Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2024


Ἡ ἐλιά
Οὔτ᾿ ἕνα φύλλο! Πέσανε καὶ σκόρπισαν. Σπασμένα
Κλωνάρια ὁλόγυρά μου-
Καὶ μέσα στὰ συντρίμμια αὐτὰ -γειά σου, χαρά σου ἐσὲν-
Ἀκόμ᾿ ἀνθεῖς ἐλιά μου.
Ἄ! πῶς ὁ ἀγέρας ὁ τρελλὸς ἀπάνου τους χυμάει
Και πῶς χτυπιοῦνται! Μόνο
Μονάχα, ἐσύ, παράμερα τοῦ Κηφισσοῦ τὸ πλάϊ,
Γιορτάζεις μέσ᾿ στὸν πόνο.
Ἄς τα, κι ἂς κλαῖν στὴν παγωνιὰ τὴν ἄγρια, κι ἂς βογγοῦνε
Στῆς μπόρας τὴ μαυρίλα,
Ἐγὼ κοντά σου στέκομαι ν᾿ ἀκούσω νὰ μοῦ ποῦνε
Τ᾿ ἀμάραντά σου φύλλα,
Ν᾿ ἀκούσω νὰ μοῦ ποῦν σιγὰ τὰ πρόσχαρά τους χείλη,
Πῶς εἶναι μέσ᾿ στὰ χιόνια,
Εἶναι ψυχὲς μέσ᾿ τὸν βοριᾶ, κι ὅμως τὸ φῶς τοῦ Ἀπρίλη
Γύρω τους φέγγει αἰώνια...

Λάμπρος Πορφύρας

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024



Ὁ Κυβερνήτης
Πρός τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ἄν ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς (καί ὁμιλῶ δι' ἐκείνους πού κατέχουν τάς πρώτας θέσεις εἰς τήν πολιτικήν ζωήν τῆς χώρας) μέ ἐβοήθει ὀλίγον καί καλοπίστως, λησμονῶν διά μίαν στιγμήν τά προσωπικά του συμφέροντα, τό ἔργον μου θά ἐγίνετο περισσότερον εὔκολον δι' ἐμέ καὶ περισσότερον καρποφόρον διά τήν Πατρίδα...
Μάιος 1828
*
Πρός τόν Ἀνδρέα Μουστοξύδη
Τελευταίως περιώδευσα ἐπ' ἀρκετόν χρόνον εἰς τήν Δυτικήν Ἑλλάδα καί τήν Πελοπόννησον καί εἰς μέρος τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. Θά περιοδεύσω καί πάλιν διότι μόνον ἐφ' ὅσον βλέπω τά πράγματα καί τούς ἀνθρώπους μέ τούς δικούς μου ὀφθαλμούς, δύναμαι νά ἀποκτήσω ἐν συνειδήσει εὐκρινῆ ἔννοιαν τῆς ποιότητος τῶν ὑποχρεώσεών μου καί τοῦ λογικωτάτου τρόπου τῆς ἐκπληρώσεώς των. Ἀκόμα δέν τολμῶ νά σοῦ προτείνω νά ἔλθης νά ἐγκατασταθῆς ἐδῶ.
1 Αὐγούστου 1828
*
Πρός τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ἤθελα νά ἔχω κάμποσα ἑκατομμύρια τάλλιρα διά νά σᾶς δώσω ὅσα ζητεῖτε, ἀλλά καθώς σᾶς εἶπα τό μέν ἰδιαίτερό μου ταμεῖον εἶναι κενόν, τό δέ δημόσιον μόλις δύναται νά ἐπαρκέσει εἰς τάς μᾶλλον κατεπειγούσας χρείας τοῦ τρέχοντος Φεβρουαρίου καί τό πολύ τοῦ ἡμίσεως Μαρτίου. Τοῦτο εἶναι γνωστότατον καί δύνασθε αὐτοπροσώπως νά τό βεβαιωθῆτε, βλέποντες τά κατάστιχα τῆς ἐπί τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς... Ὑπομείνατε καθώς ὑπομένω καί ὑπομένω ἴσως ἐπέκεινα τῆς ἀνθρωπίνης δυνάμεως.
10 Φεβρουαρίου 1829
Ἰωάννης Καποδίστριας

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024



Καὶ βέβαια θέλετε καὶ καλοὺς μιστοὺς νὰ ζήσετε
Ὅταν ἦρθε ὁ Βασιλέας, ποιὸς τοὺς ᾿ρέθιζε τοὺς ἀγωνιστᾶς; Ἡ ἀφεντειά σας οἱ μεγάλοι πολιτικοί. Καὶ πῆγαν εἰς τὴν Τουρκιὰ καὶ χάθηκαν οἱ περισσότεροι. Καὶ τόσοι ἄλλοι χάθηκαν εἰς τὴν Πελοπόννησο, ὁποῦ σκοτώθη ὁ Κρίτζαλης κι᾿ ἄλλοι, καὶ εἰς τὴν Σπάρτη κι᾿ ἀλλοῦ. Καὶ τόσοι εἰς τὰ τριάντα ἕξι, ὁποῦ χάθη τὸ ἄνθος τοῦ Ἔθνους. Καὶ τόσους ὁποῦ ἔκοψε ἡ τζελατίνα καὶ τόσοι ὁποῦ πέθαναν εἰς τῆς φυλακές. Καὶ τόσοι εἰς τὶς διάφορες ἐκλογὲς ἐσᾶς τῶν Ἐκλαμπρότατων πολιτικῶν μας. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐσᾶς τοὺς Ἐκλαμπρότατους καὶ μεγαλόγνωσους πολιτικούς της Ἑλλάδος ἀρχὴ καὶ τέλος· ἂν ἤρθετε ἀπὸ καλωσύνη σας νὰ μᾶς φωτίσετε, νὰ μᾶς λευτερώσετε, διατὶ νὰ χυθοῦν αὐτὰ τὰ αἵματα ὁποῦ χύθηκαν καὶ ἡ πατρίδα νὰ εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν ὁποῦ εἶναι ὡς τὴν σήμερον, καὶ νὰ γένῃ αὐτείνη ἡ δυστυχία γενικῶς εἰς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους; Καὶ νὰ θέλουν οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι, οἱ Ροῦσσοι, οἱ Ἀουστριακοὶ ἢ ἄλλο κράτος νὰ μᾶς κυβερνήσουν μὲ τὸ μέσον τὸ δικόν σας;
Ἡ ἀφεντειά σας, οἱ ξενοφερμένοι πατριῶτες, ἦστε καὶ οἱ πρῶτοι πολιτικοὶ καὶ οἱ δεύτεροι καὶ οἱ τρίτοι καὶ οἱ τέταρτοι καὶ οἱ πέφτοι καὶ οἱ ἔχτοι κι᾿ ἀκόμα εἰς ὅλα τὰ πράματα τῆς πατρίδας· ἂν εἴχετε ἀρετὴ κι᾿ ὁμόνοια, γένονταν αὐτά; Διατιμιέταν τὸ δυστυχισμένο, τὸ ἀθῶον Ἔθνος; Μπαίναν ὅλοι οἱ μπερμπάντες παντοῦ; Πότε συβουλέψετε τὸ στρατιωτικὸν πατριωτικῶς, κι᾿ αὐτὸ ἐβῆκε ἀπὸ τὰ καθήκοντά του καὶ δὲν σᾶς ἄκουσε; Μεγαλύτερον εἴχαμεν εἰς τὴν Πελοπόννησον τὸν Κολοκοτρώνη· ὅπως τοῦ λέγετε ἔτζι ἔκανε· «πολέμα ὑπὲρ τῆς πατρίδος», πολέμαγε· «κάνε ἐφύλιους πολέμους», ἔκανε. Ἦταν ὁ Δυσσέας εἰς τὴν Ἀνατολικὴ Ἑλλάδα· ἀπὸ τίνος συβουλῆ ἐπέταξε τὸ ντουφέκι κ᾿ ἔβαλε τὸ καλαμάρι κ᾿ ἔγινε πολιτικὸς καὶ φατριαστὴς ὁ στρατιωτικός; Ἀπὸ δική σας. Ἔστειλε ὁ κύριος Κωλέτης εἰς τὸν Δυσσέα τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο καὶ τὸν σκότωσε αὐτὸν καὶ τὸν γενναῖον καὶ τίμιον Παλάσκα. Ὁ Δυσσέας τοὺς σκότωσε, ἀλλὰ ὁ Κωλέτης καὶ ἡ συντροφιά του τοὺς ἔστειλε – ἢ ἐκεῖνοι σκότωσαν τὸν Δυσσέα, ἢ ὁ Δυσσέας αὐτούς, ὄφελος τοῦ Κωλέτη καὶ τῆς συντροφιᾶς του ἦταν. ‘Υστερα σκότωσε καὶ τὸν Δυσσέα.
Εἶπα τὰ πατρικά σας αἰστήματα καὶ τὸν πατριωτισμὸν ὁποῦ δείξετε ὅλοι σας, ὁποῦ κοπιάσετε νὰ μᾶς λευτερώσετε. Αὐτεῖνοι εἶναι οἱ ἀγῶνες σας. Εἴχαμεν τόσα σπίτια σημαντικὰ καὶ εἰς τὴν Ρούμελη καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ νησιά, ὁποῦ πραματικῶς θυσιάσαν διὰ τὴν πατρίδα. Ποῦ εἶναι τώρα; Χάθηκαν τὰ περισσότερα. Τὰ παιδιά μας καὶ πολλοὶ ὁποῦ ζοῦνε ἀπὸ αὐτοὺς στραβώνουν μυῖγες μέσα εἰς τοὺς δρόμους τῆς ματοκυλισμένης πατρίδας τους. Θυσιάστηκαν ἀπόξω ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ σκοτώθηκαν τόσοι σημαντικοὶ ἀρχηγοί, τόσοι νοικοκυραῖοι – τὰ παιδιά τους κι᾿ ὅσοι ζοῦνε λένε «ψωμάκι» οἱ περισσότεροι, καὶ ποῦν᾿ το; Ἐσᾶς σᾶς τιμήσαμεν, σᾶς δοξάσαμεν, σᾶς κάμαμεν Ἐκλαμπρότατους, ἀντιπρόσωπους εἰς τὰ δυνατὰ ἔθνη. Καὶ πληρώνεστε χοντροὺς μιστούς. Ὅτι σᾶς κάμαμεν σημαντικοὺς καὶ βέβαια θέλετε καὶ καλοὺς μιστοὺς νὰ ζήσετε. Ἐνῶ ἐμεῖς καὶ πρῶτα καὶ τώρα ζοῦμεν ὅπως μπορέσωμεν – ὅμως οἱ Ἐκλαμπρότητές σας δὲν θέλομεν νὰ κακοπορέψετε· κι᾿ ἂν σᾶς ἰδοῦμεν δυστυχεῖς λυπώμαστε κ᾿ εὐτὺς θαν᾿ ἀναπάψωμε τὰ δεινά σας. Κι᾿ ὡς τίμιοι ἄνθρωποι αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωμεν διὰ ν᾿ ἀναστήσωμεν στύλους εἰς τὴν πατρίδα μας ἀπὸ ἀνθρώπους ἄξιους νὰ τὴν βοηθοῦν, καθὼς κάνουν ὅλα τὰ ἔθνη. Ἐμεῖς αὐτὸ ἀρχὴ καὶ τέλος τὸ ἀκολουθοῦμεν εἰς τὴν Ἐκλαμπρότη σας· ἡ Ἐκλαμπρότη σας τί κάμετε ᾿σ ἐμᾶς;
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

 


Στήν ἔρημο, παιδί μου!

Ἕνα ἄλλο θαυμαστό πρότυπο ὑπομονῆς εἶναι ἡ κυρά- Βασιλικούλα, πού ἦρθε στό Μοναστήρι, προσκυνήτρια τῆς Παναγιᾶς. Μικροσκοπική, ἀποστεωμένη, σκεβρωμένη, θαρρεῖς σάν τά παλιά σκαριά, τά θαλασσοδαρμένα ἀλλά ἀνίκητα ἀπ’ τόν χρόνο καί τήν ταλαιπωρία, ἔμοιαζε ἡ γριούλα πού ἦρθε νά λειτουργηθεῖ τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στό Μοναστήρι. Τά μάτια της μισοσβησμένα ἀπό τόν καταρράκτη, φαίνονταν νά διαθέτουν μία ἄλλη ὅραση, πιό ὀξεία καί μακρινή.

Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἄνοιξε τήν ψυχή της καί βγῆκαν οἱ θησαυροί τῆς καρδιᾶς της.

«Ἔζησα», εἶπε, «ἕνα μαρτύριο στή ζωή μου, ἀλλά εὐχαριστῶ τόν Κύριο! Ἤμουν ὀρφανή καί μέ πάντρεψε ἕνας θεῖος μου καί μοῦ ‘δωσε ἕναν Γολγοθά! Μιά ζωή ξύλο καί καταφρόνια. Ἔκανα αὐτό τό παιδί, ἀνάπηρο στό μυαλό (εἶπε κι ἔδειξε καθισμένον σέ μιά καρέκλα πιό πέρα ἕναν ἀνάπηρο πνευματικά μέ ἄσπρα μαλλιά). Αὐτός εἶναι ὁ γιός μου. Προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν. Αὐτός θά μέ τραβήξει πάνω, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!

Κάποια μοναχή τήν ρώτησε:

- Τί νά κάνουμε γιά νά σωθοῦμε, νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιαγιά;

- Στήν ἔρημο, παιδί μου!

- Ποιά εἶναι ἡ ἔρημος, γιαγιά;

- Νά βλέπεις καί νά μή βλέπεις, νά ἀκοῦς καί νά μήν ἀκοῦς, καί νά σιωπᾶς!

Ὅσοι τήν ἄκουγαν, θαύμασαν. Μόνον φιλοκαλικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας θά μποροῦσε νά πεῖ αὐτά τά λόγια, ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος.

Καί τελείωσε ἐπαναλαμβάνοντας:

-Τήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μήν χάσουμε, τήν Βασιλεία Του. Νά μᾶς τραβήξει ἐπάνω νά σωθοῦμε!...

«Ἔκφράσεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου»

Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024

 


Ἡ βίωση τοῦ ἄλλου ὡς οἰκείου μέλους

Ὑπάρχουν δύο διαφορετικές ἀσκητικές τάσεις.

Ἡ μία ἐκφράζεται μέ τόν διαλογισμό καί κατά κάποιον τρόπο τή χαλάρωση, γιά τήν εἴσοδο τοῦ νοῦ στόν κόσμο τῆς καθαρῆς σκέψεως.

Ἡ ὁδός ὅμως τοῦ Χριστοῦ εἶναι διαφορετική. Ἀπό τούς δύο αὐτούς δρόμους -τή χαλάρωση καί τήν ἔνταση- ἡ ἔνταση εἶναι ὁ δικός μας δρόμος. Στή μοναχική μας βιοτή δέν διδασκόμαστε νά βρισκόμαστε σέ κατάσταση χαλαρώσεως καί νά στοχαζόμαστε μέ τόν νοῦ. Ὄχι!

Ἀλλά εἴμαστε διαρκῶς σέ ἄκρα ἔνταση, σάν τεταμένη χορδή. Προσπαθῆστε λοιπόν νά διατηρεῖτε τή χορδή αὐτή πάντοτε τεταμένη.

Στήν προσευχή μας, ὅταν στεκόμαστε στήν ἐκκλησία, ὅλοι οἱ μύες μᾶς εἶναι τεταμένοι, καί ταυτόχρονα ἡ προσοχή μας. Ἡ προσευχή μας λοιπόν δέν ἀποτελεῖ ἀνάπαυση ἀπαθοῦς σκέψεως πού ξεφεύγει ἀπό τά ὅρια τῶν παθημάτων τῆς γής. Ὄχι! Ἐμεῖς ζοῦμε τά παθήματα ὅλου του Ἀδάμ. Καί αὐτό εἶναι ἡ ζωή μας.

Ἐξωτερικά ἡ μοναχική ζωή φαίνεται ἥσυχη. Μπορῶ ὅμως νά τήν παρομοιάσω μέ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ὑψηλῆς τάσεως, ἀπό τό ὁποῖο διέρχεται ἐνέργεια πού κινεῖ τραῖνα, ἐργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ὡστόσο τό μικρό πουλί μπορεῖ νά κάθεται ἐπάνω στό σύρμα αὐτό.Ἔτσι καί ὁ χριστιανός εἶναι παρόμοιο καλώδιο, ἐπάνω στό ὁποῖο μπορεῖ νά καθίσει ἕνα πουλί, χωρίς νά κινδυνεύσει.

Ταυτόχρονα ὅμως ἐμφορεῖται ἀπό τέτοια ἐνέργεια, πού μπορεῖ πραγματικά νά ἀναστατώσει ὅλο τόν κόσμο. Συνεπῶς, στή ζωή μᾶς ἐξωτερικά δέν ὑπάρχει τίποτε τό ἰδιαίτερο, ἐσωτερικά ὅμως, μέ τήν ἑτοιμότητα γιά τήν ὑπακοή βρισκόμαστε ἀκατάπαυστα σέ ἔνταση, ἀγωνιζόμενοι πῶς νά παραμείνουμε ἀμετακίνητοι στήν αἰώνια σκέψη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Καί αὐτό εἶναι σπουδαῖο, ἀποτελεῖ πραγματικά τή σχολή τοῦ μοναχισμοῦ.

Μέ τή μικρή ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος μεταβαίνει στό Ἄναρχο Εἶναι τοῦ Θεοῦ μας, γιά τό ὁποῖο εἶναι ἀδύνατον νά μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τή λογική.

Διατηρῆστε, λοιπόν, τή θέση αὐτή: ἐξωτερικά τίποτε νά μή φαίνεται, ἐσωτερικά ὅμως νά ὑπάρχει ἔνταση στή ζωή μας.

Καί τότε θά καταστοῦμε πιό εὔθετοι γιά νά εἰσέλθουμε στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.

Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2024



Ἠλεκτροφόρο καλώδιο ὑψηλῆς τάσεως
Ὑπάρχουν δύο διαφορετικές ἀσκητικές τάσεις.
Ἡ μία ἐκφράζεται μέ τόν διαλογισμό καί κατά κάποιον τρόπο τή χαλάρωση, γιά τήν εἴσοδο τοῦ νοῦ στόν κόσμο τῆς καθαρῆς σκέψεως.
Ἡ ὁδός ὅμως τοῦ Χριστοῦ εἶναι διαφορετική. Ἀπό τούς δύο αὐτούς δρόμους -τή χαλάρωση καί τήν ἔνταση- ἡ ἔνταση εἶναι ὁ δικός μας δρόμος. Στή μοναχική μας βιοτή δέν διδασκόμαστε νά βρισκόμαστε σέ κατάσταση χαλαρώσεως καί νά στοχαζόμαστε μέ τόν νοῦ. Ὄχι!
Ἀλλά εἴμαστε διαρκῶς σέ ἄκρα ἔνταση, σάν τεταμένη χορδή. Προσπαθῆστε λοιπόν νά διατηρεῖτε τή χορδή αὐτή πάντοτε τεταμένη.
Στήν προσευχή μας, ὅταν στεκόμαστε στήν ἐκκλησία, ὅλοι οἱ μύες μᾶς εἶναι τεταμένοι, καί ταυτόχρονα ἡ προσοχή μας. Ἡ προσευχή μας λοιπόν δέν ἀποτελεῖ ἀνάπαυση ἀπαθοῦς σκέψεως πού ξεφεύγει ἀπό τά ὅρια τῶν παθημάτων τῆς γής. Ὄχι! Ἐμεῖς ζοῦμε τά παθήματα ὅλου του Ἀδάμ. Καί αὐτό εἶναι ἡ ζωή μας.
Ἐξωτερικά ἡ μοναχική ζωή φαίνεται ἥσυχη. Μπορῶ ὅμως νά τήν παρομοιάσω μέ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ὑψηλῆς τάσεως, ἀπό τό ὁποῖο διέρχεται ἐνέργεια πού κινεῖ τραῖνα, ἐργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ὡστόσο τό μικρό πουλί μπορεῖ νά κάθεται ἐπάνω στό σύρμα αὐτό.Ἔτσι καί ὁ χριστιανός εἶναι παρόμοιο καλώδιο, ἐπάνω στό ὁποῖο μπορεῖ νά καθίσει ἕνα πουλί, χωρίς νά κινδυνεύσει.
Ταυτόχρονα ὅμως ἐμφορεῖται ἀπό τέτοια ἐνέργεια, πού μπορεῖ πραγματικά νά ἀναστατώσει ὅλο τόν κόσμο. Συνεπῶς, στή ζωή μᾶς ἐξωτερικά δέν ὑπάρχει τίποτε τό ἰδιαίτερο, ἐσωτερικά ὅμως, μέ τήν ἑτοιμότητα γιά τήν ὑπακοή βρισκόμαστε ἀκατάπαυστα σέ ἔνταση, ἀγωνιζόμενοι πῶς νά παραμείνουμε ἀμετακίνητοι στήν αἰώνια σκέψη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Καί αὐτό εἶναι σπουδαῖο, ἀποτελεῖ πραγματικά τή σχολή τοῦ μοναχισμοῦ.
Μέ τή μικρή ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος μεταβαίνει στό Ἄναρχο Εἶναι τοῦ Θεοῦ μας, γιά τό ὁποῖο εἶναι ἀδύνατον νά μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τή λογική.
Διατηρῆστε, λοιπόν, τή θέση αὐτή: ἐξωτερικά τίποτε νά μή φαίνεται, ἐσωτερικά ὅμως νά ὑπάρχει ἔνταση στή ζωή μας.
Καί τότε θά καταστοῦμε πιό εὔθετοι γιά νά εἰσέλθουμε στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.
Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2024


Αὐτές εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις
Ἡ νηστεία εἶναι ὁδός, μέ τήν ὁποία ἐσύ καί ἐγώ βαδίζουμε πρός τήν Ἀνάστασι. Τήν ἀνάστασι τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Ναί. Καί ἐσύ καί ἐγώ. Γι’ αὐτό ἡ νηστεία εἶναι θαυμαστή. Γιατί εἶναι ἕνας δρόμος. Γιά ποῦ; Γιά τήν Ἀνάστασι. Καί λοιπόν, αὐτό τί σημαίνει; Σημαίνει Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ θανάτου· Ἀνάστασι – νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας· Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτό εἶναι ἡ νηστεία!
Σέ ἕνα θαυμάσιο στιχηρό αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ψάλλαμε καί προσευχηθήκαμε: «Ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι, τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Νηστεία – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Νά ἡ καλή εἴδησι, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε. Θέλεις νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας; Θέλεις νίκη κατά τοῦ ἐφευρέτου τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ ἰδίου τοῦ διαβόλου; Ὁρίστε, ἡ νηστεία –λέγει ὁ Σωτήρ.
Ναί, μέ τήν νηστεία ἐσύ γίνεσαι ὁ μεγαλύτερος νικητής σέ αὐτόν τόν κόσμο. Ποιός νίκησε τόν διάβολο, ποιός, ἐκτός ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Κανένας ἄλλος. Γι’ αὐτό, Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, διότι μόνο Αὐτός εἶναι Θεός, πιό ἰσχυρός ἀπό τόν διάβολο. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πιό ἀνίσχυρα ἀπό αὐτόν. Καί ἐμεῖς, ἀκολουθώντας Τον, στήν πραγματικότητα ἀκολουθοῦμε τόν Νικητή πού μᾶς δίνει πάντοτε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου, κατά τοῦ κάθε διαβόλου πού μᾶς ἐπιτίθεται γιά νά μᾶς νικήσῃ καί νά μᾶς ρίξῃ στήν ἁμαρτία. Σέ τί, δηλαδή; Στόν θάνατο.
Ὕπαρξις ἀθάνατη. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος ἦλθε στόν γήινο κόσμο μας, γιά νά νικήσῃ τήν ἁμαρτία μας· γιά νά μᾶς δώσῃ τήν δύναμι, τά μέσα, νά κάνουμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο, νά κάνουμε τό ἴδιο μαζί Του, ὁδηγούμενοι ἀπό Αὐτόν, ἀκολουθώντας Τον.
Τί εἶναι οἱ ἀνθρώπινες νίκες; Τίποτε. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες νίκες, ἄν δέν νικοῦν τόν θάνατο, εἶναι ἧττες. Τί εἶναι ὅλες οἱ νίκες, τίς ὁποῖες πολλοί βασιλιάδες καί ἰσχυροί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐπέτυχαν καί ἐπιτυγχάνουν; Τί εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοί πόλεμοι: πρῶτος, δεύτερος, τρίτος, δέκατος καί πεντηκοστός; Τί εἶναι; Εἶναι ἧττες, ἧττα μετά τήν ἧττα. Δέν εἶναι νίκες. Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, ἐπενόησαν τόν πόλεμο καί τούς φόνους σάν μέσο, γιά νά νικήσουν τό κακό σ’ αὐτόν τόν κόσμο.
Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τό κακό σέ αὐτόν τόν κόσμο. Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τόν δημιουργό κάθε κακοῦ καί κάθε ἁμαρτίας, τόν διάβολο. Ὁ Θεός ἔδωσε αὐτές τίς θεῖες δυνάμεις σέ κάθε ἕναν ἀπό ἐμᾶς, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς σάν λογικά ἀνθρώπινα ὄντα, σάν λογικά ὄντα τοῦ Θεοῦ, τό κακό· νά νικᾶμε τόν διάβολο μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ.
Ἰδού ἡ ἁγία νηστεία, ἰδού ἡ ἁγία προσευχή. Τί εἶναι αὐτές; Αὐτές εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις, τίς ὁποῖες ὁ Κύριος ἄφησε καί ἔδωσε στήν Ἐκκλησία Του, ὥστε ἐμεῖς, κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς, νά νικοῦμε τόν διάβολο ἐπιγράφοντας σέ ἐμᾶς τούς ἴδιους τήν νίκη, νά νικοῦμε γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους. Νά νικοῦμε τήν ἁμαρτία ὄχι χάριν τοῦ ἄλλου, ἀλλά χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Διότι, νά ξέρῃς, ἡ κάθε ἁμαρτία σου εἶναι πολεμιστής τοῦ διαβόλου. Κάθε ἁμαρτία πού ἐσύ ἀγαπᾶς, πού κρατᾶς μέσα σου –φανερά ἤ κρυφά, τό ἴδιο κάνει– εἶναι τό δόρυ τοῦ διαβόλου, ἀήττητο φοβερό ὅπλο. Ἀήττητο βέβαια ὅσο δέν ἀποτραβιέσαι ἀπό αὐτήν καί ὅσο δέν νοιώθεις ὅτι ἡ ἁμαρτία πού κάνεις, στήν πραγματικότητα σέ θανατώνει, σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς, ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τό μίσος π.χ., σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς. Ὁ θυμός, ἡ σκληροκαρδία, ἡ φιλαργυρία, ὅλα αὐτά εἶναι ὅπλα, φοβερά ὅπλα τοῦ διαβόλου, τά ὁποῖα σοῦ δίνει στά χέρια καί ἐσύ σκοτώνεις τόν ἑαυτό σου.
Ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά ἀναγκάσῃ κανέναν ἀπό ἐμᾶς νά ἁμαρτήσῃ. Μπορεῖ μόνο νά προτείνῃ τήν ἁμαρτία. Μπορεῖ νά σοῦ προσφέρῃ τό ξίφος γιά νά σκοτώσῃς τόν ἑαυτό σου. Ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ὁ Θεός δέν τοῦ δίνει αὐτή τήν δύναμι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ δεχθῇς ἀπό αὐτόν τό ξίφος, ἄν δεχθῇς π.χ. τήν φιλαργυρία ἤ τόν θυμό ἤ τήν ζήλεια ἤ τήν πονηριά, τήν καταλαλιά, τήν κλοπή, νά!, τότε πῆρες στά χέρια σου τό ξίφος καί τό καρφώνεις στήν καρδιά σου. Ὁ διάβολος δέν ἔχει ἐξουσία νά ἀναγκάσῃ τόν ἄνθρωπο νά ἁμαρτήσῃ· ἔχει μόνο τήν ἐξουσία νά προτείνῃ τήν ἁμαρτία στόν ἄνθρωπο. Αὐτός προτείνει τήν ἁμαρτία σέ σένα καί σέ μένα. Καί ἐγώ καί ἐσύ (τί κάνουμε); Ἐγώ καί ἐσύ, ἤ ἀποδεχόμαστε τήν ἁμαρτία ἤ τήν διώχνουμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἤ σκοτώνουμε τόν ἑαυτό μας, χωρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό τόν Θεό, ἤ διώχνοντας τήν ἁμαρτία βαδίζουμε ὁλοταχῶς πρός τήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός τήν νίκη, τήν ὁριστική καί τελεία νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ θανάτου, κατά τοῦ διαβόλου.
Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, ὁ Κύριος ἦλθε σέ αὐτόν τόν κόσμο. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τά πάντα. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τήν ἁγία νηστεία. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τήν ἁγία προσευχή. Γιά νά νικᾶμε τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Τί κάνει κάθε ἁμαρτία σέ μένα καί σέ σένα; Μᾶς σκοτίζει. Ἡ ἁμαρτία εἶναι σκότος. Βγάζει ἀπό μέσα της σκοτάδι, καί τό σκοτάδι κατακλύζει καί τήν δική σου καί τήν δική μου ψυχή, κατακλύζει τήν συνείδησί μας, κατακλύζει τίς αἰσθήσεις μας. Καί ἐμεῖς σάν νά εἴμαστε σέ παραμιλητό, σέ παραλήρημα, νυχτωμένοι, στό σκοτάδι. Δέν ξέρουμε τί κάνουμε. Αὐτό εἶναι ἡ ἁμαρτία. Κάθε ἁμαρτία εἶναι γιά τήν ψυχή μία παραζάλη.
Ὅμως ὁ Κύριος ἦλθε σέ αὐτόν τόν κόσμο ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Γιά νά μᾶς δώσῃ τό φῶς, νά μᾶς δώσῃ τήν ἀναμμένη δᾶδα, νά μᾶς δώσῃ τά φῶτα, γιά νά ἀποδιώξουμε ἐκεῖνο τό σκότος. Νά, αὐτό εἶναι ἡ ἁγία νηστεία! Εἶναι ἕνας τεράστιος προβολέας, ὁ ὁποῖος στέκεται στόν δρόμο τῆς ζωῆς μας. Ἡ νηστεία κατεβάζει ἀπό τόν οὐρανό στήν ψυχή σου τό οὐράνιο φῶς. Ἄν βέβαια εἶναι ἀληθινή νηστεία. Ἡ ἀληθινή νηστεία εἶναι ἐγκράτεια σέ κάθε κακό, ἐγκράτεια στήν τροφή, ἀλλά καί ἐγκράτεια σέ κάθε κακό καί ἁμαρτία.
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024



Ἥλιος ὁ πρῶτος
Ψηλά μ' ἕναν πυρσό ἀπὸ στάχυα ἡ λεβεντιά
Προχωρεῖ μὲς στὰ κύματα καὶ τραγουδάει:

Ὦ παιδιά ποὺ μὲ νιώθετε – πατριωτάκια τοῦ ἥλιου
Μὲ βέργες καὶ παράξενα πουλιά στὰ χέρια
Μὲ χλοερές καρδιές καὶ μάτια καθαρά
Ποὺ ἀκοῦτε ἀπὸ τὶς παραλίες τὴν ἀνατολή νὰ βουίζῃ
Ζεσταίνοντας στὴν ἀγκαλιά σας ἕνα φῶς ἀπέραντο
Ἀπὸ τὴν ἄκρη τ' οὐρανοῦ ὥς τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς
Μὲ πεῖσμα πορφυρό – πατριωτάκια τοῦ ἥλιου
Ποὺ λέτε: ὁ μόνος δρόμος εἶναι ἡ ἀνατολή!

Τῆς ἐλιᾶς καὶ τῆς συκιᾶς καὶ τοῦ κυπαρισσιοῦ
Τῶν ἀμπελιῶν τῶν ξεροπόταμων καὶ τῶν μεγάλων τρούλλων
Ἡ γῆ ἀκουμπάει ἀπὸ τὴ μιά μεριά στὴν ὄχθη τῶν ὀνείρων σας –
Ἀκοῦστε με, εἶμαι ἀπὸ τοὺς δικούς σας δῶστε μου ἕνα χέρι
Ποὺ ν' ἀγαπάῃ μεμιᾶς νὰ κόβῃ τὰ ὁλόκληρα ὄνειρα
Νὰ κολυμπάῃ ἐλεύθερα στὰ νιάτα τῶν νεφῶν!

Ἡ γῆ μιλάει κι ἀκούγεται ἀπ' τὸ ρῖγος τῶν ματιῶν. 
Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

 


Ποιὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός;

Στὴ δασκάλα Β.Σ.

Κι ἐσὺ καὶ ἡ γερόντισσα μητέρα σου εἶστε ἀφιερωμένες στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίσατε νὰ ἐκπληρώνετε τὶς ἐντολὲς τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς Μετάληψης, ἀπὸ τότε τὰ μυστικὰ τῆς ἀλήθειας ὅλο καὶ περισσότερο σᾶς ἀποκαλύπτονται. Πράγματι αὐτὸς εἶναι ὁ ὀρθὸς δρόμος: μέσω τῆς ἐξάσκησης τοῦ γνωστοῦ φθάνουμε στὸ ἄγνωστο.

Κατὰ τὴ σιωπηλὴ καὶ μακροχρόνια προσευχὴ ἡ ἀλήθεια ἐμφανίζεται. Ὅμως ἡ καρδιά σου φλέγεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ὥστε καὶ πολλοὺς ἄλλους νὰ κατευθύνεις στὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄνθρωποι: σὲ κάποιον ὁ νοῦς εἶναι σκοτισμένος ἀπὸ τὰ ψέματα, σ’ ἄλλον ἡ καρδιὰ πετρωμένη ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ δὲν γίνεται εὔκολα. Χρειάζεται πολὺς καθαρισμὸς καὶ μεγάλοι ἁγιασμοὶ καὶ ἑπταπλάσιες νίψεις στὸν Ἰορδάνη. Ἔτσι ἕνας ἐργάτης ἀπὸ τὸ Βανάτι σ΄ ἐξέπληξε μὲ τὴν ἐρώτηση: «Ποιὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός;» Καὶ ἐσὺ παραξενεύεσαι, τί νὰ τοῦ ἀπαντήσεις. Πρῶτα προσευχήσου στὸν Θεὸ γι’ αὐτόν, καὶ μετὰ ἀπάντησέ του ὡς ἑξῆς:

Μαρτυρεῖ τὸ χόρτο. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρα κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, σοῦ μαρτυρεῖ τὸ πράσινο χόρτο, τοῦ ὁποίου ἡ γενεαλογία φθάνει μέχρι ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκούστηκε ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ: «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς».

Μαρτυρεῖ ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρες πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου, σοῦ μαρτυρεῖ ὁ διάπυρος ἥλιος, τὸ παράξενο φεγγάρι καὶ σμῆνος ἀπὸ ἀστέρια. Πήγαινε μέχρι ὅπου θὲς ψάχνοντας τὴ γενεαλογία τους, δὲν θὰ βρεῖς τὸ τέλος μέχρι νὰ φτάσεις ἕως ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ στιγμή, ὅταν πάνω ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τὸ χάος ἤχησε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς … τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους … καὶ τοὺς ἀστέρας»!

Μαρτυρεῖ ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀέρας. Ἐὰν ἀναζητᾶς, ἀδελφέ, μάρτυρα γύρω σου στὸ μάκρος καὶ στὸ πλάτος καὶ στὸ βάθος, σοῦ μαρτυρεῖ ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀέρας καὶ τὸ ὄρος καὶ τὸ δάσος, οἱ σωροὶ χώματος τῶν μυρμηγκιῶν καὶ ἡ κηρήθρα τῶν μελισσῶν καὶ ὅ,τι ζεῖ στὴ θάλασσα καὶ στὸν ἀέρα καὶ στὰ ὄρη καὶ στὰ δάση καὶ μέσα στοὺς σωροὺς χώματος καὶ στὰ κελιά. Πήγαινε πρὸς τὰ πίσω στὴ γενεαλογία τους, μὴν στρίβεις οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιὰ -ὅμως μὴν ρωτᾶς ὁποιονδήποτε γιὰ τὸν δρόμο- καὶ θὰ πρέπει νὰ φτάσεις ἕως ἐκείνη τὴν ἑορταστικὴ στιγμή, στὴν ὁποία ξεχύθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωνὴ τῆς ἀγάπης: νὰ γίνει, νὰ γίνει, νὰ γίνει! «Καὶ ἐγένετο οὕτως».

Μαρτυρεῖ τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι, κατὰ τὸν λόγο τοῦ προφήτη ὁ ὁποῖος κραυγάζει: «Ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ».

Πές μου, ἀδελφέ, ποιὰ ὕλη κάτω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς δὲν μαρτυρεῖ περὶ Θεοῦ; Σοῦ δίνω ἑκατὸ ἔτη χρόνο, γιὰ νὰ ταλαιπωριέσαι μ’ αὐτὴ τὴ μάταιη ταλαιπωρία καὶ νὰ ψάχνεις ἔστω κι ἕνα μοναδικὸ χορταράκι τὸ ὁποῖο νὰ μὴ μαρτυρεῖ περὶ τοῦ μεγαλειώδους ὄντος τοῦ Δημιουργοῦ του. Ὅμως γιὰ νὰ σοῦ συντομέψω τούτη τὴν προθεσμία καὶ γιὰ νὰ σὲ βοηθήσω νὰ βρεῖς ποιὸς δὲν μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Θεοῦ, θὰ στὸ ἀποκαλύψω: μόνο καὶ μόνοι σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη οἱ διεστραμμένοι ἄνθρωποι.

Μαρτυρεῖ ἡ τάξη καὶ τὸ μέτρο καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ θεϊκὴ ἁρμονία ὅλης τῆς δημιουργίας. Μαρτυρεῖ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδηση ὅλων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων ψυχῶν. Ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλους καὶ ἀπ΄ ὅλα, πάντα μαρτυρεῖ ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, στὸν ὁποῖο ὁ μεγάλος καὶ αἰώνιος Θεὸς φανερώθηκε ἐν σώματι ὡς ἄνθρωπος, ἐπισκέφθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀνακοίνωσε τὰ μυστικά, ἔδειξε τὴν ὁδό, ἄνοιξε τὸν Παράδεισο. Ἐὰν κάποιος θέλει καὶ μὲ τὰ μάτια του νὰ δεῖ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ νὰ Τὸν ἀκούσει -ὄντως καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία ἐκπλήρωσε ὁ Δημιουργὸς στοὺς ἀνθρώπους- ἂς κοιτάξει τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ θὰ δεῖ καὶ θὰ ἀκούσει καὶ θὰ ζωντανέψει μὲ νέα ζωή.

Ἔτσι μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις σ΄ ἐκείνη τὴ φτωχὴ ψυχή, ἡ ὁποία διψασμένα ψάχνει τὸν Θεὸ καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ Τὸν δεῖ καὶ νὰ Τὸν ἀκούσει. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα δεμάτι στὸν πελώριο ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ὅ,τι μεγαλώνει μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Δημιουργοῦ του. Καὶ γιὰ τίποτα ἄλλο δὲν μεγαλώνει παρὰ γιὰ νὰ δείξει τὴ μαρτυρία του καὶ νὰ φύγει! Ἐνῶ ἐσύ, κόρη, συνέχισε νὰ δυναμώνεις στὴν ἀρετή σου. Καὶ μὴν κοιτᾶς οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Σὲ λίγο πρέπει νὰ πεθάνουμε. Καὶ ἐκεῖ, ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο, μᾶς περιμένει ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πῶς ἐμεῖς, ὡς οἱ πιὸ κοντινοί του Θεοῦ, μαρτυρούσαμε τὰ περὶ Θεοῦ. Καὶ στὴ Δίκη ὑπάρχουν δύο στρατιὲς τῶν ἀνθρώπων: ἡ μία στὴ δεξιὰ πλευρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξας, ἡ ὁποία σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν ντράπηκε γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἡ ἄλλη στὴν ἀριστερὴ πλευρά Του, ἡ ὁποία σ’ αὐτὴν τὴ ζωὴ «ἐν τῇ γενεᾷ ταύτη τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ» ντράπηκε γιὰ τὸν Χριστό.

Εἰρήνη σὲ σένα καὶ εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

 


Ἀνατολή

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.

Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.

Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.

Κωστὴς Παλαμᾶς

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024



Δὲν ἀναζητοῦν τὴ θεία ζωὴ
Τί σημαίνει σωτηρία; Ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι ἄραγε ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ; Πῶς μποροῦμε νὰ ἀναπτύξουμε τὴν ἱκανότητά μας νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Ἕνα μόνο ἔχει σημασία: νὰ φυλάξουμε τὴν ἔνταση τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μετανοίας. Τότε ὁ θάνατος δὲν θὰ εἶναι ρήξη, ἀλλὰ μετάβαση στὴ Βασιλεία, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ἔχουμε ἑτοιμασθεῖ μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματός Του: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον Σου».
«Ἀκηδία», ἐτυμολογικὰ σημαίνει ἀπουσία φροντίδας γιὰ τὴ σωτηρία. Ἐκτὸς ἀπὸ σπάνιες σχεδὸν περιπτώσεις, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ζεῖ σὲ κατάσταση ἀκηδίας. Οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν ἀδιάφοροι γιὰ τὴ σωτηρία τους. Δὲν ἀναζητοῦν τὴ θεία ζωή. Περιορίζονται στὰ σχήματα τῆς σαρκικῆς ζωῆς στὶς καθημερινὲς ἀνάγκες, στὰ πάθη τοῦ κόσμου καὶ τὶς συμβατικὲς πράξεις. Ὡστόσο ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε ἀπὸ τὸ μηδὲν «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Ἀπολύτου καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» Του. Ἂν ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ ἀληθεύει, ἡ ἀπουσία τῆς μέριμνας γιὰ τὴ σωτηρία δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ θάνατος τοῦ προσώπου.
Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2024



Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω
Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέλη ἀλλήλων, εἶναι συνεργάτες καὶ συνυπεύθυνοι γιὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Ἄλλωστε αὐτὸ τὸ αἴσθημα ὑπαγορεύει καὶ ἡ ὁμοουσιότητα τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ συμπεριφορὰ πρὸς τὸν πλησίον, ἡ στήριξή του, ἡ συμμετοχὴ στὸν πόνο καὶ τὴν χαρά του, ἡ ἀποφυγὴ τῆς προσβολῆς ἢ τοῦ σκανδαλισμοῦ του ἀποτελοῦν βασικὲς ὑποχρεώσεις γιὰ τὸν πιστό. Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀτομικὸ ἀλλὰ συλλογικὸ ἔργο, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ διαπροσωπικὲς σχέσεις δὲν ἀνήκουν στὸ περιθώριο ἀλλὰ στὸ ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ἐκφραστικὸ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα ποὺ ἀπευθύνεται κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία: «Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πάσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ὁ Χριστιανὸς δὲν φροντίζει μόνο γιὰ τὴν προσωπικὴ προσαγωγή του στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν στήριξη τοῦ πλησίον νὰ πλησιάσει τὸν κοινὸ Πατέρα. Καὶ ἡ φροντίδα αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ δευτερεῦον ἀλλὰ κύριο ἔργο ποὺ ἐκφράζει τὴν ταυτότητά του ὡς μέλους τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει καὶ ἡ προτροπὴ ποὺ ἀπευθύνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς πιστούς: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος»
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης ὑπάρχει καὶ ὁ λεγόμενος χρυσὸς κανόνας τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς: «Πάντα ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς». Ἐδῶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ μεταφέρει τὸν ἑαυτό του στὴν θέση τοῦ ἄλλου καὶ νὰ ἐνεργήσει ἀπέναντί του ἔτσι, ὅπως θὰ ἤθελε νὰ ἐνεργήσουν οἱ ἄλλοι ἀπέναντι σὲ αὐτόν. Ὁ κανόνας αὐτὸς προσφέρει στὸν καθένα τὸ ἀσφαλέστερο πρακτικὸ μέτρο σωστῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ δὲν κάνει λόγο γιὰ τὰ ὅριά της. Αὐτὰ ὑποδηλώνονται μὲ τὴν δεύτερη μεγάλη ἐντολή, ποὺ καλεῖ τὸν Χριστιανὸ νὰ ἀγαπήσει τὸν πλησίον του ὡς ἑαυτό του. Τὸν καλεῖ νὰ ἀνοιχθεῖ ἀπεριόριστα πρὸς ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Νὰ μὴ ξεχωρίζει τὸν πλησίον ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ νὰ τὸν βλέπει καὶ νὰ τὸν ἀγαπᾶ ὡς ἑαυτό του. Νὰ ζεῖ τὴν ζωὴ τοῦ πλησίον ὡς δική του ζωὴ καὶ νὰ γίνεται ἕνα μαζί του.
Ἡ θεώρηση αὐτὴ τοῦ πλησίον δὲν κατασκευάζεται σὲ θεωρητικὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ προκύπτει ὡς ὀντολογικὴ συνέπεια μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸν Χριστιανὸ ὁ ἀληθινὸς ἑαυτὸς του εἶναι ὁ πλησίον. Χωρὶς αὐτὸν δὲν βρίσκεται οὐσιαστικὰ μέσα στὸ κοινὸ σῶμα. Δὲν ἐπαληθεύει τὴν ταυτότητα τοῦ Χριστιανοῦ. Αὐτὸ βέβαια δὲν γίνεται αἰσθητὸ μέσα στὴν ἐκκοσμικευμένη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Γι’αὐτὸ καὶ ἐξαρχῆς ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ὁδήγησε πολλοὺς πιστοὺς ἔξω ἀπὸ τὴν κοσμικὴ κοινωνία καὶ συνέβαλε στὴν ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ μοναχισμὸς δὲν ἐπιδιώκει τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἐπιδιώκει κάθε Χριστιανός. Τὸ μοναστήρι εἶναι μία ἐκκλησία ποὺ λειτουργεῖ μέσα στὸ σῶμα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ ὅπως καὶ αὐτή. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ οἱ ὀρθόδοξοι λαοὶ ἔβλεπαν στὸ μοναχικὸ κοινόβιο τὴν ἰδεώδη χριστιανικὴ κοινωνία. Σὲ σχέση μάλιστα μὲ τὸ θέμα μας μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὸ τελειότερο πλαίσιο γιὰ τὴν καλλιέργεια σωστῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων. Οὐσιαστικὰ ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ στὴν ἰδανική της μορφὴ ἀποσκοπεῖ στὴν πληρέστερη δυνατὴ προσέγγιση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας, ποὺ ἔχει ὡς ἔσχατο στόχο τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Γεώργιος Μαντζαρίδης

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2024

 


Φθινόπωρο

Χειμώνιασε καὶ φεύγουν τὰ πουλιὰ
γοργὰ ὁ πελαργὸς τὰ πελαγώνει
κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιὰ
χορτάριασε παντέρημη καὶ μόνη.

Τοῦ σπίνου χάθηκ’ ἡ γλυκιὰ λαλιά,
φοβήθηκε ὁ μελισσουργὸς τὸ χιόνι
κι ἡ σουσουράδα κάτω στὴν ἀκρογιαλιὰ
δὲν τρέχει, δὲν πηδᾶ, δὲν καμαρώνει.

Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδὶ
τοῦ φθινοπώρου φτωχικὸ παιδί,
ὁ καλογιάνος, πρόσχαρος προβάλλει,

μὲ λόγια ταπεινὰ καὶ σιγανά.
Μικρὸς προφήτης, φτερωτὸς
μηνᾶ τὴν Ἄνοιξη, ποὺ θὰ γυρίσῃ πάλι.

Γεώργιος Δροσίνης

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

 


Διαστάσεις

-Ὅσα προγράμματα ἔκανα ἐγὼ ὅλα ἀπέτυχαν, γι’αὐτὸ ἀφήνω πλέον τὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου νὰ τὸ κάνει ὁ Θεός.

-Ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μας πρέπει νὰ τὰ βλέπουμε ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητος. Τότε μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὶς πραγματικές τους διαστάσεις.

π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

 


Ἐγὼ πιπέρι δὲν ἔχω, νὰ σκέπτεσθε, ζάχαρη ἔχω

-Νὰ ἔχετε χαράν! Ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη ἂς σᾶς εἶναι φιλοξενούμενες, ὄχι ὅμως ἡ ἀπελπισία. Τῆς ἀπελπισίας νὰ τῆς κλείνετε τὴν πόρτα! Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει οὔτε δειλὸς νὰ εἶναι, οὔτε ἀπελπισία νὰ ἔχει.

-Οἱ ἄλλοι ὅ,τι γράμματα ξεύρουν, αὐτὰ καὶ σοῦ λένε. Τὰ δικά τους ζοῦν, τὰ δικά τους ξεύρουν, αὐτά σου λένε. Τὰ δικά σου δὲν τὰ ζοῦν, δὲν τὰ ξεύρουν, δὲν τὰ ἀγαποῦν! Πὼς λοιπὸν ἀφοῦ δὲν γνωρίζουν τὴ γλώσσα σου θέλεις νὰ σοῦ μιλήσουν!

-Μὴ θυμώνετε. Θὰ σᾶς εἰρωνευθοῦν, θὰ ὑποφέρετε. Ἐσεῖς μὴ φοβάσθε. Σᾶς προσφέρουν δηλ. πιπέρι, νὰ δίδετε ζάχαρη. Ἐγὼ πιπέρι δὲν ἔχω νὰ σκέπτεσθε, ζάχαρη ἔχω, ζάχαρη δίδω.

-Σὲ κάθε προσευχὴ πρέπει νὰ ἔχετε ἕνα κόμπο δάκρυ. Καὶ σάν σας ἔλθη κατάνυξη, μὴ τὸ λέτε πουθενὰ γιατί εἶναι θεῖον δῶρον μήπως καὶ τὸ χάσετε!

-Τὸν ἱεροκήρυκα νὰ τὸν ἀκοῦτε, ἀλλὰ μὴ ζυγώνετε πολύ. Ὅλοι ἄνθρωποι εἴμεθα. Πιθανὸν νὰ διαπιστώσετε ἀδυναμίες καὶ νὰ πεῖτε ἄλλα λέει καὶ ἄλλα πράττει.

-Νὰ μὴ θυμώνετε. Νὰ γλυκαίνετε μὲ τὴν ζάχαρή σας, δηλ. μὲ τὸν καλόν σας λόγο τὸν ἄλλο.

-Μὴ ὑποδεικνύεις, διότι, διδασκαλία δίχως θέλησιν τοῦ ἄλλου, ἔχθρα εἶναι καὶ γίνεται ἁμαρτία καὶ σὲ κεῖνον ποὺ ἀκούει καὶ δὲν κάνει καὶ ἐσὺ στεναχωρεῖσαι καὶ ταράζεσαι.

Ἅγιος Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024



Ὅταν παίζεις μὲ τὸ ἄυλο χρῆμα, 
παίζεις μὲ τὰ φαντάσματα… (α)
Εἶναι κακομοιριὰ νὰ τρομάζει κανεὶς ὑπερβολικὰ μὲ τὸ ἄγνωστο. Καὶ ὅμως αὐτὸ συμβαίνει σήμερα. Ἡ ἄφιξη τοῦ νέου χρόνου βρίσκει τὴν ἀνθρωπότητα ζαρωμένη σὲ μιὰ γωνιὰ νὰ παρακολουθεῖ μὲ δέος τὰ κύματα τοῦ χρόνου ποὺ ἔρχονται καταπάνω της.
Ὁ κόσμος φοβᾶται αὐτὸ ποὺ γεννιέται, ἀντὶ νὰ τὸ χαιρετίζει ἀνυπόμονα. Εἶναι γιατὶ μέσα στὸ καινούργιο κυριάρχησε τὸ ἀπρόβλεπτο. Τὰ γεγονότα ξέσπασαν ξαφνικὰ καὶ ἀπροειδοποίητα, εἶναι ἀλήθεια αὐτό. Ἦρθε ἡ κρίση, ἦρθε ἡ ἀναστάτωση, ὅλα αὐτὰ ποὺ κάνουν τοὺς πάντες νὰ ὁμολογοῦν: «Δὲν τὸ περιμέναμε». Μὰ τί νὰ περιμένουν; Κανεὶς δὲν περίμενε τίποτε, πολὺ καιρὸ πρὶν ἐνσκήψει ἡ κρίση. Δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἀναμονή, οὔτε προσμονή, οὔτε πρόβλεψη. Ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς πρόβλεψης εἶχε ἤδη ὑπονομευτεῖ στὶς δυτικὲς κοινωνίες.
Μέχρι πρὶν ἀπὸ μισὸ αἰώνα μὲ βάση κάποιους ὑπολογισμοὺς οἱ ἄνθρωποι ἦταν σὲ θέση νὰ πιθανολογήσουν τὸ τί θὰ συμβεῖ τοὺς ἑπόμενους μῆνες, τὰ ἑπόμενα χρόνια. Οἱ ἐκτιμήσεις αὐτὲς τοὺς βοηθοῦσαν νὰ χαράξουν τὴν πορεία τους, ὅπως τοὺς βοηθοῦσε ἐπίσης καὶ τὸ σῶμα τους, ὁ ὀργανισμός τους μὲ τὶς φυσικές του ἰδιότητες. Τὰ μάτια, τὰ χέρια, κάθε ὄργανο, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ προσαρμοστοῦν αὐτομάτως σὲ πολλὰ ἀπρόοπτα.
Ὅταν ἔρχεται μία δυνατὴ ριπὴ ἀνέμου, τὰ βλέφαρα κατεβαίνουν καὶ τὸ μάτι μισοκλείνει ἀμέσως γιὰ νὰ ἐμποδίσει νὰ μποῦν ἡ σκόνη καὶ τὰ σκουπιδάκια. Γιὰ πολὺ μεγάλο διάστημα τὸ ἀπρόβλεπτο ἀντιμετωπιζόταν μὲ τὰ ἀνακλαστικὰ τῶν ἀνθρώπων, μὲ τοὺς θεσμούς τους, μὲ τοὺς νόμους καὶ τὰ συμβόλαια. Ὥσπου αὐτὴ ἡ περίοδος τῆς φυσικῆς προσαρμοστικότητας ἔληξε βίαια.
Τὰ δημιουργήματα καὶ ὁ αἰφνιδιασμὸς
Μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἡ Δύση δὲν ἔκανε ἄλλο παρὰ νὰ παράγει, χωρὶς νὰ συνειδητοποιεῖ αὐτὸ ποὺ θὰ τὴν ἐξέπληττε κάποτε δυσάρεστα. Κατασκευάζονταν ἀντικείμενα καὶ μηχανήματα προορισμένα νὰ ἐντυπωσιάσουν, νὰ συνεπάρουν, νὰ αἰχμαλωτίσουν, νὰ ἀνατρέψουν συνήθειες, νὰ καταργήσουν κεκτημένους ρυθμούς, νὰ δείξουν μὲ δυὸ λόγια στὸν ἄνθρωπο-δημιουργό τους ὅτι εἶναι ἀντίγραφα τῆς πιὸ ἐκπληκτικῆς, τῆς πιὸ ἀστάθμητης πλευρᾶς τοῦ πνεύματός του.
Τὸ αὐτοκίνητο ἔπρεπε νὰ τρέχει γρηγορότερα, ὅπως καὶ οἱ σκέψεις, οἱ εἰκόνες στὶς ὀθόνες νὰ ἐναλλάσσονται ἀπότομα, ὅπως οἱ ἐντυπώσεις, οἱ πόρτες νὰ ἀνοίγουν μόνες τους καὶ χωρὶς θόρυβο, ὅπως σὲ κάποια ὄνειρα. Μπροστὰ στὰ κατορθώματά του ὁ κατασκευαστὴς ἔμενε ἄναυδος. Ἡ δική του ἀστάθεια, ἡ δική του μεταβλητότητα, ὅλα τὰ καπρίτσια τῆς διάνοιας καὶ τῆς φαντασίας του, εἶχαν μεταφερθεῖ στὰ ἀντικείμενα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιήσει.
Μοιραία, τὰ δημιουργήματά του θὰ τὸν αἰφνιδίαζαν. Γιατὶ τὸ πνεῦμα μας μαζὶ μὲ τὸ ἐκπληκτικὸ περιέχει καὶ τὸ παράλογο. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἤμασταν ἕτοιμοι, ἀφοῦ τὸ ἀποφασίσαμε, νὰ ἀποδεχθοῦμε ἀκόμη κι αὐτό: νὰ μὴν καταλαβαίνουμε καλὰ τὸ πῶς ἀντὶ τοῦ ἄλφα εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ προκύψει τὸ βήτα. Ἡ κρίση εἶναι μία τέτοια κολοσσιαία διάψευση. Τὴν προετοίμασε μέσα στὸν πολιτισμό μας ἡ ἀντικατάσταση τῆς πρόνοιας ἀπὸ τὴν καινοτομία ποὺ ἔγινε αὐτοσκοπὸς καὶ ποὺ κατέληξε νὰ προκαλεῖ περισσότερες νευρικὲς ἐντάσεις παρὰ περιέργειες.
Βασίλης Καραποστόλης

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024


Ὁλόγυρα στὴ λίμνη
Ἐχωρίζετο ἡ λίμνη ἀπὸ τῆς θαλάσσης διὰ πλατείας λωρίδος γῆς ἀμμώδους καὶ κισηρώδους, τῆς ὁποίας μέρος ἦτο τὸ ναυπηγεῖον τῆς πόλεως καὶ μέρος ἦτο ὁ σικυὼν τοῦ Παρρήση. Κατὰ τὴν δυτικὴν ὅμως γωνίαν τῆς λωρίδος αὐτῆς, ὅπου ἤρχιζε ν᾿ ἁπλοῦται τὸ μῆκος τοῦ λιμένος, ἡ λωρὶς αὕτη ἔβαινε στενουμένη ἕως τοῦ Ἀργύρη τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη τὸν ἀνεμόμυλον, ὅστις μὲ τὴν ἀενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερῆ πτέρυγά του μὲ τὰ τριγωνικὰ ἱστία, ἐφαίνετο ὡς νὰ προεκάλει τὰ ἐν τῷ λιμένι ἠγκυροβολημένα πλοῖα, λέγων πρὸς αὐτά: «Νά, ἐγὼ ἀρμενίζω καὶ στὴ στεριά!»
Πόσας καὶ πόσας φορὰς ἠναγκάσθης νὰ θαλασσώσῃς, ἀφαιρῶν κάλτσες καὶ πέδιλα, ἀνασηκώνων ἕως τὸ γόνυ τὴν περισκελίδα, ἐπιμένων πεισμόνως νὰ διαβῇς τὸ ποτάμιον, ὅταν πολὺ συχνὰ ἐπήρχετο πλημμύρα καὶ ἡ θάλασσα ἐγίνετο ἓν μὲ τὸν βάλτον! Καὶ διατί δὲν ἀπεφάσιζες ν᾿ ἀνακόψῃς τὸν δρόμον σου καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν; Διότι σοῦ ἐφαίνετο ὅτι κάτι ἔβλεπες, κάτι ἀπήλαυες εἰς τὸ τοπίον αὐτό, ἐνῷ ἐκείνη ἥτις τὸ ἐζωντάνευεν, εἶχε γίνει ἄφαντος πρὸ πολλοῦ. Καὶ πότε πάλιν ἐπροτίμας νὰ λάβῃς τὴν βορειοτέραν ὁδόν, τὴν περιφερῆ, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης, διατρέχων ὅλον τὸ Κ᾿βούλι μὲ τοὺς ἀγροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀμπελῶνάς του. Ἐκεῖ ἐπάτεις ἐπὶ παχείας χλόης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρες πάντοτε ἂν ὑπῆρχε στερεὰ γῆ. Καὶ ἐχώνεσο ἕως τοὺς ἀστραγάλους εἰς τὸν βάλτον, ἀλλ᾿ ἐνόμιζες τοῦτο εὐτυχίαν σου, διότι ἐφαντάζεσο πάντοτε ὅτι ἔτρεχες νὰ κόψῃς ἴτσια δι᾿ ἐκείνην.
Καὶ ὅταν ἔφθανες τέλος, μὲ τὰ ὑποδήματα βαλτωμένα καὶ τὰ περιπόδια ὑγρά, εἰς τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καὶ τὸν ἐχαιρέτας, ἐκεῖ ποὺ ἐσκάλιζε τὰ κουκιά, φωνάζων μακρόθεν, «Καλησπέρα, μπαρμπα-Κωνσταντή!» κ᾿ ἐκεῖνος σοῦ ἀπήντα μειλιχίως, «Καλῶς τὸ παιδί μου!», τότε ἠγάπας νὰ φαντάζεσαι σεαυτὸν ὡς μπαρμπα-Κωνσταντήν, καὶ τὴν Πολύμνιαν ὡς θεια-Σινιώραν, καὶ τοὺς δύο κατὰ σαράντα ἔτη νεωτέρους, καὶ ἀνεμέτρεις ὁποία θὰ ἦτον εὐτυχία διὰ σέ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συζήσῃς μὲ τὴν ἀγαπητήν σου εἰς τὸν πάλλευκον ἐκεῖνον οἰκίσκον (τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ὑπερβάλλουσα λευκότης ὠφείλετο εἰς τὰ ἀκατάπαυστα ἀσβεστώματα τῆς θεια-Σινιώρας), καὶ ὁποία θὰ ἦτο ἐντρύφησις αἰσθήματος καὶ ρωμαντισμοῦ, ἐὰν διήγετε τὰς ἡμέρας μετὰ τῆς ἀγαπητῆς ἐν μέσῳ τοῦ εὐώδους καὶ χλοεροῦ ἐκείνου κήπου μὲ τὰς ροιάς, μὲ τὰς ροδωνιάς, μὲ τὰς ἀμυγδαλέας καὶ πασχαλέας, μὲ ὅλα τὰ ἐκλεκτότερα φυτὰ καὶ ἄνθη (τὰ ὁποῖα ὅμως ὠφείλοντο εἰς τοὺς ἐνδελεχεῖς κόπους τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ), παρὰ τὴν ὄχθην τῆς ὡραίας λίμνης, ὅπου ὑπήρχεν εἷς οὐρανὸς ἐπάνω, καὶ ἄλλος οὐρανὸς ἐφαίνετο κάτω, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλὰς κορυφάς των ἄνω, καὶ ἄλλαι λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἐκρέμαντο ἀνάποδα κάτω.
Καὶ ὅσαι μυριάδες ἄστρα ἐκόσμουν τὴν νύκτα λάμποντα τὸ στερέωμα, ἄλλαι τόσαι μυριάδες ἔλαμπαν τρεμοσβήνοντα κάτω εἰς τὸν πυθμένα. Καὶ καλαμῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ὕψωναν τοὺς ἀσθενεῖς καυλούς των δύο ὀργυιὰς ὑπὲρ τὸ κῦμα, καὶ βρύα καὶ λύγοι καὶ ἀσφόδελοι ἀπέζων ἐκ τοῦ ἐλέους τῆς λίμνης καὶ ἐκ τοῦ λίπους τοῦ βάλτου, κλίνοντα τὰς χθαμαλὰς κορυφάς των πρὸς τὸ ὕδωρ, ὡς ν᾿ ἀπέδιδον εἰς τὴν λίμνην τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν. Καὶ ἀντικρὺ ὑψοῦτο ὁ λιμὴν μὲ τὰς χλοερὰς ὄχθας του ὁλόγυρα, τὰς ἐξαπλούσας εἰς τὸν ἥλιον τὰς πρασινιζούσας κλιτῦς των, ὡς εὔκολπα στήθη παρθένου ἀναδίδοντα ζωὴν καὶ σφρῖγος εἰς τὴν πλάσιν. Δένδρα ἐκόσμουν εὐπαρύφως τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινὰς καὶ τὰς ἀμμώδεις, καὶ ἄλλα δένδρα φυτευμένα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐστόλιζον τὸ κῦμα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, τὰ ἱστία μὲ τὰ ἐξάρτιά των.
Καὶ εἰς τὸ βάθος ἐφαίνοντο πρὸς βορρᾶν τεμνόμεναι αἱ δύο τῶν λόφων σειραί, αἱ περιβάλλουσαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὸν μακρὸν ἀλλ᾿ εὐσύνοπτον εἰς τὸ βλέμμα κάμπον, ἡ μία ἡ ἀνατολική, ὑψηλή, ἐγγυτέρα εἰς τὸν θεατήν, ἐπιστεφομένη ἀπὸ τὸ καλύβι τοῦ μπαρμπα-Γιωργιοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ὅπου ὄχι ἅπαξ ἑώρτασες τὴν Πρωτομαγιάν, παιδίον, μὲ γάλα καὶ μὲ ὀβελίαν ἀμνὸν καὶ μὲ στεφάνους καὶ μὲ λούλουδα, ὅταν ἔζη ὁ πρὸς μητρὸς πάππος σου, ὁ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρος, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Καρονιάρης, ὅστις ἠγάπα νὰ ἑορτάζῃ μεγαλοπρεπῶς τὴν Πρωτομαγιάν, χορηγὸς αὐτὸς ὄχι μόνον δι᾿ ὅλους τοὺς υἱούς, τὰς θυγατέρας καὶ τὰ ἐγγόνια του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀναδεξίμια του καὶ τοὺς κουμπάρους του καὶ διὰ τὰς κόρας τῶν κολληγισσῶν του ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἑπταέτης ἤδη δὲν ὤκνεις νὰ ἐρωτεύεσαι, φανταζόμενος ὅτι τρέχεις κατόπιν αὐτῶν εἰς τοὺς ὁρμίσκους, ἐκεῖ ὅπου ἐλεύκαιναν τὰς ὀθόνας, καὶ ὅτι κρύπτεσαι μαζί των εἰς τὰ ἄντρα, τὰ πατούμενα ὑπὸ τῆς θαλάσσης, ἀφριζούσης ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, ὀνειροπολῶν τὴν εὐτυχίαν εἰς τοὺς λευκοὺς καὶ γλαφυροὺς κόλπους, μὲ τὰς ὁλοβροχίνους καὶ βυσσινόχρους τραχηλιάς, καὶ εἰς τὰς κυανόφλεβας καὶ τορνευτὰς ὠλένας μὲ τὰς μακρὰς καὶ κεντητὰς χειρῖδάς των. Πρώιμα ὄνειρα νεότητος ἀνυπομόνου, ὡς ἡ ἀμυγδαλῆ ἡ ἀνθοῦσα τὸν Ἰανουάριον!
Ἡ ἄλλη, ἡ δυτικὴ λοφιά, ἦτο ἡ Πλατάνα, ἀπωτέρα εἰς τὸν θεατήν, ὑπτία, ἀνακεκλιμένη, βαθμηδὸν ἀνέρπουσα πρὸς τὰς ὑψηλοτέρας κορυφάς, ἧς τὴν ὑπώρειαν περικαλλῶς κοσμεῖ ὁ Πύργος τοῦ Μετοχίου, μὲ τὸν ὡραῖον ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔβλεπες ἀντικρύ σου ὡς τελείαν εἰκόνα ἀριστοτέχνου ἀληθῶς, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης ἀπὸ τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ναυπηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀπέναντι, ἐντεῦθεν τῆς λίμνης.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη
ἢ Τὸ συναξάρι μίας ἁγίας συζύγου
Ἄν μοῦ ζητοῦσαν νὰ δώσω μὲ δύο λέξεις τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τοῦ διηγήματος τοῦ Παπαδιαμάντη «Ὁ Γάμος τοῦ Καραχμέτη», θὰ ἔλεγα ὅτι τὸ διήγημα αὐτὸ εἶναι τὸ συναξάρι μίας Ἁγίας Συζύγου. Τοῦτο ὅμως μὲ ὑποχρεώνει νὰ δώσω μίαν ἐξήγηση τοῦ ὅρου «συναξάρι».
Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας βρίσκεται διατυπωμένη στὶς Γραφὲς καὶ στὰ κείμενα τῶν Πατέρων. Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, ὅμως, ὅσο κι ἂν εἶναι τέλεια διατυπωμένη, θὰ ἐκινδύνευε νὰ παραμείνει ἀνενέργητη ὑψηλὴ θεωρία, ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ παραδείγματα τῶν Ἁγίων, ποὺ μᾶς δείχνουν τὸν τρόπο - ἢ μᾶλλον τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν τρόπων- καθὼς καὶ τὸ μέτρο, κατὰ τὸ ὁποῖο εἶναι δυνατὸν νὰ βιωθεῖ ἡ διδασκαλία αὐτή. Αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς τρόπους κι αὐτὸ τὸ μέτρο τὰ βρίσκουμε στὶς γραπτὲς διηγήσεις γιὰ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ συναξάρια. Ἀλλὰ ἕνα συναξάρι δὲν εἶναι μία ἱστορικὴ βιογραφία, ὅπως ἀκριβῶς μία βυζαντινὴ εἰκόνα ἑνὸς Ἁγίου δὲν εἶναι τὸ πορτραῖτο του. Τὸ συναξάρι εἶναι μία διήγηση ποὺ προσπαθεῖ νὰ μᾶς κάνει καταληπτὸ τὸ πέρασμα ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωὴ στὴ ζωὴ τῆς ἁγιότητας, τὴ μεταμόρφωση τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» σὲ ἄνθρωπο ποὺ μετέχει ἀπὸ τώρα στὴν «καινὴ κτίση». Τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων, παρὰ τὸ ἁπλοϊκό τους ὕφος, κλείνουν τόσο βάθος καὶ τόση ἀληθινὴ σοφία, ὥστε διαβάζοντάς τα νοιώθει κανεὶς τὴ δροσιὰ τοῦ Θαβωρείου Ὄρους καὶ τὶς ἀνταύγειες τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως.
Ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα αὐτὸ εἶχα κι ἐγὼ ὅταν διάβασα τὸ διήγημα «Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη», γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ χαρακτήρισα αὐθόρμητα σὰν συναξάρι, μιὰ καὶ ἀναφέρεται σὲ πρόσωπα ποὺ ἔζησαν πραγματικά.
Τὸ διήγημα κινεῖται σὲ δύο διαφορετικὰ ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτά, στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἡ μορφὴ τοῦ Κουμπῆ, εἶναι τὸ ἐπίπεδο τοῦ «φυσικοῦ κόσμου», ὅπως διαμορφώθηκε μετὰ τὴν Πτώση. Ὁ Κουμπὴς εἶναι ὁ «φυσικὸς ἄνθρωπος», ποὺ κινεῖται ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἐπιθυμία σ’ ἕναν ἀπελπισμένο ἀγώνα ἐπιβίωσης: πασχίζει ν᾿ ἀποχτήσει παιδιά, νὰ ἐξασφαλίσει αὐτὴ τὴ δυναμικὴ ἔκφραση ἀθανασίας, παρατείνοντας τὴ βιολογική του συνέχεια πάνω στὴ γῆ.
Γνώριμα σχήματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι οἱ διάφοροι κοινωνικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ θεσμοί, οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες», ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸν ἐξόριστο ἄνθρωπο σὰν ἐφόδια, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει στὴν περιπλάνησή του μέσα στὴν ἔρημο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ σὰν βοήθεια γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὁ Κουμπὴς τρέφει βαθύτατο σεβασμὸ στὰ θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ σχήματα: τρέμει τὴν καταδίκη τοῦ μοιχοῦ, ἀπορρίπτει τὴν παράνομη συμβίωση, κάνει τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα κάποιας νομιμότητας. Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν τὸν σώζουν, γιατὶ αὐτονομεῖ τὴν ἐπιθυμία του, καὶ ἡ αὐτονομία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ἁμαρτίας, ὁδηγεῖ ἀναπότρεπτα στὸ θάνατο.
Ἡ ἐτυμηγορία τοῦ χωρίου, δηλαδὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι κατηγορηματική: «Ἔκτοτε ὁ Κουμπὴς ὠνομάσθη ἀπ᾿ ὅλον τὸ χωρίον Καραχμέτης...» Τὸ ὄνομα Καραχμέτης εἶναι τούρκικο, μὴ χριστιανικό. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος δὲν εἶναι ἁπλῶς συμβολική, σημαίνει ὅτι ἡ κοινότητα δὲν τὸν δέχεται πιὰ σὰν οἰκεῖο πρόσωπο καὶ τὸν εἰδοποιεῖ ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχὴ μέσα στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ δρόμος πρὸς τὴ Ζωή.
Γιὰ νὰ φτάσουμε στὸ ἄλλο ἐπίπεδο, στὸ ὁποῖο κινεῖται ἡ Σεραϊνώ, πρέπει νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ κάθε προσπάθεια ψυχολογικῆς ἑρμηνείας καὶ νὰ ξεπεράσουμε τὸ φράγμα τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν καὶ τῆς συμβατικῆς θρησκευτικότητας.
Ἡ Σεραϊνὼ ζεῖ βέβαια μέσα στὸ φυσικὸ κόσμο, ἀλλὰ ὁ τρόπος ποὺ ζεῖ δὲν εἶναι «τοῦ κόσμου τούτου». Ζεῖ μέσα στὰ ἴδια κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ σχήματα ὅπως καὶ ὁ Κουμπής, χρησιμοποιεῖ τοὺς ἴδιους «δερμάτινους χιτῶνες», ὄχι ὅμως αὐτονομημένους, ἀλλὰ ὡς μέσα πορείας πρὸς τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴ Ζωή. Τὸ βασικὸ κίνητρο στὴ σχέση της μὲ τὸν Κουμπὴ δὲν εἶναι ἡ φυσικὴ ἐπιθυμία, ἀλλὰ ἡ βίωση τοῦ γάμου στὴ μυστηριακὴ μορφή του, ὅπως τὸν παραδίδει ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Κουμπὴς εἶναι ὁ σύζυγός της καὶ ὑποτάσσεται σ’ αὐτὸν «ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ». Αὐτὴ ἡ μεταμορφωμένη συζυγία ἔχει πάρει τὴ θέση τοῦ φυσικοῦ νόμου στὴ ζωή της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ζεῖ τὴν ἐκπληκτικὴ γαμήλια σχέση της τόσο ἁπλᾶ καὶ τόσο φυσικά, ὅπως ἀναπνέει ἢ περπατάει. Μία τέτοια σχέση εἶναι ἀκατάλυτη, κανένα γεγονὸς καὶ κανένας νόμος δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὴν κλονίσει: ἡ εἴσοδος τῆς Λελούδας μόλις ἀγγίζει τὴ Σεραϊνώ, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἁπλὸ ἐπεισόδιο στὴ ζωή της, τὸ θεωρεῖ φυσικὸ καὶ αὐτονόητο νὰ μείνει κοντὰ στὸν ἄντρα της, νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιά του. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μία πράξη αὐτοθυσίας, ἀλλὰ γιὰ μία βίωση τῆς ὑποταγῆς στὸν ὑπέρτατο βαθμό, «ἐν παντί», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος. Αὐτὴ ἡ ὑποταγὴ ὅμως δὲν τὴν ἐκμηδενίζει, ἀλλὰ τὴν ἐξαγιάζει καὶ τὴ δοξάζει. Ἡ πρώτη ἀναγνώριση τῆς ἁγιωσύνης της γίνεται ἀπὸ τὸν Κουμπή, σ᾿ ἕνα στιγμιαῖο φωτισμό του: «Ὁ Θεὸς σὲ φωτίζει καὶ φέρεσαι ἔτσι, ἅγια ψυχή, εἶπε, μὴ δυνάμενος νὰ συγκρατήσει ὁ σκληρὸς τὴν συγκίνησίν του». Μετὰ τὸ θάνατό της ἡ εὐωδία τῶν λειψάνων της -σημεῖο ὑπερνίκησης τῆς φθορᾶς ἤδη ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν αἰώνα- ἀναγγέλλει τὴν ἁγιότητά της σὲ ὅλους μας καὶ τὴν προβάλλει σὰν παρήγορη μαρτυρία γιὰ τὴ δυνατότητα ἐξαγιασμοῦ τοῦ βέβηλου κόσμου μας.
Πρεσβείαις, Κύριε, τῆς Ἁγίας Σεραϊνῶς καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων Συζύγων ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Τάσος Ζαννὴς