Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

 


Ἄλλοτε η θάλασσα...

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Γιῶργος Σαραντάρης

Σάββατο 29 Ιουνίου 2024


Τὸ ἐρημονήσι
Γειά σου Ἀπρίλη γειά σου Μάρτη
    καί πικρή Σαρακοστή
Βάζω πλώρη καί κατάρτι
    καί γυρεύω ἕνα νησί
    πού δέ βρίσκεται στό χάρτη

Τό κρατᾶνε στόν ἀέρα
    τέσσερα χρυσά πουλιά
Δέ γνωρίζεις ἐκεῖ πέρα
    οὔτε κλέφτη οὔτε φονιά
    οὔτε μάνα καί πατέρα

Τά λουλούδια μεγαλώνουν
    κάθε νύχτα τρεῖς ὀργιές
Τίς ἀκρογιαλιές ἰσκιώνουν
    καί τά δέντρα στίς πλαγιές
    σάν καβούρια σκαρφαλώνουν

Μές στῆς ἐρημιᾶς τ' ἀγέρι
    ὅλ' ἁγιάζουνε μεμιᾶς
Πιάνεις τοῦ Θεοῦ τό χέρι
    καί στά κύματα ἀκουμπᾶς
    σάν ἀγριοπεριστέρι

Γειά σας ἔχτρες γειά σας μίση
    καί γινάτι καθενός
Ἅμα βρεῖς τό ἐρημονήσι
    ὅλα τ' ἄλλα εἶναι καπνός
    Μία φορά νά τό 'χεις ζήσει.


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τρίτη 25 Ιουνίου 2024

 


Ἡ λυπημένη

Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς
κάθισες πρὸς τὸ βράδυ
μὲ τοῦ ματιοῦ σου τὸ μαυράδι
δείχνοντας πὼς πονεῖς·

κι εἶχες στὰ χείλια τὴ γραμμὴ
ποὺ εἶναι γυμνὴ καὶ τρέμει
σὰν ἡ ψυχὴ γίνεται ἀνέμη
καὶ δέουνται οἱ λυγμοί·

κι εἶχες στὸ νοῦ σου τὸ σκοπὸ
ποὺ ξεκινᾶ τὸ δάκρυ
κι ἤσουν κορμὶ ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρη
γυρίζει στὸν καρπό·

μὰ τῆς καρδιᾶς σου ὁ σπαραγμὸς
δὲ βόγκηξε κι ἐγίνη
τὸ νόημα ποὺ στὸν κόσμο δίνει
ἔναστρος οὐρανός.

Γιῶργος Σεφέρης

Σάββατο 22 Ιουνίου 2024


Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας
― Καὶ τὰ κουνούπια πῶς νὰ ηὗραν τρόπον κ᾿ ἐσώθησαν εἰς τὴν Κιβωτόν; Κ᾿ ἡ μυῖγα; καὶ τὰ μυιγαράκια; κ᾿ οἱ μουσίτσες;
― Καὶ τὰ μικρόβια;
Αἱ δύο κυρίαι εἶχαν τὸν λόγον. Ἡ πρώτη, εὐτραφής, μεγαλόσωμος, καὶ καλοκαμωμένη, ὅσον ἐφαίνετο ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης, μέσῳ τοῦ δένδρου, καὶ ὑπὸ τὸ φῶς ἑνὸς φανοῦ ἐπὶ χαμηλοῦ στύλου, ἔξωθεν τοῦ ἐξοχικοῦ καφενείου, ἦτο σύζυγος τοῦ παρακαθημένου αὐτῇ ὑπερμεσήλικος κυρίου μὲ τὴν γενειάδα, ὅστις ἦτο ἐπαρχιώτης πολιτευόμενος. Ἡ ἄλλη, νεαρὰ ἀκόμη, ἄγαμος, ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ δασκάλα. Εἷς γνώριμός των, νεαρὸς κύριος, συνεπλήρου τὴν τετράδα. Εἶχαν πίει τὸν καφέν των, τὴν θερινὴν ἐκείνην νύκτα, καὶ ἀνεψύχοντο.
― Κι ὁ ψύλλος τάχα ποῦ νὰ ἐτρύπωσε, καὶ κατώρθωσε νὰ γλυτώσῃ; εἶπεν ἡ δασκάλα.
― Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι στὴν κάλτσα τῆς Νώενας θὰ ἐχώθη, ἀπήντησεν ἡ μεγαλόσωμος.
Ὅλοι ἐκάγχασαν.
― Μὰ ἡ ψείρα;
―Ὤ, ἡ ψείρα; Χωρὶς ἄλλο θὰ ἐκόλλησε στὴν γενειάδα τοῦ Νῶε.
Ὁ γηραιὸς κύριος ἀκουσίως ἔψαυσε τὴν γενειάδα του.
*
* *
Εἰς ἕνα ὅμιλον ἀντικρινὸν ἐκάθηντο τρεῖς λιμοκοντόροι. Οἱ δύο μόνον ἐφοροῦσαν στενά. Ὁ τρίτος, ἀμύστακος ἀκόμη, ἐφοροῦσε κομψὰ ρασάκια, καὶ εἶχε τὴν κοτσίδα του ὀπίσω δεμένην εἰς τὴν μέσην μὲ κορδέλαν. Ἴσως ἦτο Ριζαρείτης.
Κατὰ σύμπτωσιν, κ᾿ ἐκεῖ ἡ ὁμιλία ἦτο σχετικὴ μὲ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Οἱ τρεῖς νέοι ὡμιλοῦσαν ἐν ἐξάψει, κ᾿ ἐφαίνοντο ὅτι εἶχαν δειπνήσει ἐν ἀφθονίᾳ.
― Καὶ τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά, βρέ;… Πῶς μίλησεν ἡ γαϊδάρα τοῦ Βαρλαάμ; (sic) Τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά, βρέ;
Τὸ βρὲ ὁ Ριζαρείτης τὸ ἀπηύθυνε βεβαίως εἰς τὸν ἀόρατον καὶ ἀπρόσωπον διευθυντὴν συντάκτην τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπέστρεφε ρητορικῶς τὸν λόγον. Ἴσως εἰς τὸν προφήτην Μωυσέα.
― Τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά; ἐπανέλαβε καὶ τρίτην φοράν.
Ὁ νεαρὸς κύριος τοῦ γείτονος ὁμίλου, ἂν κ᾿ ἐγέλασε μὲ τὰς ἐλαφρὰς εὐφυολογίας τῶν δύο γυναικῶν, φαίνεται ὅτι δὲν εὐηρεστήθη ἀπὸ τὴν βαναυσότητα τοῦ μικροῦ ρασοφόρου. Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἰδίαν ὁμάδα του, ἀρκετὰ μεγαλοφώνως ὥστε ν᾿ ἀκούεται καὶ ἀπὸ τοὺς γείτονας, εἶπε:
― Τίνος τὰ πουλᾷ;… Μ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι εἴκοσιν αἰῶνες τώρα, ἐξακολουθοῦν νὰ πουλοῦνται εἰς ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα αἱ Βιβλικαὶ Ἑταιρεῖαι τὰ πουλοῦνμεταφρασμένα εἰς τριακόσιες τόσες γλῶσσες… Κ᾿ ἔπειτα, ἐκεῖνος ποὺ τὰ πουλᾷ, ὡς θαῦμα ζητεῖ νὰ τὰ πουλήσῃ καὶ ὄχι ὡς κοινόν τι καὶ σύνηθες. Οὐδὲ βιάζει κανένα νὰ τὸ πιστεύσῃ.
― Καὶ δὲν εἶναι καὶ πολὺ παράξενο ἂν ὡμίλησε μίαν φορὰν ἡ γαϊδάρα, εἶπεν ἀκάκως ὁ γηραιὸς κύριος. Πόσοι γαϊδάροι καὶ γαϊδάρες πόσες μιλοῦν!
―Ἂς τ᾿ ἀφήσουμε αὐτό, εἶπεν ὁ νέος. Μὰ ἰδέτε πόσον καλὰ ὁ νεαρὸς αὐτὸς ρασοφόρος μανθάνει τὰ «ἱερὰ γράμματα», ἀφοῦ τὸν Βαλαάμ, τὸν μάντιν, ποὺ ἔζησε χίλια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, τὸν κάνει Βαρλαάμ, τὸν αἱρετικὸν τῆς 13ης μετὰ Χριστὸν ἑκατονταετηρίδος… Καὶ τὸ κάτω-κάτω, κύριε, ἐπέφερεν οἱονεὶ ἀποστρέφων τὸν λόγον πρὸς τὸν Ριζαρείτην, ἀφοῦ δὲν σ᾿ ἀρέσει, κύριε, ἡ Θρησκεία καὶ τὸ ἱερατικὸν στάδιον, διατί φορεῖς ράσα, καὶ διατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σὲ στέλνουν νὰ φοιτᾷς εἰς τὴν Ριζάρειον; Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024



Σελήνη
Θάμα κι᾿ αὐτὸ τ᾿ ἀποψινό!
Στὸ περιβόλι τὸ πυκνὸ
καθὼς κοιμότουν σκοτεινὸ
μπῆκε ἡ κυρὰ σελήνη
καὶ ξύπνησε γιὰ μία στιγμὴ
τ᾿ ἀηδόνι καὶ τὸ γιασεμὶ
καὶ τὴ μουντὴ νεροσυρμὴ
ποὺ ὁλόχρυση ἔχει γίνει!
Θάμα κι᾿ αὐτὸ τ᾿ ἀποψινό!
Τ᾿ ἄστρα ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
χορεύουν καλαματιανὸ
μὲ τὴν κυρὰ σελήνη
κι ἡ θάλασσα μουρμουριστὰ
τὸν ἦχο τάχα τῆς βαστᾷ
καὶ τὴν κυρὰ εὐχαριστᾷ
κι αὐτὴ φλωριὰ τῆς δίνει!
Γεώργιος Ἀθάνας

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024



Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ πήδηξα στὴ βάρκα
Μία δύναμις μὲ ἅρπαξε ἀπὸ τὴν λιτανεία πρὶν φύγουμε ἀπὸ τὰ Ψαρὰ γιὰ τὴν Χίο. Μία δύναμις θεϊκὴ μὲ γιγάντωσε...
Αὐτὴ ἡ θεία δύναμις μοῦ ἔδωσε θάρρος διὰ νὰ φθάσω μὲ τὸ πυρπολικό μου στὴν Τουρκικὴ Ναυαρχίδα... Οἱ Τοῦρκοι ἦταν τόσοι ὥστε ἐὰν ἔπτυον ἐπάνω μας θὰ μᾶς ἔπνιγαν ἀναμφιβόλως...
«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου» φώναξα ἐκείνη τὴ στιγμή. Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ πήδηξα στὴ βάρκα. Οἱ φλόγες τοῦ πυρπολικοῦ μεταδόθηκαν στὴν Ναυαρχίδα, ποὺ τινάχθηκε στὸν ἀέρα καὶ παρέσυρε στὸν θάνατο χιλιάδες Τούρκους...
Κωνσταντῖνος Κανάρης

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024


Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία
Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον. Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς. Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν...
Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ...
Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου... Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». 
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

 


Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε

Κάποιος μοναχός τῆς Μονῆς τοῦ Σαρώφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνει στήν ἀπόγνωση, ζήτησε τήν συμπαράσταση ἑνός ἀδελφοῦ. Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν Μονή μετά τόν Ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτηση. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὁδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ. Ὁ ἄρρωστος ἀδελφός θέλησε ν’ ἀλλάξει κατεύθυνση, γιά νά μήν συναντηθεῖ μέ τόν Στάρετς σ’ αὐτήν τήν ψυχική κατάσταση.

Πρίν ὅμως προφθάσουν ν’ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό μέρος τους. Οἱ δύο Μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε νά ψάλλει ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὡδῆς τοῦ μικροῦ Παρακλητικοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψη καί δοκιμασία:

«Χαρᾶς μου τὴν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τὸ πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τὴν λύπην ἐξαφανίσασα.» Γέμισε μὲ χαρὰ τὴν καρδιά μου, Παρθένε, Ἐσὺ ποὺ δέχθηκες μέσα Σου τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ χαρὰ σὲ τέλειο βαθμό, κι ἔτσι ἐξαφάνισες τὴ λύπη ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἁμαρτία.

Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:

-Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!

Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ Στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν Μονή εἰρηνικοί!

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

 


Τί ἔτρωγε ἡ Στιλούδα

Πλημμυρίζει τύψεις ἡ συνείδησή μου, μαυρίζει ἡ ψυχή μου, ὅταν μοῦ ἔρχεται στὸ νοῦ τὸ περιστατικὸ μὲ τὴ Στιλούδα, τὸ ἀνοιξιάτικο ἐκεῖνο δειλινὸ στὴν ἀλάνα τῶν παιδικῶν μου παιχνιδιῶν. Ἡ Στιλούδα ἦταν ἕνα κοριτσάκι 4-5 χρονῶν, λεπτὸ καὶ εὔθραυστο σὰν μίσχος λουλουδιοῦ, ἕνα κοριτσάκι φοβισμένο καὶ κλεισμένο στὸν ἑαυτό του, σὰ πουλάκι λαβωμένο.

Ἦταν ἡ ἀμέσως μετὰ τὴν κατοχὴ ἐποχή, ἡ ταραγμένη, ἡ φριχτὴ γιὰ τὴν πατρίδα μας περίοδος, ἡ ἐποχὴ τοῦ ἐμφυλίου.

Ἡ Στιλούδα ζοῦσε μὲ τὴ μάνα της σὲ ἕνα σκοτεινὸ κατῶι ἑνὸς σπιτιοῦ τῆς γειτονιᾶς μου, ὅπου βρῆκαν καταφύγιο, ὅταν ἦρθαν πανικοβλημένες στὸν Πολύγυρο ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Χαλκιδικῆς μέσα στὴ δίνη τῶν καιρῶν. Ἡ μάνα τῆς Στιλούδας, μία λιπόσαρκη ταλαιπωρημένη γυναίκα, μαυροφοροῦσα καὶ μαυρομαντηλοῦσα, ἔχασε τὸν ἄνδρα της, ὅταν εἶχε ἀκόμα στὴν κοιλιά της τὴ Στιλούδα. Ἔτσι χωρὶς πόρους, χωρὶς στήριξη πῆρε τὸ παιδί της καὶ ἦρθε, ὅπως εἶπα, στὸν Πολύγυρο καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβιώσει ξενοδουλεύοντας.

Ἡ Στιλούδα ἔμενε κλεισμένη στὸ κατῶι, ὅσο ἔλειπε ἡ μάνα της στὴ δουλειά, ὅλο τὸ πρωινό. Ὅταν, ὅμως, ἐρχόταν τὸ ἀπόγευμα καὶ τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς μαζεύονταν σὲ κάποια ἀλάνα ἤ στὸ δρόμο καὶ ξεσήκωναν τὸν κόσμο μὲ τὰ γέλια καὶ τὶς φωνές τους, τότε ἔβλεπες καὶ τὴ Στιλούδα νὰ ξεμυτίζει καὶ νὰ ἔρχεται δειλὰ δειλὰ στὴ μάζωξη τῶν παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς. Κούρνιαζε πάντα σὲ μία ἄκρη, μία ψυχούλα τόση δά ποὺ φαινόταν ἀκόμα μικρότερη, καθὼς καθόταν συνεσταλμένη καὶ μαζεμένη καὶ παρακολουθοῦσε μὲ τὰ μεγάλα μάτια της μὲ ζέση καὶ ἐνδιαφέρον, ὅσα ἔκαναν τὰ ἄλλα παιδιὰ, χωρὶς νὰ τολμάει ὅμως νὰ συμμετέχει στὸ παιχνίδι.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὑπῆρχε συνήθεια, τηρούμενη μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν παιδιῶν, κάθε παιδί, ὅταν ἔβγαινε γιὰ παιχνίδι, νὰ κρατάει στὸ ἕνα του χέρι μία φέτα ψωμὶ (τὸ λεγόμενο γουνίδ’ ἢ γουνίδα) καὶ στὸ ἄλλο του χέρι κάποιο φαγώσιμο. Αὐτὸ τὸ ἄλλο φαγώσιμο, οἱ παλιοὶ συνήθιζαν νὰ τὸ χαρακτηρίζουν «αὐτό ποὺ ξεγελάει τὸ ψωμὶ νὰ κατιβαίν’(ει) σιακάτ». Τὸ σύνηθες συνοδὸ τοῦ ψωμιοῦ ἦταν τὸ τυρί. Μία φέτα, λοιπὸν, μεγάλη ψωμὶ στὸ ἕνα χέρι καὶ ἕνα συνήθως μικρὸ κομμάτι τυρὶ στὸ ἄλλο χέρι, τὸ λεγόμενο ψωμοτύρι, ἦταν τὸ παραδοσιακὸ ἀπογευματινὸ τῶν παιδιῶν, ποὺ τὸ ἔτρωγαν, ὅπως εἴπαμε, πάντα παίζοντας στὸ δρόμο. Ἀπαραίτητα, ἡ μάνα ἔδινε στὸ παιδί της κάθε φορὰ τὴν ὁδηγία: «Νὰ δαγκάνεις πολὺ ψωμὶ ἀλλὰ τσιμοῦδα τυρί». Προφανῶς, γιὰ νὰ ἐπαρκέσει τὸ λιγοστὸ τυρὶ νὰ ξεγελάσει ὅλο τὸ ψωμὶ, γιὰ νὰ κατεβεῖ σιακάτ’!

Ἐκτὸς, ὅμως, ἀπὸ τὸ τυρὶ ὑπῆρχαν καὶ διάφορα ἄλλα συνοδὰ τοῦ ψωμιοῦ «γιὰ νὰ τὸ ξεγελάσουν». Ἔτσι, ἔβλεπες κάποια παιδιὰ νὰ κρατοῦν μία φέτα ψωμὶ βρεγμένη καὶ πασπαλισμένη μὲ ζάχαρη, κάποια ἄλλα μία φέτα περιχυμένη μὲ λάδι καὶ ἐπάνω ἁλάτι καὶ ρίγανη ἢ ἀλειμμένη μὲ λίγδα, ταραμά, πολτοποιημένες ἐλιὲς ἢ μέλι. Σπάνια, ἔβλεπες κάποιο παιδὶ νὰ ἔχει τὴ φέτα του ἀλειμμένη μὲ βούτυρο καὶ ζάχαρη ἢ βούτυρο μὲ μέλι ἢ βούτυρο μὲ μαρμελάδα. Αὐτὰ ἦταν τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς γαστρονομικῆς πολυτέλειας τῆς ἐποχῆς.

Ἐξαίρεση στὴν ἀπογευματινὴ αὐτὴ συνήθεια τῶν παιδιῶν δὲ θὰ μποροῦσε, βέβαια, νὰ ἀποτελέσει ἡ Στιλοῦδα. Ὅπως καθόταν, μαζεμένη καὶ θλιβερὴ στὴν ἀκροῦλα της, κρατοῦσε κι αὐτὴ κάποιο φαγώσιμο κι ἔτρωγε ἐναλλὰξ μία μπουκιὰ ψωμὶ καὶ μία ἀπὸ τὸ ἄλλο φαγώσιμο. Καὶ ὅλα συνέχιζαν τὸ ρυθμὸ τους, μέχρι ποὺ ἔγινε ἡ μεγάλη ἀποκάλυψη, ἐπακολούθησε ὁ μεγάλος χαμὸς καὶ ὁ μεγάλος διασυρμὸς τῆς Στιλούδας καὶ ἡ αἰτία τῶν μεγάλων τύψεων, ποὺ μὲ κατατρέχουν μέχρι σήμερα.

Ἕνα παιδὶ κάποια στιγμὴ διαπίστωσε, ὅτι ἡ Στιλούδα στὸ ἕνα της χέρι κρατοῦσε βέβαια μία φέτα ψωμί, ἀλλὰ στὸ ἄλλο της χέρι δὲν κρατοῦσε τυρὶ ἢ κάποιο ἄλλο φαγώσιμο ἀλλὰ κρατοῦσε, ἄκουσον ἄκουσον, καὶ στὸ ἄλλο της χέρι, ἐπίσης, ἕνα μικρὸ κομμάτι ψωμὶ καὶ τὸ ἔτρωγε μὲ πολὺ μικρὲς μπουκιὲς, ἐναλλὰξ μὲ τὴ φέτα τοῦ ψωμιοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία δάγκωνε πολὺ μεγαλύτερες μπουκιές.

Ἔγινε, ὅπως εἶπα, χαμὸς μετὰ τὴ φοβερὴ αὐτὴ ἀποκάλυψη. Τὸ παιδὶ ποὺ τὴν ἔκανε, τὸ ἔβγαλε ἀμέσως βούκινο: «Ὄϊντε, αὐτῆν’(η) τρώει ψουμὶ μὶ ψουμὶ ἀντὶ νὰ τρώει ψουμὶ κι τυρί».

Σὲ λίγο ὅλο τὸ τσοῦρμο τῶν παιδιῶν, μὲ ἐμένα ἀνάμεσά τους, εἶχε μαζευτεῖ γύρω ἀπὸ τὴ Στιλούδα χαχανίζοντας καὶ φωνάζοντας καὶ ξαναφωνάζοντας: «Ὄϊντε, αὐτῆν’(η) τρώει ψουμὶ κι ψουμί. Γιατί, μαρή, τρῶς ψουμὶ μὶ ψουμί;» (εἶναι πολὺ σκληρὰ τὰ παιδιά, ἔμαθα, ὅταν μεγάλωσα πιά).

Ἡ Στιλούδα ζάρωσε, μίκρυνε πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι ἦταν καὶ σίγουρα εὐχόταν νὰ ἄνοιγε ἡ γῆ νὰ τὴν καταπιεῖ. Ἦταν ἕνα θέαμα ἀξιοθρήνητο, ἐφιαλτικὸ, μὲ θύτες τὸ σύνολο τῶν παιδιῶν καὶ θύμα τὴ φτωχὴ Στιλούδα. Τέλος, ὅταν ὕστερα ἀπὸ ὧρα τὰ γιουχαΐσματα καὶ τὰ ξεφωνητὰ ἄρχισαν νὰ καταλαγιάζουν, κατόρθωσε ἡ Στιλούδα ξέπνοα νὰ ψιθυρίσει: «Ἰμεῖς δὲν ἔχουμι πατέρα στοῦ σπιτ’ νὰ μᾶς ἀγουρᾶζ’(ει) τυρὶ κι ἡ μάναμ’ μὶ δίν’(ει) νὰ τρώου μία φέτα ψουμὶ κι ἕνα κουμματοῦδ’ ψουμὶ νὰ τοῦ τρώου γιὰ τυρί».

Νέα χάχανα καὶ νέα «ὄϊντε» καὶ νέος διασυρμὸς ἐπακολούθησε, μετὰ τὰ λόγια τῆς Στιλούδας. Ἡ δύστυχη μικρούλα, πιὸ μαζεμένη ἀπὸ ποτὲ, σηκώθηκε κι ἔφυγε καὶ δὲ θυμᾶμαι νὰ ξαναφάνηκε στὸ ἀπογευματινὸ παιχνίδι τῶν παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς μου μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτό.

Ἀργότερα ἔμαθα, ὅτι κάποιες μάνες, ὅταν δὲν εἶχαν νὰ δώσουν κάτι συνοδὸ τῆς φέτας τοῦ ψωμιοῦ, ἔδιναν στὸ παιδί τους μαζὶ μὲ τὴ φέτα καὶ ἕνα μικρὸ κομματάκι ψωμὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν αὐτὸ νὰ τὸ τρώει λίγο λίγο μὲ μικρὲς μπουκιὲς γιὰ τυρί, ἐνῶ τὴ φέτα τοῦ ψωμιοῦ νὰ τὴν τρώει κανονικά, ὅπως τρῶνε τὸ ψωμὶ μὲ μεγάλες μπουκιές!

Ἡ πρώτη μου ὅμως ἐπαφὴ μὲ τὸ γεῦμα τῆς Στιλούδας, «ψωμὶ μὲ ψωμί», ἦταν γιὰ μένα μία ἐμπειρία πρωτόγνωρη γιὰ τότε καὶ πηγή, ὅπως εἶπα, συνεχῶν καὶ μεγάλων τύψεων γιὰ τὸ σήμερα. Τύψεων γιὰ τὴ βάρβαρη συμμετοχή μου στὸ διασυρμὸ τῆς μικρῆς Στιλούδας, ποὺ ἦταν λεπτὴ σὰ μίσχος λουλουδιοῦ καὶ πονεμένη σὰ πουλάκι λαβωμένο.

Γιάννης Τσίκουλας

Καθηγητὴς Παιδιατρικῆς

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024



Παῖς λουόμενος
Παῖς τις εἰσελθὼν ἐπί τινα ποταμὸν ἀπολούσασθαι, καὶ μὴ εἰδὼς νήχεσθαι, ἐκινδύνευεν ἀποπνιγῆναι. Καί τινα παρερχόμενον ἄνδρα ἰδὼν εἰς βοήθειαν τοῦτον ἐκάλει. Ὁ δὲ ἄνθρωπος τοῦτον διασώζων ἐκεῖθεν ἔλεγεν αὐτῷ:
«Ἵνα τί, μὴ νήχεσθαι εἰδώς, τῆς τοσαύτης κατατετόλμηκας πλημμύρας;»
Ὁ δὲ παῖς αὐτῷ ἔφη:
«Τέως νῦν βοήθει μοι, καὶ μετὰ ταῦτα ὀνείδισον».

Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ ἐν περιστάσει τινὰ προσονειδίζων ἀκαίρως αὐτοῦ καὶ ἀπρεπῶς καταμέμφεται.
***
Ἕνα παιδί μπῆκε σὲ κάποιο ποτάμι γιὰ νὰ πλυθεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἤξερε κολύμπι, ἄρχισε νὰ πνίγεται. Βλέποντας κάποιον περαστικό, ἔβαλε τὶς φωνές. Ἐκεῖνος βούτηξε νὰ τὸ σώσει, λέγοντάς του:
«Τί ἤθελες καὶ μπῆκες σὲ τόσο νερό, ἀφοῦ δὲν ἤξερες κολύμπι;»
Καὶ τὸ παιδί:
«Σῶσε με πρῶτα κι ὕστερα μὲ μαλώνεις ὅσο θέλεις!»

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ ἐπιπλήξεις ποὺ γίνονται σὲ λάθος στιγμή, καταντοῦν προσβολὲς χωρὶς κανένα νόημα.
Αἰσώπου μῦθοι

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024



Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ. Σ.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.
Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.
Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι, ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.
Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει. Καλοκαίρι 1936
Γιῶργος Σεφέρης

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

 


Ἡ μεγάλη μονοτονία τῆς φύσης καὶ τῶν μεγάλων ἔργων

Τοὺς ἐλαφρούς, κούφιους καὶ νευρικοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐνοχλεῖ ἡ μονοτονία. Ὁλοένα παραπονιοῦνται γι᾿ αὐτὴ καὶ θέλουνε πάντα κάποια ποικιλία, κάποια ἀλλαγή, κάποιο καινούργιο καὶ διαφορετικό, ὅπως λένε. Πλήττουν καὶ κουράζονται γρήγορα. Ποθοῦνε τὴν ἀλλαγή, κι ἂς εἶναι καὶ πρὸς τὰ χειρότερα. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἐνθουσιάζονται γιὰ τοὺς νεωτερισμούς, σ᾿ ὅλα τὰ πράγματα. Ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ γι᾿ αὐτοὺς ἐβγῆκε ἡ μόδα, τούτη ἡ τυραννικὴ ἀνοησία, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὄμορφο ἀλλάζει κάθε τόσο, μ᾿ ἕνα σύνθημα. Στὶς μέρες μας, κατάντησε κι ἡ τέχνη σὰν τὴ μόδα.

Δὲν λέγω πὼς κάθε τί ποὺ εἶναι μονότονο, εἶναι καλὸ καὶ σπουδαῖο. Ἡ φύση, ὅμως, μὲ τὶς τέσσερες ἐποχὲς τοῦ χρόνου, μὲ τὶς ἀλλαγὲς τοῦ καιροῦ, μὲ τὶς θάλασσες, μὲ τὰ βουνὰ καὶ μὲ τὰ δάση της, ἔχει μία μονοτονία μεγαλόπρεπη καὶ ἱερή.

Γιὰ τοῦτο, οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶπα, βαριοῦνται τὴ φύση καὶ τὴν ἁπλὴ ζωή της. Δὲν καταλαβαίνουμε τὴ βαθειὰ γλῶσσα της, ποὺ μιλᾷ στὴν ψυχὴ μὲ χίλιους τρόπους γιὰ ἕνα πλῆθος ἀνείπωτα μυστήρια.

Ὦ μεγαλόπρεπη μονοτονία τῶν βουνῶν, μονοτονία τῆς θάλασσας, ποὺ ἀναταράζεται μέρα - νύχτα καὶ ποὺ βογγᾷ μὲ βαθειὰ ἀχολογήματα.Ὅποιος σὲ νοιώθει, κάθεται ὦρες ἀτελείωτες ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, ἢ ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιά, δίχως νὰ σὲ χορταίνει. Οἱ ὧρες περνοῦνε χωρὶς νὰ τὶς καταλαβαίνει, τὸ πνεῦμα του πετᾷ σὰν τὸ θαλασσοπούλι, μακρυὰ ἀπὸ τὶς μικρολογίες τῆς ζωῆς. Ὡστόσο, τὰ μάτια του καὶ τ᾿ ἀφτιά του γεμίζουνε ἀπὸ τὸ ἐξαίσιο θέαμά σου κι ἀπὸ τὴν ἄγρια μελῳδία τῆς βαρειᾶς φωνῆς σου, σὲ καιρὸ ποὺ ὁ ἄνεμος τὸν λούζει μὲ τὴ δροσερὴ ἁρμύρα τοῦ πελάγου.

Ὦ μεγαλόπρεπη μονοτονία τ᾿ οὐρανοῦ, μὲ τὰ ἀμέτρητα ἄστρα ποὺ κρέμουνται σὰν πολυκάντηλα ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου, κι ἄλλα τρεμοσβήνουνε σὰν ἀπὸ τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ στέκουνται στυλωμένα καὶ μὲ κυττάζουν, λὲς καὶ μὲ παραμονεύουνε μέσα ἀπὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ χάος! Τ᾿ Ἄστρο τῆς Τραμουντάνας, ποὺ στέκεται ἀσάλευτο στὸν βοριά, αἰῶνες αἰώνων, δίχως νὰ Βασιλέψει, μάτι ἀνύσταχτο, ὀρθάνοιχτο ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος. Ἡ Μεγάλη Ἀρκούδα ποὺ κείτεται ἀνάσκελη, θηρίο θεόρατο καὶ φοβερό. Ἡ Μικρὴ Ἀρκούδα ποὺ εἶναι δεμένη στὸ χρυσὸ καρφί της, καὶ γυρίζει γύρω του, παίρνοντας μία βόλτα κάθε νύχτα. Ἡ Πούλια, ἡ προκομμένη κόρη, ποὺ κάνει νυχτέρι κάθε βράδυ, μὲ τὰ πολλὰ λυχνάρια της. Ἀλλοῦ συντροφιασμένα σὰν σμάρια ἀπὸ χρυσὰ μελίσσια, ἀλλοῦ μοναχιασμένα καὶ δίχως συντροφιά. Ὦ μονότονη μεγαλοπρέπεια τοῦ Ἰορδάνη Ποταμοῦ, ποὺ τρέχει μέσα στὰ ἀπέραντα λιβάδια τ᾿ οὐρανοῦ, κι ἀλλοῦ εἶναι ρηχὰ τ᾿ ἀσημένια νερά του, ἀλλοῦ σιγοαφρίζουνε.

Ὦ μεγαλόπρεπη μονοτονία τῆς ἀνεμοζάλης, ποὺ ἀναταράζει τὸν κόσμο βδομάδες καὶ μῆνες, κι ὁ ἀγέρας μουγκρίζει, ρυάζεται, βελάζει, σφυρίζει, ὁλοένα τὸ ἴδιο, μέρα νύχτα. Ὦ μονοτονία τῆς βροχῆς, τῆς ἀστραπῆς, τῆς βροντῆς. Ὦ μονοτονία τῆς παγωμένης θάλασσας, τῆς πυρωμένης ἔρημος, τῆς σκοτεινῆς ἄβυσσος τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὦ βλογημένη μονοτονία τῶν βουνῶν, τῶν λαγκαδιῶν, τῆς ζούγκλας.

Αὐτὴ τὴ Βλογημένη μονοτονία τῆς φύσης ἔχουνε καὶ τὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι. Κι αὐτὰ τὰ ἔργα ἀντέχουνε στὸ δόντι τοῦ καιροῦ, ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τὰ ἀλέσει γρήγορα, ὅπως κάνει μὲ τ᾿ ἄλλα, ποὺ δὲν ἔχουνε αὐτὴ τὴ μυστικὴ μονοτονία.

Τὰ τέτοια ἔργα εἶναι σὰν τὰ φυσικὰ φαινόμενα. Ἔχουνε τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴ σταθερότητα ποὺ ἔχουνε τὰ ἔργα τοῦ θεοῦ, καὶ τὴ βλογημένη μονοτονία τους, χωρὶς περιττολογίες καὶ λογοτεχνικὰ παιχνίδια. Μονότονη εἶναι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἡ Γένεσις, ἡ Ἔξοδος, οἱ Ἀριθμοί, ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, Κριταί, Βασιλειῶν, Ἰώβ, Ψαλμοί, Προφῆται, Παροιμίαι Σολομῶντος, Σοφία Σειράχ, ὅλα τὰ βιβλία της ἔχουνε αὐτὴ τὴν ἐξαίσια μονοτονία, καὶ γι᾿ αὐτὸ βαριοῦνται νὰ τὰ διαβάσουνε οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουνε σοβαρὴ διάνοια καὶ ψυχὴ βαθειά.

Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

 


Ἡ Θεοσκέπαστη

[...] Ἄξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνὴ ἱκέτις, μπερδεύοντας μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἐρημίας καὶ τῆς θαλάσσης, ἔφτασε στ᾿ αὐτιά μας. Χείλη γυναικεία ἔψελναν ὕμνους χριστιανικούς. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ἐρείπια τοῦ κάστρου τῶν Φράγκων, ἡ ταπεινὴ μελωδία τῆς Ὀρθοδοξίας, βεβαίωση τῆς συνέχειας, τί συγκίνηση ποὺ ἦταν!

Σὰν νὰ μᾶς ἔσεισε ἀγέρας βίαιος. Κάμαμε ἀκόμα λίγα βήματα. Καὶ τότε πρόβαλε μπρὸς στὰ μάτια μας, ὅραμα θαμπωτικό, ἀλησμόνητο γιὰ πάντα, ἄσπρο, πάλλευκο: ἡ «Θεοσκέπαστη». Πάνω ἀπ᾿ τὰ κρεμαστὰ νερά, στὸν ἄγριο βράχο, πάνω ἀπ᾿ τὸ ἡφαίστειο.

Οἱ ὕμνοι τώρα ἔρχονται πιὸ καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στὴ Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ἦταν τὸ ξωκκλήσι, καθὼς ὅλα τὰ ξωκκλήσια τῶν Ἑλλήνων. Μονάχα ἕνα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Καὶ μπρὸς στὸ Ἱερό, κάτω ἀπ᾿ τὸ φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στὶς πλάκες, μὲ σκυφτὸ κεφάλι, ἀποτραβηγμένες στὴ δέησή τους, μονάχες μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ Θεό, ξιπόλυτες, οἱ μαυροφορεμένες γυναῖκες, ποὺ εἴχαμε δεῖ ἀπὸ μακριά, ἔψελναν. Ἡ μιὰ διάβαζε τὰ τροπάρια ἀπ᾿ τὴ Σύνοψη, οἱ ἄλλες, οἱ ἀγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Εἶχαν ἀνάψει τὰ καντήλια, ἔξω ἦταν τὸ πέλαγο, τὰ «συστήματα τῶν ὑδάτων» ὅλα ἦταν κατάνυξη κ᾿ ἐρημιά. Οἱ γυναῖκες λέγαν τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος:

«Προστασίαν καὶ σκέπην ζωῆς ἐμῆς τίθημί σε, Θεογεννῆτορ Πάρθενε, σὺ μὲ κυβέρνησον πρὸς τὸν λιμένα σου». «Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν».

Ἄκουσαν τὰ βήματά μας, μὰ ἦταν σὰ νὰ μὴν εἴμαστε, μήτε κἂν γύρισαν πρὸς τὰ ἐμᾶς. Ἔτσι πάντα: σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στὰ μαῦρα, ἱκέτιδες.

Μᾶς συνεπῆρε κ᾿ ἐμᾶς τὸ μυστήριο, ἡ κατάνυξη, γινήκαμε σὲ λίγο μαζί τους ἕνα, προσευχηθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς γιὰ ὅ,τι ἀγαποῦμε καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Σὰν τέλειωσε ἡ παράκληση κ᾿ οἱ γυναῖκες σηκωθῆκαν ἀπ᾿ τὶς πλάκες, ὠχρές, γαλήνη ἦταν στὸ πρόσωπό τους πολλή. Μᾶς τριγυρίσανε, εἶπαν τὰ δικά τους, εἴπαμε τὰ δικά μας. Ἡ μιὰ εἶχε παιδὶ σκοτωμένο στὸν πόλεμο, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ στὸ στρατό, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ ποὺ ταξιδεύει στὴ θάλασσα. Κάθε χρονιὰ ἔχουνε τάμα νὰ πάρουν βόλτα ὅλο τὸ νησί, μὲ τὰ πόδια, ν᾿ ἀνάψουν τὰ καντήλια στὰ ξωκκλήσια. Ἔτσι ξεκινήσανε καὶ φέτος. Μὲ τὰ χαράματα πέσαν στὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸν Πύργο, ξιπόλυτες, κ᾿ ἡ σκόνη σκέπαζε τὰ σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ὕστερα ἀπ᾿ τὴ χάρη της, μετὰ τὴ Θεοσκέπαστη, θ᾿ ἀνηφορίζαν γιὰ τ᾿ ἄλλα τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὰ δυτικά.

Βγάλανε ἀπ᾿ τὸ μπογαλάκι τους τὸ γιόμα τους, ψωμὶ σταρένιο, τὶς μικροσκοπικὲς ντομάτες τῆς Σαντορίνης, ψαράκια τῆς τράτας τηγανητά. «Ἤντλησαν» νερὸ ἀπ᾿ τὴ μικρὴ στέρνα, νερὸ βρόχινο, μᾶς φιλέψαν νερὸ καὶ ψωμί. Δὲ θέλαμε νὰ τοὺς τὸ στερήσουμε ποὺ τὸ εἶχαν λιγοστὸ - τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Μὰ ἐπιμένανε νὰ τὸ πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικὰ μὲς στὰ μάτια, σὰν νὰ τὸ γυρεῦαν γιὰ χάρη.

«Τώρα μᾶς ἕνωσε ἡ Θεοσκέπαστη», εἶπαν.

Ἠλίας Βενέζης

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024


Ὁ κόσμος
Εἰλικρινά, δυσκολεύομαι ἀρκετά, παρότι ἴσως σᾶς φανεῖ παράξενο, νὰ πείσω τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ἀξία μιᾶς ἀκόμη ὁμιλίας. Φοβᾶμαι πὼς δὲν θὰ πρωτοτυπήσω καθόλου, ἂν καὶ γνωρίζω πὼς ἡ ἀξία τοῦ λόγου δὲν ἔγκειται στὴν πρωτοτυπία. Ἐλπίζω στὴν ὑπομονή σας. Θὰ ἐπιθυμοῦσα μέσα ἀπὸ μία σύντομη παρουσίαση τῆς καταστάσεως ποὺ σεῖς καθημερινὰ ζεῖτε, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μερικὰ λόγια ποὺ πηγάζουν ἀπὸ παραθεωρημένα κείμενα θείας σοφίας καὶ ἀγάπης. Θὰ χαιρόμουν νὰ τὰ κατάφερνα νὰ σᾶς ἐμπνεύσω καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω σὲ μία διέξοδο, δίχως νὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, σεβόμενος ἀπολύτως τὴ θεοσδοτη ἐλεύθερη βούλησή σας. Θ’ ἀνοίξουμε λοιπὸν μαζὶ ἕνα παράθυρο γιὰ νὰ ξαναδοῦμε τὸν κόσμο...
Ἕνα κόσμο πολύβουο, πολυπρόσωπο κι ἀπρόσωπο, ποὺ τὸ διάλογο ἔχει ὑποκαταστήσει ἡ μυριόστομη ἀντιφώνηση συνθημάτων καὶ ἡ μέθη του τὸν ἔχει κάνει μέσα στὴ μαζοποίηση νὰ ἔχει χάσει τὴν προσωπικότητά του καὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγέλης.
Στὴν πολυκατοικία δὲν εἶναι γνωστοὶ ὅλοι οἱ ἔνοικοι. Στὴν πολυκατοικία χάθηκε ἡ γειτονιά, ποὺ μοιραζόσουν τὸ ψωμὶ κι οἱ πόρτες ἦταν ἀνοιχτές. Οἱ σχέσεις ἐξαντλοῦνται σὲ μία καλημέρα μέσα στὸ ἀσανσὲρ κι ἕνα βιαστικὸ χαμόγελο δίνοντας τὸ λογαριασμὸ τῶν κοινοχρήστων. Στὶς ἐπαρχιακὲς πόλεις γίνεται φιλότιμη προσπάθεια νὰ διατηρηθοῦν ἐθιμοτυπικὲς ἐπισκέψεις καὶ τὸ κουτσομπολιό.
Στὸ δρόμο σκουντουφλᾶ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο, στὸ λεωφορεῖο στριμώχνονται, στὰ κέντρα διασκεδάσεως δὲν βρίσκεις θέση. Στὸ σχολεῖο, στὸ σπίτι, στὸ κατάστημα, παντοῦ, κουβαλᾶ ὁ ἄνθρωπος τὴν πλήξη καὶ τὴν ἀνία του, πολλὲς φορὲς καὶ δίχως νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ πλήρως κι ἡ κατάσταση αὐτὴ νὰ ἔχει γίνει ἁπλὴ συνήθεια δίχως καὶ νὰ ἀπασχολεῖ πιά. Οἱ καθημερινὲς ἀσχολίες δὲν τοὺς ἀφήνουν ποτὲ μόνους τους ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὰ ποῦνε μὲ τὸν ἑαυτό τους.
Ἡ μοναξιὰ δὲν ἐξοβελίζεται μ’ εὐφυεῖς συνταγὲς ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, συγγραφέων καὶ κηρύκων. Θέλει προσωπικὸ ἀγώνα, ἐσωτερικὴ τακτοποίηση, μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἄγνωστη ταυτότητά μας, ἀνδρεία ἐνδοσκαφὴ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ πρωτόκτιστου κάλλους, ταπεινὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, πρὸς μαθητεία καὶ βοήθεια, εἰλικρινῆ καὶ τίμια ἔξοδο πρὸς συνάντηση τῶν ἄλλων, μὲ πνεῦμα θυσίας, μὲ διάθεση κατανοήσεως καὶ παραδοχῆς, ἀλληλοσυμπληρώσεως καὶ ἀλληλοβοήθειας.
Ἔτσι ἡ στείρα καὶ πικρὴ μοναξιὰ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ γόνιμη πηγή, μὲ ὕδατα ἀνυπέρβλητης γοητευτικότητας καὶ δυναμικότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν ὁλότητά του κι ἀνακαλύπτοντας τὶς δυνάμεις του, τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θεόμορφου προσώπου του.
Μόνο ὁ ἐσωτερικὰ ἰσορροπημένος ἄνθρωπος καὶ τακτοποιημένος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους, σχέσεις ποὺ ἄρχισαν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴ δύναμη γι’ αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι οἱ ἄλλοι γίνονται συλλειτουργοὶ στὸ μυστήριο τῆς λειτουργίας τῆς ζωῆς, ὅπου μεταλαμβάνουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ τὴν προσευχή, τὴ φιλία, τὸ γάμο καὶ παρηγοριόμαστε στὸ πολυκύμαντο αὐτὸ ταξείδι τῆς ἐφήμερης ζωῆς μας.

Φοβᾶσαι; Μὴ φοβᾶσαι νὰ σκέφτεσαι τὸ Θεό. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κάτσε σὲ μία γωνιὰ ἥσυχος. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τοὺς φόβους. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ δυσκολεύομαι νὰ εἶμαι ἀναλυτικός. Δὲν νομίζω ἄλλωστε πὼς χρειάζεται. Πρέπει νὰ νοιώσεις πὼς οἱ σχέσεις σου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα θέμα δικό σου. Παρότι εἶναι δύσκολο ἐντούτοις πρέπει νὰ κοιτάξει νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα καλὸ πνευματικὸ ὁδηγό. Δὲ συμφέρει ν’ ἀνοίγει κανεὶς εὔκολα τὴν ψυχή του στὸν καθένα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπύθμενο μυστήριο. Θὰ εἶναι πολὺ τυχερὸς κανεὶς ἂν μπορέσει νὰ βρεῖ στὴ ζωὴ του ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ τὸ σέβεται, θὰ τὸ ἀγαπᾶ καὶ θὰ τὸ ἐμπιστεύεται καὶ μὲ χαρὰ θὰ τὸ ἀκολουθεῖ. Κι ὅσο νωρίτερα γίνει αὐτὸ τόσο καλύτερα.
Μοναχός Μωυσῆς Ἁγιορείτης

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024



Καλημερούδια
Μὲ τὶ καμάρι περπατεῖ
τὴν κούκλα της κρατώντας,
καὶ μ᾿ ἕνα σπάγκο τὸ γατὶ
ξοπίσω της τραβώντας.
Κοντὰ στὴν πόρτα σταματᾶ
πρὶν πάει πιὸ παραπέρα,
καὶ τὰ πουλιά της χαιρετᾶ
μὲ μία καλημέρα.
«Καλημερούδια σας, πουλιά,
καλημερούδια χήνα...
τὴν κούκλα λὲν Τριανταφυλλιά,
καὶ τὸ γατὶ ψιψίνα.
Κι ἂν μὲ ρωτᾶτε καὶ γιὰ ποῦ,
νωρὶς τὶ τάχα βγῆκα,
πάω νὰ προφτάσω τὸν παπποὺ
ποὺ μὲ φιλεύει σῦκα.»
Ἀλέξανδρος Πάλλης

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

 


Ἀπόλυτη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ

Ἀπό τότε πού ἔγινα Κληρικός, πρίν πενήντα χρόνια (τό 1971) καί ἐρχόμουν σέ ἐπικοινωνία μέ διαφόρους Χριστιανούς, ἕνα ἀπό τά θέματα πού ἀντιμετώπιζα ἦταν ἡ χρησμολογία, πού σημαίνει τήν διατύπωση κάποιου χρησμοῦ, κάποιου μελλοντικοῦ γεγονότος, πού δίνεται ἀπό διαφόρους χρησμολόγους.

Τήν χρησμολογία τήν ἐξασκοῦσαν συστηματικά οἱ Χιλιαστές (Γιεχωβάδες), οἱ ὁποῖοι ὅριζαν διάφορες ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες θά καταστραφῆ ὁ κόσμος, θά ἑνοποιηθῆ ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό μιά ἑνιαία Κυβέρνηση κλπ. Καί φυσικά συνεχῶς διαψεύδονταν.

Ἡ νοοτροπία τῆς χρησμολογίας ὀργίαζε στήν Ἀμερική μέσα σέ Προτεσταντικούς κύκλους, γιά τήν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, γιά τό χάραγμα πού θά ἐπιβάλη στούς ἀνθρώπους, καί πολλά ἄλλα, παρερμηνεύοντας χωρία τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως. Αὐτό τό λέω, γιατί τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως δέν κάνει λόγο μόνο γιά τό χάραγμα τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλά καί γιά τό χάραγμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὅποιος δεχθῆ αὐτό τό χάραγμα, πού εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει στόν Χριστό. Πάντως, ἀπό τούς Προτεστάντες τῆς Ἀμερικῆς πέρασαν ὅλες αὐτές οἱ ἀπόψεις καί στήν Ἑλλάδα.

Πέρα ἀπό αὐτό, ὅλα τά χρόνια πού εἶμαι Κληρικός ἄκουσα πολλούς «χρησμολόγους» Κληρικούς καί μοναχούς νά διαδίδουν πολλά και τρομακτικά, δίνοντας πολλές χρονολογίες γεγονότων καί καταστροφές, ὅπως ὅτι θά γίνη πόλεμος, θά μποῦν οἱ Τοῦρκοι στήν Ἑλλάδα, θά πέση πείνα, γι’ αὐτό θά πρέπει οἱ ἄνθρωποι νά καλλιεργοῦν στά σπίτια τους καί τά χωριά τους διάφορα προϊόντα, ὅτι μᾶς ψεκάζουν μέ τά ἀεροπλάνα καί μᾶς κοιμίζουν, ὅτι θά σταματήση ἡ ἀγορά νά τροφοδοτῆται ἀπό προϊόντα γι’ αὐτό πρέπει νά προμηθευτοῦμε πολλά τρόφιμα στά σπίτια μας, ὅτι μέ τά φάρμακα καί τά ἐμβόλια μᾶς τσιπάρουν ἤ βάζουν μέσα στό σῶμα μας δηλητήρια, ὅτι μᾶς παρακολουθοῦν καί μᾶς φακελώνουν, καί πολλά ἄλλα.

Οἱ χρησμολόγοι αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἰδίως ὅταν εἶναι Κληρικοί, σκορποῦν φόβο, πανικό, ἀγωνία στούς ἀνθρώπους, πού χάνουν τόν ὕπνο τους, καταλήγουν σέ ψυχιάτρους καί παίρνουν φάρμακα, αἰσθάνονται γύρω τους ἐχθρούς, πού ἀπειλοῦν τήν ὕπαρξή τους.

Σκεπτόμενος ὅλα αὐτά τά θέματα, προσπαθῶ νά ἐντοπίσω ποῦ εἶναι τό πρόβλημα καί γιατί σέ περιόδους κρίσεως ξεπετάγονται ὅλοι αὐτοί οἱ χρησμολόγοι, οἱ ὁποῖοι τρομοκρατοῦν τούς ἀνθρώπους καί γιατί τελικά, ἰδίως οἱ Χριστιανοί εἶναι ἐπιρρεπεῖς σέ τέτοιες χρησμολογίες;

Φυσικά ὑπάρχουν πολλά τά αἴτια, ἀλλά τό βασικό νομίζω, εἶναι ἡ ἔλλειψη σοβαρῆς θεολογικῆς παιδείας καί ζωῆς. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔπαυσαν νά θεολογοῦν σοβαρά καί περιορίζονται σέ συνθήματα, σέ ψυχοπαθολογικές ἑρμηνεῖες, σέ ἀνασφάλειες, σέ προτεσταντικές ἐπιρροές. Ἀντί νά θεολογοῦν, παραπλανοῦν τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ρωτήσης αὐτούς τούς χρησμολόγους κάποιο θεολογικό θέμα τό ὁποῖο ἀντιμετώπισαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἤ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν γνωρίζουν νά ἀπαντήσουν.

Τελικά, οἱ χρησμολόγοι Κληρικοί ἐπενδύουν τίς δικές τους ἀνασφάλειες, τίς ἄγνοιες μέ χρησμούς, μέ ἡμερομηνίες πού ὁ Θεός θά τιμωρήση τούς ἀνθρώπους.

Ὅμως, ἡ σοβαρή θεολογική ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων πού ἀναφύονται στήν κοινωνία δέν εἶναι ἡ χρησμολογία, πού εἶναι μιά τρομολαγνεία, ἀλλά ἡ ἀπόλυτη πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀγώνας καί ἡ προσοχή γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας, ἡ πίστη στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν λατρεία, τήν θεία Λειτουργία καί τίς Συνοδικές ἀποφάσεις.

Οἱ χρησμολόγοι ὄχι μόνον δέν ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν μετάνοια, ἀλλά τούς τρομοκρατοῦν καί τούς ὁδηγοῦν στήν ψυχοπάθεια μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου.

Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024



Ἂν δὲν μοῦ ‘δινες ποίηση Κύριε
Ἂν δὲ μοῦ ‘δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυα μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιο σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδυ μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδυ μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024



Ἔτσι τό θέλησε ὁ Κύριος
Ἄκουσα ὅτι ἡ οἰκογενειακή σας ζωή, τό σπίτι σας, δέν εἶναι ἔξω ἀπό ἀρρώστιες καί ἀπό ἄλλες λυπηρές καταστάσεις, καί λυπήθηκα πολύ. Καί παρακάλεσα τόν Κύριο, νά σᾶς ἐπισκεφθῆ μέ εὐσπλαχνία καί ἔλεος· καί νά θεραπεύσει τίς ἀσθένειές σας.
Τί νά κάμωμε; Ἔτσι τό θέλησε ὁ Κύριος: νά μή περνάει ἡ πρόσκαιρη αὐτή ζωή χωρίς πίκρες καί θλίψεις.
Ἡ ἁγία Γραφή λέγει: «πᾶσα κεφαλή εἰς πόνον καί πᾶσα καρδία εἰς λύπην». Δηλαδή: Δέν θά βρεῖς στόν κόσμο κεφάλι χωρίς σκοτοῦρες- καρδιά χωρίς πόνο καί στενοχώριες. Καί αὐτό ἰσχύει ὄχι ἁπλά γιά κάθε ἄνθρωπο· ἀλλά καί γιά τούς ἁγίους! Δέν ὑπάρχει ἅγιος, ποὺ - ὅσο ἅγιος καί τέλειος καί ἄν ἦταν - νά πέρασε στή ζωή του χωρίς πόνο καί θλίψη, χωρίς νά ὑποφέρει.
Γιατί ὅμως; γιατί; Ἀπαντάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἵνα μή ὑπεραίρομαι». Γιά νά μή πάρουν τά μυαλά μου ἀέρα! Γιατί, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τά ἔχει ὅλα καλά, μεγαλοπιάνεται. Καί ὅποιος μεγαλοπιάνεται, σκέφτεται ἀπάνθρωπα· καί μιλάει καί ἐνεργεῖ ἀπάνθρωπα!
Ἄν λοιπόν ἅγιοι σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο ὑπόφεραν πολλά, γιά νά μήν πάρουν τά μυαλά τους ἀέρα, πόσο πιό πολύ εἶναι γιά μᾶς εὐεργεσία θεϊκή, ὅταν ὑποφέρουμε!
Πότε εἶναι γιά μᾶς ὁ πόνος εὐεργεσία; Ὅταν μᾶς κάνει καί ψάχνουμε νά ἰδοῦμε, πῶς περπατᾶμε. Ὅταν αὐτό δέν τό κάνουμε, ἀπό μόνοι μας, μᾶς χρειάζονται οἱ θλίψεις· γιατί εἶναι ὁ μόνος τρόπος ποὺ μπορεῖ νά μᾶς κάμει νά ξυπνήσουμε.
Ἅγιος Ἀντώνιος τῆς Ὄπτινα

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

 


Εἶσαι κοσμικός ἄνθρωπος, δέν εἶσαι κοινωνικός

«Συνάντησα τήν περασμένη ἑβδομάδα κάποιο νέο, φοιτητή, στό δρόμο, καί ὅταν τοῦ εἶπα νά ἔχει μιά πνευματικότερη ζωή, μοῦ λέγει ὅτι:

«Μά, ἐγώ θέλω νά εἶμαι κοινωνικός ἄνθρωπος»!

«Ὄχι», τοῦ λέγω, «εἶσαι κοσμικός ἄνθρωπος, δέν εἶσαι κοινωνικός. Πῆγες ποτέ σέ κανένα νοσοκομεῖο, νά δεῖς τούς ἀσθενεῖς; Πῆγες σέ κανένα φτωχό σπίτι, νά δεῖς τί κάνουν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι; Τότε θά σέ ἔλεγα κοινωνικό ἄνθρωπο!».

Εἶναι αὐτό πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Τό χαίρειν μετά χαιρόντων καί κλαίειν μετά κλαιόντων», νά χαίρεις μέ αὐτούς πού χαίρονται καί νά κλαῖς μέ αὐτούς πού κλαῖνε. Αὐτός εἶναι ὁ ὁρισμός τοῦ κοινωνικοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ποῦ γίνεται χορός νά τρέξεις. Αὐτό δέν λέγεται κοινωνικότητα, αὐτό λέγεται κοσμικότητα. Κοινωνικός ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συναντιλαμβάνεται τά καρδιοχτύπια, τίς χαρές καί τά κλάματα τῆς κοινωνίας!».

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

 


Νουθεσίαι εἰς κοσμικοὺς ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν

Ἡμεῖς οἱ καλόγεροι, τὸ ὅπλο ποὺ ἔχομε, εἶναι τὸ κομβοσχοινάκι. Μάθετε νὰ ἐργάζεσθε τὸ κομβοσχοινάκι. Ἐδῶ εἰς τὸ ὄρος ποὺ ᾔλθατε, νὰ πάρετε ὅλοι ἀπὸ ἕνα κομβοσχοινάκι. Τὸ κομβοσχοίνι θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε, σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ τὸ κομβοσχοινάκι.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ἔχετε ἕνα πρόβλημα; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἔχετε ἕνα πειρασμὸν μὲ τὸν ἄλλον, τὸν γείτονά σας, μὲ τὸν φίλον σας, κοκ.; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς δώσει λύσιν τοῦ προβλήματός σας, λύσιν τοῦ ἀδιεξόδου του ὁποίου βρίσκεσθε.

Μία φορὰ μοῦ ἔτυχε ἕνας μεγάλος πειρασμός. Ἄρχισα ἔντονα τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με Παναγία μου βοήθησέ με. Ἔκανα καὶ μία παράκλησι στὴν Γοργοεπήκοον. Δὲν ἄργησε νὰ ἔρθῃ ἡ ἀπάντησις. Τὴν τρίτην ἡμέρα ἔφυγε ὁ πειρασμός, ὅλα τακτοποιήθηκαν.

Τὸ κομβοσχοινάκι λοιπὸν Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἂν συνταυτισθῆτε μὲ τὸ κομβοσχοινάκι, νὰ ξέρετε, ὅτι θὰ εὕρετε ἕνα φωτισμόν, θὰ εὕρετε ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδον.

Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχα νὰ σᾶς εἴπω, καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Παναγία μας νὰ σᾶς σκεπάζῃ.

Ὅσιος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης