Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

 


Ἡ Χριστιανικὴ ἀγάπη.

Ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν χριστιανικὴν ἀγάπην. Ὁ νόμος οὗτος τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν τοῦ Κυρίου δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς 3 μέρη. 1) Εἰς τὴν ἐντολήν, 2) Εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς καὶ 3) εἰς τὴν ἀμοιβήν.

1) Ἡ ἐντολή. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Ἐν πρώτοις. Περὶ ποίων ἐχθρῶν πρόκειται; Συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος; Ὁ Κύριος, ὅπως καταργῶν τὸν φόνον ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν τούτου τὴν ὀργήν, ὅπως καταργῶν τὴν σαρκικὴν ἁμαρτίαν ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν ταύτης, τὸν πονηρὸν ὀφθαλμόν, ὅπως καταργῶν τὴν ἐπιορκίαν καὶ τὴν ψευδορκίαν ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν τούτων τὸν ὅρκον, κατὰ παρόμοιον τρόπον κτυπᾷ καὶ ἐνταῦθα τὴν ῥίζαν πάσης ἐχθρότητος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ προσωπικὴ ἔχθρα. Ἑπομένως ἐχθροὶ ἐνταῦθα εἶναι οἱ προσωπικοί μας ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔβλαψαν διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργου οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτοι. Ἂς κανονίσωμεν ἡμεῖς τὴν προσωπικήν μας ἔχθραν συγχωροῦντες τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ἂς ἀφίσωμεν τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐξεγείρεται μέσα μας ἐναντίον των καὶ τὸ ὁποῖον πολλάκις συγχέεται μὲ τὸν ἐγωϊσμόν μας νὰ τὸ κανονίσῃ ὁ Θεὸς ἤ ἡ πολιτεία.

Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα. Διατὶ πρέπει νὰ συγχωρήσω τοὺς ἐχθρούς μου; Εἶναι τοῦτο λογικόν; Ἀπαντῶ: Ὁ μὴ συγχωρῶν τοὺς ἐχθρούς του ἔχει τρία μεγάλα κακά. Πρῶτον εἶναι παράλογος, δεύτερον εἶναι δυστυχὴς καὶ τρίτον εἶναι ὁ πλέον ἄσπλαγχνος. Μάλιστα !

Πρῶτον. Εἶναι παράλογος, διότι μὲ ποῖον δικαίωμα μισεῖ τὶς τὸν ἐχθρόν του, ἀφ’ οὗ πίπτει εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον μισεῖ τὸν ἐχθρόν του δηλαδὴ εἰς τὸ μῖσος; Ἔπειτα μὲ ποῖον δικαίωμα μισοῦμεν τὸν ἐχθρόν μας διὰ τινα ἁμαρτίαν του, ἀφ’ οὗ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἁμαρτωλοί; Μήπως μισοῦμεν, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐκεῖνος; Εἴμεθα ὅμως εἰς ἄλλην. Μήπως δύναται ὁ χωλὸς κατὰ τὸν δεξιὸν πόδα νὰ ὑβρίσῃ ὡς χωλὸν ἕτερον χωλὸν κατὰ τὸν ἀριστερὸν πόδα; Ἀσφαλῶς ὄχι! Μὲ ποῖον λοιπὸν δικαίωμα μισοῦμεν τὸν ἐχθρόν μας, ὅταν σχεδὸν πάντοτε εἴμεθα ὑπεύθυνοι τοῦ μίσους του μὲ τὴν τερατώδη ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας;

Δεύτερον. Ὁ μισῶν εἶναι δυστυχής. Καὶ πράγματι! ὁ μισῶν εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει, διότι τὸ μῖσος εἶναι ἡ χειροτέρα πληγή. Ἐκτὸς τούτου ὁ μισῶν εἶναι δυστυχής, διότι παραγνωρίζει τὴν ὠφέλειαν, τήν ὁποίαν τοῦ προσφέρει ὁ ἐχθρός του. Ὁ ἐχθρὸς εἶναι σωτήρ μας. Αὐτὸς μόνον βλέπει καὶ λέγει τὰς ἐλλείψεις μας χωρὶς προσποίησιν καὶ ὑποκρισίαν. Δυνατὸν νὰ βλέπῃ περισσοτέρας ἐλλείψεις, τῶν ὅσων ἔχομεν. Κακὸν ὅμως θὰ ἦτο, ἐὰν ἔβλεπε καὶ ἔλεγεν ὀλιγωτέρας. Ὁ φίλος οὔτε βλέπει πάντοτε οὔτε λέγει μετὰ τόσης ἐλευθεροστομίας τὰς ἐλλείψεις μας. Ἑπομένως ὁ ἐχθρός μας διὰ τῆς ὠμότητός του λέγει εἰς ἡμᾶς τὴν πραγματικήν μας κατάστασιν καὶ ξυπνᾷ τὴν συνείδησιν τῆς ἠθικῆς μας πτωχείας. Μᾶς ὠφελεῖ οὗτος, διότι δὶ’ αὐτοῦ θὰ δοκιμασθῶσιν αἱ ἀρεταί τῆς ὑπομονῆς, ἀνεξικακίας, πραότητος ἀγάπης κλπ., τὸ δὲ ξύπνημα τῆς συνειδήσεως τῆς ἠθικῆς μας πτωχείας, ὡς ἔχον ὑλικὸν τὴν ταπείνωσιν εἶναι ἡ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς καινούργιας μας ζωῆς. Ὅλων αὐτῶν αἰτία εἶναι ὁ ἐχθρός μας μὲ τὴν ὠμήν του γλῶσσαν.

Ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν τῶν εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας μᾶς δίδει ὁ ἐχθρός μας καὶ τοῦ παραλογισμοῦ τοῦ μίσους μας πρὸς αὐτόν, θὰ ὠφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσυνην μας πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου; Διά τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ θεραπεύσῃς τὴν πληγὴν τοῦ μίσους του καὶ νὰ ἐκφράσῃς πρὸς τὸν ἐχθρόν σου τὴν εὐγνωμοσυνήν σου. Καὶ πράγματι! Ὁ ἐχθρός μας ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀγάπης καὶ μάλιστα τῆς ἰδικῆς μᾶς ἀγάπης. Ὁ φίλος μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾷ, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀγάπης μας, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν πληγὴν μίσους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς μισεῖ, ἀναδίδει ἐκ τῆς ψυχῆς του τὴν πικρίαν τοῦ πόνου του. Μισεῖ, διότι ὑποφέρει καὶ κατὰ τι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπεύθυνοι τῆς συμφορᾶς του ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἂν μέσα εἰς τὴν ἀλαζονικήν σου πεποίθησιν, ὅτι εἶσαι ἀθῶος, τὸν ἀποστρέφεσαι, ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι καθῆκον σου εἶναι νὰ γλυκάνῃς τὸν πόνον τοῦ ἐχθροῦ σου μὲ τὴν ἀγάπην σου, νὰ τοῦ ἐλαφρύνῃς τὸ κακόν του, νὰ ἠρεμήσῃς τὸν ἴδιον, νὰ τὸν κάμῃς καλλίτερον, νὰ τὸν φέρῃς εἰς τὴν μακαριότητα τῆς ἀγάπης. Ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν σου θὰ τὸν γνωρίσῃς καλλίτερα καὶ γνωρίζων αὐτὸν καλλίτερα, θὰ τὸν ἀγαπήσῃς περισσότερον. Ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν σου καθαρίζεις τὸ πνεῦμα σου, ὑψώνεις καὶ τὸ πνεῦμα ἐκείνου. Ἑπομένως ἐκ τοῦ μίσους τοῦ ἐχθροῦ σου πρὸς σέ, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ, δύναται νὰ γεννηθῇ μεγάλο φῶς !

2) Τρόπος ἐφαρμογῆς ἐντολῆς. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι τριπλοῦς, α΄ «Εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς» λέγει ὁ Κύριος ἤτοι πρέπει νὰ λέγωμεν λόγια καλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑβρίζουν. Αὐτὸ δὲν θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ δεχώμεθα ὡς ἀληθεῖς τὰς ψευδεῖς αὐτῶν ὕβρεις, ἀλλὰ νὰ εὑρίσκωμεν ἄλλας πλευράς τοῦ ὑβρίζοντος ἡμᾶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀξιέπαινοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἕνας, ἐπειδὴ εἶναι ἐχθρός μας, στερεῖται παντελῶς χαρισμάτων. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπαινέσωμεν τὴν εὐφυΐαν του, τὴν ἠθικήν του ἤ ἄλλην τινὰ ἀρετήν, τὴν ὁποίαν ἔχει. β΄) «Καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς». Ἤτοι δὲν πρέπει μόνον διὰ λόγων νὰ ἐπαινῶμεν τοὺς ἐχθρούς μας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἔργων. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ῥητῶς τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ πότιζε αὐτόν˙ ταῦτα ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ». Οἱ ἄνθρακες πυρὸς εἶναι οἱ ἔλεγχοι τῆς συνειδήσεως καὶ ἡ ἐντροπή, τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀγαπωμένου ἐχθροῦ σου. Ἑπομένως, ὅταν ὁ ἐχθρός σου πέσῃ εἰς τὰ χέρια σου, φρόντισε νὰ τὸν περιποιηθῇς μὲ τὴν ἀγάπην σου.

Ἀλλὰ ἐὰν δὲν δύνασαι οὔτε διὰ λόγων, οὔτε δὶ’ ἔργων νὰ ἐκδήλωσῃς τὴν ἀγάπην σου πρὸς τὸν ἐχθρόν σου, δύνασαι νὰ καταφεύγῃς εἰς τὴν προσευχήν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος προσθέτει˙ «Προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς, καὶ διωκόντων ὑμᾶς». Οἱ «ἐπηρεάζοντες» εἶναι οἱ ἐκ συμπτώσεως καὶ ἐκτάκτως ἐνεργοῦντες ἐχθρικῶς, ἐν ᾧ οἱ «διώκοντες» εἶναι οἱ τακτικῶς καὶ συστηματικῶς ἐχθρευόμενοι ἡμᾶς. Ἑπομένως ἰδοὺ ὁ τριπλοῦς τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν μας, διὰ λόγου, δι’ ἔργου, καὶ διὰ προσευχῆς.

3) Ἀμοιβή. Ποία ἡ ἀμοιβή; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀνακράζει. Ἀμοιβὴ εἶναι «ὁ πάντων φρικωδέστερον, τὸ γενέσθαι ὁμοίους τῷ Θεῷ». Μάλιστα. Διά τοὺς ἐλεήμονας ὁ Κύριος ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν ὅτι «ἐλεηθήσονται», διὰ τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν ὅτι «τὸν Θεὸν ὄψονται», διὰ τοὺς πενθοῦντας ὅτι «παρακληθήσονται», διὰ τοὺς διωκόμενους ἀδίκως, ὅτι ὁ μισθὸς αὐτῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς», διὰ τοὺς ἀγαπῶντας ὅμως τοὺς ἐχθροὺς των ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν τὸ «γενέσθαι ὁμοίους τῷ Θεῷ» ! Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς δέλεαρ εἰς τοὺς πρωτοπλάστους, ὅτι θὰ γίνωσιν ὅμοιοι μὲ τὸν Θεόν, ἐὰν παραβῶσι τὴν ἐντολήν του, δίδεται ἐνταῦθα ὡς ἀμοιβὴ διὰ τοὺς ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθροὺς των. Πρὸς περισσότερον τονισμὸν τῆς ἀμοιβῆς ταύτης ὁ Κύριος φέρει ὡς παράδειγμα τὸν Πατέρα Του, ὁ ὁποῖος «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» ἤτοι ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Ἀλλὰ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τονίζοντες τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς τὸ «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν Αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Καὶ τὸ «συνίστησι τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν».

Θαυμάσια παραδείγματα ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν εἶναι αἱ προσευχαὶ μαρτύρων τῆς πίστεως ὑπὲρ τῶν διωκτῶν των. Ἕν ἐκ τῶν πολλῶν ἀναφέρει ὁ Σατωμβριάν εἰς τοὺς μάρτυράς του, τὸ ἑξῆς: Κατὰ τοὺς καιροὺς τῶν διωγμῶν εἰς Λακεδαίμονα συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ἀπίστου ἄρχοντος κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ ἐφυλακίσθησαν, ἵνα τὴν ἑπομένην ἡμέραν φονευθῶσιν. Οἱ φυλακισμένοι μάρτυρες πρὶν ἐκτελεσθῶσιν ἐπιθυμοῦσι νὰ κοινωνήσωσι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καὶ νὰ προσευχηθῶσιν ὑπὲρ τῶν διωκτῶν των. Ἁγία Τράπεζα ὅμως δὲν ὑπῆρχεν. Ἐξαπλώνεται κατὰ γῆς ὁ γέρων φυλακισμένος Ἐπίσκοπος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τελοῦσι τὴν λειτουργίαν οἱ παριστάμενοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι. Κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν ἐτελεῖτο ἡ κατανυκτικὴ ἐκείνη λειτουργία, πρὶν κοινωνήσουν, ὁ ἐν φυλακῇ κλῆρος καὶ λαὸς προσεύχονται ὑπὲρ τῶν ἀρχόντων καὶ διωκτῶν των. Κατόπιν ἐκοινώνησαν καὶ τὴν ἑπομένην ἐμαρτύρησαν. Πόσον συγκινητικὴ ἡ ἀγάπη αὕτη τῶν ἐχθρῶν!

Συμπεράσματα.

Ἰδοὺ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν, τὸ βάθος τῆς ἐντολῆς ταύτης, ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς της καὶ ἡ ὑψίστη ἀμοιβή της. Ἀγαπῶμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐχθρούς μας; Ἀλλοίμονον! Ὄχι μόνον τοὺς ἐχθρούς μας δὲν ἀγαπῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς φίλους μας, οὐδὲ τοὺς γονεῖς μας. Μία παρατήρησις, μία σοβαρὰ στάσις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς εὐηργέτησαν οὐδόλως εἶναι ἀνεκτή. Εἴμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χειρότεροι τῶν τελωνῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Κυρίου, «ἀγαπῶσι τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς καὶ ἀσπάζονται» χαιρετίζουν «τοὺς ἀσπαζομένους» τοὺς χαιρετίζοντας «αὐτούς». Ἀλλὰ τότε ἡ ἀγάπη αὕτη δὲν εἶναι χριστιανικὴ καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει. Ἂς ἀγαπήσωμεν λοιπὸν τοὺς ἐχθρούς μας, ἵνα γίνωμεν ὅμοιοι μὲ τὸν Θεόν μας. Γένοιτο!

Ἀρχιμ. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

 


Δικαίως κλώτσησαν!

-Ἡ γνώμη σας γιὰ τὴ σημερινὴ νεολαία; Ἀκολουθεῖ τὸν σωστὸ δρόμο; Ἔχει στόχους ἤ ἔχει ξεστρατίσει;

-Δὲν μ' ἀρέσει ἡ τοποθέτηση ποὺ κάνετε!

- Γιατί;

-Μοῦ φαίνεται λιγάκι παράξενη κατὰ τοῦτο: Γιατὶ εἶναι σὰν νὰ λέτε ὅτι τὸ κλῆμα στράβωσε μὲ τοὺς νέους τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Τὸ κλῆμα δὲν τὸ στράβωσαν οἱ νέοι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Ἔχει στραβώσει ἀπὸ λίγο παλαιότερες ἐποχές. Ἔτσι; Στράβωσε γιατὶ παρουσιάσθηκε μία ἀντίθεση μεταξὺ ἐσωτερικῶν πεποιθήσεων καὶ ἐξωτερικῆς πράξεως. Παλαιότερες γενεές, ἐνῶ ἔχασαν τὶς σωστὲς πεποιθήσεις, κράτησαν μία ὑποχρεωτικὴ ἐπιφάνεια σεμνότητας, ἡ ὁποία ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιβληθεῖ στοὺς νέους. Γιατὶ οἱ νέοι θέλουν γνησιότητα! Καὶ βλέποντας τοὺς μεγαλυτέρους νὰ μὴν ἔχουν γνησιότητα, κλώτσησαν. Δικαίως κλώτσησαν! Δικαίως!

Ἐμεῖς σὰν χριστιανοί, καὶ ἐγὼ σὰν παπὰς καὶ σὰν πνευματικὸς καὶ σὰν Δεσπότης δὲν κάνω τίποτα ἄλλο σ' ὅλη μου τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ νὰ λέω σὲ ὅλους: «ἀποκτῆστε γνησιότητα, ἐσωτερικὴ γνησιότητα, γιατὶ αὐτὴ μόνο θὰ σᾶς βοηθήσει νὰ ἀποκτήσετε ὅλα τ' ἄλλα. Ὄχι προσωπεῖο, ὄχι μάσκα». Οἱ νέοι ἔχουν πάντοτε κάτι τὸ βαθύτερο· ζητοῦν τὴ γνησιότητα καὶ εἶναι κρίμα ὅτι ἔχουν βρεθεῖ χωρὶς ὁδηγούς.

Γι' αὐτὸ καὶ ἄλλη φορά, ὅταν ἐρωτήθηκα, τὸ εἶπα (καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα), ὅτι ἀνάγκη ἐπιστροφῆς καὶ μετανοίας ἔχει ἡ μεγαλύτερη γενεά. Καὶ ὄχι οἱ νέοι! Γιὰ νὰ γίνουν μὲ τὴν ἐσωτερική τους ἐπιστροφὴ ὁδηγοὶ στοὺς νέους, ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀκολουθήσουν. Γιατὶ οἱ νέοι πάντοτε ψάχνουν νὰ βροῦν πρότυπα· τὸ ἀπαιτεῖ ἡ ψυχολογία τους, ἀλλὰ ἀτυχῶς ἡ ἐποχή μας εἶναι φτωχή.

Μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος

(ἀπόσπασμα συνέντευξης)


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Μνήμη Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».
Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.
Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.
Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πὼς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά:
- Nous excitons la curiosité du public.
Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, - Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι... μοῦ εἶπε - ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια - στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του.
Μήπως δὲν ἦταν, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ πραγματικὴ θυσία ποὺ εἶχε κάνει στὴ φιλία μου; Μιὰ θυσία τῆς ἁγιότητάς του στὴν εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων.
Καὶ συλλογίζομαι τώρα τὶς ἑκατοντάδες τῶν Γάλλων προσκυνητῶν τῆς ἑταιρείας Μπυντέ, καὶ τῶν δικῶν μας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ Συνδέσμου», ποὺ πέρασαν τὸ κατώφλι τοῦ ταπεινοῦ του ἐρημητηρίου, ὅπου πλανᾶται τώρα ἡ σκιά του στὰ γνώριμα καὶ ἀγαπητά της κατατόπια τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐργασίας του. Συλλογίζομαι τὴν παράταξη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, ποὺ παρουσίασαν ὅπλα μπροστὰ στὸ μνημεῖο του. Συλλογίζομαι τὶς στολές, τὰ ξίφη, τὶς χρυσὲς ἐπωμίδες ποὺ ἔλαμπαν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ νησιοῦ του, γιὰ τὴ δόξα του. Συλλογίζομαι τοὺς λόγους τῶν ἐπισήμων, τοὺς ἐθνικοὺς ὕμνους, τὰ στεφάνια τῆς δάφνης, τὶς πανηγυρικὲς κωδωνοκρουσίες, ποὺ ἔπλεξαν μὲ ἤχους καὶ χρώματα τὸ ἐγκώμιό του.
Συλλογίζομαι ὅλο αὐτὸ τὸ δοξαστικὸ πανηγύρι, καὶ ἡ σκέψη μου πετάει στὸ «Κοινὸν» τοῦ ἐρημικοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς - ἕνα γκαρσόνι, ἕνας γεροντάκος, δυὸ λουστράκια - ποὺ ἀνησυχοῦσε, τὴ μακρυνὴ ἐκείνη μέρα ὁ μακαρίτης μήπως «ἐρεθίσῃ τὴν περιέργειά των». Τί ἀνησυχία θὰ εἶχε νοιώσει τώρα, στὰ βάθη τοῦ ταπεινοῦ τάφου ὅπου «ἀναπαύεται ἐν Χριστῷ» ὁ χριστιανὸς ποιητὴς τῶν ταπεινῶν, ἀπὸ τὸ δοξαστικὸ αὐτὸ θόρυβο; Καὶ πόσο θὰ βιαζότανε πάλι νὰ τελειώσῃ; Ἂν σάλεψαν, ἀπὸ μυστικὲς αὖρες, αὐτὴ τὴ στιγμή, τὰ κυπαρίσσια τοῦ τάφου του, ἕνας στεναγμὸς θὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ θρόϊσμά τους. Ἕνας ἦχος, ποὺ θὰ ξαναψιθύριζε τὰ παλιά του ἐκεῖνα ἀνήσυχα καὶ τόσο συμπαθητικὰ λόγια, σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ τὴν ἐννοοῦσαν τώρα, γιατὶ ἦταν δική τους, οἱ εὐλαβητικοὶ προσκυνητές του τῆς γαλλικῆς γῆς:
- Nous excitons la curiosité du public.
Παῦλος Νιρβάνας

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

 


Θεέ μου, κάνε με

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχομε κάθε μέρα γύρω μας καὶ τὰ νομίζομε τίποτα, ἕνα ζεστὸ κρεβάτι, ἕνα καθαρὸ φαγητό, νερὸ νὰ πλυθοῦμε, ροῦχα νὰ φορέσουμε, φιλικὴ συντροφιά, τοὺς δικούς μας - Θεέ μου, κάνε μὲ νὰ καταλαβαίνω καθημερινὰ τὴν ἀξία τους, νὰ καταλαβαίνω τὸ πόσο εὔκολα μποροῦν ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν ἄφαντα μέσα σὲ μιὰ μέρα ἀπὸ μπροστά μου καὶ νὰ μεταμορφωθῶ σὲ ἕνα βρωμερό, πειναλέο, κουρελιασμένο ἀνθρώπινο πλάσμα, ποὺ ἄλλα ἀνθρώπινα (αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπίστευτο) πλάσματα τὸ σπρώχνουν μὲ τὸν ὑποκόπανο ἢ μὲ κλοτσιὲς μέσα σὲ μπουντρούμια ἢ συρματοπλεγμένα στρατόπεδα, μὲ μιὰ ψωριασμένη κουβέρτα, ὡς ὅτου ἀρρωστήσει, σακατευτεῖ, ξεψυχήσει, παλαβώσει ἢ ἀποσκελετωθεῖ τῆς πείνας...

Θεέ μου, κάνε μὲ νὰ καταλαβαίνω καθημερινὰ καὶ νὰ τιμάω αὐτὰ τὰ λίγα, ἢ πολλά, ποὺ τὰ ἔχω σήμερα, ἕνα καθαρὸ κρεβάτι, μιὰ γωνιὰ ζεστή, τὸ ψωμί, τὸ κρασί, τὸ τραπέζι ἐτοῦτο μὲ τὸ χαρτὶ καὶ τὸ μολύβι... Θεέ μου, κάνε με.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026



Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο
Ἕνα παλάτι ἀδιάβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμένο
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.
Κώστας Κρυστάλλης

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026



Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν ἡ ἀληθὴς ὑγιεία
Δὲν εἶναι κατὰ φύσιν ζῆν μόνον τὸ νὰ χορτοφαγῇ τις (ὅπως δὲν εἶναι τὸ νὰ κάμνῃ «ἀερόλουτρα» καὶ «ἡλιόλουτρα» καὶ νὰ καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν τὸν γάμον)· ἀλλ᾿ εἶναι κατὰ φύσιν ζῆν καὶ νὰ σαρκοφαγῇ καὶ ὠμοφαγῇ, καὶ τὸ νὰ διαρπάζῃ καὶ καταδυναστεύῃ, δυνάμει τῆς σωματικῆς ρώμης καὶ πρὸς κορεσμὸν τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων, καὶ τὸ ν᾿ ἀπάγῃ καὶ βιάζῃ τὴν ἑκάστοτε ἀρέσκουσαν αὑτῷ γυναῖκα, καὶ νὰ γίνεται «πόσις», ἤτοι αὐθέντης καὶ νὰ ποιῇ αὐτὴν «δάμαρτα» αὐτοῦ, ἤτοι δαμασμένην καὶ ὑποτεταγμένην δούλην. Ὡσαύτως κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι καὶ τὸ νὰ ὑπείκῃ τις καὶ νὰ θητεύῃ καὶ δουλεύῃ, δι᾿ ἔλλειψιν σωματικῆς ρώμης ἀρκούσης πρὸς κορεσμὸν ὅλων τῶν ὀρέξεων. Ἀλλὰ κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι καὶ τὸ νὰ φονεύῃ τις μὲ γυμνὴν χεῖρα, ἢ διὰ ξύλων καὶ λίθων, πᾶν τὸ ἀντιπῖπτον, ζῷον ἢ ἄνθρωπον. Ἑνὶ λόγῳ κατὰ φύσιν ζῆν εἶναι ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ἀγρίαν κατάστασιν.
Ἀλλὰ κατὰ τὸ πρέπον ζῆν εἶναι τὸ ζῆν, ὄχι μόνον κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὸν θεῖον νόμον, δι᾿ οὗ εὐλογεῖται μὲν ἡ φύσις, κυροῦται δὲ ὁ ὀρθὸς λόγος. «Καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ὑμῖν. Καὶ ἀφελῶ ὑμῶν τὰς καρδίας τὰς λιθίνας καὶ δώσω ὑμῖν καρδίας σαρκίνας! Καὶ τὸν νόμον Μου ἐγγράψω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν».
Λοιπόν, ὁ ὀρθὸς λόγος διδάσκει, μετὰ τῆς φυσιολογίας, ὅτι εἷς κριὸς ἢ τράγος ἀρκεῖ νὰ γονιμοποιήσῃ δεκάδας ἀμνάδων ἢ αἰγῶν. Ἄρα τὰ ἄρρενα πλεονάζουσιν, εἰς τὰ θρέμματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ θύωνται. Δὲν ὑπάρχει καμμία σκληρότης εἰς τοῦτο, ὁποίαν φαντάζονται, ἐκ νοσηροῦ ἢ ὑποκριτικοῦ αἰσθήματος, οἱ ἔκφυλοι τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, οἱ λατρεύοντες τὸ κυνάριόν των, καὶ περιφρονοῦντες ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα. Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες,  ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγὴ πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα.
Πάλιν, ὁ ὀρθὸς λόγος διδάσκει, μετὰ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅτι, ἐὰν ἐχορτοφάγει ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, ὅπως χορτοφαγοῦσι τὰ θρέμματα αὐτά, καὶ ἔμενον ταῦτα αὐξανόμενα ἐπὶ χρόνους καὶ χρόνους, χωρὶς νὰ θύωνται, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐξέλειπε πᾶσα βλάστησις καὶ φυτεία καὶ πᾶς καρπός, καὶ δὲν θὰ ἔμενε πλέον χόρτον, ὅσον θὰ ἤρκει διὰ νὰ φάγωσιν ὅλοι οἱ ἀνισόρροποι καὶ οἱ ξενομανεῖς καὶ οἱ ἔκφυλοι, καὶ οἱ ἀγυρτεύοντες καὶ ἀερολουόμενοι καὶ ἀερολογοῦντες, ἄτομα ἢ σύλλογοι, καὶ εἶτα ὁ λοιπὸς ἀνεύθυνος κόσμος· καὶ τότε ὡς εἰκὸς αἱ μυριοπληθεῖς ἐκεῖναι ἀγέλαι τῶν προβάτων καὶ ἐρίφων θὰ ἐμαίνοντο ἐκ πείνης καὶ ὀργασμοῦ, καὶ θὰ ἐλύσσων, καὶ θὰ ἔτρωγον πρῶτον τὸν κ. Δρακούλην, εἶτα τὸν κ. Γ. Φιλάρετον, καὶ κατόπιν τὴν λοιπὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ τότε, εὐτύχημα θὰ ἦτον ἂν θὰ εὑρίσκοντο ἀρκετοὶ ἄνθρωποι, διὰ νὰ ἱδρύσωσι συλλόγους «πρὸς καταπολέμησιν τῆς χορτοφαγίας»!
Κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦσιν. Ὅλα τὰ παλαιά, τὰ ἀπὸ 15 αἰώνων λελυμένα δογματικῶς καὶ ἠθικῶς ζητήματα, εὑρίσκονται ἑκάστοτε ἄνθρωποι, νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας, διὰ νὰ τ᾿ ἀνακαινίζουν καὶ τ᾿ ἀνακατώνουν. Ἡ κρεοφαγία εἶναι φυσική, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι μετρία, αὐτὸ λέγει ἡ θρησκεία μας. Ὅσον ὀλιγώτερον κρέας φάγῃ τις εἰς τὴν ζωήν του, τόσον καλύτερα. Ἐκτὸς ἂν ἔχῃ εὐχήν, τουτέστιν ἔχῃ γίνει κοινοβιάτης ἢ ἀσκητὴς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ θέλει νὰ ἐγκρατεύεται ὅλην τὴν ζωήν του ἀπὸ κρέατα, ὅπως ἀπὸ οἶνον καὶ ἀπὸ γυναῖκα. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ πράττῃ ἄνευ βδελυγμίας, ὅπως λέγει ὁ κανὼν τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλως ὑπόκειται εἰς τὸ ἀνάθεμα. «Εἴτις ἀπέχεται οἴνου καὶ κρεῶν καὶ γυναικός, μὴ δι᾿ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ διὰ βδελυγμίαν, ἀνάθεμα ἔστω».
Αὐτὴν τὴν βδελυγμίαν εἰσάγουν τώρα οἱ νεωτερίζοντες, καὶ πρέπει νὰ προσέξουν, διότι θὰ λάβουν ἀφορμὴν νὰ μετανοήσουν. Τὰ Τετραδοπαράσκευα καὶ αἱ Τεσσαρακοσταὶ ἀρκοῦν διὰ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τοῦ κρέατος καὶ τῶν ἄλλων λιπαρῶν βρωμάτων, καὶ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ δι᾿ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Μὴ πλανᾶσθε.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

 


Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου

Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.

Καλῶς τα τὰ χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.

Καλῶς τα τὰ σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.

Κωστὴς Παλαμᾶς

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026


Λακωνικὸν
Ὁ καημὸς τοῦ θανάτου τόσο μὲ πυρπόλησε, ποὺ ἡ λάμψη μου ἐπέστρεψε στὸν ἥλιο.
Kεῖνος μὲ πέμπει τώρα μέσα στὴν τέλεια σύνταξη τῆς πέτρας καὶ τοῦ αἰθέρος
Λοιπόν, αὐτὸς ποὺ γύρευα, ε ἶ μ α ι.
Ὤ λινὸ καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο
Xειμώνα ἐλάχιστε
Ἡ ζωὴ καταβάλλει τὸν ὀβολὸ τοῦ φύλλου τῆς ἐλιᾶς
Kαὶ στὴ νύχτα μέσα τῶν ἀφρόνων μ᾽ ἕνα μικρὸ τριζόνι κατακυρώνει πάλι τὸ νόμιμο τοῦ Ἀνέλπιστου.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026



Ἡ Γένεσις
Ἀλλὰ πρὶν ἀκούσω ἀγέρα ἢ μουσικὴ
ποὺ κινοῦσα σὲ ξάγναντο νὰ βγῶ
(μίαν ἀπέραντη κόκκινη ἄμμο ἀνέβαινα
μὲ τὴ φτέρνα μου σβήνοντας τὴν Ἱστορία)
πάλευα τὰ σεντόνια
Ἦταν αὐτὸ ποὺ γύρευα
καὶ ἀθῶο καὶ ριγηλὸ σὰν ἀμπελώνας
καὶ βαθὺ καὶ ἀχάραγο σὰν ἡ ἄλλη ὄψη τ᾿ οὐρανοῦ
Κάτι λίγο ψυχῆς μέσα στὴν ἄργιλλο

Τότε εἶπε καὶ γεννήθηκεν ἡ θάλασσα
Καὶ εἶδα καὶ θαύμασα
Καὶ στὴ μέση της ἔσπειρε κόσμους μικροὺς
κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή μου:
Ἵπποι πέτρινοι μὲ τὴ χαίτη ὀρθὴ
καὶ γαλήνιοι ἀμφορεῖς
καὶ λοξὲς δελφινιῶν ράχες
ἡ Ἴος ἡ Σίκινος ἡ Σέριφος ἡ Μῆλος

«Κάθε λέξη κι ἀπὸ ᾿να χελιδόνι
γιὰ νὰ σοῦ φέρνει τὴν ἄνοιξη μέσα στὸ θέρος»
εἶπε

Καὶ πολλὰ τὰ λιόδεντρα
ποὺ νὰ κρησάρουν στὰ χέρια τους τὸ φῶς
κι ἐλαφρὸ ν᾿ ἁπλώνεται στὸν ὕπνο σου

καὶ πολλὰ τὰ τζιτζίκια
ποὺ νὰ μὴν τὰ νιώθεις
ὅπως δὲ νιώθεις τὸ σφυγμὸ στὸ χέρι σου

ἀλλὰ λίγο τὸ νερὸ
γιὰ νὰ τὸ ᾿χεις Θεὸ καὶ νὰ κατέχεις τί σημαίνει ὁ λόγος του

καὶ τὸ δέντρο μονάχο του χωρὶς κοπάδι
γιὰ νὰ τὸ κάνεις φίλο σου
καὶ νὰ γνωρίζεις τ᾿ ἀκριβό του τ᾿ ὄνομα

φτενὸ στὰ πόδια σου τὸ χῶμα
γιὰ νὰ μὴν ἔχεις ποῦ ν᾿ ἁπλώσεις ρίζα
καὶ νὰ τραβᾶς τοῦ βάθους ὁλοένα

καὶ πλατὺς ἐπάνου ὁ οὐρανὸς
γιὰ νὰ διαβάζεις μόνος σου τὴν ἀπεραντοσύνη

ΑΥΤΟΣ
ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ μέγας!
Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026



Ὁ τζίτζικας
Καλοκαίρι κι ἄνοιξη
ὅταν ἦσαν τὰ λουλούδια,
ὁ τρελλὸς ὁ τζίτζικας
τὴν περνοῦσε μὲ τραγούδια.
Τὰ λουλούδια πέρασαν,
ἦρθαν χιόνια, ἦρθαν πάγοι,
καὶ πεινᾶ ὁ τζίτζικας
καὶ δὲν ξέρει τὶ νὰ φάγει.
Ἔρχεται στὸ γείτονα,
τὸ προβλεπτικὸ μυρμήγκι,
καὶ ζητᾶ βοήθεια
κάνα σπόρο ἢ σκουλήκι.
Τὸ μερμήγκι ἀπόρησε
καὶ ρωτᾶ: -Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη,
δὲ μοῦ λὲς τὶ ἔκανες
ὅταν ἦταν καλοκαίρι.
-Τραγουδοῦσα, φίλε μου,
μὲς τὴ ζέστη ὅλη τὴν ὥρα.
-Τραγουδοῦσες; Μπράβο σου,
χοροπήδα, λοιπόν, τώρα.
Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

 


Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!

Μιὰ φορά, ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος* εἶπε σὲ κάποιο πνευματικό του παιδί:

– Νὰ κάθεσαι στὸ δωμάτιό σου γονατιστός, νὰ σηκώνεις τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ παρακαλᾶς. Θὰ σὲ βοηθάει ὁ Χριστός. Καὶ νὰ λὲς καὶ κανένα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τὸν δοῦλο σου Ἀμβρόσιο». Νὰ προσεύχεσαι δέκα καὶ μισή μὲ ἕντεκα τὸ βράδυ, γιατί αὐτήν τήν ὥρα θὰ προσεύχομαι κι ἐγώ γιὰ σένα, ἀλλά καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος.

Ὁ ἄνθρωπος χάρηκε, συμφώνησε καὶ ἔφυγε.

Ἄρχισε νὰ κάνει, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας. Κάποιο βράδυ, ὅμως, ποὺ εἶχε κέφια, ἔβαλε καὶ ἄκουγε στὸ κασετόφωνο δημοτικά τραγούδια.

Εἶχε δυνατά τήν ἔνταση, τὸ εὐχαριστιόταν καὶ τραγουδοῦσε καὶ ὁ ἴδιος.

Στὶς δέκα καὶ μισή, ὅμως, ἄκουσε τὸ τηλέφωνο ποὺ χτυποῦσε. Σταμάτησε τὴ μουσικὴ καὶ σήκωσε τὸ ἀκουστικό.

– Εὐλογεῖτε! ἄκουσε τὸν Γέροντα νὰ τοῦ λέει.

– Γέροντα, ἐσεῖς; ρώτησε ὁ ἄνδρας ἔκπληκτος.

– Βρὲ εὐλογημένε, δὲν σοῦ εἶπα νὰ προσεύχεσαι τέτοια ὥρα; Τί κάνεις ἐσύ; Μὲ τρέλαναν τὰ τραγούδια σου. Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!

*Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης, ὁ πνευματικὸς τῆς Μονῆς Δαδίου

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026


Ὁ ἀνταγωνισμός
Ὁ ἀνταγωνισμός θεωρεῖται ἡ προωθητική μηχανή τῆς οἰκονομίας καί ταυτόχρονα ὡς μιά δύναμη αὐτορρύθμισης τῶν ἀγορῶν. Κατά τόν νομπελίστα οἰκονομολόγο Μ. Φρίντμαν, ἀπό τίς βασικές λειτουργίες τοῦ Κράτους πρέπει νά εἶναι ἡ ἐπιβολή τῆς ἰσχύος τῶν ἰδιωτικῶν συμφωνιῶν καί ἡ ἐνθάρυνση τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἀγορῶν.
Σ’ αὐτόν τόν κόσμο ζοῦμε. Ἔτσι κινεῖται ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς. Αὐτά θεωρεῖ καλά καί ὠφέλιμα. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς πολιτεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά βιωθῆ ἔξω ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ὁ καθένας πού ἐνεργοποιεῖται στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὡς μέλος τῆς Μίας, Ἁγίας, Ἀποστολικῆς καί Καθολικῆς Ἐκκλησίας, συμπεριλαμβάνει στήν ζωή του, ἀρχίζοντας ἀπό τούς πιό κοντινούς του ἀνθρώπους, ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Παραθέτουμε τόν σχετικό λόγο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά ἀσκητικό ρεαλισμό.
Κατ’ ἀρχήν, μιλώντας σέ μοναχούς, ἐπισημαίνει: «Αὐτοί πού ἔρχονται ἀπό ἔξω δέν μποροῦν νά δοῦν τήν πραγματική πορεία τῆς Μονῆς μας». Ἡ ἐσωτερική ζωή, ἡ ζωή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα στούς ἀνθρώπους εἶναι ἀθέατη ἀπό τούς ἐξωτερικούς παρατηρητές. Καί συμπληρώνει: «Ἀκόμη καί ὅταν συγκεντρωνόμαστε μόνοι, πάλι δέν κατορθώνουμε τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος· ὄχι γιατί δέν ἔχουμε τήν ἐπιθυμία, ἀλλά γιατί ἔχουμε διαφορετική ἐμπειρία, καί ὁ καθένας κατανοεῖ τά πράγματα στά μέτρα τῆς ἐμπειρίας του».
ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, τῶν διαφορετικῶν μέτρων τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας, εἶναι ἀφετηρία τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγώνα τῆς συμπερίληψης τῶν ἄλλων στήν ζωή τοῦ καθενός. Γιά ὅσους ἦρθαν πρόσφατα στήν ἀδελφότητα λέει: «ἀναγνωρίζουμε στά πρόσωπά τους οἰκείους κατά τό πνεῦμα ἀνθρώπους. Βεβαιότατα, σκοπός μας εἶναι νά τούς συμπεριλάβουμε στή ζωή μας, ὥστε ἡ ἀδελφότητά μας νά γίνει κατά κάποιον τρόπο ὡς ἕνας ἄνθρωπος».
Καί συμπληρώνει: «Ὅταν ἀφομοιώνουμε τή σκέψη αὐτή, τότε σχεδόν ἐξαλείφονται πολλές καί διάφορες παραξηγήσεις. Τότε ἐξαφανίζεται κάθε “ἀνταγωνισμός”. Καί κάθε καλό ἔργο, κάθε καλός λόγος, οἰκοδομεῖ τή Μονή μας καί τήν στερεώνει. Ἀντίθετα ὅμως, κάθε λόγος πού ἀποτελεῖ ἐκδήλωση ἀδυναμίας μας, τῶν παθῶν μας, καί ὄχι τοῦ θείου θελήματος καταστρέφει τήν Μονή».
Ὁ ἀνταγωνισμός πού κινεῖται ἀπό τήν πλεονεξία δέν μπορεῖ νά οἰκοδομήση τήν ἑνότητα τῆς κοινωνίας, ἀντίθετα τήν καταστρέφει.
Πῶς ὅμως ὑπερβαίνεται ὁ ἀνταγωνισμός καί ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑνότητα εἴτε στό μοναστήρι εἴτε στόν κόσμο;
Πρῶτον, ὅταν καταλάβουμε, σύμφωνα μέ σχετική διδασκαλία τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὅτι τά διάφορα διακονήματα πού ἀνατίθενται, τόσο στό κόσμο ὅσο καί στό μοναστήρι, ἀπό τά πλέον ὑπεύθυνα μέχρι τά πιό ἁπλά, δέν ἔχουν καμμιά σημασία γιά τήν ψυχή. Τίποτε, δηλαδή, ἀπό αὐτά πού ἀποτελοῦν τό ὑλικό τοῦ ἀνταγωνισμοῦ δέν ἔχει σημασία γιά τήν πραγματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου.
Καί δεύτερον, ὅταν ὁ καθένας ἐκπληρώνη τήν ἐργασία του σύμφωνα μέ τά χαρίσματά του καί τήν ἀντοχή του. Ὅταν δηλαδή οὔτε ἀδρανεῖ, ἀλλά οὔτε δίνεται σέ πάνω ἀπό τήν ἀντοχή του ἔργα, ὑπερεκτιμώντας τίς δυνατότητές του. «Τότε», λέει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «ἐξαφανίζεται ἡ αἰτία γιά ὁποιοδήποτε εἶδος ἀνταγωνισμοῦ ἤ ζήλιας ἤ κάτι παρόμοιο».
Αὐτά μᾶς διδάσκει ἡ σύνεση τῶν μετόχων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

π. Θωμᾶς Βαμβίνης

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

 


Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου;

Πρὶν λίγο καιρό, ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος π. Μ. μοῦ ἀποκάλυψε ἕνα περιστατικὸ ποὺ μὲ προβλημάτισε πολύ, ἴσως καὶ λόγω τῆς ἐποχῆς ποὺ διερχόμαστε, καὶ τὸ ὁποῖο παραθέτω αὐτούσιο.

«Μιὰ φορά, μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Μ., καθὼς λειτουργοῦσα, ἦρθε μέσα μου ἔντονη ἡ ἐπιθυμία νὰ προσφέρω εἰς μνήμην τῶν γονέων μου καὶ γιὰ τὴν ψυχή τους ἕνα καλὸ ἁγιοπότηρο στὸ μοναστήρι μου. Πρὶν κάνω ὅμως ὁποιαδήποτε ἐνέργεια, σκέφτηκα νὰ περάσω ἀπὸ τὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο μὲ συνέδεε πνευματικὴ φιλία πολλῶν ἐτῶν. Πράγματι τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα τὸν λογισμό μου.

Μόλις μὲ ἄκουσε ὁ Γέροντας μὲ ρώτησε:

-Τὸ μοναστήρι σας ἔχει ἄλλα ἁγιοπότηρα;

-Ναί, τοῦ ἀπάντησα. Ἔχει πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ μάλιστα.

Στὴν συνέχεια ὁ Γέροντας, ποὺ γνώριζε τὴν οἰκογένειά μου, μὲ ρωτᾶ:

-Τὰ ἀδέλφια σου ἐργάζονται;

Ὅταν τοῦ ἀπάντησα πὼς πότε ἔχουν κάνα μεροκάματο καὶ πότε ὄχι, ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ ἔμφαση μοῦ λέει:

-Παπά, θὰ ἔχουν δίκιο τὰ ἀδέλφια σου νὰ ἀλλαξοπιστήσουν! Βρὲ εὐλογημένε. Δῶσε καλλίτερα τὰ χρήματα στὴ φαμελιά τους καὶ μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸ μοναστήρι. Φτάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχει.

Ἔτσι, παπά, συνέχισε ὁ γερο-Παΐσιος, ἔγινε καὶ στὴ Ρωσία. Ὁ κόσμος πεινοῦσε καὶ αὐτοὶ φτιάχναν χρυσοὺς τρούλους.

Τὸ πόσο εὐαρεστήθηκε ὁ Θεὸς ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐπέτρεψε κατόπιν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ βόλια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια τους…

Μάλιστα ὁ Γέροντας, ἔχοντας μάθει γιὰ κάποιον ἡγούμενο ποὺ ἔλεγε, φέρτε κανδῆλες γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας, κανδῆλες γιὰ τῶν Βαΐων, κανδῆλες γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ πὼς τάχα μὲ ὅλα αὐτὰ εὐαρεστεῖται ἡ Παναγία, ἔλεγε:

-Ἄλλα παιδιὰ δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ νὰ φᾶνε, δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ φάρμακα, ἄλλοι εἶναι φυλακισμένοι γιὰ ναρκωτικά, καὶ ἐμεῖς λέμε ὅτι τὰ θέλει αὐτὰ ἡ Παναγία… Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου; εἶπε, κλείνοντας τὴν συνομιλία μας, καὶ συμπλήρωσε:

-Τίποτε ἄλλο δὲν θέλει, παπά, ὁ Θεός, παρὰ μόνο τὴ μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία μας.

π. Νεκτάριος Σαββίδης

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

 


Ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα

Ὁ Ἀράπης, ὁ χαριτωμένος ἡμίονος, ἦταν ὁ προσωπικὸς μεταφορέας τοῦ ἀείμνηστου Γέροντα στὶς δύσκολες διαδρομὲς ἀπὸ τὴ Μικρὴ Ἅγια Ἄννα στὶς Σκῆτες καὶ τὰ Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἤθελε ὅμως ἀπαραίτητα πρὶν τὶς μεταφορὲς καὶ τὶς ἄλλες δουλειὲς ποὺ ἔκανε ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη καὶ τὸ εἶχε.

Τὸ Ἀραπάκι εἶχε μία οἰκειότητα μὲ τὸν Γέροντα ποὺ ξάφνιαζε. Χαρακτηριστικὸ εἶναι πὼς πολλὲς φορὲς μετέφερε μόνο του ἐπισκέπτες σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Σκήτης, ἀφοῦ πρῶτα ὁ Γέροντας τοῦ ψιθύριζε στὸ αὐτὶ τὸν προορισμό, π.χ.: "Θὰ πᾶς τὸν π. Τιμόθεο στοὺς Δανιηλαίους καὶ θὰ περιμένεις νὰ τὸν γυρίσεις πίσω ἐδῶ". Ἕνα χλιμίντρισμα καὶ ἡ ἐντολὴ γινόταν ἀμέσως πράξη.

Τὸ ζωάκι σὲ πήγαινε ἐκεῖ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, περίμενε ὑπομονετικὰ νὰ τελειώσεις τὴ δουλειά σου καὶ σὲ γύριζε πίσω, πολλὲς φορὲς ἀλλάζοντας καὶ τὴ διαδρομὴ γιὰ νὰ θαυμάσεις τὸ τοπίο. Ἐπιστρέφοντας ἤθελε τὸ ἀπαραίτητο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα, ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ ἔπαιρνε καὶ ἀπὸ τὸν ἀναβάτη καὶ ἕνα μεγάλο τραγανὸ παξιμάδι γιὰ τὰ "μεταφορικά".

Τόσο ἁπλὴ καὶ ὡραία ἔφτιαξε ὁ Δημιουργὸς τὴ ζωή μας, ἐμεῖς κάπου τὰ ἀλλάξαμε ὅλα καὶ πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, κατὰ τὸν ποιητή.

π. Τιμόθεος Ἠλιάκης

Κυριακή 31 Μαΐου 2026



Κάνε τους λίγο κουρκούτι
Πῆγαν κάποιοι στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο καὶ τοῦ εἶπαν:
«Πές μας κάποιο λόγο πῶς νὰ σωθοῦμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς λέει: «Ἀκούσατε τί λέει ἡ Γραφή; Σᾶς ἀρκεῖ αὐτή».
Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶπαν: «Θέλουμε καὶ ἀπὸ σένα, πάτερ, νὰ ἀκούσουμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε: «Τὸ Εὐαγγέλιο λέει: Ἂν κάποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ μάγουλο, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο».
«Δεν μποροῦμε -τοῦ λένε- νὰ τὸ κάνουμε αὐτό».
«Ἐὰν δὲν μπορεῖτε νὰ στρέψετε καὶ τὸ ἄλλο -λέει ὁ Γέροντας-ὑπομείνετε τουλάχιστον τὸ ράπισμα στὸ ἕνα».
«Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε», τοῦ ἀπαντοῦν.
Ξαναμιλάει ὁ Γέροντας:
«Ἐὰν οὔτε αὐτὸ μπορεῖτε, μὴν ἀνταποδίδετε τὰ ἴσα».
Λένε πάλι: «Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε».
Τότε ὁ Γέροντας γυρνάει καὶ λέει στὸν μαθητή του:
«Κάνε τους λίγο κουρκούτι, γιατὶ εἶναι ἄρρωστοι. Ἐὰν τὸ ἕνα δὲν μπορεῖτε καὶ τὸ ἄλλο δὲν θέλετε, τί νὰ σᾶς κάνω;»

Σάββατο 30 Μαΐου 2026


Ἄς μὴν φοβόμαστε
Σὲ καιροὺς διωγμῶν οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ συνάζονται γύρω ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς... Ἡ Θεία Λειτουργία καὶ τὰ Τίμια Δῶρα θὰ δίνουν στοὺς χριστιανοὺς τὴν δύναμη γιὰ νὰ ὑπομείνουν τὴν πείνα καὶ θὰ τοὺς διαφυλάσσουν ἀπὸ κάθε κακό, κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη καὶ τὴν προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ἐπίσης, εἶναι ἀνάγκη νὰ λένε τὴν Εὐχὴ στὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ προσεύχονται στὴν Παναγία, λέγοντας: Ὑπεραγία Θεοτόκε,σῶσον ἡμᾶς! ἢ Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ... Οἱ σύντομες αὐτὲς προσευχὲς μᾶς ἕνωσαν μέσα στὴν φυλακὴ καὶ ἔτσι μπορέσαμε νὰ ἀντέξουμε τὸν διωγμὸ τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος,χωρὶς νὰ ὑποταχθοῦμε στὸ κόκκινο θηρίο.
Ὅμως αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς χλιαροὺς χριστιανούς, διότι οἱ ἔνθερμοι εἶναι πάντοτε ἕτοιμοι -δὲν περιμένουν τὸν καιρὸ τοῦ διωγμοῦ ἢ τοῦ πολέμου γιὰ νὰ ἐπιμεληθοῦν τὰ τῆς ψυχῆς τους! Γιὰ τὸν ἀληθινὸ χριστιανὸ δὲν ἔχει σημασία πότε θὰ ἔλθει ἕνας πόλεμος ἢ ἕνας διωγμός. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι πάντα ἕτοιμος, προετοιμασμένος μὲ ἀναμμένη τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς του, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Οὐράνιο Νυμφίο. Ὁ γνήσιος χριστιανὸς δὲν ζεῖ μὲ φόβο καὶ ἀγωνία γιὰ τὸ πότε θὰ ξεσπάσει ἕνας πόλεμος ἢ πότε θὰ πέσει μία βόμβα στὸ κεφάλι του. Ἀναζητεῖ τρόπους νὰ θυσιάζεται περισσότερο γιὰ τὸν πλησίον του καὶ γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς ἀναζητεῖ μέσα του τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ δὲν φοβᾶται τίποτε στὴν ἐφήμερη τούτη ζωή. Γι αὐτὸν ἡ λύπη εἶναι χαρὰ καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι Ἀνάσταση.
Οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ ζωὴ μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ἂς μὴν φοβόμαστε ὅταν ἀκοῦμε γιὰ πολέμους καὶ ἄλλα φοβερὰ γεγονότα, διότι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ συμβοῦν, ὅπως εἶπε ὁ Σωτήρας μας. Φόβο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ψυχές μας δὲν εἶναι ἕτοιμες νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό.
Γέροντας Ἰουστῖνος Πίρβου

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

 


Λόγος περὶ ἀγάπης

Ὁ Κύριος καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παρέδωσε τελείαν διδασκαλίαν περί τῆς σωτηρίας μας. Καί αὐτά τά ὁποῖα μᾶς ἐδίδαξε, ὁ Ἴδιος πρῶτα τά ἐφήρμοσε. Εἶναι «ὁ ποιήσας καί διδάξας». Μᾶς ἔφερε ὡς παράδειγμα ἀληθινῆς ἀγάπης τόν Καλό Σαμαρείτη. Ἀλλά ὁ κατ’ ἐξοχήν Καλός Σαμαρείτης ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε τήν βασανισμένη ἀνθρωπίνη φύσι ἀπό τούς ληστάς, τούς δαίμονας δηλαδή, τά πάθη, τήν κακία τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀνέστησε καί τήν ἐζωοποίησε διά τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὅλοι γνωρίζουμε τώρα ὅτι ἡ τελεία χριστιανική ἀγάπη εἶναι καθολική, εἶναι ἀγάπη πρός ὅλους, καί πρός τούς ἐχθρούς μας ἀκόμη. Αὐτό τό γνωρίζουμε ὅλοι, ἀλλά δυσκολευόμαστε νά τό βιώσουμε. Ἀκόμη καί μεταξύ μας, στά στενά περιβάλλοντά μας, στίς οἰκογένειές μας, στίς ἐργασίες μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού τούς ἀντιπαθοῦμε. Καμμιά φορά καί χωρίς νά μᾶς ἔχουν κάνει κάτι ἤ μᾶς ἔκαναν κάτι μικρό ἤ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἔκαναν κάτι καί ἐμεῖς κρατᾶμε μία ψυχρότητα ἀπέναντί τους καί πολλές φορές μία ἐπιθετικότητα. Ὅμως ποῦ εἶναι ἡ χριστιανική ἀγάπη σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις; Πρέπει νά κάνουμε μεγάλο ἀγῶνα, γιά νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις, οἱ ὁποῖες φυγαδεύουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί δέν μᾶς βοηθοῦν νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτή ἡ τελεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά κατορθωθῇ μόνον μέ τίς δικές μας δυνάμεις, γιατί ὅλοι μας, λίγο ἤ πολύ, εἴμαστε ἄρρωστοι, πνευματικά ἄρρωστοι, καί ἡ θέλησίς μας ἀκόμη εἶναι ἀσθενής καί ὁ νοῦς μας εἶναι σκοτισμένος. Χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό μεταξύ τῶν κρειττόνων ἀρετῶν, τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, ὅπως θά θυμᾶστε, συγκαταλέγει καί τήν ἀγάπη. «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».

Ἄρα λοιπόν ἐμεῖς θά προσπαθοῦμε, θά ἀγωνιζόμαστε, γιά νά ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά ζητοῦμε καί τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς καθαρίσῃ ἀπό τά πάθη καί τήν ἔλλειψι ἀγάπης καί νά μᾶς δώσῃ τό δῶρον τῆς ἀγάπης. Καί τότε, ὅταν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀνταποκρινόμενο στήν δική μας ἀναζήτησι, στήν δική μας προσευχή, στόν δικό μας πόθο καί στόν δικό μας ἀγῶνα, μᾶς δώσῃ τήν χάρι τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, τότε θά εἴμεθα καί ἐμεῖς σωστοί καί καλοί μαθηταί τοῦ διδασκάλου τῆς ἀγάπης, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Θυμοῦμαι μία ἱστορία γιά κάποιο παιδάκι Ὀρθόδοξο Ἑλληνόπουλο, πού ζοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ἔπαιζε μέ τά ἄλλα παιδάκια, τά Μουσουλμανάκια, καί τόν κτυποῦσαν, αὐτός δέν κτυποῦσε, δέν ἀνταπέδιδε. Τόν ἐρώτησαν λοιπόν μία φορά τά παιδιά τά ἄλλα, οἱ μουσουλμάνοι, οἱ φίλοι του: “δέν μᾶς λές, ἐμεῖς ὅταν μᾶς χτυπᾶνε, χτυπᾶμε. Ἐσύ, βλέπουμε, ὅταν σέ χτυπᾶνε, δέν χτυπᾶς, δέν ἀνταποδίδεις”. Καί αὐτό τό εὐλογημένο καί φωτισμένο παιδί εἶπε: “Ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά μή ἀνταποδίδουμε. Καί γι’ αὐτό ἐγώ δέν ἀνταποδίδω”. Τό ἄκουσε αὐτό ἕνα ἄλλο παιδί, μουσουλμανάκι, καί συγκινήθηκε πολύ καί καθώς μεγάλωνε ἐγνώρισε τόν Χριστό καί ἔγινε Χριστιανός, βαπτίσθηκε καί ἔγινε Χριστιανός.

Ἔτσι πρέπει νά εἶναι οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ. Νά μιμούμεθα τόν Χριστόν εἰς ὅλα καί εἰς τήν ἀγάπην. Καί νά καλλιεργοῦμε πάντοτε αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί κυρίως πρός ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μᾶς ἔρχονται μέσα μας ψυχρότητες καί ἀρνητικά συναισθήματα. Δέν χρειάζεται νά τρέχουμε νά βροῦμε ἐχθρούς γιά νά τούς ἀγαπήσουμε, διότι πολλές φορές δέν μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε τούς ἀνθρώπους πού ζοῦμε μαζί τους, καί εἶναι μέσα στά σπίτια μας, μέσα στούς συγγενεῖς μας, καμμιά φορά καί μέσα στήν ἀδελφότητά μας.

Γι’ αὐτό λοιπόν, πατέρες καί ἀδελφοί Χριστιανοί, ἄς ἀρχίσουμε ὅλοι ἕνα εἰλικρινῆ ἀγῶνα, νά μπορέσουμε νά δεχόμαστε τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός, ὡς ἀδελφό μας, καί νά τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως πρέπει νά ἀγαπᾶμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Διότι ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Καί ὅ,τι κάνουμε σέ κάθε ἄνθρωπο, τό κάνουμε διά τόν Χριστόν. Μακάρι λοιπόν νά ἐνισχυθοῦμε ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά προχωρήσουμε σ’ αὐτό τό θέμα, πού εἶναι τό Α καί τό Ω τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καί ὅπως εἶπα, χωρίς τήν ἀγάπη δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.

Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης