Τετράδιο
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
Δὲν ἤτανε ἔτσι στὴν
ἀρχή
Ἕνα διαζύγιο μπορεῖ νὰ ἔχει πολλὲς ἀφορμές, ἀλλὰ οἱ αἰτίες του εἶναι
λίγες. Πῶς προετοιμάζονται δύο νέοι ἄνθρωποι γιὰ νὰ παντρευτοῦν; Ἀπὸ ‘κεῖ θὰ
καταλάβεις ποιά θὰ εἶναι ἡ συνέχεια. Πόσο καλὰ γνωρίζονται; Ἢ πόσο βαθιὰ ἀγνοοῦνται;
Ἔχω ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὴν παρατήρηση «δὲν ἤτανε ἔτσι στὴν ἀρχή». Ἔτσι ἤτανε,
παιδί μου, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν τὸν εἶδες. Ὁ ἀρραβώνας δὲν εἶναι μία χαζοχαρούμενη
περίοδος ποὺ θὰ κοιτάξουμε πῶς θὰ περάσουμε καλά. Εἶναι ἀκριβῶς μία περίοδος ποὺ
οἱ ἄνθρωποι μιλᾶνε σοβαρὰ γιὰ τὸ μέλλον τους, βλέπουν ἂν συμφωνοῦν, ἂν
ταιριάζουν, ἂν ἔχουν τὴν ἴδια πλεύση μέσα στὴ ζωή τους, ἀκόμα μερικὲς φορὲς σὲ
μερικὰ πράγματα, ποὺ φαίνονται πιὸ ρηχά, πιὸ εὔκολα.
Κάποτε ἔλεγα σὲ δύο παιδιὰ ποὺ συνδεόντουσαν:
– Παιδιὰ χωρίστε τώρα, γιατὶ θὰ χωρίσετε αὔριο.
– Μὰ γιατί;
– Γιατὶ δὲν ἔχετε καμία σχέση μεταξύ σας.
Τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἑνὸς εἶναι τελείως διαφορετικὰ κι ἐξειδικευμένα, τοῦ ἄλλου
εἶναι -τὰ παιδιὰ χρησιμοποιοῦν σήμερα αὐτὴ τὴ λέξη- «γιὰ τὰ μπάζα».
Σὲ λίγο ἐσὺ θὰ ἀρχίσεις νὰ τὴ ζηλεύεις καὶ ἐσὺ σὲ λίγο θὰ ἀρχίσεις νὰ
κουράζεσαι. Λοιπόν, μὴν κάνετε λάθη! Εὐτυχῶς κατάλαβαν ἔγκαιρα. Γιατὶ εἶναι
πάρα πολὺ σημαντικὸ νὰ βλέπεις τὴν ἀλήθεια.
Τὸ σ’ ἀγαπῶ καὶ μ’ ἀγαπᾶς εἶναι εὔκολο νὰ τὸ λές, δύσκολο ὅμως νὰ τὸ ζεῖς.
Ἐμεῖς μάθαμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι σαρκωμένη. Κι ἂν δὲν σαρκώνεται, δὲν
σταυρώνεται, τότε ἀκριβῶς δὲν προχωράει.
Τὸ διαζύγιο τελικὰ εἶναι μία ἀποτυχία. Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι τὸ ἑξῆς:
Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε ἕνα διαζύγιο; Διδασκόμεθα ἀπὸ τὰ λάθη μας; Καταλάβαμε
γιατί φτάσαμε ἐδῶ; Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τὴ συνείδηση ὅτι ἀποτύχαμε; Καὶ δὲν ἀποτύχαμε
τυχαῖα, ἀποτύχαμε γιὰ συγκεκριμένους λόγους, καθαροὺς καὶ ὁρατοὺς ἢ πιστεύουμε ὅτι
φταίει μόνο ὁ ἄλλος;
Στὰ ζευγάρια ποὺ παντρεύω τοὺς εὔχομαι: «Παιδιά μου, σᾶς εὔχομαι νὰ
μάθετε στὴ ζωή σας νὰ φταῖτε πάντα καὶ οἱ δύο μαζί. Γιατί ἂν πιστέψετε ὅτι
φταίει μόνο ὁ ἄλλος, κάτι δὲν πάει καλὰ μεταξύ σας.»
Παντρεύομαι σημαίνει δέχομαι τὸν ἄλλο ὅπως εἶναι, γιατὶ τὸν ἀγαπάω.
Παντρεύομαι σημαίνει ὅτι ἀγωνίζομαι, κάνω τὰ πάντα, γιὰ νὰ δίνω χαρὰ σ’ αὐτὸν
ποὺ ἀγαπάω.
† Μητροπολίτης, Σισανίου καὶ Σιατίστης
Παύλος
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026
μὲ λαχτάρα σταματῶ
καὶ περήφανα δακρύζω,
ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ.
κάθε θεία σου πτυχή,
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς Πατρίδος ἡ ψυχή.
τ᾿ ἀεράκι τ᾿ ἀλαφρό,
μοιάζεις κῦμα ποὺ σαλεύει
μὲ χιονόλευκο ἀφρό.
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶναι ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
κάθ᾿ ἐλπίδα μας κρυφή.
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω
σὰν μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.
μία χαρούμενη φωνή·
νἄσαι πάντα δοξασμένη
ὦ! σημαία γαλανή.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
Δὲν εἶναι σῶμα σου
Ἡ γυναίκα προσφέρει τὸ σῶμα της καὶ ἔτσι δημιουργεῖται τὸ μωρό. Αὐτὸ
δηλώνει πὼς ἔχει ἤδη «ἐπιλέξει» νὰ χρησιμοποιήσει τὸ σύστημα ἀναπαραγωγῆς της!
Καὶ βέβαια, «Τὸ παιδὶ ΔΕΝ εἶναι σῶμα της».
Ὅλοι γνωρίζουν, πὼς μὲ τὴ γενετήσια ἐπαφὴ γίνονται μωρά. Ἐάν ἡ γυναῖκα δὲν
ἐπιθυμεῖ παιδί, φροντίζει νὰ μὴν βάλει τὸν ἑαυτό της στὴ θέση, ὅπου γίνονται
παιδιά. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσει μία ζωὴ, γιὰ τὴν ὁποία ἔδωσε συγκατάθεση
μὲ τὸ σῶμα της.
Εἶναι, ὅμως, τὸ παιδὶ σῶμα της;
Ἐὰν ἕνα ἀγέννητο μωρὸ ἦταν μέρος τοῦ σώματος τῆς μητέρας του, θὰ
μοιράζονταν ὅλα τὰ βιολογικὰ χαρακτηριστικά της.
Ὡστόσο, τὸ μωρὸ ἔχει τὸ δικό του ξεχωριστὸ DNA.
Καὶ, ἐπιπλέον, ἰσχύουν τὰ παρακάτω:
Ὅλες οἱ μητέρες εἶναι, προφανῶς, γυναῖκες. Ὅμως, περίπου τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ
παιδιὰ τους εἶναι ἀγόρια.
Ἡ μητέρα καὶ τὸ μωρὸ ἔχουν συχνά διαφορετικές ὁμάδες αἵματος.
Τὸ μωρὸ μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετική φυλή ἀπό τὴ μητέρα.
Κάθε κύτταρο στὸ σῶμα τῆς μητέρας ἔχει ἕνα σύνολο χρωμοσωμάτων, ποὺ
διαφέρουν ἐντελῶς ἀπὸ τὰ χρωμοσώματα ποὺ ἔχει τὸ κάθε κύτταρο στὸ σῶμα τοῦ μωροῦ.
Ὅταν τὸ ἀγέννητο παιδὶ ἐμφυτεύεται στὸ τοίχωμα τῆς μήτρας, ὑπάρχει μία
συντονισμένη ἐπίθεση ἀπὸ τὰ λευκὰ αἰμοσφαίρια τῆς μητέρας, γιὰ νὰ τὸ ὑπερνικήσουν,
καὶ τὸ ἴδιο πρέπει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν ἑαυτό του. Τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα τῆς
μητέρας τὸ ἀναγνωρίζει ὡς «μὴ-ἑαυτό», δηλαδὴ ὡς ξένο σῶμα. Ἐπομένως, δὲν εἶναι
μὲ κανένα τρόπο μέρος τοῦ σώματός της.
Τὸ μωρό μπορεῖ νὰ πεθάνει, χωρὶς νὰ πεθάνει ἡ μητέρα.
Ἡ μητέρα μπορεῖ νὰ πεθάνει, χωρὶς νὰ πεθάνει τὸ μωρό (καὶ τὸ μωρὸ μπορεῖ
νὰ σωθεῖ, ἐὰν εἶναι βιώσιμο).
Τὸ σῶμα τῆς μητέρας ξεκινᾶ τελικὰ μία διαδικασία, ποὺ καταλήγει, στὸ νὰ
φύγει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ σῶμα της (τοκετός). Αὐτό δὲ συμβαίνει μὲ κανένα μέλος τοῦ
σώματος τῆς γυναίκας.
Συμπέρασμα: Ἡ γυναίκα ἔχει τὴν εὐθύνη τῆς διαχείρισης τοῦ σώματός της. Ὡστόσο,
αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν τῆς ἐπιτρέπει νὰ καταστρέψει τὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ της. Ἡ
συμμετοχή της στὴ γενετήσια πράξη σημαίνει καὶ ἀποδοχὴ τῆς λειτουργίας τῆς ἀναπαραγωγῆς.
Ἡ ἐγκυμοσύνη εἶναι ἡ συγκατάθεση τοῦ σώματός της στὴ ζωὴ ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου.
Brian Clowes
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας
ἡμῶν ἔλαβε
Γιατί ὁ Ἰησοῦς , ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία
μὲ τὴν ἀναμαρτησία Του καὶ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κοινωνία μὲ τὴ θεία
ζωή, ἐπιθύμησε καὶ ἀπαίτησε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη; Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο
πὼς τὸ ἴδιο ἐρώτημα βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἰωάννη. «Ἐγὼ χρείαν ἔχω
ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;». Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑξῆς:
Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους
τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται
συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση. Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας.
Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε
γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ
Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι ὥστε, γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς, νὰ
μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του. Ὁ Ἰωάννης ὁ
Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ
κόσμου!”.
Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε
καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ
τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες.
Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ
ζωή Του.
Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μὲ τοὺς
χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ
Θεοῦ γιά μᾶς. Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως
ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς
ἀνθρώπους στὸ θάνατο.
Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη
ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς. Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα,
“οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν”.
Ὑπάρχει ὡστόσο κι ἕνα δεύτερο ἀκόμη βαθύτερο καὶ πιὸ χαρούμενο νόημα στὸ
βάπτισμα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Μετὰ τὴν ἀκολουθία τῶν
Θεοφανείων οἱ πιστοὶ ἀφήνουν τὴν ἐκκλησία καὶ πηγαίνουν νὰ ἁγιάσουν τὰ ὕδατα.
Τὰ θριαμβικὰ καὶ δοξαστικὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ ἀντηχοῦν: «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν
ὑδάτων», καὶ μᾶς φανερώνεται τὸ νόημα καὶ ἡ σημασία τοῦ νεροῦ ὡς εἰκόνα τῆς ζωῆς,
ὡς εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας. Καὶ αὐτὸς ποὺ κατέρχεται στὸ
νερό, ποὺ καταδύεται στὸ νερό, ποὺ ἑνώνεται μαζί του ἐρχόμενος στὸν κόσμο γιὰ τὴ
σωτηρία καὶ ἀναγέννησή του, αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός.
Ὁ κόσμος ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ Θεό, Τὸν ξέχασε, σταμάτησε νὰ Τὸν βλέπει, καὶ
καταδύθηκε στὴν ἁμαρτία, στὸ σκοτάδι καὶ στὸ θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ξέχασε τὸν
κόσμο. Ἐδῶ στὸ βάπτισμά Του, ὁ Θεὸς μᾶς ἐπιστρέφει τὸν κόσμο, νὰ λάμπει ἀπὸ τὴ
δόξα τῶν ἀστέρων καὶ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ εἶχε τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας. «Ἐὰν
τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ… ποταμοὶ ἐκ τῆς
κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος».
Τὸ καθετὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μαζὶ καὶ ἡ ὕλη, ἡ ἴδια ἡ οὐσία του, γιὰ ἄλλη
μία φορὰ γίνεται δρόμος γιὰ τὸ Θεό, κοινωνία μαζί Του, ἀνάπτυξη μέσα στὴν
πλησμονὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτὸ ποὺ γιορτάζουμε τὴ χαρμόσυνη καὶ λαμπρὴ ἡμέρα τῶν
Θεοφανείων εἶναι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία Του. «καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ
οἱ οὐρανοὶ» Δὲν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς ἔνιωσε ὁ Ἰωάννης ὅταν τὰ χέρια του ἀκούμπησαν
τὸ Σωτήρα, ἢ πῶς εἶδε τοὺς οὐρανοὺς νὰ ἀνοίγουν, ἢ πῶς ἄκουσε τὴ φωνή. Ἡ στιγμὴ
αὐτὴ ὅμως ἦταν ἀναμφίβολα γι’ αὐτὸν μία στιγμὴ ἐκτυφλωτικοῦ φωτός, ὅταν τὰ
πάντα ἄστραψαν καὶ πῆραν φωτιὰ μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀρχικῆς ὀμορφιᾶς τῆς δημιουργίας,
καθὼς ὁ κόσμος γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἀποκαλύφθηκε ὡς κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἐξαγνισμένος,
καθαρός, ἀναγεννημένος, πλήρης δόξας καὶ εὐχαριστίας.
«Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ ἀνακαινίσει ὅλη τὴν κτίση». Γιορτάζουμε τὴν ἀνακαίνιση
ὅταν βλέπουμε τὸν ἱερέα νὰ ραντίζει τὴν ἐκκλησία, ἐμᾶς, τὰ σπίτια μας, τὴ φύση
καὶ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὸ καινούργιο, τὸ ἅγιο, τὸ θεϊκὸ νερό· καὶ ὅταν βλέπουμε
τοὺς ἀνθρώπους νὰ στριμώχνονται γιὰ νὰ μετάσχουν σ’ αὐτὸ τὸ «ζῶν ὕδωρ» ποὺ ρέει
στὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρθει σ’ Αὐτὸν γιὰ νὰ λάβει τὸ δῶρο τοῦ
«ζῶντος ὕδατος», τὸ δῶρο τῆς νέας ζωῆς, καθαρὸς καὶ ἀναγεννημένος.
Πρωτ. Ἀλέξανδρος
Σμέμαν
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026
Ἔχει πάθει μεγάλη ζημιά ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν
τηλεόραση
–Γέροντα, τώρα ὑπάρχει τέτοια τηλεοπτική ἐπικοινωνία, ὥστε τὸ ἴδιο λεπτό
μπορεῖ νὰ δῆ κανεὶς γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς.
–Μόνον τὸν ἑαυτό τους δὲν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅλο τὸν κόσμο τὸν βλέπουν.
Τώρα καταστρέφεται ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ μυαλό του. Δὲν εἶναι ὅτι τούς καταστρέφει ὁ
Θεός.
–Γέροντα, ἡ τηλεόραση κάνει πολύ κακό.
–Ἄν κάνη, λέει! Ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ ἔλεγε: «Ἡ τηλεόραση, Πάτερ, εἶναι
καλή». «Καλά εἶναι τὰ αὐγά, τοῦ λέω, ἅμα τὰ ἀνακατέψης ὅμως μὲ κουτσουλιά, ἄχρηστα
γίνονται». Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ ραδιόφωνο. Σήμερα, ἄν ἀνοίξης
τὸ ραδιόφωνο, γιὰ νὰ ἀκούσης μία εἴδηση, πρέπει νὰ ἀνεχθῆς νὰ ἀκούσης καὶ ἕνα
τραγούδι, γιατί, μόλις τελειώση ἕνα τραγούδι, θὰ πῆ μία εἴδηση. Παλιά δὲν ἦταν ἔτσι.
Ἤξερες τί ὥρα θὰ ἔλεγε τὴν εἴδηση στὸ ραδιόφωνο, τάκ, ἄνοιγες καὶ ἄκουγες. Τώρα
εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσης καὶ τὸ τραγούδι, γιατί ἄν τὸ κλείσης, θὰ χάσης τὴν
εἴδηση.
Ἔχει πάθει μεγάλη ζημιά ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν τηλεόραση, ἰδίως τὰ παιδάκια
καταστρέφονται. Ἦρθε ἕνα παιδάκι ἑπτά χρονῶν μὲ τὸν πατέρα του στὸ Καλύβι. Ἔβλεπα
νὰ μιλάη μὲ τὸ στόμα του τὸ δαιμόνιο τῆς
τηλεοράσεως, ὅπως μιλάει τὸ δαιμόνιο μὲ τὸ στόμα τῶν δαιμονισμένων. Ἦταν σάν ἕνα
μωρό νὰ γεννήθηκε μὲ δόντια. Σήμερα συχνά δὲν βλέπεις φυσιολογικά παιδιά, εἶναι
τέρατα. Καὶ βλέπεις, δὲν παίρνουν μία στροφή παραπάνω, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἔχουν ἀκούσει,
αὐτὸ ποὺ ἔχουν δεῖ, αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουν. Ἔτσι θέλουν οἱ ἄλλοι νὰ ἀποβλακώσουν τὸν
κόσμο μὲ τὴν τηλεόραση. Δηλαδή, αὐτὰ ποὺ ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι, αὐτὰ νὰ πιστεύουν,
αὐτὰ νὰ κάνουν.
–Γέροντα, μᾶς ρωτοῦν μητέρες πῶς νὰ κόψουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ τὴν
τηλεόραση.
–Νὰ δώσουν στὰ παιδιά νὰ καταλάβουν ὅτι μὲ τὴν τηλεόραση ἀποβλακώνονται,
δὲν μποροῦν νὰ σκέφτωνται. Ἄς ἀφήσουμε ὅτι χαλοῦν τὰ μάτια τους. Αὐτή ἡ
τηλεόραση εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τηλεόραση, ἡ πνευματική.
Ὅταν δηλαδή μὲ τὴν ἀπέκδυση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καθαρίζωνται καὶ τὰ μάτια τῆς
ψυχῆς, τότε βλέπει ὁ ἄνθρωπος πιὸ μακριά χωρίς μηχανές. Εἴπανε στὰ παιδιά τους
γι' αὐτή τὴν τηλεόραση;
Νὰ καταλάβουν τὴν πνευματική τηλεόραση, γιατί μὲ αὐτὰ τὰ κουτιά θὰ
χαζέψουν. Οἱ Πρωτόπλαστοι εἶχαν τὸ διορατικό χάρισμα. Αὐτὸ χάθηκε μετά τὴν
πτώση. Ὅταν διατηρήσουν τὰ παιδιά τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, θὰ ἔχουν καὶ
διορατικό χάρισμα, πνευματική τηλεόραση. Θέλει προσοχή, δουλειά πνευματική. Οἱ
μανάδες σήμερα χάνονται μὲ χαμένα πράγματα καὶ μετά: «Τί νὰ κάνω, Πάτερ; Χάνω τὸ
παιδί μου!».
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026
Τ᾿ Ἀγνάντεμα
Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο
κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν
ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον
μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ
βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν,
καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν
κορυφήν του.
Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ.
Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ
λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα
μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς
τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο
τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς
φαμίλιες των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ᾽ ἀχτένιστα καὶ
ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ
λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς
πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην
γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους
θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾽ ἀφώτιστα κύματα.
Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ
θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν᾽ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν
τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους
συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ
τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο
νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ᾽ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι᾽ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς
φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν.
«Πάντα νά ᾽ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς
ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δύο ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος,
τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο
διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης





