Τετράδιο
Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026
Στὴν Παναγία τὴ
Σαλονικιὰ
Στὸ κέντρον
τῆς ἐπάνω πόλεως
μὲ τὸ καμπαναριό της, ποὺ εἶν᾿ ἕνα στολίδι
τοῦ λιμένος καὶ τῆς προσόψεως,
στέκει ὁ ναὸς τῆς Παναγίας.
Ὡραῖος ὁ
ναός, τὸ τέμπλο ὡραῖο,
ὡραῖα τὰ λαμπρὰ τὰ εἰκονίσματα,
ὡραῖες κ᾿ οἱ νορίτισσες ποὺ ἐκκλησιάζονται,
ὅλα ὡραῖα.
Στολισμένο τὸ
τέμπλο μὲ χρυσὲς ποδιές,
στολισμένος ὁ χορὸς καὶ τὰ στασίδια μὲ μυρτιὲς καὶ δάφνες,
στολισμένες κ᾿ οἱ κόρες ποὺ πηγαίνουν
νὰ ἐκκλησιασθοῦν στὴν Παναγία.
Ἀριστερὰ στὸ
τέμπλο στέκεται
ἡ εἰκόνα σου ἡ μεγάλη † θεωρὸς †
ὅλη ἀσημένια ὅλη, Παναγία μου,
μὲ τ᾿ ἀσημοκάντηλά της.
Ἀπάνω στὴν εἰκόν᾿
ἀφιερώματα
κρέμονται, καραβάκια, γολετίτσες,
καΐκια, βάρκες, μπάρκα τριοκάταρτα,
ὅλ᾿ ἀφιερώματα τῶν πλοιάρχων.
Κ᾿ οἱ
καπεταναῖοι οἱ παλαιοὶ
καθένας ἔχει στὸ ναὸ βαλμένο
ἀπὸ ἕνα λίθο· καὶ καθένας ἔχει
ἕνα στασίδι
γύρω γύρω στὸ δεσποτικὸ
καὶ γύρω γύρω στὸ παγκάρι, ὅλοι τους.
Τάζουν στὴν
Παναγία καὶ τοὺς δίνει
καλὰ ταξίδια, γαληνιάζ᾿ ἡ θάλασσα
ὅταν στὸ πέλαγο τὴν ἐπικαλεσθοῦν
τὴν Παναγία τὴν Σαλονικιά.
Ἄμποτε νά ᾿σαι
βοηθός, Παρθένα μου,
κ᾿ εἰς τοὺς χειμαζομένους εἰς τοῦ βίου
τὰ βάσανα καὶ τὰς ἀνάγκας, ἄμποτε
νὰ εἶσαι βοηθὸς καὶ σωτηρία.
Ἀλέξανδρος
Παπαδιαμάντης
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
Στὰ Κατούνια τοῦ Φίλιππου Σέρραρντ
Λογαριάζω στοὺς τυχεροὺς τὸν Φίλιππο Σέρραρντ ποὺ βρῆκε στὴ Λίμνη τὴν
δεύτερη καὶ ὁριστικὴ πατρίδα του. Τυχερὴ καὶ ἡ Λίμνη ὅπου ἐκεῖνος τώρα κοιμᾶται.
Εἶναι βέβαιο πὼς στὴν ἀρχὴ κάποιοι ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες μου, τοὺς Λιμνιῶτες
ἐννοῶ, εἶδαν μὲ ὑποψία τὴν ἐγκατοίκησή του στὰ ριζὰ τοῦ Καντηλιοῦ. Τί ἤθελε ἕνας
Ἐγγλέζος ἐδῶ; Ὁ Φίλιππος διέψευσε ἔμπρακτα αὐτὸ τὸ κούμπωμα. Δὲν κράτησε πόζα, ἀνοίχτηκε
ὅλος, τοὺς συναναστράφηκε, δὲν ἔκαμε διακρίσεις, ἀπέφευγε νὰ ἀνακατεύεται στὰ
πολιτικά. Εἶναι ἀνεξίτηλη μέσα μου ἡ εἰκόνα του, ὅταν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐτήσια
πανηγύρια τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου στὴν Παναγιὰ ἔτρωγε δίπλα μου, μὲ φέγγος στὸ
πρόσωπό του, τὸ πιλάφι ἀπὸ τὸ καζάνι τῆς Ἐκκλησιᾶς. Δὲν ἦταν πλαστὴ
συγκατάβαση, ἀλλὰ συμμετοχὴ στὸ σῶμα τῶν πανηγυριστῶν.
Μιὰ μέρα, ἴσως τοῦ 1984, πέρασε ἀπροειδοποίητα ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος ἀπὸ
τὴν Χαλκίδα καὶ μὲ μπαρκάρησε, ἤθελα δὲν ἤθελα, σὲ δανεικὸ αὐτοκίνητο ποὺ ὁδηγοῦσε
ὁ ἴδιος, πράγμα κάπως ἀνησυχητικό. Προορισμὸς τὰ Κατούνια. Ἀπὸ τὴ συνάντηση καὶ
τὴ συζήτησή τους μὲ τὸν Φίλιππο δὲν συγκράτησα καμιὰ λεπτομέρεια, μοῦ ἔμεινε ὅμως
ἡ ἰσχυρὴ ἐντύπωση πὼς διαλέγονταν ἕνας Εὐρωπαῖος ποὺ εἶχε ἐξελληνιστεῖ μένοντας
Ἰρλανδὸς κι ἕνας Ἕλληνας ποὺ ἐγκολπώθηκε μιὰν ἄλλη Δύση χωρὶς νὰ ἀφελληνιστεῖ.
Ὁ Λορεντζάτος, ποὺ παιδιόθεν γνώριζε τὴν Λίμνη ὅπου ξεκαλοκαίριαζε ὁ
πατέρας του, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ συμβούλεψε τὸν Φίλιππο νὰ φτιάξει τὴν καλιά του σὲ
τοῦτα τὰ μέρη.
Ἄνθρωπος ἀδύνατης μνήμης, δυσκολεύομαι νὰ θυμηθῶ ποῦ μνημονεύει ὁ
Σέρραρντ τὸν Παπαδιαμάντη – θὰ πῶ λίγα πιὸ κάτω γι’ αὐτόν. Πρέπει ὅμως, σὲ
τέτοιες μέρες, νὰ τονίσει κανεὶς ὅτι ὁ Σέρραρντ συγκαταλέγεται στὴ χορεία τῶν
πρώτης σειρᾶς λογίων ποὺ μίλησαν σεβαστικὰ γιὰ τὸ σπάνιο πουλί, τὸν στρατηγὸ
Μακρυγιάννη: Σεφέρης, Θεοτοκᾶς, Λορεντζάτος, δίπλα τους καὶ ὁ Φίλιππος. Ὕστερα ἦρθε
ἡ ἀπομυθευτικὴ γραφὴ τῶν ἄνετων πανεπιστημιακῶν γραφείων γιὰ νὰ ἐμπαίξει ἕνα
σακατεμένο ἀπὸ τὰ βόλια κορμί. Ὁ χορὸς καλὰ κρατεῖ ὡς τώρα: ὁ Μακρυγιάννης κάθε
τόσο πομπεύεται, εἶναι γκρινιάρης, γενάρχης τῶν ἐθνικολαϊκιστῶν, ἀρνιέται τὴν Εὐρωπαϊκὴ
Ἕνωση καὶ τὸ Εὐρώ, χαρακτηριστικὸ δεῖγμα τῆς φριχτῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, πάντων
περίψημα. Αὐτός, κυρίως, φταίει γιὰ τὰ σημερινὰ στραβά μας κεφάλια.
Λοιπόν; Λοιπόν, ἂς ξεχάσουμε τὸν ἄστοχο ἔπαινο τοῦ Σεφέρη, τοῦ Θεοτοκᾶ καὶ
τοῦ Λορεντζάτου – φταίει ἡ ἑλληνική τους καταγωγή. Ἂς διαβάσουμε ὅμως τὸ
δοκίμιο τοῦ Σέρραρντ, ποὺ τὸ αἷμα του δὲν κουβαλάει τὰ χούγια τῶν Ἑλλήνων.
Πᾶνε κάμποσα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε γιὰ τὸν μακάριο Φίλιππο μιὰ ἐκδήλωση
στὴ Θεσσαλονίκη. Λιγοστοὶ ἄνθρωποι συνάχτηκαν καὶ δὲν ἔκρυψα τὴν ἀπογοήτευσή
μου. Ἔλαβα τὴν ἀπάντηση: «Ἂς μὴν εἶχε ἐγκαταλείψει τὴ λογοτεχνία γιὰ χάρη τῆς
θεολογίας!». ῏Ηταν σὰν μιὰ φτυαριὰ χιόνι στὴν πλάτη.
Τὴν ἀκρισία τὴν ξανασυλλογίζομαι τώρα, γιατὶ αὐτὲς τὶς μέρες παλεύαμε μὲ
τὴν κόρη μου νὰ φέρουμε σὲ λογαριασμὸ τὰ τελευταῖα Παπαδιαμαντικὰ Τετράδια.
Ξαναδιάβασα, λοιπόν, τὴν κριτικὴ τοῦ Λάκη Προγκίδη γιὰ τὴν μετάφραση τοῦ
Παπαδιαμάντη στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Διονυσίας. Ὁ Προγκίδης δίκαια τὴν
θεωρεῖ ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς μεγάλους σταθμοὺς στὶς παπαδιαμαντικὲς σπουδές.
Θυμίζοντάς σας ὅτι τὶς σπουδαῖες ἐκδόσεις τῶν Ἑλλήνων καὶ Λατίνων κλασικῶν οἱ
φιλόλογοι τὶς ὀνοματίζουν κατὰ τοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους –Teubner, Budé– ἢ κατὰ τοὺς
τόπους (Λιψίας, Ὀξφόρδης), θὰ εὐχόμουν, ὅταν δώσει ὁ Θεὸς νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἔκδοση,
νὰ ὀνομάζεται «τῶν Κατουνιῶν». Στὸ κάτω τῆς γραφῆς, ἂν ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι
Σκιαθίτης, ἄλλο τόσο, μὲ πιστοποιητικὰ ἔγκυρα, εἶναι καὶ Λιμνιώτης.
Ἐδῶ, λοιπόν, στὰ μυθικὰ γιὰ μένα Κατούνια, εἶδε τὸ φῶς αὐτὸς ὁ ἀγγλικὸς
Παπαδιαμάντης. Ἁρμοδιότερα γιὰ τὴν σύλληψη, τὴν κυοφορία καὶ τὴ γέννησή του θὰ
μποροῦσε νὰ μιλήσει ἡ ἀγαπητὴ Διονυσία. Ἐκεῖνο ποὺ διαπιστώνει κανεὶς εἶναι ὅτι
ὁ ἰθύνων νοῦς αὐτῆς τῆς ἐπίπονης μεταφραστικῆς προσπάθειας, ὁ π. Λάμπρος
Καμπερίδης, καὶ οἱ μεταφραστὲς ἔχουν μαθητεύσει μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο στὸν
Φίλιππο. Ἀνάμεσά τους καὶ ἡ κόρη του Λιανταίν, μεταφράστρια τῆς Φόνισσας. Αὐτήν,
τὴν Φραγκογιαννού, ἀπὸ τὰ μαθητικά μου κιόλας χρόνια τὴν ἔβλεπα νὰ παίρνει τὰ
βουνά, περνώντας ἀπὸ τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο, ὅπου καὶ τὸ μητρικό μου σπίτι. (Ἂς
ξαναπῶ γιὰ πολλοστὴ φορὰ ὅτι ὅλους τοὺς ἥρωες τῶν παπαδιαμαντικῶν διηγημάτων τοὺς
φαντάζομαι νὰ ζοῦν καὶ νὰ κινοῦνται στὴ Λίμνη.)
Τὸ μητρικό μου σπίτι τὸ ἔκαψαν οἱ Γερμανοί. Οἱ τοῖχοι του, χρόνια καὶ
χρόνια, ἔδειχναν τὸ σκέλεθρό τους. Ὅταν ὁ Δῆμος Λίμνης ἔκρινε πὼς ἦταν ἐπικίνδυνοι,
τοὺς κατεδαφίσαμε. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Φίλιππος ἔχτιζε μὲ τὸν Ἰωσὴφ Ροϊλίδη
–καλή του ὥρα!– τὴν ἐκκλησιά του. Ἡ μάνα μου, ποὺ ποτέ της δὲν παρηγορήθηκε γιὰ
τὴν πυρπόληση, ἀνακουφίστηκε μεγάλως ὅταν τῆς εἴπαμε πὼς μηνύσαμε στὸν κ.
Φίλιππο νὰ πάρει ὅ,τι θέλει ἀπὸ τὰ ὑλικὰ τῆς κατεδάφισης. Ἀποκόμισε ὅ,τι τοῦ ἔκανε
καὶ τὸ ἐνσωμάτωσε στὸ ναό. Ἔτσι, ἔστερξε ἡ μητέρα νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Λίμνη καὶ νὰ
ἔλθει στὰ Κατούνια. Ἦταν τότε ποὺ ὁ ἐραστὴς τῆς Λίμνης Γιάννης Φαφούτης μὲ
φωτογράφησε μὲ τὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο, ἐκεῖ, στὸ κατάμερο τοῦ Φίλιππου Σέρραρντ,
πίσω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά του.
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
ΤΥΡΒΗ: ΕΝΤΥΠΟΝ
ΤΕΡΠΝΟΝ τῆς ΦΑΙΔΡΑΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΣ Γρεβενὰ - Δεκαπενταύγουστος 2016 * ΦΥΛΛΟΝ 7ον
Τρίτη 11 Αυγούστου 2026
Ὢ, καὶ νὰ γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ
Παναγία!
Ἡ Θεοτόκος δὲν παρέδωσε στὴ Γραφὴ οὔτε τὶς σκέψεις Tης οὔτε τὴν ἀγάπη Tης
γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Tης οὔτε τὶς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατὰ τὴν ὥρα τῆς
σταυρώσεως, γιατὶ οὔτε καὶ τότε θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιὰ
τὸν Θεὸ ἦταν ἰσχυρότερη καὶ φλογερότερη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν Χερουβεὶμ καὶ τῶν
Σεραφεὶμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾿ Αὐτήν.
Παρ᾿ ὅλο ὅμως ποὺ ἡ ζωὴ τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὴν ἅγια
σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πὼς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει
μὲ τὴν ἀγάπη Tης ὅλο τὸν κόσμο καὶ βλέπει μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς
γῆς καί, ὅπως καὶ ὁ Υἱὸς Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καὶ ἐλεεῖ τοὺς
πάντες.
Ὢ, καὶ νὰ γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τὶς ἐντολὲς
τοῦ Χριστοῦ, καὶ πόσο λυπᾶται καὶ στενοχωριέται γιὰ κείνους ποὺ δὲν μετανοοῦν!
Αὐτὸ τὸ δοκίμασα μὲ τὴν πείρα μου.
Δὲν ψεύδομαι, λέγω τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πὼς γνωρίζω πνευματικὰ τὴν
Ἄχραντη Παρθένο. Δὲν Τὴν εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ γνωρίσω Αὐτὴν
καὶ τὴν ἀγάπη Tης γιὰ μᾶς. Χωρὶς τὴν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχὴ θὰ εἶχε χαθῆ ἀπὸ
πολὺν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νὰ μ᾿ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ μὲ νουθετήσῃ, γιὰ νὰ μὴν
ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: Δὲν μ᾿ ἀρέσει νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου». Τὰ λόγια Της ἦταν εὐχάριστα,
ἤρεμα, μὲ πραότητα καὶ συγκίνησαν τὴν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια, μὰ
ἡ ψυχή μου δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήσῃ ἐκείνη τὴ γλυκειὰ φωνὴ καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ εὐχαριστήσω
τὴν ἀγαθὴ καὶ σπλαγχνικὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Ἀληθινά, Αὐτὴ εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μόνο τ᾿ ὄνομά Της
χαροποιεῖ τὴν ψυχή. Ἀλλὰ κι ὅλος ὁ οὐρανὸς κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μὲ τὴν ἀγάπη
Tης.
Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στοὺς οὐρανοὺς καὶ βλέπει ἀδιάκοπα
τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τοὺς φτωχοὺς κι ἀγκαλιάζει μὲ τὴν
εὐσπλαγχνία Της ὅλη τὴ γῆ κι ὅλους τοὺς λαούς.
Κι Αὐτὴ τὴν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τὴν ἔδωσε σ᾿ ἐμᾶς.
Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἐλπίδα μας.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καὶ βρίσκεται κοντά μας κατὰ τὴ φύση σὰν
ἄνθρωπος καὶ κάθε χριστιανικὴ ψυχὴ ἑλκύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτήν.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026
Κυριακή 9 Αυγούστου 2026
Γάμος
-Γιατί ὀνομάζουμε τό γάμο μυστήριο; Τί τό μυστηριῶδες ἔχει;
Δέν τό ὀνομάζουμε μυστήριο ἐπειδή ἔχει κάτι τό ἀκατανόητο, ὅπως ἡ
κοινόχρηστη σημασία ὑπονοεῖ. Μυστήριο εἶναι κάθε συνάντηση κτιστοῦ καί ἀκτίστου,
δηλαδή Θεοῦ ἀπό τή μία καί ἀνθρώπου ἀπό τήν ἄλλη. Καί στόν ἐκκλησιαστικό γάμο ἔχουμε
μιά τέτοια συνάντηση, μᾶλλον μιά ἕνωση, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο ἡ ἐνανθρώπηση
τοῦ Θεοῡ ἤ ἡ Θεία Λειτουργία. Φυσικά μία τέτοια συνάντηση ὑπερβαίνει τή
δυνατότητα τοῦ μυαλοῦ μας νά τήν κατανοήση πλήρως.
-Μπορεῖτε νά ἐξηγήσετε περισσότερο πῶς συναντᾶται ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο
στόν γάμο;
Ὅπως ἀκριβῶς στή Θεία Εὐχαριστία. Ἐκεῖ προσφέρουμε τά ὑλικά δῶρα μας
(ψωμί καί κρασί) στόν Θεό καί Αὐτός μᾶς τά ἐπιστρέφει ἁγιασμένα, ὡς Θεία
Κοινωνία. Ἔτσι καί στόν γάμο προσφέρουμε τήν ἕνωσή μας στόν Θεό καί τήν
λαμβάνουμε πίσω ἁγιασμένη.
-Αὐτό τί σημαίνει στήν πράξη;
Γιά νά τό ἀντιληφθῆτε χρειάζεται νά θυμηθεῖτε τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα πού
διαβάζεται στήν ἀκολουθία τοῦ γάμου. Πρόκειται γιά τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Χριστοῦ,
πού ἔγινε στήν Κανᾶ. Ὅπως θά θυμᾶστε, ὅταν τελείωσε τό κρασί ὁ Χριστός ζήτησε
νά γεμίσουν ἕξη πέτρινες στάμνες μέ νερό καί κατόπιν νά τό σερβίρουν. Ἦταν πιά
κρασί καί ὁ γαμπρός ἀπόρησε. Κάλεσε τόν ὑπεύθυνο τοῦ τραπεζιοῦ καί τοῦ εἶπε:
"Ὅλος ὁ κόσμος βάζει στήν ἀρχή τό καλύτερο κρασί καί κατόπιν τό κατώτερο.
Σύ γιατί κράτησες τό καλό γιά τό τέλος;".
Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ὀνομάζονται σημεῖα, δηλαδή σημάδια
μιᾶς ἄλλης πραγματικότητας. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ Κύριος μᾶς δείχνει ποιά εἶναι
ἡ φυσική φορά τῶν πραγμάτων χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦκαί ποιά μέ αὐτήν. Χωρίς τή
συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στόν γάμο, ἡ φυσική του πορεία εἶναι νά φθίνη καί
νά κουράζεται. Ὅταν πραγματοποιηθῆ ἡ ἕνωση αὐτή, ὁ φυσικός δεσμός ἐνσωματώνεται
στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία καί λαμβάνει δυναμισμό ἀπροσμέτρητο.
π. Βασίλειος Θερμὸς
Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
Τώρα δὲν σηκώνουμε
λόγο
Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπαινεῖ τὸν πλησίον του καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του,
φθάνει σὲ μέτρα ἁγιότητος. Ἂν ζητᾶς ἐσὺ ἀπὸ τὸν ἄλλονε, ἐπειδὴ σὲ λύπησε, νὰ σοῦ
βάλει μετάνοια, δὲν εἶσαι καλά, δὲν εἶσαι ἐντάξει, δὲν βαδίζεις στὸ δρόμο τῆς
καλογερικῆς.
Φθάσαμε, πατέρες, σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο, ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅταν ἤμασταν
κοσμικοί, ἤμασταν καλύτεροι. Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο, δὲν σηκώνουμε λόγο.
Τὰ πατερικὰ βιβλία λένε ὅτι ὁ ἀββὰς Νισθερὼ ἀπέκτησε φήμη ἁγίου ἀνδρός.
Καὶ πῆγε ἄλλος καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρετὴ ἔκανες, πάτερ, κι ἔφθασες σ᾿ αὐτὰ τὰ
μέτρα;» Λέει: «Ἀφότου μπῆκα στὸ μοναστήρι, εἶπα, ἐγὼ καὶ τὸ γαϊδούρι ἕνα εἴμαστε.
Ὅσο μιλάει τὸ γαϊδούρι, ὅταν τὸ δέρνεις, τόσο θὰ μιλήσω κι ἐγώ». Αὐτὸ ἦταν τὸ
θεμέλιο, ὅτι καὶ νὰ τὸν δείρουνε, «εὐλόγησον». Τώρα ἐμεῖς φθάσαμε στὸ σημεῖο, δὲν
σηκώνουμε λόγο.
Ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ, πρέπει πάντοτε νὰ ἀγωνίζεται. Καὶ ὁ πρῶτος ἀγώνας
εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν
εἶναι ὁ διάβολος, ὄχι. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του ἐπίβουλος. Καὶ
τοῦτο διότι δὲν ἀκούει τὸν ἄλλον, ἀκούει τί τὸν λέει ὁ λογισμός του. Ἐνῶ ἔχουμε
τόσους ἁγίους Πατέρες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε διαβάζοντας τὰ συγγράματά τους, ἐντούτοις
ὅμως τὸ ἐγὼ μᾶς κυριεύει πολλὲς φορές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι
ὁ μεγαλύτερος μεγαλομάρτυρας καὶ τροπαιοφόρος καὶ νικηφόρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ!
Ὅσιος Ἐφραὶμ
Κατουνακιώτης
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026
Ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ
τὸ προσδοκοῦμε
Πολλοὶ ἀσκητὲς ἀγαποῦσαν τὶς ἀσθένειες, γιατὶ ἡ ἀσθένεια ἐλαφρύνει τὸν
πόλεμο μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη.
Καὶ ἐφόσον δὲν νικήσαμε ἀκόμη τὰ πάθη, δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴ χαρὰ τῆς
ἀναστάσεως στὸ πλήρωμά της.
Παρ’ ὅλα αὐτά, μερικῶς ὡστόσο τὴν ζοῦμε.
Πολλὲς φορές, λοιπόν, συνέβη νὰ συναντήσω τὸ φαινόμενο τὸ Πάσχα νὰ εἶναι
γιὰ μερικοὺς καιρὸς δοκιμασίας, καὶ αὐτὸ ἔγινε αἰσθητὸ ὡς κάποιο κενὸ στὸ εἶναι.
«Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος», καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό
μου ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου.
Ὄχι μόνο ὅταν αἰσθάνεσθε τὴν κυριαρχία σας ἐπάνω στὰ πάθη ὡς γεγονός, ἀλλὰ
καὶ κατὰ τὴν ἴδια τὴν πάλη νὰ θυμάστε ὅτι τίποτε τὸ τελικὸ δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἀπὸ
τὸν Χριστό, καὶ νὰ στηρίζεσθε σὲ Αὐτόν.
Μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ αἴσθηση: «Ναί, ἦρθε τὸ Πάσχα, καὶ ὅμως μένω στὸν
θάνατο τῶν παθῶν».
Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐνδώσουμε σὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, ἀλλὰ νὰ πιστεύουμε ὅτι
πραγματικὰ θὰ ἀναστηθοῦμε· καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ
προσδοκοῦμε, ὅπως θαυμάσια ὁμολογοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Ὄχι μόνο πιστεύω ὅτι θὰ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί, ἀλλὰ περιμένω τὴν ἀνάσταση
αὐτή.
Νὰ λέτε τὰ λόγια αὐτὰ μὲ περισσότερη συναίσθηση, νὰ ἐλέγχετε τὸν ἑαυτό
σας καὶ νὰ γνωρίζετε τὸν χαρακτήρα τῶν φαινομένων αὐτῶν.
Ἂν λέμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» καὶ στὶς
προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους «ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου τὸν κεκοιμημένον δοῦλον
Σου ἀνάπαυσον», τονίζουμε ὅτι πεθαίνοντας θὰ ἀναμένουμε τὴν ἀνάστασή μας, πρὸς
τὸ παρὸν ὅμως «εἰς χεῖρας Σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμα μου».
Εὔχομαι πράγματι σὲ ὅλους σας νὰ ζήσετε τὸ Πάσχα μὲ τὴν ἀναμονὴ αὐτῆς τῆς
κοινῆς μας ἀναστάσεως.
Ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026
Ὁ ἰδιότυπος Φώτης Κόντογλου
Τρίτη 4 Αυγούστου 2026
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026
Κυριακή 2 Αυγούστου 2026
Ἀνέκδοτα Θεοδ. Κολοκοτρώνη
Τὸ ἄν, ἔλεγεν, ἐσπάρθη πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν ἐφύτρωσε.
Ὅσες φορὲς καὶ ἂν ἐγράφθη εἰς ξένην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐκρέμασε
ποτὲ φούντα εἰς τὸ σπαθί του, ἐξηγῶν κατὰ γράμμα τοὺς στίχους τοῦ πολεμιστηρίου
ἄσματος τοῦ Ρήγα: «Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθεῖ, - Ἢ νὰ κρεμάσει
φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».
Ὁ Συνταγματάρχης κ. Πορὶ δε Σαὶν Βενσάν, εἰς τὴν ἔκθεσίν του τῆς ἐπιστημονικῆς
ἐκστρατείας τῆς Πελοποννήσου, λέγει, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δείχνοντάς του μίαν φορὰν
τὸν Γέρο Κολοκοτρώνη τοῦ εἶπε: «Ἰδοὺ ὁ Ὀδυσσεὺς τῆς Νέας Ἑλλάδος!» καὶ τοῦ ἀνέφερε
καὶ στίχους τοῦ Ὁμήρου πρὸς ἀπόδειξιν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ κατὰ τρία πράγματα ὁμοιάζουν
πολὺ οἱ δύο οὗτοι ἄνδρες: κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸν πατριωτισμόν, καὶ τὴν ἀκοίμητον
πάλην μὲ τὰς μυστηριώδεις δυνάμεις τῆς τύχης. Καὶ οἱ δύο ἔζησαν τόσον, ὥστε ἐγήρασαν
καὶ ἐχαίροντο εἰς τὸ δείλι τους τὲς ὧρες τῆς αὐγῆς τους.
Ὁ Θεός, ἔλεγε, ἔδωσε τὴν ὑπογραφή του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν
τὴν παίρνει ὀπίσω.
Εἰς ἀπεσταλμένον ἀπὸ φίλον του στρατιωτικὸν ἐπίσημον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμηνοῦσε
νὰ σκοτώσει τὸν Α. Δ., νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν μέση τὸν Ζαΐμη, εἰτεμὴ τὸ γένος δὲν
βλέπει σωτηρίαν, ἔλεγε ἀκούοντας τὴν παραγγελίαν: «Οὔ! νὰ χαθεῖ, θαρρεῖ πῶς εἶναι
μῦγες· εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ».
Πηγαινάμενος μίαν φορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Ἀνάπλι, ὅταν ἐρωτήθη τί
νεώτερα εἶδε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶπε: «Εἶδα πράγμα ὁποὺ δὲν τὸ εἶδα ἄλλη φορὰ
τόσων χρονῶν ὁποὺ εἶμαι, οἱ γυναῖκες ὣς τὰ τώρα ἤξευρα πὼς ἐφούσκωναν ἀπ᾿ ὀμπρός,
εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδα ὅτι φουσκώνουν ἀπὸ πίσω». Ἀπέβλεπεν ὁ λόγος του τὸ ἀδιάντροπον
τῶν τότε γυναικείων φορεμάτων.
Εἰς τὸν Μυστρά, ἂν δὲν σφάλλω, τοῦ ἐκατάδωκαν δύο γυναίκας ἀτίμου διαγωγῆς,
αἱ ὁποῖαι ἐξέκλιναν τοὺς στρατιώτας του. Ἔκαμε καὶ τοῦ τὲς ἔφεραν, καὶ
βλέποντας ἕνα χωράφι μὲ τσουκνίδες, ἔκαμε καὶ τὲς ἐγύμνωσαν καὶ τὲς ἐκύλησαν εἰς
τὲς τσουκνίδες.
Ὅταν σαράντα χωροφύλακες μὲ τὸν μοίραρχον ἐπῆγαν νύκτα, νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ
τὸ περιβόλι του, εἰς τὸ Ἀνάπλι, ἐπὶ Ἀντιβασιλείας, εἶπε: «Ἔφθανε νὰ μοῦ
στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μὲ ἕνα γράμμα νὰ
πάω εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ μὲ ἕνα φανάρι εἰς τὸ στόμα του, νὰ μᾶς φέγγει καὶ τῶν
δυονῶν μας».
Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τοῦ ἐδόθη εἴδησις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ
χαρίζει τὴν ζωὴν καὶ μόνον τὸν ἀφήνει εἴκοσι χρόνους φυλακήν, εἶπε: «Θὰ γελάσω
τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ ζήσω τόσους».
Εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ὅταν ἀπέθανεν ἡ γυναίκα του, εἰς τὸ μνημόσυνόν
της ἐπῆρε εἰς τὸ κεφάλι του τὸν δίσκον μὲ τὰ κόλυβα ἀπὸ τὸ σπίτι του ἕως εἰς τὴν
ἐκκλησίαν, σημεῖον τῆς ἀγάπης του.
Γέλωτα ἄσβεστον τοῦ ἐπροξενοῦσεν ἡ ἐνθύμησις τῆς ἐπιστολῆς φίλου τινός, ὅστις
τοῦ ἔγραφεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην: «Ἢ νὰ ἐλευθερωθοῦμεν, ἢ νὰ χαθῆτε».
Γεώργιος Τερτσέτης












