Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018


Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ μόνος μου!
Μοῦ τὸ διηγήθηκε μιὰ γυναίκα μὲ πανεπιστημιακὴ μόρφωση:
Στὶς δώδεκα τὰ μεσάνυχτα, χτύπησαν τὴν πόρτα στὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μία γριούλα. Καὶ ζητοῦσε παπᾶ, νὰ πάει νὰ κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο.
Ὁ παπᾶς ἑτοιμάστηκε καὶ βγῆκε ἀμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σὲ ἕνα φτωχὸ σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ἡ γριούλα ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ μπάζει τὸν ἱερέα σὲ ἕνα δωμάτιο.
Καὶ νὰ, ξαφνικὰ, παπᾶς εὑρίσκεται ἐκεῖ μόνος μὲ μόνο τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἄρρωστος τοῦ δείχνει μὲ χειρονομίες τὴν πόρτα καὶ σκούζει.
- Φύγε ἀπὸ ἐδῶ! Ποιὸς σὲ ἐκάλεσε; Ἐγὼ εἶμαι ἄθεος. Καὶ ἄθεος θὰ πεθάνω.
παπᾶς τὰ ἔχασε.
- Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ μόνος μου! Μὲ κάλεσε ἡ γριά!
- Ποιὰ γριά; Ἐγὼ δὲν ξέρω καμμιὰ γριά!
Ὁ παπᾶς, καθὼς στέκει ἀπέναντί του, βλέπει ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄρρωστου, μία φωτογραφία μὲ τὴν γυναίκα ποὺ τὸν ἐκάλεσε.
Τοῦ λέει, ἐνῶ τοῦ δείχνει τὸ πορτραῖτο.
- Νὰ αὐτή!
- Ποιά αὐτή, ξέρεις, τί λές, παπᾶ; Αὐτὴ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Γιὰ μιὰ στιγμὴ πάγωσαν καὶ οἱ δύο. Αἰσθάνθηκαν δέος. Ὁ ἄρρωστος ἄρχισε νὰ κλαίει. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψε, ζήτησε νὰ ἐξομολογηθῆ. Καὶ μετά, ἐκοινώνησε.
μητέρα του εἶχε φροντίσει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

π. Δημήτριος Ντοῦντκο (1922-2004)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου