Τετράδιο
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026
Κυριακή 9 Αυγούστου 2026
Γάμος
-Γιατί ὀνομάζουμε τό γάμο μυστήριο; Τί τό μυστηριῶδες ἔχει;
Δέν τό ὀνομάζουμε μυστήριο ἐπειδή ἔχει κάτι τό ἀκατανόητο, ὅπως ἡ
κοινόχρηστη σημασία ὑπονοεῖ. Μυστήριο εἶναι κάθε συνάντηση κτιστοῦ καί ἀκτίστου,
δηλαδή Θεοῦ ἀπό τή μία καί ἀνθρώπου ἀπό τήν ἄλλη. Καί στόν ἐκκλησιαστικό γάμο ἔχουμε
μιά τέτοια συνάντηση, μᾶλλον μιά ἕνωση, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο ἡ ἐνανθρώπηση
τοῦ Θεοῡ ἤ ἡ Θεία Λειτουργία. Φυσικά μία τέτοια συνάντηση ὑπερβαίνει τή
δυνατότητα τοῦ μυαλοῦ μας νά τήν κατανοήση πλήρως.
-Μπορεῖτε νά ἐξηγήσετε περισσότερο πῶς συναντᾶται ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο
στόν γάμο;
Ὅπως ἀκριβῶς στή Θεία Εὐχαριστία. Ἐκεῖ προσφέρουμε τά ὑλικά δῶρα μας
(ψωμί καί κρασί) στόν Θεό καί Αὐτός μᾶς τά ἐπιστρέφει ἁγιασμένα, ὡς Θεία
Κοινωνία. Ἔτσι καί στόν γάμο προσφέρουμε τήν ἕνωσή μας στόν Θεό καί τήν
λαμβάνουμε πίσω ἁγιασμένη.
-Αὐτό τί σημαίνει στήν πράξη;
Γιά νά τό ἀντιληφθῆτε χρειάζεται νά θυμηθεῖτε τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα πού
διαβάζεται στήν ἀκολουθία τοῦ γάμου. Πρόκειται γιά τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Χριστοῦ,
πού ἔγινε στήν Κανᾶ. Ὅπως θά θυμᾶστε, ὅταν τελείωσε τό κρασί ὁ Χριστός ζήτησε
νά γεμίσουν ἕξη πέτρινες στάμνες μέ νερό καί κατόπιν νά τό σερβίρουν. Ἦταν πιά
κρασί καί ὁ γαμπρός ἀπόρησε. Κάλεσε τόν ὑπεύθυνο τοῦ τραπεζιοῦ καί τοῦ εἶπε:
"Ὅλος ὁ κόσμος βάζει στήν ἀρχή τό καλύτερο κρασί καί κατόπιν τό κατώτερο.
Σύ γιατί κράτησες τό καλό γιά τό τέλος;".
Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ὀνομάζονται σημεῖα, δηλαδή σημάδια
μιᾶς ἄλλης πραγματικότητας. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ Κύριος μᾶς δείχνει ποιά εἶναι
ἡ φυσική φορά τῶν πραγμάτων χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦκαί ποιά μέ αὐτήν. Χωρίς τή
συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στόν γάμο, ἡ φυσική του πορεία εἶναι νά φθίνη καί
νά κουράζεται. Ὅταν πραγματοποιηθῆ ἡ ἕνωση αὐτή, ὁ φυσικός δεσμός ἐνσωματώνεται
στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία καί λαμβάνει δυναμισμό ἀπροσμέτρητο.
π. Βασίλειος Θερμὸς
Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
Τώρα δὲν σηκώνουμε
λόγο
Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπαινεῖ τὸν πλησίον του καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του,
φθάνει σὲ μέτρα ἁγιότητος. Ἂν ζητᾶς ἐσὺ ἀπὸ τὸν ἄλλονε, ἐπειδὴ σὲ λύπησε, νὰ σοῦ
βάλει μετάνοια, δὲν εἶσαι καλά, δὲν εἶσαι ἐντάξει, δὲν βαδίζεις στὸ δρόμο τῆς
καλογερικῆς.
Φθάσαμε, πατέρες, σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο, ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅταν ἤμασταν
κοσμικοί, ἤμασταν καλύτεροι. Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο, δὲν σηκώνουμε λόγο.
Τὰ πατερικὰ βιβλία λένε ὅτι ὁ ἀββὰς Νισθερὼ ἀπέκτησε φήμη ἁγίου ἀνδρός.
Καὶ πῆγε ἄλλος καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρετὴ ἔκανες, πάτερ, κι ἔφθασες σ᾿ αὐτὰ τὰ
μέτρα;» Λέει: «Ἀφότου μπῆκα στὸ μοναστήρι, εἶπα, ἐγὼ καὶ τὸ γαϊδούρι ἕνα εἴμαστε.
Ὅσο μιλάει τὸ γαϊδούρι, ὅταν τὸ δέρνεις, τόσο θὰ μιλήσω κι ἐγώ». Αὐτὸ ἦταν τὸ
θεμέλιο, ὅτι καὶ νὰ τὸν δείρουνε, «εὐλόγησον». Τώρα ἐμεῖς φθάσαμε στὸ σημεῖο, δὲν
σηκώνουμε λόγο.
Ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ, πρέπει πάντοτε νὰ ἀγωνίζεται. Καὶ ὁ πρῶτος ἀγώνας
εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν
εἶναι ὁ διάβολος, ὄχι. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του ἐπίβουλος. Καὶ
τοῦτο διότι δὲν ἀκούει τὸν ἄλλον, ἀκούει τί τὸν λέει ὁ λογισμός του. Ἐνῶ ἔχουμε
τόσους ἁγίους Πατέρες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε διαβάζοντας τὰ συγγράματά τους, ἐντούτοις
ὅμως τὸ ἐγὼ μᾶς κυριεύει πολλὲς φορές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι
ὁ μεγαλύτερος μεγαλομάρτυρας καὶ τροπαιοφόρος καὶ νικηφόρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ!
Ὅσιος Ἐφραὶμ
Κατουνακιώτης
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026
Ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ
τὸ προσδοκοῦμε
Πολλοὶ ἀσκητὲς ἀγαποῦσαν τὶς ἀσθένειες, γιατὶ ἡ ἀσθένεια ἐλαφρύνει τὸν
πόλεμο μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη.
Καὶ ἐφόσον δὲν νικήσαμε ἀκόμη τὰ πάθη, δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴ χαρὰ τῆς
ἀναστάσεως στὸ πλήρωμά της.
Παρ’ ὅλα αὐτά, μερικῶς ὡστόσο τὴν ζοῦμε.
Πολλὲς φορές, λοιπόν, συνέβη νὰ συναντήσω τὸ φαινόμενο τὸ Πάσχα νὰ εἶναι
γιὰ μερικοὺς καιρὸς δοκιμασίας, καὶ αὐτὸ ἔγινε αἰσθητὸ ὡς κάποιο κενὸ στὸ εἶναι.
«Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος», καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό
μου ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου.
Ὄχι μόνο ὅταν αἰσθάνεσθε τὴν κυριαρχία σας ἐπάνω στὰ πάθη ὡς γεγονός, ἀλλὰ
καὶ κατὰ τὴν ἴδια τὴν πάλη νὰ θυμάστε ὅτι τίποτε τὸ τελικὸ δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἀπὸ
τὸν Χριστό, καὶ νὰ στηρίζεσθε σὲ Αὐτόν.
Μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ αἴσθηση: «Ναί, ἦρθε τὸ Πάσχα, καὶ ὅμως μένω στὸν
θάνατο τῶν παθῶν».
Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐνδώσουμε σὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, ἀλλὰ νὰ πιστεύουμε ὅτι
πραγματικὰ θὰ ἀναστηθοῦμε· καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ
προσδοκοῦμε, ὅπως θαυμάσια ὁμολογοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Ὄχι μόνο πιστεύω ὅτι θὰ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί, ἀλλὰ περιμένω τὴν ἀνάσταση
αὐτή.
Νὰ λέτε τὰ λόγια αὐτὰ μὲ περισσότερη συναίσθηση, νὰ ἐλέγχετε τὸν ἑαυτό
σας καὶ νὰ γνωρίζετε τὸν χαρακτήρα τῶν φαινομένων αὐτῶν.
Ἂν λέμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» καὶ στὶς
προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους «ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου τὸν κεκοιμημένον δοῦλον
Σου ἀνάπαυσον», τονίζουμε ὅτι πεθαίνοντας θὰ ἀναμένουμε τὴν ἀνάστασή μας, πρὸς
τὸ παρὸν ὅμως «εἰς χεῖρας Σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμα μου».
Εὔχομαι πράγματι σὲ ὅλους σας νὰ ζήσετε τὸ Πάσχα μὲ τὴν ἀναμονὴ αὐτῆς τῆς
κοινῆς μας ἀναστάσεως.
Ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026
Ὁ ἰδιότυπος Φώτης Κόντογλου
Τρίτη 4 Αυγούστου 2026
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026
Κυριακή 2 Αυγούστου 2026
Ἀνέκδοτα Θεοδ. Κολοκοτρώνη
Τὸ ἄν, ἔλεγεν, ἐσπάρθη πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν ἐφύτρωσε.
Ὅσες φορὲς καὶ ἂν ἐγράφθη εἰς ξένην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐκρέμασε
ποτὲ φούντα εἰς τὸ σπαθί του, ἐξηγῶν κατὰ γράμμα τοὺς στίχους τοῦ πολεμιστηρίου
ἄσματος τοῦ Ρήγα: «Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθεῖ, - Ἢ νὰ κρεμάσει
φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».
Ὁ Συνταγματάρχης κ. Πορὶ δε Σαὶν Βενσάν, εἰς τὴν ἔκθεσίν του τῆς ἐπιστημονικῆς
ἐκστρατείας τῆς Πελοποννήσου, λέγει, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δείχνοντάς του μίαν φορὰν
τὸν Γέρο Κολοκοτρώνη τοῦ εἶπε: «Ἰδοὺ ὁ Ὀδυσσεὺς τῆς Νέας Ἑλλάδος!» καὶ τοῦ ἀνέφερε
καὶ στίχους τοῦ Ὁμήρου πρὸς ἀπόδειξιν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ κατὰ τρία πράγματα ὁμοιάζουν
πολὺ οἱ δύο οὗτοι ἄνδρες: κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸν πατριωτισμόν, καὶ τὴν ἀκοίμητον
πάλην μὲ τὰς μυστηριώδεις δυνάμεις τῆς τύχης. Καὶ οἱ δύο ἔζησαν τόσον, ὥστε ἐγήρασαν
καὶ ἐχαίροντο εἰς τὸ δείλι τους τὲς ὧρες τῆς αὐγῆς τους.
Ὁ Θεός, ἔλεγε, ἔδωσε τὴν ὑπογραφή του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν
τὴν παίρνει ὀπίσω.
Εἰς ἀπεσταλμένον ἀπὸ φίλον του στρατιωτικὸν ἐπίσημον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμηνοῦσε
νὰ σκοτώσει τὸν Α. Δ., νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν μέση τὸν Ζαΐμη, εἰτεμὴ τὸ γένος δὲν
βλέπει σωτηρίαν, ἔλεγε ἀκούοντας τὴν παραγγελίαν: «Οὔ! νὰ χαθεῖ, θαρρεῖ πῶς εἶναι
μῦγες· εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ».
Πηγαινάμενος μίαν φορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Ἀνάπλι, ὅταν ἐρωτήθη τί
νεώτερα εἶδε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶπε: «Εἶδα πράγμα ὁποὺ δὲν τὸ εἶδα ἄλλη φορὰ
τόσων χρονῶν ὁποὺ εἶμαι, οἱ γυναῖκες ὣς τὰ τώρα ἤξευρα πὼς ἐφούσκωναν ἀπ᾿ ὀμπρός,
εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδα ὅτι φουσκώνουν ἀπὸ πίσω». Ἀπέβλεπεν ὁ λόγος του τὸ ἀδιάντροπον
τῶν τότε γυναικείων φορεμάτων.
Εἰς τὸν Μυστρά, ἂν δὲν σφάλλω, τοῦ ἐκατάδωκαν δύο γυναίκας ἀτίμου διαγωγῆς,
αἱ ὁποῖαι ἐξέκλιναν τοὺς στρατιώτας του. Ἔκαμε καὶ τοῦ τὲς ἔφεραν, καὶ
βλέποντας ἕνα χωράφι μὲ τσουκνίδες, ἔκαμε καὶ τὲς ἐγύμνωσαν καὶ τὲς ἐκύλησαν εἰς
τὲς τσουκνίδες.
Ὅταν σαράντα χωροφύλακες μὲ τὸν μοίραρχον ἐπῆγαν νύκτα, νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ
τὸ περιβόλι του, εἰς τὸ Ἀνάπλι, ἐπὶ Ἀντιβασιλείας, εἶπε: «Ἔφθανε νὰ μοῦ
στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μὲ ἕνα γράμμα νὰ
πάω εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ μὲ ἕνα φανάρι εἰς τὸ στόμα του, νὰ μᾶς φέγγει καὶ τῶν
δυονῶν μας».
Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τοῦ ἐδόθη εἴδησις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ
χαρίζει τὴν ζωὴν καὶ μόνον τὸν ἀφήνει εἴκοσι χρόνους φυλακήν, εἶπε: «Θὰ γελάσω
τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ ζήσω τόσους».
Εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ὅταν ἀπέθανεν ἡ γυναίκα του, εἰς τὸ μνημόσυνόν
της ἐπῆρε εἰς τὸ κεφάλι του τὸν δίσκον μὲ τὰ κόλυβα ἀπὸ τὸ σπίτι του ἕως εἰς τὴν
ἐκκλησίαν, σημεῖον τῆς ἀγάπης του.
Γέλωτα ἄσβεστον τοῦ ἐπροξενοῦσεν ἡ ἐνθύμησις τῆς ἐπιστολῆς φίλου τινός, ὅστις
τοῦ ἔγραφεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην: «Ἢ νὰ ἐλευθερωθοῦμεν, ἢ νὰ χαθῆτε».
Γεώργιος Τερτσέτης










