Κυριακή 31 Αυγούστου 2025
Σάββατο 30 Αυγούστου 2025
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025
Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025
Τρίτη 26 Αυγούστου 2025
Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025
νὰ πάω νὰ ζήσω στὸ μαντρί, στὴν ἐρημιά, στὰ δάσα,
νἄχω κοπάδι πρόβατα, νἄχω κοπάδι γίδια,
κ᾿ ἕνα σωρὸ μαντρόσκυλα, νἄχω καὶ βοσκοτόπια,
τὸ καλοκαίρι στὰ βουνά, καὶ τὸν χειμῶ στοὺς κάμπους.
Νἄχω ἀπὸ πάλιουραν βορὸ καὶ στρούγγα ἀπὸ ροδάμι,
νἄχω καὶ σὲ ψηλὴν κορφὴ καλύβα ἀπὸ ρουπάκια,
νἄχω μὲ τὰ βοσκόπουλα σὲ κάθε σκάρον γλέντι,
νἄχω φλογέρα νὰ λαλῶ, ν᾿ ἀντιλαλοῦν οἱ κάμποι,
νἄχω καὶ κόρη ὄμορφη, στεφανωτήν μου νἄχω,
νὰ μοῦ βοηθάει στὸ σάλαγο, νὰ μοῦ βοηθάει στὰ γρέκια,
κι ὄντας θὰ τὰ σταλίζουμε τὰ δειλινὰ στοὺς ἴσκιους,
στῆς ρεματιᾶς τὴ χλωρασιὰ μαζί της νὰ πλαγιάζω,
νὰ μὲ κοιμίζει μὲ φιλιὰ στοὺς δροσερούς της κόρφους.
Κυριακή 24 Αυγούστου 2025
Σάββατο 23 Αυγούστου 2025
Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025
Στὸν ἴσκιο τῆς γιαγιᾶς ἐλιᾶς
Στὸν ρόχθο τῆς ἰσόβιας θάλασσας...
Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ λιθοβόλησαν δὲν ζοῦνε πιά
Μὲ τὶς πέτρες τους ἔχτισα μιὰ κρήνη
Στὸ κατῶφλι της ἔρχονται χλωρά κορίτσια
Τὰ χείλια τους κατάγονται ἀπὸ τὴν αὐγή
Τὰ μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στὸ μέλλον.
Ἔρχονται χελιδόνια τὰ μωρὰ τοῦ ἀνέμου
Πίνουν πετοῦν νὰ πάῃ μπροστὰ ἡ ζωή
Τὸ φόβητρο τοῦ ὀνείρου γίνεται ὄνειρο
Ἡ ὀδύνη στρίβει τὸ καλό ἀκρωτῆρι –
Καμμιὰ φωνὴ δέν πάει χαμένη στοὺς κόρφους τ' οὐρανοῦ!
Ὢ ἀμάραντο πέλαγο τί ψιθυρίζεις πές μου
Ἀπὸ νωρίς εἶμαι στὸ πρωινό σου στόμα
Στὴν κορυφήν ὅπου προβάλλ' ἡ ἀγάπη σου
Βλέπω τὴ θέληση τῆς νύχτας νὰ ξεχύνῃ τ' ἄστρα
Τὴ θέληση τῆς μέρας νὰ κορφολογάῃ τὴ γῆ.
Σπέρνω στοὺς κάμπους τῆς ζωῆς χίλια μπλαβάκια
Χίλια παιδιά μέσα στὸ τίμιο ἀγέρι
Ὡραῖα γερά παιδιὰ ποὺ ἀχνίζουν καλωσύνη
Καὶ ξέρουν ν' ἀτενίζουν τοὺς βαθειοὺς ὁρίζοντες
Ὅταν ἡ μουσική ἀνεβάζῃ τὰ νησιά.
Χάραξα τ' ὄνομα τὸ ἀγαπημένο
Στὸν ἴσκιο τῆς γιαγιᾶς ἐλιᾶς
Στὸν ρόχθο τῆς ἰσόβιας θάλασσας...
Κυριακή 17 Αυγούστου 2025
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου».
«Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μου ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι᾿ οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι᾿ ὅμως σὰν εἴμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι᾿ ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος».
«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ - σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι᾿ οἱ πλαγιές σου».
«Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχονται ὡς τοὺς ὤμους
κι᾿ ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους».
«Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι᾿ αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι᾿ οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν».
«Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεται στὸ χῶμα».
«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους».
«Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι᾿ ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πῶς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα».
Σάββατο 16 Αυγούστου 2025
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.
Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025
Μήτηρ Θεοῦ
Εἶναι καὶ λέγεται ἡ ἁγιωτάτη Παρθένος Μήτηρ
κατὰ δυὸ τρόπους. Πρῶτον Μήτηρ Θεοῦ, καὶ δεύτερον Μήτηρ πάντων τῶν χριστιανῶν.
Καὶ τοῦ Θεοῦ μὲν εἶναι Μήτηρ φυσική, τῶν δὲ Χριστιανῶν εἶναι Μήτηρ θετή. Εἶναι
Μήτηρ Θεοῦ φυσική, ἀληθῶς Θεοτόκος, διότι ἀληθῶς ἐγέννησε αὐτὸν τὸν Υἱὸν τοῦ
Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀδιάφθορον αὐτῆς μήτραν, ὅπου ὁ θεῖος Λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκαν
καὶ ἥνωσεν εἰς ἀδιαίρετον ὑπόστασιν τὴν θείαν του μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ὑπὲρ
φύσιν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν εἶναι Μήτηρ θετὴ πάντων τῶν Χριστιανῶν, διότι ἂν ἐμεῖς
διὰ τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας, εἴμεθα ἀδελφοὶ θετοὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον
ἐγέννησε ἡ Παρθένος, καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς καθὼς λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, εἶναι ἀνάμεσά
μας ὡς πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς, ἕπεται ὅτι ἐμεῖς εἴμεθα υἱοὶ θετοὶ τῆς
Θεομήτορος.
Τώρα ὡς Μήτηρ Θεοῦ, διὰ τὸ μητρικὸ ἀξίωμα
πρέπει νὰ ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸ τόση χάρη, ὅση πρέπει νὰ ἔχει ἡ Μήτηρ ἀπὸ τὸν Υἱόν,
καὶ πάλιν ὡς Μήτηρ τῶν Χριστιανῶν, διὰ τὴν μητρικὴν ἀγάπη πρέπει νὰ δίδει τόση
χάρη εἰς τοὺς Χριστιανούς, ὅση πρέπει νὰ δίδει ἡ μητέρα πρὸς τὰ παιδιά. Ἀλλ᾿ ἡ
χάρη τὴν ὁποία ἔχει ἡ Παναγία Παρθένος ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ συμμετρῆται μὲ τὸ
ἀξίωμα τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, τοῦτο δὲ τὸ ἀξίωμα εἶναι ἄπειρον, λοιπὸν καὶ ἡ χάρη
τὴν ὁποία λαμβάνει, εἶναι ἄπειρος, ὁμοίως καὶ ἡ χάρη ποὺ δίδει εἰς τοὺς
χριστιανούς, πρέπει νὰ συμμετρῆται μὲ τὴν ἀγάπη τῆς Μητρὸς πρὸς τὰ τέκνα, τούτη
δὲ ἡ ἀγάπη εἶναι ἄπειρος, λοιπὸν καὶ ἡ χάρη τὴν ὁποία δίδει εἶναι ἄπειρος.
Καὶ συμμετρῶντες πάλι τὴν ἄπειρον χάρη, τὴν ὁποία
λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεό, ὡς Μήτηρ Θεοῦ, καὶ τὴν ἄπειρον χάρη τὴν ὁποία δίδει εἰς
τοὺς Χριστιανοὺς ὡς Μήτηρ τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παρθένος εἶναι πέλαγος χαρίτων. Ὡς
Μήτηρ Θεοῦ, ἔχει περισσότερη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ Ἀγγέλους τὴν παῤῥησία ἔμπροσθεν
εἰς τὸν Θεὸν τὸν Υἱόν της, καὶ ὡς Μήτηρ τῶν Χριστιανῶν περισσότερες ἀπὸ ὅλους
τοὺς ἁγίους καὶ Ἀγγέλους, χαρίζει τὰς εὐεργεσίας πρὸς ἡμᾶς τὰ παιδιά της.
Οἱ ἄλλοι ἅγιοι παρακαλοῦν ὡς δοῦλοι Θεοῦ, ἡ
Παναγία Παρθένος παρακαλεῖ ὡς μήτηρ Θεοῦ. Ποίον παρακαλεῖ; Ἕναν Υἱὸν Θεόν, τὸν ὁποῖον
συνέλαβε, ἐγέννησε, ἔθρεψε, τὸν ὁποῖο ἀγάπησε μὲ ὅση ἀγάπη ὅλοι μαζὶ οἱ
μακάριοι ἀγαποῦν τὸν Θεό, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἠγαπήθη μὲ ὅση ἀγάπη ἔχει ὁ Θεὸς
πρὸς ὅλους μαζὶ τοὺς μακαρίους. Ὅλοι οἱ ἅγιοι παρακαλοῦν τὸν Θεὸ ὡς αὐθέντη, ἡ
Παναγία Παρθένος τὸν παρακαλεῖ ὡς Υἱόν. Διὰ ποιὸν παρακαλεῖ; Διὰ τοὺς χριστιανοὺς
οἱ ὁποῖοι εἶναι παιδιά της κατὰ φύσιν ἀπόγονοι τοῦ αὐτοῦ γένους, τοῦ αὐτοῦ αἵματος,
ἐξ οὗ καὶ αὐτὴ ἐγεννήθη καὶ κατὰ χάρη ἀδελφοὶ ἐκείνου τοῦ Υἱοῦ τὸν ὁποῖον ἐγέννησε.
Οἱ ἄλλοι ἅγιοι παρακαλοῦν δι᾿ ἡμᾶς ὡς ἀδελφούς, ἡ Παναγία Παρθένος παρακαλεῖ δι᾿
ἡμᾶς ὡς διὰ παιδία.
Ὅποιος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν εὐλαβεῖται τὴν μητέρα
του, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ λέγεται ἄνθρωπος, ὅποιος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν εὐλαβεῖται τὴν
Μητέρα τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὀνομάζεται χριστιανός. Τίς δύναται νὰ
καυχηθεῖ ὅτι εἶναι πιστὸς δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ, ἂν δὲν εἶναι πιστὸς δοῦλος καὶ τῆς
Μητρός Του; ἢ ὅτι εἶναι εὐλαβὴς τοῦ Υἱοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ τῆς Μητρός;
Χριστιανοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅσοι λατρεύετε καὶ προσκυνεῖτε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ,
τιμᾶτε καὶ εὐλαβεῖσθε καὶ τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς Μητρὸς τοῦ Ἰησοῦ καὶ
μητρὸς ἡμῶν.
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης














