα ὑπῆρχε ἀκόμη πιὸ πολλὴ δουλειὰ καὶ περισσότερη παρέμβαση ἀπὸ τὴ συνηθισμένη. Ὅλοι οἱ φυλακισμένοι ἐδῶ γιὰ θρησκευτικὲς πεποιθήσεις, ὁποιουδήποτε δόγματος, ἦταν περικυκλωμένοι ἀπὸ περισσότερη κατασκοπεία, ἀπὸ περισσότερες ἀπειλὲς τῆς μυστικῆς ἀστυνομίας.
Κι’ ὅμως, τὸ Πάσχα ἦταν ἐκεῖ: μεγάλο, ἅγιο, πνευματικό, ἀξέχαστο. Ἦταν εὐλογημένο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἀναστημένου μας Χριστοῦ ἀνάμεσά μας – εὐλογημένο ἀπὸ τὰ ἥσυχα ἄστρα τῆς Σιβηρίας καὶ ἀπὸ τὶς θλίψεις μας. Πῶς χτυποῦσαν χαρούμενα οἱ καρδιὲς μας συμμετέχοντας στὴ μεγάλη Ἀνάσταση! Ὁ θάνατος νικήθηκε· δὲν ὑπάρχει πιὰ φόβος· μᾶς δόθηκε ἕνα αἰώνιο Πάσχα!
 Γεμᾶτοι ἀπαὐτὸ τὸ θαυμάσιο Πάσχα, σᾶς στέλνουμε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο-φυλακή μας τὸ νικηφόρο καὶ χαρούμενο νέο: Χριστὸς ἀνέστη!
(Γράμμα ἀπὸ ἕνα Σοβιετικὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως)