Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026



Τὶ μᾶς διδάσκει ὁ Τίμιος Πρόδρομος
Τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν φράση: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, διότι ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐγκαινίαζε στὸν κόσμο τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Διότι, ὅπου εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο καὶ νὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἀμετανόητος, σκληρημένος μέσα στὸν ἐγωισμό του, στὴν αὐτάρκειά του, στὴν φιλαυτία του καὶ στὰ πάθη του, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ οὔτε τὸν Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο οὔτε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, προκειμένου νὰ ἀνοιχθοῦν οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐδίδασκε «μετανοεῖτε».
Ἀλλὰ ἡ φωνὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου φθάνει μέχρις ἡμῶν καὶ τὸ κήρυγμά του εἶναι αἰώνιο κήρυγμα. Καὶ ἐμᾶς μᾶς καλεῖ ὁ Τίμιος Πρόδρομος σήμερα νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς μετανοίας, ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά μας καὶ ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως καὶ ἄλλοτε τονίσαμε, ἡ μετάνοια δὲν εἶναι κάτι ποὺ γίνεται μία φορὰ καὶ τελειώνει. Εἶναι μία διαρκὴς στάση ζωῆς. Συνεχῶς πρέπει νὰ μετανοοῦμε, γιὰ νὰ μὴ φεύγει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἐμᾶς.
Ὅταν πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε τέλειοι, ὅτι δὲν ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, ἤδη βρισκόμαστε σὲ μία ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει σέ μᾶς. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια δὲν εἶναι μόνο πόνος, γιατὶ δὲν ἐκπληρώνουμε στὴν ζωή μας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπόφαση ἀγῶνος γιὰ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπ’ ὅ,τι λυπεῖ τὸν Θεό.
Καὶ μία σκέψη νὰ κάνη ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ –ἄπρεπη σκέψη– ἡ ὁποία τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, πονάει καὶ λυπεῖται, διότι λύπησε τὸν Θεό, καὶ μετανοεῖ. Αἰσθάνεται ὅτι ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἕνα λογισμὸ κακὸ καὶ ἀπρεπῆ, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἕνας ψιλὸς λογισμός, χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ πρέπει πάλι νὰ μετανοήσει, νὰ ζητήσει συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἔλθει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του.
Ἐκπληρώνεται στὸν προφήτη Ἰωάννη καὶ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «πάσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὅρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται». Οἱ φάραγγες ποὺ πρέπει νὰ πληρωθοῦν, γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Μεσσίας στὴν ζωή μας, εἶναι οἱ ἐλλείψεις οἱ πνευματικὲς ποὺ ἔχουμε, καὶ τὰ βουνὰ ποὺ πρέπει νὰ ταπεινωθοῦν, γιὰ νὰ γίνει εὐθεία ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ περπατήσει ὁ Κύριος καὶ νὰ ἔλθει σ’ ἐμᾶς, εἶναι τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὡς ἄλλα βουνὰ μᾶς πλακώνουν καὶ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ζήσουμε ζωὴ ἀπαθείας καὶ ἁγιότητος.
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, πρέπει νὰ ἔχουμε μία συνεχὴ μέριμνα στὸν ἑαυτό μας· τί κενὰ ἔχουμε, τί ἐλλείψεις ἔχουμε, τί φαράγγια ἔχουμε μέσα μας καὶ τί βουνὰ ἔχουμε μέσα μας, δηλαδὴ τὰ πάθη ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ εἶναι ζωὴ μετανοίας, ζωὴ ἀγῶνος, ὥστε τὶς μὲν ἐλλείψεις νὰ καλύψουμε, τὰ δὲ πάθη νὰ ταπεινώσουμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Μεσσία, Λυτρωτή μας καὶ Σωτήρα μας.
Εὐχαῖς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ἂς ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ ἀγωνισθοῦμε τὸν καλὸ αὐτὸν ἀγώνα τῆς μετανοίας μέχρι τῆς τελευταίας μας ἀναπνοῆς.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026


Ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῶν Θεοφανίων περιέχει ἕναν λόγο τοῦ Χριστοῦ μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αὐτὸν τώρα θέλω λίγο νά στρέψω τὴν προσοχὴ σας.
Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος τῆς Θεοφάνειας τοῦ Κυρίου προηγεῖται κήρυγμα στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, τοῦ Ἰωάννου, τοῦ Προδρόμου τοῦ Κυρίου, τοῦ μείζονος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων πού γέννησαν ποτέ οἱ γυναῖκες. Τὸ φλογερὸ του κήρυγμα τῆς μετανοίας γιά τὸ ὁποῖο προετοιμαζόταν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας τραβοῦσε πρὸς αὐτὸν μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων. Ὁ πύρινος λόγος τοῦ κηρύγματός του ἔκαιγε τίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους βάπτιζε στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καθαρίζοντας τίς ἁμαρτίες τους.
Τὴν μεγάλη ἐκείνη ἡμέρα μὲ πολλὴ ἔκπληξη παρατήρησε ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων πού ἔρχονται γιά νά βαπτιστοῦν βρίσκεται καὶ Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον μέχρι τότε δέν εἶχε γνωρίσει ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὅτι θὰ βαπτίζει μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καὶ ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του, τοῦ εἶπε μὲ δέος: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ Σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς μέ;»
Ἐμεῖς, ποὺ ἤδη εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί, δέν θὰ μπορούσαμε νά καταλάβουμε γιατὶ ὁ ἀναμάρτητος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πῆγε στό δοῦλο του τὸν Ἰωάννη καὶ ζήτησε νά βαπτιστεῖ ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας γιά νά Τοῦ ἀφεθοῦν οἱ ἁμαρτίες του, τὶς ὁποῖες δέν εἶχε, ἂν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δέν μᾶς τὸ ἔλεγε ἀπαντώντας στήν ἐρώτησῃ τοῦ Προδρόμου τὸ ἑξῆς: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην»
Ὤ, Κύριε μας! Σὲ προσκυνοῦμε ἐσένα καὶ τὸν Πρόδρομό Σου καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας γιά τὸ ὅτι μᾶς ἔμαθες νά σεβόμαστε καὶ νά τιμᾶμε «πᾶσαν δικαιοσύνην» καὶ νά μισοῦμε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία, διότι ἐκείνη προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ἄκομα καὶ ἡ πιὸ ἀσήμαντη δίκαιη πράξη, εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔλαβες τὸ βάπτισμα ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στόν Ἰορδάνη ποταμὸ γιά τὴν ἄφεση ἁμαρτιῶν διότι ἤθελες νά ἐκπληρώσεις ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἡ κατάδυση στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἀποτελοῦσε σφράγισμα τῆς μετανοίας γι’ αὐτούς πού ἔρχονταν νά βαπτιστοῦν. Διότι γιά τὴν ὁλόκαρδη μετάνοια, αὐτός πού δεχόταν τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, λάμβανε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.
Τὸ βάπτισμα ὅμως αὐτὸ δέν ἀνακαίνιζε τὸν ἀνθρωπο καὶ δέν ἦταν γι’ αὐτὸν μία δεύτερη γέννηση, ὅπως αὐτὸ γίνεται στό μεγάλο μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο βαπτιζόμαστε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί. Ἦταν λοιπὸν δίκαιο τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου. Δέν μίλησε ὅμως μόνο γι’ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνη, ὁ Σωτῆρας μας στόν Ἰωάννη γιά νά τὸν καθησυχάσει καὶ νά λύσει τὴν ἀπορία του, ἀλλὰ γιά τὴν πᾶσα δικαιοσύνη, δηλαδή γιά τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν Θεῖο λόγο του ἁγίασε καὶ εὐλόγησε τὴν κάθε ἀλήθεια καὶ συνεπῶς κατέκρινε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία.
Σκεφτεῖτε, ἀγαπητοί μου, ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου μὲ μένα πνεύματος, κοινωνοί τοῦ μικροῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ, πόση ἀδικία ὑπάρχει στόν κόσμο! Πόσο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι ὁ πόλεμος, ὅταν οἱ λαοί, ἀκόμα καὶ οἱ χριστιανικοὶ λαοί, ἐξοντώνουν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον! Ἂν ὁ φόνος ἑνὸς μόνο ἀνθρώπου σὲ πολλοὺς λαοὺς τιμωρεῖται μὲ θάνατο, τότε πῶς ὁ Κύριος θὰ τιμωρήσει αὐτοὺς πού εὐθύνονται γιά τὸ φόνο δεκάδων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων; Ἡ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία εἶναι ἀδικία καὶ ὁ πόλεμος εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀδικία τὴν ὁποία ὅλοι μας πρέπει νά τὴν μισοῦμε.
Μεγάλη ἀδικία ὑπάρχει στά κράτη ἐκεῖνα ὅπου ἡ γῆ, ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἰδιαίτερα σ’ αὐτούς πού τὴν καλλιεργοῦν, δέν ἀνήκει στόν λαὸ καὶ στό κράτος ἀλλὰ σ’ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐξουσία, ποὺ τοὺς τὴν δίνει τὸ χρῆμα. Καὶ πόση ἀκόμα ἀδικία ὑπάρχει στίς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ μελῶν τῆς ἴδιας οἰκογένειας. Ἡ ἀδικία αὐτὴ χαροποιεῖ παρὰ πολὺ τὸ διαβολο. Δέν ἦταν ἔτσι τὰ πράγματα στήν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων, μεταξὺ τῶν πρώτων χριστιανῶν. «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. καὶ μεγάλῃ δυνάμει ἀπεδίδουν τὸ μαρτύριον οἱ ἀπόστολοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν».
Δέν εἶναι μόνο ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας ἔχει γιά μᾶς ἐπίσης ὕψιστη σημασία διότι ἔχουμε τὴν φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὴν στιγμή πού ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινε ἀπὸ τὸ νερὸ πάνω, ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα πού μαρτυροῦσε γιά τὸν Υἱὸ του λέγοντας: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.». Καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο «ἐν εἴδει περιστερᾶς» κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πάνω στό κεφάλι τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτὴ ἡ Θεοφάνεια, ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἴδιος, ὁ τρισυπόστατος Θεὸς, φανέρωσε τὴν θεότητα τοῦ Δευτέρου Προσώπου του, τοῦ ἐνσαρκωμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς-Πατέρας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὰν νά παρουσίασαν στήν ἀνθρωπότητα τὸν Σωτήρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Δέν ἀρκοῦν αὐτὰ σ’ ἐκείνους πού δέν πιστεύουν στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Δέν τοὺς συγκινεῖ ἡ Θεία του διδασκαλία, μὲ τὴν ὁποία δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ καμμία ἀνθρώπινη; Δέν τοὺς ἀρκοῦν τὰ θαύματά του μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς ἐπιβεβαίωνε τὸ κήρυγμά του; Δέν τοὺς φτάνει τὸ ὅτι τὸ κήρυγμά του τὸ σφράγισε μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα του πάνω στόν φοβερὸ σταυρὸ τοῦ Γολγοθᾶ; Καὶ τὸ ὅτι ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ θάνατό του, καί πού γιά σαράντα ἡμέρες, μετὰ τὴν ἀνάστασή του, φανερώθηκε πολλὲς φορὲς στούς μαθητὲς του, καὶ ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἔνδοξη ἀναλήψή του στούς οὐρανοὺς ἀπὸ τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν;
Ὤ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ! Ὤ, Σωτήρα μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ! Στά ἔργα τῆς ἀγάπης σου, στά ἀμέτρητα θαύματά σου, πρόσθεσε καὶ ἕνα ἄλλο θαῦμα: ἄγγιξε μὲ τὴν δεξιὰ σου τή λίθινη καρδιά τους καὶ δῶσε σ’ αὐτοὺς «καρδία σαρκίνη». Ἀμήν.
Ἅγιος Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026


Λὲς καὶ ἕνα «Κύριε Ἐλέησον» καὶ τελείωσε
– Μακαριώτατε, ἔχετε μιλήσει γιὰ τὴν οἰκονομικὴ κρίση, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ὄχι μόνο τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔχετε πεῖ ὅτι εἶναι μία μορφὴ πολέμου, ἐν πάση περιπτώσει. Προφανῶς, μὲ θύματα καὶ μὲ θύτες. Μιλῆστε μας γι’ αὐτό, τὸ πῶς βλέπετε ἐσεῖς αὐτὴ τὴν κρίση καὶ ποιός ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας –ἂν θέλετε– γιὰ τὰ θύματά της;
– Ἀναφέρθηκα προηγουμένως στὴν ἀρρώστια, ἔτσι; Ἡ οἰκονομικὴ κρίση δὲν ἦρθε σὰν ἀλεξίπτωτο ἀπὸ τὸν οὐρανό, εἶναι μία συνέπεια μίας συμπεριφορᾶς, ἑνὸς τρόπου ζωῆς τοῦ λαοῦ μας. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι γιὰ μία περίοδο εἴχαμε πάρει μεγάλη φόρα, ὅτι πρέπει νὰ ζοῦμε πολὺ ἔτσι, εὐτυχισμένοι, μὲ δανεικά. Αὐτὸ τουλάχιστον γιὰ μένα ἀποτελοῦσε πάντοτε ἕνα ἐρώτημα. Θυμᾶμαι τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα μου, ποὺ μᾶς ἔλεγε πάντοτε «μὴ δανείζεστε». Ἐδῶ οἱ μεγάλοι οἰκονομολόγοι εἶχαν τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ δανειστοῦμε καὶ στὸ τέλος θὰ μᾶς τὰ χαρίσουν οἱ ἄλλοι. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπῆρξε μία ἁπλοποίηση γιὰ πολλὰ πράγματα, καὶ κυρίως δὲν ὑπῆρξε ἡ ἐνημέρωση τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος ἦταν εὐτυχής, οἱ τράπεζες τοῦ ἔλεγαν «δανείσου γιὰ νὰ κάνεις διακοπές».
Ἄρα, σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν περιπέτεια, βεβαίως μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔχει λεχθεῖ κατὰ καιροὺς ὅτι «ὅλοι τὰ φάγαμε», ἀλλὰ ἔχει ἕνα στοιχεῖο ἀλήθειας ὅτι ὅλοι ἔχουμε, λίγο, μὲ τὸν ἕνα τρόπο ἢ τὸν ἄλλο, μὲ τὸ δαχτυλάκι μας, πάρει κάτι ἀπὸ τὸ μέλι αὐτό. Δηλαδή, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ μᾶς ἔδιναν οἱ Εὐρωπαῖοι τόσα χρήματα γιὰ νὰ ὑπάρξει οὐσιαστικὴ ἀνάπτυξη τῶν ὑποδομῶν, δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατί ὁ τάδε ποὺ εἶχε δέκα πρόβατα, ἔπρεπε νὰ τὰ δηλώσει ἑκατό, γιὰ νὰ ἔχει μεγαλύτερες ἀποδοχές. Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἐπίσημος, δὲν εἶναι ὁ πολιτικός, εἶναι ὁ ἁπλὸς λαός. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἁπλὸς λαὸς ἔκανε τέτοιες ζαβολιές, ἔτσι; Ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπαιρναν ἐπιδόματα δήλωναν τυφλοί, ἐνῶ δὲν ἦταν τυφλοί, ἢ κωφοὶ καὶ δὲν ἦταν κωφοί. Ἔχουμε μέρος εὐθύνης, λίγο ἢ πολύ, πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν εὐθύνη, δὲν τίθεται ζήτημα. Ἀλλὰ γενικὰ μιλώντας, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι ἔχουμε εὐθύνη.
Σᾶς εἶπα καὶ προηγουμένως, ἡ ἀντίσταση σὲ αὐτό, δὲν εἶναι οἱ γενικὲς θεωρίες, νὰ εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι, νὰ λέτε τὴν ἀλήθεια καὶ τέτοια πράγματα, εἶναι ἡ καλλιέργεια μίας πνευματικότητας, ἕνας τρόπος ζωῆς. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σημαίνει πραγματικὰ μία εὐλογημένη καὶ εὐτυχισμένη ζωή; Νὰ ἔχεις περισσότερα χρήματα καὶ νὰ κάνεις περισσότερα ταξίδια; Ἢ νὰ εἶσαι πράγματι ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ἀληθινός, ἕνας ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης; Ἐδῶ εἶναι ὁ μεγάλος ρόλος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ καταλαβαίνουμε πάρα πολύ. Καὶ σᾶς εἶπα, ποιός εἶναι ὁ καλὸς ὀρθόδοξος; Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει κάνει ἕνα σωρὸ ζαβολιὲς καὶ ὁ ὁποῖος κάνει καὶ μία ἀφιέρωση μίας εἰκόνας στὴν ἐκκλησία καὶ ἔχει τὴ συνείδησή του ἥσυχη; Ἔ, ὄχι, δὲν εἶναι ἔτσι.
Ἐμεῖς πρέπει νὰ μιλήσουμε μὲ προφητικὸ τρόπο καὶ νὰ ποῦμε «ἀκοῦστε, δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα». Ἂν διαβάσουμε ὅλα τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία μας. Νὰ μιλήσω γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, τὶς προφητεῖες τοῦ Ἠσαΐα, μιλoῦν ἀδιάκοπα γιὰ δικαιοσύνη καὶ ἀλήθεια. Εἶναι ἕνα πρόβλημα, τὸ ὁποῖο μὲ ἔχει πραγματικὰ ἀπασχολήσει, ὅτι εἶναι ἀκατανόητα αὐτὰ τὰ κείμενα σήμερα ὅπως διαβάζονται, γιατὶ εἶναι στὴ γλώσσα τὴν πιὸ παλιὰ ποὺ τὴν ἔχουμε ἀφήσει. Ἀλλὰ τὰ μηνύματα εἶναι αὐτά. Ἂν θὲς πραγματικὰ νὰ εἶσαι ὀρθόδοξος, δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κάνεις ἀδικίες, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλεύεσαι τὸν ἄλλο, ὁ ὁποῖος λὲς ψέματα, ὁ ὁποῖος ζεῖς μία ζωὴ ἀνήθικη. Κατόπιν λὲς καὶ ἕνα «Κύριε Ἐλέησον» καὶ τελείωσε. Δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα.

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Τῆς δασκάλας τὰ μάγια
Μεγάλο θάμα ἔγινε, εἰς ὅλη τὴ γειτονιά ―καὶ εἰς ὅλο τὸ χωριὸ μάλιστα― ἕνα Σάββατον πρωί, καθὼς ἐπῆγεν ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν ὑπασπιστίναν της, τὸ Οὐρανιώ, τὸ θυγάτριον τοῦ Παναγῆ τοῦ Κυραντώνη, διὰ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρταν τοῦ Σχολειοῦ· ἡ μικρὰ ὑπασπίστρια ἐπροπορεύετο κρατοῦσα ἕνα κομψὸν κουτί, καὶ δύο τυλιγμένα ἐργόχειρα, ἔκαμνε χαριτωμένους μορφασμοὺς καὶ τσακίσματα, εἶχε τὴν ξανθὴν πλεξίδα της λοξὰ πρὸς τὸ ἕνα αὐτί, κ᾿ ἦτον ὅλη μειδίαμα καὶ χάρις, ὥστε ἡ μὲν μυτίτσα της ἐγίνετο πλακαρὴ καὶ σχεδὸν ἐξηλείφετο ἀπὸ τοὺς δύο μορφασμοὺς καὶ τ᾿ αὐλακάκια τὰ σχηματιζόμενα ἑκατέρωθεν, ἀπὸ τὸ πτερύγιον τῆς ρινὸς ἕως τὰ κάτω βλέφαρα, καὶ τὰ ματάκια της μισοκλεισμένα ἐτόξευαν ὑγρὸν σπινθῆρα· ἡ δασκάλισσα, χλωμή, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ συνοδός της, ἀναδεδεμένη τὸν στέφανον τῆς πλουσίας κόμης της, ἄμεμπτος εἰς τὰ τῆς μόδας· ἀλήθεια, τὰ κορίτσια τοῦ Σχολειοῦ, εἶχαν μάθει καλοὺς πολιτισμένους τρόπους ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δασκάλες· ἐμάθαιναν γράμματα καὶ χειροτεχνήματα, ἔκαμναν ὡς καὶ γυμναστικήν, ἓν-δύο-τρία, εἰς τὸ προπύλαιον τοῦ Σχολείου· ἡ κόρη τοῦ Ντάκου εἶχε μάθει πῶς νὰ χτενίζῃ τὰ ἀχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, ἁπλωμένα ἐπὶ τῶν νώτων, μέχρι τῆς μέσης, λευκοφοροῦσα ὡσὰν ἀνεράιδα τοῦ βουνοῦ· αἱ παιδίσκαι τοῦ Στόιου καὶ τοῦ Λεγαντῆ εἶχον μάθει μπλὲ μαρέν, καὶ καρρέ, ἀκόμη καὶ τρανσπαράν· καὶ τὸ θυγάτριον τοῦ Σταμάτη τοῦ Μπλατσίνη εἶχε μάθει εἰς ἕνα μονότονον, ἀχρωμάτιστον ἦχον διάφορα ἀνόητα τραγουδάκια· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξανθὴν πλεξίδα λοξὴν πρὸς τὸ αὐτί, ὅλαι σχεδὸν αἱ μαθήτριαι τὴν εἶχον ἀναπετάσει ἐσχάτως· ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ αὐτὶ ἐβγῆκε τὸ μυαλὸ τῆς δασκάλας καὶ τῶν κοριτσιῶν, ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἐξητμίσθη ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς, διὰ μέσου τῶν ριζῶν ἑκάστης τριχός, καὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι εἶχε φύγει ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Σχολείου· πλὴν ταῦτα ἦσαν λόγια τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, τῶν γλωσσαλγῶν, ὁποὺ μεταχειρίζονται τὴν ρόκαν μόνον ὡς συνόδευμα τῶν κινήσεων τῆς γλώσσης, ἢ ἔχουν τὴν κακολογίαν οἱονεὶ ὡς κέλευσμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ κόπου τῆς ρόκας.
Ὁ κόσμος θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ βαδίζῃ ἐμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· μὲ σκιρτήματα μονοπόδαρα, μὲ σκοντάμματα, ἢ μὲ βήματα καρκίνου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὅσοι ἐγήρασαν, κ᾿ ἐκουράσθησαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν· εἰς ὅσους «ἐπαλαιώθησαν, καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὑτῶν».

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026



Ὁ ἄθεος πολιτισμὸς
Τί εἶναι ὁ ἄθεος πολιτισμός; Εἶναι τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀνθρώπινη περηφάνεια, ἡ πολύχρωμη σκόνη, τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι μαζεύουν καὶ προσέχουν, ἀλλὰ ὁ ἀέρας τοῦ χρόνου τὴν σκορπίζει σὰν στάχτη.
Τί εἶναι ὁ πολιτισμὸς ὅταν συγκρίνεται μὲ τὸν Θεό; Καπνὸς καὶ στάχτη, παιδικὸ παιχνίδι.
Τί εἶναι ὁ πολιτισμὸς σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Μηδέν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανὸ πλάσμα καὶ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ πολιτισμὸς εἶναι μηχανικὴ δημιουργία χωρὶς ζωή, ἀνθρώπινο ἔργο. Ὁ Θεὸς μὲ πάρα πολὺ αὐστηρὸ τρόπο τιμώρησε τοὺς λαοὺς οἱ ὁποῖοι λάτρευαν τὶς δικές Του δημιουργίες: τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἀστέρια, τὰ ζῶα, τὰ δέντρα, τὶς πέτρες. Πῶς νὰ μὴν τιμωρήσει ἐκείνους ποὺ λατρεύουν τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, ποὺ εἶναι ἀσήμαντα σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;
Τί εἶναι πολιτισμός; Εἶναι χρωματιστὸ χαρτὶ ἢ πελεκημένο δέντρο, ἢ σμιλευμένη πέτρα, ἢ σωρὸς ἀπὸ πέτρες, ἢ ἕνα ποίημα ἢ ἕνα σχέδιο ρούχου, ἢ μία ἀτμομηχανή, ἢ μία ἠλεκτρικὴ μηχανή, ἢ μία μαγνητικὴ μηχανὴ ἢ ἕνας δρόμος. Αὐτὰ εἶναι πολιτισμὸς καὶ τίποτε ἄλλο. Σ' αὐτὰ προσκύνησαν οἱ Εὐρωπαῖοι θεωρώντας τα θεότητες μὲ τὴν παρακίνηση τῶν Ἑβραίων.
Στὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν νέων εἰδωλολατρῶν ὑπάρχει ὁ λογισμὸς πὼς δὲν εἶναι τίποτε νὰ σκοτώσει κανεὶς ἕναν ἄνθρωπο, εἴτε ἕνα ἑκατομμύριο ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι κακὸ νὰ σπάσει κανεὶς ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ μάρμαρο, ἕνα ἔργο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Στὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν νέων εἰδωλολατρῶν θεωρεῖται πὼς δὲν εἶναι τίποτε, ἂν κάποιος ξεκινήσει ἕνα πόλεμο, κάψει χωριά, πόλεις καὶ μὲ τὴν πείνα, τὴ φωτιά, τὸ σπαθί, καταστρέψει ὁλόκληρους λαούς. Ἂν ὅμως κάποιος κάψει ἕνα πίνακα ζωγραφικῆς, εἴτε κάποιος καταστρέψει μία βιβλιοθήκη μὲ ἕνα ἑκατομμύριο ἀθεϊστικὰ βιβλία, εἶναι ἄγριος, εἶναι ἀληθινὰ ἄθεος, ἐπειδὴ δὲν σεβάστηκε τὴ μοναδικὴ θεότητά τους, τὸν πολιτισμό...
Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026


Μεγαλείων ὀψώνια
Τελευταῖος καὶ ταπεινότερος ἐκ τῶν θαμώνων ἦτο ὁ μπαρμπα-Νικόλας ὁ Μονεβασίτης, πρῴην μανάβης. Ὅταν ἐγύριζε μὲ τὸ γαϊδουράκι του ὅλην τὴν πόλιν, κ᾿ ἐπώλει καρποὺς καὶ κηπουρικά, τοῦ συνέβη νὰ κρατήσῃ μὲ τὰς χεῖράς του εἰς τὸ κέντρον τοῦ δρόμου, ἀφηνιασμένον ἄλογον, καὶ νὰ τὸ καταδαμάσῃ. Εἶχε κερδίσει ὁπωσοῦν χρήματα ἐκ τοῦ ἐμπορίου του. Εἶχε κι αὐτός, ὅπως ὁ Βελισαρόπουλος, ἕνα μοναχογυιόν, πλὴν ἰδικόν του. Ἡ μεγάλη ἀδυναμία κι ὁ καημός του ἦτο «νὰ γίνῃ τὸ παιδί του καλύτερο ἀπ᾿ αὐτόν». «Τί τὸν θέλω, ἂν εἶναι νὰ γίνῃ χαμάλης, σὰν ἐμένα. Ὁ λόγος εἶναι νὰ τὸν ἔχω καμάρι στὰ γηρατειά μου». Ἐθυσίασεν ὅσα εἶχε διὰ νὰ τὸν βγάλῃ μηχανικόν, τὸν διετήρησε πέντε χρόνους εἰς Ἀθήνας, κι ἄλλα τρία εἰς τὴν Ἑλβετίαν. Τέλος ὁ υἱός του ἐβγῆκε πράγματι ἄξιος μηχανικός. Διωρίσθη εἰς ἐξέχουσαν θέσιν, εἶχεν ἑξακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα, κ᾿ ἐνυμφεύθη μίαν Γερμανίδα. Ἐκάλει τὸν πατέρα του πολλάκις εἰς τὸ δεῖπνον, τοῦ ἔδιδεν 20 ἢ 30 δρ. τὸν μῆνα, καὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ μένῃ παρ᾿ αὐτῷ. Ὁ γερο-Νικόλας, χηρευμένος ἀπὸ 30τίας, καὶ μὴ ἔχων ἄλλο τέκνον, ὑπέργηρος, ἡμίτυφλος, μὲ ἐπίδεσμον περὶ τὸ ἓν ὄμμα, δὲν εἶχε θάλπος εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιον ὅπου ἔμενε.
Τὴν πρώτην φορὰν ὁποὺ ἐδείπνησε παρ᾿ αὐτῷ ὁ γέρων, ὅπως ἦτο συνηθισμένος ἔκπαλαι, ἔκαμε τὸν σταυρόν του. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο ὀλίγον περήφανος, τοῦ ἐκακοφάνη διότι δὲν εἶδε τὸν υἱόν του νὰ τὸν μιμηθῇ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ δείπνου, ὅταν καὶ πάλιν ἔκαμε τὸν σταυρόν του, τοῦ εἶπε:
― Δὲν κάνεις, Φίλιππα, τὸν σταυρόν σου καὶ σύ;
― Τί χρειάζονται αὐτά; εἶπεν ὁ μηχανικός. Αὐτὰ τώρα πᾶνε, σκούριασαν.
Ὁ γέρος διηγεῖτο τὸ παράπονόν του εἰς ἕνα πτωχὸν νέον, σπουδαστήν, τὸν ἴδιον ὅστις εἶχε κάμει κάποιαν παρατήρησιν ἄλλοτε εἰς τὸν καφετζήν, τὸν γέρο-Σκαρτσόπουλον.
― Καὶ στὴ λοκάντα*, γυιέ μου, τὰ ἴδια παθαίνω. Ὅταν καθίσω νὰ φάω κάποτε, εἶναι μερικοὶ νέοι καλοφορεμένοι, δὲν ξέρω ἂν εἶναι φοιτηταί, ὁποὺ ἅμα μὲ ἰδοῦν νὰ κάμω τὸν σταυρόν μου, μὲ περιγελοῦνε.
― Σ᾿ αὐτὸ ἐσὺ φταῖς, γερο-Νικόλα.
― Τί λές, παιδί μ᾿; Φταίω ποὺ κάνω τὸ σταυρό μου;
― Φταῖς, γιατὶ τοὺς κοιτάζεις νὰ ἰδῇς τί φρονοῦνε. Μήπως λοιπὸν κάνεις τὸν σταυρό σου ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια; Νὰ κάνῃς τὸν σταυρό σου μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἀπεριέργειαν, καὶ νὰ μὴν κοιτάζῃς διόλου ποιὸς εἶναι ἀντικρύ σου, Ἑβραῖος, Τοῦρκος ἢ Φαρμασῶνος.
Τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, ὁ μηχανικὸς ἐκάλεσε τὸν πατέρα του οἴκαδε, διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὸ «Δένδρον τῶν Χριστουγέννων».
― Τί δένδρο ἦτον ἐκεῖνο, παιδάκι μου, διηγεῖτο ἀκολούθως ὁ γερο-Νικόλας εἰς τὸν νεαρὸν φίλον του, τὸν προειρημένον. Ἄκουσες ἐσὺ δένδρο ποὺ νὰ ἔχῃ κρεμασμένα ἀπάνω του καλαθάκια καὶ χαρτάκια μὲ κουφέτα καὶ καραμέλες;
― Αὐτὸ εἶναι δένδρο ποὺ δὲν ἔχει ρίζες, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ κάμῃ φυσικοὺς καρπούς, μπαρμπα-Νικόλα. «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπόν, ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται». Ἡ ξενομανία ποὺ τοὺς ἐκόλλησε εἶναι σαπρὸν δένδρον, καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάμῃ σαπροὺς καρπούς.
Ὁ γέρων ἐστέναξεν.
―Ἄχ, καλύτερα νὰ τὸν ἄφηνα νὰ γίνῃ χαμάλης σὰν ἐμένα!

* ταβέρνα

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026


Tί κάνετε τόση ὥρα μέσα στήν ἐκκλησία;
Θυμᾶμαι ἕναν ἐπισκέπτη πού εἶχε πεῖ κάποτε: «Μά τί κάνετε τόση ὥρα μέσα στήν ἐκκλησία; Δέν μπορῶ νά καταλάβω πῶς περνᾶτε τόσες ὧρες, κοιμᾶστε; Ἐγώ δέν μπορῶ νά καθήσω ἄπραγος. Θέλω κάτι νά κάνω, ἀλλοιῶς θά μέ πιάσουν τά νεῦρα μου». Κι ἔτσι πού τά ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τόν δικαιολογοῦσα. Δέν εἶχα ὅμως ἐκείνη τή στιγμή νά τοῦ πῶ κάτι. Μετά ἀπό λίγες μέρες μπαίνοντας στήν ἐκκλησία ἔνοιωσα τήν ἀπάντηση: Λέω, οἱ ἁγιορεῖτες μπαίνουν μέσα στήν ἐκκλησία. Κάνουν τό σταυρό τους. Προσκυνοῦν τίς εἰκόνες. Κάθονται στό στασίδι. Καί ἁπλῶς μένουν μέσα στήν ἐκκλησία. Σάματι τί κάνει τό μωρό πού εἶναι μέσα στή μήτρα τῆς μάνας του; Δέν κάνει ἀπολύτως τίποτα, ἀλλά ἁπλῶς μένει μέσα στή μήτρα τῆς μάνας του, καί συνέχεια αὐξάνει. Κι ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στή μήτρα τῆς μάνας μας. Καί βλέπομε ὅτι οἱ σχέσεις πού ἔχομε μέ τήν Ἐκκλησία εἶναι σχέσεις ὀργανικές. Καί μπορεῖ νά κάθεται κανείς μουγκός. Νά φαίνεται ὅτι δέν κάνει τίποτα. Ἤ νά φαίνεται ὅτι λέει συνέχεια τά ἴδια πράγματα. «Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον…» Ἤ νά φαίνεται ὅτι μέ τά τεριρέμ κάποιον νανουρίζει. Ἤ ὅτι ἁπλῶς ἀναβοσβήνει τά καντήλια. Καί ὅμως οὐσιαστικά γίνεται μέ ὅλα αὐτά κάτι πάρα πολύ μεγάλο καί πάρα πολύ γερό.
Ἔτσι καταλαβαίνομε, γινόμενοι Ἁγιορεῖτες, τήν παραβολή πού εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Νοιώθει κανείς ὅτι, ζώντας μέσα στό Ἅγιον Ὅρος, μπαίνοντας μέσα σέ μία ἀκολουθία ἁγιορείτικη, γίνεται ἕνα κλῆμα τῆς ἀμπέλου τῆς ζωῆς. Νοιώθει ἀθόρυβα καί διαρκῶς, νά ἔρχωνται ζωοπάροχοι χυμοί στό κλῆμα αὐτό ἀπό βαθειές ρίζες. Καί τοῦτο εἶναι τό μεγάλο πού ἔχομε ἐδῶ: οἱ βαθειές ρίζες, ἡ Παράδοση. Ὅταν ἕνας ψάλτης Ἁγιορείτης ψάλλει, κάνει κάτι πολύ σπουδαῖο. Καί δέν ἐκτιμᾶ κανείς αὐτόν πού ψάλλει καλά, ἀλλά αὐτόν πού εἶναι Ἁγιορείτης. Μακάρι νά κραυγάζει, νά κάνει παραφωνίες. Εἶναι καλλίτερες αὐτές οἱ ἁγιορείτικες παραφωνίες ἀπό τίς κοσμικές ἁρμονίες. Γιατί ὅταν ψάλλει ἕνας Ἁγιορείτης ψάλτης, δέν ψάλλει αὐτός μόνος. Δέν διατυπώνει μία ἄποψη δική του μέ μουσικούς φθόγγους. Φτάνει δι’ αὐτοῦ ἡ φωνή μίας παραδόσεως μακρᾶς, καί ἡ ἐλευθερία πού τοῦ χάρισε ἡ ὑπακοή στήν παράδοση αὐτή. Καί δέν εἶναι μόνο οἱ ψάλτες πού ψάλλουν «ξένως». Ψάλλουν καί οἱ Ἅγιοι πού δέν μιλοῦν καί εἶναι παρόντες μαζί μας. Ψάλλουν καί τά γεροντάκια τά ὁποία βρίσκονται ἐδῶ. Ὁ γέροντας μοναχός πού σιγά-σιγά ἔσυρε τά βήματά του γιά νά ἀσπαστεῖ τό ἅγιο λείψανο τῆς ἁγίας Ἀναστασίας.
Ἔτσι λοιπόν νοιώθομε, ὅπως εἶπε ὁ Γέροντάς σας, αὐτή τή μεγάλη εὐλογία πού ἔχομε νά βρισκόμαστε στό Ἅγιον Ὅρος. Νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἅγια μήτρα τῆς μητέρας μας τῆς Ἐκκλησίας. Τί μεγάλο πράγμα εἶναι αὐτό! Καί ὅταν καθόμαστε στήν ἀγρυπνία καί ἀγρυπνοῦμε καί μᾶς δίδει τή χάρη ὁ Θεός, ἐκείνη τήν ὥρα ἡ ἀνάσα ἡ βαθειά πού παίρνομε, φέρνει παράκληση πού φθάνει «εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν». Αὐτή ἡ ἴδια παράκληση καί ἡ ἀγαλλίαση οὐσιαστικά φθάνει καί εἰς πάντας τούς ἀδελφούς μας τούς ταλαιπωρημένους, τούς δυσκολεμένους, τούς βασανισμένους, πού ζοῦν μέσα στόν κόσμο. Ὁπότε ζώντας ἐμεῖς σωστά μέσα ἐδῶ καί εὐγνωμονώντας τόν Κύριο, ἀληθινά κηρύττομε καί βοηθοῦμε ὅλους τους ἄλλους. «Ἕν σῶμα ἐσμέν οἱ πολλοί».

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025


Τὸ μοιρασμένο φλουρὶ
Τὸ πρῶτο φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας ποὺ μοῦ ‘πεσε – ἕνα ἀληθινὸ φλουρί, γιατὶ ὁ πατέρας μου τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, πρὶν φτωχύνει ἀκόμη, ὅπως φτώχυνε στὰ ὑστερνά του, συνήθιζε νὰ βάζει στὴ βασιλόπιτα τοῦ σπιτιοῦ μας μία χρυσὴ ἐγγλέζικη λίρα- βγῆκε μοιρασμένο. Πῶς ἔρχονται τὰ πράματα καμιὰ φορά! Ὁ πατέρας μου, ὄρθιος μπροστὰ στὸ ἁγιοβασιλιάτικο τραπέζι, ἔκοβε τὴν πίτα, ὀνοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πρὶν κατεβάσει τὸ μεγάλο μαχαίρι τοῦ ψωμιοῦ. Ἀφοῦ ἔκοψε τὸ κομμάτι τοῦ σπιτιοῦ, τῶν ἁγίων, τὸ δικό του καὶ τῆς μητέρας μου, πρὶν ἀρχίσει τὰ κομμάτια τῶν παιδιῶν, σταμάτησε σὰν νὰ θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε» εἶπε «τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νά’ ρθεῖ ὕστερ’ ἀπ’ τοὺς ἁγίους. Ἂς εἶναι ὅμως…θὰ τὸ κόψω τώρα καὶ ὕστερα θ’ ἀρχίσω τὰ παιδιά. Πρῶτα ὁ φτωχός».
Κατέβασε τὸ μαχαίρι. «Τοῦ φτωχοῦ…» ὀνομάτισε. Ἔπειτα ἐρχότανε τὸ δικό μου τὸ κομμάτι, ποὺ ἤμουν ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τὰ παιδιά. Καθὼς τραβοῦσε ὅμως τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ, γιὰ νὰ κόψει τὸ δικό μου, τὸ χρυσὸ φλουρὶ κύλησε ἀπάνω στὸ τραπεζομάντιλο. Τὸ κόψιμο τῆς πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, κι ὁ πατέρας ὅλους μας. «Ποιανοῦ εἶναι τώρα τὸ φλουρί;» εἶπε ἡ μητέρα μου. Τοῦ ζητιάνου ἢ τοῦ Πέτρου; Ἐγὼ λέω πὼς εἶναι τοῦ Πέτρου». Ἡ καημένη ἡ μητέρα. Τὸ εἶχε καημὸ νὰ μοῦ πέσει ἐμένα τὸ φλουρί, γιατὶ ἤμουν ἄτυχο παιδί. Ποτέ μου δὲν εἶχα κερδίσει τίποτε. «Οὔτε τοῦ ζητιάνου εἶναι» εἶπε ὁ πατέρας μου «οὔτε τοῦ Πέτρου». Τὸ σωστὸ σωστό. Τὸ φλουρὶ μοιράστηκε. Ἤτανε ἀνάμεσα στὰ δύο κομμάτια. Καθὼς τὰ χώρισε τὸ μαχαίρι, ἔπεσε κάτω. Τὸ μισὸ εἶναι τοῦ ζητιάνου, τὸ μισὸ τοῦ Πέτρου.» «Καὶ τί θὰ γίνει τώρα;» ρώτησε στεναχωρημένη ἡ μητέρα μου. «Τί θὰ γίνει; …» συλλογιζόμαστε κι ἐμεῖς. « Μὴν πονοκεφαλᾶτε …» εἶπε ὁ πατέρας.
Ἄνοιξε τὸ πορτοφολάκι του, ἔβγαλε ἀπὸ μέσα δύο μισὲς χρυσὲς λίρες καὶ τὶς ἀκούμπησε στὸ τραπέζι: «Νὰ τί θὰ γίνει. Αὐτὴ φυλάχτε τη νὰ τὴ δώσετε στὸν πρῶτο ζητιάνο ποὺ θὰ χτυπήσει τὴν πόρτα μας. Εἶναι ἡ τύχη του. Ἡ ἄλλη μισὴ εἶναι τοῦ Πέτρου». Καὶ μοῦ τὴν ἔδωκε. «Καλορίζικη! Καὶ τοῦ χρόνου, παιδί μου. Εἶσαι εὐχαριστημένος;» Ἤμουν καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Ἡ ἰδέα, μάλιστα, πὼς εἶχα συντροφέψει μὲ τὸ ζητιάνο μὲ διασκέδαζε πολύ. «Θὰ τοῦ τὴ δώσω ἐγώ, μὲ τὸ χέρι μου…» εἶπα. Γελούσαμε ὅλοι μὲ τὴν παράξενη τύχη μου. Τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ πειράζανε: «Ὁ σύντροφος τοῦ ζητιάνου». Μονάχα ὁ πατέρας μου δὲ γελοῦσε. Ἐκεῖνος μὲ τράβηξε κοντά του, μὲ φίλησε καὶ μοῦ εἶπε: «Μπράβο σου. Εἶσαι καλὸ παιδί».
Τὸ ἄλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε ἡ πόρτα. Κάτι μοῦ ἔλεγε πὼς ἦταν ὁ ζητιάνος, ποὺ ἔφτασε βιαστικὸς νὰ πάρει τὸ μερίδιό του. Ἔτρεξα στὴν πόρτα, μὲ τὴ μισὴ λίρα. Ἦταν ἕνας γέρος ζητιάνος μὲ κάτασπρη γενειάδα, γειρτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια. Καὶ μουρμούριζε εὐχὲς τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο. «Πάρε, παππού …» τοῦ εἶπα. Ὁ γέρος, ποὺ δὲν ἔβλεπε καλὰ καὶ ποὺ τοῦ εἶχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα ἀπὸ μακριὰ τὸ χρυσὸ νόμισμα, τὸ ‘φέρε κοντὰ στὰ μάτια του, γιὰ νὰ τὸ κοιτάξει καλύτερα. Δὲ μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς κρατοῦσε χρυσάφι στὰ χέρια του τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ποὺ ὅλοι δίνανε στοὺς ζητιάνους δίλεφτα καὶ μονόλεφτα. «Τί εἶν’ αὐτό, παιδάκι μου;» μὲ ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»
«Μισὴ λίρα εἶναι, παπποῦ …» τοῦ εἶπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου εἶναι».
Ὁ καημένος ὁ ζητιάνος δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψει: «Μήπως ἔκανες λάθος, παιδάκι μου; Γιὰ ρώτησε τοὺς γονιούς σου. Δὲν ἔχω ὄρεξη νὰ μὲ παίρνουν στὶς ἀστυνομίες γιὰ κλέφτη, μέρα ποὺ εἶναι». Τοῦ ἐξήγησα μὲ τί τρόπο εἴχαμε μοιρασθεῖ τὸ φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας. Ὁ γέρος ἔτρεμε τώρα περισσότερο. Μὰ ἔτρεμε ἀπὸ τὴ χαρά του. Σήκωσε ψηλὰ τ’ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ εἶπε: «Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος. Νὰ ζήσεις, παιδάκι μου, νὰ σὲ χαίρονται οἱ γονεῖς σου. Καὶ ὁ Θεὸς νὰ σ’ ἀξιώσει νὰ ‘χεις πάντα ὅλα τὰ καλά, νὰ τὰ μοιράζεις μὲ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδικημένους. Τὴν εὐχή μου νὰ ‘χεις».
Μοῦ ‘δωσε τὴν εὐχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατὰ τὸν οὐρανὸ τὰ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ κατέβηκε, μὲ τὸ ραβδί του, τὴ σκάλα. Ἔτσι τελείωσε ἡ ἱστορία τοῦ φλουριοῦ τῆς βασιλόπιτας ἐκείνη τὴ χρονιά. Ἀπὸ τότε πέρασαν πολλὰ χρόνια. Μὰ ἀπὸ τότε, ὅσες φορὲς δίνω μία βοήθεια σ’ ἕναν φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα ἐγὼ μοιράζω τὰ λεφτά μου μὲ τὸ φτωχὸ ἢ ὁ φτωχὸς μοιράζεται τὰ λεφτὰ του μ’ ἐμένα; Αὐτὸ δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω οὔτε τότε, ποὺ μοίρασα μὲ τὸν παλιὸ ζητιάνο τὸ φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας.
Παῦλος Νιρβάνας

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025


Πρωτοχρονιάτικα παινέματα Χίου
Καλησπερίζω φέρνοντας ἀγέρα μυρωμένο
ἀπ᾿ τ᾿ ἀφρισμένα κύματα χιλιοτραγουδισμένο.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι πού ᾿ρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσῃ
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνια πολλὰ νὰ ζήσῃ.
Ἅγιε μου Βασιλάκη μου καὶ Ἅγιε μου Νικόλα,
προστάτευε τοὺς ναυτικοὺς τὴν ὥρα τοῦ κυκλῶνα.
Χρόνια πολλά, νά ᾿στε καλὰ κι ἐσεῖς καὶ οἱ δικοί σας,
νὰ ᾿ρθοῦνε τὰ ξενάκια σας κι ὅλοι οἱ ναυτικοί σας.
Σὲ ὅλους σας εὐχόμαστε ἀγάπη, εἰρήνη, ὑγεία,
καλὴ καρδιά, χαμόγελο καὶ Θεία εὐλογία.
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά,
κι ἀρχὴ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου τοῦ μεγά- του μεγάλου Βασιλείου.
Βασίλη μ᾿ ἀπὸ ποῦ ᾿ρχεσαι, κι ἀπὸ κι ἀπὸ ποῦ κατεβαίνεις
καὶ βαστᾶς, καὶ βαστᾶς ρόδα καὶ ραίνεις.
Κάτσε νὰ φᾷς, κάτσε νὰ πιῇς, κάτσε τὸν πόνο σου νὰ πῇς·
κάτσε, κάτσε νὰ τραγουδήσῃς καὶ νὰ μᾶς καλῶς ὁρίσῃς.
Κι ἔβγα, κι ἔβγα νὰ μᾶς κεράσῃς,
ποὺ νὰ ζῇς, ποὺ νὰ ζῇς καὶ νὰ γεράσῃς.

Καὶ τοῦ χρόνου!

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

 


Οἱ κερασιές

Ὁ χειμώνας

θὰ μᾶς κυρτώσει τὶς ράχες

καὶ θὰ χιονίσει.

Θὰ χιονίσει ἀλύπητα

πάνω ἀπ' τὰ κεφάλια μας.

Κι ὅταν θὰ φύγει κι αὐτός,

οἱ κερασιές, ναί,

θ’ ἀνθίσουν καὶ πάλι...

Μενέλαος Λουντέμης


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025



Τὸ μυστικὸ τοῦ πατέρα μου
Κάποτε ἦρθε στὴν μονή μας ἕνας ὑπουργὸς μὲ πολὺ ὕφος, ἀλλὰ γρήγορα εἶδε ὅτι ἡ μοναστηριακὴ ἀτμόσφαιρα εἶναι ἕνας ἄλλος κόσμος, καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται ἁπλούστερα μὲ τοὺς μοναχούς.
Τὸν προσκάλεσα στὸ ἡγουμενεῖο μόνο του καί, ὅταν μπῆκε, δὲν κατάφερε νὰ πεῖ λέξι, διότι τὸν κατέλαβαν λυγμοί. Προσπάθησα νὰ τὸν διασκεδάσω καὶ μοῦ λέει: «Σήμερα θυμήθηκα ὅτι ὁ παππούς μου κάθε Δευτέρα ἔφευγε ἀπ' τὸ σπίτι καὶ πήγαινε στὸ βουνὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἐπίσης, πολλὲς φορὲς ἔβλεπα τὸν πατέρα μου, ποὺ ἦταν ἀπ' τὴ Μικρὰ Ἀσία, νὰ μὴ περπατᾶ στὸ χῶμα. Πηγαίνοντας σ' ἕνα μοναστήρι τὸ χειμώνα μὲ πολλὰ χιόνια καὶ πάγους, τὸν ἔβλεπα νὰ ὑψώνεται πάνω ἀπ' τοὺς πάγους καί, ὅταν φθάναμε στὸ μοναστήρι, ἀντιλαμβανόμουν ὅτι σὲ κάτι διαφέρει ἀπ' τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν τριγύρω μας. Σήμερα κατάλαβα τὸ μυστικὸ τοῦ πατέρα μου. Μοῦ ἔδωσε μία πίστη, τὴν ὁποία ξαναποκτῶ σήμερα».
Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ ἢ κληρονομικὴ πίστη.
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

 


Ἁγιασμένες μέρες

Τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει, μὲ κανέναν τρόπο, ὅποιος τὰ γιορτάζει μοναχὰ σὰν μία συγκινητικὴ συνήθεια, ποὺ εἶναι δεμένη περισσότερο μὲ τὶς συνηθισμένες χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν χειμώνα, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τὸ ζεστὸ τζάκι.

Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν ἀναβαθμὸ ποὺ λέγει: «Ἁγίῳ Πνεύματι πάσᾳ ψυχῇ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῆ μονάδι, ἱεροκρυφίως».

Ψυχή καὶ σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μία γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιὰ του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατὰ τὸν λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο: «Τὴ δική μου τὴν εἰρήνη σᾶς δίνω, δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ τὴν εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ κόσμος».

Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἑξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὠδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὅρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».

Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κ’ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε καὶ τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἠμῖν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατί ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ ζωοδότης.

Μέγα μάθημα τῆς ταπείνωσης εἶναι γιά μᾶς, ἀδελφοί μου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ποῦ γεννήθηκε; Μέσα σὲ μία φάτνη, σ’ ἕνα παχνὶ νὰ ποῦμε καλύτερα, γιὰ νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, γιατί τ’ ἀρχαῖα λόγια κάνουνε νὰ φαίνουνται στὰ μάτια μας πλούσια καὶ τὰ φτωχὰ πράγματα. Ἡ μητέρα του, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι της, ξένη σὲ ξένον τόπο, πῆγε καὶ τὸν γέννησε μέσα σ’ ἕνα μαντρί. Τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι τὸν ζεστάνανε μὲ τὴν ἀνασαμιά τους. Τσομπάνηδες τὸν συντροφέψανε. Μαζὶ μὲ τὰ νιογέννητα ἀρνιὰ λογαριάστηκε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ποιὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπείνωση;

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει, στὸν Λόγο του γιὰ τὴν Ταπεινοφροσύνη, τὰ παρακάτω ἐξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἀδελφοί μου, καὶ νὰ λαλήσω γιὰ τὴν ὑψηλὴ ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, κ’ εἶμαι γεμάτος φόβο, σὰν ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει πὼς θὰ μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Γιατί ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητας. Γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, αὐτὴ ντύθηκε, κ’ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας μ’ αὐτή, παίρνοντας σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Κι ὅποιος τὴ ντύθηκε, ἀληθινὰ ἔγινε ὅμοιος μ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὕψος Του, καὶ ποὺ σκέπασε τὴν ἀρετὴ τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ τὴ δόξα Του μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κι αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴν κατακαεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γιατί ἡ κτίση δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κοιτάξει , ἂν δὲν ἔπαιρνε ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὴ (τὸ σῶμα), κ’ ἔτσι μίλησε μ’ αὐτή. Σκέπασε τὴ μεγαλωσύνη Του μὲ τὴ σάρκα, καὶ μ’ αὐτὴ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία. Ὥστε, βλέποντάς τον ἐμεῖς πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ γένος μας καὶ πὼς μᾶς μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος, νὰ μὴν τρομάξουμε ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γι’ αὐτό, ὅποιος φορέσει τὴ στολὴ ποὺ φόρεσε ὁ Κτίστης (δηλαδὴ τὴν ταπεινοφροσύνη), τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸ ντύθηκε».

Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινὴ καρδιά, ποὺ μοναχὰ σ’ αὐτὴ πηγαίνει καὶ γεννιέται ὁ Χριστός.

Ἡ Ἐκκλησία μας φωτοβολᾶ μέσα στὸ χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ μέσα της ἀκούγεται μία ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σὰν ἐκείνη ποὺ ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». 

Φώτης Κόντογλου

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025



Μαθητεύοντας στὰ Σκιαθίτικα διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη
Ἂν ἡ ποιμαντικὴ εἶναι ἡ ἐμβιωμένη τέχνη τοῦ ποιμένα, «ὅπως διακυβερνήσῃ καλῶς τὴν ἐμπεπιστευμένην αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ποίμνην» (Ἅγ. Νεκτάριος), τότε ἡ ἐπικοινωνία, ὡς ἐργαλεῖο αὐτῆς τῆς διακονίας, εἶναι ἡ δυνατότητα προσέγγισης αὐτῆς τῆς ποίμνης: μὲ γνώμονα τὴν ἱεροπρέπεια, τὴ διάκριση καὶ τὸ ἦθος, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατέχει ὁ κάθε συνειδητὸς ποιμένας. Γιατὶ ἡ ἐπικοινωνία εἶναι μὲν ἡ δυνατότητα τῆς καλλιέργειας τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, ὡστόσο, ἂν αὐτὴ δὲν στηρίζεται καὶ ὑποστηρίζεται ἀπό μεθόδους σεβασμοῦ, φιλίας καὶ ἐμπιστοσύνης, τότε καθίσταται προβληματική, καθὼς εἰσχωρεῖ τὸ μικρόβιο τοῦ τρόπου ἐπιβολῆς, τῆς μιᾶς ἢ ἄλλης ἄποψης, μεταξύ ἀνθρώπων ἤ ὁμάδων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ποιμαντικὴ ἔχει ὡς ἀρχή της τὴν μέριμνα γιὰ τὸν ἄλλο, ποὺ ἐπιμερίζεται στὴν ἀκρόαση, ἀλλὰ καὶ στὸν προσεγμένο διάλογο, ὅπου διαφαίνεται ἡ προσπάθεια τοῦ ποιμένα γιὰ μιὰν οὐσιαστικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν διαλεγόμενο συνάνθρωπό του. Γιατὶ αὐτὸ καὶ τὸ ζητούμενο εἶναι ἕνα: τὸ νὰ «στεγάζει» ὁ κάθε ποιμένας μὲ πατρικὴ φιλοτιμία καὶ εὐσυμπάθεια τὸν καθένα πιστὸ καὶ ὄχι μόνο.
Ἀνατρέχοντας τώρα στὸ διηγηματογραφικὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καὶ μάλιστα ἐκεῖνο ποὺ ἀφορᾶ τὴν πατρίδα του, τὴ Σκιάθο παρατηροῦμε, ὅτι μέλημά του εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς κοινότητας μέσα στὴν ὁποία ἔζησε καὶ ταμίευσε τὰ κορυφαῖα καὶ θεμελιώδη βιώματά του: αὐτὰ, δηλαδή, ποὺ θὰ ἀποτελέσουν τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο πάνω στὸν ὁποῖο θὰ σταθεῖ ὁλάκερο τὸ οἰκοδόμημα τῶν ἀρυτίδωτων διηγημάτων του. «Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾿ ἐμοῦ γραφέντων ἑορτασίμων διηγημάτων, θὰ μᾶς πεῖ, ...εἶναι μᾶλλον θρησκευτικά». Ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ μορφὲς ἱερέων καὶ πιστῶν συνυπάρχουν. Μὲ τὰ ὅσα τους τρωτὰ -γιατὶ ἄνθρωποι ἀτελεῖς εἶναι- ἢ καὶ τὶς ὅποιες τους ἀρετές.
Αὐτή, λοιπόν, ἠ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τοὺς ἁπλοϊκοὺς ποιμένες τους εἶναι ποὺ ἀναπτύσσει μιὰν ἐπικοινωνία. Πνευματικὴ φυσικὰ, παράλληλα δὲ φιλικὴ κι ἀνθρώπινη. Ἐπικοινωνία, ποὺ τὴν πριμοδοτεῖ καὶ ἐνισχύει ἡ ἀνύστακτη μέριμνα τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ γιὰ τὸ ποίμνιό του. Μὲ τρανὸ καὶ κορυφαῖο παράδειγμα τὸν παπα-Γαρόφαλλο, στὸ διήγημα «Ὁ ἀλιβάνιστος», ποὺ τὴ σημαδιακὴ ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, «συνανασταίνει» μιὰ ψυχὴ ξεχασμένη καὶ μᾶλλον περιφρονεμένη. Ὁ παπᾶς αὐτὸς, ὀ ἁπλὸς καὶ ταπεινὸς, δίχως πανεπιστημιακοὺς ἢ ἄλλους τίτλους σπουδῶν, προσφέρει σὲ ὅλους ἐμᾶς ἔνα μάθημα γνήσιας ποιμαντικῆς συμπεριφορᾶς. Γιατὶ ἄν κοιτάξουμε τὸ διήγημα μὲ προσοχὴ, τότε θὰ διαπιστώσουμε πὼς ὁ παπᾶς αὐτὸς, ποὺ ξεκίνησε ἀπό τὴν πολίχνη νὰ κάμει Ἀνάσταση στοὺς βοσκοὺς, ὑπολογίζοντας πὼς κάπου παραπέρα ἕνας συνάνθρωπός τους, μέλος τῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ καὶ γνωστός τους, δὲν θὰ μετεῖχε τῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς καὶ εὐλογίας, ἀποφασίζει νὰ τὸν ἀνασύρει ἀπό τὴν ἀφάνεια καὶ τὴ μοναξιά του, ἐπαναφέροντάς τον στὴν μικρὴ κοινότητα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ είσοδεύσει στὴν πανήγυρι τῶν πανηγύρεων, τὸ Πάσχα.
Μὲ ποιμαντικὴ διάκριση λοιπὸν ὁ παπᾶς καὶ προφασιζόμενος διάφορα, γιὰ να δικαιολογήσει τὴν ἀργοπορία του στὸν Ἅη-Γιάννη -ὅπου θὰ τελοῦσε τὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ λειτουργοῦσε- κατορθώνει νὰ ἐντάξει μέσα στὸν κύκλο τῶν συνεορταστῶν ἕναν «ἀληθινὸν λυκάνθρωπον» -τόσο εἶχε ἀγριέψει ἡ μοναξιὰ τὸν μπαρμπα-Κόλλια. Μάλιστα, ἄν προσέξουμε τὰ λόγια τοῦ παπα-Γαρύφαλλου, τὰ ὀποῖα ἀπευθύνει στὸν «ἀλιβάνιστο», τότε θὰ διακρίνουμε μιὰν ἄλλη ποιμαντικὴ, ποὺ δὲ διδάσκεται, μόνο ἐμβιώνεται ἤ, καλύτερα, εἶναι ἀπότοκη τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἀγαθότητος τοῦ ἱερέα. «Νἄχεις τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ παιδί μου! Ἔλα! Νὰ πάρῃς εὐλογία! ...Νὰ μοσχοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾿ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικεῖς τὸν ἑαυτόν σου! Μὴν κάνεις τοῦ ἐχθροῦ τὸ θέλημα! ...Πάτα τὸν πειρασμό!»
Ὅμως ἡ περίπτωση τοῦ παπα-Γαρύφαλλου δὲν εἶναι ἡ μοναδική. Ἔχουμε κι ἄλλες μορφὲς ἱερέων ποὺ μᾶς ἐκπλήσσουν μὲ τὸν ἐπικοινωνιακό τους χαρακτῆρα καὶ τὴν ποιμαντική, τὴν ὁποία ἀσκοῦν στὴ μικρή τους κοινότητα. Παράδειγμα ὁ παπα-Διανέλλος, τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἀντιμετωπίζει σοβαρὰ οἰκογενειακὰ προβλήματα - θάνατος τῆς παπαδιᾶς, τὰ κορίτσια νὰ μεγαλώνουν, ὅπως καὶ οἱ εὐθύνες, ὁ γιὸς νὰ σπουδάζει καὶ τόσα ἄλλα, ἐν τούτοις δὲν ἀποποιεῖται τῆς μέριμνας γιὰ νουθεσία τοῦ μικροῦ ὁμίλου τῶν συνεορταστῶν καὶ συνακολούθων του στὸν Ἅη-Γιάννη, γιὰ νὰ τελέσει τὴν Ἀνάσταση. Νουθεσία ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, καθὼς ἐρωτᾶται γιὰ τὴν «δύναμιν τῶν μνημοσύνων» καὶ μάλιστα ἀπό πρόσωπα ποὺ εἶχαν χάσει τοὺς δικούς τους, ὅπως ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ποὺ εἶχε χάσει τὸν ἄντρα της καὶ τὰ τέσσερα παιδιά τους.
Τὰ παπαδόσπιτα εἶναι ὁ ἄλλος χῶρος ὅπου ἡ ποιμαντικὴ ἐπικοινωνία καλλιεργεῖται καὶ ἐξ αὐτῆς διαφαίνεται καὶ ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα, σύμφωνα μὲ τὰ παπαδιαμαντικὰ δεδομένα. «Ὁ γείτονας τοῦ παπα-Φραγκούλη, ὁ Πανάγος ὁ Μαραγκούδης, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέρα καὶ νὰ πίῃ μιὰν ρακιὰν, κατὰ τὸ σύνηθες εἰς τὸ παπαδόσπιτο», γίνεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ξεκινήσει ἡ ὅλη προσπάθεια, ἡ ὁποία ἔχει διπλὸ σκοπό: Νὰ λειτουργηθεῖ ὁ ναὸς τοῦ Χριστοῦ ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ καὶ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἐγκλωβισμένοι ἀπό τὰ χιόνια στὸ Κάστρο συμπολίτες τους. Προσέχοντας, λοιπόν, τὴν ὅλη πλοκὴ τοῦ διηγήματος, ποὺ ἀρχίζει ἀπό τὴν πληροφορία τοῦ παπα-Φραγκούλη γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν δύο Σκιαθιτῶν -μελῶν ἐξάπαντος τῆς μικρῆς κοινότητας, ἴσως καὶ τῆς ἐνορίας- παρατηροῦμε τὰ πάντα νὰ γίνονται μὲ πνεύμα θυσίας, πίστεως καὶ φιλανθρωπίας. Ἂν καὶ παλιὸς ναυτικὸς ὁ παπα-Φραγκούλης ἐμφανίζεται παράλληλα καὶ ὡς καλὸς ποιμένας, ποὺ νουθετεῖ, διδάσκει ἀλλὰ καὶ ἐμψυχώνει ὅλο τὸν ὅμιλο τῶν φιλεόρτων καὶ φιλοτίμων πιστῶν, ποὺ τὸν συνοδεύουν, μέσα σὲ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες στὸ Κάστρο. Καὶ τὸ κυριώτερο, αὐτὴ ἡ ὅλη προσπάθεια τοῦ σεμνοῦ ἱερέα, γίνεται ἡ ἀφορμὴ νὰ σωθεῖ καὶ ἕνα πλοῖο, ποὺ ἐκείνη τὴ ζοφερὴ, πλὴν ἁγία νύχτα τῶν Χριστουγέννων, κινδύνευε νὰ καταποντιστεῖ.
Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα παρόμοια παραδείγματα στὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο, μὲ ἀπλοὺς, φιλότιμους καὶ φιλόχριστους παπάδες, ποὺ ὑπηρετοῦν τὸ ποίμνιο, τὸ ὁποῖο τοὺς ἐμπιστεύτηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ φόβο Θεοῦ. Δὲν ἔχουν διδαχτεῖ ποιμαντικὴ σὰν τὸν ἱεροσπουδαστὴ τοῦ διηγήματος «Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας», ποὺ χλευάζει καὶ ἐμπαίζει τὰ ἱερὰ γράμματα. Ἐκεῖνοι γνωρίζανε νὰ λειτουργοῦν, νὰ ὑπομένουν τοὺς σταυροὺς καὶ νὰ μὴν ὑπεραίρονται, γιατὶ ξέρανε πολὺ καλὰ ὅτι διάκονοι Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων εἶναι, δηλαδὴ ὑπηρέτες, σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ Ἐκεῖνος τοὺς δίδαξε. Κι αὐτὸ τοὺς ἔφτανε καὶ τοὺς περίσσευε.
π. Κωνσταντῖνος Καλλιανὸς

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

 


Χριστούγεννα

Στὴ γωνιά μας κόκκινο
τ᾿ ἀναμμένο τζάκι.
Τοῦφες χιόνι πέφτουνε
στὸ παραθυράκι.

Ὅλο ἀπόψε ξάγρυπνο
μένει τὸ χωριό,
καὶ κτυπᾶ Χριστούγεννα
τὸ καμπαναριό.

Ἔλα, Ἐσὺ ποὺ Ἀρχάγγελοι
σ᾿ ἀνυμνοῦνε ἀπόψε,
πάρε ἀπὸ τὴν πίττα μας,
ποὺ εὐωδιᾶ καὶ κόψε.

Ἔλα, κι ἡ γωνίτσα μας
καρτερεῖ νὰ 
᾿ρθεῖς.
Σοὔστρωσα, Χριστούλη μου,
γιὰ νὰ ζεσταθεῖς.

Στέλιος Σπεράντσας

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025


Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικὸς κόσμος καλεῖται νὰ γιορτάσει ἢ μᾶλλον νὰ ζήσει ἀληθινὰ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὰ δεινὰ τῶν κακῶν καὶ τοῦ διαβόλου. Καλεῖται νὰ δεχθεῖ τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καὶ νὰ γεμίσει θεία χάρη καὶ εὐλογία.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν νὰ ἀνοίξουμε τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ μελετήσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο, ποὺ κυριολεκτικὰ ἄλλαξε τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου.
Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου; Ὅλη ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου περιέχεται στὴ φράση τοῦ Μεγ. Ἀθανασίου : «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, ἵνα τὸν ἄνθρωπον δεκτικὸν θεότητος ποιήσῃ». Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε στὴ γῆ, γιὰ νὰ μᾶς φέρει ἁπλὰ μιὰ νέα διδασκαλία, ἀλλὰ νὰ μεταδώσει σὲ μᾶς τὴ θεία ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Νὰ μᾶς κάνει μετόχους θείας Ζωῆς κατὰ χάρη. Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεὸς κατὰ χάρη. Αὐτὸ εἶναι τὸ κεντρικὸ καὶ οὐσιῶδες νόημα τῆς μεγάλης αὐτῆς καὶ σημαντικῆς γιορτῆς.
Πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ὁ κόσμος ζοῦσε στὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς εἰδωλολατρίας μὲ φωτεινὲς ἑξαιρέσεις.
Ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Δημιουργό του εἶχε δυσάρεστες συνέπειες στὴ ζωή του. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸ πλάσμα του. Στὸν κατάλληλο χρόνο στέλνει στὴ γῆ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. «Ὁ Θεὸς ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη».
Ὁ ἀόρατος γίνεται ὁρατός, ὁ ἀπρόσιτος προσιτός, ὁ Θεὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μέγα καὶ παράδοξον τὸ μυστήριον. Ἦλθε στὴ γῆ ὄχι ὅπως αὐτὸς μποροῦσε, ἀλλὰ ὅπως ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν καταλάβουμε. Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος μὲ σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει καλύτερα μὲ μᾶς.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικὰ : «Πῶς ἔγινε τοῦτο τὸ ἐκπληκτικὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο; Ἕνεκα τῆς δικῆς Του ἀγαθότητος καὶ ὅπως ἕνας βασιλέας βγάζει τὴν βασιλικὴ στολὴ καὶ σὰν ἁπλὸς στρατιώτης ρίχνεται στὴ μάχη, γιὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ καὶ ἔτσι πετύχει τὴ νίκη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε μὲ ἀνθρώπινη μορφή, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρισθεῖ καὶ ἀποφύγει ὁ ἐχθρός τη σύγκρουση μαζί του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ φοβίσει τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ ἦρθε γιὰ νὰ τοὺς σώσει καὶ λυτρώσει».
Τελικὰ μία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἐξήγηση τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει πολὺ καθαρὰ αὐτὴ τὴν ἐξήγηση. «Διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην, ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς», «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Μαζὶ μὲ τὸν μεγάλο Ἀπόστολο κάθε πιστὸς βλέπει πίσω ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἀγάπη ποὺ ἔφθασε μέχρι τὸ Σταυρό.
Περιμένουμε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς γεννήσεως. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀναμένει τὴν ἀνταπόκριση τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Μᾶς ἀγάπησε, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε καὶ μεῖς. Νὰ τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας. Νὰ συνδεθοῦμε μαζί του. Εἶναι ἀσφαλῶς ἡ μεγαλύτερη δωρεὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Τὰ φετεινὰ Χριστούγεννα ἂς εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς γεμάτη ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025


Χριστούγεννα στὸ μέτωπο
Ἐβέσντα, 24 Δεκεμβρίου 1940
Ἡ ἐκκλησία ἦτο ἕνας σταῦλος καὶ ἡ θεία λειτουργία ἐγένετο σὰν παραμονὴ Χριστουγέννων ἐντός τοῦ σταύλου. Ἡ Ἁγία Τράπεζα, ἀποτελεῖτο ἀπὸ μίαν κάσσαν, τὰ δὲ κηροπήγια ἦσαν μία λάμπα ἐκστρατείας, δύο κηρία καὶ ἕνα λυχνάρι. Ἡ δὲ πρόθεσις ἀπὸ ἕνα τραπεζάκι καὶ ἕνα κερί. Ἡ θεία λειτουργία ἦτο σύντομος, καλλίφωνοι δὲ ψάλται (στρατιῶται) ἔψαλον. Μετὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας, ἐκοινώνησα, ἀξιωθεὶς πρὸς τοῦτο τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
Μετὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας καὶ πρὶν ἀκόμα μεταλάβουν οἱ ἄνδρες ὅλοι, ἕνας στρατιώτης, νομίσας ὅτι ἐτελείωσεν ἡ θεία λειτουργία ἤ δὲν θὰ ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ἐτελεῖτο εἰς τὸν σταῦλον λειτουργία, ἔφερεν δύο ἡμιόνους διὰ νὰ τοὺς βάλει εἰς τὸν σταῦλον. Ἀλλὰ κατόπιν συστάσεως, ἀνέμενεν ἔξω τοῦ σταύλου, προσωρινῶς, μέχρις ὅτου τελειώσει τὸ ἔργον τοῦ ἱερέως.
Εὐαγγελίας Γεωργ. Κουτσοδόντη, Τὸ ἡμερολόγιο ἑνὸς στρατιώτου
*****
Ὕψωμα Μάλι Σπάτ, 24 Δεκεμβρίου 1940
Ὁ τραγικὸς σύντροφος τῆς βραδυᾶς, Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγὸς Γιάννης Δούβρης, ἡ λεπτὴ κι εὐγενικιὰ αὐτὴ φυσιογνωμία, κάνει τὶς ἴδιες σκέψεις. Μέσα στὸν πυρετὸ ποὺ τὸν καίει, δύο μέρες τώρα, νοιώθει τὴν ψυχολογικὴ κατάστασι στὴν ὁποία βρίσκομαι. Θέλει κι αὐτὸς νὰ ξεσπάσει. Μὲ τὴν ἀδύνατη καὶ γλυκειὰ φωνὴ του ἀρχίζει νὰ ψέλνει τὸ τροπάρι «Ἡ Γέννησίς Σου Χριστέ». Μὲ βραχνιασμένη φωνὴ τὸν ἀκολουθῶ. Τὸ ψέλνουμε τρεῖς φορὲς κι’ ἔπειτα ἄλλες τρεῖς τὸ «Ἡ Παρθένος σήμερον». Κλαίω καὶ ψέλνω μαζί. Τὰ καυτερὰ δάκρυα διατρέχουν τὸ πρόσωπό μου κι’ αἰσθάνομαι τὸ ζεστὸ μονοπάτι ποὺ ἀκολουθοῦν ἐπάνω σ’ αὐτό.
Σὲ κάποια στιγμὴ ἀκοῦμε ψαλμωδία.
Οἱ στρατιῶτες θαμένοι κάτω ἀπὸ τὰ χιονισμένα ἀντίσκηνα, ἀρχίζουν νὰ ψέλνουν ὁμαδικὰ καὶ ἡ φωνή τους, ἡ τραγικὴ αὐτὴ ἐπίκλησις πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα, ἀνακατεύεται μὲ τὸν ἀέρα καὶ τὴ βροχὴ καὶ διασκορπίζεται ἀνάμεσα στὰ ἄξενα καὶ ἄγονα Ἀλβανικὰ βουνά…
Ντίνου Π. Μαγγιοράκου, Τὸ Ξεκίνημα τῆς Νίκης, Ἡμερολόγιο ἀπὸ τὸν πόλεμο 40-41
*****
Πιτσάρι, 25 Δεκεμβρίου 1940
Ἐξακολουθεῖ νὰ ρίχνη χαλάζι καὶ νὰ πέφτουν ἄφθονες κανονιές. Σήμερα μετὰ μεγάλης μου χαρᾶς γιὰ δῶρο Χριστουγέννων ἐπῆρα τὰ πρῶτα γράμματα, 28 τὸν ἀριθμόν, ὅλα δηλαδὴ τὰ καθυστερούμενα. Ἐκάθισα καὶ τὰ ἐδιάβασα ὅλα καὶ ἀμέσως σᾶς ἔγραψα. Ἀπὸ τὸν λόχο μᾶς ἔδωσαν μισὴ κουραμάνα καὶ ὀλίγον τυρί. Εἰς τὴν καλύβα ὅμως ἐβράσαμε τὸ ἄλλο ἀρνὶ καὶ ἐφάγαμε ὅλοι μαζί. Ἔτσι πᾶνε καὶ τὰ Χριστούγεννα.
Στέλιου Ι. Τζιρόπουλου, Ἡμερολόγιον ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1940

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025


Πρὸς μετανοοῦντα
Ὁ Πανάγαθος Θεός, καθὼς εἰς τὴν τάξιν τῆς φύσεως, δὲν ἐπρονόησε νὰ γινόμεθα μόνον εἰς τὴν ζωὴν ὑγιεῖς, ἀλλ᾿ ἐπρονόησεν ἀκόμη καὶ τὸ νὰ ἀναλαμβάνωμεν πάλιν τὴν Ὑγείαν, ὅταν σωματικῶς ἀσθενήσωμεν, μὲ ἰαματικὰ λουτρά, καὶ διάφορα ἰατρικά. Τοιουτοτρόπως δέ, καὶ διὰ τὴν πνευματικὴν ὑγείαν, δὲν ἐπρονόησε τὸ νὰ ἀναγεννώμεθα μόνον πνευματικῶς διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἀλλ᾿ ἐπρονόησεν, εἰς τὸ νὰ ἀναλαμβάνωμεν καὶ πάλιν τὴν πνευματικὴν ὑγείαν, ὅταν ψυχικῶς ἀσθενήσωμεν, μὲ ἕνα καθαρτικὸν λουτρόν, καὶ ἰατρικὸν θαυμάσιον. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλο, ἀπὸ τὸ Μυστήριον τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
Διότι ἡ Ἐξομολόγησις, εἶναι πράγματι ἕνα λουτρόν, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ὅσαι ψυχαὶ λούονται, ἐξέρχονται παρευθὺς ἐλαφρόμεναι ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας ποῦ σηκώνουν. Εἶναι ἕνα λουτρόν, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐκπλύνονται καὶ ἀφανίζονται ὅλοι οἱ μολυσμοὶ τῶν πλημμελημάτων, κατὰ τὸν θεῖον Χρυσόστομον: «Ἡ ὁμολογία τῶν ἡμαρτημένων, ἀφανισμὸς γίνεται τῶν πλημμελημάτων». Καὶ ἕνα λουτρόν, ποῦ γίνεται διὰ τοὺς μετανοοῦντας, εἶναι ἕνα ἄλλο Βάπτισμα, δυσκολότερον μὲν ἀπὸ τὸ πρῶτον Βάπτισμα, ἀναγκαῖον ὅμως διὰ τὴν σωτηρίαν, ὡς καὶ ἐκεῖνο, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον: «Οἷδα καὶ δεύτερον ἔτι (Βάπτισμα) τὸ διὰ δακρύων, ἀλλ᾿ ἐπιπονώτερον».
Ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο μέρος, ἡ Ἐξομολόγησις εἶναι ἕνα ἰατρικὸν τόσον δραστικόν, εἰς τρόπον ὧστε, ἐν τῷ ἄμᾳ ἐξαλειφθῇ κάθε δηλητήριον τῆς θανασίμου ἁμαρτίας, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα κακὸν ἄπειρον. Καὶ ἀφανίζει μὲν κάθε ἀόρατον ἀσθένειαν, ἐπαναγυρίζει δὲ εἰς τὴν ψυχὴν τὴν προτέραν ὑγείαν καὶ χάριν. Εἶναι ἕνα ἰατρικὸν ποὺ μεταβάλλει αὐτοστιγμεὶ τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς ἕνα ὡραιόμορφον Ἄγγελον, ἐκεῖ ποὺ ἦτον πρὸ τῆς ἁμαρτίας, καὶ οὐχὶ μεταμορφωμένον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ὡς ἕνα διάβολον ὡσὰν τὸν Ἰούδαν. «Καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολος ἐστί». Καὶ ἐν συντομίᾳ, ὅπου μεταβάλλει τὸν ἁμαρτωλὸν ἀπὸ κατάδικον εἰς ἐλεύθερον, ἀπὸ σαρκικὸν εἰς πνευματικόν, ἀπὸ δοῦλον τῆς ἁμαρτίας, εἰς υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ ἔνοχον τῆς αἰωνίου κολάσεως, εἰς κληρονόμον τῆς οὐρανίου Βασιλείας Του. Δηλαδή, εἶναι ἕνα ἰατρικόν, ποὺ διὰ τὰ ὑπερφυσικὰ ἀποτελέσματα ποὺ ἐνεργεῖ, ὑπερβαίνει ὅλα μαζὶ τὰ ἔργα τῆς φύσεως. Ἐπειδή, ἡ δικαίωσις ποὺ χαρίζει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ, εἶναι ἔργον ἀπείρως μεγαλύτερον, ἀπὸ τὸ ἐὰν ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ ὁ Θεός, ἕναν ἄλλον νέον κόσμον.
Ἀλλ᾿ ὢ τῆς δυστυχίας! Τὸ καθαρτικὸν τοῦτο λουτρόν, καὶ τὸ θαυμαστὸν τοῦτο ἰατρικόν, ἡ ψυχοφελεστάτη λέγω Ἐξομολόγησις, ἔγινε σήμερον εἰς τοὺς Χριστιανούς, ἕνα Μυστήριον λίαν ἐπουσιῶδες ἤ καὶ ἐκ περισσοῦ, οἱ ὁποῖοι νομίζοντες ὅτι δὲν καθαρίζονται εἰς αὐτὸ τὸ λουτρόν, ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτούς, ἤ δὲν ἐξομολογοῦνται τελείως, ἢ ἐξομολογοῦνται σπανίως, ἀγαπῶντες οἱ ταλαίπωροι καλύτερα νὰ κυλίωνται ὡσὰν τὰ ζῶα μέσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν, παρὰ νὰ τρέξουν εἰς τοῦτο τὸ λουτρόν, καὶ νὰ καθαρισθοῦν· ἕτεροι δὲ, οὕτε μὲ τὴν πρέπουσαν ἐξέτασιν τῆς συνειδήσεως καὶ τῶν ἁμαρτιῶν τους ἐξομολογοῦνται, οὕτε μὲ τὴν πρέπουσαν συντριβὴν καὶ κατάνυξιν, οὕτε μὲ μίαν ἀποφασιστικὴν γνώμην εἰς τὸ νὰ προσέχουν νὰ μὴν ἁμαρτήσουν πλέον, εἰς τὰ ὁποῖα, μία τοιαύτης ἑτοιμασίας εἶναι καὶ τὰ συστατικὰ τῆς Θεαρέστου ἐξομολογήσεως. Ἀλλὰ ἐξομολογοῦνται ἀνεξετάστως, ἄνευ κατανύξεως, χωρὶς ἀπόφασιν τοῦ νὰ γίνουν καλύτεροι, καὶ ἀπλῶς, κατὰ συνήθειαν καὶ μόνον, διότι ἔρχεται τὸ Πάσχα, Χριστούγεννα, ἢ Θεοφάνεια. Τοιουτοτρόπως δὲ ἐξομολογούμενοι οἱ ταλαίπωροι, καὶ νομίζοντες ὅτι καλῶς ἐξομολογοῦνται, μεγάλως ζημιώνονται καὶ ἁμαρτάνουν.
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης